Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2020

Στην αμερικανίδα ποιήτρια Λουίζ Γκλικ το βραβείο Νόμπελ για τη Λογοτεχνία


Η Louise Glück σε σκίτσο του David Levine (Πηγή: New York review of Books, 22/6/2006)
 
Λουίζ Γκλικ (Louise Glück
Λουίζ Γκλικ (Louise Glück
Ο θρίαμβος του Αχιλλέα

Στην ιστορία του Πάτροκλου
δεν υπάρχει επιζών, ούτε καν ο Αχιλλέας
που ήταν σχεδόν θεός.
Ο Πάτροκλος τού έμοιαζε· φορούσαν
την ίδια πανοπλία.

Πάντοτε στις φιλίες αυτές
ο ένας υπηρετεί τον άλλο, ο ένας είναι πιο λίγος:
η ιεραρχία
είναι πάντοτε εμφανής, αν και οι θρύλοι
δεν είναι αξιόπιστοι –
πηγή τους είναι ο επιζών,
αυτός τον οποίο εγκατέλειψαν.

Τι ήταν τα ελληνικά πλοία που καίγονταν
μπροστά σε αυτή την απώλεια;

Στη σκηνή του, ο Αχιλλέας
πενθούσε με όλη την ύπαρξή του
και οι θεοί είδαν
πως ήταν ένας άνθρωπος ήδη νεκρός, θύμα
της πλευράς εκείνης η οποία αγαπούσε,
της πλευράς που ήταν θνητή.

Το παραπάνω ποίημα της Λουίζ Γκλίκ (The Triumph Of Achilles) δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης, τεύχος 5, τον Μάιο του 2019, μαζί με το ποίημα "Ένας μύθος αφοσίωσης" (A Myth of Devotion). Η μετάφραση και στα δύο ποιήματα έγινε από τον Γιώργο Χουλιάρα. Τη δημοσίευση αυτή μας τη θύμισε το ιστολόγιο Lexilogia που δημοσίευσε τα δύο ποιήματα τόσο στην ελληνική μετάφραση όσο και στο πρωτότυπο.

Η Λουιζ Γκλικ* (Louise Elisabeth Glück) είναι η φετινή νικήτρια του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι αμερικανίδα ποιήτρια με ρίζες από τη Ρωσία (από τη μητέρα της) και την Ουγγαρία (από τον πατέρας της).

Στα ποιήματά της συχνά εμπνέεται από την ελληνική μυθολογία, όπου δίνει τις δικές της ερμηνείες και προεκτάσεις των αρχαίων μύθων. Στα έργα της η Περσεφόνη, ο Αχιλλέας, ο Πάτροκλος, η Κίρκη, ο Άδης, η Κόλαση...

Μετά την 11 Σεπτέμβρη του 2001, έγραψε ένα συγκλονιστικό ποίημα με τίτλο October (Οκτώβριος).


Tell me this is the future,
I won’t believe you.
Tell me I’m living,
I won’t believe you.

(Πες μου ότι αυτό είναι το μέλλον, / δεν θα σε πιστέψω. / Πες μου ότι ζω, / δεν θα σε πιστέψω).

Το ποίημα, αποτελούμενο από 6 μέρη, περιλαμβάνεται στη συλλογή Averno. Μπορεί κανείς να το βρει ολόκληρο εδώ (στο πρωτότυπο).

Απ' όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει έκδοση έργων της στα ελληνικά, δεν βρήκα ούτε στην επιλογή της Μαρίας Λαϊνά με ελληνικές μεταφράσεις ξένης ποίησης του 20ου αιώνα (Ελληνικά Γράμματα, 2007) που έχω στη βιβλιοθήκη μου. Όπως έχει ανακοινωθεί, αναμένεται σύντομα να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Στερέωμα σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού και Δήμητρας Κωτούλα. Μεμονωμένα ποιήματα έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς, όπως τα παραπάνω στον Χάρτη, κάποια στο ποιείν και αλλού.

Για την Γκλικ έχουν γραφτεί πολλά άρθρα σε διεθνή μέσα, ένα απ' αυτά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το αφιέρωμαπου  δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books τον Μάρτιο του 2013.

