Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ματθαίος Κέρκυρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Ματθαίος Κέρκυρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Σήμερον τα φώτα φωτίζονται κι όλα τα νερά αγιάζονται: τα κάλαντα στον Άγιο Ματθαίο Κέρκυρας

Καλησπέρα πάντες συνάδελφοι
ακούσατε τη σήμερον τη γιορτή.
Ακούσατε τη σήμερον τη χαρά
και την εορτή τη δεσποτικιά.
Σήμερον τα φώτα φωτίζονται
κι όλα τα νερά αγιάζονται.
Σήμερον βαπτίζεται ο Χριστός
εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.
Άη Γιάννη Πρόδρομε σου ζητώ
ότι από σε θε να βαπτιστώ.
Έγινε στα δύο ο ποταμός
όταν ετελείωσε ο βαπτισμός.
Και το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε
και στην κεφαλή του εκάθισε.
Και πάνω εις τον ουρανό
κρέμονται δυο στεφάνια,
νοικοκυραίοι του σπιτιού
καλά σας Θεοφάνεια!

Αυτά είναι μέρος από τα κάλαντα των Φώτων που λένε στον Άη Μαθιά, χωριό της Νότιας Κέρκυρας. Τα είχε δημοσιεύσει το 2014 ο Χάρης Κουρής στην εφημερίδα "Αγιομαθίτικα" που εκδίδουν "οι εν Αθήναις Αγιομαθίτες"εδώ και κάποιες δεκαετίες. Έγραφε τότε στην επιφυλλίδα με τίτλο "Κάλαντα στο χωριό":

Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Φώτα, η πιτσιρικαρία του χωριού, δεκαετία του ’50 και του ’60, γύρναγε ανελλιπώς να πει τα Κάλαντα σε μεγάλες παρέες στυλ χορωδίας. Και ήταν θέμα ... πρεστίζ το ακουστικό αποτέλεσμα να είναι τονάδο, οπότε αν στην παρέα ήταν κάποιος φάλτσος, τραγούδαγε σιγά ή από μέσα του. Το φίλεμα, από τις νοικοκυρές συνήθως, ήταν συκόπιτες, τζίτζιφα, φραγκοδίφραγκα και μισόφραγκα.

Η παρέα των πιτσιρικάδων δεν ξεχνούσε να μνημονεύσει στα Κάλαντα το νοικοκύρη κάθε σπιτιού: «Κι αφέντη κύριε... Σπύρο μου, ψηλό μου κυπαρίσσι...». Αν πάλι στο σπίτι υπήρχε παιδί που τελείωνε την Στ’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου του χωριού εκείνη τη χρονιά, ήταν απαραίτητο να μνημονευθεί στα Κάλαντα: «... Καλό απολυτήριο, ο Θέος να του χαρίσει...».

Κάτι ακόμα: πριν το έθιμο αλλάξει σαν επίδραση από την άλλη Ελλάδα, τα Κάλαντα τότε τα λέγαμε πάντα βράδυ, αλλά και ανήμερα των γιορτών.

Στη γιορτινή αυτή τελετουργία συμμετείχε – και απαραίτητα ενισχυόταν οικονομικά από σπίτια και μαγαζιά – και η χορωδία του χωριού, που βέβαια, τα δικά της Κάλαντα ήταν ρεσιτάλ καλλιφωνίας και δεσίματος των τενόρων με τους βαρύτονους. Μικρό παιδί εγώ, θυμάμαι ακόμα εκείνο τον εκπληκτικό μπάσο της χορωδίας, τον αείμνηστο Γιάννη Βαραγγούλη – Γανάρα. 

Και μέσα στις "χαρές" των εορτών, ξεβράστηκαν πτώματα παιδιών (πάλι) στο Αιγαίο, αναζητούσαν απεγνωσμένα την καλύτερη τύχη, απεγνωσμένα πάλευαν να βγουν από την κόλαση του πολέμου, της φτώχειας και της δυστυχίας. Και τότε θυμήθηκα τα κρητικά φωτοκάλαντα που κατέγραψε ο Βλαστός κι όπου βρήκα να λένε:

Κι απηλογάται ο Χριστός, τση Παναγιάς και λέει
-Δώσε μου μάνα, τ’ αργυρά και τα χρυσά κλειδάκια,
ν’ ανοίξω τον Παράδεισο να βάλω τα παιδάκια, 
να βγάλλ’ απού την κόλαση  χιλιάδες και μυριάδες

Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός...

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα είναι ...


sms

Χριστούγεννα 2008 στο χωριό και τα …εσεμέσια δίνουν και παίρνουν. Οι Αγιομαθίτες πρωτοπόροι στην ηλεκτρονική επικοινωνία....

Φεύγει λοιπόν από Άη Μαθιά το μήνυμα για Αθήνα: «Χρόνια πολλά από τον Άη Μαθιά. Τζάκι και κούπα να πάει το αίμα ένα ζωνάρι!»

Σε κάμποση ώρα καταφθάνει από Αθήνα η απάντηση - απάνθισμα λαογραφικής έμπνευσης. Ναι, sms ήτανε!

