Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δούκα Μάρω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δούκα Μάρω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

Φελιτσιτά, της Μάρως Δούκα: Τα όνειρά μας είμαστε εμείς

Μυθιστόρημα 

για τον Κωνσταντίνο Καβουράκη ή Κάβουρα
με τους δυο γιους, τον Ευάγγελο και τον Στέλιο,
και τη μια κόρη, τη Βούλα
Η Βούλα είναι η πιο ψηλή στην οικογένεια
Τη σύζυγό του την ωραία τη λένε Ελένη
Τα πρόσωπα του βιβλίου είναι όλα,
πλην ενός, φανταστικά
Φανταστική εν μέρει και η οδός Αιόλου
με την ανθρωπογεωγραφία και τα τοπόσημά της
στην υπηρεσία της μυθοπλασίας

Ο λόγος για το τελευταίο βιβλίο της Μάρως Δούκα Φελιτσιτά (εκδ. Πατάκης, 2023). Τα παραπάνω λόγια είναι γραμμένα στη σελίδα του τίτλου. Η Μάρω Δούκα, όπως στα άλλα βιβλία της, ιδιαίτερα των τελευταίων χρόνων, πάλι πρωτοτυπεί ευχάριστα, «παίζοντας» με τη φόρμα, το στυλ γραφής, δοκιμάζοντας τεχνοτροπίες που δένουν την τεχνική με το περιεχόμενο. Κάθε κεφάλαιο αναφέρεται σε ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου, και η συγγραφέας με μαεστρία εξελίσσει την πλοκή, συνδέοντας σημεία από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, δένοντας τις διαφορετικές ματιές κάθε ήρωα ή ηρωίδας. Μακροπερίοδη γραφή, κάθε κεφάλαιο μία πρόταση, με ρέοντα λόγο, ήρεμο, χωρίς εντάσεις, που επιτρέπει στον αναγνώστη και την αναγνώστρια να (παρ)ακολουθεί τα πρόσωπα και στην πραγματικότητα να εντοπίζει και να αναγνωρίζει στοιχεία της δικής του/της ζωής, συμπεριφοράς, τύχης.

Ο Κωνσταντίνος έχει κακοποιητική συμπεριφορά απέναντι στην Ελένη, διώχνεται από το σπίτι και καταφεύγει άστεγος σε μια γωνιά της Αιόλου. Εκεί γειτονεύει με την Όλγα, άστεγη κι αυτή, φαφούτα αλλά κι ετοιμόλογη, καθένας με τις παραξενιές του και με την ιστορία του που δύσκολα μοιράζεται με τον άλλο, καθένας κάνει σιωπηλά τις παρατηρήσεις του για τον άλλο, μοιράζονται όμως και μια μπουκιά φαγώσιμο που βρέθηκε κάποια στιγμή, είναι και δεν είναι φίλοι, η αλληλεγγύη υπάρχει και δεν υπάρχει μεταξύ τους. Εκεί γνωρίζεται και με έναν άλλο άστεγο, τον Γεράσιμο, που ήταν «ένας κιθαρίστας, μεγάλος και τρανός αρτίστας» (και οι φωνές των εγγονών μου αντηχούν στ' αυτιά μου από τις πολλές φορές που ακούω το όμορφο αυτό τραγούδι των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Δήμου Μούτση) και που έγινε το αποκούμπι της Όλγας. Εκεί γνωρίζεται και με τον άνθρωπο που έχει το μαγαζί στο πεζοδρόμιο όπου έφτιαξε τη γωνιά του, «στα πεζούλια της Αιόλου» (και το μυαλό μου πάει στο γνωστό εκδοτικό της Αιόλου;). Έχει βέβαια και την καλή, καλύτερή του φίλη, τη Φελιτσιτά, την ασπρόμαυρη γάτα που συχνά του κάνει παρέα, αν και ιδιοκτήτης είναι ο προηγούμενος κύριος.

Αυτό που δίνεται στο βιβλίο είναι εικόνες καθημερινότητας των ηρώων, στο δρόμο, στο σπίτι, στη δουλειά, είναι μια ανατομία των ανθρώπινων σχέσεων σε μια οικογένεια, σε μια ομάδα, σε μια κοινωνία, είναι οι αντοχές των ανθρώπων στην κοινή παρουσία, στη συμβίωση. Τρυφερό κι ανθρώπινο. Ούτε διδακτισμοί, ούτε αφορισμοί. Δίνει εικόνες της πόλης· οι περιγραφές της καθημερινότητας στην πόλη, οι γειτονιές, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, οι άνθρωποί της είναι αγαπημένο στοιχείο στα έργα της Μάρως Δούκα, ασφαλώς παρατηρεί και σημειώνει, ασφαλώς αγαπά την πόλη, αγαπά κι εξερευνά τον χώρο που κινούνται οι άνθρωποι.

Μνήμες και εικόνες από τη ζωή, χαρακτήρες όπως είναι, με τα καλά τους και τα κακά τους, συγκατάβαση ίσως και ανοχή για κάποιες συμπεριφορές, ένας καθρέφτης της πραγματικότητας στην οποία αναγνωρίζουμε οικεία σημεία της δικής μας πραγματικότητας, ταιριάζει διαφορετικά έως και ασύμβατα χαρακτηριστικά στο ίδιο πρόσωπο για να δείξει τις ανθρώπινες πλευρές, την πραγματικότητα του καθενός. Όπως όταν χαρακτηρίζει τη Βούλα γλωσσοκοπάνα, ακτιβίστρια και παντογνώστρια. Η Βούλα είναι η κόρη της οικογένειας, ήθελαν να σπουδάσει αλλά αυτή προτίμησε να γίνει κομμώτρια κι επειδή είναι πολύ ψηλή ο πατέρας της στις σκέψεις του την αποκαλεί νταρντάνα. Πολύ ωραίες οι περιγραφές στο κομμωτήριο, εκπληκτικό εκείνο το κομμάτι, περιγραφή αλλά και μακρύς ασταμάτητος μονόλογος της Βούλας με την εγκυκλοπαιδική μόρφωση όπως ... καμιά άλλη κομμώτρια και με γλώσσα που τα λέει σταράτα και δεν χαρίζεται σε κανένα:

[...] κι έλεγε, λοιπόν, η Βούλα με την έπαρση του μεγαλείου που τη χαρακτηρίζει και με τη δική της ρητορική τεχνική ότι δεν της διαφεύγει, και ίσως σ’ αυτό να μοιάζει με τον πατέρα της, πως και αυτή σαν μικροαστή περιορισμένων οριζόντων προγραμματίζει με ακατάσχετη φλυαρία τη ζωή της, είναι όμως και κάτι μέσα της που αντιστέκεται, κάτι που δεν την αφήνει να ησυχάσει, όλους αυτούς τους μήνες με τα κυβερνητικά πηγαινέλα και τα ήξεις αφήξεις, [...] 

Μπερδεμένος και ο Βάγγος, ο μεγάλος γιος, αυτός έδιωξε τον πατέρα του από το σπίτι υπερασπιζόμενος την Ελένη, κι όμως τώρα πάει αυτός να πάρει τη θέση του πατέρα του, πάει να γίνει κι αυτός κακοποιητής, βάναυσος, ο πατριάρχης του σπιτιού, όμως, έχουν κι οι άντρες τα βάσανά τους, όπως του λέει ο φίλος του ο Παύλος,

[...] αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, καταδικασμένοι, σκέψου τη γυναίκα-μάνα που τους ανέθρεψε, σκέψου την κοινωνία που τους προγυμνάζει ποιοι να είναι και πώς να φέρονται στο γυναικείο φύλο [...]

Σε πολλά σημεία η συγγραφέας καταθέτει σκέψεις για ζητήματα που ξεπηδούν από την πλοκή όπως τη διαμορφώνουν οι ήρωές της, αυτό εξάλλου συχνά αναφέρει η ίδια σε συνεντεύξεις της, η ιστορία των ηρώων του βιβλίου πάει εκεί που θέλουν τα ίδια τα πρόσωπα του βιβλίου. Έτσι, για παράδειγμα, βρίσκει ωραία ευκαιρία να πει δυο λόγια για τους μύθους περί απειλών της γλώσσας κτλ., βάζοντας τη γυναίκα του Στέλιου, του μικρού γιου της οικογένειας, την Αγγέλα, που είναι γλωσσολόγος και «που ήταν πολύ του διαβάσματος», να του κάνει κήρυγμα για τον Λόγο και για τη γλώσσα:

[...] όσο για τη γλώσσα, και τη ζωή μας, η εισβολή ξένων στοιχείων, κατά τη γνώμη μου, συνέχιζε σαν εμπνευσμένη η Αγγέλα, ποτέ δεν την απείλησαν πραγματικά, πιάσε ένα λεξικό να δεις πόσες χιλιάδες λέξεις τουρκικές, πόσες εκατοντάδες αλβανικές, ιταλικές, γαλλικές, σλαβικές, αλλά και δεκάδες περσικές και αραβικές, αλλά και αγγλικές, καταχωρούνται, άμεσα και λειτουργικά ενσωματωμένες, στο τυπικό και στο συντακτικό της, και στο κάτω-κάτω, σκέφτομαι, κάθε εποχή έχει το ήθος της και τον δικό της τρόπο έκφρασης, επομένως και τον δικό της λόγο, [...]

Μας βάζει κι εμάς σε σκέψεις, σε προβληματισμούς, τι θα κάναμε αλήθεια, όπως μονολογεί και ο Κωνσταντίνος, αν...

