Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

 Δώσε φωνή στη νύχτα, αναφωνεί ο ποιητής, όπου ψυχές κυκλώνουν αυτό το δείπνο

[...] μα κι άλλες
παλιές ψυχές αρίθμητες, μα κι άλλες
πολλές ψυχές τη νύχτα όπου γεμίζουν
-τι τώρα είναι πιότεροι οι νεκροί κι απ’ όλους
της γης τους ζωντανούς-,που από τη ζέστα
της σιωπηλής καρδιάς μας τραβηγμένες,
καθώς οι πεταλούδες απ’ τις φλόγες
τραβιώνται των κεριών, να ξεκινάνε
τις νιώθω από παντού, κι αφήσετέ τις
να φτάσουνε ως εδώ ,ν’ απλοχερίσουν
αόρατες σε τούτο το τραπέζι
του Πλούτωνα,σ’ αυτόν τον πυργωμένο
νεκρόδειπνον, ω φίλοι αφήσετέ τις
να ρθούν εδώ σ' εμάς, να γίνουμ’ ένα . . .

(από τον Ελληνικό Νεκρόδειπνο του Άγγελου Σικελιανού)*


[...] και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν από τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων. [...]

(Τάσος Λειβαδίτης, από τη Συμφωνία αρ. 1)

.............................................. 


* αντέγραψα το απόσπασμα από τον τόμο αφιέρωμα στον Άγγελο Δεληβοριά με τίτλο "Άγγελος Δεληβορριάς. Το διαρκές παρόν του πολιτισμού" (Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη, 2020), περιέχεται στην ομιλία του Νίκου Ξυδάκη.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Η ομορφιά του κύκνου

 Στην εφημερίδα Εποχή αυτού του Σαββατοκύριακου ο μόνιμος αρθρογράφος της δεύτερης σελίδας και ποιητής Θωμάς Τσαλαπάτης υπογράφει το άρθρο με τίτλο "Η ομορφιά του κύκνου". Αφορμή βρίσκει από το ποίημα της αμερικανίδας ποιήτριας Ρουθ Σβαρτς (Ruth L. Schwartz, 1962-) "Ο κύκνος στο Έτζγουντ Παρκ" που μετέφρασε ο ίδιος όπως παραπάνω.* Αναλύοντας το ποιητικό "τέχνασμα" της Σβαρτς όπου δείχνει να μεταπηδά από τον κύκνο στη Λόρυ και πίσω πάλι, γράφει για την ομορφιά που μας ξεφεύγει, "την ομορφιά του καθημερινού μόχθου και της εξάντλησης" και καταλήγει:

Η αισθητική μας, η αντίληψή μας περνά μέσα από χίλια φίλτρα. Από ωραιοποιημένες συνθήκες μαις τεχνητής εικονοποιίας, εκεί όπου κάθε τι οφείλει να είναι όμορφο με τον πιο ακίνδυνο τρόπο. Φίλτρα ομορφιάς, τηλεοπτικές άνευρες αφηγήσεις, προκρούστιες ομαδοποιήσεις εξωτερικών χαρακτηριστικών.

Και όμως, μέσα στη ζωή γύρω μας φωλιάζει μια άλλη ομορφιά. Των ανθρώπων που προσπαθούν και απογοητεύονται, των ανθρώπων που αστοχούν, συγχωρούν και αποδέχονται. Η ομορφιά της ζωής όπως ήταν πάντα, μέσα στην αφοπλιστική ρουτίνα της και τον κυνικό της ρεαλισμό. Μέσα στις διαρκείς πτώσεις της και τις απρόσμενες άρσεις της. Η ζωή χωρίς δεκανίκια και οι άνθρωποι χωρίς αστερίσκους. Ακόμα και δίπλα σε ένα άσχημο περιβάλλον και μια μολυσμένη ακτογραμμή. Ή μάλλον ακριβώς αυτό.

Είναι οι κύκνοι της δικής μας κατάφασης.

Αναζητώ κάποια ακόμη ποιήματα με για κύκνους. Θυμίζομαι τον κύκνο της μυθολογίας, αυτόν που πλάνεψε με βία τη Λήδα κι εκείνη γέννησε την Κλυταιμνήστρα και την Ελένη κι έγραψε ο Γέιτς  (W. B. Yeats) το σονέτο "Η Λήδα και ο Κύκνος" για να πει πως η βία φέρνει βία και καταστροφές. **

Ξάφνου ριπή: φτερά τρανά φτεροκοπούν ακόμη
πάν’ από κόρη ανήμπορη, τους μηρούς της χαϊδεύουν
μαύρες μεμβράνες, το ραμφί το σβέρκο της δαγκώνει
τ' ανήμπορα τα στήθη της στο στέρνο του παλεύουν.

Λιγνά χέρια τρεμάμενα πως τάχα ν’ απωθήσουν
το μεγαλείο το φτερωτό απ’ τους μηρούς που λύνουν;
Και πώς μπορεί το σώμα της, σαν άσπρες ορμές τ’ ωθήσουν,
ν’ αδιαφορήσει στους παλμούς που την καρδιά του δέρνουν; 

Ένας των λαγονιών σπασμός δημιουργεί εκειπέρα
σπασμένο τείχος, πυρκαγιά τρανής στέγης και πύργου,
τον Αγαμέμνονα νεκρό.
                                 Τόσο γερά πιασμένη,
κι υποταγμένη απόλυτα στ’ άγριο αίμα του αέρα,
τη γνώση και τη δύναμη απόχτησε του κύκνου
προτού τ’ αδιάφορο ραμφί την είχε αφημένη;

Και γυρνώ στον Τζέημς Μέριλ (James Merrill 1926-1995, αμερικανός ποιητής) που γράφει για τον Μαύρο Κύκνο (στην ομώνυμη συλλογή, στα ελληνικά δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη το 2015, σε μετάφραση Βασίλη Βασιλικού και  Γιώργου Χαλδέζου):

Μαύρος σ' ακύμαντα νερά τραβώντας πέρα απ' το γρασίδι
Με τα μανουσάκια, ο μαύρος κύκνος σέρνει
Ένα ιδιωτικό χάος κελαρυστά στο πέρασμά του,
Φορώντας, σαν τέταρτη διάσταση, μεγαλείο
Τέτοιο που τραβά το παιδί με λευκές ιδέες κύκνων
Πιο κοντά σε αυτήν την πράσινη λίμνη
Όπου κάθε παράδοξο σημαίνει θαύμα.

Σε κάθε περίπτωση, ένα θαύμα συμβαίνει καθημερινά και στη λιμνούλα του Δημοτικού κήπου Χανίων με τους κύκνους που μεγαλώνουν μαζί με γενιές και γενιές παιδιών: 

Σωστά νομίζω γράφει ο Τσαλαπάτης ότι αυτό που έχει σημασία στην ποίηση δεν είναι τόσο τα συμπεράσματα, όσο η περιπλάνηση, και κυρίως όσα παίρνεις μαζί σου κι όσα "επανέρχονται με το ξάφνιασμα μιας εκ νέου τυχαίας συνάντησης". Σαν ετούτη τη σημερνή συνάντηση με το άρθρο του για τον κύκνο, μάλλον όχι, για την ομορφιά στην καθημερινή ζωή που δεν βλέπουμε γιατί ... γιατί αλήθεια;

Σκέψεις σκόρπιες, η ομορφιά μπορεί να βρίσκεται και στα απλά καθημερινά, στα διπλανά μας, χωρίς φίλτρα, χωρίς στρας και πλουμίδια. Πόσο σοφός, σκέφτομαι, ήταν εκείνος ο Άντερσεν ο παραμυθάς που έγραψε για το άσχημο παπί...

...................................................................................................................................


* Ο τίτλος του ποιήματος στο πρωτότυπο είναι "The Swan at Edgewater Park" και μπορεί κανείς να το διαβάσει από τη σελίδα της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

* Το αντέγραψα από την έκδοση "Ποιήματα" (ΜΙΕΤ 2015), είναι σε μετάφραση από Μάριο Βύρωνα Ραΐζη, ενώ αναφέρεται ότι η πρώτη δημοσίευση είχε γίνει στην έκδοση "Αγγλόφωνη φιλολογία" το 1980 από τις εκδόσεις Κέδρος. Μια ανάλυση του ποιήματος υπάρχει στον ιστότοπο Πυξίς. Ψηφιακή Αρχαιοθήκη του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.



Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Αρχίζει σήμερα το 13o Συνέδριο ΕΛΕΤΟ "Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία"


Αρχίζει σήμερα το 13ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας "Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία" (11-13 Νοεμβρίου 2021). Τα συνέδρια της ΕΛΕΤΟ διεξάγονται ανελλιπώς κάθε δύο χρόνια από το 1997, ενώ είχε προηγηθεί το 1992 διήμερο συνέδριο με θέμα «Τυποποίηση Ορολογίας» σε συνεργασία με το ΤΕΕ και τον ΕΛΟΤ. Τα συνέδρια έχουν ως αντικείμενο την παρουσίαση ζητημάτων σχετικών με τη γλώσσα και την ορολογία, με εργασίες τόσο ερευνητικές όσο και εφαρμογών στα οποία συμμετέχουν γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, μεταφραστές, ορολόγοι, αλλά και επιστήμονες από άλλα ειδικά θεματικά πεδία, ιστορικοί, μηχανικοί, γιατροί κτλ.

Η Ορολογία, ως επιστημονικό πεδίο, ασχολείται με τις έννοιες που ανήκουν σε ένα ειδικό επιστημονικό πεδίο, τα χαρακτηριστικά και τους ορισμούς τους, τις σχέσεις μεταξύ τους, τις αποδόσεις τους με όρους και άλλες κατασημάνσεις (ονόματα, σύμβολα) στις διάφορες γλώσσες και την εναρμόνιση μεταξύ γλωσσών, τις εργασίες για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και παρουσίασή τους (λεξικά, γλωσσάρια, βάσεις δεδομένων κτλ). Οι δραστηριότητες σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο είναι πλούσιες και η Ελλάδα, μέσω της ΕΛΕΤΟ, αλλά και άλλων φορέων (Ελληνικό Δίκτυο Ορολογίας, Τεχνικές Επιτροπές ΕΛΟΤ, Πανεπιστήμια, Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου, Ενώσεις μεταφραστών κτλ.) κάνει σοβαρές προσπάθειες στον τομέα αυτό.

Όλες οι πληροφορίες και οι ανακοινώσεις από τα συνέδρια της ΕΛΕΤΟ έχουν αναρτηθεί και είναι ελεύθερα προσβάσιμες από την ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.eleto.gr/gr/conferences.htm. Κύριος συνδιοργανωτής στο φετινό συνέδριο είναι το Πανεπιστήμιο Κύπρου, στον ηλεκτρονικό χώρο του οποίου φιλοξενείται αφού ολόκληρο θα διεξαχθεί μόνο διαδικτυακά και για τούτο η εικόνα στην αφίσα είναι από την εξαιρετική Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Το πρόγραμμα εργασιών και οι λοιπές πληροφορίες είναι εδώ: http://www.eleto.gr/gr/Conference13.html.

Το Συνέδριο είναι αφιερωμένο στον Ιωάννη Καποδίστρια. Σήμερα το απόγευμα θα διεξαχθεί η εναρκτήρια συνεδρία με κεντρικό ομιλητή τον κ. Γεράσιμο Παγκράτη, ιστορικό, καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα «Ο Ιωάννης Καποδίστριας πριν από τον κυβερνήτη».

Αύριο στην πρωινή συνεδρία θα μιλήσει ο προσκεκλημένος ομιλητής κ. Παντελής Βουτουρής, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, με θέμα  «Ἡμεῖς ἐδῶ διασκεδάζομεν à merveille... Όψεις του γλωσσικού ζητήματος και σάτιρα (1800–1850)».
 
Το απόγευμα του Σαββάτου διεξάγεται, όπως πάντα, Ανοικτή συζήτηση σε ένα ειδικό θέμα.Για το φετινό συνέδριο και στο πλαίσιο των συζητήσεων και στοχασμών γύρω από την Ελληνική Επανάσταση, το θέμα είναι «Ο επιστημονικός λόγος κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού». Συντονιστής θα είναι ο καθηγητής κ. Τάσιος και θα συμμετέχουν οι:
  • Τιτίκα Δημητρούλια, καθηγήτρια Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Συντονίστρια Γαλλοφωνίας: Μεταφραστικές και ορολογικές πρακτικές με εκπαιδευτική στόχευση στον Διαφωτισμό
  • Αλεξάνδρα Σφοίνη, κύρια ερευνήτρια, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών: Επιστημονική ορολογία και μετάφραση την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού
  • Άννα Ταμπάκη, ομότιμη καθηγήτρια ΕΚΠΑ: Δημιουργία κρίσιμων νεολογισμών και κοραϊκή ‘μετακένωση’
  • Τέλης Τύμπας, καθηγητής Ιστορίας της Τεχνολογίας στους Νεότερους Χρόνους, ΕΚΠΑ: Από τις υλικότητες στις έννοιες της νεωτερικότητας: Η εισαγωγή της ‘επικίνδυνης’ έννοιας ‘τεχνολογία’ στην ελληνική γλώσσα
  • Κώστας Βαλεοντής, φυσικός-ηλεκτρονικός, Πρόεδρος της ΕΛΕΤΟ: Γλώσσα και ορολογία στο βιβλίο Φυσικής απάνθισμα του Ρήγα Φεραίου
Σημειώνεται ότι η Εναρκτήρια Συνεδρία (Σήμερα Πέμπτη 11/11/21, ώρα 19.00), η ομιλία του προσκεκλημένου ομιλητή (Παρασκευή 12/11/21, ώρα 10.30) και η Ανοικτή Συζήτηση (Σάββατο 13/11/21, ώρα 17.00) θα μεταδοθούν ζωντανά με ελεύθερη πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.facebook.com/Glossologia.
 
Κι επειδή οι άνθρωποι από την Κύπρο αγκάλιασαν ζεστά το Συνέδριο και δουλεύουν ακάματα εδώ και πολύ καιρό για την επιτυχία του, εδώ είναι ένα από τα βίντεο που έφτιαξαν. Αξίζει και αξίζουν συγχαρητήρια (και ιδιαίτερα στην καθηγήτρια Μαριάννα Κατσογιάννου που εμπνέει και συντονίζει όλη τους την προσπάθεια).
 

Άλλες πληροφορίες και από τις σελίδες στο Facebook https://el-gr.facebook.com/HellenicSocietyforTerminology/ και https://www.facebook.com/Glossologia.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Έγρεο, φίλα μάτερ, του Γιάννη Κόκκωνα. Προσωποποιήσεις της Ελλάδας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας


Έγρεο, φίλα μάτερ, αναφωνούσαν Ευρωπαίοι και Έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες θέλοντας να δώσουν το σύνθημα ξεσηκωμού για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον οθωμανικό ζυγό. Αυτό το σύνθημα, που θα πεί Σήκω, αγαπημένη μητέρα, αναζητεί στο βιβλίο του "Έγρεο, φίλα μάτερ: Προσωποποιήσεις της Ελλάδας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας" (ΜΙΕΤ, 2018) ο Γιάννης Κόκκωνας, καθηγητής στο Τμήμα Αρχειονομίας Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Αναζητεί, συγκεκριμένα, τις προσωποποιήσεις της Ελλάδας όπως αποτυπώνονται στα έργα Ευρωπαίων και Ελλήνων στο διάστημα 1464-1821, δίνοντας αρχικά πληροφορίες από την αρχαία ελληνική γραμματεία με αναφορές σε Αισχύλο, Ηρόδοτο, Ευριπίδη, Λυσία, Πλούταρχο, Στράβωνα κτλ.
 
Η φράση "Έγρεο φίλα μάτερ" είναι παράφραση στίχου της Οδύσσειας από τη ραψωδία Ψ ("ἔγρεο, Πηνελόπεια, φίλον τέκος"):

ἔγρεο, Πηνελόπεια, φίλον τέκος, ὄφρα ἴδηαι
ὀφθαλμοῖσι τεοῖσι τά τ᾽ ἔλδεαι ἤματα πάντα.

Ξύπνα σου λέω, Πηνελόπη, κόρη της καρδιάς μου, τα μάτια σου
να δουν όσα χρόνια και χρόνια λαχταρούσες. 

