Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Παιδονόμος, ο επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων, δηλαδή... ο μπέιμπι σίτερ

Παιδονόμος, διαβάζω στο λεξικό Δημητράκου, είναι "ο εκ διορισμού επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων εν ταις οδοίς και τω σχολείω".

Με αφορμή την όλη κουβέντα για παιδονόμους και παιδονομία ύστερα από την παρέμβαση της αστυνομίας σε δυο κινηματογράφους της Αθήνας, με εντολή της Υπουργού Πολιτισμού(!), για να αποτρέψουν νέους κάτω των 18 ετών να παρακολουθήσουν την ταινία "Τζόκερ", θυμήθηκα τον παιδονόμο στα Χανιά. Γύριζε στα σχολεία της Κοραή μα και σ' όλη την πόλη με ποδήλατο, ήταν αυστηρός, βλοσυρός, κι αλίμονο στα κορίτσια αν φορούσαμε μίνι, αν η ποδιά μας ήταν κοντή,  αλίμονο αν οι μαθητές και οι μαθήτριες της πόλης κάναμε κάτι "μη πρέπον", κάτι εκτός τάξης και ασφάλειας, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας, τάξις και ηθική το απαιτούμενο, οι λογής ιεροδιδάσκαλοι έκαναν τη δουλειά τους.

Αλλά, για να μην μείνω στις τοποθετήσεις, προτίμησα να παραθέσω ένα αφήγημα του Χαράλαμπου Μπουρνάζου, γραμμένο στο κρητικό ιδίωμα με μπόλικη κωμική και σατιρική διάθεση, που δημοσιεύτηκε πριν από χρόνια στα Χανιώτικα Νέα. Το αντιγράφω από το φύλλο της εφημερίδας 18 Μαρτίου 2014 (http://www.haniotika-nea.gr/o-chiros-o-sakorafos-o-pedonomos-ke-methisi-tou/).

Και παρακαλώ, αν εντοπίσετε ομοιότητες με αυτά που ζούμε στις μέρες μας, αδικείτε τον καημένο τον Σακόραφο. Αλλιώτικος ο πολιτισμός των ημερών...




Ο χοίρος ο Σακόραφος ο «παιδονόμος» και το… μεθύσι του

Την Αλισάβη, τη γυναίκα του Γαβρίλου του Σκορπιού (Σκορπιουδάκη τονε γράφανε στο μητρώο), τηνε λέγανε οι χωριανοί «κουνέλα», γιατί σαν την κουνέλα όλα γέννα – 12 για την ώρα είχε γεννημένα, ούλα σερνικά, τα τέσσερα δίδυμα, από 11 ως 2 χρονώ το πλιά μικιό. Μα τα κοπέλια, αντίς να τα λένε, όπως άρμοζε στην περίσταση, Κουνελάκια ή Σκορπιουδάκια, τα βγάλανε Σακοραφάκια, και νάτε το γιατί:
Τα καλοκαίρια που η Αλισάβη επήγαινε και δούλευε σε ξένα χωράφια κι έλειπε ολημερίς τση μέρας, εφόρτωνε το πρωί τα κοπέλια, όσα χωρούσαν στσι δυο κοφινίδες του γαϊδάρου του Μπουρίκο, το πλια μικιό το ’παιρνε στη ράχη της και στα μεγαλύτερα έδουδε ένα καλάμι γι’ άλογο, τάβανε μπροσταρόκριγιους στην πομπή και τα πήγαινε στσι Μαραθομούρες σε μια χωράφα, γονική της προύκα, μισή λιόφυτο, μισή αμπέλι. Εκειδά τα ξεφόρτωνε και τα παρέτα, μαζί με το χοίρο που τον άφηνε να τρώει πεσμένα σύκα κι απίδια. Αμολητά τ’ άφηνε και τα κοπέλια, να κόβουνε μοναχά τους σύκα, σταφύλια, μούρνα, βάτσινα. Τον Μπουρίκο τον έδενε σε μιαν ελιά για να ’χει δροσιό και του ’ριχνε ένα μάτσο ξενικοσταριές.

Ο χοίρος ο παιδονόμος
Και το χωρατό ήτονε πως το γουρούνι έκανε τον… παιδονόμο· τη μπέιμπυ σίτερ, που λένε κι οι Ευρωπαίοι! Γιατί, μαθημένο ως ήτονε το έξυπνο και καλοσυνάτο ζωντανό να θωρεί ούλη μέρα τα κοπέλια, εσυνήθισε την παρέαν τωνε, κι ως εβγαίνανε από τα χωράφια, εφώνιαζε σα να το ’σφαζες! Κι όσοι χωριανοί, από τα γειτονικά χωράφια –γιατί τότες οι ανθρώποι δουλεύανε στα χωράφια για να βγάλουνε το ψωμί τους– γροικούσανε τσι φωνές του χοίρου, καταλαβαίνανε κι ελέγανε πως:
«Τα προκομμένα τσ’ Αλισάβης επήρανε πάλι τσι δρόμους αδέσποτα!». Και τωνε φωνάζανε να μπούνε γρήγορις στ’ αμπέλι, γιατί θα πάνε με μια βέργα να τα βιτσίσουνε στον πισινό τωνε το γδυμνό. Κι εκείνα φοβούντανε τη βίτσα κι εγυρίζανε αμέσως στην παιδική τωνε χαρά, κι ευθύς εκαταλάγιαζε κι ο χοίρος, που τα καλωσόριζε με τη γλώσσα του και την ορά του, που την έκανε δαχτυλίδια.

Γι’ αυτήνα την επιστασία των κοπελιώ βαφτίσανε το χοίρο του Σκορπιού, Σακόραφο. Τον ονοματίσανε δηλαδή με τ’ όνομα του επιστάτη του σχολειού, που κι αυτός, ως εσκαρφαλώνανε τα δασκαλάκια στο διάλειμμα το μπεντένι του περίβολου για να βγούνε όξω στην αλάνα, εσφύριζε με τη σφυρίχτρα του και τ’ αναμάζωνε μέσα, βιτσίζοντάς τα με την κυδωνόβεργα στον πισινό. Κι από τον καινούργιο μας, τον τετράποδο Σακόραφο, τα βγάλανε τα κοπέλια Σακοραφάκια!
Το ρούχο τωνε ήτονε ένα φαντό ποκαμισάκι πούφτανε ως το μπιρμπιτσόλι ντως, έτσα που τα πράματά τους, ξεβράκωτα ως ήταν τα πλια μικιά, εκκρέμουνταν γδυμνά κι ελεύθερα να κάνουν το νερό τους, ψιλό, χοντρό, ό,τι ώρα είχανε την ανάγκη.