Κι αφού η φετινή βράβευση έγινε σε γυναίκα, να θυμίσω μερικά ακόμη γυναικεία ονόματα στα Νόμπελ Λογοτεχνίας: Όλγα Τοκαρτσούκ (διάβασα πρόσφατα το "Αρχέγονο και άλλοι καιροί"), Σβετλάνα Αλεξίεβιτς (διάβασα πρόσφατα επίσης το "Τσέρνομπιλ"), Ντόρις Λέσινγκ, Χέρτα Μίλερ, Αλις Μονρό, Ελφρίντε Γέλινεκ κ.ά., αλλά και τις σπουδαίες ποιήτριες Νέλι Ζακς και Βισουάβα Σιμπόρσκα). 

Επίσης, και λόγω βασικών σπουδών αλλά όχι μόνο, δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω ότι φέτος και το Νόμπελ Χημείας δόθηκε σε δύο γυναίκες χημικούς (στη Γαλλίδα Emmanuelle Charpentier και στην Αμερικανίδα Jennifer Doudna) και το Νόμπελ Φυσικής σε γυναίκα φυσικό (στην Αμερικανίδα Andrea M. Ghez που το μοιράστηκε με τον Γερμανό Reinhard Genzel και τον Άγγλο Roger Penrose)!

Το βιβλίο Proofs & Theories κυκλοφόρησε το 1995 και είναι συλλογή δοκιμίων για την ποίηση και τους ποιητές
 

......................................................

* Αν και στα ελληνικά δημοσιεύματα βρίσκουμε να εμφανίζεται και ως Γκλουκ, θεωρώ πως το σωστό είναι Γκλικ, με δεδομένη και τη γραφή του ονόματος. Μπορεί κανείς να ανατρέξει στη σελίδα της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου https://www.loc.gov/nls/about/organi...elines/efgh/#g, καθώς και στο https://www.bbc.com/news/entertainment-arts-54447291, στο μέρος του κειμένου με τίτλο "Analysis by Vincent Dowd, Arts Correspondent" όπου διαβάζουμε: Louise Glück (it's pronounced Glick) [...]. Και βέβαια, όπως πολύ σωστά σημειώνεται στη Λεξιλογία, Γκλουκ είναι ο γνωστός συνθέτης όπερας Gluck (χωρίς umlaut).

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2020

Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει


Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει.

Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα

γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα

γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα

Πολύ κρύο, πολύ κρύο. Πολύ κρύο εφέτος.

 

Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται

γύρω τους.

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους

έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.

 

Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ’ τη βροχή και την

απόσταση.

Η ανάσα τους είν’ ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,

πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν

και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σαν μητέρα

που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει.

 

Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω –

Ρίχνω και γω καμιά κουβέντα πού και πού

Όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά –

Φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο φως – ξύλο το ξύλο –

Κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το

παραθυρόφυλλο

 

Ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο

Γρασίδι

Και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των

Πεθαμένων.

Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.



Περιμένοντας σε λίγες ώρες την απόφαση για τη δίκη της ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Δεν είναι αθώοι. Οι Ναζί στη φυλακή.

Και ο αγώνας συνεχίζεται...

(Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το ποίημα Καπνισμένο τσουκάλι του Γιάννη Ρίτσου που μελοποιήθηκε από τον Χρήστο Λεοντή. Η αντιγραφή έγινε από την 13η έκδοση του Κέδρου, Απρ. 1977).

