Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Κεντούσε η μάνα μου σκυφτή στο παραθύρι δίπλα, ξετίμητο βλησίδι η στοργή της

 

 

Κεντούσε η μάνα μου σκυφτή στο παραθύρι δίπλα.
Όξω βροχή ξεστάλαζε στα χνουδερά χωράφια
και τις φρεσκόλουστες βραγιές. Της Άνοιξης τα μάτια
δακρυογελούσαν άκρυφτα, κι αργόγλυκα κυλούσε
 
πάνω στης γης τη χλωρασιά το κοριτσένιο κλάμα. 
[...]

Ημέρα της μητέρας η σημερινή, είπα να ξεφυλλίσω την ανθολογία των Καστανιώτη-Νιάρχου «Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα» που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1997 (στη Βιβλιονέτ υπάρχει η νεότερη έκδοση του 2007). Όμορφη έκδοση, πολλά τα ποιήματα, και πολλοί οι ανθολογούμενοι, για τους οποίους, μάλιστα, δίνονται σύντομα βιογραφικά στο τέλος. Φυσικά, δεν εξαντλείται στον τόμο αυτό η παρουσία της μάνας στην ελληνική ποίηση, εξάλλου, όπως γράφει και ο Θανάσης Νιάρχος στον πρόλογο, «η μάνα από μόνη της είναι μια πραγματικότητα ανεξάντλητη».

 

Ξεχώρισα μικρά αποσπάσματα από πολύ λίγα ποιήματα, λιγότερο γνωστά, που άσκησαν πάνω μου κάποια περισσότερη συγκίνηση ξαναδιαβάζοντάς τα. 
 
Ξεκίνησα με το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Της μάνας μου» του Πέτρου Βλαστού όπου λες και  ζωντανεύει την εικόνα της δικής μου μάνας που συνεχώς κεντούσε ... Χαρακτηριστική, βέβαια, η γλώσσα του δημοτικιστή Βλαστού.
 
Ίδιο τίτλο έχει και το ποίημα της Διαλεχτής Ζευγώλη-Γλέζου:
 
Η ακοή μου επόθησε, μάνα, τα ωραία σου λόγια
κι η όρασή μου το ψηλό αεικίνητο κορμί σου,
που, σαν παιδιού είκοσι χρονών, ελεύθερα εσαλεύαν
κι οι τελευταίοι αρμοί σου.
[...]
 
Η Λιλή Ιακωβίδη γράφει για «Μια μάνα που έδωσε το παιδί της για να μην πεθάνει από πείνα το 1941»:
 
Τα μάτια σου τα μαύρα τα μεγάλα
μέσα στην αγκαλιά μου όταν σε κλειούσα
και βύζαινες του κόρφου μου το γάλα
η μέρα ήταν για μέ η φεγγοβολούσα. 
[...]
 
Συχνές οι εικόνες με τις μανάδες να τρέχουν όλη μέρα με τις δουλειές στο σπίτι, στα χωράφια.
 
Ο Βασίλης Ρώτας γράφει στη «Μάνα μου»:
 
[...]
Απ' το πρωί ως το βράδυ στη μπουγάδα,
σαν μηχανή, μ' ορμή και γληγοράδα,
πετάξου μια στιγμή στο μαγερειό,
φέρε το σπίτι βόλτα με τη σκούπα,
πρόφτασε που ξεχείλισεν η σούπα
και ξαναγύρισε στο πλυσταριό.
[...]
 
Η Χανιώτισσα Βικτωρία Θεοδώρου γράφει στο «Εγκώμιο»:
 
[...]
Πιάνω νερό να σαπουνίσω, σε θυμάμαι
ασπρίζω την αυλή μας, σε θυμάμαι
πιάνω να μαγειρέψω των παιδιών, σε θυμάμαι.
Είσαι μες στα πλυμένα ρούχα που στεγνώνουνε
στ΄αγέρι της θάλασσας
Συ μ' έμαθες να γνοιάζομαι τα μικρά και τ΄αδύναμα
και να ομορφαίνω τη φτώχεια.
[...]
 