Τα κοπέλια αμολημένα, πεινασμένα ως ήτονε, επέφτανε στα σταφύλια, σύκα, βάτσινα, μούρνα, ξινόμουρνα κι επασαλείφανε χέρια και μούτρα που τα βάφανε μενεξελιά. Και το χωρατό ήταν τότες που τα ’δε μια Αμερικάνα περιηγήτρια σε τέτοια χάλι, γδυμνά τα μικιά και πασαλειμμένα και με το εργαλείο τους πεταμένο όξω σαν τον πύρο του βαρελιού, κι είπε: «Τ’ αγγελούδια μου!». Τα φωτογράφισε μάλιστα τα χερουβείμ του παραδείσου του Σκορπιού, γιατί, λέει ίδια κι απαράλλαχτα ήτονε με τσι ζωγραφιές του Μεγάλου Πέτρου τσ’ εκκλησίας του Πάπα. Έγραψε μάλιστα και στη φωτογραφία που έμπεψε τσ’ Αλισάβης, μαζί μ’ ένα εκατοδόλαρο: «Στα χαριτωμένα αγγελούδια μου». Μάριον Τζόνσον, υπογραφή. Για να θυμούνται ως τα γεράματά τους την παράδεισο του Σκορπιού με τα παραδείσια ζώα, το γάιδαρο τον Μπουρίκο, το χοίρο το Σακόραφο, τσ’ αρκάλους, τσι ζουρίδες, τσι καλογιαννούδες και τσι κατσοχοίρους!

Κι οι χωριανοί, που τέτοιαν ευκαιρία δεν την αφήνουνε βέβαια να πάει χαμένη, μετονομάσανε πάλι τα κοπελάκια, από Σακοραφάκια, Αγγελουδάκια. Μικιά Αγγελουδάκια λέγανε το Στελιό, το Μανωλιό, το Μανουσιό και τ’ αποδέλοιπα, και το πλια μεγάλο, το Μιχαήλο, Αρχάγγελο Μιχαήλο το βγάλανε! Κι άκουες κι έλεγες κι αμάρταινες άθελά σου, για το που γίνηκε Σακόραφος κι ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Κι ο Σκορπιός, σαν τ’ άκουε, άφριζε από τη μάνητά του, να τ’ αλλάξουνε τ’ όνομα τσ’ οικογένειάς του!

«Ένα όνομα, μωρέ, έχει ο καθένας», έλεγε κι έδερνε σαν εμέθυε την Αλισάβη, γιατί εκείνη από τη χαρά τζη έδειξε τη φωτογραφία των Αγγέλων στσι γειτόνισσες κι εμαθεύτηκε στο χωριό. Πράμα συνηθισμένο βέβαια αυτά τα ξυλοφορτώματα, το καλοκαίρι μάλιστα που αποσπερίζανε οι χωριανοί σ’ αυλές και γειτονιές κι ο Σκορπιός εμέθυε κι αρχίνιζε την Αλισάβη στσι ραβδές, κι αυτή για να σωθεί εκάλιε σε βοήθεια τσι γειτόνους, κι εκείνοι, που την αγαπούσαν, εγλακούσαν να τηνε ξεμιστέψουν. Μια βολά μάλιστα, που μέθυσε πάλι, πήρε μια παλιά ξιφολόγχη, φοβερίζοντας πως θα σφάξει την Αλισάβη που του γέννησε τόσανα στόματα και πού θα το βρίσκει το ψωμί να τα ταΐζει… Επρόκαμε όμως ο Μανουσιός Άγγελος κι εδραπέτεψε από το παραθυράκι τ’αχουριού κι έπαιξε την καμπάνα τ’ Αη-Γιαννιού, κι επήγε τότες το μισό χωριό με ραβδιά και τον ευρήκανε τον Σκορπιό με «μάχαιραν αμφίστομον», ως είπε ο Παπά-Ευλάμπιος, να φοβερίζει πως θα τσι σφάξει ούλους. Κι είπε τότες ο παπάς:

«Ετούτος, χωριανοί, είναι ο ίδιος ο Ηρώδης, ο θηριώδης, και θαν αρχινίξει σφαγή νηπίων!».
Μα τον άκουσε ο Σκορπιός κι επροσβλήθηκε, κι είπε του παπά πώς είναι ο Αρχάγγελος Γαβρίλης, που ίδια κι απαράλλαχτα βαστά τη σπάθα στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών. Τούπε τότες κι ο παπάς για να τονε μερέψει:

«Ναίσκε, ο Αρχάγγελος Γαβρίλης είσαι, κι όι ο βερζεβούλης ο Ηρώδης, μόνο να καταλαγιάξεις και να μη φοβερίζεις την Αλισάβη και τα κοπέλια».

Κι ησύχασε ο Σκορπιός. Μόνο που από τότες το χωριό είχε –Θεέ μου συγχώρεσέ με– τέσσερις Αρχαγγέλους: τον Γαβρίλο το Σκορπιό, το Μιχαήλο τον μικιό Σκορπιό κι άλλους δύο ζωγραφιστούς Μιχαήλ και Γαβριήλ, στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών.

Το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως

Και σαν να μην μας εφτάνανε τα μεθύσια του Γαβρίλο, εμέθυσε μιαν αργαδινή κι ο χοίρος ο Σακόραφος. Και να τε πως εγινήκανε τα πράματα:

Ζέστη, απού’ σκα ο τζίτζιρας είχε κείνη την ημέρα και τ’ αγγελούδια πάντα σ’ εκδρομή στσι Μαραθομούρες, με την παραμάνα τους τον χοίρο, που αμολητό ως τον είχανε στη χωράφα, έτρωε σύκα κι απίδια που πέφτανε από τα δεντρά, μα νερό βέβαια δεν είχε. Κι ως εγυρίσανε το βράδυ στο σπίτι, εμπήκε ο χοίρος στο κατώι όπου ήταν η βαρέλα του κρασιού, κι επήγε να ξυστεί στην κάνουλα. Μα με το πήγαιν’-έλα τση ράχης ντου άνοιξε η κάνολα κι επλημμύρισε το κατώι κρασί. Και κορακιασμένος από τη δίψα, ως ήτονε, αρχίνιξε να πίνει, ώστενα που εγίνηκε σκνίπα στο μεθύσι. Κι έτσα ξεκουτουνιασμένος εβγήκε στο τσαρσί και χοροπήδα κι εγιουρούντα στσ’ ανθρώπους, σαν το λιονταρή. Κι είπε τότες ο Μπουρδελέτζος ο Κωστής:

«Ελύσσιαξε, μωρέ, ο χοίρος ο Σακόραφος και θα μασέ καταλύσει!».

Τέτοιο πράμα δε μας είχε ξανασυμβεί, κι όπως δεν εκατέχαμε το αίτιο για τα καμώματα του γουρουνιού, γιατί μόνο αργά το μάθαμε από το Σκορπιό, εμιστοπιστέψαμε το Χρουσό το ζαβό, τον Ονειροκρίτη, ως το λέγαμε, γιατί εξήγα και τα ονείρατα, που είπε πως:
«Ετούτονά δα ’ναι, κακονίζικα, το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως!».

Κι ένα-δυο γυναίκες εκάμανε το σταυρόν τους, κι είπανε και το «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Μα ως επήγε ο χοίρος να γιουρουντίξει του Γιώργη του Καραγκιουλέ, δεν τάχασε ο Καραγκιουλές, μηδέ πίστεψε πως είναι το τέρας τσ’ Αποκάλυψης, μα του’ δωκε μια χουρχουδέ με τη φορφωτήρα του γαϊδάρου του και τον εσιχτίρισε:
«Aσιχτίρ, Σακόραφε, που θα μου κάνεις εμένα το νταή!».

