Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amery Jean. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amery Jean. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Υμνώ τον χρόνο που περνά και τον χρόνο που έρχεται...


Έτσι καταγράφεται το παραμύθι για την γεροντοκτονία στον ιστότοπο του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Σε καλύτερη παραλλαγή το άκουσα χθες να το αφηγείται ο Μάρκος (κατά κόσμον Νίκος Κουρής), όπως του το αφηγούνταν η γιαγιά του, όπως είπε, στην ταινία "Λιμουζίνα" του Νίκου Παναγιωτόπουλου (ΕΡΤ2). (Εκεί, ο γέρος έσωσε τον γιο από τα τρία κακά, τον λιμό, τον σεισμό, την τρέλα στα νερά).
Πώς μου 'ρθε τώρα το παραμύθι για την γεροντοκτονία...  Ίσως άλλα διαβάσματα που έκανα πρόσφατα.




Ο γέρος είναι φορέας πολιτιστικής κληρονομιάς, γνωρίζει από την εμπειρία του αυτό που δεν ξέρουν αλλά έχουν ανάγκη να μάθουν στη σφαίρα της ηθικής, των ηθών, των τεχνικών επιβίωσης.
Παροιμιώδης η φιγούρα του γέρου landator temporis acti*:  όταν μιλά για το παρελθόν ο γέρος αναστενάζει: "Στην εποχή μου!".  όταν κρίνει το παρόν, καταριέται: "Τί εποχή κι αυτή!"
Και όσο προχωρούν τα χρόνια, "μένει ακίνητος ανάμεσα σε δυο αποξενώσεις, την πρώτη σε σχέση με το προηγούμενο, τη δεύτερη σε σχέση με το επόμενο".
Όπως έγραφε και ο Jean Amery**, ο γέρος μένει πιστός στο σύστημα αρχών και αξιών που έμαθε γιατί δεν καταλαβαίνει το καινούριο και δεν έχει διάθεση να το καταλάβει.


Αυτά κι άλλα πολλά είναι λόγια από διάφορες περιστάσεις, συγκεντρωμένα σ' ένα βιβλίο, του Ιταλού διανοούμενου της Αριστεράς Νορμπέρτο Μπόμπιο, καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο και ισόβιου γερουσιαστή της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το βιβλίο έχει τίτλο "Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα" (Πόλις, 1998) και περιλαμβάνει το κείμενο "Γερνώντας" το οποίο αποτελείται από την ομιλία που είχε εκφωνήσει το 1994 σε τιμητική εκδήλωση για το πρόσωπό του, συμπληρωμένο με ένα κείμενο γραμμένο για το παρόν βιβλίο, ενώ στο δεύτερο μέρος του περιέχονται αυτοβιογραφικά κείμενα που έχουν χαρακτήρα κυρίως συγκέντρωσης και απολογισμού του έργου του. Ο Μπόμπιο πέθανε το 2004 σε ηλικία 95 ετών και η έκδοση αυτή στην Ιταλία έγινε το 1996.

"Όποιος υμνεί τα γηρατειά, την όψη τους δεν είδε", έλεγε ο Έρασμος και σ' αυτό συμβάλλει "η χαρούμενη επιστήμη της γηριατρικής", συμπληρώνει ο Μπόμπιο. Και τονίζει ότι αυτό που χαρακτηρίζει τα γηρατειά είναι η αργή κίνηση, αναφέρεται στη μνήμη και στο χρόνο, σημειώνει τη δυσκολία ν' αποδεχτεί τα όριά του. 

Κοντεύοντας τα ενενήντα, ο Ιταλός διανοούμενος ανατρέχει στη ζωή του, στο παρελθόν που "ξαναζεί μέσα στις μνήμες", απαριθμεί τις ικανοποιήσεις από "τον υπέροχο αυτό κόσμο [...] που σε βοηθάει να καταφεύγεις στον εαυτό σου, να ξαναφτιάχνεις την ταυτότητά σου, [...] , σε βοηθά να επιβιώσεις".
Όμως, το βιβλίο δεν το διάλεξα βέβαια μόνο για τις αναφορές στα γηρατειά, σαν μια προσπάθεια θα 'λεγε κανείς να δικαιολογήσει και τη δική μου - του καθενός - ύπαρξη, αλλά και γιατί έχουν ενδιαφέρον και τα άλλα κείμενα, αυτά που γράφει για τη χώρα του, την Ιταλία, για την προσωπική του πορεία σ' αυτήν, για τους κλασικούς, για τον πολιτισμό, για την Ευρώπη.

