Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

Το τραγούδι του Χιαγουάθα, του Χένρι Λονγκφέλλοου

 
Στις όχθες του Γκίτσε Γκουμέ
δίπλα στο ηλιόφωτο Νερό της Μεγάλης Θάλασσας
η σκηνή βρισκόταν της Νοκομίς,
της κόρης του φεγγαριού, της Νοκομίς.
Πίσω σκοτεινό ξεπρόβαλλε το δάσος,
σκοτεινιασμένα πεύκα, μελαγχολικά υψώνονταν
και έλατα γεμάτα κουκουνάρια.
Μα μπροστά απ' τη σκηνή κυλούσε το νερό
που έλαμπε αστραφτερό και διαυγές,
το ακτινοβόλο Νερό της Μεγάλης Θάλασσας.

Εκεί μεγάλωσε με τη γιαγιά του, δίπλα στο Νερό της Μεγάλης Θάλασσας, ο Χιαγουάθα, ο γιος της "όμορφης σαν το φως του φεγγαριού" και λυγερής Γουενονάχ και του άσπλαχνου Ζέφυρου, του Δυτικού Ανέμου, Μουτζικιαϊς. Λαϊκός ήρωας σαν τον Διγενή Ακρίτα ή ήρωας των μύθων από τη ζωή και την ιστορία των αυτόχθονων της Αμερικής, ο πραγματικός Χιαγουάθα, γηγενής από τη φυλή των Μοχώκων, έζησε τον 16ο αιώνα, πάλεψε και πέτυχε να ενώσει τις πέντε φυλές με τη Συμμαχία των πέντε Εθνών.  Με το "Τραγούδι του Χιαγουάθα" που δημοσίευσε το 1855 ο Λονγκφέλλοου (1807-1882) γίνεται ο πρώτος Αμερικανός συγγραφέας που ασχολήθηκε με τους Ινδιάνους. Περιγράφει τη ζωή και τα έθιμα των Ινδιάνων και δίνει εικόνες με λεπτομέρειες από τη φύση, τη χλωρίδα και την πανίδα των περιοχών της Βόρειας Αμερικής. 

Έχω στη βιβλιοθήκη μου έκδοση του 2007 στα ελληνικά με τίτλο "Το τραγούδι του Χιαγουάθα: Η Οδύσσεια ενός Ινδιάνου" από τις εκδόσεις Ηριδανός, σε μετάφραση Γλυκερίας Παπαγεωργίου. Είναι όμορφη έκδοση (όπως όλες του Ηριδανού), ενώ οι σημειώσεις στο τέλος δίνουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για σημεία του έργου - πρόσωπα, τοπωνύμια, λέξεις, έθιμα κτλ. - που δεν μας είναι οικεία. (Το ποίημα είχε μεταφραστεί για πρώτη φορά το 1881 από τον Ιωάννη Περβάνογλου, βλ. παρακάτω στο τέλος λίγα στοιχεία).

Ξεχωρίζει ο πρόλογος του Κώστα Γεωργουσόπουλου που συνδέει τον μύθο του Χιαγουάθα με το ήθος και την ιδεολογία του αμερικανικού λαού, με την "απωθημένη ιθαγένεια", με την πανσπερμία μεταναστών και τη γλωσσική, φυλετική και θρησκευτική βαβέλ. Γράφει:

[...]Η τόλμη του Λονγκφελλόου να γράψει ένα επικολυρικό ποίημα που να αποθεώνει τους γηγενείς ερυθρόδερμους, τους "ινδιάνους" αφήνοντας να εννοηθεί πως αυτοί είναι η ρίζα και ο αμερικανικός μύθος της ιθαγένειας ήταν πράγματι επαναστατικός, όταν τελικά σκεφτεί κανείς πως το τραγούδι "Χιαγουάθα" γράφτηκε το 1854 και δημοσιεύτηκε το 1855, όταν ο Λίνκολν τέθηκε επικεφαλής της πολιτικής και ηθικής εκστρατείας  για την κατάργηση της δουλείας [...]

Κι έτσι, σαν αγάπησε την όμορφη Μινεχάχα, το Γελαστό Νερό, από τη φυλή των Ντακότα, ειρήνη έκαναν οι φυλές τους:

Μετά από τόσα χρόνια εχθροπραξιών,
αιματοχυσίας και ανήλεου πολέμου,
ειρήνη υπάρχει μεταξύ των Οτζίμπουα
και των Ντακότα τη φυλή

 
Το έπος του Χιαγουάθα και της Μινεχάχα έχει κυκλοφορήσει και ως κλασσικό εικονογραφημένο με τον αριθμό 1098. Είναι μια καλή δουλειά, πιστή στο περιεχόμενο του έργου. Τα κλασικά για μας ήταν μια σημαντική πηγή ανάγνωσης και γνωριμίας με σπουδαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.


Στα δεξιά εικονίζεται η όμορφη Μινεχάχα

 Ευθύς ως το καλαμπόκι είχς φυτευτεί,
ο Χιαγουάθα, σοφός και συνετός,
μίλησε και είπε στη Μίνεχαχα,
στη γυναίκα του, το Γελαστό Νερό:
"Απόψε το βράδυ να ευλογήσεις τα χωράφια,
κύκλο μαγικό να χαράξεις γύρω-γύρω,
το φύσημα αέρα φονικού, εντόμων την πιδρομή,
τον Γουαγκεμίν, τον κλέφτη των καλαμποκιών,
τον Πέμοσεντ, που κλέβει του καλαμποκιού τους κλώνους![...]
 

Ο Χιαγουάθα με την αγαπημένη του Μινεχάχα (Πηγή: @glenn098776)

Ο Λονγκφέλλοου γεννήθηκε σαν σήμερα, 27 Φεβρουαρίου του 1807. Αφορμή για την ανάρτηση (πέρα από το ενδιαφέρον μου για "παλιές" ιστορίες που δείχνουν αφετηρίες και συνέχειες στους λαϊκούς πολιτισμούς) στάθηκε ένα τουίτ από άγνωστό μου Αμερικανό. Είχε δημοσιεύσει την παραπάνω φωτογραφία (την είχε τραβήξει ο ίδιος) στην οποία απεικονίζεται ο Χιαγουάθα με την αγαπημένη του Μινεχάχα σ΄ ένα χιονισμένο τοπίο. Το γλυπτό βρίσκεται στο πάρκο Μινεχάχα της Μινεάπολης στην πολιτεία Μινεσότα και δημιουργός του ήταν ο Jacob Fjelde, Νορβηγός μετανάστης (1859-1896). Συγκεκριμένα, βρίσκεται σ' ένα νησάκι στο ποταμάκι Creek της πόλης, όπως διαβάζω στις απαντήσεις του τουίτ. Το τραγούδι του Χιαγουάθα και ο θάνατος της Μινεχάχα ενέπνευσαν τους συνθέτες. Ο Στραβίνσκι εμπνεύστηκε θέματα για τη Συμφωνία του Νέου Κόσμου, ενώ άλλος συνθέτης που έγραψε όπερα ήταν ο Samuel Coleridge Taylor (τι σύμπτωση, όταν διάβαζα το ποίημα θυμόμουν τη Μπαλάντα του γέρο ναυτικού του λίγο παλιότερου Samuel Taylor Coleridge).