(από τη μετάφραση Δημήτρη Μαρωνίτη)


Στο βιβλίο ο συγγραφέας, άριστος γνώστης βιβλιολογίας και της ιστορίας του βιβλίου, αναζητεί και εντοπίζει βιβλία, όχι μόνο ελληνικά και όχι μόνο από ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν την εικονιστική προσωποποίηση της Ελλάδας ως γυναίκα. Δίνει πολλές πληροφορίες, ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες γύρω από την έκδοση των βιβλίων που κυκλοφόρησαν την περίοδο εκείνη, πολλές εικόνες, ενώ η παρουσίαση συμπληρώνεται με ερμηνείες για τη θέση που έπαιρναν οι διάφορες πλευρές απέναντι στο ελληνικό ζήτημα (για παράδειγμα περισσότερο φιλελληνική η στάση των Γάλλων, μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από τους Γερμανούς).

Ο κατάλογος περιεχομένων δίνει μια εικόνα του πλούσιου υλικού που έχει συγκεντρώσει ο συγγραφέας, όχι απλά παραθέτοντας πληροφορίες και εικόνες, αλλά δίνοντας εύστοχες ερμηνείες και αναλύσεις για κάθε αναφορά του:
  • Αρχαίες προσωποποιήσεις της Ελλάδας (5ος αιώνας π.Χ. - 2ος αιώνας μ.Χ.)
  • Οι πρώτες προσωποποιήσεις της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια (15ος - 17ος αιώνας)
  • Από τη σύγκριση αρχαίας και νέας Ελλάδας στη διατύπωση της ευχής για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού (18ος αιώνας)
  • Οι τελευταίες αυταπάτες για ξένη βοήθεια και το εθνικό κίνημα. Η Ελλάς και τα τέκνα της σε κείμενα και εικόνες από το 1800 ως το 1821
Πρωτότυπη εξάλλου και πολύ βοηθητική στο τέλος της ανάγνωσης είναι η Ανακεφαλαίωση, όπου, σε μορφή εκτεταμένης περίληψης παρουσιάζεται το περιεχόμενο του βιβλίου.

Ο συγγραφέας αναζητεί τις ιστορικές πηγές, τις συνθήκες, τις αιτίες, τα κίνητρα που γέννησαν μια προσωποποίηση της Ελλάδας ως "λαβούσα γυναικός σχήμα". Το πρώτο έργο τέχνης, γράφει, στο οποίο παραστάθηκε η Ελλάδα ως αιχμάλωτη γυναίκα ήταν ένα μετάλλιο του 1480, κι αυτό όμως για να τιμηθεί ο κατακτητής, ο Μωάμεθ ο Πορθητής.



Ενδιαφέρουσα η αναφορά για τον ρόλο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τις καλές σχέσεις με τον Σουλτάνο που δεν επιθυμούσε να διαρραγούν και την επιμονή του να   μην τυπώνονται πλέον τα βιβλία στην ξενιτιά, Βενετία, Παρίσι, Βιέννη, αλλά στο Ελληνικό του Γένους Τυπογραφείο της Κωνσταντινουπόλεως. Γράφει ο Κόκκωνας εδώ:

Το κλειδί του τυπογραφείου αυτού όμως - προσοχή! - "κείται εν χερσί βασιλέως", δηλαδή του σουλτάνου, για να το ανοίγει προκειμένου να είναι "κοιτών των Μουσών" και να το κλείνει κατά την κρίση του, όταν γίνεται "πίθος της Πανδώρας".




Το βιβλίο του Γιάννη Κόκκωνα δεν είναι μια απλή περιγραφή εικόνων, είναι μια περιπλάνηση στον χρόνο κι ένα ξεφύλλισμα της ιστορίας της Ελλάδας μέσα από κείμενα και εικόνες ξένων και δικών, που αποτυπώνουν τις καταστάσεις της εποχής, τις ανάγκες της πολύπαθης χώρας μα και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν για τον τόπο και τους ανθρώπους του.
 
Όταν το 1464 ένας Γάλλος αυλικός ποιητής προσωποποίησε την Ελλάδα δίνοντάς της ρόλο σε ένα λογοτέχνημα, άρχισε η μακρά διαδρομή ενός "ρητορικού μοτίβου", όπως το αποκαλεί ο συγγραφέας, με την Ελλάδα να παριστάνεται ως γυναίκα, άλλοτε ταλαιπωρημένη κι άλλοτε αρχόντισσα [...] πάντοτε όμως μητέρα μεγάλων μορφών που θεμελίωσαν τις τέχνες, τις επιστήμες, την πολιτική και τη στρατηγική, πάλαι ποτέ ένδοξη και κατόπιν δυστυχής, εκλιπαρεί τους ισχυρούς ηγεμόνες να την απαλλάξουν από τα δεινά της, δηλαδή από την οθωμανική κατάκτηση [...]
 
Είναι δύσκολο ν' απαριθμήσω εδώ τις πάμπολλες πηγές που χρησιμοποίησε από ελληνικές και ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες, τα πάμπολλα ονόματα, τα βιβλία, τα χειρόγραφα, τις εικόνες που περιέχονται στο βιβλίο. Είναι μια ανεκτίμητη πηγή πληροφόρησης, στοχασμού και αναστοχασμού, είναι το αποτύπωμα της σοβαρής δουλειάς ενός ακάματου μελετητή των πηγών και είναι το αποτύπωμα μιας Ελλάδας στο διάβα των αιώνων. 
 
Κλείνοντας το φτωχό αφιέρωμα στο εξαιρετικό βιβλίο του Γιάννη Κόκκωνα που χρωστούσα να κάνω από τότε που το πρωτοδιάβασα μόλις κυκλοφόρησε, ας μου επιτρέψει ο συγγραφέας να προσθέσω δυο προσωποποιήσεις που μου 'ρθαν στο νου διαβάζοντας το βιβλίο του και που τραγουδήθηκαν πολύ. Η μια είναι του Γκάτσου:

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.


Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

...............................................................

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού. 

...............................................................

κι η άλλη των Ρασούλη-Αλαγιάννη αλλά στο μυαλό μου πάντα και του Παπάζογλου:

..............................
Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ
και βαθιά σ' ευχαριστώ
γιατί μ' έμαθες και ξέρω
ν' ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ
και να μη σε υποφέρω
 
Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσεις πετεινό
δεκατρείς φορές μ' αρνιέσαι
μ' εκβιάζεις μου κολλάς
σαν το νόθο με πετάς
μα κι απάνω μου κρεμιέσαι
.......................................

 

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη

Ζητώ μιαν άλλη αριθμητική όπου /να μπορούν να αθροίζονται τα /μήλα, οι βροχές, και το χαμόγελο
μιαν άλλη ανατομία που να /περιγράφει όχι μόνο τα χέρια αλλά /τα φτερά της ψυχής και τα /μάτια του ονείρου

Και μιαν οικονομία που να /υπολογίζει μαζί με τα ομόλογα /τα δάκρυα, το στεναγμό και την απόγνωση ,
όπου στα βιβλιάρια να προβλέπονται /όχι μόνο κωδικοί αναλήψεων αλλά /και κωδικοί καταθέσεων
των δειλινών, των Χριστουγέννων και των χτύπων της καρδιάς*

Τα παραπάνω λόγια νιώθω πως είναι όλη η κοσμοθεωρία του Τάσου Κουράκη. Ήταν ποιητής, γιατρός, καθηγητής Πανεπιστημίου, βουλευτής Σύριζα για χρόνια και πάντα ενεργός πολίτης. Έφυγε σήμερα το πρωί. Πόσο θα λείψει εκείνη η φωνή και η φιγούρα όλο ευγένεια, όλο πολιτισμό  μαζί με μαχητικότητα και συνέπεια σ' αυτά που πίστευε στην καλύτερή τους έκφραση.