[...] κι όμως, κύριέ μου, είπε στον εαυτό του, αν εσένα, πριν από το φευγιό σου, πριν από το μεγάλο κρακ, το σπάσιμο μέσα σου, το γκρέμισμα, σου ζητούσαν ένα σουβλάκι εκεί που θα καθόσουν με την οικογένεια να ξεσκάσεις, να χαρείς λίγο, πώς θα αντιδρούσες, τι θα έκανες; την αλήθεια τώρα, θα έσπευδες να του παραγγείλεις ένα σουβλάκι, ήι θα γύριζες αλλού το βλέμμα, θα έκανες πως δεν καταλαβαίνεις, ή πως λυπάσαι μεν, αλλά δεν είναι λύση αυτή; θα ήθελες να του πεις, ναι ή όχι, ξεκάθαρα, ότι, αν είχες μυαλό, δεν θα έφτανε σε αυτό το σημείο; [...]

Φελιτσιτά θα πει ευτυχία. Και τελικά, η φελιτσιτά, δηλαδή η ευτυχία, πού βρίσκεται; Στο τραγούδι του Αλμπάνο, στο σπίτι που θέλει ν' αποκτήσει η Βούλα, στην απαλλαγή της Ελένης από τον κακοποιητή σύζυγο, στην επιστροφή ή όχι του Κωνσταντίνου στην οικογενειακή εστία, στα μικρά πράγματα όπως το άγγιγμα της γάτας που ονομάζεται Φελιτσιτά; 


Άμεσα αλλά και έμμεσα, η Μάρω Δούκα εισέρχεται στον κόσμο και στον ψυχισμό των ανθρώπων που είναι άστεγοι, περιγράφει το ανυπόφορο, την ανασφάλεια, το αδιέξοδο της ζωής στο δρόμο, μακριά από αγαπημένα ή έστω οικεία πρόσωπα, θυμίζοντας όμως και το τραγούδι των Παπαδόπουλου και Χατζηνάσιου για τον Ανθρωπάκο, που «φτωχός κουρασμένος σκυφτός ανθρωπάκος, των ταπεινών και των άλλων πουλιών φιλαράκος», θέλει να ζήσει ελεύθερος, δίχως ταυτότητα πιαΚαι ο Κωνσταντίνος, παρά τις αναμονές, παρά την προσδοκία να τον αναζητήσουν τα παιδιά του και η Ελένη, δείχνει αυτό να επιλέγει τελικά:

Για δε μ’ αφήνετε ήσυχο;
Άστε με ήσυχο όλοι.
Θέλω να ζήσω ελεύθερος,
δίχως ταυτότητα πια.

 
Δείχνει ν΄ακολουθεί τα όνειρά του. Θυμάται ο Κωνσταντίνος την Αγγέλα να λέει: 
 
[...] τα όνειρά μας είμαστε εμείς, τα όνειρά μας είναι οι μη συνειδητοί φόβοι μας, οι ασύνειδες προσδοκίες μας, οι άρρητες λαχτάρες μας [...]
 
Κι εμείς, μπαίνουμε σε ίδιες σκέψεις. Η Μάρω Δούκα πάλι κατάφερε να μας κινητοποιήσει, ήρεμα, ήρεμα κι απλά, όπως είπε και ο αγαπημένος της ποιητής ο Γιάννης Ρίτσος.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Να είχα, λέει, μια τρομπέτα: η Μάρω Δούκα για τα λίγα που ξέρει και τ' ασήμαντα, λέει, που θυμάται

 Από τη μια γιαγιά στην άλλη γιαγιά και στην παράλλη, από παγκάκι σε παγκάκι

η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο ξεδιπλώνει μνήμες και βιώματα της νεαρής Κάκιας από τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στην Κρήτη και στην Αθήνα.

Πώς μπορείς να εξηγήσεις το καθετί μ' αυτά τα λίγα που ξέρεις, μ' αυτά τα ασήμαντα που θυμάσαι, μ' αυτά που ξέχασες ότι θυμάσαι αλλά εσύ τα θυμάσαι και τα αφήνεις ή δεν τα αφήνεις να επιδρούν στην επείγουσα ανάγκη σου να καταλάβεις.

Από παγκάκι σε παγκάκι κι από τον ένα συνειρμό στον άλλο, από τη μια θύμηση στην άλλη, 
 
τι σκέφτεσαι, τι δεν σκέφτεσαι, τι θυμάσαι, τι εννοείς ότι θυμάσαι, υπάρχει άραγε διαφορά ανάμεσα στη θύμηση και τη μνήμη, η μνήμη είναι πιο πηχτή, πιο πυκνή, πιο στέρεη. Η θύμηση θολαίνει, χαλαρώνει, σβήνει με την πρώτη ευκαιρία.
  
Ένας γυναικείος χορός, οι τρεις γιαγιάδες και η εγγονή, η αφηγήτρια, η Κάκια, μάλλον η Μάρω πίσω από την Κάκια, που ανασύρει μνήμες και προσπαθεί να εξηγήσει˙ η ίδια η συγγραφέας, μ' έναν λόγο χειμαρρώδη, συνεχή, μακροπερίοδο, πλούσιο σε λέξεις και νοήματα και θέσεις, πλούσιο σε ντόπια ιδιωματικά στοιχεία, λόγο ανάμεσα στη θύμηση και στη μνήμη, ανάμεσα στο όνειρο και στο ξύπνιο, ανάμεσα στην ιστορία και στο σήμερα, στις παραδόσεις, στα στερεότυπα και στον ρεαλισμό. 
 
Από παγκάκι σε παγκάκι, από θύμηση σε θύμηση κι από συνειρμό σε συνειρμό, ξεδιπλώνεται χωρίς σταματημό η ιστορία των τριών γιαγιάδων και της Κάκιας της εγγονής και νύφης˙ και με τη μορφή της μίας ή της άλλης γιαγιάς ή της εγγονής, οι ζωές των γυναικών στην Κρήτη και στην Ελλάδα, και μαζί οι ζωές των τριών οικογενειών, τα βάσανα, οι προκαταλήψεις, οι ομορφιές, η καθημερινότητα στο χωριό, οι βεντέτες, ο πόλεμος, η κατοχή, το αντάρτικο, ο εμφύλιος, οι Εβραίοι και το Ταναΐς. Η λεπτομέρεια στις περιγραφές, αχ αυτή η ωραία εμμονή της Μάρως Δούκα στη λεπτομέρεια των απλών πραγμάτων, στις λέξεις που τα ονοματοδοτούν και στα υποκοριστικά που κάνουν τον λόγο της ακόμη πιο αγαπητικό, πιο οικείο, πιο τρυφερό!
 
[...] ήθελε να την πάρει, του άρεσε και την ήθελε, ένα κηπάκι μόνο, αν του έδιναν, λίγες ρίζες ελιές για το λαδάκι, δέκα οκάδες φακή χωράφι, αυτά μόνο τα λίγα. Κάνα σκορδάκι, κάνα κρεμμυδάκι, το μαρουλάκι, το αγγουράκι στο παρακεί πεζούλι.

Η μοίρα της γυναίκας παντού μέσα στο βιβλίο.
 
Σειρά είχε και η ιστορία της γιαγιάς Αφροδίτης, της αθώας μου περιστεράς, που την πάντρεψε με το ζόρι ο πατέρας της, ούτε καν τη ρώτησε, όχι, όχι δεν τον ήθελε, έκλαιγε στα κρυφά, κι έλεγε να φαρμακωθεί, αλλά θεία φώτιση της ήρθε και τον αγάπησε τον Γιώργη της και τι που ήταν λογάς και πλατυκέφαλος και κοντούλης, ήταν ένας ολόγλυκος μελαχρινός, το μελανούρι της, έκανε πως χόρευε κιόλας, ανάθεμα κι αν ήξερε σύρει ζάλο, αυτή όμως τον καμάρωνε στον πεντοζάλη που μεταπατούσε λες και πατούσε σταφύλια στο πατητήρι, το 'χε αποφασίσει να γλιτώσει από τον τύραννο τον πατέρα της, να είναι κυρία και αρχόντισσα στο σπίτι της με τον Γιώργη της. 
 
Η γυναίκα και η μοίρα της, πιο τραγική η μοίρα της Θεανώς, θείας της Κάκιας: 
 
[...] εσύ, μάνα, φταις, μάνα είσαι εσύ για σκύλα; που μ' άφησες να σέρνομαι στα χωράφια, ούτε να φαίνω, ούτε να κεντώ μ' έσπρωξες, να πεις πώς θα στήσει αύριο μεθαύριο το σπιτικό της, αν δεν της μάθω το ένα και το άλλο, όχι, όχι, τα καλά και συμφέροντα, τους γιους στα γράμματα, τη μεγάλη, δηλαδή τη μαμά μου, στο κέντημα και στον αργαλειό, και αυτή το κακορίζικο η μαύρη και άραχλη φαμέγια. [...]
 
Οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια:
 
η μητέρα στη μαγειρική, η γιαγιά στα ζώα, οι θείοι στα γράμματά του ο καθένας, η Θεανώ στα χωράφια και εγώ να υπουργεύω, να κάνω όλες τις δουλειές του ποδαριού, να βοηθώ εδώ και εκεί, να ανακατεύομαι σε όλα και να έχω γνώμη για όλα και με την άδειά τους για να με ξεφορτώνονται.
 
Κι η βεντέτα που καλά κρατεί στα μέρη και η θυσία για να ρθει ο σασμός, ιστορία που μου θυμίζει ανάλογη περίπτωση στην οικογένεια του δικού του παππού που ήταν από την Αράδενα, διπλανό χωριό στον Αϊ-Γιάννη.
 