 Λίγα για την πρώτη μετάφραση στα ελληνικά:

 Η μετάφραση του Περβάνογλου είχε κυκλοφορήσει στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας με τον τίτλο «Το άσμα του Χιαβάθα [The Song of Hiawatha]» σε συνέχειες στα τεύχη 18-23 Ιούλιος 1881 έως Απρίλιος 1882 (η αναφορά από σχετική διπλωματική εργασία της Νίκης Μητροπούλου, δημοσιευμένη στον ιστότοπο  της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Πατρών Νημερτής, το Ιδρυματικό Αποθετήριο που φιλοξενεί την πνευματική παραγωγή του Πανεπιστημίου). Ο Περβάνογλου, μάλιστα, ήταν ο εκδότης του περιοδικού.

Αξίζει να σημειώσω ότι δεν κατάφερα να ανακτήσω τα ψηφιοποιημένα  τεύχη του Έσπερου, παρότι περιλαμβάνεται στο Ευρετήριο ψηφιοποιημένων περιοδικών της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Μέσω της πύλης αναζήτησης openarchives εντόπισα στο αποθετήριο Πλειάς της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Πατρών μια φιλολογική μελέτη της εποχής για το πόνημα του Περβάνογλου. Πρόκειται για εκτενή μελέτη του Κεφαλλωνίτη Επαμεινώνδα Άννινου που δημοσιεύτηκε σε τρεις συνέχειες στο περιοδικό Απόλλων το 1883 (τεύχη 6, 7 και 8) και ... όπου εις άπταιστον καθαρεύουσαν γλώσσαν δια τους ολίγους σημειώνει ότι "η ποίησις είναι ειδυλλιακή, αλλά δεν είναι ούτε θεόγνιος ουδέ θεοκρίτιος, είναι αυτόχρημα ινδική". Ο συντάκτης αναμιγνύει χριστιανισμό, λαούς, ιστορίες, μυθολογίες, δοξασίες απ' όλο τον κόσμο για να καταλήξει ότι το άσμα του Χιαβάθα παρουσιάζει τη δοκιμασία του ανθρώπου στη διαπάλη κατά της κακίας και της αδιαφορίας κατά τον πολυδαίδαλο βίο του.

 Αντιγράφω κι ένα απόσπασμα του ποιήματος από παράθεση του Άννινου:

Ποταμούς προς αλιείαν,
και αρκούδας και βουνάσους,
και δορκάδας και ελάφους,
Κάστορας κι αγρίας χήνας,
Σας εστόλισα τα δάση
με πτηνά και με ιχθύας,
 τα νερά της χώρας όλα, -
Πώς λοιπόν; δεν σας αρκούσιν,
Όλ' αυτά, και πολεμάτε 
Αμοιβαίως εις τον άλλον;

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2021

"Η γνώση είναι η πιο δημοκρατική πηγή δύναμης": οι βιβλιοθήκες στον καιρό της πανδημίας


Γίνονται κατά καιρούς συζητήσεις για τον ρόλο των βιβλιοθηκών σε καιρούς κρίσης. Κι ακόμη μεγαλύτερη είναι η ανάγκη αυτή την εποχή, σε καιρό πανδημίας, όπου το γενικό κλείσιμο έχει συμπεριλάβει και τον χώρο του βιβλίου, βιβλιοπωλεία, εκδότες, βιβλιοθήκες. Δεν είναι του παρόντος να δει κανείς ποιος χώρος είναι ο περισσότερο θιγόμενος, σε κάθε περίπτωση πάντως φάνηκαν τα προβλήματα, οι αδυναμίες, οι ανάγκες, αλλά και οι δυνατότητες που υπάρχουν ή πρέπει ν' αναπτυχθούν.

Οι βιβλιοθήκες, κάποιες υπολειτουργούν (αναγκαστικά) και κάποιες παραμένουν κλειστές. Κάποιες ακαδημαϊκές, αλλά  και κάποιες δημόσιες, δημοτικές και ειδικές βιβλιοθήκες λειτουργούν στο πλαίσιο οδηγιών του ΕΟΔΥ, λαμβάνοντας τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας για τους εργαζόμενους και για τους χρήστες και παρέχοντας κυρίως ηλεκτρονικές ή τηλεφωνικές εξυπηρετήσεις, καθώς και υπηρεσίες αποστολής υλικού με το ταχυδρομείο.

Στην ΚΥΑ που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 4899/Β/6-11-2020 με θέμα "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020 έως και τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020", περιλαμβάνονται και οι "Δραστηριότητες βιβλιοθηκών και αρχειοφυλακείων" στις δραστηριότητες των οποίων αναστέλλεται η λειτουργία σε όλη την Επικράτεια. Σίγουρα, οι βιβλιοθήκες, ως κλειστοί χώροι και χώροι με πολύ υλικό που μπορεί να περιέχει και να διατηρεί για μέρες ιικό φορτίο, δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν κανονικά. Επειδή η σύνταξη του μεγαλύτερου μέρους αυτού του κειμένου έγινε αρχές Δεκεμβρίου (και παρέμεινε στα Πρόχειρα με πολλούς προβληματισμούς), δεν είμαι σίγουρη αν κυκλοφόρησε νεότερη διάταξη ή αν έχει παραταθεί η ισχύς της συγκεκριμένης.

Είναι αλήθεια ότι στον χώρο των βιβλιοθηκών έχουν αναληφθεί δράσεις, ατομικές (σε επίπεδο βιβλιοθήκης) ή συλλογικές γύρω από το θέμα της πανδημίας, τον ρόλο τους, την ενημέρωση και τα μέτρα προφύλαξης. Εδώ, θ' αναφερθώ σε κάποιες απ' αυτές.