Αφιερώνει πολλές σελίδες στον γενέθλιο τόπο, το Τορίνο και στους ανθρώπους που συνέβαλαν στην εξέλιξη της πόλης. Αναφέρεται στον θετικισμό και τον σοσιαλισμό που κυριαρχούσαν, όπως λέει, από τα μέσα του 19ου αιώνα, στην ανάπτυξη της πόλης που την κατέστησε τη μεγαλύτερη βιομηχανική πόλη της Ιταλίας, αλλά για την οποία γράφει επίσης: "Στο κατώφλι της νέας εποχής η συμβολή της στην ιταλική ιστορία δεν υπήρξε η δημιουργία ενός περιοδικού αλλά η ίδρυση της Φίατ. Ειπώθηκε ότι η ιταλική ιντελιγκέντσια δεν ανταποκρίθηκε στο καθήκον της να συνοδεύσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας με μια προσαρμοσμένη στις ανάγκες της εποχής πολιτιστική ζωή..."

Αφιέρωσε, γράφει, μεγάλο μέρος της ζωής του στο διάβασμα, αξιοποιούσε και τα μικρότερα διαστήματα της μέρας για να μην χάνει χρόνο. "Τώρα πια έχω αποκτήσει την ήσυχη πλην δυστυχισμένη συνείδηση πως έφτασα μόνο στα πόδια του δέντρου της γνώσης".

Οι αρετές του λαϊκού, όπως χαρακτηρίζει και τον εαυτό του, είναι: "η κριτική αυστηρότητα, η μεθοδική αμφιβολία, η μετριοπάθεια, η μη κατάχρηση, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός στις ιδέες του άλλου". Τα άλλα δύο βιβλία του που επίσης έχω διαβάσει, Δεξιά και αριστερά και  Εγκώμιο της πραότητας, αποτελούν καλά δείγματα των παραπάνω.

Παραπέμπει στους Έλληνες που διέκριναν τα πράγματα σε "κατά φύσιν" και σε καθ' έξιν", τοποθετώντας τα γηρατειά στα δεύτερα. Παραπέμπει και στον Μακιαβέλι που τα διακρίνει σε αρετή και τύχη, τοποθετώντας τα γηρατειά στην τύχη, συμπληρώνοντας ότι

"μπορεί να είναι αρετή η προσπάθεια να αποθησαυρίσεις ό,τι περισσότερο μπορείς απ' την τύχη".

Υστερόγραφο

Επιστρέφοντας στο παραμύθι με το γέρο, που η καταγραφή του έγινε στο χωριό Μαργαρίτα της Πέλλας το 1961 (όπως αναφέρεται στη σχετική εγγραφή της Ακαδημίας),  έχει ενδιαφέρον ότι βρήκα το ίδιο παραμύθι να περιλαμβάνεται στη συλλογή παραμυθιών της Στ' τάξης του Δημοτικού Σχολείου Φανερωμένης της Λευκωσίας. Εκεί αναφέρεται ότι το παραμύθι προέρχεται από τη Βουλγαρία. Το παραπάνω σκίτσο περιέχεται στη συλλογή αυτή και έγινε από τον Μιχάλη Ροσένοβ.


----------------------------------------------

Σημειώσεις

* υμνητής του χρόνου που περνά


** Ο Ζαν Αμερύ ήταν Αυστριακός συγγραφέας, πήρε μέρος στην Αντίσταση κατά των ναζί, κλείστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέζησε, αλλά είχε την τραγική μοίρα πολλών άλλων σαν αυτόν, δεν άντεξε το βάρος του να είναι Εβραίος, διωγμένος, θύμα του ναζισμού και αυτοκτόνησε το 1978. Δυστυχώς στα ελληνικά κυκλοφορεί μόνο ένα βιβλίο του, με τίτλο "Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση: απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο" (Άγρα, 2010), το οποίο είναι συγκλονιστικό και αξίζει να διαβαστεί. Εδώ ο Μπόμπιο αναφέρεται στο βιβλίο του Αμερύ με τίτλο στα ελληνικά "Εξέγερση και παραίτηση. Γύρω από τα γεράματα", την ιταλική έκδοση του οποίου, μάλιστα, προλογίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις, άλλος σπουδαίος Ιταλός συγγραφέας (ο δημιουργός, ανάμεσα στα άλλα, του μνημειώδους "Δούναβης", αναζητήστε το κι αυτό).