 Ο Ηρακλειώτης ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης στα «Τελευταία της χελιδόνια»:
 
[...]
Σε βλέπω πάλι βιαστική,
πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις
τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς,
θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις,
τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό,
στα περιστέρια ν' αλλάξεις το νερό,
το δυόσμο να κορφολογήσεις.
Σε βλέπω πάλι βιαστική
πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις
τσάι με κανέλλα να μου φτιάξεις.
Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας:
Πάσα σαρξ χόρτος.
 
Ξεχώρισα το ποίημα «Μητέρα» του Γιωσέφ Ελιγιά και για ένα λόγο παραπάνω, γιατί χρησιμοποιεί τη σπάνια λέξη βλισίδι, που θα πει κρυμμένος θησαυρός, αφθονία και την είχα ξανασυναντήσει σε ποίημα του Σικελιανού. Όπως είχα γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση (https://katerinatoraki.blogspot.com/2017/06/blog-post_19.html), η λέξη περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Οι λέξεις που χάνονται» του Νίκου Σαραντάκου. Ετυμολογείται από το βάλλω>βλήσις (αφιέρωμα) και για τούτο η σωστή γραφή είναι με ήτα, ενώ χάριν απλοποίησης γράφεται και με γιώτα. Γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής (1901-1931):
 
Αμέτρητο, ξετίμητο βλισίδι είν' η στοργή σου.
μανούλα παινεμένη.
Με τον πικρό σταυρό κι οι δυο στα χείλη της αβύσσου
τραβούμε αποσταμένοι.
[...]
 
Η Κερκυραία Ειρήνη Δεντρινού «Στης μάνας μου το θάνατο»:
 
[...]
Τι κι αν πόνο ανιστόρητο μας δίνεις;
Σαν κουρασμένη εσφάλισες τα μάτια
και ξέφευγε η ψυχή στα ουράνια πλάτια.
 
Κι άφησα τελευταίο για τούτη την ανάρτηση το «Τραγούδι της ντροπής» του Ιάκωβου Καμπανέλλη:
 
Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή,
μάνα μου και πώς βγαίνει! 
Μηδέ κι αν τρέξει ο ποταμός
μάνα μου δεν την πλένει.
Τι να σου κάνουν δάκρυα δυό,
και στεναγμοί σαράντα δυό,
μανούλα μου.
[...]

Ντυμένο με τη μουσική του Μάνου Χατζηδάκι,  εδώ τραγουδισμένο από τη Χαρούλα Αλεξίου, και σε πρώτη εκτέλεση από τον Λάκη Παππά.
 


Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Οι κληρονόμοι της μάνας είναι τα πράγματα

Οι κληρονόμοι της μάνας 
είναι τα πράγματα
μα εγώ τρίβω τη μουσούδα μου στα πράγματα
σα γάτα που λέρωσε στο σαλόνι
καταπίνω μετανοιωμένη
τα σάλια και τα αλάτια μου
και τρέχω να κρυφτώ στην πάνω σκάλα
το μεγάλο αιλουροειδές
την ανεβαίνω με κουτρουβαλάει
τη σκαρφαλώνω και με φτύνει
Κάηκε το πλατύσκαλο
κοπήκαν τα σκοινιά
Μαζεύτηκαν στην άκρη της τρύπας
τα φοβερά σκαθάρια
Μάνα κινδυνεύω
Αιωνία σου η μνήμη
Κινδυνεύω πολύ
Αιωνία σου η μνήμη


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από τη συλλογή Ποίηση 1963-2011, Καστανιώτης, 2015.

Στη μνήμη της μάνας μου που έφυγε πέρυσι τέτοια μέρα. 
Και ναι, κληρονόμοι της είναι και τα πράγματα που τη θυμίζουν...


Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Τα χέρια της...




