Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Για μια χρονιά με ελπίδα...


Καλημέρα, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
Καλημέρα, είπε ο σιδηροδρομικός κλειδούχος.
-          Τι κάνεις εδώ; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
-          Μοιράζω τους επιβάτες σε δέματα της χιλιάδας, είπε ο κλειδούχος. Στέλνω τα τραίνα που τους μεταφέρουν πότε δεξιά και πότε αριστερά.
Κι ένα κατάφωτο τραίνο εξπρές, βροντώντας σαν τον κεραυνό, τράνταξε την καμπίνα του κλειδούχου.
-          Είναι πολύ βιαστικοί, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι γυρεύουν;
-          Ακόμη κι ο οδηγός της μηχανής δεν το ξέρει, είπε ο κλειδούχος.
Και βρόντησε, καταφτάνοντας απ’ την αντίθετη μεριά, δεύτερο κατάφωτο εξπρές.
-          Ξαναγυρίζουν κιόλας; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας…
-          Δεν είναι ίδιοι, είπε ο κλειδούχος. Αυτοί κατεβαίνουν.
-          Δεν ήταν ευχαριστημένοι εκεί που βρίσκονταν;
-          Ποτέ δεν είναι κανείς ευχαριστημένος εκεί που βρίσκεται, είπε ο κλειδούχος.
Και βρόντησε ο κεραυνός τρίτου κατάφωτου εξπρές.
-          Αυτοί κυνηγούν τους πρώτους επιβάτες; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
-          Τίποτα δεν κυνηγούν, είπε ο κλειδούχος. Κοιμούνται εκεί μέσα, ή χασμουριούνται. Τα παιδιά μόνο κολλούν τη μύτη τους στα τζάμια.
-          Τα παιδιά μόνο ξέρουν τι γυρεύουν, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Χάνουν τον καιρό τους με μια πάνινη κούκλα, που αποχτάει μεγάλη σημασία, κι αν τους την πάρουν, κλαίνε…
-          Είναι τυχερά, είπε ο κλειδούχος.

(Αντιγραφή από τον Μικρό Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξπερύ, σε μετάφραση του Στρατή Τσίρκα, εκδ. Ηριδανός, 1983 (1968)).



Πολλές ευχές για μια καλή, καλύτερη χρονιά, με ελπίδα...
                                                       

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Βαρύ το Χάλκεον του Φόβου χέρι







   Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
                η ελευθερία.    

                    β΄.
    Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
                θαλασσωμένος·    

                   γ΄.
    Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος. ―
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
                φρικτόν τον τάφον.    



Βρήκα την αφορμή να θυμηθώ τις Ωδές του Κάλβου από την αναφορά του καθηγητή Άρη Καζάκου στην πολύ καλή συζήτηση που είχε με τον Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη στη σημερινή εκπομπή του ("Απαγορευμένου") Λαβύρινθου στην ΕΤ3/ERTOpen. Το παραπάνω απόσπασμα είναι από την Ωδή 4 "Εἰς Σάμον". Ολόκληρο το έργο του ποιητή μπορεί να βρεθεί στον ιστότοπο του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού. Όσο για τη σημερινή κατάσταση, ζόφος, τρόμος, βρωμιά... 

Ας παραθέσω όμως και μια άλλη στροφή, από την Ωδή 9 "Εις Ελευθερίαν:



 Ω Αρετή! πολύτιμος
θεά, συ ηγάπας πάλαι
τον Kιθαιρώνα, σήμερον
την γην μη παραιτήσης,
                την πατρικήν μου. 

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Το θέμα είναι τώρα τι λες



Το θέμα είναι τώρα τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τι λες.


Αφιερωμένο σ' αυτούς που εκπροσπωπούν όχι μόνο τους εαυτούς τους κι ας το καταλάβουν ...

(Με τους παραπάνω στίχους ξεκινά την ποιητική του συλλογή "Ο Στόχος, 1970" ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Η αντιγραφή έγινε από την έκδοση του Ερμή, 2000 με τίτλο "Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο" και ανθολόγηση από τον Μάρκο Μέσκο.)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

"Εν Αγίω Ματθαίω..." του Χαράλαμπου Κουρή: η Κέρκυρα των παιδικών του χρόνων κι ακόμη πιο πίσω...