Κι ας νομίζανε οι ειδικοί μου του φονιά ότι με την Εργινιά, τη γιαγιά μου, θυσία και προσφορά θα εξευμενίσουν την οικογένεια των θυμάτων, κι ούτε που τη ρωτήσανε την άτυχη αν θέλει ή δεν θέλει αυτή την παντρειά, παρά σαν κηδεία που ξεστράτισε σε γάμο την είχανε στεφανώσει με τον Νικόστρατο, ούτε κι αυτός είχε ερωτηθεί, ή την παίρνεις, του είχε πει μόνο ο πατέρας του, ή αναγκαστικώς πρέπει να κάνεις το χρέος σου και να σκοτώσεις τον φονιά. Αλλά αυτός φονιάς δεν ήθελε να γίνει, κι έγινε το μυστήριο και αγαπηθήκανε πολύ. Ο Θεός να σε φυλάει μόνο από τα σόγια και τη στενοκεφαλιά τους.
 
Σκέφτεται και αναπολεί την Σφακιανή γιαγιά της με τη δαντέλα που δεν τη γνώρισε ποτέ.
 
[...] γιαγιά μου, γιαγιά μου, γιατί να μη σε γνωρίσω ποτέ, γιατί να μην μπορώ να σε φανταστώ όπως σου αξίζει, να σε γηροκομήσω, να σε περιποιηθώ, να σε χτενίσω, να σε λούσω και εσύ να μου δίνεις ευχές μόνο ευχές. Να μου μάθεις εσύ να σου μάθαινα πεντόβολα, πώς να γνέθω, πώς να γνέθεις, να παίζαμε κουτσό στον περίβολο του Αϊ-Γιαννιού και να βρισκόμουν ξαφνικά στον άλλο περίβολο του άλλου Αϊ-Γιαννιού. Με τη γιαγιά μου τη μία, με τη γιαγιά μου την άλλη. Ώρα μου να σηκωθώ να πάρω και πάλι το δρόμο για τα Πατήσια μου.
 
Ένας ποταμός λέξεων με εικόνες και νοήματα, κι ένας σωρός από ερωτήματα, λες σαν απολογισμός της ίδιας της συγγραφέα, και ... ξάφνου να ΄σου και ο αγαπημένος μου Σαγκάλ

[...] τι ήθελε στη ζωή της, τι κατάφερε, πόσο ταξίδεψε, πόσα σπίτια και ανθρώπους μέσα στα σπίτια είδε από ψηλά σαν ηρωίδα του Σαγκάλ, πόσους ψιθύρους και γέλια και κλάματα [...]

Και όταν θέλει να κάνει ανάπαυλα από τη βόλτα από παγκάκι σε παγκάκι η συγγραφέας μας βάζει στο εργαστήριο της: 
 
Ευτυχώς έχει αρκετές προμήθειες στο ψυγείο, δεν θα χρειαστεί σήμερα να βγει έξω. Θα ανοίξει τα χαρτιά της, να ξαναδιαβάσει τα γραμμένα της, να τα επεξεργαστεί, πόσο πολύ της αρέσει να τα επεξεργάζεται, να τα βλέπει και να τα ξαναβλέπει όσο να καταλάβει τι ακριβώς θέλουν οι λέξεις, τι θέλουν οι προτάσεις, πώς εξελίσσεται και πώς βολεύεται ιστορία της, τι σκοπεύει η ηρωίδα της. Ή μήπως στην ουσία τίποτα δεν θέλει ηρωίδα της, να έρθει μόνο και να ζήσει και αυτή σ' αυτόν τον κόσμο, να υπάρξει και αυτή όπως υπήρξαν οι γιαγιάδες της, λίγο καλύτερα ίσως, όχι όμως και πολύ, δεν την αντέχει την ευκολία , ούτε και την πολλή ευτυχία αντέχει, όπως δεν την αντέχει και την τόση αναμονή, αλλά και πάλι κατά βάθος την αντέχει, να περιφέρεται εκ του ασφαλούς, να συνομιλεί χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, να ακούει μόνο, να αγγίζει μόνο και να χαίρεται, αγέννητη και πάλι γεννημένη, ικανή να νιώσει τον τζίτζικα που λαλεί στο κυπαρίσσι της γιαγιάς Φιλαρέτης, τον πετροκότσυφα στη μουριά λίγο πιο πέρα από το μνήμα της γιαγιάς Αφροδίτης και τους μελισσοφάγος στην αγριαχλαδιά της γιαγιάς Ειρήνης.

Θαρρείς πως η ιστορία του βιβλίου διαμορφώνεται στην πορεία. Η συγγραφέας παίζει με την αφηγήτρια, την Κάκια, πότε η μια προπορεύεται, πότε η άλλη˙ και η αναγνώστρια; κι αυτή στο παιχνίδι, διαβάζει αυτά που θέλει και που τα ερμηνεύει όπως νομίζει.
 
[...] Αλλιώς ξεκίνησε την ιστορία της χωρίς ιστορία και αλλιώς προχωράει μετά εμποδίων χωρίς αρχή η μέση ή τέλος, παρούσα και απούσα αλλά και σίγουρη. Πότε παγκάκι δημοσίας χρήσεως, πότε ιδιόκτητο στη φαντασία της, πότε η κοπελίτσα θλιμμένη, πότε διήγημα σοφό, πονετικό, παρατηρητικό, πότε νυσταλέο. Τώρα όμως κοίταζε με ενδιαφέρον γύρω της, κάνοντας και λίγο το τυφλό, λίγο το κουφό λίγο το αδιάφορο διήγημα. Εφόσον καμία διάθεση δεν είχε να μπλεχτεί με δράματα, μελαγχολίες, καταθλίψεις και τα σχετικά. Κάτι το εορταστικό ήθελε μόνο, το συγκινητικό, το ανάλαφρο. Σηκώθηκε και πήρε πάλι τους δρόμους [...]
 
Και η ιστορία μας φτάνει στο τέλος του και δεν συστηθήκαμε με τις τρεις γιαγιάδες, τη Σφακιανή  Ειρήνη, με το υποκοριστικό Εργινιά, από τον πατέρα της, τη Σεληνιώτισσα Αφροδίτη από τη μάνα της και την εξ αγχιστείας γιαγιά Φιλαρέτη, την αρχοντοπούλα με τη χρυσή καδένα,
 
και ας μη γνωρίζονταν, και ας μην είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, ήρθε η ώρα να συνυπάρξουν στη μνήμη και στη σκέψη της Κάκιας, άνοιξε η Κάκια την κάτω πόρτα, άνοιξε και την πάνω, μπήκε στο σπιτάκι της, η δεκαοχτούρα που κλωτσούσε το πεύκο φάτσα στο παράθυρο της έριξε μ' εμπιστοσύνη μια ματιά. Και αυτό ήταν. Γέμισε το πιατάκι με τροφή και το λεκανάκι με νερό στο περβάζι. Ωραία περιπλανήθηκε τόσες μέρες και τόσες νύχτες, με όνειρα και οπτασίες, φαντασιώσεις και εμμονές, τέλειωναν όμως οι διακοπές, τέλειωναν και οι ποδαρόδρομοι στα περασμένα, στα μαγικά, στα τρυφερά, στα αποτρόπαια περασμένα, από αύριο ξαναγεννημένη και αποφασισμένη, χαμογελαστή ...

Βιώματα, μνήμες και θύμησες από τον γενέθλιο τόπο ζωντανεύουν μαζί με στιγμιότυπα από τους δρόμους της Αθήνας και πλάθουν την εικόνα του τόπου μας και των ανθρώπων του˙ σαν μια ταινία δρόμου, που σε ταξιδεύει από παγκάκι σε παγκάκι, κι από συνειρμό σε συνειρμό. Η Μάρω Δούκα παρατηρεί και ερμηνεύει την κάθε λεπτομέρεια του μικρού και του μεγάλου κόσμου μας, συμμετέχει η ίδια, πειραματίζεται στις τεχνοτροπίες της γραφής και της αφήγησης, και σαν καλή μαστόρισσα των λέξεων και των νοημάτων μας παραδίδει άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο, σοφό, πονετικό, παρατηρητικό, και, κυρίως, εορταστικό!

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Σας αρέσει ο Μπραμς;

"Σας αρέσει ο Μπραμς", της Μάρως Δούκα με την Κάτια Γέρου

Έλεγε ο πατέρας: Η τέχνη είναι σαν ψωμί, τόσο την έχουμε ανάγκη. Μικρή τον πίστευα. Έπειτα δεν μπορούσα να τον πιστεύω. Τον έβλεπα και τον λυπόμουνα. Μετά τον μισώ... Τώρα, δεν ξέρω. Όχι, δεν μου χρειάζεται η τέχνη. Καμιά τέχνη. Πονάω πολύ βλέπω φιλμ. Και τραγούδια πονάνε. Μπορώ μόνο ακούω μουσική. Πατέρας αγαπούσε Ρίχτερ. Εγώ αγαπάω Γκλεν Γκουλντ. Έχεις ακούσει; Μπαλάντες και ραψωδίες του Μπραμς... Το βλέπω στο βλέμμα σου. Αλλοδαπή πουτάνα και ακούσει Μπραμς; Οκέι, τώρα δεν ακούω. Ξέρω όμως ότι μπορώ να ακούω. Τον είχα ζητήσει στη δεύτερη εγκυμοσύνη. Η κυρία (μιμείται:) πο, πο... τι χαρά, το παιδί μας ακούει Μπραμς! Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα Φρανσουάζ Σαγκάν, έπειτα φίλμ με αγαπημένη ηθοποιό...

 


 

Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα από Φρανσουάζ Σαγκάν το 1959 (Ζαχαρόπουλος, 1995 και νεότερο από εκδόσεις Αγγελάκη, 2018),

 

 

 

κι έπειτα το φιλμ "Σας αρέσει ο Μπραμς;" με αγαπημένη ηθοποιό, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η εξαιρετική ταινία του Ανατόλ Λίτβακ, ασπρόμαυρη γαλλική, Παρίσι, 1961, με Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ιβ Μοντάν, Άντονι Πέρκινς, Μισέλ Μερσιέ, Γιούλ Μπρίνερ, Ζαν Πιέρ Κασέλ.