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2020

Εύη Κακατσάκη, ένας δύσκολος αποχαιρετισμός

Εύη Κακατσάκη
 

Ήταν 30 Σεπτέμβρη του 2014. Ήταν Τρίτη και όπως κάθε δεκαπέντε μέρες, είχαμε την προγραμματισμένη συνάντηση στα γραφεία του Συλλόγου, με ανοιχτή συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου και συζήτηση των μελών για θέματα που απασχολούσαν το Σύλλογο και το χωριό. Το χωριό είναι το Νίππος Αποκορώνου στα Χανιά και η συνεδρίαση ήταν του Συλλόγου Γυναικών "Περβολίτσια". Έτυχε να είμαι ακόμη κι εγώ εκεί, οπότε δεν θα έχανα τη συνάντηση, όχι μόνο γιατί μου άρεσε να βρίσκομαι με τις άλλες χωριανές, να κουβεντιάζουμε και να δοκιμάζουμε τις λιχουδιές που καθεμιά έφερνε για κέρασμα, μα και για ένα παραπάνω λόγο: γιατί η Εύη είχε γενέθλια. Η Εύη ήταν φίλη μου καλή, δεν μπορούσα να μην της πάω ένα λουλούδι. Αγαπούσε τόσο τα λουλούδια, η αυλή του σπιτιού της ήταν όλη μια πολύχρωμη, ευωδιαστή ομορφιά. Η Εύη Packeu-Κακατσάκη  ήταν η ιδρύτρια και πρόεδρος του Συλλόγου, ήταν η εμπνεύστρια των πολλών δράσεών του, ήταν η εμπνεύστρια συγκρότησης της Βιβλιοθήκης του Συλλόγου στην οποία έχουν συγκεντρωθεί περίπου 3000 βιβλία, κυρίως Λογοτεχνίας, Λαογραφίας και Ιστορίας, πολύ ενδιαφέροντα, ιδιαίτερης (και ιστορικής) αξίας και πολλά εκτός εμπορίου πλέον.

Η Sue είναι μόνιμη κάτοικος του Νίππους και καλή φίλη του χωριού

Όπως κάθε χρόνο στις 30 Σεπτέμβρη, έκανα και φέτος το τηλεφώνημα για τις ευχές μια και δεν ήμουν στο χωριό. Έκλεινε τα 75. Είχαμε μιλήσει την περασμένη Πέμπτη. Πού να φανταζόμουν ότι αυτή τη φορά ο γιος της ο Δάφνις θα σήκωνε το ακουστικό για να μου πει ότι η Εύη εκείνο το πρωί είχε φύγει για πάντα. Απίστευτο, αβάσταχτο. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά της, είχε τρεις γιους, κι εκείνοι την αγαπούσαν πολύ και την είχαν έγνοια, λαχταρούσε τα εγγόνια της στη Γαλλία, τα έβλεπε βέβαια πολύ συχνά στο Skype, στενοχωριόταν που δεν κατάφερε να τα δει λόγω κορονοϊού την τελευταία φορά που πήγε Γαλλία.  Ήθελε του χρόνου να βάλει κήπο νωρίτερα, ο κορονοϊός και η πολύμηνη απουσία στη Γαλλία δεν της επέτρεψαν να προγραμματίσει καλά τα κηπευτικά της φέτος. Του χρόνου όμως θα τα κανόνιζε αλλιώς... Έτσι μου 'λεγε. Πού τα ντοματίνια που μου 'δινε για τον Αντώνη τον εγγονό μου που αγαπούσε πολύ. Πού τα καλούδια που με φόρτωνε κάθε φορά, τα προσεγμένα τραπέζια, το αγουδουρόλαδο που μου ΄μαθε να χρησιμοποιώ για γιατρικό, οι ωραίες συζητήσεις που κάναμε. Στο Ραφιόλι όμως δεν προλάβαμε να πάμε. Δεν πήγαμε και στους Αρμένους για φαγητό, όπως της είχα προτείνει και της άρεσε η ιδέα. Ούτε προλάβαμε ν' ανοίξουμε τις κούτες με τα καινούρια βιβλία που είχε φέρει ο Στρατής για τη Βιβλιοθήκη.

Τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα.

Μια χωριανή μου είπε: "Η Εύη μας ένωσε, ένωσε το χωριό". 

Και γω που δεν γεννήθηκα στο χωριό, έλεγα ότι για μένα το Νίππος, μετά τον πατέρα μου, είναι η Εύη, γιατί μέσα από τη δική της φιλία το γνώρισα καλύτερα και το αγάπησα.