Γενικά, οι βιβλιοθήκες,όπως σημείωσα και παραπάνω,  άλλες λειτουργούν για το κοινό τους και άλλες όχι.  Ήδη, αρκετές, κυρίως ακαδημαϊκές αλλά και ειδικές, δημοτικές κ.ά. δίνουν τη δυνατότητα στους χρήστες, πέρα από τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, να δανείζονται και φυσικό υλικό λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα προφύλαξης. Δηλαδή, κάνουν τηλεφωνικές εξυπηρετήσεις (π.χ. κρατήσεις για δανεισμό) και δανείζουν υλικό είτε με αποστολή ή με προσεκτική παραλαβή από τη βιβλιοθήκη. (Σχετικά με το σημαντικό έργο που έχουν επιτελέσει οι βιβλιοθήκες τα τελευταία χρόνια με την ψηφιοποίηση υλικού και την ανάπτυξη ηλεκτρονικών υπηρεσιών και τη χρησιμότητά τους τον καιρό αυτό της μεγάλης κρίσης είχα γράψει ήδη τον Μάρτιο στο πρώτο κλείσιμο: "Μένουμε σπίτι, και τώρα; Πάμε στις βιβλιοθήκες μας!". Οπωσδήποτε, βέβαια, δεν υπάρχει λόγος θριαμβολογίας, αντίθετα είναι μια ευκαιρία και ανάγκη αναστοχασμού και αξιολόγησης, εντοπισμού αδυναμιών και ελλείψεων και νέων σχεδιασμών.)

Στον ιστότοπο της Ένωσης Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης έχει αναρτηθεί (6 Μαϊου 2020) κείμενο με τίτλο "COVID-19: Συστάσεις επαναλειτουργίας των Βιβλιοθηκών", το οποίο περιλαμβάνει συστάσεις που προετοιμάστηκαν από την Ένωση λαμβάνοντας υπόψη τις οδηγίες που ακολουθούνται από βιβλιοθήκες στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Ασία και την Αυστραλία.

 

Διαβάζω τα παρακάτω στον ιστότοπο των Βιβλιοθηκών του ΕΚΠΑ (της οποίας μάλιστα μότο είναι η ρήση του τίτλου δανεισμένη από τον συγγραφέα του Τρίτου κύματος Άλβιν Τόφλερ):

Δανεισμός υλικού. Ισχύει όπως σε όλο το δημόσιο για έκτακτες περιπτώσεις. Όλη η διαδικασία θα γίνεται εξ αποστάσεως. (αναζήτηση από τους χρήστες στον ανοιχτό δημόσιο κατάλογο του υλικού (https://opac.seab.gr/search~S6*gre), επικοινωνία με τη Βιβλιοθήκη τηλεφωνικά ή μέσω της συμπλήρωσης ηλεκτρονικής φόρμας, καθορισμός ραντεβού από τη Βιβλιοθήκη). Μόνο η παραλαβή του υλικού θα γίνεται δια ζώσης. Προσοχή! Χωρίς το προκαθορισμένο ραντεβού δεν θα εξυπηρετείται κανείς. Το ωράριο παραλαβής υλικού θα είναι συνάρτηση του ωραρίου προσφερόμενων υπηρεσιών. Δηλαδή σε μια Βιβλιοθήκη που εξυπηρετεί από τις 8.00 μέχρι τις 16.00, η διαδικασία παραλαβής υλικού με ραντεβού θα σταματά μισή ώρα νωρίτερα. Το ίδιο και στα υπόλοιπα ωράρια. Μετά και τα νέα μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων ο δανεισμός συνεχίζεται εφόσον ο χρήστης έχει δυνατότητα μετακίνησης. Προκειμένου όμως να διευκολύνουμε τους χρήστες και να μην μετακινούνται συχνά, έχουμε ζητήσει την παράταση δανεισμού των ήδη δανεισμένων βιβλίων, μέχρι και την 1η Δεκεμβρίου. Σημείωση: Ο ημερήσιος δανεισμός δεν ισχύει. Επίσης δανεισμός επιτρέπεται για τα μέλη της Σχολής που ανήκει η Βιβλιοθήκη.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

Ο αισθηματικός συγγραφέας του Μίνου Αργυράκη


Έτσι φαντάστηκε ο Μίνως Αργυράκης τον συγγραφέα αισθηματικών μυθιστορημάτων. Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στο ιστορικό πια περιοδικό Διαβάζω, στο τεύχος 16, τον Ιανουάριο του 1979. Ο Αργυράκης συνεργάστηκε με το περιοδικό για μια σειρά τευχών όπου παρουσίαζε με την καυστική πένα του έναν τύπο συγγραφέα κάθε φορά, βγαλμένο από τη δική του, ιδιαίτερη, πρωτότυπη, "Πινακοθήκη των συγγραφέων". 

Ο Αργυράκης είχε γεννηθεί το 1919 στο Αϊδίνι, βρέθηκε πρόσφυγας στον Βύρωνα χωρίς τον πατέρα του που τον είχαν σκοτώσει τη χρονιά που γεννήθηκε, δεν κατάφερε να μπει στην Καλών Τεχνών, ήταν μαθητής και φίλος του Τσαρούχη, κατατάχτηκε στην ΕΠΟΝ, έζησε μια γεμάτη ζωή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έκανε τέσσερις γάμους, συνεργάστηκε με τον Χατζηδάκι, με τον Σπαθάρη και άλλους, η χούντα έκλεισε τον χώρο τέχνης «Κιβωτός της Άμυ» που είχαν ανοίξει στην Πλάκα, έφυγε στο εξωτερικό, επέστρεψε μετά τη χούντα, ήταν φίλος με τον Γκάτσο, τη Μελίνα, τον Τάκι, είχε πλούσιο έργο, ζωγραφική, σκίτσο, σκηνογραφία, πέθανε το 1998 στην Αθήνα.

Κι όμως, την ίδια χρονιά, λίγο πριν πεθάνει, δήλωνε: «Τουλάχιστον, όμως, εγώ τη χάρηκα τη ρημάδα τη ζωή»... (Τα Νέα, 14 Φεβρουαρίου 1998, συνέντευξη στην Κάτια Πετροπούλου από το Γηροκομείο Αθηνών όπου πέθανε το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου).

Λίγο είναι ένας τέτοιος απολογισμός ζωής;

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2021

Μπρεχτικός Καβάφης, του Μιχάλη Μερακλή


Στο περιοδικό Λέξη, Μάρτης-Απρίλης '83, στο αφιερωματικό τεύχος 23 για τον Καβάφη, o  Μιχάλης Μερακλής υπέγραφε το άρθρο "Μπρεχτικός Καβάφης". Είχα γράψει πριν από μερικά χρόνια λίγα λόγια, όταν βρήκα το κείμενο μαζί με άλλα δικά του στον τόμο "Τέσσερα δοκίμια για τον Κ. Π. Καβάφη" (Καστανιώτης, 1985).

