Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

Αλήθεια, πότε ανοίγουν οι βιβλιοθήκες;


Ρητορικό το ερώτημα του τίτλου. 

Άνοιξαν τα κομμωτήρια από νωρίς, και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι καφετέριες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι ταβέρνες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν τα σχολεία και άριστα έκαναν!

Τέρμα τα κλικ μέσα έξω για τα καταστήματα, επιτέλους! Μαζί και τα βιβλιοπωλεία, επιτέλους!

Ανοίγουν σύντομα τα μουσεία, σε λίγο οι θερινοί κινηματογράφοι, η ζωή "επανέρχεται", λένε, στα κανονικά της (ας πούμε) ... 

Όμως, ούτε μια ανακοίνωση για τις βιβλιοθήκες, μια αναφορά έστω. Τι γίνεται με τις βιβλιοθήκες αλήθεια; Ανοίγουν με τα καταστήματα, ανοίγουν με τα κομμωτήρια, ανοίγουν με τα μουσεία, ανοίγουν αφού εμβολιαστεί όλος ο πληθυσμός, ανοίγουν μετά το καλοκαίρι; Δεν υπάρχουν; Δεν μας ενδιαφέρουν γιατί δεν ανήκουν στην περιλάλητη "βαριά βιομηχανία" μας;  

Προφανώς δεν μας λείπουν, τουλάχιστον έτσι κρίνουν οι αρμόδιοι κι έτσι καλλιεργείται. Αρκετές βιβλιοθήκες, κυρίως ακαδημαϊκές αλλά και ειδικές και δημοτικές και άλλες βρήκαν τρόπους να απευθύνονται όλο αυτό τον καιρό στους χρήστες τους, να εξυπηρετούν με υπηρεσίες "επιτρεπόμενες", π.χ. ηλεκτρονικές (είχα  γράψει λίγα πριν από ένα χρόνο εδώ και ξανά φέτος εδώ). Βέβαια, το κενό δεν αναπληρώθηκε, ιδίως στις ανάγκες που καλύπτουν κυρίως οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες (καθόλου τυχαία που στη γλώσσα μας τις λέμε λαϊκές βιβλιοθήκες). Θ' ανοίξουν, θα λειτουργήσουν με μέτρα προστασίας, αυτό είναι σίγουρο, όπως, δυστυχώς, είναι σίγουρο ότι δεν ξεμπερδέψαμε από την πανδημία και χρειάζεται προσοχή, εγρήγορση και δύναμη. Όμως, ούτε μια αναφορά, μια νύξη, κάτι να μαρτυρά ότι και οι βιβλιοθήκες είναι πυλώνας της άλλης "βαριάς βιομηχανίας" μας, όπως κάθε τόπου και κάθε λαού, του πολιτισμού μας;

"Διότι (πάλιν το λέγω) μην ελπίση ποτέ καμμία πόλις να προχωρήση μακράν εις την σοφίαν, και αν ήθελεν έχει Αριστοτέλεις και Πλάτωνας παραδότας της σοφίας, αν δεν έχη βιβλιοθήκην πολύβιβλον".*

 
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
* αντιγραφή από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών του 1932 με τον τίτλο "Αδαμαντίου Κοραή Χρυσά Έπη" (ενότητα "Παιδεία", κεφάλαιο "Αι βιβλιοθήκαι", σελ. 153).

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Σας αρέσει ο Μπραμς;

"Σας αρέσει ο Μπραμς", της Μάρως Δούκα με την Κάτια Γέρου

Έλεγε ο πατέρας: Η τέχνη είναι σαν ψωμί, τόσο την έχουμε ανάγκη. Μικρή τον πίστευα. Έπειτα δεν μπορούσα να τον πιστεύω. Τον έβλεπα και τον λυπόμουνα. Μετά τον μισώ... Τώρα, δεν ξέρω. Όχι, δεν μου χρειάζεται η τέχνη. Καμιά τέχνη. Πονάω πολύ βλέπω φιλμ. Και τραγούδια πονάνε. Μπορώ μόνο ακούω μουσική. Πατέρας αγαπούσε Ρίχτερ. Εγώ αγαπάω Γκλεν Γκουλντ. Έχεις ακούσει; Μπαλάντες και ραψωδίες του Μπραμς... Το βλέπω στο βλέμμα σου. Αλλοδαπή πουτάνα και ακούσει Μπραμς; Οκέι, τώρα δεν ακούω. Ξέρω όμως ότι μπορώ να ακούω. Τον είχα ζητήσει στη δεύτερη εγκυμοσύνη. Η κυρία (μιμείται:) πο, πο... τι χαρά, το παιδί μας ακούει Μπραμς! Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα Φρανσουάζ Σαγκάν, έπειτα φίλμ με αγαπημένη ηθοποιό...