... Έφαγε όλο το σπίτι ο Σπύρος για να επαληθεύσει τις υποψίες του. Και μάλιστα όχι τόσο στο πάνω πάτωμα, γιατί ο γέρος ήτανε πονηρός και μπορούσε να καταλάβει κι από τα παραμικρότερα τριξίματα του ξύλινου πατώματος, ότι ο γιος του κάτι χαλεύει. Εκεί που κυρίως έψαχνε ήταν το κατώι, όπου και πάτωμα δεν υπήρχε, αλλά και οι πιθανές κρυψώνες ήταν πολύ περισσότερες. Και τελικά τα ξετρύπωσε ένα μεσημέρι, που ο γέρος κοιμότανε αποκαμωμένος και ακουγότανε το ροχαλητό του σ’ όλο το σπίτι. Διπλοτυλιγμένα σε σκληρό στρατσόχαρτο κάμποσα κατοστάρικα και πεντακοσάρικα ήταν πατικωμένα από κάτω από το σκαφόνι, απάνω στο ξύλινο καβαλέτο που χρησίμευε σαν βάση, για να είναι το σκαφόνι υπερυψωμένο από το δάπεδο του κατωγιού. Ο Σπύρος ξανάβαλε το πάκο όπως ήτανε στη θέση του, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, είχανε κανονίσει να πάει στη Χώρα με το λεωφορείο, για να φέρει τα φάρμακα που έγραψε στον πατέρα του ο γιατρός...

Κι όταν ετοιμάστηκε ο Σπύρος για τη Χώρα κι αποχαιρέτησε τον πατέρα του, που περίμενε ν' ακούσει την εξώπορτα να κλείνει, κατεβαίνει στο κατώι και πάει κατ' ευθείαν να ψάξει για τον ... πολυπόθητο θησαυρό, δηλαδή ένα κατοστάρικο. Τότε, ακούγεται το σκούξιμο του γέρου από το απάνω πάτωμα:

 «Αγάλια – αγάλια, Σπύρο μου, μην το σκίσεις!!».        

Αγάλια - αγάλια ονομάζει την ιστορία του ο Χαρ. Κουρής, απ' όπου και το παραπάνω απόσπασμα. Ιστορία βγαλμένη από τη ζωή των ανθρώπων του χωριού του, όπως και όλες οι Αγιομαθίτικες ιστορίες στο καλαίσθητο, εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευχάριστο στην ανάγνωση βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τον ίδιο.
Το χωριό είναι κυριολεκτικά πνιγμένο στο πράσινο και με απέραντους ελαιώνες που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή της Ενετοκρατίας 
 Ο Άγιος Ματθαίος, ή Άη Μαθιάς, βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά της Κέρκυρας, στους πρόποδες του βουνού του Παντοκράτορα του Χαμηλού ή Γαμήλιου όρους. Είναι κεφαλοχώρι, ήδη σήμερα έχει 1700 μόνιμους κατοίκους, κυριολεκτικά πνιγμένο στο πράσινο και με απέραντους ελαιώνες που οι ρίζες τους φτάνουν στην εποχή της Ενετοκρατίας. Η πολιτιστική δραστηριότητα του Άη Μαθιά είναι πλούσια και εντυπωσιακή. Διαθέτει φιλαρμονική από το 1964 με περίπου 70 ενεργούς μουσικούς, πολιτιστικό σύλλογο με χορωδία, θεατρική ομάδα και χορευτικό όμιλο, ενώ δραστήρια είναι και η ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού, ο ΟΦΑΜ. Ο Χαράλαμπος Κουρής είναι πολιτικός μηχανικός και πρόεδρος της Ένωσης Αγιομαθιτών Αθήνας, ενός ζωντανού τοπικού συλλόγου, που φέτος μάλιστα γιόρτασε τα 50 χρόνια λειτουργίας του.

Αλλά, ας επιστρέψουμε στις Αγιομαθίτικες ιστορίες. Ο ίδιος ο τίτλος μας γυρίζει χρόνια πίσω, στα παλιά τα χρόνια, με ιστορίες που είτε θυμάται ο συγγραφέας, δεκαετίες '50 και '60, ή τούλεγε ο πατέρας του, ο Γιάννης Κουρής, δάσκαλος για πολλά χρόνια στον Άη Μαθιά. Στη μνήμη του πατέρα του εξάλλου και του πάππου του του Λάμπη αφιερώνει τούτο το βιβλίο. Κι έχει ιστορίες και για τους δυο. 