«Λοιπόν ξάδερφε... Χριστούγεννα είναι: Εκεί που κόβεις τη γαλοπούλα με την πόρτα ανοιχτή, να μπεί μέσα η λιακάδα, ένα μπιιιπ να σε γυρίζει πίσω στα πραγματικά Χριστούγεννα... Με τα κάλαντα να στα λένε το σούρουπο με σοροκολέβαντο και με χριστουγεννιάτικο δέντρο κυπαρίσσι από τσι Φυτές, στολισμένο με φούσκες και μπαμπάκια για χιόνι, και την άλλη μέρα το μεσημέρι, γαλόκωλους αυγολέμονο με την πίντα, σαλάδο από το καλό, πατατόνες ψημένες από την ωγνίστρα, ντόπιες χειμωνιάτικες νόσπολες, μέλι από του Τρουτσέτα και κακοτρύγη από τα Κουράτα».

Και συνεχίζει:

«Αυτά κι άλλα ήτανε το sms που μούστειλες Χριστούγεννα, μεγάλη υπόθεση. Ευτυχώς σήμερα κι από χτες έκατσε ένα καλό ανεμόβροχο, που δε λέει να φύγει, έτσι για παρηγοριά...Ωρέ πολυλογία! Μωρέ τα ‘πα κι ευχαριστήθηκα».

Τέλος μηνύματος.


Το παραπάνω απόσπασμα είναι στιγμιότυπο από το βιβλίο του Χαράλαμπου Κουρή "Εν Αγίω Ματθαίω...", στο οποίο καταγράφει ιστορίες όπως τις θυμάται από το χωριό του, τον Άγιο Ματθαίο Κέρκυρας. 

Χρόνια πολλά και βενέτικα, όπως λένε οι Κερκυραίοι!

......................................................................................................................

Στο γλωσσάρι που συνοδεύει το συγκεκριμένο στιγμιότυπο, περιέχονται τα παρακάτω:

«να πάει το αίμα ένα ζωνάρι»: (μεταφορά) από το κρασί να κοκκινίσουν τα μάγουλα σαν (κόκκινο) ζωνάρι
πίντα: καράφα
σαλάδο: σαλάμι
πατατόνα: γλυκοπατάτα
ωγνίστρα: (αναγραμματισμός του γωνιάστρα) μεταλλική βάση για κατσαρόλα ή ψήσιμο σε χωριάτικη γωνιακή εστία, αλλά και η ίδια η εστία
νόσπολα: μούσμουλο
κακοτρύγης: κερκυραϊκή ποικιλία σταφυλιού και κρασιού

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

"Εν Αγίω Ματθαίω..." του Χαράλαμπου Κουρή: η Κέρκυρα των παιδικών του χρόνων κι ακόμη πιο πίσω...


... Έφαγε όλο το σπίτι ο Σπύρος για να επαληθεύσει τις υποψίες του. Και μάλιστα όχι τόσο στο πάνω πάτωμα, γιατί ο γέρος ήτανε πονηρός και μπορούσε να καταλάβει κι από τα παραμικρότερα τριξίματα του ξύλινου πατώματος, ότι ο γιος του κάτι χαλεύει. Εκεί που κυρίως έψαχνε ήταν το κατώι, όπου και πάτωμα δεν υπήρχε, αλλά και οι πιθανές κρυψώνες ήταν πολύ περισσότερες. Και τελικά τα ξετρύπωσε ένα μεσημέρι, που ο γέρος κοιμότανε αποκαμωμένος και ακουγότανε το ροχαλητό του σ’ όλο το σπίτι. Διπλοτυλιγμένα σε σκληρό στρατσόχαρτο κάμποσα κατοστάρικα και πεντακοσάρικα ήταν πατικωμένα από κάτω από το σκαφόνι, απάνω στο ξύλινο καβαλέτο που χρησίμευε σαν βάση, για να είναι το σκαφόνι υπερυψωμένο από το δάπεδο του κατωγιού. Ο Σπύρος ξανάβαλε το πάκο όπως ήτανε στη θέση του, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, είχανε κανονίσει να πάει στη Χώρα με το λεωφορείο, για να φέρει τα φάρμακα που έγραψε στον πατέρα του ο γιατρός...

Κι όταν ετοιμάστηκε ο Σπύρος για τη Χώρα κι αποχαιρέτησε τον πατέρα του, που περίμενε ν' ακούσει την εξώπορτα να κλείνει, κατεβαίνει στο κατώι και πάει κατ' ευθείαν να ψάξει για τον ... πολυπόθητο θησαυρό, δηλαδή ένα κατοστάρικο. Τότε, ακούγεται το σκούξιμο του γέρου από το απάνω πάτωμα:

 «Αγάλια – αγάλια, Σπύρο μου, μην το σκίσεις!!».        