Μ’ αυτά τα σιχτιρίσματα του Καραγκιουλέ μάς τα μπλέξανε πάλι χειρότερα τα πράματα. Γιατί, στην ώρ’ απάνω, το ’καμε ο δαίμονας να περνά με τη δικολογιά του από την πλατέα ο αληθινός Σακόραφος, ο παιδονόμος του σχολειού. Κι επροσβλήθηκε βέβαια ο άνθρωπος κι είπε του Καραγκιουλέ ν’ αναμαζώξει τη γλώσσαν του ο ανεμογάμης. Κι εχύμηξε ο γεις τ’ αλλουνού και με τσ’ αμπωχτές τωνε φουκαρώσανε στο διπλανό καφενείο του Φραγκιού, και νταραγκουνήσανε την κονσόλα με τ’ ανθοδοχείο τση Φραγκιούδαινας κι έπεσε στσι κεφαλές τωνε το γυαλί με τα πούλουδα και τα νερά και τσι ’καμε σιχριντί μπερμπελέσι. Εμπήκανε ωστόσο στο χορό, για να υπερασπιστούνε το Σακόραφο, η δικολογιά του και ο παπάς, γιατί του κατέβαζε ο Καραγκιουλές τα εικονίσματα με τα γαμοσταυρίδια του, κι όξω στην πλατέα αρχινίξανε το χαβαλέ τους τα κοπέλια, που βολοσέρνανε μια λαμαρίνα, κι εκάνανε ένα διαόλου γουργουλέ απού ξεσήκωσε το χωριό στο πόδι κι εκατέβηκε συγκλώναρο στο τσαρσί. Και καλά που μπήκανε στη μέση οι γυναίκες, που φωνάζανε στσ’ άντρες τωνε:
«Για όνομα του Θεού, κάμετε!».

Εφοβέρισε κι ο παπάς πώς θα κάμει γενικόν αφορεσμό, σα δε φοβούνται οι γουρσουλαμάδες τσ’ Αγίους να βλαστημούνε σαν τζι Χαλιχούτηδες, όξω από την εκκλησία των Ταξιαρχών. Κι ετσά καταλαγιάξανε.

Μα ο άλλος Σακόραφος, ο χοίρος, δεν είχε ησυχασμό, γιατί, εξόν το μεθύσι του, τον είχε ζωγλάνει η φορφωτήρα που του’ παιξε ο Καραγκιουλές. Μα ’μπεψε ο Θεός και φάνηκε τ’αφεντικό του ο Σκορπιός, που μας εφώναξε να μην το πειράξομε το ζώο, γιατί δεν είν’ ευτό δαιμονισμένο, παρά ’ναι μεθυσμένο, κι ό,τι κάνει το μεθύσι του το κάνει.

«Αφερίμ, μωρέ», του ’πε τότες ο παπα-Ευλάμπιος. «Δε μας έφτανες του λόγου σου, τζιλικουντάνη, παρά θάν’ έχομε ’δα και τα μεθύσια του χοίρου σου!».

Μα με το να δει το γουρούνι τ’ αφεντικό του, εμέρεψε κι έθεκε να κοιμηθεί στο πεζοδρόμι, κι άνθρωπος δεν το πείραξε, γιατί φοβούμασταν μην ξυπνήσει και τ’ απανωδιώξει και μάσε γιουρουντήξει πάλι…

Φιλώ σας κατακούτελα
Ο ΓΕΡΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
και ο γραμματικός του
Χαράλαμπος Μπουρνάζος



Και μια τελευταία σημείωση: Στο Λεξικό Δημητράκου βρίσκω επίσης τον γυναικονόμο, που είναι "ο άρχων εν Αθήναις εντεταλμένος ειδικώς την εποπτείαν των ηθών και της ευκοσμίας των γυναικών". 
Δίνω ιδέες;

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Η μπαλάντα του ξενιτεμένου, του Νάνου Βαλαωρίτη



Η μπαλάντα του ξενιτεμένου

                                            για τον Κωσταντίνο Ν.

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.

Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;

Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.

Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.

Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.

Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.
6.5.1983
(Από τα "Ανιδεογράμματα", Καστανιώτης, 1996).


Ξεφυλλίζοντας από το Διαδίκτυο το βιβλίο για τη γενιά μπιτ στο Σαν Φρανσίσκο (Φερλινγκέτι, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ κ.ά. κι ανάμεσά τους ο Νάνος Βαλαωρίτης) με τίτλο The Beat Generation in San Francisco: A Literary Tour, διαβάζω ότι τον Απρίλιο του 1972 το βιβλιοπωλείο και εκδοτικό City Lights διοργάνωσε ποιητική βραδιά με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ελληνική αντίσταση απέναντι στο χουντικό καθεστώς, με την παρουσία συγγραφέων και από την Ελλάδα. Στην εκδήλωση συμμετείχαν πολλοί εκπρόσωποι της γενιάς μπίτ της πόλης και ανάμεσά τους ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο Λώρενς Φερλινγκέτι. Ο τελευταίος, μάλιστα, διάβασε το ποίημά του "40 αλλόκοτες ερωτήσεις για το καθεστώς στην Ελλάδα και ένας λυγμός για ελευθερία", όπου μια ερώτηση ήταν: "Από πού θα πάρουμε το πλοίο για την Πολιτεία του Πλάτωνα;"

Από πού;

................................................................................................

Σημείωση: Είχα ήδη γράψει και παλιότερα (εδώ και εδώ) για τον Αμερικανό προοδευτικό ποιητή και διανοούμενο Λώρενς Φερλινγκέτι και για το City Lights, το ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο και εκδοτικό που άνοιξε ο ίδιος το 1953 και λειτουργεί ακόμη.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

Ο Μπαλζάκ περί δημοσιογραφίας και ελευθερίας του Τύπου




Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον μα και επίκαιρο ένα κείμενο του Μπαλζάκ για τη δημοσιογραφία γραμμένο το 1842, όπως το μετέφρασε ο Κώστας Κουτσουρέλης. Το αντέγραψα από το ιστολόγιο του Νέον Πλανόδιον που διευθύνει ο ίδιος. 

Μπαλζάκ, Περί δημοσιογραφίας 

Τον Τύπο τον εξολοθρεύεις με τον ίδιο τρόπο που εξολοθρεύεις μια κοινωνία: αφήνοντάς τον ολότελα ελεύθερο. 

Eφημερίδα που δεν αυξάνει τους συνδρομητές της, όσους και να ’χει βρίσκεται σε παρακμή. 

Χτύπα πρώτα, εξηγείς μετά. Το δυσφημίζειν και το συκοφαντείν δεν είναι ποινικώς κολάσιμα.

Με τα δώδεκα ή δεκαπέντε φράγκα του τον μήνα ο συνδρομητής τιμά το «Γνώμη μας είναι φυσικά η δική σας».

Ελεύθερος είναι ο Τύπος μόνο απέναντι στους αδύναμους και τους απροστάτευτους.

Ο Τύπος μοιάζει με γυναίκα: υπέροχη όταν ψεύδεται, δεν παραιτείται μέχρι να αναγκαστείς να την πιστέψεις. Και το κοινό, σαν αγαθιάρης σύζυγος, πάντα υποκύπτει. 

Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Monographie de la presse parisienne, 1843 (μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης).