Η Εύη Κακατσάκη, πάνω απ' όλα, δημιούργησε μια εστία πολιτισμού σ' ένα μικρό χωριό, οραματίστηκε να ζωντανέψει τον γενέθλιο τόπο, να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά, να τους γνωρίσει με την τοπική ιστορία και παράδοση, αλλά και με την ιστορία και την παράδοση άλλων τόπων. Πολυποίκιλο και δύσκολο το έργο της (σ' επόμενη ανάρτηση θ' αναφερθώ εκτενέστερα). 

Είναι δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί σε τέτοιους ανθρώπους...

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Όνειρα



 "Τί κάνετε;" 

"Όνειρα. Να πάνε όλα καλά. Τί άλλο;"

Έτσι απάντησε η σχολική τροχονόμος σε μια μητέρα σήμερα το πρωί έξω από ένα σχολείο στα Χανιά. Ωραία ευχή. Και τα παιδάκια που πήγαν σήμερα στο σχολείο κάνουν όνειρα. Και τα πρωτάκια, που κοίταζαν γύρω γύρω σαστισμένα, ακόμη στον δικό τους ανέμελο νηπιακό κόσμο.

Τόση βιάση και σπουδή;
Για πού πας, καλό παιδί;
Κίνησες νωρίς-νωρίς
και τρεχάτος προχωρείς;
Στάσου δα να διασκεδάσεις
με τις ομορφιές της Πλάσης!
Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι 
του χινόπωρου τα κάλλη!

έλεγε το απλοϊκό ποιηματάκι του Τέλλου Άγρα "Πρώτη μέρα στο σχολείο". Ο Ηλίας Κατσούλης έβαλε τη δική του ματιά στον "μικρό γλυκό παλιό Σεπτέμβρη":

Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάμματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα
θέλει να παίξει ακόμα με τ' άστρα τ' ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου 
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι, 
του κλέβουν το τραγούδι...

Τα παιδάκια σήμερα, φορώντας τις μάσκες τους, έδιναν το στοίχημα της ζωής με όνειρα. Και καλά κάνουν.

Εμείς οι μεγάλοι είδαμε τις δασκάλες και τους δασκάλους να τρέχουν, να δίνουν οδηγίες, να μιλούν  με αγάπη στα παιδιά, είδαμε τη λαχτάρα τους να κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα, πιο δυνατά. Οτι δεν ήρθαν μάσκες ή παγουρίνια μικρό το κακό, πώς όμως να λειτουργήσουν τα σχολεία με λιγότερους δασκάλους; Πώς να φτάσει μία καθαρίστρια για όλο το σχολείο τόσες ώρες;

Όσο για τα παραπάνω που χρειάζεται να αγοράσουν οι γονείς, δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Μπρεχτ:

Κάθε χρόνο το Σεπτέμβρη σαν ανοίγουν τα σχολεία,
Στις συνοικίες οι γυναίκες μπαίνουν στα χαρτοπωλεία.
Και αγοράζουν σχολικά βιβλία και τετράδια για τα παιδιά τους.
Απελπισμένες ψάχνουν στα τριμμένα τσαντάκια τους
και την τελευταία δεκάρα,
όλο παράπονο
που η γνώση είναι τόσο ακριβή.
Κι όμως μήτε που υποπτεύονται
Πόσο κακή είναι η γνώση
Που προορίζεται για τα παιδιά τους

(Από τα "76 Ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, Θεμέλιο 1983, σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη).

Καλά όνειρα στα παιδιά που πήγαν σήμερα σχολείο. Καλά όνειρα στον εγγονό μου που είναι πρωτάκι σχολιαρούδι. Είχε την απορία αν θα μπορεί ν' αλλάζει θρανία στην τάξη. Κάνε όνειρα μικρέ...

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020

Ουρανός από στάχτη: η Νίκη Τρουλλινού ως ληξίαρχος της μνήμης και των οραμάτων


Η έλλειψη οράματος κουβαλάει μιαν αφόρητη μοναξιά, μια μοναξιά που φέρνει φόβο, γράφει στο ηλεκτρονικό μήνυμά της η Θάλεια, αναφερόμενη στις «Ζωές των άλλων», την εκπληκτική γερμανική ταινία που σε όλους μας έφερε τις ίδιες πικρές και αναστοχαστικές σκέψεις.