Με αφορμή την επέτειο γέννησης, σαν σήμερα, του Μπέρτολτ Μπρεχτ (10 Φεβρουαρίου 1898), θυμήθηκα εκείνο το κείμενο και ανέτρεξα στις χειρόγραφες σημειώσεις που είχα κρατήσει τότε (το είχα διαβάσει στα τέλη του 2013) τις οποίες και παραθέτω εδώ αυτούσιες:

Στο "Μπρεχτικός Καβάφης" ο Μιχάλης Μερακλής αναφέρεται στους Γιάννη Δάλλα και Γιώργο Βελουδή που το 1974 και 1973 αντίστοιχα είχαν πρώτοι κάνει αναφορά σ' αυτό, ο πρώτος από φιλολογική σκοπιά και ο δεύτερος από θεατρική. Ο ίδιος, εδώ επιχειρεί "την εμπέδωση αυτής της ερμηνείας [της θεατρικής] του καβαφικού έργου με έμφαση στις θεατρικές δραματικές του διαστάσεις και προπαντός στη σημασία της χειρονομίας" (σελ. 46, σημ. 2).

Στο κείμενό του ο Μερακλής κάνει μια ωραία εισαγωγή στο μπρεχτικό θέατρο, στην τεχνική της αποξένωσης και στην απαλλαγή του θεατή από την ταύτιση, την ενσυναίσθηση, η οποία δεν του επιτρέπει την κριτική. Ο Μπρεχτ, γράφει, χρησιμοποιεί απλές καθημερινές εικόνες και πρόσωπα, όμως τους αφαιρεί την οικειότητα, ώστε ο θεατής να μην ταυτιστεί και, από απόσταση, να μπορεί να κρίνει. (σελ. 34-35). 

Κάνει λόγο και για την χειρονομία που χρησιμοποιεί ο Μπρεχτ, το θέατρό του, γράφει, είναι "μια σπουδή της τέλειας χειρονομίας" που συνδυάζει "την τελειότητα της έκφρασης καθαυτήν και της έκφρασης του περιεχομένου" (σελ. 37).

Αναφέρεται και στη συμβολή του χορού στην αποξένωση, όπως γινόταν και στις τελετουργίες, "όπου επιδιωκόταν η επικοινωνία με τους "ξένους", απόμακρους από τους ανθρώπους θεούς και τις άλλες υπερφυσικές δυνάμεις" (σελ. 37). Κάνει δε συχνές αναφορές στο "Μικρό όργανο για το θέατρο" του Μπρεχτ.

Έτσι και ο Καβάφης είναι μπρεχτικός ποιητής που επιδιώκει την  αποστασιοποίηση του αναγνώστη από τα παριστανόμενα, ώστε να τα δει ψύχραιμα και κριτικά (σελ. 40). Υπολογίζει πως από τα 154 ποιήματα της "στερεότυπης έκδοσης, μόνο τα 50 είναι καθαρά υποκειμενικά, χωρίς το στοιχείο της απόστασης. (σελ. 48, σημ. 17). Ως πιο καθαρά πολιτικό θεωρεί το ποίημά του "Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα" (σελ. 45). Εδώ, γράφει, "μας ενδιαφέρει να προσέξουμε τη χειρονομία και τη θεαματική-θεατρική αξία του ποιήματος, τις κινήσεις ενός προκλητικού όμορφου αλλά κυνικού νέου, που ξεσκεπάζουν μια απαράδεκτη κοινωνική αταξία".

Δεν είμαι ειδική ούτε στο θέατρο ούτε στα φιλολογικά ούτε στον Μπρεχτ, όμως το κείμενο αυτό ήταν ένα σύντομο, κατανοητό και χρήσιμο μάθημα ως εισαγωγή για το περιεχόμενο και την ουσία του μπρεχτικού θεάτρου, δηλαδή του πολιτικού θεάτρου, πέρα από τη συμβολή του, βέβαια, στην ερμηνεία και κατανόηση και του καβαφικού έργου.

-------------------------------------------------------------------------------------------------

Σημείωση: Η παραπάνω εικόνα είναι η πρώτη σελίδα του άρθρου όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Λέξη". Υπάρχει στη συλλογή ψηφιοποιημέννων περιοδικών του ΕΚΕΒΙ. (Αλήθεια, κανένα νέο για τον Οργανισμό Βιβλίου; Μπα... πού καιρός...). Οι σημειώσεις μου, πάντως, είναι από την έκδοση στο βιβλίο.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Κώστας Μουντάκης, ο Κρητικός Τραγουδιστής

   

Ο πραματευτής
 
Κουβαρίστρες, βελονάκια, ψιλολόγια ένα σωρό
Πήρα δρόμους και σοκάκια την αγάπη μου να βρω
 
Σε μια γειτονιά, είχα μια αγαπητικιά
Δέκα χρόνια πάνε τώρα που δεν την ξανάδα πια
 
Μαντηλάκια, τσιμπιδάκια, ψιλικά πολλών λογιών
Τον πλανόδιο θα κάνω μήπως και την ξαναδώ
 
Χώρες και χωριά σαν τα έρημα πουλιά
θα γυρίζω να φωνάζω τη δική μου καταντιά
 
Μιας αγάπης το χατίρι μ’ έκανε τραγουδιστή
και ζητιάνο και διαβάτη και φτωχό πραματευτή
 
Πέστε μου κυρές, παντρεμένες, γριές και νιές
η δικιά μου αγάπη πού ’ναι, και χαλάλι οι πραματειές
 
Ο πραματευτής

Το τραγούδι του πραματευτή ήταν το αγαπημένο της μάνας μου. Ποιος ξέρει γιατί, πάντως μέχρι σχεδόν τα τελευταία της όσο είχε δυνάμεις, ήταν η καλύτερη πελάτισσα στους πλανόδιους εμπόρους που περνάνε ακόμη από τις συνοικιακές γειτονιές της πόλης μας κι απ' τα χωριά, σαν τους παλιούς πραματευτάδες. Και τι δεν είχε αγοράσει, προίκες για τις κόρες και το γιο, προίκες για τα εγγόνια, σεντόνια για όλα τα σπίτια, κουβαρίστρες, τσιμπιδάκια, ψιλικά πολλώ λογιώ...
 
Αδριάντας του Κώστα Μουντάκη στο Ρέθυμνο (Pavlos 1988, https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Kostas_Mountakis_statue_at_Rethymno.jpg)

Αυτή την εμπειρία του πραματευτή είχε κι ο Κώστας Μουντάκης ως βοηθός σ' έναν πλανόδιο μικροπωλητή και την κατέγραψε για να δώσει ένα από τα ομορφότερα κρητικά λαϊκά τραγούδια. Ο Κώστας Μουντάκης, ο σπουδαίος Κρητικός λυράρης και τραγουδιστής, μ' ένα ιδιαίτερο μέταλλο φωνής, γεννήθηκε στο χωριό Αλφά του Ρεθύμνου από φτωχή πολυμελή οικογένεια. Την πρώτη του λύρα την απέκτησε το 1943, αφού έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί (https://www.candiadoc.gr/2020/01/31/me-ena-arni-ke-5-okades-tyri-apektise).
 