 


 

Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα από Φρανσουάζ Σαγκάν το 1959 (Ζαχαρόπουλος, 1995 και νεότερο από εκδόσεις Αγγελάκη, 2018),

 

 

 

κι έπειτα το φιλμ "Σας αρέσει ο Μπραμς;" με αγαπημένη ηθοποιό, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η εξαιρετική ταινία του Ανατόλ Λίτβακ, ασπρόμαυρη γαλλική, Παρίσι, 1961, με Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ιβ Μοντάν, Άντονι Πέρκινς, Μισέλ Μερσιέ, Γιούλ Μπρίνερ, Ζαν Πιέρ Κασέλ.

 
 

Κι ύστερα, μετά τη δεκαετία του '90, ο μονόλογος "Σας αρέσει ο Μπράμς;" της Μάρως Δούκα, για τα κορίτσια που ήρθαν στην Ελλάδα να βρουν καλύτερη τύχη, που αγαπούσαν κάποτε τον Μπραμς, που αν και δεν τον ακούνε τώρα πια, ξέρουν ότι μπορούν να τον ακούσουν

Με βλέπεις και βλέπω τη λύπη στα μάτια σου. Εσύ τι βλέπεις στα μάτια μου; Πρόσεξέ την, εκεί. (Δείχνει προς τη μεριά του κοινού:) Ρωσίδα. Βλέπεις ομορφιά; Σε δυο τρία χρόνια θα είναι αγνώριστη. Και η Μολδαβή θα είναι αγνώριστη και η Βουλγάρα. Σπάει νωρίς η γυναίκα… Αν δεν ήμουνα αυτή, όχι μπλε μάτια, δε θα με διαλέγανε μάνα στα παιδιά τους. Όχι μάνα... Ζώο που γεννάει, κι ύστερα παίρνει η άλλη το παιδί αγκαλιά. 

Αν τα θυμάμαι τα παιδιά μου; (Παύση)*

Κι ύστερα, το ίδιο, στην ομότιτλη παράσταση της Ομάδας Τέχνης το 2000, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, με την Κάτια Γέρου στον τραγικό μονόλογο της γυναίκας από τη Ρωσία που άκουγε κάποτε και που ακόμη θα μπορούσε ν' ακούει Μπραμς.

Κοινό σημείο σε όλα τα παραπάνω έργα η τρίτη συμφωνία του Μπραμς. Εδώ, με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.


Επειδή όμως, από τον Μπραμς, αγαπάμε και τους Ουγγρικούς χορούς, ας τους ακούσουμε εδώ 


 και μπορείτε ν' απομονώσετε στο 47:37 τον χορό αρ.21.

Πάλι, τον ίδιο χορό, γιατί όχι και στην εκδοχή με μπουζούκι, όπως τον εμπνεύστηκε ο δικός μας Θανάσης Πολυκανδριώτης;**


Ο Γιοχάνες Μπραμς γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια στο Αμβούργο (7 Μαϊου 1833 – 3 Απριλίου 1897).

Και ναι, μας αρέσει ο Μπραμς!

 -----------------------------------------------------------

 

 * Τα αποσπάσματα του πεζογραφήματος "Σας αρέσει ο Μπράμς" της Μάρως Δούκα είναι από τη συλλογή "γιατί εμένα η ψυχή μου" (Πατάκης, 2012). Το ίδιο περιέχεται στον συλλογικό τόμο με τρεις θεατρικούς μονόλογους "Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν" των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα αντίστοιχα (Κέδρος, 2007). 

 

 

 

 

 ** Πληροφορίες εδώ: https://www.ogdoo.gr/apopseis/kostas-mpalaxoytis/exeis-akoysei-brahms-me-bouzoyki.


Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

Λαμπριάτικες μνήμες


Το βράδυ της Ανάστασης μας έβαζε η μάνα μας για ύπνο από νωρίς και μας ξυπνούσε δώδεκα παρά για να πάμε στην εκκλησία. Ο πατέρας μας δεν ερχόταν, τον ξυπνούσαμε στο γυρισμό για να πάει να μεταλάβει, κομμουνιστής αλλά Χριστούγεννα και Πάσχα  πήγαινε να μεταλάβει, αυτή τη σχέση του με την εκκλησία την κρατούσε, σαν έθιμο, σαν τάμα, ποιος ξέρει. Μερικές φορές έμενα κι εγώ στην εκκλησία γιατί μου άρεσαν οι ψαλμοί εκείνου του μέρους, κυρίως ο τραγουδιστός ψαλμός (έτσι μου φαινόταν) "Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν..." Ύστερα τρώγαμε, απαραίτητα, πέρα από αυγά και καλιτσούνια, τα πόδια και κοιλιδάκια τυλιγμένα με έντερα αυγολέμονο (αυτό λέγαμε μαγειρίτσα, πολύ αργότερα έμαθα ποια είναι η πραγματική μαγειρίτσα) και σκωταριά τηγανητή.