Η Θάλεια είναι η πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Νίκης Τρουλλινού "Ουρανός από στάχτη" (Ποταμός, 2020). Είναι από την Κρήτη, από το Ηράκλειο συγκεκριμένα, καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα, κάτοικος Εξαρχείων (ιδιαίτερη η αγάπη της Τρουλλινού για την περιοχή των Εξαρχείων, αναφορές βρίσκονται συνεχώς στα βιβλία της).

Η Θάλεια συνομιλεί, ανταλλάσσοντας ηλεκτρονικά μηνύματα, με τον Τηλέμαχο, που είναι θείος της, αν και μικρότερος στην ηλικία, υπήρξε κάποτε και εραστής, και που είναι στέλεχος σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με μια ζωή γεμάτη συσκέψεις και ταξίδια, ένας «πολυάσχολος τεχνοκράτης του κέντρου της Ευρώπης». Κι όμως ούτε αυτοί οι τεχνοκράτες μπόρεσαν να προβλέψουν ούτε να δαμάσουν το ηφαίστειο «με το παράξενο όνομα» που απλώθηκε στον ουρανό της Ευρώπης την Άνοιξη του 2010. Αρχή της οικονομικής κρίσης για την Ευρώπη, η Ισλανδία έχει ήδη περάσει από το στάδιο αυτό, έχει πονέσει, έχει πτωχεύσει, και τώρα εκδικείται.

Αλήθεια, η Ισλανδία εκδικείται ή η φύση η ίδια; Να μια κουβέντα που είναι πάλι τόσο επίκαιρη. Την κάνουμε τόσο συχνά, αλλά μέχρι εκεί. Τι κι αν η εκδίκηση λέγεται Αϊγιαφγαϊλαγιέκουλ (τόσο παράξενο για τη δική μας – γλωσσική και όχι μόνο – κανονικότητα είναι το όνομα του ισλανδικού ηφαιστείου), τι κι αν λέγεται φονική φωτιά στο Μάτι το 2018, φονική φωτιά στην Ηλεία το 2007, φονική φωτιά στην Πεντέλη το 1997, τι κι αν λέγεται πλημμύρες στη Μάνδρα το 2017, πλημμύρες στην Εύβοια το 2020, πλημμύρες στον Ποδονίφτη το 1994 (ποιος τις θυμάται αλήθεια…), τι κι αν λέγεται κορονοϊός το 2020… Τι σύμπτωση, αλήθεια, δέκα χρόνια από την έκρηξη του ηφαιστείου, μια άλλη έκρηξη δοκιμάζει όλο τον κόσμο ή, καλύτερα, σ’ αυτήν εδώ η φύση δοκιμάζει τις αντοχές της…

Μπορεί η καταστροφή να είναι τόσο όμορφη; ρωτά η Θάλεια τον Τηλέμαχο, κι εκείνος απαντά: Στη φύση, ναι. Κι εκείνη φτάνει τις περιγραφές εικόνων μέχρι την Πομπηία, εικόνες όπως τις θυμάμαι κι εγώ από εκείνη τη ζωντανή νεκρόπολη στη μοναδική φορά που την επισκέφτηκα πριν από πολλά χρόνια:

Ανάγλυφα κορμιά, πτυχώσεις από τα ιμάτια, οι ίδιοι εκείνοι που λάμπρυναν την Τέχνη στις τοιχογραφίες της πόλης τους, οι ίδιοι που έπιναν και γλεντούσαν στους ανασκαμμένους δρόμους της Πομπηίας. Ήταν άραγε πλεονέκτες και κείνοι;

Πλεονέκτες; Ε όχι δα, ο τεχνοκράτης των Βρυξελλών διορθώνει την «μεταφυσική» φίλη του: «συνδέεις την πλεονεξία με τη φυσική καταστροφή;»

Η Θάλεια είναι φιλόλογος σε γυμνάσιο. Τα παιδιά τρελαμένα με το ηφαίστειο. Η Ευρώπη όλη έχει παραλύσει κι εκείνα λες το απολαμβάνουν: «μα κυρία, τα πρωτόκολλα της σύγχρονης επιστήμης δεν προβλέπουν τον έλεγχο της Φύσης;», της λένε και ξεκαρδίζονται. Και τότε ακούγεται «το ατακτούλικο του τελευταίου θρανίου»:

Ρε κουφάλες δεν τα ελέγχετε όλα!