 
 

Κι ύστερα, μετά τη δεκαετία του '90, ο μονόλογος "Σας αρέσει ο Μπράμς;" της Μάρως Δούκα, για τα κορίτσια που ήρθαν στην Ελλάδα να βρουν καλύτερη τύχη, που αγαπούσαν κάποτε τον Μπραμς, που αν και δεν τον ακούνε τώρα πια, ξέρουν ότι μπορούν να τον ακούσουν

Με βλέπεις και βλέπω τη λύπη στα μάτια σου. Εσύ τι βλέπεις στα μάτια μου; Πρόσεξέ την, εκεί. (Δείχνει προς τη μεριά του κοινού:) Ρωσίδα. Βλέπεις ομορφιά; Σε δυο τρία χρόνια θα είναι αγνώριστη. Και η Μολδαβή θα είναι αγνώριστη και η Βουλγάρα. Σπάει νωρίς η γυναίκα… Αν δεν ήμουνα αυτή, όχι μπλε μάτια, δε θα με διαλέγανε μάνα στα παιδιά τους. Όχι μάνα... Ζώο που γεννάει, κι ύστερα παίρνει η άλλη το παιδί αγκαλιά. 

Αν τα θυμάμαι τα παιδιά μου; (Παύση)*

Κι ύστερα, το ίδιο, στην ομότιτλη παράσταση της Ομάδας Τέχνης το 2000, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, με την Κάτια Γέρου στον τραγικό μονόλογο της γυναίκας από τη Ρωσία που άκουγε κάποτε και που ακόμη θα μπορούσε ν' ακούει Μπραμς.

Κοινό σημείο σε όλα τα παραπάνω έργα η τρίτη συμφωνία του Μπραμς. Εδώ, με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.


Επειδή όμως, από τον Μπραμς, αγαπάμε και τους Ουγγρικούς χορούς, ας τους ακούσουμε εδώ 


 και μπορείτε ν' απομονώσετε στο 47:37 τον χορό αρ.21.

Πάλι, τον ίδιο χορό, γιατί όχι και στην εκδοχή με μπουζούκι, όπως τον εμπνεύστηκε ο δικός μας Θανάσης Πολυκανδριώτης;**


Ο Γιοχάνες Μπραμς γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια στο Αμβούργο (7 Μαϊου 1833 – 3 Απριλίου 1897).

Και ναι, μας αρέσει ο Μπραμς!

 -----------------------------------------------------------

 

 * Τα αποσπάσματα του πεζογραφήματος "Σας αρέσει ο Μπράμς" της Μάρως Δούκα είναι από τη συλλογή "γιατί εμένα η ψυχή μου" (Πατάκης, 2012). Το ίδιο περιέχεται στον συλλογικό τόμο με τρεις θεατρικούς μονόλογους "Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν" των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα αντίστοιχα (Κέδρος, 2007). 

 

 

 

 

 ** Πληροφορίες εδώ: https://www.ogdoo.gr/apopseis/kostas-mpalaxoytis/exeis-akoysei-brahms-me-bouzoyki.


Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Τι γυρεύει η Αφεντούλα στο Φέισμπουκ; H Μάρω Δούκα ανοίγει την Πύλη εισόδου στην "κανονικότητα" του Ίντερνετ

 
Θα κατεβώ στον Ευαγγελισμό, και από εκεί, αν εσύ δεν μ' αγαπήσεις, αν εγώ δεν σ' αγαπήσω, εν δύο, εν δυο, πλάκα παρά πλάκα, στον διάδρομο του Σάμιουελ Μπέκετ, κατευθείαν στο παλάτι μου, με το λάπτοπ να με περιμένει σε νάρκη στο τετράγωνο τραπέζι. Θα χωθώ πάλι από την πύλη εισόδου μου στη δική μου αβάδιστη λεωφόρο.

Η Πύλη εισόδου είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο της Μάρως Δούκα (Πατάκης, 2019). Ένα μυθιστόρημα σε μονοπρόσωπη, ημερολογιακή γραφή, καλύτερα σε ημερολογιακή γραφή με τη μορφή αναρτήσεων στο Φέισμπουκ (Facebook). Ιδιαίτερη, πρωτότυπη, ξεχωριστή γραφή, όμορφος μεστός αγαπητικός λόγος, ιστορία μέσα στην ιστορία της ιστορίας, ιστορίες σε στρώματα και ήρωες μέσα από καθρέφτες, φανταστικά πρόσωπα και πραγματικά, αναρωτιέσαι ποιο είναι το πραγματικό και ποιο το επινοημένο.
 
Η 69χρονη πρωταγωνίστρια, η Αφεντούλα, είναι μια ας πούμε καθημερινή γυναίκα, που δεν είναι αγωνίστρια, δεν είναι συνδικαλίστρια, ούτε φεμινίστρια, ούτε σπουδαία επιστημόνισσα, είναι μια μητέρα και μια σύζυγος, που νοιάζεται την κάθε κόρη της χωριστά, που έχει τις αδυναμίες της, τις φίλες της, τα πάνω και τα κάτω στις διαθέσεις της, τα θέλω και τα δε θέλω της.
 
Και μέσα από την "παράξενη" ιστορία της Αφεντούλας που αφηγείται η Αίθρα με μακροσκελείς αναρτήσεις και αναδημοσιεύει πότε η Σεβαστή και πότε η Λουίζα και τις προσωπικές σημειώσεις από την Καίτη Καλή, ξεδιπλώνεται ο σύγχρονος κόσμος της ας πούμε κανονικότητας, πραγματικός και ιδεατός, δύο σ' ένα, ή μάλλον ένα σε δύο:
 
Είμαι και η Αφεντούλα Κάπα που δέχομαι τα λάικ μου, είμαι και η Καίτη Καλή (Μόνο εγώ) στο ωραίο μου κενό. Να γράφω ό,τι θέλω και όπως θέλω για μένα και από μένα. Ερμητικά κλειστή, αδιάτρητη. Και τώρα (μη χάσω εντελώς και τον λογαριασμό) αυτούς τους συμπαθείς οχτώ, που έκαναν λάικ στην πρώτη δημόσια ανάρτηση της Αφεντούλας μου, οφείλω να τους έχω περί πολλού, αφού την τίμησαν, θα πρέπει και αυτή να τους επισκέπτεται τακτικά, να τους τιμάει. Και τέλος πάντων, ας έχω και τις μαύρες μου, πώς να το πω; πανηγύρι στο μεϊντάνι!
  
Σκέψεις, αγωνίες, αγάπες και αδυναμίες καθημερινών ανθρώπων, και όλα αυτά στο διαδικτυακό περιβάλλον του Φέισμπουκ, στο οποίο η συγγραφέας όχι μόνο μας υποδέχεται με την άνεση της φιλόξενης οικοδέσποινας, αλλά και μας (προ)καλεί να αναγνωρίσουμε την Καίτη, την Αίθρα, την Αφεντούλα και τις άλλες γυναικείες περσόνες που διαπερνούν τον φυσικό και εικονικό χώρο της αφήγησης. Εξαιρετικό στην πρωτοτυπία της δομής, στην απλότητα της αφήγησης και στον πλούτο των λέξεων, των συναισθημάτων και των εικόνων.

Και είδα μεμιάς τη ζωή μου όλη σε μικρές δημοσιεύσεις στο φέισμπουκ. Αυτή που ήμουν κι αυτή που έγινα και αυτή που θα γινόμουν, αν δεν γινόμουν αυτή που έγινα, αλυσιδωτές υποθέσεις του πιθανού που έρχεται παραζαλισμένο να σκοντάψει στο απραγματοποίητο.
 
Κι ύστερα, η γλώσσα της Μάρως Δούκα, η στρωτή, η όμορφη πλούσια γλυκειά γλώσσα, περιγραφική, αγαπητική, παρατηρητική, με τις λεπτομέρειες στις περιγραφές (όπως εκείνο το μπαλάκι από τρίχες στο μετρό), με τα υποκοριστικά της, με τις πολλές αναφορές σε ήρωες άλλων βιβλίων από το πολύ πλούσιο αναγνωστικό ρεπερτόριό της.

Παρακολουθείς περιγραφές σημείων της Αθήνας που θες να περπατήσεις κι εσύ, που δίνουν τη γεωγραφία και την ιστορία της πόλης που υπάρχει και αυτής που έσβησε ο χρόνος. (Ξαναθυμάμαι εκείνες τις όμορφες περιγραφές για τα Χανιά στο "Αθώοι και φταίχτες", μια εξαιρετική περιδιάβαση στη γεωγραφία και την ιστορία της πόλης). Και να η λαϊκή της Τρίτης στο Παγκράτι Λαέρτου-Λάσκου-Τιμοθέου, και να οι βόλτες "απ' την Πειραιώς μέσα απ΄τα στενά του Ψυρρή στο Μοναστηράκι" και στην Πλάκα και το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, και να η παλιά και η νέα Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, και ο Άγιος Παντελεήμονας της Αχαρνών και πάλι πίσω στου Ψυρρή και στην παλιά γειτονιά της ηρωίδας μας, δεν υπάρχει πια το παλιό τυπογραφείο του Παγώνα, ούτε οι βιοτεχνίες και τα μαγαζιά, η φθορά παίρνει τη θέση της στη μνήμη της πόλης.