Την έφερνα μέχρι το μπάνιο, ακουμπούσε τους αγκώνες στο νιπτήρα για να κρατιέται, δεν μπορούσε να σταθεί, ήθελε όμως να πλένεται, να πλένει το πρόσωπο, να τρίβει τα χέρια το ένα με το άλλο, της άρεσε να τα σαπουνίζει, ένιωθε πως υπήρχε, έκανε μόνη της αυτό που έκανε τόσες και τόσες δεκαετίες, ένιωθε πως ζούσε σαν ένας κανονικός άνθρωπος, κοιταζόταν στον καθρέφτη, ποιος ξέρει τι σκεφτόταν, καμιά φορά κουνούσε το κεφάλι, μια φορά μου είπε "πώς κατάντησα!", της έδινα την πετσέτα να σκουπιστεί, της χτένιζα τα μαλλιά, ένιωθα να μου λέει "άνθρωπος είμαι κι εγώ..."

Α ρε μαμά, κοντεύουν πέντε μήνες...

Από τα χέρα της.
Το στόλισα στη μνήμη της, μέρα της Μητέρας λένε η σημερινή...

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Α ρε μαμά...


Έβαζες ψεύτικες φωνές,
γελούσες κι έκανες πως κλαις
κι εγώ παιδί, α ρε μαμά.
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή
με ένα πιάτο και μια ευχή.
Τότε με κράταγες σφιχτά,
τώρα κοιτάς από μακριά.

Μέσα απ' τα δόντια να μιλάς,
σ' ακούω σαν τώρα, μη με σκας.
Δε θα σε ανεχτεί κανείς,
θα πας χαμένος, θα το δεις, α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Τις πόρτες άνοιγες στο φως,
να μπει ο ήλιος κι ο θεός,
να μας φυλάει, α ρε μαμά.
Τα βράδια ήσουν μια αγκαλιά
κι ανάμεσα απ' τα φιλιά
έκανες τη φωνή λαγού,
το λύκο και την αλεπού.

Και όταν γύριζα αργά,
θα σου τα πάρω τα κλειδιά,
θα βρεις τις πόρτες πια κλειστές,
θα με πεθάνεις, αυτό θες; α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Μαμά που πας;
Που πας μαμά;
Μαμά που πας;



Έτσι τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το τραγούδι για τη Μαμά με τα λόγια του Οδυσσέα Ιωάννου, αποδίδοντας στα ελληνικά το ομώνυμο τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ.



Α ρε μαμά, α ρε μαμά...

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Γερνάω μαμά, πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες...



Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ' τα φέρνω.
Ρωτάς για την καριέρα μου
τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα-κόλα
για να 'ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου,
το "έλα" και το "αντίο" σου
ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ' όλα.

Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα 'χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα
αλλά δεν έχω ευχάριστα,
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα.

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
Και κοίτα, ένα μυστήριο
του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες.

Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.


[Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου, Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης, Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου, από το δίσκο: "Μαμά γερνάω" (1988)]

Η μάνα μου έφυγε χθες τη νύχτα, ήσυχα κι αθόρυβα. Ακριβώς 18 χρόνια ύστερα από τον πατέρα μου. Ήταν 91 και ήταν η τελευταία των παλιών. Κλείνει ο κύκλος, ανοίγει άλλος, έτσι είναι η ζωή. 

Και η ζωή συνεχίζεται. 

Καλή χρονιά!


Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

«Κοράσιο κυρφοφίλητο και κυρφογαστρωμμένο»



Πέρα ‘ς  τη πέρα γειτονιά πέρα ‘ς τη πέρα ρούγα
κάθεται μια γερόντισσα κι έχει και γέρον άντρα
κι έχει κ’ ένα κακό σκυλί ‘να ξέμορφο κορίτσι
κοράσιο κυρφοφίλητο και κυρφογαστρωμμένο
τση μήνες ελογάριαζε ποιο μήνα θα γεννήσει
‘ς το παρεθύρ’ εκάθεντο τα μάγουλάν τσ’ εκράθιε.
Σετέμπρι, Οχτώβρη, Νοέμπρη και Δεκέμπρη
Γεννάρη, γέννα του Χριστού κι’ αρχημενιά του χρόνου
Φλεβάρη, φλέγαις μ’ ανοιξε τση ρώγαις τω βυζιώ μου
για να βυζάξω το παιδί να γοργομεγαλώση
και να το βάλω ’ς το σκολειό γράμματα να του μάθω
Μάρτη μου με τα λούλουδα κι’ Απρίλη με τα ρόδα
Μάη μου μάγεψέ τονε το νειό απού μ’ αγάπα
απού μ’ εφίλιε κι’ ήλεγε ποτέ του δε μ’ αρνάται
κ’ εδά ’γκαψε και μ’ άφηκε ‘σαν καλαμιά ’ς το κάμπο.