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Κουβαλώντας μνήμες και έναν αριθμό στο χέρι!




"Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.". Έτσι τελειώνει το εξαιρετικό κείμενό του στη χθεσινή Αυγή ο Βιβλιοθηκάριος. 

Και υπολογίζω πως είναι 39 ολόκληρα χρόνια από την πρώτη μου επίσκεψη στο κολαστήριο του Άουσβιτς-Μπίρκενάου! 

Ήμουν δευτεροετής φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο στους Χημικούς Μηχανικούς και στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών της IAESTE, είχα επιλέξει να πάω σε ένα εργοστάσιο ελαστικών στην Κρακοβία. Θα έμενα εκεί 40 μέρες. Ήταν καλοκαίρι του 1975. Πρώτη φορά θα έβγαινα από την Ελλάδα, πήγα με τρένο, το ταξίδι κράτησε τρεις μέρες.

Την πρώτη μέρα που πήγα στο εργοστάσιο, ανέλαβε ο Τεχνικός Διευθυντής να με ξεναγήσει. Ήταν ένας συμπαθητικός μεσήλικας άντρας, μάλλον κοντός και μάλλον σοβαρός (έτσι τουλάχιστον έδειχνε στα μάτια ενός εικοσάχρονου τότε κοριτσιού). Μιλούσε Γερμανικά, σε αυτά συνεννούμασταν. Μόλις με χαιρέτησε, τράβηξε το μανίκι του ψηλά και μου έδειξε, εκεί κοντά στον αγκώνα, έναν αριθμό! Δεν μπορώ να πω ότι πολυκατάλαβα αμέσως. Μου εξήγησε. 


Η αυλή στο μπλοκ του θανάτου

Κάποια μέρα μας πήγαν να δούμε από κοντά το μέρος που οι άνθρωποι, στην αρχή ήταν αριθμοί και ύστερα γίνονταν στάχτες. Δεν έχει νόημα να πω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει μεγαλύτερη θηριωδία, αν ήταν ή όχι το χειρότερο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί πάντως είδα τους φούρνους, είδα τους θαλάμους αερίων, είδα τα κρεματόρια, είδα τα ηλεκτροφόρα σύρματα, είδα τα νοσοκομεία που έκαναν τα πειράματά τους τα ανθρωπόμορφα τέρατα του ναζισμού. Είδα τις προθήκες με τα ρούχα των κρατουμένων, είδα τις προθήκες με τα κατσαρολικά τους. Και είδα τις προθήκες με τα παιχνίδια των παιδιών. Γιατί υπήρχαν και παιδιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σαν τη Ruth Kluger που γράφει ο Βιβλιοθηκάριος, και σαν το μικρό αγοράκι στην ταινία του Μπενίνι. Και υπήρχαν παιδιά που περιμένανε τους γονείς τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν τον Φρανσουά Μασπερό (αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο του "Οι μέλισσες και η σφήκα", Σοκόλης 2005).


Ο φούρνος στο κρεματόριο!
Ο θάλαμος αερίων!
Το Νοσοκομείο!
Και ηλεκτροφόρα σύρματα παντού!
Και άλλοι πολλοί, χιλιάδες, που έζησαν στο πετσί τους τη θυριωδία του ναζισμού. Και υπήρξαν αυτοί που δεν άντεξαν το βάρος της μνήμης. Όπως ήταν ο Primo Levi (να προτείνω ένα ίσως λιγότερο γνωστό, αλλά εξίσου εξαιρετικό, "Τα τελευταία Χριστούγεννα του πολέμου", Καστανιώτης 2005) και όπως ήταν ο Jean Amery (με το αριστουργηματικό "Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση", Άγρα 2010). Να προσθέσω εδώ και τον Χόρχε Σεμπρούν, που τον ανέφερε στο σχόλιό του στην προηγούμενη ανάρτησή μου ο Βιβλιοθηκάριος. Ο Σεμπρούν είχε επίσης βρεθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το γράμμα που του είχε στείλει το 1943 η εκδότρια Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ με τίτλο "Για μια προϋπόθεση της γραφής" δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Του το διάβασε η ίδια η Μαγνύ το 1945, μόλις είχε επιστρέψει από το Μπούχενβαλντ, και της χτύπησε την πόρτα μιά μέρα πριν τη Χιροσίμα (όπως σημειολογικά παρατηρεί ο ίδιος). Αυτά διηγείται ο εξόριστος Ισπανός συγγραφέας στον πρόλογο για το βιβλιαράκι με τον τίτλο αυτό που εκδόθηκε τελικά το 1947. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 2001 ("Η προϋπόθεση της γραφής: Γράμμα της Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ προς τον Χόρχε Σεμπρούν", Ολκός 2001).
Οι φωτογραφίες είναι όλες από το φωτογραφικό άλμπουμ που αγόρασα τότε και περιέχει φωτογραφίες του Πολωνού φωτογράφου Adam Kaczkowski (1917-1995). Είχε εκδοθεί από το Κρατικό Μουσείο του Άουσβιτς (Państwowe Muzeum w Oświęcimiu) μάλλον γύρω στο 1970.