Αγάλια - αγάλια ονομάζει την ιστορία του ο Χαρ. Κουρής, απ' όπου και το παραπάνω απόσπασμα. Ιστορία βγαλμένη από τη ζωή των ανθρώπων του χωριού του, όπως και όλες οι Αγιομαθίτικες ιστορίες στο καλαίσθητο, εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευχάριστο στην ανάγνωση βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τον ίδιο.
Το χωριό είναι κυριολεκτικά πνιγμένο στο πράσινο και με απέραντους ελαιώνες που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή της Ενετοκρατίας 
 Ο Άγιος Ματθαίος, ή Άη Μαθιάς, βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της Κέρκυρας, στους πρόποδες του βουνού του Παντοκράτορα του Χαμηλού ή Γαμήλιου όρους. Είναι κεφαλοχώρι, ήδη σήμερα έχει 1700 μόνιμους κατοίκους, κυριολεκτικά πνιγμένο στο πράσινο και με απέραντους ελαιώνες που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή της Ενετοκρατίας. Η πολιτιστική δραστηριότητα του Άη Μαθιά είναι πλούσια και εντυπωσιακή. Διαθέτει φιλαρμονική από το 1964 με περίπου 70 ενεργούς μουσικούς, πολιτιστικό σύλλογο με χορωδία, θεατρική ομάδα και χορευτικό όμιλο, ενώ δραστήρια είναι και η ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού, ο ΟΦΑΜ. Ο Χαράλαμπος Κουρής είναι πολιτικός μηχανικός και πρόεδρος της Ένωσης Αγιομαθιτών Αθήνας, ενός ζωντανού τοπικού συλλόγου, που φέτος μάλιστα γιόρτασε τα 50 χρόνια λειτουργίας του.

Αλλά, ας επιστρέψουμε στις Αγιομαθίτικες ιστορίες. Ο ίδιος ο τίτλος μας γυρίζει χρόνια πίσω, στα παλιά τα χρόνια, με ιστορίες που είτε θυμάται ο συγγραφέας, δεκαετίες '50 και '60, ή τούλεγε ο πατέρας του, ο Γιάννης Κουρής, δάσκαλος για πολλά χρόνια στον Άη Μαθιά. Στη μνήμη του πατέρα του εξάλλου και του πάππου του του Λάμπη αφιερώνει τούτο το βιβλίο. Κι έχει ιστορίες και για τους δυο. 

Άφησε όνομα στον Άη Μαθιά ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης, έτσι είναι γνωστός, όλοι εξάλλου στην Κέρκυρα έχουν οικογενειακά παρατσούκλια, δεν μπορούν να συνεννοηθούν αλλιώς, τα επώνυμα σε κάθε χωριό επαναλαμβάνονται σε πολλές οικογένειες. Έμεινε στην ιστορία του χωριού ως ο  δάσκαλος του χωριού, αυστηρός, επιβλητικός, άτεγκτος στα θέματα πειθαρχίας. Και βρίσκει την ευκαιρία ο συγγραφέας να μας μεταφέρει όχι μόνο στοιχεία από την προσωπικότητα του πατέρα του και δασκάλου του χωριού, αλλά και στοιχεία από την κατάσταση των σχολείων και γενικότερα των συνθηκών ζωής των ανθρώπων στο χωριό εκείνα τα χρόνια. Και γράφει για το δάσκαλο:

…Σαν εκπαιδευτικός είχε εξαιρετική μεταδοτικότητα. Έκανε επίσης σωστή ιεράρχηση των διδασκόμενων μαθημάτων, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο στα μαθήματα που ήταν χρήσιμα στα παιδιά, επιμένοντας σ’ αυτά που ήξερε ότι αργότερα θα τα βοηθήσουν στη ζωή τους. Η Αριθμητική, τα Μαθηματικά γενικότερα, η Γλώσσα, με ιδιαίτερη έμφαση στη σωστή άρθρωση, στην ορθογραφία και στη γραμματική, καθώς και η Ελληνική Ιστορία ήταν τομείς που ο Γιάννης ο Κουρής έδινε απόλυτη προτεραιότητα. Ακόμη η Ωδική, μάθημα στο οποίο έβγαζε όλη του την  αγάπη για τη μουσική, ξεχωρίζοντας από πολύ μικρούς τους μετέπειτα πρωταγωνιστές της χορωδίας του χωριού, για παράδειγμα στις τάξεις του 1961 – 62 τον Γιάννη Πετράκη και πολλούς άλλους πιο πριν. Αλλά πάνω απ΄ όλα ήξερε να μεταγγίζει στους μαθητές του την αγάπη του για το χωριό, την πανέμορφη φύση του, τις παραδόσεις του και τους απλούς ανθρώπους του…

Όμως, τότε οι δάσκαλοι πίστευαν ότι … το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο. Και πώς να μην το πιστεύουν, μπορεί και νάλεγε κανείς. Τριθέσιο το σχολείο στον Άη Μαθιά, τρεις οι δάσκαλοι, από 100 παιδιά ο καθένας. Πώς να τα βγάλουν πέρα. Ήταν λοιπόν ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης που … κανόνιζε και για τους άλλους δύο. Οι γονείς βέβαια είχαν αντικρουόμενες απόψεις:

Έτσι οι δάσκαλοι άκουγαν από τους πατεράδες παροτρύνσεις του τύπου: «Βαρ’ του, δάσκαλε, βαρ’ του, γιατί έχει το διάολο μέσα του και δεν ακούει!», ενώ πίσω από την πλάτη τους τα σχόλια των μανάδων έδιναν κι έπαιρναν: «Το βάρησε πάλε  το κακομοίρικο που να τόνε κάψει ο Αη Σπυρίδωνας!».
90χρονος πια με παλιούς του μαθητές: "Θυμάσαι, δάσκαλέ μου, ξύλο που μου ‘χες ρίξει τότες που ‘χα τσακίσει σφεντονιές τα κεραμίδια του… Κουτσοκώστα;" "Τι λες αδερφέ; Και ποιος εχάθηκε από… σαράντα παλουκιές;"


Όμως, είπαμε, ήτανε καλός δάσκαλος.