........................................................................



Με αφορμή τα πρόσφατα τραγικά περιστατικά θανάτωσης των νεογέννητων παιδιών τους από δύο πολύ νεαρές κοπέλες, ο Παντελής Μπουκάλας δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο «Μάνα-Μήδεια», σόσιαλ μίντια και μια πέρδικα (Καθημερινή, 6 Μαϊου 2018).

Στο άρθρο του ο Μπουκάλας αναφέρεται στα δημοτικά τραγούδια και στα θέματα με τα οποία καταπιάνονται, που δεν είναι μόνο όπως τα παραμύθια, για βασιλοπούλες και παλάτια, για χρυσάφια και μαργαριτάρια, αλλά πολύ συχνά και για τη σκληρή καθημερινή ζωή. Το δημοτικό τραγούδι, γράφει, έχει τον τρόπο του να μιλήσει για κορυφαία γεγονότα του ιδιωτικού βίου, να μην τ’ αφήσει στον χώρο του αφώνητου από δειλία ή αιδημοσύνη, ή για να μην ταράξει την κοινωνική «κανονικότητα».




Ξεφυλλίζοντας τον τόμο με τα δημοτικά τραγούδια που είχε συγκεντρώσει ο Νικόλαος Πολίτης1, βρήκα το τραγούδι «Η κατάρα της απαρνημένης» (αρ. 128), το οποίο, όπως γράφει ο ίδιος στις εισαγωγικές σημειώσεις του, απαντά σε πολλές παραλλαγές δυο τύπων. Στον ένα τύπο, ο «άπιστος εραστής» έχει φύγει μακριά και η κοπέλα τον καταριέται· τέτοια είναι τα τραγούδια στις παρακάτω εικόνες που περιέχονται και στον σχετικό τόμο.


Παραλλαγή  του τραγουδιού «Η κατάρα της απαρνημένης» 
(Ν. Γ. Πολίτης. Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Τυπογραφείον «Εστία», 1914).

Παραλλαγή  του τραγουδιού «Η κατάρα της απαρνημένης» 
(Ν. Γ. Πολίτης. Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Τυπογραφείον «Εστία», 1914).

Κατά τον άλλο τύπο τραγουδιών, «κορίτσι κρυφαγκάλιαστο και κρυφαγγαστρωμένο», υπολογίζει τον χρόνον καθ’ ον θα ίδη το φως ο καρπός των λαθραίων γάμων και προσωποποιούν τους μήνας της εγκυμοσύνης, επικαλείται την βοήθειαν αυτών και καταράται τον εγκαταλείψαντα εραστήν. Σ’ αυτό τον τύπο ανήκει το τραγούδι που έχω παραθέσει στην αρχή. Είναι  «Η κατάρα της απατηθείσης κόρης», που αντέγραψα από τον τόμο   του  Αριστείδη Κριάρη (1921, σελ. 256)2. Εξάλλου, στον ίδιο τόμο, βρήκα και το τραγούδι για την «ατιμασθείσα» ή την «εξαπατώσα κόρη», όπου δίνεται και η διάσταση της πονηρής κόρης που κρύβεται από τη μάνα της κτλ κτλ.

«Η ατιμασθείσα», με παραλλαγή το τραγούδι «Η εξαπατώσα κόρη» (Α. Κριάρη.