Δεν τα ελέγχουν; Ε και; Ακούστε μάθημα ιστορίας και γεωγραφίας μαζί. Κοντά τρεις εκατοντάδες νεκροί και αγνοούμενοι σε ανθρακωρυχείο του Βελγίου, ήταν Αύγουστος ’56 ή ’57, όλοι μετανάστες. Μαρσινέλ το μέρος.[1] Ανάμεσά τους κι ο Χαράλαμπος από την Πόμπια, Αρετή λέγαν την καλή του. Ποια ποινή επιδικάστηκε στον υπεύθυνο; 300 σημερινά ευρουλάκια. Το σημερινό μάθημα της καθηγήτριας Θάλειας: Μετανάστευση, η μυστική ιστορία της Ευρώπης. Άλλη μια ευκαιρία για τη συγγραφέα να μιλήσει για την πολιτική, για την Ευρώπη, για την ευρωπαϊκή αισιοδοξία του ’91 και την αυταπάτη, για την «βρυξελλιώτικη νομενκλατούρα», για τους ναζί («συνεπικουρούμενοι από τη σιωπή μιας ολόκληρης κοινωνίας»), για την πλατεία Μπέμπελ του Βερολίνου που έριχναν στην πυρά Κανέτι, Μούζιλ, Μαν, Ροτ, Μπρεχτ και όλη τη γερμανόφωνη λογοτεχνία της εποχής, για την Κρουπ που οδήγησαν στην κρεατομηχανή του πολέμου (μην ξεχνάμε και την Ζίμενς, συμπληρώνω εγώ)…

Η Κρήτη, το Ηράκλειο, ο κόσμος, η Θάλεια, ο Τηλέμαχος, οι μεγάλες πια γυναίκες της οικογένειας η Ερασμία και η Θεοδοσία, με βοηθό τη Νατάλια από το Ντονέτσκ, που ζουν σε μια πολυκατοικία (από αντιπαροχή) στη γειτονιά της Βαλιδέ Σουλτάνας (το οθωμανικό παρελθόν παρόν στην ιστορία της πόλης) και η ιστορία της οικογένειας, η κρητική οικογένεια, τα σόγια, η εξιστόρηση από τη γιαγιά Αργυρή παλιά δασκάλα, και το απόσταγμα:

Έγραψα όσα μπορούσα… Δεν είναι πάντα εύκολο… Βεβαίως. Σιγά που θα γκρέμιζες το μύθο του σογιού.

Κι ο μύθος του σογιού καλά κρατεί. Κι ας δοκιμάζει να τον αποδομήσει η εγγονή, η Θάλεια. "Οι οικογένειες της Κρήτης, οι οικογένειες παντού, τα μυστικά και οι ψίθυροι..."

Η ιστορία και η πολιτική δεν λείπουν από την ιστορία της οικογένειας, ο Βενιζέλος, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί, ο Στεργιάδης, οι αριστεροί διωγμένοι και αντάρτες στον Ψηλορείτη...

Περιπλάνηση στην πόλη, το Ηράκλειο, τη δεύτερη αγαπημένη της συγγραφέα μετά τη γενέθλια τα Χανιά· η Τρουλλινού το αγαπά πολύ το Ηράκλειο, είναι ζωντανή παρουσία στα δρώμενα και στην ιστορία του κι έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της δημιουργίας της στην ανάδειξη ξεχωριστών στοιχείων της πόλης. Το κάνει και σε τούτο το βιβλίο.