Πράγματι, ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης συνήθιζε να βάζει όλα τα παιδιά της τάξης μαζί, να διαβάζουν κάποιο κείμενο ή ποίημα, επιμένοντας σ’ αυτή την ηχητική εντύπωση, που εξασκούσε την άρθρωση και έδινε ακουστική εμπειρία της γλώσσας στα παιδιά, αφού τότε ούτε καν ραδιόφωνα δεν υπήρχαν.


Όμως, οι παραπάνω περιγραφές  γίνονται για να διηγηθεί μια ιστορία ο συγγραφέας. Ήταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν στην τάξη διάβαζαν το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη για τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ «Πώς μας θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου…». «Πώς μας θωρείς ακίνητος…», επιγράφει και την ιστορία, περιγράφοντας το πάθημα του δεκάχρονου ταραξία Σπύρου, ανηψιού του δάσκαλου, που ήρθε από την τάξη της δασκάλας,  για το … σχετικό συγύρισμα. Δεν τις γλύτωσε βέβαια…

Μαθητές του δημοτικού σχολείου το 1939. Διακρίνεται ο δάσκαλος Γιάννης Κουρής
Το ίδιο και στην άλλη ιστορία, τα «168 αυγά», μία από τις φορές που ο δάσκαλος έβαζε ασκήσεις με αριθμητικούς υπολογισμούς από μνήμης, χωρίς μολύβι και χαρτί και τη λύση τη βρήκε η Κατίνα Αβραμιώτη, μια μαθήτρια της Δ’ δημοτικού, ενώ … «κόντεψε να στείλει στο …απόσπασμα το ένα τέταρτο της τάξης».

Μας μεταφέρει στιγμές από την καθημερινή ζωή του χωριού. Θυμάται τη γαϊδουρίτσα τη Νιανιούρω, που αναγκάστηκαν να τη δώσουν όταν έφυγαν όλη η οικογένεια για την Αθήνα. Θυμάται την επίσκεψη της Φρειδερίκης στο χωριό, τέλη της δεκαετίας του ’50, τότε που αναγκάστηκε να φάει το «μισητό απογευματινό αυγό» που … στάθηκε η αιτία να του γίνει τόσο αντιπαθής για πάντα η "Μεγαλειοτάτη".

Θυμάται χαρακτηριστικές φιγούρες και τις περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, όπως

τους υπαίθριους πωλητές αγροτικών προϊόντων

«Μισό φράνκο το κομμάτι
Και χορταίνουν δυο νομάτοι!»

ή τους πωλητές των παυλόσυκων (είναι τα φραγκόσυκα  ή … παπουτσόσυκα, όπως τα λέμε εμείς στην Κρήτη),

τους κήρυκες


…Οι κήρυκες γυρνούσαν στους κεντρικούς δρόμους του χωριού, συνήθως απόγεμα ή βράδυ, βαδίζοντας αργά-αργά ανάμεσα στους χωριανούς, που σταματούσαν κι έκαναν ησυχία για ν΄ακούσουν και με στεντόρεια φωνή μεταβάλλονταν σε … κινούμενα μεγάφωνα, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την ανακοίνωση που τους είχαν δώσει και είχαν αποστηθίσει…

τους πραματευτάδες «που γύρναγαν στις γειτονιές με ένα κοφίνι σε κάθε χέρι», 

τους «σταγκοπινιάτες», «βασικά σιδεράδες τροχιστές που τρόχιζαν ή επισκεύαζαν με καλάι τα μεταλλικά οικιακά σκεύη και μαχαιροπήρουνα», 

μα και τον υπαίθριο κουρέα, «που τριγυρνούσε ο καημένος μ΄ένα ξύλινο καφετί τετράγωνο βαλιτζάκι με τα απαραίτητα σύνεργα για κούρεμα και ξύρισμα υπαιθρίως, συνήθως έξω από τα καφενεία».



Και βέβαια έχει να διηγηθεί μια ιστορία που θυμάται, μια κουβέντα που έμεινε παροιμιώδης, ένα πάθημα, μια στιγμή που συνήθως φέρνει γέλιο.

