Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Το γέλιο του δράκου και η κτηνωδία των πολέμων






Έχω συνδέσει το βιβλίο με τη σφαγή στα Καλάβρυτα. Γιατί εκεί, στο Μουσείο, πριν μερικά χρόνια, και όταν ο τότε δήμαρχος μας μίλησε και μας έδειξε τι έγινε στην πόλη του εκείνο το μαύρο Δεκέμβρη του 1943, ένας από την ομάδα μας σύστησε να διαβάσουμε  "Το γέλιο του δράκου" του Γάλλου συγγραφέα Πιέρ Πεζί (εκδ. Ποταμός 2007, σε μετάφραση Κατερίνας Δασκαλάκη). Το χαρακτήρισε μάλιστα ως ένα από τα συγκλονιστικότερα αντιπολεμικά και αντιφασιστικά βιβλία που έχει διαβάσει.

Από τότε, το έχω χαρίσει δώρο σε πολλούς φίλους. Το θεωρώ κι εγώ συγκλονιστικό στην περιγραφή και στην παρουσίαση των σκέψεων του συγγραφέα γύρω από τον πόλεμο και το φασισμό, γύρω από τις μνήμες και γύρω από τις εικόνες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας. Τους τελευταίους μήνες όμως, από τότε που εντάθηκαν τα γεγονότα στην Ουκρανία, είχα ένα λόγο παραπάνω να επιστρέψω στο βιβλίο.

Ένας 16χρονος Γάλλος, ο Πωλ, φιλοξενείται από μια οικογένεια στο Κελστάιν της Γερμανίας το καλοκαίρι του 1963. Κι ενώ κάνει γνωριμίες με παιδιά της ηλικίας του και συμμετέχει στις εκδηλώσεις της μικρής πόλης, ένας θάνατος, μάλλον μια αυτοκτονία, έρχεται να ταράξει τα νερά. Δεν θα αναφέρω λεπτομέρειες από την ιστορία, όμως να πω ότι ο συγγραφέας γυρνά στο 41 και ξανά στη δεκαετία του 60 και ξανά στο '41 και στο '44 και έρχεται στα πιο πρόσφατα χρόνια αλλά μεταπηδά και στο μέλλον!

Τοποθετεί ένα καθοριστικό μέρος της ιστορίας του στην Ουκρανία του 1941, κατά την εισβολή των Ναζί στη Ρωσία, και περιγράφει τις θηριωδίες ενάντια στο ντόπιο πληθυσμό και κύρια ενάντια στους Εβραίους. Ο Λαφοντέν και ο Μόριτζ από το Κελστάιν, οι ήρωες της ιστορίας του Πεζύ εδώ στην Ουκρανία του '41. Φορτηγά με στοιβαγμένα παιδάκια οδηγούνται στο δάσος, για να εκτελεστούν. Ο δρόμος δύσβατος, τα εξαντλημένα παιδιά πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο καθώς οι κινητήρες ζορίζονται να προχωρήσουν. Αλλά πρέπει να περάσουν το ξέφωτο, να φτάσουν στον προορισμό, είναι εβραιάκια, σκέφτεται ο Μόριτζ!

"...Η αλήθεια είναι ότι νιώθει μόνο περιφρόνηση και αηδία γι' αυτούς τους κουρελιάρηδες πολιτοφύλακες που ανυπομονούν να ξεμπερδεύουν, στο χείλος του λάκκου που έχουν σκάψει. Θα πρέπει να περιμένουν μες  στη σιωπή, στο τραγούδι των πουλιών, στο βόμβο των εντόμων και στο θρόισμα των φύλλων της σημύδας..."

Οι Ουκρανοί πολιτοφύλακες έκαναν τη "βρώμικη" δουλειά. Είναι γνωστός εξάλλου ο ρόλος των Ουκρανών στη διάρκεια του πολέμου, κι έτσι η ανάληψη της εξουσίας τώρα από ακροδεξιά, φασιστικά στοιχεία δεν μπορεί παρά να φέρει, έστω και συνειρμικά, τέτοιες αντιστοιχίες αλλά και ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης (σε συνδυασμό με ανάλογες καταστάσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες).