Άφησε όνομα στον Άη Μαθιά ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης, έτσι είναι γνωστός, όλοι εξάλλου στην Κέρκυρα έχουν οικογενειακά παρατσούκλια, δεν μπορούν να συνεννοηθούν αλλιώς, τα επώνυμα σε κάθε χωριό επαναλαμβάνονται σε πολλές οικογένειες. Έμεινε στην ιστορία του χωριού ως ο  δάσκαλος του χωριού, αυστηρός, επιβλητικός, άτεγκτος στα θέματα πειθαρχίας. Και βρίσκει την ευκαιρία ο συγγραφέας να μας μεταφέρει όχι μόνο στοιχεία από την προσωπικότητα του πατέρα του και δασκάλου του χωριού, αλλά και στοιχεία από την κατάσταση των σχολείων και γενικότερα των συνθηκών ζωής των ανθρώπων στο χωριό εκείνα τα χρόνια. Και γράφει για το δάσκαλο:

…Σαν εκπαιδευτικός είχε εξαιρετική μεταδοτικότητα. Έκανε επίσης σωστή ιεράρχηση των διδασκόμενων μαθημάτων, αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο στα μαθήματα που ήταν χρήσιμα στα παιδιά, επιμένοντας σ’ αυτά που ήξερε ότι αργότερα θα τα βοηθήσουν στη ζωή τους. Η Αριθμητική, τα Μαθηματικά γενικότερα, η Γλώσσα, με ιδιαίτερη έμφαση στη σωστή άρθρωση, στην ορθογραφία και στη γραμματική, καθώς και η Ελληνική Ιστορία ήταν τομείς που ο Γιάννης ο Κουρής έδινε απόλυτη προτεραιότητα. Ακόμη η Ωδική, μάθημα στο οποίο έβγαζε όλη του την  αγάπη για τη μουσική, ξεχωρίζοντας από πολύ μικρούς τους μετέπειτα πρωταγωνιστές της χορωδίας του χωριού, για παράδειγμα στις τάξεις του 1961 – 62 τον Γιάννη Πετράκη και πολλούς άλλους πιο πριν. Αλλά πάνω απ΄ όλα ήξερε να μεταγγίζει στους μαθητές του την αγάπη του για το χωριό, την πανέμορφη φύση του, τις παραδόσεις του και τους απλούς ανθρώπους του…

Όμως, τότε οι δάσκαλοι πίστευαν ότι … το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο. Και πώς να μην το πιστεύουν, μπορεί και νάλεγε κανείς. Τριθέσιο το σχολείο στον Άη Μαθιά, τρεις οι δάσκαλοι, από 100 παιδιά ο καθένας. Πώς να τα βγάλουν πέρα. Ήταν λοιπόν ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης που … κανόνιζε και για τους άλλους δύο. Οι γονείς βέβαια είχαν αντικρουόμενες απόψεις:

Έτσι οι δάσκαλοι άκουγαν από τους πατεράδες παροτρύνσεις του τύπου: «Βαρ’ του, δάσκαλε, βαρ’ του, γιατί έχει το διάολο μέσα του και δεν ακούει!», ενώ πίσω από την πλάτη τους τα σχόλια των μανάδων έδιναν κι έπαιρναν: «Το βάρησε πάλε  το κακομοίρικο που να τόνε κάψει ο Αη Σπυρίδωνας!».
90χρονος πια με παλιούς του μαθητές: "Θυμάσαι, δάσκαλέ μου, ξύλο που μου ‘χες ρίξει τότες που ‘χα τσακίσει σφεντονιές τα κεραμίδια του… Κουτσοκώστα;" "Τι λες αδερφέ; Και ποιος εχάθηκε από… σαράντα παλουκιές;"


Όμως, είπαμε, ήτανε καλός δάσκαλος.

Πράγματι, ο δάσκαλος ο Μπουρίτσης συνήθιζε να βάζει όλα τα παιδιά της τάξης μαζί, να διαβάζουν κάποιο κείμενο ή ποίημα, επιμένοντας σ’ αυτή την ηχητική εντύπωση, που εξασκούσε την άρθρωση και έδινε ακουστική εμπειρία της γλώσσας στα παιδιά, αφού τότε ούτε καν ραδιόφωνα δεν υπήρχαν.