Οι πιο πολλές ιστορίες φέρνουν γέλιο, έχουν στο αίμα τους άλλωστε οι Κερκυραίοι  την ευθυμία μαζί με το κογιονάρισμα. Και κάποιες κουβέντες σώζονται στο πέρασμα του χρόνου  και γίνονται ανέκδοτα. Όπως έγινε με την ιστορία "Στα μπάνια του Αλέκου", την ιστορία του μπάρμπα που πήγε στην πόλη να δει την κόρη του και όλοι μαζί πήγαν για μπάνιο στα «μπάνια του Αλέκου» (είναι μια παραλία μέσα στην πόλη, κάτω από το παλιό φρούριο). Όμως ο παππούς δεν είχε μπανιερό κι έτσι … «του δώσανε ένα παλιό μπανιερό του γαμπρού, που όμως τουρχότανε κάπως στενό, ένιωθε να τονε σπεδίζει και να τονε στενεύει στα παραδάγκαλά του». Τι να κάνει, το φόρεσε, κολύμπησε όπως-όπως  και βγαίνει έξω να ντυθεί. Ψάχνει να βρει μια γωνιά  να μην τον βλέπουν, ήταν και κοριτσοπαρέες ένα γύρω…


«Δε μ΄εδιαφέρει τίποτα», θα πρέπει να σκέφτηκε ο αγαθός μπάρμπας και, αποφασισμένος, γυρνάει καλού-κακού τα νώτα του προς την κυρίως πλάζ και ... τσούπ, βγάνει το διαολεμένο το μπανιερό και το παίρνει παραμάσκαλα.
Έχει αρχίσει ν΄ ασκώνει το κλιτσί του για να φορέσει το σώβρακό του, όταν ακούει πίσω του, καμιά δεκαριά μέτρα, ένα ομαδικό τρανταχτό χάχανο, κοριτσίστικα γέλια, φωνές  «εγιά, εγιά» και ξεχωρίζει μια γυναικεία στριγκλιά «ε, μπάρμπα!», που υποδέχονται την ... άλλη όψη της προσωπικότητάς του.

Ε, τότε πια δεν αντέχει άλλο. Γυρίζει σκασμένος, ολοκληρώνοντας, όμως, ταυτόχρονα τις ... αποκαλύψεις, για να τσου βάλει, επιτέλους, όλους στη θέση τους, δείχνοντας με το χέρι του προς την άλλη μεριά:  «Και γιατί, μάτια μου, δεν κοιτάζετε από κεί;;!!»

Στο Σκαφόνι" μας θυμίζει τη συνήθεια που είχαμε παιδιά να μαζεύουμε τις φωτογραφίες που ήταν κρυμμένες στα μπισκότα, να τις συγκεντρώνουμε σε άλμπουμ, να τις ανταλλάσσουμε, όχι χωρίς αντάλλαγμα βέβαια. 


Σπάνιες ή πρωτοεμφανιζόμενες φωτογραφίες στα χέρια κάποιου, γίνονταν αυτόματα το «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» όλων των άλλων. Οι προσφορές ανταλλαγής έφταναν στα ύψη. Δέκα, είκοσι, ακόμη και πενήντα «παλιές» μπορούσαν να δοθούν για μια τέτοια φωτογραφία κι ας απεικόνιζε κάποια δευτεροκλασάτη ηθοποιό που δεν τη ξέρανε ούτε στη γειτονιά της.


Το μεγάλο γεγονός ήταν όταν στα χέρια ενός αγοριού έπεσε η φωτογραφία μιας πανέμορφης κοπέλας, φωτογραφημένης με μπικίνι, καθισμένης σε μια κούνια, κοτάζοντας το φακό ναζιάρικα κτλ κτλ. Ήταν η Ιταλίδα ηθοποιός που φαίνεται τότε να μεσουρανούσε, η Marisa Allasio!


Η Marisa Allasio στη φωτογραφία που έσπειρε τα δαιμόνια στον Άη Μαθιά!
Κι από κοντά η μουσική, κι όλα τ' άλλα ακολουθούσαν. Όπως τότε που πήγε ο Σπύρος στου κουμπάρου του να πάρει τη ραντιστική μηχανή κι άφηκε τη γυναίκα του να περιμένει στο δρόμο με τ' άλογο,  μα ο κουμπάρος, ερασιτέχνης βιολιτζής, όχι μόνο δε σταμάταγε την πρόβα, μα ... τον έβαλε και σε δουλειά:

 «Κουμπάρε μου, για χόρεψέ το λίγο, να δούμε αν το παίζω όπως πρέπει…»


Η Σταρ Ελλάς 1931 Χρυσούλα Ρόδη
Στις «Καντάδες», διηγείται νυχτερινές εξορμήσεις  με καντάδες, όπως στις αρχές δεκαετίας του ’30 στον Πόρο, όπου υπηρετούσε ναύτης ο πατέρας του κι έκαναν καντάδα κάτω από το μπαλκόνι της Σταρ Ελλάς του 1931 Χρυσούλας Ρόδη ή σαν την περιπέτεια με άδοξο τέλος στον Άη Μαθιά, όπου ο Γιάννης Κουρής και τρεις ακόμη φίλοι με δυο κιθάρες,


«… καταφθάνουν αθόρυβα και παίρνουν θέσεις στα σκοτεινά μπροστά σ' ένα πορτόνι σπιτιού. Ήταν ένα πορτόνι από κατώι του παλιού καιρού, πορτόνι αψιδωτό, ξύλινο, με κοτότρυπα στη βάση του, για να μπαινοβγαίνουν οι κότες του σπιτιού, που κατοικοεδρεύανε στο κατώι γύρω από τα σκαφόνια…»