Ο πολιτικός λόγος, ευθύς ή υπαινικτικός, η θαρραλέα άποψη και η πικρή ειρωνεία για το τάχα μου και  το δήθεν,  παρόντα κι εδώ όπως σε όλα τα έργα της και σε όλη την παρουσία της. Κι αυτό το μυθιστόρημα, πιότερο από τα προηγούμενα, το είδα σαν τη συνέχεια, την εξέλιξη ή την κατάληξη της Αρχαίας σκουριάς. Μονολογεί η Αίθρα - Αφεντούλα:
 
[...] πώς θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις εσύ τους   Έλληνες που είχαν φιλίες με τους Γερμανούς εκείνα τα χρόνια; Οξυδερκείς ρεαλιστές που ήθελαν να σώσουν την Ελλάδα απ' τους Κόκκινους; Όχι υπεραπλουστεύσεις, Αφεντούλα, μ' είχες αποπάρει. Θεός δεν είσαι, κάνε όμως σαν Θεός κι εσύ τα στραβά μάτια, εντός εκτός και επί τα αυτά και τα ρέστα παγωτά. Έτσι ακριβώς μ' είχες ειρωνευτεί: Και τα ρέστα παγωτά! Αμέ τι θαρρείς; Ώσπου να ξημερώσει η μέρα της ελευθερίας, κι εσύ, αν ζούσες τότε, θα έκανες σα να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μην καταλαβαίνεις. [...]
 
Όσο για τη θέση της γυναίκας, μια θλίψη κυριεύει την Αφεντούλα:
 
Τι κέρδισε, τι κατάφερε, σε τι βελτίωσε τη ζωή της η γυναίκα, πόσο ανυψώθηκε η ίδια; Καλή μάνα, καλή σύζυγος, εργαζομένη, απελευθερωμένη, άλλο όμως τι νομίζει η ίδια, άλλο τι νομίζουν οι άλλοι γι' αυτήν. [...] Όπως και η προγιαγιά μου, όπως και η γιαγιά μου, όπως και η μάνα μου; [...] τι καταφέραμε, φιλενάδα, έλεγε, πόσο είμαστε σε θέση να την υποστηρίξουμε τη χειραφέτησή μας χωρίς να κινδυνεύουμε να την ξεφτιλίσουμε;
 
Θα συμφωνήσω με τη συγγραφέα Ελένη Γιαννακάκη που έγραψε ότι η Πύλη Εισόδου είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την πολιτική του πολιτισμού και που ταυτόχρονα αποτελεί "α) μια παρωδία του αληθοφανούς ψυχολογικού δράματος, β) μια καυστική κριτική της σύγχρονης κουλτούρας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και 3) μια μετα-αφήγηση της ίδιας της συγγραφικής διαδικασίας" (Εποχή, 15 Δεκεμβρίου 2019). 
 
Μονολογεί και ομολογεί η Αφεντούλα:
 
Χαζεύω έπειτα για λίγο κι εγώ  στο φέισμπουκ, περαστική και λαθραία, ρίχνω τις ματιές μου στο εξώφυλλο διαφόρων επωνύμων, βλέπω και τις δημόσιες αναρτήσεις τους. Κοίτα πώς πορεύονται, πώς ζουν όλοι τούτοι οι σπουδαίοι, με τι απασχολούνται, πόσο έρημοι είναι κι αυτοί, πόσο αξιολύπητοι, πόσο νάρκισσοι.
 
Η Πύλη εισόδου γίνεται πύλη (ανα)στοχασμού και αυτογνωσίας. Δεν παύει όμως να είναι κι ένα ευχάριστο, ήρεμα καθηλωτικό μυθιστόρημα για τις ζωές μας, για ό,τι καθορίζει το παρόν μας. Η συγγραφέας, με πρωτότυπο τρόπο μας ξεναγεί και στο εργαστήριό της, επινοώντας τον "χρήστη Λακάν Λακάν" (όχι τυχαία προφανώς) να ανοίγει και να κλείνει την Πύλη εισόδου και βάζοντάς τον να προβληματίζεται πώς θα είναι η ηρωίδα:

[...] Να τη φανταστεί αξιοζήλευτα δυστυχισμένη; Να είναι βαμπ, να είναι φαμ φατάλ, να είναι Κίρκη; Του δήθεν και του τάχα και του ίσως πρωθιέρεια; Ή να τη φανταστεί εμπριμέ τετράγωνη; Να ξέρει πώς να πιάνει το μαχαίρι στην κουζίνα. [...]

[...] Να τη φανταστεί αξιοθρήνητα ευτυχισμένη; Να είναι φιλική, να είναι ομιλητική, να είναι το υπόδειγμα; Του όπως και να 'χει, του έτσι κι αλλιώς, του οπωσδήποτε το χαρωπό δουλικό; [...]
 
Και τώρα, που η πανδημία κλείνει χρόνο κι όπου το κλείσιμο στους εαυτούς μας και στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας κοντεύει κι αυτό να χρονίσει και η φυσική αποστασιοποίηση γίνεται συνώνυμο της κοινωνικής και που το Ίντερνετ γίνεται το χρήσιμο, αλλά και υποχρεωτικό, εργαλείο-παράθυρο στον κόσμο (στον υπόλοιπο, κλειστό κι αυτόν, κόσμο), το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα γίνεται πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Ήταν λες ο προάγγελος μιας τέτοιας "κανονικότητας", υποχρεωτικής τώρα, που ελπίζουμε πως δεν ήρθε για να μείνει. Πόσο θ' άξιζε να περάσει τα σύνορα του δικού μας γεωγραφικού (και πολιτισμικού) μικρόκοσμου!
 
Κι ένα υστερόγραφο:
 
Επιτέλους, στην εκπνοή του δύσκολου τούτου χρόνου αποφάσισα να γράψω για το βιβλίο που έχω πάνω στο γραφείο μου από τον Οκτώβριο του 2019 όταν το διάβασα. Ήταν ένα στοίχημα αν θα "ενδώσω" στον πειρασμό ν' ανοίξω λογαριασμό στο Facebook (ή Φέισμπουκ, δεν συμφωνώ με τις ελληνικές αποδόσεις προσωποβιβλίο, βιβλίο προσώπων, φατσοβιβλίο κτλ.). Tελικά σκέφτηκα ότι δεν αξίζει αυτό το καπρίτσιο για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ και που η ανάγνωσή του όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από τις ας πούμε κάποιες δυσκολίες μου να κατανοήσω τις "φεϊσμπουκικές" λειτουργίες αλλά και έδειξε ότι είναι ένα εξαιρετικά ευχάριστο, ενδιαφέρον και πρωτότυπο ως προς τη γραφή ανάγνωσμα, ένα σύγχρονο μυθιστόρημα. Και όπως έγραψα παραπάνω, είναι πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Όσο για το ίδιο το Facebook, ας αφήσω τις σκέψεις μου ίσως για κάποια άλλη φορά...

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής της: Μάρω Δούκα




Στη Μάρω Δούκα απονέμεται το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το έτος 2019 για τη συνολική προσφορά της στα Γράμματα. Ύψιστη τιμή για μια γυναίκα παρούσα και δυναμική, διαρκώς παρούσα και διαρκώς παρεμβατική, με το έργο της, με τον λόγο της, με τη δράση της.

"Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου" έλεγε ο στίχος του Διονυσίου Σολωμού κι έγραφε η Μάρω Δούκα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη για το Σολωμό (τεύχος 142, 1997):

Εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσα να ορίσω τη θέση μου στον κόσμο, τι ήταν αυτό που με γοήτευε στον Σολωμό;  Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου - όταν πρωτοαντέγραφα τον στίχο δεν ήξερα ούτε για τις αισθητικές αναζητήσεις του ούτε για την πάλη του Καλού με το Κακό. Με παρηγορούσε απλώς η ιδέα του ανθρώπου που δεν αφήνει την ψυχή του να αποκοιμηθεί.

Και γράφει σε άλλο σημείο:

Σήμερα που συναγωνιζόμαστε στα μεγάλα λόγια και στους εύκολους πατριωτισμούς . Ποια θέση θα μπορούσε να έχει ο Διονύσιος Σολωμός που δεν "εθεάτρισε" ποτέ τα εθνικά του φρονήματα και που μας κληροδότησε σε μιαν επιστολή του: Το έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές.



Αυτή είναι η Μάρω Δούκα. Και άλλα πολλά. Εμείς ξέρουμε ότι τίποτα δεν χαρίζεται, όπως ονόμασε η ίδια (ασφαλώς για τον εαυτό της, αλλά μας αφορά) και ένα από τα καλύτερα βιβλία της, το "Τίποτα δεν χαρίζεται", στο οποίο φανερώνεται, όχι μόνο η πολύ καλή συγγραφέας, αλλά και ο ευαίσθητος, σκεπτόμενος, προβληματιζόμενος, καλλιεργημένος, αλληλέγγυος διπλανός μας άνθρωπος, ένας οικουμενικός άνθρωπος της Αριστεράς. 

Αυτή είναι η Μάρω Δούκα, με άγρυπνα πάντα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής της!

Καλό μήνα!

----------------------------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις

* Η παραπάνω εικόνα με μέρος του κειμένου από το αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη στο ιδιόχειρο σημείωμα της συγγραφέα είναι από το περιοδικό Πόρφυρας (τεύχος 161, 2016: Σελίδες για τη Μάρω Δούκα). Περιλαμβάνεται στο άρθρο του Δημήτρη Κοκκόρη με τίτλο "Εις τον πάτο της εικόνας: Ο σολωμικός στοχασμός ως κλειδί μοντέρνας ή μεταμοντέρνας αφήγησης;" Σημειώνεται ότι τα κείμενα του αφιερώματος στον Πόρφυρα είναι εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του τριήμερου για τις τρεις Κρητικές συγγραφείς Ρέα Γαλανάκη - Μάρω Δούκα - Ιωάννα Καρυστιάνη στην Κέρκυρα, 13-15 Νοεμβρίου 2015 (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2015/12/blog-post_3.html).

* Κι επειδή ακόμη δεν έγραψα κάτι για το πιο πρόσφατο βιβλίο της "Πύλη εισόδου", εξαιρετικό, ανθρώπινο και ιδιαίτερα πρωτότυπο και πρωτοποριακό, ας μην το αφήσω κι άλλο, πόσο πια να περιμένει την αφεντιά μου η Αφεντούλα ή μήπως η Αίθρα ή η Καίτη Καλή; Μπερδεύτηκα...