Όμως, οι παραπάνω περιγραφές  γίνονται για να διηγηθεί μια ιστορία ο συγγραφέας. Ήταν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν στην τάξη διάβαζαν το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη για τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ «Πώς μας θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου…». «Πώς μας θωρείς ακίνητος…», επιγράφει και την ιστορία, περιγράφοντας το πάθημα του δεκάχρονου ταραξία Σπύρου, ανηψιού του δάσκαλου, που ήρθε από την τάξη της δασκάλας,  για το … σχετικό συγύρισμα. Δεν τις γλύτωσε βέβαια…

Μαθητές του δημοτικού σχολείου το 1939. Διακρίνεται ο δάσκαλος Γιάννης Κουρής
Το ίδιο και στην άλλη ιστορία, τα «168 αυγά», μία από τις φορές που ο δάσκαλος έβαζε ασκήσεις με αριθμητικούς υπολογισμούς από μνήμης, χωρίς μολύβι και χαρτί και τη λύση τη βρήκε η Κατίνα Αβραμιώτη, μια μαθήτρια της Δ’ δημοτικού, ενώ … «κόντεψε να στείλει στο …απόσπασμα το ένα τέταρτο της τάξης».

Μας μεταφέρει στιγμές από την καθημερινή ζωή του χωριού. Θυμάται τη γαϊδουρίτσα τη Νιανιούρω, που αναγκάστηκαν να τη δώσουν όταν έφυγαν όλη η οικογένεια για την Αθήνα. Θυμάται την επίσκεψη της Φρειδερίκης στο χωριό, τέλη της δεκαετίας του ’50, τότε που αναγκάστηκε να φάει το «μισητό απογευματινό αυγό» που … στάθηκε η αιτία να του γίνει τόσο αντιπαθής για πάντα η "Μεγαλειοτάτη".

Θυμάται χαρακτηριστικές φιγούρες και τις περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, όπως

τους υπαίθριους πωλητές αγροτικών προϊόντων

«Μισό φράνκο το κομμάτι
Και χορταίνουν δυο νομάτοι!»

ή τους πωλητές των παυλόσυκων (είναι τα φραγκόσυκα  ή … παπουτσόσυκα, όπως τα λέμε εμείς στην Κρήτη),

τους κήρυκες


…Οι κήρυκες γυρνούσαν στους κεντρικούς δρόμους του χωριού, συνήθως απόγεμα ή βράδυ, βαδίζοντας αργά-αργά ανάμεσα στους χωριανούς, που σταματούσαν κι έκαναν ησυχία για ν΄ακούσουν και με στεντόρεια φωνή μεταβάλλονταν σε … κινούμενα μεγάφωνα, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την ανακοίνωση που τους είχαν δώσει και είχαν αποστηθίσει…

τους πραματευτάδες «που γύρναγαν στις γειτονιές με ένα κοφίνι σε κάθε χέρι», 

τους «σταγκοπινιάτες», «βασικά σιδεράδες τροχιστές που τρόχιζαν ή επισκεύαζαν με καλάι τα μεταλλικά οικιακά σκεύη και μαχαιροπήρουνα», 

μα και τον υπαίθριο κουρέα, «που τριγυρνούσε ο καημένος μ΄ένα ξύλινο καφετί τετράγωνο βαλιτζάκι με τα απαραίτητα σύνεργα για κούρεμα και ξύρισμα υπαιθρίως, συνήθως έξω από τα καφενεία».



Και βέβαια έχει να διηγηθεί μια ιστορία που θυμάται, μια κουβέντα που έμεινε παροιμιώδης, ένα πάθημα, μια στιγμή που συνήθως φέρνει γέλιο.

Οι πιο πολλές ιστορίες φέρνουν γέλιο, έχουν στο αίμα τους άλλωστε οι Κερκυραίοι  την ευθυμία μαζί με το κογιονάρισμα. Και κάποιες κουβέντες σώζονται στο πέρασμα του χρόνου  και γίνονται ανέκδοτα. Όπως έγινε με την ιστορία "Στα μπάνια του Αλέκου", την ιστορία του μπάρμπα που πήγε στην πόλη να δει την κόρη του και όλοι μαζί πήγαν για μπάνιο στα «μπάνια του Αλέκου» (είναι μια παραλία μέσα στην πόλη, κάτω από το παλιό φρούριο). Όμως ο παππούς δεν είχε μπανιερό κι έτσι … «του δώσανε ένα παλιό μπανιερό του γαμπρού, που όμως τουρχότανε κάπως στενό, ένιωθε να τονε σπεδίζει και να τονε στενεύει στα παραδάγκαλά του». Τι να κάνει, το φόρεσε, κολύμπησε όπως-όπως  και βγαίνει έξω να ντυθεί. Ψάχνει να βρει μια γωνιά  να μην τον βλέπουν, ήταν και κοριτσοπαρέες ένα γύρω…