Από τις ιστορίες για τη ζωή στο χωριό δεν θα μπορούσε να λείψει και η … αθλητική, δηλαδή ποδοσφαιρική δραστηριότητα. Με τρυφερότητα διηγείται στην «Καριέρα» τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’60 του φίλου του, γιατρού καρδιολόγου σήμερα, απευθυνόμενος μάλιστα στον ίδιο, σε δεύτερο πρόσωπο. Και μας μεταφέρει πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στο χώρο του ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής, μας περιγράφει την γκρίζα Ζούνταπ, τη μηχανή που είχε ο μπαρμπα – Μήτσος, ο πατέρας του επίδοξου τερματοφύλακα με την οποία ήρθε στα ξαφνικά και τον άρπαξε, για να αναφωνήσει ο προπονητής το … αμίμητο:

«Είδες άνθρωπος; Να χαλάει του παιδιού την καριέρα του;»

(Και επειδή λέγεται συχνά ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, έχουμε εδώ την αντίθετη περίπτωση, που η ιστορία ... δικαιώνεται. Ο Άη Μαθιάς έχει εν ενεργεία ποδοσφαιριστή στην Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Και είναι ακριβώς ο τερματοφύλακας της ομάδας, ο Ορέστης Καρνέζης!).

Είναι φανερό ότι περιγράφει υπαρκτά πρόσωπα του χωριού, άλλοτε χρησιμοποιώντας το πραγματικό τους όνομα, κι άλλοτε όχι,  που οι ντόπιοι βέβαια συχνά θα αναγνωρίζουν. Συλλογάται κανείς ότι οι ήρωες των ιστοριών αυτών κάποτε ζούσαν σ’ αυτό το χωριό. Ο τρόπος που τους περιγράφει ο συγγραφέας, κι όπως μεταφέρει τους διαλόγους τους, προκαλούν συχνά συγκίνηση και φαντάζομαι για τους ντόπιους μια νοσταλγία, ένα ξύπνημα της μνήμης γιατί θυμίζει τους γονιούς, τους φίλους, τους γειτόνους, ακόμη και τους ίδιους στα νιάτα τους. 
Το ... θρυλικό Αγγέλικα (είναι και αυτό με το οποίο ο Άντονυ Κουήν - Ζορμπάς ταξίδεψε στην Κρήτη)
Οι Κρητικοί θυμόμαστε το Αγγέλικα, σαν το πλοίο της γραμμής Χανιά - Πειραιάς. Κι όμως, πήγαινε και στην Κέρκυρα, μέσω του Ισθμού ακόμη τότε. Και δώ, έχει ιστορίες να μας διηγηθεί ο Χ. Κουρής.


Το τι κουβάλαγε μαζί του όλος αυτός ο κόσμος είναι αδύνατο να περιγραφεί. Εκτός από βαλίτσες και αποσκευές με ρούχα και προσωπικά είδη, μεταφέρονταν από τους ταξιδιώτες σακιά με πατάτες, κοφινίδες κλεισμένες και ραμμένες με πανί από πάνω, γεμάτες φρούτα και ζαρζαβατικά, άλλα καλάθια με κοκόρους και πουλερικά δεμένα από τα πόδια, που κακάριζαν ανήσυχα, βαρελάκια με κρασί, ντενεκέδες με λάδι και λαδοτύρι, μικροέπιπλα σε κουτιά, κιθάρες, φαγητά για το ταξίδι και ένα ετερόκλητο πλήθος από κάθε λογής συμπράγκαλα σε τσάντες και ταγάρια. Όλα αυτά φυσικά συνέθεταν μια εικόνα που χαρακτήριζε και την προέλευση των επιβατών από τα χωριά της Κέρκυρας.

Συγκινητική και η ιστορία "Ο τελευταίος Πρόεδρος", όπου τιμά τη μνήμη του Σπύρου Καπαγεωργόπουλου, του τελευταίου Προέδρου του χωριού στη δεκαετία του ΄60, που παύτηκε από τη δικτατορία του '67. Μας τον περιγράφει ως άνθρωπο δημοκρατικό, έντιμο και φιλομαθή.


Ο Σπύρος ο Καπαγεωργόπουλος, κρίνοντας με τα μέτρα της εποχής, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βιβλιοφάγος. Σε μια εποχή που τα βιβλία που κυκλοφορούσαν, πέρα από τα σχολικά, ήταν πραγματικά πολύ λίγα, αυτός, άγνωστο πώς, ξετρύπωνε βιβλία ιστορικά, κοινωνιολογικά, γεωπονικά, τεχνολογικά, βιβλία συνήθως ογκώδη και διάβαζε. Πολύ-πολύ συνηθισμένη η εικόνα του Καπαγεωργόπουλου να σηκώνεται βιαστικά από την καρέκλα του, τσακίζοντας την άκρη της σελίδας του βιβλίου που διάβαζε και να μπαίνει στο μαγαζί για να εξυπηρετήσει κάποιο πελάτη, που είχε μπει από την άλλη πόρτα.

Με την ευκαιρία, μας μιλά για τα δημοκρατικά φρονήματα των ανθρώπων του Άη Μαθιά αλλά και όλης της Κέρκυρας, για τα κυνηγητά που γνώρισαν, για την πολιτική κατάσταση και τα εκλογικά αποτελέσματα στη δεκαετία του '60.