Τα σχόλια περιττεύουν. 
Ενδιαφέρον και το αξίωμα κάτω από την εικόνα, μια από τις πολλές χαρακτηριστικές εικόνες του πρωτότυπου βιβλίου. Σήμερα, στην τηλεόραση σίγουρα, αντί για κρινολίνα συναντάμε "γλάστρες" (Ξεφυλλίστε ολόκληρο το βιβλίο εδώ). 

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Της αγάπης την ουσία τη μετρώ στην απουσία


Της αγάπης την ουσία
τη μετρώ στην απουσία


Πόση αλήθεια κρύβουν τα λόγια τούτα που έγραψε ο Μίλτος Πασχαλίδης και τραγούδησε ο αγαπητός μας Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Και τώρα, η απουσία του Λαυρέντη, η ξαφνική, η παντοτινή, μας γεμίζει θλίψη και παράπονο και ανασφάλεια. 

Όμως, ας αφήσουμε τους πολύ κοντινούς του ανθρώπους να νιώσουν αυτή την ουσία της αγάπης από την απουσία του, είναι γι' αυτούς και γι' αυτές πόνος αβάσταχτος, η απουσία του θ' αναμετρηθεί με την ουσία της αγάπης, είναι αλήθεια.

Κι εμείς προσπαθούμε να δεχτούμε την απουσία, θα θυμόμαστε όμως το γέλιο του, εκείνο το μόνιμο καλοσυνάτο χαμόγελο και θα τραγουδάμε τα τραγούδια του. Βλέπω εικόνες από τη συναυλία στο Λυκαβηττό του 2008, εκατοντάδες ο κόσμος όρθιοι, νέοι οι περισσότεροι, έχουν ξεσηκωθεί, τραγουδούν και χοροπηδούν. Ας θυμόμαστε τον Λαυρέντη έτσι, όπως τότε, όπως κάθε φορά, ας τραγουδήσουμε τώρα τον Τούρκο στο Παρίσι (μουσική δική του, στίχοι του Ισαάκ Σούση).
Καλό σου ταξίδι τερμίτη Λαυρέντη!



Μου γράφεις δε θα `ρθεις για διακοπές
χρωστάς μαθήματα μου λες
φωτογραφίες στέλνεις απ’ το Λούβρο
και άλλες με τον γάτο σου τον Τούρκο
ο Τούρκος να πηδάει στα σκαλιά
και ύστερα παιχνίδια να σου κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Μου γράφεις πως σου έλειψα πολύ
μου στέλνεις χάρτινο φιλί
το χρόνο σου μετράς για το πτυχίο
το γράμμα μου σου φάνηκε αστείο
κι ο Τούρκος στη μοκέτα αραχτός
φιλίες με τους Γάλλους σου να πιάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Συγχώρα με που γίνομαι μικρός
μα η ανάγκη να σε νιώσω είναι μεγάλη
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

Το Διεθνές Συνέδριο Βιβλιοθηκών της IFLA στην Αθήνα




Ξεκινά σήμερα τις εργασίες του στην Αθήνα το 85ο Συνέδριο της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ενώσεων Βιβλιοθηκών και Ιδρυμάτων IFLA (International Federation of Library Associations and Institutions) με την υποστήριξη της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ) και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας. Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και θα διαρκέσει μέχρι την Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019.

Θέμα του είναι “Libraries: dialogue for change” (Βιβλιοθήκες: διάλογος για αλλαγή). Γίνεται αντιληπτό ότι το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού είναι υπαρκτός ο προβληματισμός για τον ρόλο των βιβλιοθηκών στη σημερινή εποχή. Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται απλώς από την τεχνολογική επανάσταση με την εξέλιξη των τεχνολογιών πληροφορικής και πληροφόρησης, όπως σημειώναμε πριν από μερικές δεκαετίες και όπου οι βιβλιοθήκες ήταν πρωτοπόρες στην αξιοποίηση αλλά και στη συμβολή της περαιτέρω ανάπτυξής τους· σήμερα, οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών αναπτύσσονται συνεχώς και εξελίσσονται ταχύτατα, όμως αυτό που κυριαρχεί (λόγω και αυτών των τεχνολογικών επιτευγμάτων) είναι η δυνατότητα διάχυσης της πληροφόρησης από ποικίλα και διαφορετικά μέσα, θα έλεγα η πραγματική πληροφοριακή έκρηξη (σε σύγκριση με αυτά που λέγαμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αναφερόμενοι στην εκθετική ανάπτυξη της, επιστημονικής κυρίως, πληροφόρησης). Γι’ αυτό θα έλεγα καλύτερα ότι γενικά κυριαρχεί η δυνατότητα διάχυσης κάθε πληροφόρησης με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιαδήποτε μορφή, με κάθε μέσον και με οποιαδήποτε κριτήρια ποιότητας. 

Έτσι, συχνά ακούγεται ο προβληματισμός «και τι χρειάζονται πλέον οι βιβλιοθήκες, αφού όλα τα βρίσκω στο Διαδίκτυο;». Θα απαντούσα ότι δεν είναι έτσι βέβαια, ότι οι βιβλιοθήκες έχουν ως βασικό ρόλο και χαρακτηριστικό την οργανωμένη διαχείριση της ανθρώπινης γνώσης και ότι οι βιβλιοθήκες είναι οι θεσμοί που (από πάντα) έχουν ως κύριο αντικείμενο ενασχόλησης την αλυσίδα διαχείρισης των πληροφοριών (αναζήτηση, ανάκτηση, απόκτηση, συλλογή, επεξεργασία, καταχώριση, αποθήκευση, διάθεση, δημοσιοποίηση, αξιολόγηση), αυτό, δηλαδή, που και σήμερα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, όπως έθιξα και παραπάνω. Θα μπορούσα σε άλλη ανάρτηση να αναλύσω περισσότερο αυτή τη θέση, αλλά και το Διεθνές Συνέδριο της Αθήνας σε αυτά τα ζητήματα ακουμπά, έχοντας βέβαια ως δεδομένο ότι οι βιβλιοθήκες έχουν ρόλο, αλλά ταυτόχρονα και την υποχρέωση ή ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα της εποχής, τεχνολογικά, κοινωνικά, πολιτισμικά κτλ. 

Όπως διαβάζουμε στο Δελτίο Τύπου της ΕΕΒΕΠ

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συνέδρων θα βρεθούν για επτά ημέρες ζητήματα όπως: η στάση των βιβλιοθηκών και της IFLA απέναντι σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, η συμβολή της τεχνολογίας στην ανοιχτή προσβασιμότητα στην πληροφορία, ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην ανάπτυξη της έρευνας και των επιστημών, αλλά και στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής (υγεία, βιοεπιστήμες). Εξάλλου, στις θεματικές του συνεδρίου διερευνάται και ο νέος ρόλος των βιβλιοθηκονόμων για την προώθηση της ερευνητικής διαδικασίας, αλλά και η ευελιξία που πρέπει πλέον να διαθέτουν στα νέα τεχνολογικά δεδομένα, προκειμένου να είναι σε θέση να αλληλεπιδρούν με την κοινωνία μέσω αποτελεσματικών μεθόδων διάχυσης της γνώσης.