Περιπλάνηση και στις πόλεις της Ευρώπης. Η Τρουλλινού είναι μια φλανέρ, ταξιδεύει και παρατηρεί σημεία που συχνά ξεφεύγουν από το μάτι των τουριστικών οδηγών και τις φωτογραφικές μηχανές των μυριάδων ταξιδιωτών (δεν θα ξεχάσω από τα πολλά εκείνη την ωραία περιγραφή στο προηγούμενο βιβλίο της Με θέα στο Λεβάντε για το κατώφλι της Αγιά Σοφιάς όπου "τα δεκάδες εκατομμύρια πόδια που το πάτησαν ... το έτριψαν... το μετέτρεψαν από έργο Τέχνης σε έργο Ζωής, δηλαδή Τέχνης πάλι"). 

Κι εδώ μας δίνει πάλι τέτοιες εικόνες. Δίνει μια εξαιρετική τοιχογραφία των γειτονιών της Αθήνας και ιδιαίτερα των Εξαρχείων. Και από τις μυρωδάτες νεραντζιές της Διδότου, πετιέται στην Αντιβουνιώτισσα της Κέρκυρας με τις παλιές εικόνες του Κλώντζα και του Δαμασκηνού κι από κει στις "μεγάλες πολιτείες του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης". Και πάει στην ενιαία Γερμανία που "ναρκισσεύεται στα αμπέλια της και αγοράζει φτηνά ό,τι απόμεινε από την πάλαι ποτέ κραταιά βιομηχανία των Όστις" (ποιος ήταν ο μεσίτης αυτό δεν γράφεται στη Λογοτεχνία, συμπληρώνει με τον πάντα θαρραλέο λόγο της η συγγραφέας). Και γυρνά πίσω στο Δυτικό Βερολίνο, εκεί που άκουσε για πρώτη φορά μουσική με στίχους στα γίντις από μια μπάντα με Εσκεναζίμ νεαρούς που έπαιζαν ακορντεόν και τραγουδούσαν, κάτω από την ίδια τέντα "που ο Βέντερς γύρισε την ταινία O YES", την αγαπημένη της· στο Δυτικό Βερολίνο "μ’ εκείνο το εμμονικό προαίσθημα μιας εποχής που τελειώνει".

Ταξιδεύει στην αγαπημένη μου Κρακοβία (η πρώτη μου ταξιδιωτική εμπειρία το ‘75) και βλέπει "τον μουσικό με την τρομπέτα στην κορφή του καμπαναριού να μετρά τις ώρες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα". [2]  Κι ύστερα βλέπει καμιόνια και στοιβαγμένους γέροντες, σοφούς γιατρούς και τις κόρες του ράφτη της γωνίας, τις εύπορες κυρίες με τα καπελίνα τους και τις υπηρέτριες στριμωγμένες στο σίδερο της άκρης «μια ολόκληρη κοινωνία με όλα κείνα που την ενώνουν και τη χωρίζουν πάνω σε φορτηγά προς τον όλεθρο». Στην έξοδο από το Μπίρκεναου μια γυναίκα από το Ρέθυμνο έβγαλε σταφίδες και ρακί, χοές στη μνήμη όλων των χαμένων.

Είναι η νοσταλγία των ταξιδιών που τρώει τη Θάλεια; Είναι η αίσθηση του επείγοντος, οι αλλαγές που έρχονται και που μας ξεπερνούν, γράφει.

Ο συγγραφέας, λέει, είναι ληξίαρχος της μνήμης, είναι επεξεργαστής της μνήμης, είναι παραγωγός φρέσκιας μνήμης από παλιά υλικά, αντιγράφοντας, όπως σημειώνει, τον Δ.Κ.[3] Αυτό ακριβώς κάνει η Νίκη Τρουλλινού και το κάνει τόσο καλά, το κάνει όταν αναφέρεται στους τόπους και όταν αναφέρεται στα γεγονότα και στους ανθρώπους. Την χαρακτηρίζει η παρατήρηση της παραμικρής λεπτομέρειας, αυτό που φαίνεται κι αυτό που είναι από κάτω. Βρίσκει αφορμή από τα πράγματα που παρατηρεί, από ανθρώπους, καταστάσεις και γεγονότα για να κάνει τα, συχνά καυστικά αλλά πάντα εύστοχα, θαρραλέα σχόλιά της.