Η τελευταία αγιομαθίτικη ιστορία, που είναι και η μεγαλύτερη της συλλογής, έχει τον τίτλο "Στα παλιά τα χρόνια" και αναφέρεται στον παπού του συγγραφέα, τον Λάμπη τον Μπουρίτση. Ήρωας ο παπούς του, έμεινε χήρος το 1918, όταν η 38χρονη γυναίκα του πέθανε από την ισπανική γρίππη που θέριζε τότε την Ευρώπη. Έξι παιδιά του άφηκε η όμορφη Αγγελικιά (τόσα είχαν μείνει, 13 είχε προλάβει να γεννήσει κιόλας!), μα ήτανε και δουλευταράς και νοικοκύρης.


... Λουτρουβιό στο ισόγειο, αβέρτο το απάνου πάτωμα, είχανε κει σωρό τις πατάτες τους, τα κρεμμύδια τους, τα σακιά με το γέννημα και τα κουκιά, φιστίκια, αμύγδαλα κι όλα τους τα χρειαζούμενα...
...Ο Λάμπης εκτός από τα χτήματά του, τις ελιές του, τ’ αμπέλι του, που ήταν προίκα της μάνας του, κράταγε ακόμα ένα μαγαζί καφεπαντοπωλείο της εποχής και είχε και τη λίσα που έκανε μεταφορές, κυρίως λαδιού, από το χωριό για τη Χώρα...

Και περιγράφει τις δουλειές στο χωριό, και πώς φτιάχνανε τον καφέ και πώς παίζανε μπρούσκουλα στο καφενείο, και για τους καρόδρομους μέχρι την πόλη, ακόμη και για τους ληστές από την Ήπειρο κάνει λόγο, για το φόβο των Ρεντζαίων και του Τσιλιμάστορα, διαβόητων λήσταρχων της εποχής. 


Εδώ, στο πανηγύρι της Αγ. Ελένης προπολεμικά. (Με την ευκαιρία, να αναφέρω ότι οδοιπορικό στην Αγιαλένη Κέρκυρας περιγράφει η ερευνήτρια λαογράφος Ελένη Ψυχογιού εδώ)

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε όλες τις Αγιομαθίτικες ιστορίες του Χαρ. Κουρή, δεν είναι μόνο ότι οι ίδιες οι ιστορίες διαβάζονται ευχάριστα, αλλά ότι ξεχωρίζουν για τη γλώσσα και το ύφος που είναι γραμμένες, αλλά και για το ίδιο το περιεχόμενο. Δίνουν σημαντικές πληροφορίες γύρω από την ιστορία και τη γεωγραφία του τόπου και γύρω από τη ζωή, τις συνήθειες, τις έγνοιες, τις χαρές και τις λύπες των αθρώπων. Γίνεται ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά όχι μόνο τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει ακόμη, αλλά και πώς να τα διατυπώσει, πώς να μας κάνει κοινωνούς, εμάς τους αναγνώστες, όλων αυτών που διηγείται και περιγράφει. Και βέβαια, ως γνήσιος Κερκυραίος, έχει πολύ καλή αντίληψη του χιούμορ και έτσι το μεταφέρει στις ιστορίες του.

Είναι ένας παραμυθάς (με την ... καλή έννοια, βέβαια) και ένας μάστορας της γλώσσας. Χρησιμοποιεί πολλές κουβέντες με το κερκυραϊκό ιδίωμα, ενώ έχει, σε κάθε ιστορία, υποσημειώσεις με τις επεξηγήσεις των ιδιωματικών λέξεων ή φράσεων που περιέχονται στο κείμενο. Στο τέλος του βιβλίου, όλες αυτές οι εκφράσεις παρατίθενται με αλφαβητική σειρά ως γλωσσάρι.


Τέλος, υπάρχουν φωτογραφίες από θέματα του βιβλίου που συμπληρώνουν την εικόνα της άλλης εποχής ...εν Αγίω Ματθαίω. 


Ο συγγραφέας λέει στο ... "κάτι σαν πρόλογό" του ότι η συλλογή αυτή δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες ούτε αποτελεί ιστοριογραφική κατάθεση, αλλά θέλει να βάλει ένα μικρό λιθαράκι στη λαογραφική αποτύπωση των ηθών και του πνεύματος της αγιομαθίτικης παράδοσης και να συμβάλει στη σύνδεση της νέας γενιάς με τις ρίζες της. Νομίζω ότι το βιβλίο πετυχαίνει, ενώ έχει τοπικό περιεχόμενο και ενδιαφέρον και αυτό έχει την ιδιαίτερη αξία του, να μπορεί επίσης να διαβάζεται και από τον καθένα μας, να το απολαμβάνουμε ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα με ποιότητα γραφής και περιεχομένου αλλά και μαζί να βλέπουμε εικόνες των δικών μας τόπων μέσα από όμοιες ή αντίστοιχες παραστάσεις. Κι αυτό έχει τόση αξία!


Καλοτάξιδο λοιπόν!