«Δε μ΄εδιαφέρει τίποτα», θα πρέπει να σκέφτηκε ο αγαθός μπάρμπας και, αποφασισμένος, γυρνάει καλού-κακού τα νώτα του προς την κυρίως πλάζ και ... τσούπ, βγάνει το διαολεμένο το μπανιερό και το παίρνει παραμάσκαλα.
Έχει αρχίσει ν΄ ασκώνει το κλιτσί του για να φορέσει το σώβρακό του, όταν ακούει πίσω του, καμιά δεκαριά μέτρα, ένα ομαδικό τρανταχτό χάχανο, κοριτσίστικα γέλια, φωνές  «εγιά, εγιά» και ξεχωρίζει μια γυναικεία στριγκλιά «ε, μπάρμπα!», που υποδέχονται την ... άλλη όψη της προσωπικότητάς του.

Ε, τότε πια δεν αντέχει άλλο. Γυρίζει σκασμένος, ολοκληρώνοντας, όμως, ταυτόχρονα τις ... αποκαλύψεις, για να τσου βάλει, επιτέλους, όλους στη θέση τους, δείχνοντας με το χέρι του προς την άλλη μεριά:  «Και γιατί, μάτια μου, δεν κοιτάζετε από κεί;;!!»

Στο Σκαφόνι" μας θυμίζει τη συνήθεια που είχαμε παιδιά να μαζεύουμε τις φωτογραφίες που ήταν κρυμμένες στα μπισκότα, να τις συγκεντρώνουμε σε άλμπουμ, να τις ανταλλάσσουμε, όχι χωρίς αντάλλαγμα βέβαια. 


Σπάνιες ή πρωτοεμφανιζόμενες φωτογραφίες στα χέρια κάποιου, γίνονταν αυτόματα το «σκοτεινό αντικείμενο του πόθου» όλων των άλλων. Οι προσφορές ανταλλαγής έφταναν στα ύψη. Δέκα, είκοσι, ακόμη και πενήντα «παλιές» μπορούσαν να δοθούν για μια τέτοια φωτογραφία κι ας απεικόνιζε κάποια δευτεροκλασάτη ηθοποιό που δεν τη ξέρανε ούτε στη γειτονιά της.


Το μεγάλο γεγονός ήταν όταν στα χέρια ενός αγοριού έπεσε η φωτογραφία μιας πανέμορφης κοπέλας, φωτογραφημένης με μπικίνι, καθισμένης σε μια κούνια, κοτάζοντας το φακό ναζιάρικα κτλ κτλ. Ήταν η Ιταλίδα ηθοποιός που φαίνεται τότε να μεσουρανούσε, η Marisa Allasio!


Η Marisa Allasio στη φωτογραφία που έσπειρε τα δαιμόνια στον Άη Μαθιά!
Κι από κοντά η μουσική, κι όλα τ' άλλα ακολουθούσαν. Όπως τότε που πήγε ο Σπύρος στου κουμπάρου του να πάρει τη ραντιστική μηχανή κι άφηκε τη γυναίκα του να περιμένει στο δρόμο με τ' άλογο,  μα ο κουμπάρος, ερασιτέχνης βιολιτζής, όχι μόνο δε σταμάταγε την πρόβα, μα ... τον έβαλε και σε δουλειά:

 «Κουμπάρε μου, για χόρεψέ το λίγο, να δούμε αν το παίζω όπως πρέπει…»


Η Σταρ Ελλάς 1931 Χρυσούλα Ρόδη
Στις «Καντάδες», διηγείται νυχτερινές εξορμήσεις  με καντάδες, όπως στις αρχές δεκαετίας του ’30 στον Πόρο, όπου υπηρετούσε ναύτης ο πατέρας του κι έκαναν καντάδα κάτω από το μπαλκόνι της Σταρ Ελλάς του 1931 Χρυσούλας Ρόδη ή σαν την περιπέτεια με άδοξο τέλος στον Άη Μαθιά, όπου ο Γιάννης Κουρής και τρεις ακόμη φίλοι με δυο κιθάρες,