* Η Μάρω Δούκα είναι Χανιώτισσα, με καταγωγή από το Σέλινο και από τα Σφακιά. Πώς να μην είμαστε διπλά χαρούμενες και περήφανες;
 

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Πολλοί μαζί ριγμένοι σ' ένα λάκκο...




Θα 'ταν βράδυ, όταν τη ρίξαν μες στην πηγάδα. Στο δεξί χέρι πολλές ευχές, στ' αριστερό καμιά κατάρα, το δέντρο της ζωής μες στην παλάμη της θαλερό κι ένα στραβό σκυλόδοντο στ' απάνω σαγόνι· με τόσα σημάδια, παιδάκι μου, της έλεγε η μάνα της, δεν σε φοβούμαι μήπως κακοπάθεις, κι όλο να την ξεματιάζει η έγνοια της.

[...] Ημέρες τριάντα χύμα στην πηγάδα. Ημέρες τριάντα με το ίδιο παραμύθι. Δεν είχε να φοβηθεί. Τούτο το παρόν που αιμορραγεί ιχνογραφήθηκε πριν από χρόνια και το τοπίο πριν από αιώνες. [...] Χύμα τα μετερίζια στην πηγάδα. 

[...] Ο τέταρτος όροφος: ο διάδρομος με τους ξύλινους πάγκους, τα γραφεία των ανακρίσεων, η σκάλα για το πλυσταριό. Κάθισε στην άκρη ενός πάγκου. Το ίδιο βράδυ την εγκατέλειψε ο Σολωνός. Δεν ήξερε πως σ' αυτόν τον πάγκο θα 'μενε ημέρες επτά, περιμένοντας και μη περιμένοντας.

¨Ετσι έγραφε στα 1970-1972 η Μάρω Δούκα για την πηγάδα στη Μπουμπουλίνας, που έγινε και το πρώτο της βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο και κυκλοφόρησε το 1974 από τον Κέδρο (σήμερα η συμπληρωμένη έκδοση από τον Πατάκη).




... στην οδό Μπουμπουλίνας, σ' ένα παλιό κτίριο, στα υπόγειά του, όπου στεγαζόταν τότε η Γενική Ασφάλεια. [...] Ούτε θυμάμαι ακριβώς τον χώρο· μόνον ότι ήμαστε πολλοί μαζί ριγμένοι σ' ένα λάκκο κι είχε από πάνω ο λάκκος ένα γυάλινο στέγαστρο και γύρω γύρω στον λάκκο υπήρχαν κελιά και σε κάποιο σημείο του λάκκου υπήρχε μια τρύπα όπου κατέβαιναν και κοιμούνταν οι άντρες, ενώ εμείς κοιμόμαστε στο τσιμεντεδένιο δάπεδο του λάκκου, η μία δίπλα στην άλλη, επάνω σε φθαρμένες κουβέρτες που μύριζαν ψυλλόσκονη. 

[...] Περίμενα τη μητέρα μου, την περίμενα με λαχτάρα, γιατί της είχα παραγγείλει να μου φέρει οδοντόπαστα.

[...] "Η οδοντόπαστα;" ρώτησα τον φύλακα. "Μπα, θα μου ζητήσεις και τον λογαριασμό; Εγώ φταίω που δεν σου έφερε η μανούλα σου οδοντόπαστα;" 

[...] Και περνούσαν οι μέρες στον λάκκο της Μπουμπουλίνας. Καλοκαίρι. Αναστεναγμοί και παγωμάρα. Η σιωπή και το πέταγμα της μύγας. Είπα στη φίλη μου για ένα διήγημα του Χάμσουν που είχα διαβάσει πριν από καιρό με μια μύγα. Στράβωσε τα χείλη της: "Διαβάζεις τον ναζιστή Χάμσουν;" Ταράχτηκα. Ντρεπόμουν να της πω ότι δεν ήξερα τίποτα για το ποιόν του συγγραφέα! [...] Και ξαφνικά πανικός! Το παιδί από την Κύπρο έκοψε μ' ένα καθρεφτάκι τις φλέβες του.

[...] Σεπτέμβριο, μας μετέφεραν σ' ένα χάλαρο στην 3η Σεπτεμβρίου κι από κει στις Φυλακές Αβέρωφ. Κι έπειτα, καταχείμωνο, στους δρόμους πάλι της Αθήνας. Ένα βραδάκι βιαζόμουν για να είμαι στην ώρα μου στη συνάντηση με τον Νίκο Δούκα. Κοντά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη άκουσα κάποιον που με φώναζε με το πατρικό μου και σωστά: "Γεωργεδάκη!"

Γύρισα ταραγμένη κι είδα τον φύλακα της οδού Μπουμπουλίνας. Αυτόν που μου είχε αγοράσει με δικά του λεφτά οδοντόπαστα. Χαιρόταν που με ξανάβλεπε. "Τι κάνεις, κοπέλα μου, έβαλες μυαλό; Σοβαρεύτηκες;" Τον χαιρέτησα ψυχρά· πάγωσε το χαμόγελο στα χείλη του. Εκείνη τη νύχτα είχα να πετάξω προκηρύξεις στα Πετράλωνα.

Η Μάρω Δούκα περιγράφει το πέρασμά της από τα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας και την πηγάδα ("Καλοκαίρι", από τη συλλογή "Τα μαύρα λουστρίνια", Πατάκης, 2005). Ήταν Αύγουστος του 1967. 

Στην πηγάδα βρέθηκε την ίδια εποχή και ο Διονύσης Σαββόπουλος. 

Είδα μια ξανθιά αεράτη να πλησιάζει μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, γαρίφαλο ή τριαντάφυλλο, δεν θυμάμαι. Όπως επίσης δεν θυμάμαι το χρώμα του λουλουδιού. Κατά πάσα πιθανότητα κόκκινο. Κατέβηκε με αποφασιστικότητα τα σκαλιά και μίλησε στον φύλακα. «Σαββόπουλος!» φώναξε ο φύλακας. Πλησίασε ο Σαββόπουλος. «Σε ζητάει μια ξανθιά…» «Πού είναι;» μισόκλεινε τα μάτια του ο Σαββόπουλος. «Στραβούλιακα!» γέλασε ο φύλακας.

[...] Ξύπνησα από τη φασαρία. Είχαν ανεβάσει τη νύχτα στον Τέταρτο τον Σαββόπουλο και τον κατέβασαν ξημερώματα μισερωμένο. Τον αναβαστούσαν δύο και τον έκλεισαν σ’ ένα κελί.

(από "Τα μαύρα λουστρίνια", στο ίδιο όπως παραπάνω)

Μαζί τους στην πηγάδα και η κυρία Μάνου, αγωνίστρια του ΚΚΕ που είχαν φέρει εκεί μέχρι να τη στείλουν σε κάποιο ξερονήσι. Η κυρία Μάνου ήταν η θεία για τους νέους εκείνους, τους εμψύχωνε· και ο Σαββόπουλος έγραψε γι' αυτήν ένα τραγούδι, μα η λογοκρισία της δικτατορίας δεν τον άφησε να κυκλοφορήσει με αναφορά στο όνομά της κι έτσι έγινε "Η θεία Μάρω", ένα από τα τραγούδια στο Περιβόλι του τρελλού:


Στην υγρή μας την αυλή, στρώνει για να κοιμηθεί

η κυρία Μάρω.
Κλαίνε ακόμα κι οι σκληροί, μα έχει απόφαση σωστή
η κυρία Μάρω.

Θεία Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο, 
φύλαξε και για μας λίγο χαλβά.
Θεία Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο, 
πες μας για δράκους, πες μας για σπαθιά.

Τηλεόραση φτηνή, ψυγεία, δόσεις, γιωταχί
και οικοδομές.
Πριζουνίκ, πρατήρια και χρηματιστήρια
και διακοπές.

Θεία Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο, 
φύλαξε και για μας λίγο χαλβά.
Στην κάμαρή σου περίμενέ μας αύριο, 
καθισμένη στο χαμηλό σοφά.

Την αλήθεια την πικρή δε θα την πω, μην τρελαθεί
η κυρία Μάρω.
Το χεράκι της θα κρατώ, δίπλα στο τζάκι θα τη βρω
την κυρία Μάρω.

Θεία Μάρω, καλέ θεία Μάρω, αύριο, 
φύλαξε και για μας λίγο χαλβά.
Θεία Μάρω, στην ποδιά σου αύριο, 
θα γείρουμε σαν ορφανά παιδιά.





Ήταν Αύγουστος του 1967. Η Μάρω, η πραγματική, ήτανε μόλις 20 χρονώ κορίτσι τότε. Κι έγραφε στην Πηγάδα, καταλήγοντας:

Όσο ονειροβατούσαμε, ξεγελιόμαστε με αυταπάτες. Μα το καπάκι πετάχτηκε, ο ατμός έγινε θολούρα, η κίνηση σημειωτόν επί τα αυτά. [...] Υποταγμένοι στα λογής αντικείμενα, εκείνου του βιβλίου, εκείνου του πίνακα, και προπαντός οι αφίσες και τα σήματα ειρήνης, τα σήματα κονκάρδες, κάτι σαν αγκύλωση στο μυαλό μας, κι αυτός ο όμορφος Γκεβάρα, επικίνδυνο πράγμα η ομορφιά. Θα πούμε είναι αδύνατη η μνήμη, ελαστική η συνείδηση. Ας ευλογήσουμε τα λογής αντικείμενα, όπως ο δούλος τον αφέντη του. Συχωροχάρτι και αλαζονεία μας: Η προηγούμενη γενιά δεν τα κατάφερε, κι ας έγραψε τραγούδια, μουσική, κι ας χάραξε μ' αιμα τ' αρχικά της στους δρόμους της ελευθερίας.