Έφυγε σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, 31 Ιανουαρίου του 1991. Είχε γεννηθεί το 1926, ίδια χρονιά με τον πατέρα μου. Εκείνος αγαπούσε τ' αγρίμια κι αγριμάκια μου, πάλι από τη φωνή του Μουντάκη.

Αγρίμια κι αγριμάκια μου,
λάφια μου μερωμένα,
πέστε μου πού `ναι οι τόποι σας,
πού `ναι τα χειμαδιά σας;

Γκρεμνά `ναι εμάς οι τόποι μας,
λέσκες τα χειμαδιά μας,
τα σπηλιαράκια του βουνού
είναι τα γονικά μας.
 


Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2021

Η ξένη στην Αθήνα του 1854


Και επάνω εις όλα τα κακά - ποιος θα το πιστέψη; - εβασίλευε από τότε πολυκέφαλο θεριό το ρουσφέτι. Ήταν αλήθεια αβάφτιστο τότε, αλλά ζωντανό, θεριωμένο, Δράκος όνομα και πράμμα.

Το παραπάνω απόσπασμα δεν αφορά το σήμερα (αν και θα μπορούσε), ούτε καν το 1893 (τότε που γράφτηκε), αλλά το 1854. Ήταν η χρονιά που η Αθήνα υπέφερε από την επιδημία της χολέρας. Δεκαετίες  μετά, το 1893, ο Εμμανουήλ Λυκούδης ανέτρεξε σ' εκείνα τα χρόνια, ξεφύλλισε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και μετέφερε την φριχτή εικόνα μιας Αθήνας που υπέφερε, ενός κόσμου που ξεκληρίστηκε από τη χολέρα. Αυτή ήταν Η ξένη του 1854, που περιγράφει ο Λυκούδης (Πατάκης 2020) και που, όπως αναφέρει ο Σπύρος Τσακνιάς στο εισαγωγικό σημείωμα, ο Νικόλαος Δραγούμης την είχε παραλληλίσει με την επιδημία και τον λοιμό του Πελοποννησιακού πολέμου!
Οι εικόνες που περιγράφει ο Λυκούδης είναι συγκλονιστικές, μερικές φορές θυμίζουν εποχές πολέμου, θυμίζουν εικόνες από την Αθήνα της Κατοχής με τους πεθαμένους να κείτονται στους δρόμους ή να τους μεταφέρουν με τα κάρα, εικόνες
Και μέσα σ' όλα αυτά, ο Λυκούδης βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει καταστάσεις όπως παραπάνω με το ρουσφέτι ή την εκμετάλλευση που βιώνουν ανήμπορα μικρά παιδιά ("έρημα κλωσσόπουλα" τα λέει), όπου "έλυναν του Ελέους οι Αδελφές δέματα με μαύρα φουστανάκια που είχαν μαζί τους ραμμένα, τα έντυναν και έπιτα άλλα στην αγκαλιά, άλλα από χέρι τα εμάζευαν στο άσυλό τους". Κι εδώ κάνει λόγο για τον προσηλυτισμό αυτών των ομάδων, προφανώς ήταν οι διάφορες ιεραποστολές που έδρασαν στη χώρα από τη δεκαετία του '30.* Γράφει ο Λυκούδης:
Πολύ κακό ο προσηλυτισμός. Αλλ' ο μεγάλος, ελεύθερος, νοιώθει, κρίνει και εκλέγει. Το να μαθαίνη όμως κανείς το μικρό ορφανό, που βρέθηκε στα χέρια του, να λέη το Πάτερ ημών και το Παναγία Παρθένε σε γλώσσα ξένη, σε θρησκεία ξένη, που δεν είναι του πατέρα και της μάννας που το γέννησαν, είναι κάτι τι όπου δεν αφήνει να φυτρώση στην καρδιά, της ευεργεσίας ο σπόρος, η ευγνωμοσύνη.
Δεν θα μεταφέρω τις φριχτές εικόνες που περιγράφει ο συγγραφέας. Θα σταθώ μόνο στις περιγραφές που κάνει για την "κραιπάλη", τους χορούς και τα τραγούδια που επιλέγουν κάποιοι άνθρωποι να αντιδράσουν στο κακό, "εγωιστικές ψυχές που οι μεγάλες γενικές συμφορές τις κάνουν άγριες από δειλία, φρενιασμένες από τον τρόμο για τον εαυτό τους". Κι όμως, νά πώς μιλά για μια μερίδα νέων, λόγια που θα 'ταν καλό να φτάσουν και σε σημερινούς ξερόλες και μάγους τους κακού:
Και στο δρόμο εγύριζε έξω από την πόλι στις Κολόνες μια συντροφιά, ένα βράδυ σεληνοφώτιστο γλυκό, όπου μέσα σ' ένα άρωμα απροσδιόριστο, που αναδίναν τα χορτάρια, έκρυβε το φαρμάκι της αρρώστιας, σαν τη μυρουδιά κάποιων λουλουδιών που σκοτώνουν.
Ήσαν πέντ' έξι παληκάρια· μπορείς να πης παιδιά. Και σιγά σιγά με την κιθάρα είχαν στήσει εκεί γλυκό τραγούδι. Των παιδιών αυτών η ευθυμία δεν μου φάνηκε ούτε βρισιά της δυστυχίας ούτε δειλία. Δεν ημπορώ να νοιώσω νεότητα χωρίς χαρά. Είναι η δύναμίς της, είναι η ευμορφία της νιότης η χαρά.
Πώς ενέσκηψε όμως η επιδημία στην Αθήνα κείνη τη χρονιά και τι σχέση έχει με τον Κριμαϊκό πόλεμο; Πολύ ενδιαφέρον και κατατοπιστικό είναι το εισαγωγικό σημείωμα του Σπύρου Τσακνιά. Μια εκδοχή είναι ότι τη χολέρα την έφερε το καράβι που κατέπλευσε στον Πειραιά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρεσβευτή τότε στο Παρίσι. Μαινόταν ο Κριμαϊκός πόλεμος, η χώρα στο έλεος του μεγαλοϊδεατισμού του Όθωνα και της Αμαλίας από τη μια (που είχαν πάρει το μέρος της Ρωσίας και επιζητούσαν πόλεμο με την Τουρκία), των Άγγλων και των Γάλλων από την άλλη, που ήταν με το μέρος της Τουρκίας και κατέπνιγαν κάθε προσπάθεια αντίστασης. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος κλήθηκε να σχηματίζει Κυβέρνηση ουδετερότητας, το "Υπουργείον της Κατοχής" κτλ. κτλ. Φαίνεται ότι τότε οι Γάλλοι και οι Άγγλοι που επέβαιναν  στο καράβι αρνήθηκαν να δεχτούν την προβλεπόμενη υγειονομική κάθαρση. Ο Σταύρος Μαλαγκονιάρης αναφέρει στο εκτενές άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο "Η χολέρα του 1854: Χιλιάδες νεκροί, πανικός φυγή και αισχροκέρδεια" (28/3/2020) ότι ο Νικόλαος Δραγούμης γράφει (Ν. Δραγούμης, «Ιστορικαί Αναμνήσεις», Τόμος Β', Αθήνα 1879, σελ. 238):
«Βεβαίως, αν οι ξένοι επέτρεπον την υγειονομικήν κάθαρσιν, θ’ απεκρούετο το νόσημα, διότι και πρότερον, δις ή τρις μετακομισθέν εις τινας λιμένας της Ελλάδος, απεσοβήθη διά του τρόπου τούτου».
Σε κάθε περίπτωση, το 1854 ήταν μια εφιαλτική χρονιά για τους Αθηναίους. Όπως θα γραφτούν ιστορίες για τη χρονιά του 2020, που ήταν θα λένε τότε, εφιαλτική για όλο τον κόσμο. Ή μήπως θα λένε για τις χρονιές ...
--------------------------------------------------------------------
* Πρόσφατα υπήρχε σχετικό άρθρο του Σταύρου Μαλαγκονιάρη στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο "Η πρώτη αμερικανική επέμβαση στην Ελλάδα με φρεγάτες στον Πειραιά" (15/11/2020) που αναφερόταν στις ιεραποστολές και ειδικότερα στη δίωξη και καταδίκη για προσηλυτισμό του Αμερικανού προτεστάντη ιεραπόστολου και προξένου της στην Αθήνα, Ιωνά Κινγκ. Πολύ ενδιαφέρον είναι το βιβλίο της Αγγελικής Καραθανάση "Η Αμερικανική Σχολή Κρήτης (1837-1843): Από το κίνημα του τσαγιού στον πρώτο πόλεμο του οπίου" (Γρηγόρη, 2018) που αναφέρεται στη δράση ιεραποστολικών ομάδων στα Χανιά αλλά δίνει και πολλές πληροφορίες για άλλες ομάδες της Αθήνας όπως π.χ. τις αποστολές των Χιλ που δημιούργησαν και τις ομώνυμες σχολές που υπάρχουν μέχρι σήμερα κ.ά.).