«… καταφθάνουν αθόρυβα και παίρνουν θέσεις στα σκοτεινά μπροστά σ' ένα πορτόνι σπιτιού. Ήταν ένα πορτόνι από κατώι του παλιού καιρού, πορτόνι αψιδωτό, ξύλινο, με κοτότρυπα στη βάση του, για να μπαινοβγαίνουν οι κότες του σπιτιού, που κατοικοεδρεύανε στο κατώι γύρω από τα σκαφόνια…»


Από τις ιστορίες για τη ζωή στο χωριό δεν θα μπορούσε να λείψει και η … αθλητική, δηλαδή ποδοσφαιρική δραστηριότητα. Με τρυφερότητα διηγείται στην «Καριέρα» τις ποδοσφαιρικές επιδόσεις στα μέσα της δεκαετίας του ’60 του φίλου του, γιατρού καρδιολόγου σήμερα, απευθυνόμενος μάλιστα στον ίδιο, σε δεύτερο πρόσωπο. Και μας μεταφέρει πληροφορίες για τα τεκταινόμενα στο χώρο του ποδοσφαίρου εκείνης της εποχής, μας περιγράφει την γκρίζα Ζούνταπ, τη μηχανή που είχε ο μπαρμπα – Μήτσος, ο πατέρας του επίδοξου τερματοφύλακα με την οποία ήρθε στα ξαφνικά και τον άρπαξε, για να αναφωνήσει ο προπονητής το … αμίμητο:

«Είδες άνθρωπος; Να χαλάει του παιδιού την καριέρα του;»

(Και επειδή λέγεται συχνά ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα, έχουμε εδώ την αντίθετη περίπτωση, που η ιστορία ... δικαιώνεται. Ο Άη Μαθιάς έχει εν ενεργεία ποδοσφαιριστή στην Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Και είναι ακριβώς ο τερματοφύλακας της ομάδας, ο Ορέστης Καρνέζης!).

Είναι φανερό ότι περιγράφει υπαρκτά πρόσωπα του χωριού, άλλοτε χρησιμοποιώντας το πραγματικό τους όνομα, κι άλλοτε όχι,  που οι ντόπιοι βέβαια συχνά θα αναγνωρίζουν. Συλλογάται κανείς ότι οι ήρωες των ιστοριών αυτών κάποτε ζούσαν σ’ αυτό το χωριό. Ο τρόπος που τους περιγράφει ο συγγραφέας, κι όπως μεταφέρει τους διαλόγους τους, προκαλούν συχνά συγκίνηση και φαντάζομαι για τους ντόπιους μια νοσταλγία, ένα ξύπνημα της μνήμης γιατί θυμίζει τους γονιούς, τους φίλους, τους γειτόνους, ακόμη και τους ίδιους στα νιάτα τους. 
Το ... θρυλικό Αγγέλικα (είναι και αυτό με το οποίο ο Άντονυ Κουήν - Ζορμπάς ταξίδεψε στην Κρήτη)
Οι Κρητικοί θυμόμαστε το Αγγέλικα, σαν το πλοίο της γραμμής Χανιά - Πειραιάς. Κι όμως, πήγαινε και στην Κέρκυρα, μέσω του Ισθμού ακόμη τότε. Και δώ, έχει ιστορίες να μας διηγηθεί ο Χ. Κουρής.


Το τι κουβάλαγε μαζί του όλος αυτός ο κόσμος είναι αδύνατο να περιγραφεί. Εκτός από βαλίτσες και αποσκευές με ρούχα και προσωπικά είδη, μεταφέρονταν από τους ταξιδιώτες σακιά με πατάτες, κοφινίδες κλεισμένες και ραμμένες με πανί από πάνω, γεμάτες φρούτα και ζαρζαβατικά, άλλα καλάθια με κοκόρους και πουλερικά δεμένα από τα πόδια, που κακάριζαν ανήσυχα, βαρελάκια με κρασί, ντενεκέδες με λάδι και λαδοτύρι, μικροέπιπλα σε κουτιά, κιθάρες, φαγητά για το ταξίδι και ένα ετερόκλητο πλήθος από κάθε λογής συμπράγκαλα σε τσάντες και ταγάρια. Όλα αυτά φυσικά συνέθεταν μια εικόνα που χαρακτήριζε και την προέλευση των επιβατών από τα χωριά της Κέρκυρας.

Συγκινητική και η ιστορία "Ο τελευταίος Πρόεδρος", όπου τιμά τη μνήμη του Σπύρου Καπαγεωργόπουλου, του τελευταίου Προέδρου του χωριού στη δεκαετία του ΄60, που παύτηκε από τη δικτατορία του '67. Μας τον περιγράφει ως άνθρωπο δημοκρατικό, έντιμο και φιλομαθή.