Υστερόγραφο

Η παραμονή μου στην Κρακοβία ήταν πάντως ευχάριστη. Κατά την καθημερινή μου μετάβαση στο εργοστάσιο, περνούσα από ένα άλλο, που μύριζε σοκολάτα, κάτι σαν την ΊΟΝ στην Πειραιώς δηλαδή. Το θυμήθηκα όταν μας πήγαν επίσκεψη κάποια φορά με τη Σχολή. Από το ίδιο το αντικείμενο μέσα στο εργοστάσιο ελαστικών της Κρακοβίας, το μόνο που θυμάμαι είναι η πρώτη επικοινωνία με τους Πολωνούς φοιτητές που επίσης έκαναν την πρακτική τους εκεί: με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο με μια μεγάλη μπανιέρα και μου έδειξαν πώς δοκιμάζεται η αντοχή των προφυλακτικών (ήταν ένα από τα προϊόντα που παρήγαγε το εργοστάσιο). Τα γέμιζαν λοιπόν νερό, πολύ νερό κτλ κτλ. Οι δοκιμές αυτές επαναλαμβάνονταν συχνά.  Είμασταν όλοι παιδιά...

Επίσης, στην Κρακοβία γνώρισα τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Θυμάμαι την Ελένη Νοικοκύρη, μια, όχι ψηλή, καλοφτιαγμένη, μεσόκοπη γυναίκα, που είχε κάνει αντάρτισσα στον ΕΛΑΣ και στο σπίτι της είχε φωτογραφία της με στολή και ντουφέκι. Γνώρισα κι άλλους, είχε πολλούς η ελληνική κοινότητα και οι περισσότεροι δούλευαν στα εργοστάσια της Νόβα Χούτα που ήταν στην άκρη της πόλης (όταν ξαναπήγα το 1999, η εικόνα της περιοχής αυτής ήταν πολύ διαφορετική).

Πήγα και στο ελληνικό χωριό προς τα ανατολικά, ανέβηκα στο Ζακοπάνε το βουνό, πήγα στο αλατορυχείο της Βιελίτσκα. 

Αφήνω τελευταία την Κρακοβία γιατί είναι η πόλη που μου αρέσει πολύ. Ίσως γιατί ήταν ο πρώτος μου ταξιδιωτικός προορισμός. Ίσως γιατί οι παραστάσεις με έφεραν πιο κοντά στην πραγματικότητα και στην αξία της μνήμης. Ήταν οι παραστάσεις από την επίσκεψη στο Άουσβιτς. Αλλά ήταν και η καθημερινή μου συνάντηση για ένα μήνα με έναν "κανονικό" άνθρωπο που όμως είχε ανεξίτηλο αριθμό στο χέρι, ήταν έτσι σημαδεμένος, αλλά κι ευτυχώς ζωντανός...

Λίγοι επέστρεψαν από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ένας απ' αυτούς που δε γύρισαν ήταν και ο αδερφός του πατέρα μου, ο Αντώνης, ήταν δεν ήταν 20 χρονώ όταν τον πήραν για καταναγκαστική εργασία. Ο καημός της μάνας τους που δεν έσβησε ποτέ! 

Ποιος μπορεί να μιλάει τώρα για αυτά τα τέρατα και να μην ανατριχιάζει!