Μικρή αναφορά για τη σημερινή μέρα, όχι τόσο ή μόνο για να μην αδυνατίζει η μνήμη, αλλά κυρίως για τη συνείδηση, που δεν της πρέπει ελαστική να είναι...

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Έλα να πούμε ψέματα ένα σακί γιομάτο: και πάλι για τον εμφύλιο στην Κρήτη (που δεν υπήρξε ή μήπως...)

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Αυτό το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι θυμήθηκα βλέποντας τη σκηνή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ ΕΑΜ Κρήτης και Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (Νοέμβριος 1943), την οποία είχε μάλιστα συντάξει ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η συμφωνία αυτή, πρόσθεσε όλο καμάρι ο κ. Μητσοτάκης ο νεώτερος, "έβαλε τις βάσεις για να αποτραπεί ο εμφύλιος στην Κρήτη"!!!

Κι επειδή δεν είμαι ιστορικός και μπορεί να μην τα γράψω καλά, κι επειδή αυτή η... όλο νόημα δήλωση του κ. Μητσοτάκη με προκάλεσε, στράφηκα στη λογοτεχνία. Κι ήρθε αυτόματα στο μυαλό μου το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι με τα τόσα ψέματα (και η συνάντηση των δύο ανδρών, ω τι σύμπτωση, πραγματοποιήθηκε λίγες μόνο μέρες από την πρωταπριλιά...).

Για να είμαι ειλικρινής, το τραγουδάκι δεν το γνώριζα μέχρι που διάβασα το εξαιρετικό και θαρραλέο, θα έλεγα, βιβλίο της Μάρως Δούκα "Έλα να πούμε ψέματα", το τρίτο της τριλογίας της για τ' αγκάθια στην ιστορία της νεώτερης Κρήτης. 

Στο βιβλίο αυτό, έγραφα στην ανάρτηση του 2015, η Δούκα ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη "θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε". Και σε αυτό το βιβλίο, "ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία", έκφραση που η ίδια χρησιμοποιεί πολύ συχνά με αναφορά στα βιβλία της.

Και βέβαια, την εικόνα αυτή, που δεν ήταν στην πραγματικότητα όπως ήθελαν να την παρουσιάζουν για την Κρήτη, ότι δηλαδή το νησί δεν γνώρισε τον εμφύλιο, μπορούμε να τη δούμε ως συνέχεια της εικόνας που περιγράφεται στο προηγούμενο βιβλίο της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" σχετικά με την παραμονή των Γερμανών στη Δυτική Κρήτη (μαζί και στη Μήλο) πολλούς μήνες από την αποχώρηση στην υπόλοιπη Ελλάδα και όπου βλέπουμε ίδιους πρωταγωνιστές να παίζουν τα παιχνίδια τους. (Και ακόμα μία σύμπτωση, έτυχε αυτές τις μέρες να δω σε κρητικό κανάλι μια εκπομπή για τους γενναίους Μπαντουβάδες, βέβαια για τον εμφύλιο τσιμουδιά...)

Και η Ρέα Γαλανάκη στον Αιώνα των λαβυρίνθων, το εμβληματικό μυθιστόρημα με πλαίσιο τα εκατό χρόνια ιστορίας της νεώτερης Κρήτης, αφιερώνει σελίδες για τον εμφύλιο στο νησί.

Είπε κάποτε η Καρυστιάνη σε μια συνέντευξή της ότι ο μηρυκασμός του παρελθόντος αποτελεί άλλοθι απραξίας. Συμφωνώ. Ισχύει και για τις δυο πλευρές αυτό. Πρέπει πάντως να έχουμε ολόκληρη την εικόνα, από όλες τις πλευρές και πάλι. Και να ξεχωρίζουμε τα ψέματα, έτσι δεν είναι;

Και πάνω που τελείωνα το κείμενό μου για τούτη την ανάρτηση, βλέπω το άρθρο του Μάριου Διονέλλη στη σημερινή Εφημερίδα των Συντακτών "Οταν ο Κυριάκος «εξαφάνισε» τον εμφύλιο στην Κρήτη". Έλα να πούμε την αλήθεια, σαν να καλεί ο δημοσιογράφος, ανιστορώντας μας για τους "Μπαντουβάδες" και τους "Γυπαραίους" κι όλα τα καλά παιδιά από την "αντίσταση" της Κρήτης. Πώς να μη μηρυκάσω τότες κι εγώ φέρνοντας στο νου τις δυο δασκάλες που εκτέλεσαν άγρια  το '47 και το '49, μια στην Ανατολική και την άλλη στη Δυτική Κρήτη. Η μια ήταν η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη και η άλλη ήταν η δασκάλα από τ' Ανώγεια, πρωταγωνίστρια σε μια από τις ιστορίες της Μάρως Δούκα, η Βαγγελιώ Κλάδου.

Ξέρετε τι λέω εγώ; Ο εμφύλιος χώρισε τους Έλληνες στα δυο, στους καλούς και στους κακούς (όπως έγραφε και ο Νίκος Κούνδουρος, τοποθετώντας τον εαυτό του στους "κακούς"). Αλήθεια, τελικά το ζήτημα ήταν ποιοι ήταν οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί" ή που οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δυο; Μήπως πολύς ο μηρυκασμός; Μπερδεύτηκα (που λέει κι ο εγγονός μου, που ποιος ξέρει όταν μεγαλώσει τι θα ξέρει για εκείνη την εποχή)...

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Τίποτα δεν χαρίζεται: ένας οδηγός ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας ή η Μάρω Δούκα αυτοβιογραφείται μιλώντας τρυφερά για τους άλλους




Ξημέρωσεν ο δείχτης πάλι Κυριακή.

Έτσι ξεκινά το κείμενό της για το Μανόλη Αναγνωστάκη η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο “Τίποτα δεν χαρίζεται”. Είναι στίχος από ποίημα του Αναγνωστάκη, του "ρομαντικού και ονειροπόλου", του "απόλυτου ταξιδευτή της σιωπής και της μοναξιάς", του αγαπημένου της ποιητή με τον οποίο αρχίζει και τελειώνει το βιβλίο. 

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα της συγγραφέα γραμμένα την περίοδο 1993 έως 2005, καθώς και σημερινά, με τα οποία μας εισάγει κάθε φορά στα παλαιότερα αυτά κείμενα. Στα νέα κείμενα αναφέρει στοιχεία από το ιστορικό για τη συγγραφή κάθε παλιότερου κειμένου που ακολουθεί, αναπτύσσει νέα θέματα, ενώ, και μέσα από μια ημερολογιακή καταγραφή,  μας θυμίζει γεγονότα και καταστάσεις της αντίστοιχης εκείνης περιόδου. Είναι εξαιρετικός ο τρόπος γραφής, τα νέα κείμενα εξίσου ενδιαφέροντα με τα παλαιά.

Φαντάζομαι φοιτητικές εργασίες να έχουν ως βάση τούτο το βιβλίο της Μάρως Δούκα μαζί με το προηγούμενό της “Ο πεζογράφος και το πιθάρι του”, και πρώτ' απ' όλα θα ήταν χρήσιμο ένα ευρετήριο των ονομάτων που ανθολογούνται. Γιατί, ναι, μπορεί να το θεωρήσει κανείς ως μια παρουσίαση Ελλήνων λογοτεχνών 19ου και 20ου αιώνα.

Τίποτα δεν χαρίζεται και βρίσκω πως ταιριάζει στο αγαπητικό κλίμα του βιβλίου. Μας μιλά με αγάπη για ανθρώπους που συνάντησε και γι’ αυτούς που κλήθηκε να μιλήσει ή να γράψει. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, ασφαλώς αφορά την ίδια, δικά της βιώματα και δικές της εμπειρίες, μπορεί όμως να αφορά και να αγγίζει τον καθένα μας, για τη στάση που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα. Αν και ήθελε, όπως είχε πει στην παρουσίαση στο πατάρι του Πατάκη, να δώσει τον τίτλο «Η αγάπη έχει πολλές ερωτήσεις», μια κουβέντα που είχε ακούσει από ένα μικρό αγόρι, ο τίτλος αυτός ταιριάζει νομίζω στο περιεχόμενο και στο ύφος των κειμένων, θα έλεγα και στο νόημα που θέλει να δώσει η συγγραφέας στις σχέσεις της με τους ανθρώπους που ανθολογεί.

Συχνές οι αναφορές της στη Τζένη και στο Γιάννη, φίλους της καλούς, στην ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη και στον ποιητή Γιάννη Κοντό που έφυγε νωρίς, πριν από σχεδόν δυο χρόνια. 




Η Μάρω Δούκα διαβάζει πολύ, και αυτό φαίνεται στα βιβλία της. Έχει άποψη για έλληνες και ξένους λογοτέχνες. Ένα μέρος αφιερώνει στα Σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ, το βιβλίο που τη σημάδεψε, όπως λέει, που της έδειξε την άλλη όψη του Νέου Κόσμου:

"...Τι είναι ο καπιταλισμός και η εσωτερική μετανάστευση, τι σημαίνει οικονομική κρίση και αγρότης που χάνει τη γη του, τι είναι τα δάνεια και η κατεστραμμένη σοδειά, ποιο είναι το Χρηματιστήριο, ποιο είναι το αφεντικό και τι φοβάται..." 