Ο Σπύρος ο Καπαγεωργόπουλος, κρίνοντας με τα μέτρα της εποχής, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βιβλιοφάγος. Σε μια εποχή που τα βιβλία που κυκλοφορούσαν, πέρα από τα σχολικά, ήταν πραγματικά πολύ λίγα, αυτός, άγνωστο πώς, ξετρύπωνε βιβλία ιστορικά, κοινωνιολογικά, γεωπονικά, τεχνολογικά, βιβλία συνήθως ογκώδη και διάβαζε. Πολύ-πολύ συνηθισμένη η εικόνα του Καπαγεωργόπουλου να σηκώνεται βιαστικά από την καρέκλα του, τσακίζοντας την άκρη της σελίδας του βιβλίου που διάβαζε και να μπαίνει στο μαγαζί για να εξυπηρετήσει κάποιο πελάτη, που είχε μπει από την άλλη πόρτα.

Με την ευκαιρία, μας μιλά για τα δημοκρατικά φρονήματα των ανθρώπων του Άη Μαθιά αλλά και όλης της Κέρκυρας, για τα κυνηγητά που γνώρισαν, για την πολιτική κατάσταση και τα εκλογικά αποτελέσματα στη δεκαετία του '60.

Η τελευταία αγιομαθίτικη ιστορία, που είναι και η μεγαλύτερη της συλλογής, έχει τον τίτλο "Στα παλιά τα χρόνια" και αναφέρεται στον παπού του συγγραφέα, τον Λάμπη τον Μπουρίτση. Ήρωας ο παπούς του, έμεινε χήρος το 1918, όταν η 38χρονη γυναίκα του πέθανε από την ισπανική γρίππη που θέριζε τότε την Ευρώπη. Έξι παιδιά του άφηκε η όμορφη Αγγελικιά (τόσα είχαν μείνει, 13 είχε προλάβει να γεννήσει κιόλας!), μα ήτανε και δουλευταράς και νοικοκύρης.


... Λουτρουβιό στο ισόγειο, αβέρτο το απάνου πάτωμα, είχανε κει σωρό τις πατάτες τους, τα κρεμμύδια τους, τα σακιά με το γέννημα και τα κουκιά, φιστίκια, αμύγδαλα κι όλα τους τα χρειαζούμενα...
...Ο Λάμπης εκτός από τα χτήματά του, τις ελιές του, τ’ αμπέλι του, που ήταν προίκα της μάνας του, κράταγε ακόμα ένα μαγαζί καφεπαντοπωλείο της εποχής και είχε και τη λίσα που έκανε μεταφορές, κυρίως λαδιού, από το χωριό για τη Χώρα...

Και περιγράφει τις δουλειές στο χωριό, και πώς φτιάχνανε τον καφέ και πώς παίζανε μπρούσκουλα στο καφενείο, και για τους καρόδρομους μέχρι την πόλη, ακόμη και για τους ληστές από την Ήπειρο κάνει λόγο, για το φόβο των Ρεντζαίων και του Τσιλιμάστορα, διαβόητων λήσταρχων της εποχής. 


Εδώ, στο πανηγύρι της Αγ. Ελένης προπολεμικά. (Με την ευκαιρία, να αναφέρω ότι οδοιπορικό στην Αγιαλένη Κέρκυρας περιγράφει η ερευνήτρια λαογράφος Ελένη Ψυχογιού εδώ)

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε όλες τις Αγιομαθίτικες ιστορίες του Χαρ. Κουρή, δεν είναι μόνο ότι οι ίδιες οι ιστορίες διαβάζονται ευχάριστα, αλλά ότι ξεχωρίζουν για τη γλώσσα και το ύφος που είναι γραμμένες, αλλά και για το ίδιο το περιεχόμενο. Δίνουν σημαντικές πληροφορίες γύρω από την ιστορία και τη γεωγραφία του τόπου και γύρω από τη ζωή, τις συνήθειες, τις έγνοιες, τις χαρές και τις λύπες των αθρώπων. Γίνεται ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά όχι μόνο τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει ακόμη, αλλά και πώς να τα διατυπώσει, πώς να μας κάνει κοινωνούς, εμάς τους αναγνώστες, όλων αυτών που διηγείται και περιγράφει. Και βέβαια, ως γνήσιος Κερκυραίος, έχει πολύ καλή αντίληψη του χιούμορ και έτσι το μεταφέρει στις ιστορίες του.