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Εξορίες γλώσσας και ναζισμός ή η γλώσσα μετά το ΄Αουσβιτς

Η λέξη "Ολοκαύτωμα" είναι ακατάλληλη και ηχεί παράταιρα για να ονομάσει ένα τέτοιο γεγονός.  Η φράση "όλα - ή όλοι - καμένα" σημαίνει κάτι που βρίσκεται πλησιέστερα στη θυσία, δηλαδή σε μια εξαγνιστική πράξη, κάτι που είναι ακριβώς σχιζοφρενικό σε σχέση με τη ναζιστική πράξη την οποία περιγράφει. Και για να συμπληρωθεί αυτή η σχιζοφρένεια, η λέξη που μοιάζει να είναι εγγύτερα για να ονομάσει την ακατονόμαστη και εκτός της ανθρώπινης διάστασης πράξη είναι εκείνη που προέρχεται από τη γλώσσα των θυμάτων της, "Σοά", που θα πεί "εξόντωση".
 
Τα τερατώδη αποτελέσματα του ναζιστικού ολοκληρωτισμού, τόσο στη δομή της γλώσσας όσο και στην εξορία της, αναλύει εξαντλητικά ο Κώστας Νασίκας, ψυχαναλυτής που ζει και διδάσκει στη Γαλλία, στο βιβλίο του Εξορίες γλώσσας (μτφρ. από τα Γαλλικά Τερέζα Βεκιαρέλλη, Γαβριηλίδης 2016).

Στο βιβλίο του ο συγγραφέας καταδεικνύει με πολλές αναλύσεις, αναφορές και παραδείγματα πώς η γλώσσα συμπιέζεται και διαμορφώνεται και πώς εντέλει εξορίζεται στο καταπιεστικό ναζιστικό καθεστώς και πώς οι άνθρωποι βιώνουν αντίστοιχα αυτές τις δυστοπίες.

Κάνει εκτεταμένες αναφορές στον Πάουλ Τσέλαν, στον οποίο αφιερώνει μάλιστα τη μελέτη αυτή, έναν ποιητή που, όπως πολλοί άλλοι αλλά ίσως περισσότερο τραγικά αυτός, βίωσε αυτή την εξορία της γλώσσας και τελικά δεν την άντεξε. Παραπέμπει επίσης συχνά στον επίσης τραγικό Πρίμο Λέβι, στον Ίμρε Κέρτες, στον Ζέμπαλντ, στον Άπελφελντ, στον ΄Άγκαμπεν, στον Αντόρνο, στη Χάνα Άρεντ και την περίιπτωση του Άιχμαν και σε πολλά άλλα πρόσωπα, στα έργα τους, στον τρόπο που αντιμετώπισαν το συγκεκριμένο ζήτημα χρήσης της γλώσσας "μετά το Άουσβιτς"και στη σχέση μεταξύ τους. 

Σε θεωρητικό επίπεδο αναφέρεται στις ψυχαναλυτικές έννοιες που τον ενδιαφέρουν όπως αυτές της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης, σε έννοιες όπως η αμφιβολία, η ενοχή και η ντροπή, στη γλωσσολογία και τον πατέρα της γλωσσολογίας τον Σωσσύρ, στη μνήμη, στη λογοτεχνία, στην ποίηση, στην "αντίσταση εντός της γλώσσας", αλλά και στην  "εχθρότητα προς την ποίηση της μετά το Άουσβιτς εποχής". 

Είναι συγκλονιστικά αυτά που καταθέτει ο συγγραφέας για το πώς βίωσαν οι άνθρωποι τον βιασμό της μητρικής τους γλώσσας από το ναζισμό, πώς αρνούνται δεσμούς με τη γλώσσα τους όταν έχει υποστεί αυτό τον βιασμό ή αντίθετα πώς χρησιμοποιούν τη μητρική  για να μην μείνει στους Ναζί ή πώς κρύβουν τη μητρική γλώσσα φοβούμενοι έναν τέτοιο βιασμό.

Πολλά μπορεί κανείς να μεταφέρει από το βιβλίο, γεμάτο σημειώσεις το δικό μου αντίτυπο, διαβασμένο από το '17 βέβαια, απλά εδώ μεταφέρω μόνο το γενικό κλίμα, τις θεματικές του, πραγματικά αξίζει  να δει κανείς κι αυτή την πλευρά των αποτελεσμάτων από τη ναζιστική θηριωδία.