Οι σκηνές που περιγράφει στις σελίδες αυτές είναι φρικτές, είναι συγκλονιστικές!
Δυό παιδάκια σφίγγουν τα χέρια του Μόριτζ, αυτός αναστατώνεται, δεν τα απωθεί, και προχωρούν μαζί προς τους σκαμμένους λάκκους:

"... Ξαφνικά, βλέπει τους πολιτοφύλακες και τα τουφέκια τους. Είναι περισσότεροι απ' ό,τι νόμιζε. Μαυριδεροί, ανήσυχοι. Βλέπει επίσης την τρύπα που χάσκει, για να θάψουν τα παιδιά. Βλέπει τον ουρανό πάνω απ' το ξέφωτο και τα πουλιά που φεύγουν ... ¨Επειτα, όλα γίνονται πολύ γρήγορα. Ώσπου ν' αλλάξει δυο λόγια με τον αρχηγό της σπείρας, έναν μεγαλόσωμο θορυβώδη τύπο με σταυρωτά φυσεκλίκια στο στήθος του και με χρυσά και κοκάλινα μπρελόκ, ο Μόριτζ ακούει στην πλάτη του την κλαγγή των τουφεκιών που οπλίζουν οι Ουκρανοί μουρμουρίζοντας... Ενας δράκος που το δειλινό σπάει τα χέρια των παιδιών προτού συντρίψει τα ωραία τους πρόσωπα..."

Ο Πωλ, μεγάλος πια και καλλιτέχνης, ταξιδεύει στο Βερκόρ, περιοχή στη νοτιοανατολική Γαλλία, γνωστή από τη Γαλλική Αντίσταση, εκεί όπου το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί της Βέρμαχτ εκτέλεσαν πάνω από 200 κατοίκους. Ο παχύσαρκος ιδιοκτήτης του πανδοχείου που βρίσκει στο δρόμο του, του περιγράφει τι έγινε τότε, από τότε που "ούτε μισός Γερμαναράς" δεν πέρασε από τα μέρη τους και που "το πρωί οι αντάρτες παρουσίαζαν όπλα και χαιρετούσαν τα γαλλικά χρώματα" μέχρι που κατέφτασαν οι Γερμανοί μια μέρα "απ' τον ουρανό, μες στη μαύρη νύχτα, σαν όρνια, σαν άγρια ζώα":

"... Η γκρίζα κάμπια προχωρούσε. Καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Ακόμα και τις αγελάδες. Και τα σκυλιά.  Παλούκωναν από δω. Κάρφωναν ζωντανά τα παιδιά στις πόρτες των αχυρώνων από κεί. Φωτιές παντού... Έτσι είναι αγόρι μου!...
Λοιπόν, μπορείς ωραιότατα να περπατήσεις στους δρόμους μας, να πας παντού πεζή, τα φαντάσματα δεν θα τα δεις ποτέ όλα. Δεν θα τα δεις καθόλου μάλιστα! Ο πόλεμος δεν είναι τόσο πολύ οι μάχες, όσο μια αφάνταστη ανθρώπινη κτηνωδία..."

Η κτηνωδία του πολέμου παντού. Και αποτυπωμένη, λαξευμένη σε μια μεγάλη πέτρα, σ' ένα γλυπτό από κομμάτια ανεπεξέργαστου βράχου, όπου κανείς "καταλαβαίνει ότι βρίσκεται σε σώματα βασανισμένα, ότι αγγίζει την οδύνη τους.... σώματα σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν ξύλα για τη φωτιά".

Ο δράκος κυνηγά παντού τον ήρωα (ή και το συγγραφέα;).  Κι όταν κατασκευάζει τους όγκους των αγαλμάτων για μια έκθεση στο Παρίσι, ονομάζει ένα έργο του, σε σκληρό ασβεστόλιθο, "το Γέλιο του δράκου". "Βλέπει κανείς τα μικρά λεία κεφάλια να γυαλίζουν ανάμεσα στα μπράτσα ή στις πτυχές της κοιλιάς αυτού του τέρατος που το κορμί του είναι αυλακωμένο, όπως ο φλοιός ενός γέρικου δέντρου".