Μόλις χθες έφυγε και ο Μεσσήνιος και Αγιοπαρασκευιώτης Παναγιώτης Γιαννόπουλος, άλλος ένας ενεργός πολίτης. Με συγκίνηση αντιγράφω το κείμενο που ανάρτησε η οικογένειά του:

Στον τόπο της ελιάς. Στις ακτές του Νέστορα. Στην πατρίδα του Μαϊστρου. Στα χώματα της ευφορίας. Στην άμμο των ανάγλυφων πατημασιών. Στους Γιαννέικους λόφους. Στο Λούρο και στο Ντιβάρι. Στη σκιά των κάστρων και του Μοναστηρίου της Παναϊτσας. Στα ποτάμια των καλαμιών και των νερόφιδων. Στην σιωπή του κοιμητηρίου των απόντων προσώπων και των παρόντων ελλειμμάτων. Στων φίλων την ανοιχτή αγκαλιά. Στον ήχο των ποτηριών που ηχοσμιγοφιλιούνται Στη μικρή και μόνη ΣΟΥ πατρίδα. Στη Γιάλοβα, σε έστειλε η μοίρα εκεί απρόσμενα το ξημέρωμα, αφήνοντας πίσω ένα δυσαναπλήρωτο κενό.

 

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι, είπε ο ποιητής

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται...**

 Ας είναι η μνήμη τους ζωντανή και η συμπαράσταση βάλσαμο για τους δικούς τους.

 ----------------------------------------------------------------

* Το ποίημα υπάρχει αναρτημένο στην κεντρική σελίδα του ιστότοπου του Τάσου Κουράκη.

** Από το ποίημα "Οι μικροί γαλαξίες" του Νικηφόρου Βρεττάκου.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

Άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα, η Ελένη



(Από μακριά κιόλας φαινόταν η φθορά — ασοβάντιστοι τοίχοι, πεσμένοι· ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα· τα κάγκελα του μπαλκονιού σκουριασμένα. Μια κουρτίνα σάλευε έξω απ’ το παράθυρο του πάνω πατώματος, κιτρινισμένη, κουρελιασμένη στο κάτω μέρος. Όταν πλησίασε, —δισταχτικός πάντα,— η ίδια εγκατάλειψη στον κήπο: θρασεμένα φυτά, σαρκώδη φύλλα, ακλάδευτα δέντρα· τα σπάνια λουλούδια πνιγμένα στις τσουκνίδες· τα σιντριβάνια χωρίς νερό, μουχλιασμένα· στα ωραία αγάλματα λειχήνες. Μια σαύρα ακινητούσε ανάμεσα στο στήθος μιας νεαρής Αφροδίτης, ζεσταμένη απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ηλιογέρματος. Πόσα χρόνια πριν. Ήταν πολύ νέος τότε· — είκοσι δύο; εικοσιτριώ; Κι εκείνη; Ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις, — ήταν τόσο το φέγγος που ανάδινε, —σε τύφλωνε· σε διαπερνούσε·— δεν ήξερες πια τί ήταν, αν ήταν, αν ήσουν. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Άκουσε απέξω το κουδούνισμα, πολύ μοναχικό, μέσα σ’ ένα γνωστό του χώρο, άγνωστα τώρα διαρρυθμισμένο, με άγνωστες διακλαδώσεις, σε σκοτεινά χρώματα. Αργούσαν ν’ ανοίξουν. Κάποιος έσκυψε απ’ το πάνω παράθυρο. Δεν ήταν αυτή. Μια υπηρέτρια, — πολύ νέα. Σα να γέλασε. Έφυγε απ’ το παράθυρο. Αργούσαν πάλι. Ύστερα βήματα στη μέσα σκάλα. Ξεκλείδωσαν την πόρτα. Ανέβηκε. Μια μυρωδιά από σκόνη, σάπιους καρπούς, στεγνή σαπουνάδα, ούρα. Από δω. Κρεβατοκάμαρα. Ντουλάπα. Μετάλλινος καθρέφτης. Δυο σαραβαλιασμένες σκαλιστές πολυθρόνες. Τσίγκινο τραπεζάκι με φλιτζάνια του καφέ κι αποτσίγαρα. Κι εκείνη; Όχι, όχι, — δεν είναι δυνατόν. Γριά — γριά — εκατό, διακόσω χρονώ. Πριν από πέντε ακόμη χρόνια — Όχι, όχι, Το σεντόνι τρύπιο. Εκεί, ασάλευτη· καθιστή στο κρεβάτι· καμπουριασμένη. Μόνο τα μάτια της —— ακόμη πιο μεγάλα, αυταρχικά, διεισδυτικά, άδεια).
 

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες —κάτι θέλουν να πουν,— ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, —ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού— μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του
και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα· — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα που φοράω στο δείχτη. 

................................................................................
 
Οι νεκροί πια δε μας πονούν, — κι είναι παράξενο — δεν είναι;—
όχι για κείνους τόσο, όσο για μας, — αυτή η ουδέτερη οικειότητά τους
μ’ έναν χώρο που τους έχει αρνηθεί και που αυτοί δε συνεισφέρουν
στα έξοδα της συντήρησής του είτε στην έγνοια της φθοράς του,
αυτοί, συντελεσμένοι κι αμετάβλητοι, μόνον σαν κάπως πιο μεγάλοι.

Αυτό ’ναι κάποτε που μας ξενίζει — η υπερτροφία του αμετάβλητου
κι η σιωπηλή τους αυτάρκεια — όχι αγέρωχη, διόλου· δεν πασχίζουν
να σου επιβάλλουν την ανάμνησή τους, να σου είναι αρεστοί...
 
...................................................................................

Κι εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, — να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου — ; Καμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, ν’ ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών — να πατήσω στον αέρα, — το τρίτο λουλούδι —


(Σώπασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω. Ίσως κοιμήθηκε. Ο άλλος σηκώθηκε. Δεν είπε καληνύχτα. Είχε πια σκοτεινιάσει. Καθώς βγήκε στο διάδρομο, ένιωσε τις δούλες, κολλημένες στον τοίχο, να κρυφακούν. Δε σάλεψαν διόλου. Κατέβηκε τη μέσα σκάλα σα να κατέβαινε σ’ ένα βαθύ πηγάδι, έχοντας την αίσθηση πως δε θα ’βρισκε την πόρτα της εξόδου — καμιά πόρτα. Τα δάχτυλά του, συσπασμένα, έψαχναν κιόλας για το πόμολο. Φαντάστηκε μάλιστα πως τα χέρια του ήταν δυο πουλιά που ασθμαίναν από έλλειψη αέρα, ενώ ταυτόχρονα ήξερε πως τούτη η εικόνα δεν ήταν παρά η έκφραση αυτοσυμπάθειας που αντιπαραθέτουμε συνήθως σ’ έναν αόριστο φόβο. Άξαφνα ακούστηκαν φωνές επάνω. Ανάψανε τα ηλεκτρικά στη σκάλα, στο διάδρομο, στα δωμάτια. Ανέβηκε πάλι. Ήταν βέβαιος τώρα. Η γυναίκα καθιστή στο κρεβάτι, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το μάγουλο στην παλάμη. Οι υπηρέτριες έμπαιναν, έβγαιναν, θορυβούσαν. Κάποιος τηλεφωνούσε στο διάδρομο. Κατάφτασαν κι οι γειτόνισσες. «Αχ, αχ», κάναν, και κάτι κρύβαν κάτω απ’ τα φουστάνια τους. Και πάλι το τηλέφωνο. Ανέβαιναν κιόλας οι αστυφύλακες. Διώξαν τις δούλες και τις γειτόνισσες. Εκείνες πρόφτασαν κι αρπάξαν τα κλουβιά με το καναρίνια, κάτι γλάστρες μ’ εξωτικά φυτά, ένα τρανζίστορ, κάποια ηλεκτρική θερμάστρα. Η μια κρατούσε ένα μεγάλο χρυσό κάδρο. Βάλαν τη νεκρή σ’ ένα φορείο. Ο επικεφαλής σφράγισε το σπίτι —«ώς να βρεθούν οι κληρονόμοι», είπε,— αν και ήξερε πως κληρονόμοι δεν υπάρχουν. Θα ’μενε έτσι σφραγισμένο το σπίτι σαράντα μέρες, κι ύστερα τα υπάρχοντά του —όσα γλιτώσαν— θα βγαίνανε στον πλειστηριασμό προς όφελος του δημοσίου. "Για το Νεκροτομείο", είπε στον οδηγό. Το σκεπασμένο αυτοκίνητο ξεμάκρυνε. Μεμιάς εξαφανίστηκαν όλα. Απόλυτη σιωπή. Αυτός μόνος. Στράφηκε και κοίταξε. Είχε βγει το φεγγάρι. Φωτίζονταν αχνά τα αγάλματα του κήπου — τα αγάλματά της, μόνα, δίπλα στα δέντρα, έξω απ’ το σφραγισμένο σπίτι. Κι ένα ήσυχο, παραπλανητικό φεγγάρι. Πού θα πήγαινε τώρα;)


ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ, ΣΑΜΟΣ, Μάιος – Αύγουστος 1970
 

Γιάννη Ρίτσου, "Ελένη", απόσπασμα. 