Ο Βικτόρ Κλεμπερέρ είναι ο πολύτιμος μάρτυρας και ο αντιστασιακός αυτής της γλώσσας, ο οποίος αντιλήφθηκε πολύ νωρίς την τύχη που της επιφύλασσε το ναζιστικό σύστημα· ήταν ίδια με την τύχη που επιφύλασσε σε όλους όσους δεν κατάφερνε να αφομοιώσει ο ναζισμός ή σε εκείνους που τους αντιστέκονταν: η εξορία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και στη συνέχεια, προοδευτικά, η εξόντωση. Η ευαισθησία του ως καθηγητή λογοτεχνίας, το "σημάδεμά" του ως Εβραίου και ο γάμος του με γυναίκα της άριας φυλής, που στάθηκε στο πλάι του, φαίνεται να υπήρξαν οι καθοριστικοί παράγοντες για την τοποθέτησή του σε αυτή την άκρως επικίνδυνη θέση, τη θέση του μάρτυρα της προοδευτικής εξορίας της γερμανικής γλώσσας εντός της ναζιστικής γλώσσας. Θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τη δική του αλλά και της γυναίκας του, καταχώρισε στις σημειώσεις του, τις οποίες έκρυβε επισταμένως, την προοδευτική υποδούλωση των λέξεων, κι έπειτα ολόκληρης της γλώσσας, στο ναζιστικό σύστημα...

Έτσι αρχίζει το βιβλίο του Νασίκα. Ο Βίκτορ Κλέμπερερ, γερμανός φιλόλογος, από Εβραίους γονείς, δημοκράτης κυνηγημένος από τους Ναζί, κυκλοφόρησε  το 1947 βιβλίο για τη γλώσσα του Γ' Ράιχ (πρωτότυπος τίτλος "LTI – Lingua Tertii Imperii: Notizbuch eines Philologen". * Πώς στη ναζιστική Γερμανία η γλώσσα της εποχής εμποτίζεται από τη ναζιστική ιδεολογία και θηριωδία. Αποκαλυπτικό. 

Αυτό ήταν το θέμα της εικαστικής εγκατάστασης "Ο Κήπος του Φιλόλογου" της εικαστικού Ελένης Παπαϊωάννου που παρουσίασε το 2018 στον Κήπο του Επιγραφικού Μουσείου στην Αθήνα. Επιλέγει αποσπάσματα από το βιβλίο και μας καλεί να μελετήσουμε και να ερμηνεύσουμε τον ρόλο της γλώσσας μέσα ή έξω από τον αρχικό κόσμο της. όπως στην παραπάνω εικόνα που λέει: Η επιμονή είναι αρετή.

Άραγε, αναρωτιέται ο Νασίκας, οι λέξεις που είναι ξεκομμένες από την πραγματικότητα την οποία ονόμαζαν, εξακολουθούν να είναι λέξεις;

Και ο Τσέλαν **

Μία λέξη - ξέρεις;
ένα πτώμα.
Ας το πλύνουμε,
ας το χτενίσουμε,
ας γυρίσουμε το μάτι του
προς τη φορά του ουρανού
 
Ας είναι αυτή η ανάρτηση αφιερωμένη στη μνήμη για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, της Σοά.  

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Παραπομπές και Σημειώσεις

* Για "τον Κλέμπερερ και τη γλώσσα του Τρίτου Ράιχ είχε γράψει ο Γεράσιμος Βώκος άρθρο στο Βήμα (24/11/2008). Επίσης, πολύ ενδιαφέρον έχει το άρθρο με τίτλο "Ενα πολύτιμο κόκκινο βιβλιαράκι" της Μικέλας Χαρτουλάρη στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο οποίο παρουσιάζει το LTI-Λεξικό της Ελληνικής Στρατιωτικής Χούντας,  παραπέμποντας στο βιβλίο του Κλέμπερερ. (Στοιχεία καταλόγου για το ελληνικό λεξικό: LTI – Lingua Tertii Imperii. Editor D. G. Andújar. Wörterbuch der griechischen Militärjunta / Glossary of the Greek Military Junta. Τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά – γερμανικά – αγγλικά). Σελ. 190. Documenta 14 at Parko Eleftherias / Documenta und Museum, Kassel, 2016.)

 ** Το αντέγραψα από το βιβλίο του Νασίκα (σελ. 63). Παραπέμπει στο βιβλίο Paul Celan: Ποιητής, επιζών, Εβραίος του J. Felstiner (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, Νεφέλη 2008).

Σημείωση: Η εισαγωγή του Μπερνάρ Γκολς που υπάρχει στο βιβλίο έχει δημοσιευτεί ολόκληρη στο ηλεκτρονικό περιοδικό ο αναγνώστης.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Ποιήματα από και για τους φίλους και τις φίλες μου

Παρακάτω μερικά ποιήματα που κατά καιρούς έστειλα ή μου έστειλαν φίλοι μου:


από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου

 
... Άφις τσι μήνες να διαβού, το χρόνο να περάσει,

τ’ άγρια θεριά μερώνουσι με τον καιρό στα δάση·
με τον καιρό τα δύσκολα και τα βαρά αλαφραίνου,
οι ανάγκες, πάθη κι αρρωστιές γιατρεύγουνται και γιαίνου·
με τον καιρό οι ανεμικές κ’ οι ταραχές σκολάζου
και τα ζεστά κρυαίνουσι, τα μαργωμένα βράζου·
με τον καιρόν οι συννεφιές παύγουσι κ’ οι αντάρες
κ’ ευκές μεγάλες γίνουνται με τον καιρό οι κατάρες...



του Τάσου Λειβαδίτη

από το ποίημα «Φυσάει»


"Λοιπόν τι κάνουμε εδώ

και πότε θαλλάξει ο κόσμος
όμως απόψε βιάζομαι να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της νακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη
α ωραίο νασαι μοναχός

νασαστε δυό, ναμαστε όλοι"


Ο αιώνιος διάλογος


Κι ο άντρας είπε: πεινώ.

Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.



Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος

Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.

Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.
Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ' το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που' χε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.
Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.
Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
Χωρίς κάν να φιληθούν.

Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι

κι αποκοιμήθηκε .
Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε. Έξω, όλο χιόνιζε.



του Μανόλη Αναγνωστάκη

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...


Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους

Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;



Ερήμωνε, της Ζέφης Δαράκη


Να επιμείνουμε στο ακαθόριστο του προορισμού μας

Πρόκειται να κάνουμε ένα πρωινό περίπατο

πρόκειται να μιλήσουμε για ανύπαρκτα γεγονότα, αόριστες πράξεις.
Πρόκειται για πρόσωπα που φανταστήκαμε για λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Πρόκειται να υπερασπιστούμε την πιο ανυπεράσπιστη σιωπή,
να συναντήσουμε τα μάτια που ξενίτεψαν τον ουρανό
να φιληθούμε με όσους μπόρεσαν να μας αγαπήσουν.
Πρόκειται να επιμείνουμε στο ακαθόριστο του προορισμού μας.