Είναι μεγάλο και σημαντικό συνέδριο, ήταν φιλόδοξη η πρωτοβουλία ανάληψης αυτής της διοργάνωσης, νομίζω όμως και ελπίζω ότι το μεράκι των ελληνικών φορέων που είχαν την τόλμη, με τη συνεισφορά των 250 εθελοντών και με την οικονομική υποστήριξη αρκετών ιδρυμάτων και εταιρειών, θα έχει αποτελέσματα και ότι το συνέδριο θα δώσει θετικά και χρήσιμα στοιχεία και για τον τόπο μας, για τις βιβλιοθήκες και, κυρίως, για τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη οι βιβλιοθήκες να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στα εκπαιδευτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά κ.ά. ζητήματα που μας αφορούν. Άποψή μου είναι ότι έχουμε βιβλιοθήκες, ότι τα τελευταία 50 χρόνια οι ελληνικές βιβλιοθήκες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο και δεν υστερούν (λειτουργικά, τεχνολογικά κτλ.) από βιβλιοθήκες άλλων χωρών, ότι οι βιβλιοθηκονόμοι και μάλιστα οι νέες γενιές βιβλιοθηκονόμων είναι εκπαιδευμένοι και εξαιρετικά ενημερωμένοι γύρω από τις διεθνείς εξελίξεις· δεν είμαι όμως σίγουρη ότι ο βαθμός προσέγγισης χρηστών (επισκεπτών) είναι ανάλογος και αυτό δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, μόνο (ή τόσο) στις βιβλιοθήκες και το προσωπικό τους, αλλά είναι γενικότερο ζήτημα που αφορά την οικογένεια, το σχολείο, την Πολιτεία, δηλαδή την ευαισθησία όλων μας απέναντι στο θεσμό της βιβλιοθήκης, την ανάγκη μας να επισκεφθούμε και να χρησιμοποιήσουμε μια βιβλιοθήκη – όταν μάλιστα πλέον και … τα παιδιά κάνουν τις εργασίες τους με υλικό από το Διαδίκτυο! 

Πολλά ζητήματα, σκόρπιες σκέψεις, εξάλλου έχω γράψει κι άλλες φορές απόψεις μου (βλ. βιβλιοθήκες). Σήμερα είναι η πρώτη μέρα ενός μεγάλου σημαντικού Συνεδρίου, στο τέλος θα περιμένουμε και τα ειδικότερα συμπεράσματα. Το Συνέδριο είναι και μια γιορτή, είναι μια ευκαιρία συνάντησης ανθρώπων από όλα τα μέρη της γης, θα συμμετάσχουν 3.500 σύνεδροι από 135 χώρες, ευτυχώς, δεν υπάρχουν ζητήματα διακρίσεων, η IFLA είναι φορέας με δημοκρατικές, ανθρωπιστικές ευαισθησίες (θα μπορούσε, αλήθεια, να είναι διαφορετικά για έναν θεσμό σχετικό με βιβλιοθήκες, όταν η βιβλιοθήκη είναι η ίδια φορέας δημοκρατίας ως φορέας γνώσης και πληροφορίας;). Έχω αντίστοιχη εμπειρία από τη συμμετοχή μου στο 62ο Συνέδριο το 1996 στο Πεκίνο (όπου, μάλιστα, συμμετείχα σε μια συζήτηση για την γκρίζα βιβλιογραφία στην επιστήμη και την τεχνολογία, τη βιβλιογραφία που δεν εκδίδεται από τυπικούς εμπορικούς εκδοτικούς φορείς, ενώ σε πόστερ παρουσίασα το σύστημα εικονικών βιβλιοθηκών του ΤΕΕ). Ήταν και τότε μια γιορτή και ήταν επίσης μια ευκαιρία γνωριμίας με τη χώρα φιλοξενίας. Έτσι και τώρα. Ας ευχηθούμε καλή επιτυχία και βέβαια καλή δύναμη στους διοργανωτές. 

Περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο: https://2019.ifla.org/

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Αρλέτα και ωδή στις γάτες




Ημέρα που έφυγε η Αρλέτα η σημερινή πριν από δύο χρόνια. Σήμερα είναι και η Παγκόσμια Ημέρα Γάτας. Αγαπούσε τις γάτες η Αρλέτα και η Σερενάτα της έγινε από τα πιο αγαπημένα τραγούδια της, κι ας είναι τραγούδι χωρισμού.

Έχουμε και μεις τις γάτες μας στο χωριό. Μόλις δουν το αυτοκίνητο, τρέχουν, και μας συντροφεύουν στην αυλή όλες τις ημέρες. Γενιές ολόκληρες έχουν περάσει, μάνες, παιδιά κι εγγόνια, καινούριες φάρες και ούτω καθεξής. Είδαμε να κρύβουν τα νεογέννητα γατιά, να τα σαραντίζουν μεταφέροντάς τα σε ασφαλέστερο μέρος, είδαμε να τα  βυζαίνουν, να τα πλένουν γλείφοντας όλο τους το σώμα, να πλένουν με τον ίδιο τρόπο και το δικό τους σώμα, είδαμε τις φιλίες και τις έχθρες που σχηματίζονται ανάμεσά τους, τα φλερτ, τους έρωτες, τα κυνηγητά, είδαμε και άσχημες εικόνες, εκείνη την έξυπνη νεαρή γατούλα, το Σουλάκι (εγγονή της Σούλας) να τρώει τα νεογέννητα γατιά της, είδαμε έναν όμορφο γιο της Σούλας να φτάνει χτυπημένος ψυχορραγώντας για ν'αφήσει την τελευταία του πνοή στην αυλή μας. Και η θρυλική Σούλα, την τελευταία φορά που φάνηκε ήταν χτυπημένη στο ένα μάτι. Κι ύστερα εξαφανίστηκε. Ήταν ήδη πολύ γριά. Τώρα έρχονται η Τούλα, η Ρούλα, η Κούλα, ο Ξανθός, ο Γκρίζος...

Οι γάτες στο χωριό μυρίστηκαν ψάρι κι έτρεξαν...

Η περίφημη Σούλα, και στη μνήμη της η σημερινή ανάρτηση.
Έχει να φανεί περίπου ένα χρόνο...

Για να επιστρέψω στην Αρλέτα, ομολογώ ότι εμένα μου αρέσει να τραγουδά για το Bar το ναυάγιο που βρέθηκε να τα πίνει μ' έναν άγιο... 


Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Δυο ποιήματα του Χριστόφορου Λιοντάκη, εις μνήμην



Μετανάστης

Δίχως γλώσσα, μόνο τα χέρια και τα μάτια
στο άσυλο του πλήθους το πρόσωπό του ανθεί.
Στην πλαστική σακούλα ένα λευκό μπλουζάκι
λερωμένο, τα αθλητικά πλυμένα και περπατά
με της φιλανθρωπίας τα παλιομοδίτικα.
Κάτι χαρτιά μάλλον σε τίποτα δε χρησιμεύουν.
Με ένα κομμάτι πίτα κερασμένη, χαμογελά,
Το νάιλον στα χέρια του δεν τρίζει, στα γόνατά του
το γυαλιστερό γίνεται λαμπερό - ένα ταμείο γαλήνης.

Η πολιτική γεωγραφία με ρωγμές
κι η διαλεκτική τρεκλίζει.