Και σ’ όλη αυτή την περιπλάνηση, σαν κεντρική ιδέα πλανιέται η ερώτηση που απευθύνει σ’ ένα από τα μηνύματά της η Θάλεια στον Τηλέμαχο:

«Πού πάει η Ευρώπη που ονειρευτήκαμε;»

Κι ύστερα, σκέψεις, λόγια βαλμένα σε μικρές ενότητες, σαν παρατηρήσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας που νιώθει την ανάγκη να καταθέσει, νομίζεις διακόπτοντας τη ροή της ιστορίας της και τα μηνύματα στον Τηλέμαχο· ή μήπως είναι μέρος της ιστορίας; Είναι οι σκόρπιες σημειώσεις της Θάλειας, μιας γυναίκας που μεγαλώνει, ωριμάζει, ασπρίζουν τα μαλλιά της, και οι μνήμες ανακατεύονται με τις σημειώσεις.

Κι ύστερα, η επιστροφή στις ρίζες. Γιατί αλήθεια; Νίκησαν η μοναξιά, η απογοήτευση κι ο φόβος; Η Ιστορία, γράφει, «μας είχε ξεχάσει στη βολή μας, μας ξαναθυμήθηκε με βία και πείσμα – τη φωνάξαμε κι εμείς, δεν αντέχουμε χωρίς την απαισιόδοξη εκδοχή της».

Η Νίκη Τρουλλινού παίζει με το στυλ γραφής, γράφει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μα δοκιμάζει και τριτοπρόσωπη κάποια στιγμή, γράφει για τα χρόνια της κρίσης που όλα ήρθαν τα πάνω κάτω και γράφει για όλους εμάς που κοιτάμε όλα να περνούν μπροστά από τις οθόνες μας, κι εμείς

αλαλία, ουσιαστικό με δύο λάμδα, λέξη που θέλει να ουρλιάξει

Επειδή στο τέλος με αναζητάς την αναγνώστρια (τον αναγνώστη), εδώ είμαι· κρατώ το βιβλίο σου· δεν μπορώ να ουρλιάξω· δεν ξέρω αν θέλω να ουρλιάξω· συλλογιέμαι· αναστοχάζομαι. Τι μέρα η σημερινή: 21 Αυγούστου του 1866 ξεκίνησε η επανάσταση για την απελευθέρωση της Κρήτης (1866-18969), 21 Αυγούστου 1916 ξεσηκώνονται οι μεταλλωρύχοι της Σερίφου, 21 Αυγούστου του 1968 η Πράγα. 

Τι καλοκαίρι κι αυτό...

Αύγουστος του 2020


[1] Πιο συγκεκριμένα, ήταν 8 Αυγούστου του 1956, 262 οι νεκροί, εργάτες ανθρακωρύχοι, μετανάστες από 15 χώρες (περισσότερα εδώ και εδώ). Ας θυμηθούμε και το τραγούδι του Καζαντζίδη σε στίχους Κώστα Βίρβου "Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές".

[2] Κι εγώ θυμούμαι στο ταξίδι του ’99 να περπατώ στο κάστρο της πόλης και ν’ ακούω μια μουσική π’ απλώνεται σ’ όλο το λόφο και αναζητώντας από πού έρχεται ανακάλυψα ένα όμορφο μικρό δισκάδικο σε μια τρύπα του λόφου κι αγόρασα τον δίσκο. Ήταν το Rondò Veneziano. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους δίσκους (κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1980) της ομώνυμης ιταλικής ορχήστρας δωματίου που ίδρυσε ο Gian Piero Reverberi το '79 (ο οποίος υπογράφει και τη μουσική της ορχήστρας) και εξειδικεύεται σε μουσική μπαρόκ. Ένα δείγμα από τον δίσκο εδώ με το πρώτο κομμάτι που επίσης ονομάζεται Rondo Veneziano.

[3] Στο Σώμα Νέων Ελληνικών Κειμένων που έχει συγκεντρωθεί στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα  βρήκα το κείμενο του Δημοσθένη  Κούρτοβικ με τίτλο «Η τυφλή μνήμη μας», όπου κι αυτός περιδιαβαίνει πόλεις, δημοσιευμένο στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων, 15-3-2003.