Είναι ένας παραμυθάς (με την ... καλή έννοια, βέβαια) και ένας μάστορας της γλώσσας. Χρησιμοποιεί πολλές κουβέντες με το κερκυραϊκό ιδίωμα, ενώ έχει, σε κάθε ιστορία, υποσημειώσεις με τις επεξηγήσεις των ιδιωματικών λέξεων ή φράσεων που περιέχονται στο κείμενο. Στο τέλος του βιβλίου, όλες αυτές οι εκφράσεις παρατίθενται με αλφαβητική σειρά ως γλωσσάρι.


Τέλος, υπάρχουν φωτογραφίες από θέματα του βιβλίου που συμπληρώνουν την εικόνα της άλλης εποχής ...εν Αγίω Ματθαίω. 


Ο συγγραφέας λέει στο ... "κάτι σαν πρόλογό" του ότι η συλλογή αυτή δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες ούτε αποτελεί ιστοριογραφική κατάθεση, αλλά θέλει να βάλει ένα μικρό λιθαράκι στη λαογραφική αποτύπωση των ηθών και του πνεύματος της αγιομαθίτικης παράδοσης και να συμβάλει στη σύνδεση της νέας γενιάς με τις ρίζες της. Νομίζω ότι το βιβλίο πετυχαίνει, ενώ έχει τοπικό περιεχόμενο και ενδιαφέρον και αυτό έχει την ιδιαίτερη αξία του, να μπορεί επίσης να διαβάζεται και από τον καθένα μας, να το απολαμβάνουμε ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα με ποιότητα γραφής και περιεχομένου αλλά και μαζί να βλέπουμε εικόνες των δικών μας τόπων μέσα από όμοιες ή αντίστοιχες παραστάσεις. Κι αυτό έχει τόση αξία!


Καλοτάξιδο λοιπόν!



------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση. Πρέπει να σημειώσω ότι έχει γίνει πολύ καλή δουλειά και στη μορφή του βιβλίου και βέβαια αυτό οφείλεται επίσης στη Γιώτα Καζάζη που είχε την επιμέλεια της έκδοσης (η γραμματοσειρά που έχει επιλεγεί, τα πρωτογράμματα στην αρχή κάθε ιστορίας, το όλο στήσιμο είναι εξαιρετικά) και στην Έφη Παπαϊωάννου που είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια του εξωφύλλου.

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

"Το αίνιγμα του Έλγκαρ", του Αλέξανδρου Ίσαρη



Είμαι το όνειρο μιας πεταλούδας
Που γέρνει στη σκιά ενός σπιτιού;

Η πεταλούδα μέσα στο όνειρο
Είναι άραγε αυτή που μ' ονειρεύεται;
Πετάει στο κεφάλι μου ολοπόρφυρη
Και η δύση σβήνει.
Η θάλασσα γυρίζει ανάποδα
Ο ουρανός σωριάζεται στη γη.
Μια παπαρούνα αιμορραγεί
Κάποιος κλαίει στο ξέφωτο.

Είμαι το αίμα μιας σπηλιάς
που μέσα της γεννιέται η ζωή;
Η αύρα ενός πρωινού στην Ιρλανδία;

Το βλέμμα μου γλιστράει στα νερά
Τρυπά τα τείχη, πέφτει στους γκρεμούς
Φτάνει στο πίσω μέρος.
Γυρίζουν οι οροσειρές, οι πόλεις
Σε μια δίνη αργυρή.
Αστράφτουνε οι άνθρωποι κι έπειτα λιώνουν.
Θαμποφέγγουν οι ζωές μέσα σε σιωπή.

Είμαι η λάμψη του καθρέφτη
Που βουλιάζει στη Σαχάρα;
Η πεταλούδα δεν υπάρχει πια;
Γι' αυτό μου είναι αδύνατον να δω;
Απ' τους καπνούς που σήκωσε η ψυχή της;

Από την ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Ίσαρη "Εγώ ένας ξένος", Κίχλη 2013.
Το παραπάνω ποίημα προφανώς εμπνευσμένο από το έργο "Παραλλαγές Αίνιγμα" του Εντουαρντ Έλγκαρ.


Για τους ξένους εκεί έξω στη βροχή...
Για τις ζωές που "θαμποφέγγουν μέσα σε σιωπή"...