Ο Παντελής Μπουκάλας αναφέρεται στο δημοτικό τραγούδι «Η παιδοκτόνος και η πέρδικα», στο οποίο μια νεαρή μητέρα σκοπεύει να πετάξει το παιδί της που απέκτησε χωρίς γάμο (κλεψιγαμία) για να γλυτώσει από την κατακραυγή του κόσμου (!;), αλλά την προλαβαίνει μια πέρδικα και την αποτρέπει από την παιδοκτονία μιλώντας της για τα δικά της δεκαοχτώ παιδιά-πουλιά που έχει. Το τραγούδι υπάρχει σε πολλές παραλλαγές, εδώ παραθέτω μια από τη Λέσβο (έχει τον τίτλο «Μια μάνα που ‘χε ένα γιο»)3:

Μια μάνα που ’χε ένα γιο, μα ήταν λωλοπαρμένη
δεν είχε την υπομονή για να το αναθρέψει
και στην ποδιά της το ’βαλε, πάει να το ρεματίσει.
Στο δρόμο που επήγαινε, στη στράτα που πηγαίνει
μια πέρδικα της απαντά, μια πέρδικα της λέγει:
-Μωρή σκύλα, μωρή άνομη, μωρή μαριολεμένη
εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά, πάσχω να τ’ αναθρέψω,
και συ έκανες χρυσόν υγιό, πας να τονε ρεματίσεις.
Και στην ποδιά της το ’βαλε, στο σπίτι της πηγαίνει
το ’βαλε στην κούνια του, το τραγουδεί και λέει:
Γιε μου σα γίνεις κυνηγός, σα γίνεις παλλικάρι,
σαν απαντήσεις πέρδικα, να μη τηνε σκοτώσεις,
η πέρδικα είναι η μάνα σου κι εγώ η μητριά σου.


Με το τραγούδι αυτό γίνεται φανερό, λέει ο Μπουκάλας και έτσι είναι όντως, ότι «αιώνες πριν» δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτό ένα παιδί που θα γεννιόταν εκτός γάμου, «αιώνες πριν» η κάθε κοπέλα – Ελληνίδα ή «Εβραία, Σαρακηνή, Αρμενοπούλα και Βουλγαροπούλα» - που γεννούσε παιδί εκτός γάμου ήταν η ντροπή της οικογένειας και της κοινωνίας, αλλά επίσης κι «αιώνες πριν» στις διάφορες παραλλαγές του τραγουδιού «διαφαίνεται η ανάγκη του ποιητή να απενοχοποιήσει την πράξη της κόρης που θέλει να απαλλαγεί από το νεογέννητο τέκνο της, αφού η κοινωνία δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί το γεγονός της απόκτησης τέκνου εκτός γάμου».

Αυτά «αιώνες πριν». Όμως, πώς μας φαίνεται που το τραγούδι αυτό θίγει ένα πρόβλημα που ακόμη και σήμερα δείχνει να είναι υπαρκτό· πώς μας φαίνεται που μια νέα κοπέλα του 2018 δεν αντέχει μέχρι το τέλος την απόφαση που η ίδια πήρε κάποια στιγμή για τη ζωή της· πώς μας φαίνεται που μια κόρη και μια μάνα μπόρεσαν να φτάσουν σ’ αυτή την πράξη, πώς δεν βρέθηκε μια πέρδικα στο δρόμο τους. Όμως, αυτό το έντονα κοινωνικό, ηθικό, ανθρωπιστικό, πολιτισμικό πρόβλημα, «η δημοσιογραφία εκείνη που παραμένει εκουσίως όμηρος των εξουθενωμένων στερεοτύπων, το εξέθεσε υπό την επιγραφή «Μάνα-Μήδεια»», γράφει ο Παντελής Μπουκάλας, κι αυτό το ονομάζει «κανιβαλικό κιτρινισμό (με συνδαιτυμόνες και πολλούς σοσιαλμιντιάδες)».

.................................................