Την άλλη μέρα κάπου πηγαίναμε να κάνουμε Πάσχα μαζί με συγγενείς και φίλους. Πότε πηγαίναμε στον αδελφό του πατέρα μου, στο θείο Γιώργο,  στον Καλυκά, μια περιοχή μετά τον Κουμπέ και πριν τη Σούδα, είχε εξοχή, αγαπημένος θείος (χωροφύλακας, όταν όμως αναμένονταν φασαρίες, ειδοποιούσε τον πατέρα μου να μην κατεβεί στη συγκέντρωση που προγραμμάτιζε η ΕΔΑ, δεκαετία του '60, ε και τότε τα χάλαγαν για λίγο αλλά πάλι αγαπίζανε), ο θείος πάντα σούβλιζε αρνί, μαζευόμασταν κάμποσοι, αυτός είχε πέντε παιδιά, τρία είμασταν εμείς και οι μεγάλοι, έρχονταν κι άλλοι θείοι και ξαδέρφια, ήταν όμορφα. 

Άλλες φορές, πηγαίναμε στην Αγιά Μαρίνα, στους κουμπάρους, το Γιάννη και την Πολύμια (θυμάμαι το γάμο τους, παιδάκι εγώ, ο πατέρας μου τους πάντρεψε, η Πολύμια λιποθύμισε στο γάμο από στενοχώρα, όχι για το γαμπρό που έπαιρνε μα γιατί άφηνε το πατρικό της, οι νύφες, λέγανε τότε, πρέπει να κλαίνε στο γάμο τους, να δείχνουν πόσο στενοχωρούνται που αποχωρίζονται τους γονείς, τι παράξενα έθιμα κι αυτά...). Εκεί, μας περίμεναν τα τεράστια καλιτσούνια στο κοφίνι, ακόμη έχω τη γεύση τους στο στόμα. Η Αγιά Μαρίνα σήμερα είναι αγνώριστη, δυσκολεύομαι να εντοπίσω το μονοπάτι που ανηφορίζαμε από τον κεντρικό δρόμο που μας άφηνε το λεωφορείο για ν' ανεβούμε στο σπίτι τους. Γιατί βέβαια όλες εκείνες οι διαδρομές γίνονταν με το λεωφορείο, αυτοκίνητο αποκτήσαμε το 1975, πρώτα είχαμε ποδήλατο, ύστερα βέσπα μέχρι να καταφτάσει το ιστορικό Ρενώ 4.


Κάποιες φορές πηγαίναμε στο Νίππος, στο χωριό του πατέρα μου. Η φωτογραφία είναι από το 1976, το σπίτι ήταν χάλαρο τότε, τώρα το έχω αποκαταστήσει και έχει γίνει πλέον το σπίτι μου στο χωριό. Στην αγκαλιά μου έχω τη φιλιότσα μου τη Μαρία, μεγάλη τώρα, ζει στην Αμερική. Δεξιά, το γεροντάκι που κοιτάζει το φακό είναι ο θείος Λευτέρης, ο Τσουρολευτέρης, σπουδαίος άνθρωπος όσο τον θυμάμαι, είχε κάνει στη Μικρασιατική εκστρατεία, πόσο λυπάμαι που τότε δεν τον ρωτήσαμε πράγματα, μόνο θυμάμαι που έλεγε πως είχαν γεμίσει ψείρες...

Τη μεγαλοβδομάδα νηστεύαμε, τουλάχιστον στα φανερά. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ' αυγά, την ίδια μέρα ξεκινούσε η μάνα μας τις κουλούρες, μεγάλη διαδικασία, ποτέ δεν την αφομοίωσα, τα κουλούρια τα έφτιαχνε νωρίτερα, ενώ το Σάββατο φτιάχναμε τα καλιτσούνια, δηλαδή έφτιαχναν η μάνα μου με τις γειτόνισσες για βοήθεια και με τη γιαγιά από κοντά, την Κουκουβιτομαρία. Τότε, βέβαια, δεν είχαμε φούρνο στο σπίτι, οπότε παίρναμε τις λαμαρίνες από το φούρνο, μέχρι το '67 που μέναμε στη Νέα Χώρα πηγαίναμε τα καλιτσούνια ή στο φούρνο του Κουκλάκη ή στο φούρνο του Μπάτση που ήταν πιο σύγχρονος, ήταν "γερμανικός"! Το πηγαινέλα των λαμαρινών ήταν δουλειά των παιδιών, κυρίως δική μου που ήμουν η "μεγάλη". Όταν έφταναν στο σπίτι τα καλιτσούνια, η γιαγιά μου δοκίμαζε, και στο δάγκωμα του κάτω χείλους της κόρης της, είχε την απάντηση έτοιμη: "Μα ο Χριστός αναστήθηκε το μεσημέρι"! Αργότερα έμαθα ότι και οι Κερκυραίοι τον ανασταίνουν μεσημέρι το Χριστό. Λέτε οι Βενετοί να είχαν βάλει το χεράκι τους; 

Καλή Ανάσταση, λοιπόν, και του χρόνου αλλιώς, καλύτερη, να ηχήσουν τα σήμαντρα χαρούμενα όταν φτάνουν, όπως λέει ο ποιητής,

Απ' τα χείλη των παιδιών

απ' την άγνοια των χελιδονιών

απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.