Ο ποιητής το γραψε μετά τον θάνατο της αδελφής του Νίνας. Κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 από τον Κέδρο με το χαρακτικό της Βάσως Κατράκη στο εξώφυλλο. Στη συνέχεια περιλήφθηκε στη συλλογή Τέταρτη Διάσταση. (Περισσότερα εδώ).

Αντί άλλων λέξεων, αντιγράφω το παραπάνω στη μνήμη της Ελένης που έφυγε το απόγευμα˙ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα˙ που θα πήγε τώρα;

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Κοιμήθηκε κοιμήθηκε στων αρχαγγέλων τη σκιά

 

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού
Οι άνθρωποι μ’ αρνήθηκαν
κανείς δεν μου σιμώνει
μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι

Έννοια σου, λέει, έννοια σου
κι εγώ είμαι εδώ κοντά σου
για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκε κοιμήθηκε στων αρχαγγέλων τη σκιά, στων γιασεμιών την ευωδιά ο Μίκης. Διάλεξα το τραγούδι με την ερμηνεία του Πέτρου Πανδή γιατί θεώρησα πιο ταιριαστό για τη μέρα (αν και υπάρχουν πολύ καλές ερμηνείες από Ντόρα Γιαννακοπούλου, Σούλα Μπιρμπίλη κ.ά.). Εδώ παραπέμπω από δίσκο με μπαλάντες του Μίκη (https://music.youtube.com/watch?v=5TcE8Yj7vY8). Στη συλλογή μου έχω έναν άλλο δίσκο LP με ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες στην Ευρώπη.

Το εξώφυλλο του δίσκου με τον Πέτρο Πανδή
 
Το οπισθόφυλλο του δίσκου
 

Το Μουσικό Σύμπαν του Μίκη ήταν τεράστιο. Η παρακάτω εικόνα είναι μέρος από το σύμπαν αυτό, σχεδιασμένο από τον ίδιο σε σελίδες Α4 (ανάμεσα στα έργα, διακρίνεται και η συλλογή "Μικρές Κυκλάδες" που περιέχει το τριζόνι). Πηγή της εικόνας είναι το εκπαιδευτικό υλικό (εγχειρίδιο και δύο CD) με τίτλο Μίκη Θεοδωράκη Ιστορίες που παρήγαγε το 2005 η Νομαρχία Χανίων στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 80χρονα ου Μίκη. Ένα αξιόλογο έργο που παρουσιάζει το σύμπαν του Μίκη Θεοδωράκη με σεβασμό και αγάπη. Τότε μοιράστηκε στα σχολεία των Χανίων, όμως πιστεύω θα άξιζε οι φορείς να επανέλθουν με επικαιροποίηση και ευρύτερη δημοσιοποίηση.

Ο Μίκης σήμερα αναπαύθηκε στη φιλόξενη γη του Γαλατά!

Και να τί λέει για τον Γαλατά (περιέχεται στο δεύτερο CD του παραπάνω έργου):   

https://mikisguide.gr/wp-content/uploads/2020/05/Track03-1.mp3.

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων αρχαγγέλων τη σκιά
στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων το χρυσό γιαλό
Τι να ’φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι

Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα είναι ο Θεός μεγάλος
αυτό ποτέ δε θα σ’ το πω
μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

.........................................................

Σημ. Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη συναυλία που έδωσε ο Μίκης στις 17 Σεπτεμβρίου 1951 στα Χανιά (πηγή: ιστότοπος του Παγκρήτιου Συλλόγου Φίλων Μίκη Θεοδωράκη https://mikisguide.gr/).

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Εντγκάρ Μορέν: ένας νέος εκατό χρονών που μας καλεί ν' αλλάξουμε δρόμο, να συνειδητοποιήσουμε την κοινή μας γήινη μοίρα

Εντγκάρ Μορέν: από την πρόσφατη εκδήλωση της Unesco για τα εκατόχρονά του
 

Τι μου έμαθε η οικογένειά μου; Μου έμαθε τη Μεσόγειο, την ευχαρίστηση από το λάδι της ελιάς, τη μελιτζάνα, τους αρνίσιους αρωματισμένους κεφτέδες, τα μπαρμπούνια, την τυρόπιτα ή τη σπανακόπιτα.  Όλες αυτές οι ουσίες και τα συστατικά που είχαν αφομοιωθεί από τους προγόνους μου στην Ισπανία, στην Τοσκάνη, στη Θεσσαλονίκη έγιναν οι μητρικές μου τροφές στο Παρίσι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. 

[...] Οι γονείς μου δεν είχαν αφήσει μια πατρίδα. Είχαν αφήσει μια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, που είχε σφυρηλατήσει τον αρχικό της πολιτισμό στους κόλπους μιας αυτοκρατορίας, της οθωμανικής. Με καταγωγή από το Λιβόρνο, η οικογένειά μου πήρε την ιταλική υπηκοότητα τον δέκατο ένατο αιώνα, οι δε γονείς μου ήταν στη διαδικασία του εκγαλλισμού την εποχή της γέννησής μου.

Έχασε τη μάνα του στα εννιά, την θυμάται μέσα από το El Relicario τραγουδισμένο από την Ρακέλ Μεγιέρ (Raquel Meller).


Μια προσωπική κατάθεση ψυχής και μαζί τα πιστεύω και οι κανόνες της ζωής του βρίσκονται στο εξαιρετικό βιβλίο "Τα Διαμόνιά μου" που κυκλοφόρησε το 1999 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (με πρόλογο Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου και μετάφραση από Δημήτρη Δημουλά). Είναι ένα μανιφέστο από το οποίο μπορεί κανείς ν' αποκομίσει πολλά, για την πολιτική, για τις φιλίες, για την τηλεόραση και τον "κρετινισμό των μέντια", για τους διανοούμενους και τους μη διανοούμενους, για τον αγώνα της αλήθειας και του λάθους, για την ηθική, την αυτοηθική και την ηθική της κατανόησης, για τη γνώση της γνώσης, τις αβεβαιότητες και τις αντιθέσεις, για τον ουνιβερσαλισμό, για τη Γαλλία, την Ευρώπη και τον Τρίτο κόσμο, για τις αντιστάσεις του: στο ναζισμό, στον σταλινισμό, σε "ό,τι αμείλικτο υπάρχει στην πολιτική και στις ανθρώπινες σχέσεις", στη σκληρότητα του κόσμου. Αυτή την αντίσταση, λέει, "ενάντια στη σκληρότητα του κόσμου είναι ακριβώς αυτό που θα ονομάσω ελπίδα".  

Και για αυτή την ελπίδα έγραψαν με τον άλλο σοφό γέροντα Στεφάν Εσσέλ "Ο δρόμος της ελπίδας".

Το τελευταίο βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά μόλις πρόσφατα είναι το "Ας αλλάξουμε δρόμο: Τα μαθήματα του κορονοϊού" (σε συνεργασία με τη Sabah Abouessalam, επιφανή γαλλομαροκινή κοινωνιολόγο, καθηγήτρια Πανεπιστημίου, σύζυγο και συνεργάτρια του Μορέν) πάλι από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση Θόδωρου Παραδέλλη. Άλλο ένα μανιφέστο του σοφού γέροντα Εντγκάρ Μορέν, του πάλαι ποτέ εμβληματικού διευθυντή του Γαλλικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), του ανθρώπου που μας καλεί, μετά και την πανδημία που έχει πλήξει ολόκληρο τον πλανήτη, να προβληματιστούμε, ν' αναστοχαστούμε, ν' αλλάξουμε ρότα, γιατί "το νεοφιλελεύθερο δόγμα επιδεινώνει σε τρομακτικό βαθμό τις κοινωνικές ανισότητες και ταυτόχρονα δίνει τεράστια ισχύ στις χρηματοοικονομικές δυνάμεις".