Μετ' ευχαριστήσεως

Κρυμμένο στο μαύρο
πρόβαλε το πρόσωπό της
καθώς άνοιξε η ξύλινη μεσόπορτα
που με ασβέστη την είχαν καλύψει
και τρόμαξαν οι φιλέσπερες σαλαμάντρες.
Με το βλέμμα κάτω, προχώρησε στο τραπέζι 
με τα φαγητά, το χυμένο κρασί
τα χαρτιά και τις σφραγίδες.
Τη ρώτησαν κι είπε πως δεν ξέρει να γράφει.
Την ξαναρώτησαν αν συναινεί
να πωληθεί ο ελαιώνας για τις σπουδές του ...
"Μετ' ευχαριστήσεως", και φωτός ανάσες
γέμισαν τα βαθουλώματα στο πρόσωπό της.

Αντέγραψα τα παραπάνω ποιήματα από τη συλλογή "Με το φως", εκδόσεις Καστανιώτη, 2000, για την οποία την ίδια χρονιά πήρε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Διαβάζω. Η έκδοση ήταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής.

Στο πρώτο ποίημα η εικόνα είναι γνώριμη και διαρκής, οι δύο στίχοι τα λένε όλα:
Η πολιτική γεωγραφία με ρωγμές
κι η διαλεκτική τρεκλίζει.

Το δεύτερο ποίημα δίνει επίσης γνώριμη εικόνα, μου θύμισε όμως μια σχετικά πρόσφατη ισπανική ταινία, την ταινία "El olivo" (Η ελιά) της  Icíar Bollaín (παραγωγής 2016), όπου ο παππούς έχασε τη φωνή του αφότου ξεπουλήθηκε ο ελαιώνας τους σε μεγάλες εταιρείες.



Ο Χριστόφορος Λιοντάκης έφυγε στις 26 Ιουλίου αυτού του χρόνου, μόλις στα 74. Δεν ξεχνώ την όμορφη, εξομολογητική συνέντευξη που είχε δώσει στο Ηρακλειώτικο κανάλι Creta TV για την εκπομπή Στάσεις Ζωής. Ήταν γεννημένος στο χωριό Ίνι κοντά στο Αρκαλοχώρι, αγαπούσε και δεν ξεχνούσε τον γενέθλιο τόπο, είχε χαρίσει δε το πατρικό του σπίτι για να στεγάσει το Λαογραφικό Μουσείο Ινίου, το οποίο και λειτουργεί.


Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2019

Καβγάδες στην Κιότζα, από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας





Ανέβηκε αυτές τις μέρες στην Κέρκυρα από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας η φαρσοκωμωδία του Κάρλο Γκολντόνι «Καβγάδες στην Κιότζα» (Le Baruffe Chiozzotte). Κιότζα είναι ένα μικρό ψαροχώρι κοντά στη Βενετία και το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1762. Αναφέρεται στους καυγάδες ανάμεσα σε οικογένειες ψαράδων με αφορμή τους έρωτες κοριτσιών και αγοριών της γειτονιάς. Για την παράσταση έγινε μετάφραση και διασκευή στο Κερκυραϊκό γλωσσικό ιδίωμα, και φαίνεται πως οι Κερκυραίοι βρίσκουν ακόμα πολλά στοιχεία του εαυτού τους στις μακρινές βενετσιάνικες ρίζες τόσων αιώνων κατοχής. Τα κουτσομπολιά και τα ψέματα για δικαιολογία πάνε κι έρχονται από τη μια στην άλλη πλευρά, οι κουβέντες στη ρούγα στην πιο φυσική εκδοχή τους και οι διάλογοι απολαυστικοί.

Ήταν μια όμορφη βραδιά και το μικρό θεατράκι που στήθηκε σε μια γωνιά του παλιού φρουρίου έδειξε πόσο όμορφα μπορούν να αξιοποιηθούν οι χώροι και πόσο οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να ψυχαγωγηθούν με την πραγματική σημασία της λέξης – αγωγή ψυχής. Αλλά ήταν και μια αξιέπαινη πρωτοβουλία συνεργασίας ανάμεσα στον Δήμο Κέρκυρας και τον Δήμο Φοινίκης της Αλβανίας (τους «απέναντι») στο πλαίσιο του προγράμματος INTERREG.
 

 


 

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Ο Μίκης για τον Γιάννη Χρήστου




Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;
τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.


Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ’ αστέρια
ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ’ τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε
τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών
ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν
κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά
σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια
είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό το πουλί
χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες
ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν
έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί
ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του
πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία
επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα
σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν να γγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη
στρώνοντας το πέλαγο ώς πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα — ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.


Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου
χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών
τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…



Το παραπάνω ποίημα "Raven” του Γιώργου Σεφέρη μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και αφιέρωσε στον Γιάννη Χρήστου όταν πέθανε το 1970 (σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα). Γράφει στο βιβλίο του «Ανατομία της Μουσικής» (είχα γράψει συνολικά για το βιβλίο εδώ):

[…] Βρισκόμουν τότε στον Ωρωπό και συγκλονίστηκα. Του αφιέρωσα το «Raven» ως ελάχιστο δείγμα αγάπης και εκτίμησης.

Στις 20 Απριλίου του 1967, την παραμονή της δικτατορίας, μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Όπως είναι γνωστό, το καλοκαίρι του 1967 θα παρουσιάζαμε στον Λυκαβηττό έργα μετασυμφωνικής μουσικής (λαϊκά ορατόρια) διαφόρων Ελλήνων συνθετών και ανάμεσά τους και του Γιάννη Χρήστου, που με εξουσιοδότησε να αναφέρω στην πρες-κόνφερανς που θα έδινα την επομένη, δηλαδή την 21η Απριλίου, ότι θα παρουσίαζε έργο του (Ορατόριο) ειδικά γραμμένο για μας.

Λίγο καιρό πριν είχε έλθει σπίτι μου, μαζί με τον φίλο συνθέτη Νίκο Μαμαγκάκη, για να μου πει ότι άκουσε το «Άξιον Εστί» και ότι αρχίζει να πιστεύει ότι ο δρόμος αυτός οδηγεί προς κάποια λύση…

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Χρήστου, όπως κάθε δημιουργός, έψαχνε, δραματικά θα λέγαμε, να βρει τη «λύση» μέσα στο χάος που είναι η σύγχρονη μουσική. Γνήσιος συνθέτης με δημιουργικούς χυμούς, φιλοδοξούσε να συνθέσει έργα ζωντανά και όχι ρομπότ ή Φράνκεστάιν… Έθετε ίσως και αυτός το ερώτημα: «Για ποιον γράφω; Με ποιον θέλω να συνομιλήσω; Σε ποιον απευθύνομαι;» 


Ο Μίκης αυτά τα ερωτήματα έθετε ο ίδιος στη ζωή του και στο έργο του. Σήμερα κλείνει τα 94. Νάναι καλά και να ξεπεράσει τα εκατό!