Σημειώσεις

1 Πρόκειται για το βιβλίο του Νικολάου Πολίτη «Δημοτικά τραγούδια: Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού», από τις εκδόσεις «Ιστορική έρευνα» με έδρα την Αθήνα και χωρίς πληροφορίες χρονολογίας έκδοσης (όπως γινόταν, δυστυχώς, σε όλες τις εκδόσεις παλιότερα). Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για φωτογραφική ανατύπωση του βιβλίου του με τίτλο «Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού» (Τυπογραφείον «Εστία», 19140, το οποίο μάλιστα υπάρχει σε ψηφιοποιημένη μορφή στην εξαιρετική ψηφιακή συλλογή Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

2 Πλήρης Συλλογή Κρητικών ασμάτων: ηρωικών, ιστορικών, πολεμικών, του γάμου, της τάβλας, του χορού κλπ κλπ. και απασών των κρητικών παροιμιών διστίχων και αινιγμάτων μεθ' ερμηνευτικών υποσημειώσεων / υπό Αριστείδου Κριάρη. Εν Αθήναις: Τύποις: Α. Φραντζεσκάκη και Α. Καϊτατζή, 1920. (Πηγή: Ανέμη)


3 Το τραγούδι έχει μελοποιηθεί από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, το τραγούδησε αρχικά η Μελίνα Κανά, αλλά και ο Γιάννης Χαρούλης στη συνέχεια που το περιέλαβε στο δίσκο με τίτλο «Μαγγανείες».

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο, της Ελένης Γιαννακάκη: για τις μανάδες και τα γηρατειά


Ένας μακρύς μονόλογος το βιβλίο όλο. Ο μονόλογος μιας ηλικωμένης γυναίκας, της Δήμητρας, που έχει άνοια και που βρίσκεται σε οίκο ευγηρίας, σε "ίδρυμα".

Αυτό είναι το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη με τον χαρακτηριστικό, ταιριαστό τίτλο "Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο"  (Πατάκης, 2016). Μέσα από το λόγο της Δήμητρας που ρέει ακατάπαυστα, χωρίς σταματημό, περνά η ζωή της όλη και η ζωή της μάνας της και η ζωή της οικογένειάς της και η ζωή στη γειτονιά που γεννήθηκε στην Κοκκινιά και η ζωή της Ελλάδας με το μοίρασμα των αθρώπων, εγώ από δω εσύ από κει, εγώ αριστερός εσύ δεξιός, εγώ γραμματιζούμενος εσύ αμόρφωτος, εγώ νέος εσύ γριά...

Έχει άνοια η Δήμητρα, δεν καλοθυμάται, κυρίως ξεχνά τα κοντινά, πάει να πει κάτι και η λέξη μένει στη μέση. Τα παλιά πώς τα θυμάται όμως... Και συνεχίζει την κουβέντα, την ιστόρηση της ζωής της, πώς ήταν η μάνα της κι ο πατέρας της, πώς βρεθήκανε και ταιριάξανε, πώς ήταν οι κολλημένες αντιλήψεις στους παλιούς (μόνο;), αυτή από δεξιά οικογένεια, τρόπος του λέγειν δεξιός ο πατέρας της, ένα μάλαμα ήταν, έτσι τον θυμάται, και που έφυγε άδικα των αδίκων. Και παρότι από δεξιά οικογένεια έκανε μαθήματα στα παιδιά των αριστερών της γειτονιάς, μαθηματικός σπούδασε η Δήμητρα, και χωρίς χρήματα παρακαλώ τα μαθήματα. Και τα 'φερε η τύχη κι αγάπησε και παντρεύτηκε τον αριστερό, Άγγελος ήταν τ' όνομά του, άγγελος όνομα και πράμα, άγγελος με αξιοπρέπεια και τσαγανό, κρίμα που έφυγε νωρίς ο Άγγελος. Και η γειτονιά στην Κοκκινιά, εκεί της καθόταν, την άφησε τη γειτονιά, δεν την άντεχε. Και τα παιδιά της, ο Απόστολος, η Μαρία, έρχεται η Μαρία καμιά φορά και την βλέπει, να τώρα την περιμένει ...

Η Μαρία, Να με πάρει από δω. Μόνο αυτή! Δεν έχω άλλονε κανένα...

- Μαρία πού είσαι; Δε σε βλέπω, Μαρία... Πού μ' αφήνεις, παιδί μου, πού;

Ξεχνά η Δήμητρα. Έχει κενά.