Παλιό σπίτι, του Γιώργη Μανουσάκη


Τα χόρτα θρασομάνησαν με το χειμώνα

στον κήπο και στο πλακόστρωτο
τ’ αντικρινού παλιού σπιτιού.
Τα κάγκελα γέρνουν να πέσουν.
Κάθε τόσο ξεκολλούν απ’ το γείσωμα
κομμάτια του σουβά.
Όλα είναι μουσκεμένα κι ετοιμόρροπα
σα να ’χουν μαλακώσει απ’ τη βροχή.
Χτες είδα μια στιγμή

στης πόρτας το άνοιγμα
εκείνην που επιμένει να το κατοικεί.
Των τοίχων οι ρωγμές διακλαδίζουνταν
στο πρόσωπό της, τα βρύα
είχαν απλωθεί στα χέρια της.
Ίσως και να ’ναι ο τελευταίος χειμώνας

που στέκουντ’ όρθιοι χτίσμα κι άνθρωπος.
Μα εκεί που πονεμένος αναστεκόμουν
ά'σου κι ανακορμίζεται η Κόρη!
Κι ευτύς το σπίτι στεριώνει
οι ρωγμές σάν να κλείνουνε πάλι
( μα και τα βρύα, άνθη πώς γίνηκαν?)
Είναι που ξάφνου φανήκαν οι άνθρωποι

(πως το νικήσαν το Κακό ακούστηκε)
και με τα χέρια πιασμένοι ολόγυρα,
το περιδένουν το χάσμα και το σώζουν
την Κόρην γηθοσύνης ρυόμενοι,

Εστιάς γάρ ην πολυσέβαστος!



του Γιάννη Ρίτσου

Απροσάρμοστοι


Τέτοια ζωή μας μέλλονταν, να γράφουμεν επιστολές

που να μη στέλνουμε από μιαν αξήγητη δειλία
μονάχα να τις δένουμε σε κορδελίτσες παρδαλές
και να το βρίσκουμε και τούτο ασήμαντη ασχολία.

Να πάλλεται βαθιά η καρδιά, που άξια είτανε για τα καλά,

κι όμως να ζούμε πάντοτε στη σκοτισμένη αφάνεια·
οι ταπεινοί πατώντας μας να δείχνουν μέτωπο ψηλά
και τα δικά μας άπρεπα να φέρουνε στεφάνια.

Το πρόσωπο μας να φορεί φρίκης γκριμάτσα τραγική,

φιλάρεσκα ν' αφήνουμε να λεν πως μας πηγαίνει
να βλέπουμε να φεύγει η ζωή μακριά μας ξένη, βιαστική
και να περνάμε, αθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Το κάθε τι, και πιο πολύ τ' όνειρο, να μας τυραγνά

τα βλέμματα των διαβατών στα μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι να δείχνουμε κι όμως τα χέρια μας τ' αγνά
να κράτησαν και να κρατούν ακόμα μενεξέδες.

Να λαχταρούμε σαν παιδάκια ευαίσθητα κι ασθενικά

-δικαίωση και παρηγοριά της ζωής μας - την αγάπη
κι αν κάποτε τη βρήκαμε να μας προσμένει μυστικά
όμως το χέρι ν' απλωθεί ζητώντας την εντράπη.

Τα μέτρια ν' αποφεύγουμε μ' αδιάλλαχτην αποστροφή,

αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου
νάναι μας έπαθλο η πληγή, τι μάταιο γνώση μας σοφή
η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου.

Να ξεκινάμε τις αυγές και πάνω μας μαύροι οιωνοί

οι αμφιβολίες να μας κρατούν στην ίδια πάλι θέση
κ' εμείς μ' αηδία να φτύνουμε τον εαυτό μας που θρηνεί
και να φοράμε κόκκινο της ανταρσίας το φέσι.

Τότε να ονειρευόμαστε μιαν αλλαγή κ' ευθύς ξανά

να σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σε ιερή λατρεία του πόνου,
τις ήττες ν' ανεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινά
κι αξιοπρεπώς να παίρνουμε το λάχτισμα και του όνου.

Καχύποπτοι και μίζεροι μέσα στα φρούρια της σιωπής

να κλειδωνόμαστε άβουλοι, να κάνουμ' έτσι χάζι
τον κόσμον εξετάζοντας πίσω απ' τον κύκλο μιας οπής
και, θαρραλέοι, σκιά μικρού πουλιού να μας τρομάζει.

Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί

κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους.

Εχθρούς να υποψιαζόμαστε παντού κ' οι ολόφωτοι ουρανοί

να ισκιώνονται απ' τον ίσκιο μας και, φεύγοντας κινδύνους,
να ζούμε μόνοι πλέκοντας για τους εχθρούς δημίου σκοινί
και να κρεμάμε εμείς εμάς αθώους αντί για κείνους.

από τη Ρωμιοσύνη
..............................

Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.
.................................................................................
Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.
Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.
Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.
.............................. .......................................................
Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.
..................................................................................... 

 

Και βέβαια δεν τελειώνει ο κατάλογος. Αλλά, θα δεν θα παραλείψω να παραθέσω ένα ποίημα - από τα πολλά - που μου έχει στείλει η φίλη μου η Στέλλα. Πρόκειται για το ποίημα του Ρεϋμὸν Κενώ  "Γιὰ μιὰ ποιητικὴ τέχνη" σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

 
Ἂχ θεούλη μου, τί ὡραῖα ποὺ θὰ’ ταν νὰ’ γραφα ἕνα ποιηματάκι
Μπά! Νὰ ἕνα ποὺ περνάει τώρα δὰ ἀπὸ μπροστά μου
Ψὶτ ψὶτ ψὶτ
Ἔλα ἐδῶ χρυσό μου νὰ σὲ ἐμπλέξω
Στὸ ἴδιο περιδέραιο μὲ τ’ ἄλλα μου ποιήματα
Ἔλα ἐδῶ νὰ σὲ ἐμπήξω
Στὸ οἰκοδόμημα τῶν Ἁπάντων μου
Ἔλα ἐδῶ νὰ σὲ ἐμπαταδώσω
Καὶ νὰ σὲ ἐνομοιοκαταλήξω
Καὶ νὰ σὲ ἐρρυθμολογήσω
Καὶ νὰ σὲ ἐλλυρικοποιήσω
Καὶ νὰ σὲ ἐμπηγασεύσω
Καὶ νὰ σὲ ἐνστιχώσω
Καὶ νὰ σὲ ἐμπεζολογήσω
 
Νὰ πάρει ἡ εὐχὴ
Τὴν κοπάνησε