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Ο Μίκης για τον Νίκο Σκαλκώτα


Tο Ζαχαροπλαστείο "Πέτρογραδ" της οικογένειας Γιάκοβλεφ. 
Ανοιξε το 1935 στην οδο Σταδίου 29 και έκλεισε το 1969. (Πηγή)


Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο βιβλίο του «Ανατομία της Μουσικής» (είχα γράψει εδώ), κάνει εκτενή αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα, τον οποίο αγαπά και κάνει παρέα μέχρι τον θάνατό του (ήταν μόλις 25 χρονών τότε ο Μίκης) παρότι δεν δείχνει να τρέφει τα ίδια φιλικά αισθήματα για όλη τη μουσική του και για το ρεύμα της «πρωτοποριακής» μουσικής, που εκπροσωπείται τότε κυρίως από τον Σένμπεργκ (για τον οποίο, μάλιστα, γράφει ότι η συμβολή του περιορίζεται «στην προσφορά νέων αρμονικών και μελωδικών τρόπων… παρά στην ίδια τη δημιουργία»). Ας αφήσουμε όμως στους ειδικούς τη μουσική αποτίμηση και ας δούμε την πιο προσωπική προσέγγιση του Μίκη για τον άνθρωπο και μουσικό Σκαλκώτα.

[…] Μέχρι προχτές ζούσε ανάμεσά μας ο σιωπηλός συνθέτης. Πού ήσαν τότε οι φίλοι του νεκρού Σκαλκώτα; Μήπως δεν ήταν γνωστό σε όλους το πλούσιο έργο του, το βάθος του χαρακτήρα του, η σοβαρότητα της μόρφωσής του; Κι όμως ο Σκαλκώτας ξεχάστηκε πίσω απ’ το τελευταίο αναλόγιο της Κρατικής, ως την ώρα που έσβησε πάνω στην ακμή της ηλικίας του. Θλιβερή κοινωνία, θλιβεροί «φίλοι», ν’ αγαπούνε πιότερο τους νεκρούς από του ζωντανούς.

Τον θυμάμαι τον Νίκο Σκαλκώτα όταν πηγαίναμε μαζί στο ζαχαροπλαστείο της οδού Σταδίου «Πέτρογκραντ», ιδιοκτησίας του συνθέτη ελαφράς μουσικής Νίκυ Γιάκοβλεφ. Πεινασμένοι περιμέναμε στο γωνιακό τραπεζάκι να μας φέρει από μια μπύρα και ένα πιροσκί. Αυτή ήταν η αμοιβή μας! Μετά ο Γιάκοβλεφ καθόταν στο πιάνο και αφηνόταν στους αυτοσχεδιασμούς. Ήθελε να γράψει κοντσέρτο για πιάνο. Μόνο που δεν ήξερε καλά μουσική. Έτσι εμείς, ο Σκαλκώτας κι εγώ, σημειώναμε στο πεντάγραμμο ό,τι μπορούσαμε. Αυτή η χαμάλικη δουλειά του Σκαλκώτα ήταν τεράστια. Μπορούσε να δουλεύει νύχτες ολόκληρες νηστικός για λογαριασμό ξένων προκειμένου να κερδίσει λίγες δραχμές. Την ημέρα πήγαινε στις πρόβες της Κρατικής. Σιωπηλός, θα ’λεγα φοβισμένος, σπάνια μιλούσε. Πάντα ευγενικός μέχρι υπερβολής. Δεχόταν με χαμόγελο τις ειρωνείες που του πετούσαν «ευγενικά» οι συνάδελφοί του σε κάθε πρώτη εκτέλεση έργου του.

Και όταν πέθανε ξαφνικά, η ορχήστρα τήρησε ενός λεπτού σιγή για τον «τύπο αυτόν που χάθηκε», όπως είπαν τότε κάποια επίσημα χείλη… Πού ήσαν, αλήθεια, όλον αυτόν τον καιρό οι φίλοι του ζωντανού Σκαλκώτα;

Μπορώ να πω ότι αγαπούσα πολύ τον Σκαλκώτα κι εκείνος με τιμούσε με την αγάπη και τη φιλία του. Ίσως να ήμουν απ’ τους ελάχιστους που μαζί τους κουβέντιαζε για το έργο του και συχνά με καλούσε στο σπίτι του να δω τις παρτιτούρες που έγραφε εκείνη την εποχή. Ήξερα ότι είχε πολύ δυνατό αυτί. Η τεχνική του ήταν άρτια. Πολλές φορές όμως του παρατήρησα ότι φόρτωνε υπερβολικά την ορχήστρα του. Κάθε μέρα έβλεπα νέες γραμμές. Ένα πυκνό, όλο και πιο πυκνό κοντραπούντο. Όταν παίζαμε το έργο στην Κρατική – έπαιζα τότε κι εγώ – με τις λίγες πρόβες και το σχετικά χαμηλό επίπεδο πολλών μουσικών, ακούγονταν όλα μπερδεμένα, χαοτικά. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτό η αιτία. Για μένα, έφταιγε κυρίως το γράψιμο. Ήμουν σίγουρος ότι από ένα σημείο και πέρα δεν τον ενδιέφερε τόσο το ακουστικό φαινόμενο, αλλά πιο πολύ το γεγονός ότι όλες αυτές οι γραμμές υπήρχαν σαν σκέψεις, σαν ιδέες επάνω στο χαρτί.

Είχαν διατυπωθεί, στριμωγμένες θα ‘λεγες από μια εσωτερική διανοητική και ψυχική αναγκαιότητα να ζήσουν ιδανικά – υποκειμενικά – φυλακισμένες στο πεντάγραμμο, κάθε μία γραμμή με τη δική της ιστορία. […]


Και συνεχίζει παρακάτω μ’ ένα σημείωμα που είχε δημοσιεύσει στις 2 Νοεμβρίου του 1952 στην «Προοδευτική Αλλαγή»:

Εκείνος που θα ήθελε να έχει μια άμεση και γνήσια επαφή με ό,τι ονομάζουμε στη μουσική «φορμαλισμό», δεν έχει παρά ν’ ακούσει το “Largo Ostinato” του Νίκου Σκαλκώτα… Το έργο του, πολυσύνθετο, πλατύ, δε βρήκε στον καιρό του αξιόλογη απήχηση εξόν απ’ τους «χορούς» του.

Δεν είναι, όμως, που η εποχή του δεν τον κατάλαβε. Η αιτία βρίσκεται μέσα στις ίδιες του τις συνθέσεις, με το ακαθόριστο, το σκοτεινό τους περιεχόμενο, την εγκεφαλική τους διάθεση, τον μηδενιστικό τους προσανατολισμό.

Ναι ο Σκαλκώτας ήταν ένας φορμαλιστής. Η λεπτή, η τρομακτικά ευαίσθητη φύση του, τυλίχτηκε ασφυκτικά απ’ τους πλοκάμους μιας σαπισμένης, δίχως ορίζοντα εποχής. Η σκληρότητα και η αδιαφορία των ανθρώπων τον ανάγκασε να κλειστεί στον εαυτό του. Και όταν ακόμα σου μιλούσε, η φωνή του έπαιρνε έναν σιγανό, φοβισμένο τόνο, τα λόγια του με δυσκολία φτάνανε στ’ αυτιά σου. […]


Ήταν τότε 27 χρονών ο Μίκης, αγαπούσε τον Νίκο Σκαλκώτα και τον θεωρούσε «τραγική μορφή». Καταλήγοντας, ξεχωρίζει τον Σκαλκώτα και τον Χρήστου από «το κύκλωμα της λεγόμενης πρωτοποριακής μουσικής», όπως, λέει, εννοούν κάποιοι «ιδιόρρυθμοι εγκέφαλοι» την «κάθε είδους εκκεντρικότητα». Αυτοί, γράφει, «αποδείξανε ότι είναι γνήσιοι μουσικοί, γνήσιοι καλλιτέχνες και γνήσιοι δημιουργοί».