Η πανδημία της COVID-19, γράφει, κατέδειξε την ευρωπαϊκή και την πλανητική κρίση, την έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών, τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και της μεγέθυνσης και χρειάζεται να προβληματιστούμε πάνω στα προβλήματα που έχουν βγει πια στην επιφάνεια: την απορρύθμιση των οικοσυστημάτων, τη συρρίκνωση της βιοποικιλότητας, τις επιπτώσεις στη γεωργία και στο σύστημα τροφίμων, την ουμανιστική κρίση που εκδηλώνεται ως "αναβίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ως πριμοδότηση του οικονονομικού συμφέροντος εις βάρος όλων των άλλων".

Αναπτύσσει 15 μαθήματα κορονοϊού, όπως τα ονομάζει, πάνω στην ύπαρξή μας, στον πολιτισμό μας, στην κοινωνική ανισότητα εν μέσω εγκλεισμού, στις ανεπάρκειες της σκέψης και της πολιτικής δράσης κ.ά. Στη συνέχεια μιλά για τις προκλήσεις της μετά τον κορονοϊό εποχής, την πρόκληση της δημοκρατίας, την οικολογική πρόκληση, την πρόκληση της ψηφιακής τεχνολογίας, της αβεβαιότητας, της οπισθοδρόμησης, της πολιτικής κρίσης κτλ. 

Και τελειώνει με τις πολιτικές που χρειάζονται για ν' αλλάξουμε δρόμο. Παγκοσμιοποίηση-αποπαγκοσμιοποίηση, μεγέθυνση-απομεγέθυνση, ανάπτυξη-σύμπτυξη, ενότητα-ποικιλομορφία: δίπολα που πρέπει να (ξανα)σκεφτούμε. Στο κέντρο, ο ουμανισμός, ένας "αναγεννημένος ουμανισμός" κι ένας "πλανητικός ουμανισμός", όπως λέει. Μιλά για μεταρρυθμιστικές πολιτικές, αλλά και για προσωπική μεταρρύθμιση και ηθική ανανέωση, επικαλούμενος τον Γκάντι που έλεγε: "Ας γίνουμε η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο". Και συχνά επαναλαμβάνει: "η συνειδητοποίηση της κοινής μας γήινης μοίρας πρέπει ν' αποτελέσει το θεμελιώδες γεγονός του αιώνα μας".

Ξέρει ότι αυτά που σκέφτεται και προτείνει μπορεί να φαντάζουν εξωπραγματικά, ουτοπικά, όμως υπάρχουν, λέει, μυριάδες σπόροι που βλασταίνουν, υπάρχει ελπίδα. Ένας νέος 100 χρονών ο Edgar Morin, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1921 στο Παρίσι, μας δίνει τέσσερις αρχές ελπίδας, γιατί η ελπίδα, γράφει, δεν είναι βεβαιότητα, "περιλαμβάνει τη συναίσθηση των κινδύνων και των απειλών, αλλά μας ωθεί να πάρουμε θέση και να στοιχηματίσουμε¨.


"Ξέρω ότι, στην περιπέτεια του κόσμου, η ανθρωπότητα είναι μ' έναν καινούργιο τρόπο υποκείμενο και αντικείμενο της άρρηκτης σχέσης μεταξύ αφενός της δύναμης που ενώνει (Έρως), αφετέρου της δύναμης που αντιτίθεται (Πόλεμος), καθώς και της δύναμης που καταστρέφει (Θάνατος). Η πλευρά του Έρωτα είναι κι αυτή αβέβαιη, γιατί μπορεί να τυφλωθεί, και απαιτεί νοημοσύνη, ακόμη περισσότερη νοημοσύνη, όπως και αγάπη, ακόμη περισσότερη αγάπη".

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Από μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο

 


Μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ στην οδό Αμερικής μετά από πολλούς μήνες και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Ευτυχώς έχεις και πολλά ήδη διαβασμένα (ή έστω αγορασμένα, να λέμε την αλήθεια). Στο βιβλιοπωλείο αυτό βρίσκεις εκδόσεις φορέων που δεν βρίσκεις εύκολα σε άλλα βιβλιοπωλεία Διαλέγω λίγα μικρά, κάποια έχουν και ιδιαίτερη, ας πούμε συμβολική ή επίκαιρη, σημασία. Παραθέτω εδώ τους τίτλους (ίσως καταφέρω να γράψω λίγα λόγια παραπάνω αργότερα):

Στον καθρέφτη του Δαρβίνου, του Σπύρου Σφενδουράκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021. 

Ας αλλάξουμε δρόμο: Τα μαθήματα του κορονοϊού, των Edgar Morin και Sabah Abouessalam, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2021 (μτφρ. Θόδωρος Παραδέλλης). 

Νίκος Καζαντζάκης. Η ανθρωπογραφία ενός τραγικού διανοούμενου, του Θεοδόση Τάσιου, Μουσείο Καζαντζάκη και Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2021. 

Τ. Κ. Παπατσώνης: Το κριτικό και δοκιμιακό έργο του, Εθνική Βιβλιοθήκη 2019 (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης). 
Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης, Κ. Θ. Δημαράς / Φίλιππος Ηλιού, ΜΙΕΤ, 2020.

Καλά διαβάσματα!

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Αλήθεια, πότε ανοίγουν οι βιβλιοθήκες;


Ρητορικό το ερώτημα του τίτλου. 

Άνοιξαν τα κομμωτήρια από νωρίς, και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι καφετέριες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι ταβέρνες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν τα σχολεία και άριστα έκαναν!

Τέρμα τα κλικ μέσα έξω για τα καταστήματα, επιτέλους! Μαζί και τα βιβλιοπωλεία, επιτέλους!

Ανοίγουν σύντομα τα μουσεία, σε λίγο οι θερινοί κινηματογράφοι, η ζωή "επανέρχεται", λένε, στα κανονικά της (ας πούμε) ... 

Όμως, ούτε μια ανακοίνωση για τις βιβλιοθήκες, μια αναφορά έστω. Τι γίνεται με τις βιβλιοθήκες αλήθεια; Ανοίγουν με τα καταστήματα, ανοίγουν με τα κομμωτήρια, ανοίγουν με τα μουσεία, ανοίγουν αφού εμβολιαστεί όλος ο πληθυσμός, ανοίγουν μετά το καλοκαίρι; Δεν υπάρχουν; Δεν μας ενδιαφέρουν γιατί δεν ανήκουν στην περιλάλητη "βαριά βιομηχανία" μας;  

Προφανώς δεν μας λείπουν, τουλάχιστον έτσι κρίνουν οι αρμόδιοι κι έτσι καλλιεργείται. Αρκετές βιβλιοθήκες, κυρίως ακαδημαϊκές αλλά και ειδικές και δημοτικές και άλλες βρήκαν τρόπους να απευθύνονται όλο αυτό τον καιρό στους χρήστες τους, να εξυπηρετούν με υπηρεσίες "επιτρεπόμενες", π.χ. ηλεκτρονικές (είχα  γράψει λίγα πριν από ένα χρόνο εδώ και ξανά φέτος εδώ). Βέβαια, το κενό δεν αναπληρώθηκε, ιδίως στις ανάγκες που καλύπτουν κυρίως οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες (καθόλου τυχαία που στη γλώσσα μας τις λέμε λαϊκές βιβλιοθήκες). Θ' ανοίξουν, θα λειτουργήσουν με μέτρα προστασίας, αυτό είναι σίγουρο, όπως, δυστυχώς, είναι σίγουρο ότι δεν ξεμπερδέψαμε από την πανδημία και χρειάζεται προσοχή, εγρήγορση και δύναμη. Όμως, ούτε μια αναφορά, μια νύξη, κάτι να μαρτυρά ότι και οι βιβλιοθήκες είναι πυλώνας της άλλης "βαριάς βιομηχανίας" μας, όπως κάθε τόπου και κάθε λαού, του πολιτισμού μας;

"Διότι (πάλιν το λέγω) μην ελπίση ποτέ καμμία πόλις να προχωρήση μακράν εις την σοφίαν, και αν ήθελεν έχει Αριστοτέλεις και Πλάτωνας παραδότας της σοφίας, αν δεν έχη βιβλιοθήκην πολύβιβλον".*

 
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
* αντιγραφή από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών του 1932 με τον τίτλο "Αδαμαντίου Κοραή Χρυσά Έπη" (ενότητα "Παιδεία", κεφάλαιο "Αι βιβλιοθήκαι", σελ. 153).