Πολλές οι αναφορές όχι μόνο στα πρόσωπα για τα οποία έγραψε το άρθρο ή την αφιερωματική ομιλία, αλλά και για πολλούς άλλους που αναφέρονται είτε σε εκείνα τα κείμενα ή στα ενδιάμεσα σημερινά. Γι' αυτό μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε αλλά και σε πολλούς από μας να διαβάσουμε για κάποιους λογοτέχνες που ίσως και να αγνοούσαμε (τυχαία ή και σκόπιμα κάποτε). Ομολογώ πως αρκετούς δεν έχω διαβάσει, ανάμεσά τους και τον Ανδρέα Φραγκιά αν και η Καγκελόπορτα μου είναι πολύ γνωστό έργο του, ήδη αγόρασα για αρχή το Άνθρωποι και σπίτια. Είναι σαν μια αποκάλυψη το κείμενο "Τιμώντας τη μνήμη του Αντρέα Φραγκιά". Και πώς δένει η ιστορία με τον ταχυδρόμο! Τόσο τρυφερή και τόσο ανθρώπινη, μου θύμισε τον ταχυδρόμου του Νερούδα. 

Γράφει ολόκληρα κείμενα ή κάνει αναφορές για τον Σολωμό, για τον Βιζυηνό, ολόκληρη πραγματεία για τον Βιζυηνό, για τον Ρίτσο - ο Ρίτσος δείχνει να βρίσκεται παντού στο έργο της, για τον Τσαρούχη, τον Τσίρκα, τον Ιωάννου, για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, το Δημήτρη Χατζή, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, το Γιώργο Χειμωνά, για τον Καραγάτση, για τον Κώστα Ταχτσή ("περιπατητής θορυβώδης") και τον Άρη Αλεξάνδρου ("αναχωρητής στην πίκρα") και για τόσους άλλους!




Συνάντησε τον Τσαρούχη στο σπίτι του στο Μαρούσι. Μπροστά στον "Σκεπτόμενό" του. Του μίλησε για το μπλε στα έργα του, που το έχουν αντιγράψει λογής λογής. Την κέρασε μέλι με καρυδόψυχα. Η λουίζα άχνιζε στο λευκό φλυτζάνι...

Ολόκληρη η Ελλάδα, της είχε πει ο Ρίτσος, "η οσμή και το σώμα της, ζει και ανασαίνει και διαρκεί μέσα στη ζωγραφική του Τσαρούχη". 




Αποκαθιστά τη σχέση Αναγνωστάκη - Ρίτσου, που δεν ήταν και η καλύτερη ανάμεσα στον "ανανεωτικό" και τον "παραδοσιακό" αριστερό. "Αριστοκρατικός, πατρικός, ελεήμων και απόμακρος" ο Ρίτσος, "οικείος, καθημερινός, κοφτός έως και απότομος" ο Αναγνωστάκης, που όμως, στο τέλος, "έπιασαν τη χαμένη άκρη του ν(ο)ήματος".

Διαβάζοντας τις σκέψεις της, από ποιες αφετηρίες ξεκίνησε για να γράψει τα βιβλία της, ποια ήταν τα στοιχεία που την επηρέασαν, νιώθω πως θέλω να τα ξαναδιαβάσω, να δω και από μια ματιά που δεν είχα στην πρώτη, τόσο μακρινή πια, ανάγνωση. Όπως ας πούμε το “Εις τον πάτο της εικόνας”, με αφορμή το οποίο κάνει λόγο για «την ομαδική, διεστραμμένη στροφή της δεκαετίας από το σημαντικό στο ασήμαντο». Μήπως δεν είναι προφητικό; Μήπως δεν είναι αλήθεια; Βρίσκει την ευκαιρία να τοποθετηθεί με ειλικρίνεια και θάρρος για τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα της εποχής και κάνει λόγο για τη “λουσάτη Ελλάδα”. Και για τα πιστεύω της. Όπως η ηρωίδα στην "Αρχαία σκουριά": "Κι ευγνωμονούσα την τύχη μου που έγινα αριστερή. Αριστερή και σε μιαν άκρη, αντιμέτωπη με τους μικρούς θανάτους που με καραδοκούσαν από πάντα, τα σκιάχτρα που με φοβέριζαν..."

Στη μελέτη για τον Βιζυηνό, κάνει μια ενδιαφέρουσα συνοπτική καταγραφή των ιστορικών γεγονότων της εποχής, φτάνοντας στη χρονιά του θανάτου του, το 1896, για να μας θυμίσει ότι την ίδια χρονιά πεθαίνει ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότι γίνονται απεργίες στο Λαύριο και ότι ο Γλάρος του Τσέχωφ που ανέβηκε στην Πετρούπολη σημείωσε παταγώδη αποτυχία.



Και πώς γράφει το ιστορικό μυθιστόρημα; Πώς συνομιλεί με την ιστορία, όπως της αρέσει να λέει, και τι σημαίνει ταξίδι στο παρελθόν; Με τις περιπλανήσεις μας στα περασμένα, γράφει, "δεν συντηρούμε μόνο την ιστορική μνήμη, αλλά και ξανακερδίζουμε, παρηγορημένοι, την πίστη μας στο παρόν και την ελπίδα μας στο μέλλον".

Αναφέρεται στο πώς έγραψε το Σκούφο από πορφύρα. Μάθημα γραφής. Ένα εξαιρετικό κείμενο, μάθημα δημιουργικής γραφής για εκκολαπτόμενους συγγραφείς (στο βαθμό, βέβαια, που δεχόμαστε ότι η συγγραφή διδάσκεται).



Δηλώνει πεζογράφος, κι όμως συνεχώς ανατρέχει στην ποίηση. Της αρέσει η ποίηση, της αρέσει αυτό το «ασταμάτητο πάρε δώσε με τις λέξεις» και μας θυμίζει κάποιους από τους ωραιότερους στίχους των ποιητών μας, γιατί "η ζωή μας ανθίζει και ευωδιάζει μόνο κάτω από τον ίσκιο των ποιητών που αγαπήσαμε". Ξεχωρίζει στίχους σαν κι αυτούς:

-ω πάντοτε αγαπήσαμε το παραπάνω της επιθυμίας- 
         (του Γιάννη Ρίτσου)

όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε...
        (του Τάσου Λειβαδίτη)

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε
πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε. 
         (του Διον. Σολωμού)

Κι έτσι μπαίνει ο χρόνος στο ήσυχο βασίλεμά του
         (του ελληνολάτρη Γερμανού ποιητή Χέλντερλιν)

Είναι ωραία η αφήγηση της Μάρως Δούκα, η αναφορά στα προσωπικά της γούστα, στα αρέσει και αγαπώ της, στις συνήθειές της, στη μετάβασή της από τη γραφομηχανή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στα του δικού της εαυτού, γιατί, όπως έλεγαν οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου τους οποίους μάλιστα επικαλείται,

«Μιλώντας για τον εαυτό σου και για μας μίλησες
μιλώντας αποκλειστικά για μας
δεν θα μιλούσες για κανένα...»

Και βέβαια, παντού η Κρήτη, παντού τα Χανιά, τα Χανιά των παιδικών της χρόνων και του σχολείου και τα Χανιά σήμερα, όπως τα χαίρεται κάθε καλοκαίρι. Και η Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης πάντα στις αναφορές και στις αγάπες της. 

Και το ΕΚΕΒΙ στις αναφορές της, στην ίδρυση και εξέλιξη του οποίου είχε σημαντική συμβολή. Και η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας, από τις πρωτοπόρες δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας με την εντυπωσιακή ανάπτυξη. Γιατί διαβάζω ένα βιβλίο, αναρωτιέται. Και ποιος ο ρόλος μιας δημόσιας και δημοτικής βιβλιοθήκης; Σκοπός, γράφει, "δεν είναι μόνο η ικανοποίηση των αναγκών του αναγνώστη, αλλά και η διακριτική καθοδήγησή του, όπως επίσης και η συστηματική προσπάθεια για ανανέωση και διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού".

Τελειώνει με Αναγνωστάκη και με τον Ουρανό, τον ουτοπικό όπως τον χαρακτηρίζει. Νιώθω πως σ' αυτό το ποίημα κρύβεται και το δικό της όραμα, η δική της ουτοπία ίσως;

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν' αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.


Επειδή αυτά που έχω σημειώσει και θα μπορούσα να καταγράψω είναι πολλά, θα ολοκληρώσω αυτήν εδώ την αναφορά μου για το βιβλίο της Μάρως Δούκα κάνοντας λόγο για ένα ιδιαίτερο κείμενο με τίτλο "Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία;". Θα έλεγα ότι είναι επίκαιρο (αρχή σχολικής χρονιάς) και θα συνιστούσα να το διαβάσουν τόσο μαθητές όσο και καθηγητές. Πρόκειται για την ομιλία που είχε κάνει σε μαθητές λυκείου τον Μάρτιο του 1996 καλεσμένη στα εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα από τον τότε διευθυντή Σταύρο Ζουμπουλάκη. Το κείμενο όλο είναι ένα μανιφέστο ανάγνωσης λογοτεχνίας, γραμμένο απλά, με λόγο που κυλά τρυφερά, με κατανόηση, με ύφος κατάλληλο για παιδιά στην εφηβεία, όχι ως ειδήμων και παντογνώστης, όχι με πρέπει και πώς, αλλά με σχόλια και απορίες που γεννούν όνειρα και σκέψεις. Όπως για την ποίηση με στίχους του Εμπειρίκου:

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ!

"Ποιητές και πεζογράφοι οι πρώτοι μου θεοί", λέει στα παιδιά. "Θα τους οφείλω τη γνώση ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να εμφυσήσει με την ανάσα του ζωή στο ανύπαρκτο...". 

Διαβάζω, συνεχίζει, σημαίνει "ανασυνθέτω το παρελθόν μου και αναρωτιέμαι για το μέλλον μου". Κι αυτό, λέει, θέλει ενεργητική συμμετοχή, θέλει προσπάθεια, έχει κανόνες, δεν είναι απλή ψυχαγωγία, δεν ξεμπλέκεις εύκολα. Όπως της έλεγε κάποτε ο βιβλιοθηκάριος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στα Χανιά, το βιβλίο θέλει σεργιάνι!