Με αφορμή, και όχι μόνο, το Έτος Σκαλκώτα που γιορτάζουμε φέτος.

.................................................

Σημειώσεις:
Πληροφορίες για το ζαχαροπλαστείο Πέτρογκραντ υπάρχουν στις ιστοσελίδες:
Λίστα με τα τραγούδια του Γιάκοβλεφ βρίσκεται στην ιστοσελίδα
https://palia.kithara.gr/index.php?cmd=ci&cre=ciakpblev%20niku.
Η "Προοδευτική Αλλαγή" ήταν πρωινή ημερήσια εφημερίδα της Αριστεράς. Είχε ως υπότιτλο "Δημοκρατία - Ελευθερία - Δικαιοσύνη".

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Η Μάντα, ο Απόστολος και η Δόμνα


Ένας μήνας πέρασε από το πρόωρο φευγιό της Μάντας. Ήταν γεννημένη στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου του 1955, σημαδιακή μέρα θάλεγε κανείς, μα καθόλου τυχερή για την ίδια. Ήταν κόρη της Άννας και του Νίκου Σολωμού, δυο αγωνιστών της Αριστεράς, από τα πολύ νεανικά τους χρόνια μέχρι το τέλος, δυο σπουδαίων ανθρώπων. Για την Άννα έχω γράψει κι άλλες φορές, είχε για μένα καθοριστική συμβολή στην επαγγελματική αλλά και προσωπική μου ζωή (ενδεικτικά εδώ και εδώ, όπως και εδώ για τη φίλη της, την «κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερή της» Νίνα Σκανδάλη). 

Όπως είπε ο αδελφός της Μάντας, ο Μάκης Σολωμός (μουσικολόγος, μελετητής του Ξενάκη και καθηγητής Πανεπιστημίου στη Γαλλία) στην πολιτική κηδεία που πολύ όμορφα και σεμνά επιμελήθηκε, τρία χρόνια μετά τη γέννηση της Μάντας, το 1958, και λίγο μετά την πρωτοφανή νίκη της ΕΔΑ στις εκλογές όπου έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, άρχισαν οι διώξεις των αριστερών, μαζί και των γονιών τους, ο ίδιος δεν είχε ακόμα γεννηθεί, εξορίες, φυλακές, ανακρίσεις… 

Και ήρθε η δικτατορία, η Άννα βρέθηκε στον Ιππόδρομο, ύστερα εξορία στη Γυάρο κι ύστερα στις φυλακές Αλικαρνασσού, είχε μαζί της και τον πεντάχρονο Μάκη, η Μάντα έμενε με θείες της. Δύσκολη εποχή για τη Μάντα, αρχές εφηβείας, οι γονείς κυνηγημένοι, δύσκολα τα πρώτα 2-3 χρόνια μέχρι την επανένωση της οικογένειας στο Παρίσι και τη διαμονή ως το τέλος της δικτατορίας. Η Μάντα είχε πια μεγαλώσει, ήταν μια κοπέλα με πολλή κουλτούρα και με πολλές ανησυχίες· ενταγμένη στην Αριστερά πάντα, πάσχιζε να βρίσκει το δρόμο της με τη συνδρομή της οικογένειας και των φίλων της. Είχε ατυχίες στο διάβα της ζωής της και είχε μια περηφάνια που μερικές φορές σε δυσκόλευε να την προσεγγίσεις λίγο περισσότερο. Όπως είπε όμως στον πολύ συγκινητικό και αγαπητικό χαιρετισμό της και η έφηβη κόρη του Μάκη, η Ειρήνη, «να χαιρόμαστε που τη γνωρίσαμε». 

Ανάμεσα στις ομιλίες, ο Μάκης είχε φροντίσει ν’ακούγονται μουσικά κομμάτια που άρεσαν στη Μάντα ιδιαίτερα. Μίλησαν φίλοι της παλιοί και τωρινοί, όλοι «ψυχικά νοσούντες» σίγουρα, όπως και η ίδια. Γιατί αυτό συνάγεται από τα λόγια της νεαρής κυρίας Δόμνας Μιχαηλίδου, αναφερόμενη στο βιβλίο που έγραψε ο κύριος Απόστολος Δοξιάδης μαζί με τον, μακαρίτη πλέον, Σταύρο Τσακυράκη «Από πού κι ως πού είναι όλοι οι αγώνες δίκαιοι;». Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι η άποψη του Απόστολου Δοξιάδη που βιάστηκε μάλιστα να πάρει πάνω του όλη την ευθύνη των λόγων της κυρίας Μιχαηλίδου. Είναι ότι μια νέα κοπέλα, με «πλούσιο βιογραφικό», μόλις στα τριάντα της, χωρίς προσωπικά βιώματα, αλλά και - στο κάτω κάτω - χωρίς ειδικές σπουδές ψυχολογίας/ψυχιατρικής, έχει άποψη και λέει ότι «…είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα της δικτατορίας…» και παρακάτω, μιλά, προβληματισμένη κιόλας, για «τη μετατροπή σε μια ψυχική νόσο, η οποία πολύ φοβάμαι πως είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο…», λέει κι άλλα, για τη συλλογική μνήμη, για την ιστορικότητα, για έννοιες όπως «ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς», πάει και ακόμη πιο πίσω, για τα μετεμφυλιακά χρόνια όπου η Δεξιά δεν κατάφερε, λέει, σε ιδεολογικό επίπεδο να χειριστεί τη νίκη της στον εμφύλιο (αναρωτιέμαι, αυτό τι είναι, αυτοκριτική γιατί δεν έκαναν κι άλλα και χειρότερα ή αυτοκριτική γιατί δεν κατάφεραν να σβήσουν από τον χάρτη τους αριστερούς και την αριστερά συνολικά, αυτό δηλαδή που χωρίς πολλές «θεωρητικούρες» επαναλαμβάνουν συνεχώς ο Βορίδης και άλλοι τινές…). 

Τα παραπάνω δεν είναι αποσπάσματα που αδικούν τις συνολικές απόψεις της κυρίας Δόμνας Μιχαηλίδου, σημερινής υφυπουργού Εργασίας, κάθε άλλο. Καλείται τώρα, η κυρία Δόμνα Μιχαηλίδου, μια νέα γυναίκα, ένα φρέσκο πολιτικό πρόσωπο, με αρμοδιότητες και ευθύνες σε ευαίσθητο υπουργικό θώκο, να διαχειριστεί τα λόγια της και να χειριστεί τους χιλιάδες ανθρώπους από όλες τις ιδεολογικές τάσεις και παρατάξεις, που υποχρεώθηκαν στη σιωπή, που κυνηγήθηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, ωθήθηκαν σε αναγκαστική μετανάστευση και που, ούτε λίγο ούτε πολύ, χαρακτηρίζονται ως ψυχικά νοσούντες. 

Βαρύ το φορτίο κυρία Μιχαηλίδου. Μπορείτε να το σηκώσετε; Μπορείτε να το πάτε και παραπέρα; Αν ζούσε η Μάντα, θα είχε να σας πει δυο λόγια, θα σας έλεγε πώς έζησε εκείνα τα εφτά μαύρα χρόνια και πώς ένιωθε εκείνη όταν ήταν στην ηλικία σας.