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Σας αρέσει ο Μπραμς;

"Σας αρέσει ο Μπραμς", της Μάρως Δούκα με την Κάτια Γέρου

Έλεγε ο πατέρας: Η τέχνη είναι σαν ψωμί, τόσο την έχουμε ανάγκη. Μικρή τον πίστευα. Έπειτα δεν μπορούσα να τον πιστεύω. Τον έβλεπα και τον λυπόμουνα. Μετά τον μισώ... Τώρα, δεν ξέρω. Όχι, δεν μου χρειάζεται η τέχνη. Καμιά τέχνη. Πονάω πολύ βλέπω φιλμ. Και τραγούδια πονάνε. Μπορώ μόνο ακούω μουσική. Πατέρας αγαπούσε Ρίχτερ. Εγώ αγαπάω Γκλεν Γκουλντ. Έχεις ακούσει; Μπαλάντες και ραψωδίες του Μπραμς... Το βλέπω στο βλέμμα σου. Αλλοδαπή πουτάνα και ακούσει Μπραμς; Οκέι, τώρα δεν ακούω. Ξέρω όμως ότι μπορώ να ακούω. Τον είχα ζητήσει στη δεύτερη εγκυμοσύνη. Η κυρία (μιμείται:) πο, πο... τι χαρά, το παιδί μας ακούει Μπραμς! Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα Φρανσουάζ Σαγκάν, έπειτα φίλμ με αγαπημένη ηθοποιό...

 


 

Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα από Φρανσουάζ Σαγκάν το 1959 (Ζαχαρόπουλος, 1995 και νεότερο από εκδόσεις Αγγελάκη, 2018),

 

 

 

κι έπειτα το φιλμ "Σας αρέσει ο Μπραμς;" με αγαπημένη ηθοποιό, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η εξαιρετική ταινία του Ανατόλ Λίτβακ, ασπρόμαυρη γαλλική, Παρίσι, 1961, με Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ιβ Μοντάν, Άντονι Πέρκινς, Μισέλ Μερσιέ, Γιούλ Μπρίνερ, Ζαν Πιέρ Κασέλ.

 
 

Κι ύστερα, μετά τη δεκαετία του '90, ο μονόλογος "Σας αρέσει ο Μπράμς;" της Μάρως Δούκα, για τα κορίτσια που ήρθαν στην Ελλάδα να βρουν καλύτερη τύχη, που αγαπούσαν κάποτε τον Μπραμς, που αν και δεν τον ακούνε τώρα πια, ξέρουν ότι μπορούν να τον ακούσουν

Με βλέπεις και βλέπω τη λύπη στα μάτια σου. Εσύ τι βλέπεις στα μάτια μου; Πρόσεξέ την, εκεί. (Δείχνει προς τη μεριά του κοινού:) Ρωσίδα. Βλέπεις ομορφιά; Σε δυο τρία χρόνια θα είναι αγνώριστη. Και η Μολδαβή θα είναι αγνώριστη και η Βουλγάρα. Σπάει νωρίς η γυναίκα… Αν δεν ήμουνα αυτή, όχι μπλε μάτια, δε θα με διαλέγανε μάνα στα παιδιά τους. Όχι μάνα... Ζώο που γεννάει, κι ύστερα παίρνει η άλλη το παιδί αγκαλιά. 

Αν τα θυμάμαι τα παιδιά μου; (Παύση)*

Κι ύστερα, το ίδιο, στην ομότιτλη παράσταση της Ομάδας Τέχνης το 2000, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, με την Κάτια Γέρου στον τραγικό μονόλογο της γυναίκας από τη Ρωσία που άκουγε κάποτε και που ακόμη θα μπορούσε ν' ακούει Μπραμς.

Κοινό σημείο σε όλα τα παραπάνω έργα η τρίτη συμφωνία του Μπραμς. Εδώ, με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.


Επειδή όμως, από τον Μπραμς, αγαπάμε και τους Ουγγρικούς χορούς, ας τους ακούσουμε εδώ 


 και μπορείτε ν' απομονώσετε στο 47:37 τον χορό αρ.21.

Πάλι, τον ίδιο χορό, γιατί όχι και στην εκδοχή με μπουζούκι, όπως τον εμπνεύστηκε ο δικός μας Θανάσης Πολυκανδριώτης;**


Ο Γιοχάνες Μπραμς γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια στο Αμβούργο (7 Μαϊου 1833 – 3 Απριλίου 1897).

Και ναι, μας αρέσει ο Μπραμς!

 -----------------------------------------------------------

 

 * Τα αποσπάσματα του πεζογραφήματος "Σας αρέσει ο Μπράμς" της Μάρως Δούκα είναι από τη συλλογή "γιατί εμένα η ψυχή μου" (Πατάκης, 2012). Το ίδιο περιέχεται στον συλλογικό τόμο με τρεις θεατρικούς μονόλογους "Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν" των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα αντίστοιχα (Κέδρος, 2007). 

 

 

 

 

 ** Πληροφορίες εδώ: https://www.ogdoo.gr/apopseis/kostas-mpalaxoytis/exeis-akoysei-brahms-me-bouzoyki.


Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Λαμπριάτικες μνήμες


Το βράδυ της Ανάστασης μας έβαζε η μάνα μας για ύπνο από νωρίς και μας ξυπνούσε δώδεκα παρά για να πάμε στην εκκλησία. Ο πατέρας μας δεν ερχόταν, τον ξυπνούσαμε στο γυρισμό για να πάει να μεταλάβει, κομμουνιστής αλλά Χριστούγεννα και Πάσχα  πήγαινε να μεταλάβει, αυτή τη σχέση του με την εκκλησία την κρατούσε, σαν έθιμο, σαν τάμα, ποιος ξέρει. Μερικές φορές έμενα κι εγώ στην εκκλησία γιατί μου άρεσαν οι ψαλμοί εκείνου του μέρους, κυρίως ο τραγουδιστός ψαλμός (έτσι μου φαινόταν) "Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν..." Ύστερα τρώγαμε, απαραίτητα, πέρα από αυγά και καλιτσούνια, τα πόδια και κοιλιδάκια τυλιγμένα με έντερα αυγολέμονο (αυτό λέγαμε μαγειρίτσα, πολύ αργότερα έμαθα ποια είναι η πραγματική μαγειρίτσα) και σκωταριά τηγανητή.

Την άλλη μέρα κάπου πηγαίναμε να κάνουμε Πάσχα μαζί με συγγενείς και φίλους. Πότε πηγαίναμε στον αδελφό του πατέρα μου, στο θείο Γιώργο,  στον Καλυκά, μια περιοχή μετά τον Κουμπέ και πριν τη Σούδα, είχε εξοχή, αγαπημένος θείος (χωροφύλακας, όταν όμως αναμένονταν φασαρίες, ειδοποιούσε τον πατέρα μου να μην κατεβεί στη συγκέντρωση που προγραμμάτιζε η ΕΔΑ, δεκαετία του '60, ε και τότε τα χάλαγαν για λίγο αλλά πάλι αγαπίζανε), ο θείος πάντα σούβλιζε αρνί, μαζευόμασταν κάμποσοι, αυτός είχε πέντε παιδιά, τρία είμασταν εμείς και οι μεγάλοι, έρχονταν κι άλλοι θείοι και ξαδέρφια, ήταν όμορφα. 