------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση. Πρέπει να σημειώσω ότι έχει γίνει πολύ καλή δουλειά και στη μορφή του βιβλίου και βέβαια αυτό οφείλεται επίσης στη Γιώτα Καζάζη που είχε την επιμέλεια της έκδοσης (η γραμματοσειρά που έχει επιλεγεί, τα πρωτογράμματα στην αρχή κάθε ιστορίας, το όλο στήσιμο είναι εξαιρετικά) και στην Έφη Παπαϊωάννου που είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια του εξωφύλλου.

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Μια όμορφη μουσική βραδιά στον Άη Μαθιά Κέρκυρας με τον πολυφωνικό χορό Κυνοπιαστών “Γειτονία”



Ήταν μια όμορφη βραδιά στις 27 Ιουλίου 2013 στη θέση Κάτω Πηγάδι του Άη Μαθιά Κέρκυρας. Η Φιλαρμονική του Χωριού είχε διοργανώσει, σε συνεργασία με την Εστία Ιστορίας και Πολιτισμού Κυνοπιαστών “Γ. & Κ. Δαφνής” μια όμορφη βραδιά με παραδοσιακά τραγούδια της Κέρκυρας.



Η Εστία των Κυνοπιαστών, με την ακάματη πρωτοβουλία του κ. Στέφανου Πουλημένου, έχει αναζητήσει τοπικά στοιχεία από την ιστορία και την παράδοση του νησιού κι έχει δημιουργήσει τον Πολυφωνικό χορό Κυνοπιαστών “Γειτονία”, με γυναίκες του χωριού που τραγουδάνε, αυθεντικά, χωρίς μικρόφωνα, παραδοσιακά τραγούδια της Κέρκυρας. 


Τις συνοδεύουν μόνο δυο κιθάρες, γυρνάνε σε όλο το νησί, προσφέροντας όμορφες βραδιές στους παρευρισκόμενους, νοσταλγικές στιγμές στους μεγαλύτερους, αλλά και γνώση της συνέχειας στους νεότερους.

Οι ετοιμασίες στο Κάτω Πηγάδι λίγο πριν αρχίσει η γιορτή
Στον Άη Μαθιά η Φιλαρμονική του χωριού είχε την ιδέα να συγκεντρωθούν στο Κάτω Πηγάδι, εκεί που “στα παλιά τα χρόνια” πήγαιναν για νερό οι χωριανοί, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Οι κάτοικοι του χωριού ενθουσιάστηκαν, ειδικά δε οι κατωχωρίτες είχαν χρόνια πολλά να δουν τόσο κόσμο στη γειτονιά τους.


Πριν από κάθε τραγούδι, ο κ. Πουλημένος μας διηγούνταν την ιστορία του, μας έλεγε πότε και πού τραγουδιόταν αλλά και πού το βρήκανε.


Για κάθε τραγούδι μια ιστορία κι ένας τόπος. Τραγούδια τση αγάπης, του γάμου, τση δουλειάς, τση παρέας, τσ' ελιάς, καθιστικά, των πανηγυριών, ακριτικά, παραλογές, αποκριάτικα, λαϊκοθρησκευτικά, μοιρολόγια. Τραγούδια της Μέσης Κέρκυρας, των Καστελάνων Μέσης, του Κάτω Γαρούνα, του Σωκρακίου, της Επίσκεψης, των Καλαφατιώνων, του Γαστουρίου, των Χωροεπισκόπων, των Αυλιωτών κ.ά. Αλλά και οι εκδοχές: Κυνοπιαστών, Σιναράδων, Καμάρας, Κάτω Γαρούνα, Πέλεκα, Αυλιωτών, καθώς και η Κερκυραϊκή εκδοχή σε γνωστά τραγούδια άλλων περιοχών. 




Πλούτος τραγουδιών, πλούτος λαϊκού πολιτισμού. Κι ένα σημαντικό στοιχείο που πρόσθεσε στο τέλος ο κ. Πουλημένος. Τα τραγούδια αυτά είναι όλα στην ελληνική, δεν υπάρχουν ξένα γλωσσικά στοιχεία σε κανένα τραγούδι, ένδειξη, είπε ο ίδιος, ότι και στην Κέρκυρα η γλώσσα του λαού ήταν η ελληνική.

Ήταν πραγματικά μια όμορφη ζεστή βραδιά. Η Κέρκυρα έχει παράδοση στη μουσική και στο τραγούδι, φιλαρμονικές και χορωδίες έχουν τα περισσότερα χωριά και οι Κερκυραίοι ξέρουν να τραγουδάνε καλά (και όχι ... "από τη μύτη" σαν τους υπόλοιπους Έλληνες, όπως έγραφε ο Εντμόντ Αμπού το 1854!). Άξιες οι γυναίκες των Κυνοπιαστών και άξιοι όλοι οι συντελεστές που μας έφεραν κοντά σ' ένα το κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού μας.

Οι ιστορίες που θυμήθηκαν οι μεγαλύτεροι για το Κάτω Πηγάδι μου θύμισε τις εικόνες του Μάρκου Ζαβιτσάνου με τις σταμνοφόρες γυναίκες στα βιβλία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.

Για τη βραδιά στον Άη Μαθιά υπάρχουν πολλές πληροφορίες και στον ιστότοπο της Εστίας Κυνοπιαστών.