Άλλες φορές, πηγαίναμε στην Αγιά Μαρίνα, στους κουμπάρους, το Γιάννη και την Πολύμια (θυμάμαι το γάμο τους, παιδάκι εγώ, ο πατέρας μου τους πάντρεψε, η Πολύμια λιποθύμισε στο γάμο από στενοχώρα, όχι για το γαμπρό που έπαιρνε μα γιατί άφηνε το πατρικό της, οι νύφες, λέγανε τότε, πρέπει να κλαίνε στο γάμο τους, να δείχνουν πόσο στενοχωρούνται που αποχωρίζονται τους γονείς, τι παράξενα έθιμα κι αυτά...). Εκεί, μας περίμεναν τα τεράστια καλιτσούνια στο κοφίνι, ακόμη έχω τη γεύση τους στο στόμα. Η Αγιά Μαρίνα σήμερα είναι αγνώριστη, δυσκολεύομαι να εντοπίσω το μονοπάτι που ανηφορίζαμε από τον κεντρικό δρόμο που μας άφηνε το λεωφορείο για ν' ανεβούμε στο σπίτι τους. Γιατί βέβαια όλες εκείνες οι διαδρομές γίνονταν με το λεωφορείο, αυτοκίνητο αποκτήσαμε το 1975, πρώτα είχαμε ποδήλατο, ύστερα βέσπα μέχρι να καταφτάσει το ιστορικό Ρενώ 4.


Κάποιες φορές πηγαίναμε στο Νίππος, στο χωριό του πατέρα μου. Η φωτογραφία είναι από το 1976, το σπίτι ήταν χάλαρο τότε, τώρα το έχω αποκαταστήσει και έχει γίνει πλέον το σπίτι μου στο χωριό. Στην αγκαλιά μου έχω τη φιλιότσα μου τη Μαρία, μεγάλη τώρα, ζει στην Αμερική. Δεξιά, το γεροντάκι που κοιτάζει το φακό είναι ο θείος Λευτέρης, ο Τσουρολευτέρης, σπουδαίος άνθρωπος όσο τον θυμάμαι, είχε κάνει στη Μικρασιατική εκστρατεία, πόσο λυπάμαι που τότε δεν τον ρωτήσαμε πράγματα, μόνο θυμάμαι που έλεγε πως είχαν γεμίσει ψείρες...

Τη μεγαλοβδομάδα νηστεύαμε, τουλάχιστον στα φανερά. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ' αυγά, την ίδια μέρα ξεκινούσε η μάνα μας τις κουλούρες, μεγάλη διαδικασία, ποτέ δεν την αφομοίωσα, τα κουλούρια τα έφτιαχνε νωρίτερα, ενώ το Σάββατο φτιάχναμε τα καλιτσούνια, δηλαδή έφτιαχναν η μάνα μου με τις γειτόνισσες για βοήθεια και με τη γιαγιά από κοντά, την Κουκουβιτομαρία. Τότε, βέβαια, δεν είχαμε φούρνο στο σπίτι, οπότε παίρναμε τις λαμαρίνες από το φούρνο, μέχρι το '67 που μέναμε στη Νέα Χώρα πηγαίναμε τα καλιτσούνια ή στο φούρνο του Κουκλάκη ή στο φούρνο του Μπάτση που ήταν πιο σύγχρονος, ήταν "γερμανικός"! Το πηγαινέλα των λαμαρινών ήταν δουλειά των παιδιών, κυρίως δική μου που ήμουν η "μεγάλη". Όταν έφταναν στο σπίτι τα καλιτσούνια, η γιαγιά μου δοκίμαζε, και στο δάγκωμα του κάτω χείλους της κόρης της, είχε την απάντηση έτοιμη: "Μα ο Χριστός αναστήθηκε το μεσημέρι"! Αργότερα έμαθα ότι και οι Κερκυραίοι τον ανασταίνουν μεσημέρι το Χριστό. Λέτε οι Βενετοί να είχαν βάλει το χεράκι τους; 

Καλή Ανάσταση, λοιπόν, και του χρόνου αλλιώς, καλύτερη, να ηχήσουν τα σήμαντρα χαρούμενα όταν φτάνουν, όπως λέει ο ποιητής,

Απ' τα χείλη των παιδιών

απ' την άγνοια των χελιδονιών

απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή...


Σα σήμερα, θυμούμαι που όλο το χωριό μαζί με τον Επιτάφιο θα πήγαινε στον Άγιο Θανάση, το νεκροταφείο, η μάνα μου θα 'δινε στον παπά το χαρτάκι με την "αίτηση" να μνημονέψει τους πεθαμένους, Μανούσου συβίας και των τέκνων, Αλέκου γονέων και αδελφών, Κώστα και των γονέων... Παλιότερα, στεκόταν ο Επιτάφιος πάνω σε κάθε τάφο, με τα χρόνια, γέρασε κι ο παπάς, όλοι γεράσανε και δεν αντέχανε να περιμένουν τη σειρά τους, κι έτσι ο παπάς στέκεται μπροστά στο εκκλησάκι και διαβάζει τα χαρτάκια από κει. Ύστερα, γυρίζαμε στο σπίτι, είχα ετοιμάσει τα εδέσματα της μέρας, χοχλιούς, χταποδάκι στο ξίδι, φάβα, βραστές πατάτες, σαλάτες, ελιές...

 


Νωρίτερα, στην εκκλησία, κορίτσια του χωριού ντυμένα στα μαύρα, οι Μυροφόρες, στέκονταν γύρω από τον Επιτάφιο. Τα εγκώμια θα τα 'ψαλλε η παπαδιά, από κοντά κι ο Νιππιανός δάσκαλος ο Βαγγέλης ο Κακάτσης. 

Αυτά, τα τελευταία χρόνια στο Νίππος του Αποκόρωνα. Όταν ήμουν παιδί αλλά κι αργότερα, στα Χανιά πάντα, γυρίζαμε όλους τους επιτάφιους μέσα στην πόλη, Άγιο Νικόλαο, Αγίους Αναργύρους, Αγία Αικατερίνη, Τριμάρτυρη. Τελευταία αφήναμε τη Φράγκικη εκκλησία, εκεί ο Επιτάφιος ήταν ξεχωριστός, διαφορετικός από τους δικούς μας, ωραίες μυρωδιές, ωραίοι ήχοι, γαλήνευαν οι ψυχές μας.

Μια χρονιά, δεν θυμούμαι ποια, ήμουν πάντως στο δημοτικό και μέναμε στη Νέα Χώρα, ο ψάλτης του Αγίου Κωνσταντίνου μάζεψε μερικά παιδιά από το σχολείο της συνοικίας να πούμε τα εγκώμια, μαζί κι εγώ. Κάναμε πολλές πρόβες, είχε κανονιστεί μια μαθήτρια να πει το "Ω γλυκύ μου έαρ", όχι εγώ βέβαια. Τη Μεγάλη Παρασκευή, βάλαμε τα καλά μας, πήγαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, ανεβήκαμε στο γυναικωνίτη απ' όπου θα ψέλναμε τα εγκώμια, και αρχίσαμε. 

Στάσις πρώτη:

Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Χριστέ και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο...

..........

Στάσις δευτέρα:

Άξιον εστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, ...

......................

Στάσις τρίτη:

Αι γενεαί πάσαι, ύμνον την ταφή σου...

Κι όταν φτάναμε στο "Ω γλυκύ μου έαρ", πριν ακόμη ανοίξει το στόμα της η καλλίφωνη συμμαθήτρια, αντήχησε ένα τεράστιο ΩΩΩΩΩΩ σε όλη την εκκλησία, μάλλον παράφωνο, πάντως απρόσμενο ακόμη κι από μένα που ήμουν η ένοχη, που το φώναξα παρασυρμένη από την ευφορία της μέχρι τότε συλλογικής ψαλμωδίας μας. Και με το στόμα ανοιχτό ακόμη στο τεράστιο Ω, αντίκρυσα απέναντί μου το βλοσυρό βλέμμα του ψάλτη, τι μου 'κανες ήθελε να φωνάξει εκείνη την ώρα. Μούδιασα, μαζεύτηκα, να μπορούσε ν' ανοίξει η γης να με καταπιεί, δεν θυμάμαι τη συνέχεια, πάντως σ' εκείνη τη χορωδία δεν ξαναπήγα.

Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ’άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή...

Αυτά τα λόγια του Νίκου Γκάτσου σιγοτραγουδώ τη φετινή Μεγάλη Παρασκευή παρέα με τη θεία φωνή της Βίκυς Μοσχολιού πάνω στη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου.


Κι ύστερα ακούω τον σπαρακτικό θρήνο της μάνας που κλαίει για τον χαμό του γιού της,  στο Stabat Mater, με την αξεπέραστη Ειρήνη Παπά.

Ποιος ξέρει πώς θα είναι η επόμενη Μεγάλη Παρασκευή...