Η μνήμη, αχ αυτή η μνήμη! Ευχή και κατάρα! Παράδεισος και κόλαση μαζί! ... 
Ορίστε, πάλι δε θυμάμαι, αχ, γιατί; γιατί δε θυμάμαι; Κι ούτε θυμάμαι πια τι έλεγα μόλις πριν, από πού ξεκίνησα...

Χωρίς διακοπές ο μονόλογος της Δήμητρας. Χωρίς παραγράφους το κείμενο της Γιαννακάκη. Ή μάλλον, αλλάζει παραγράφους όταν έχει διαλόγους, δηλαδή όταν κάτι διακόπτει τη ροή της αφήγησής της και την αναγκάζει να παρέμβει, να παραπονεθεί, να ζητήσει κάτι. Πάλι, μόνο οι κουβέντες της Δήμητρας στους διαλόγους, πρωταγωνίστρια και μοναδική ηρωίδα.

- Μη, πιο σιγά, πονάω, πιο σιγά... όχι άλλο, όχι αυτό το σφουγγάρι... πονάει... Με γδέρνετε ... Θα ματώσω...

...................

- Κοπέλα; Καλέ κοπέλααα; ... Δεσποινίιις;

...................

- Ναι, ναι, να πάμε σιγά σιγά, τόση ώρα κάθομαι, κουράστηκα...


Σε ίδρυμα για ηλικιωμένους η Δήμητρα. Δεν της αρέσει, όχι ότι δεν έχει πού να πάει, αλλά τι να κάνει, δεν τ' ομολογεί σε  κανένα...

... όσο κι αν με πειράζει που το λέω, στον εαυτό μου βέβαια μόνο το λέω κι όχι παραέξω, πού να το πω και να μην ντραπώ;, να ρεζιλέψω τα παιδιά μου; ποπόοο! Ε, τι να γίνει, δε μας θέλουνε πια, αυτό είν' όλο. Δε μας θέλουνε τα παιδιά μας!
...
Έχω απομείνει όμως κι εγώ σαν βάρος που κανείς τους δε θέλει να σηκώσει. Είμαστε βάρος ασήκωτο πια...

Πολύ γριά πια η Δήμητρα. Δεν είναι δα κι εκατό. Μα πόσο είναι δε θυμάται πια. Σε λίγο δε θα ξέρει ποια είναι κι από πού έρχεται.

Αχ, κακό πράγμα τα γηρατειά, κακό γι΄άλλους πιο πολύ και γι' άλλους πιο λίγο. Τουλάχιστον να μπορούσα να περπατήσω καλύτερα... Αχ, που μ' άρεσε να βλέπω και να ζω πράγματα όσο μπορούσα.... Και πόσο μου άρεσε να ταξιδεύω... να βλέπω τοπία και πράγματα, να μαθαίνω, φτερά είχα στα πόδια μου...

Κι όλο θυμάται τη δική της μάνα, που τη γηροκόμησε όμως, αλλά της φώναζε πολύ, κι αυτή η καημένη κάθε τόσο

άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δώστου άνθρωπος είμαι κι εγώ!

Δύσκολο το θέμα στο βιβλίο της Γιαννακάκη, βασανιστικό, οι περιγραφές της τόσο αληθινές, διπλανές, κοντινές, μέσα σου, μιλούν για τη γειτόνισσα που θυμάσαι στην καλή χαρά και τώρα νάναι αλλαγμένη από το βάρος των δεκαετιών, βλέπεις στη Δήμητρα τη μάνα σου που τη νίκησε ο πολυχρόνης, έτσι έλεγε πριν ξεχάσει τις λέξεις, βλέπεις τον εαυτό σου, την αδελφή σου, τη φίλη σου, την κόρη σου, κάνεις προβολές και σα να τρομάζεις. 

Η Γιαννακάκη δεν το 'γραψε για να μας τρομάξει βέβαια, έτσι νομίζω, δεν ξέρω αν ήταν προσωπική ανάγκη και βίωμά της, όμως νιώθω περισσότερο πως είναι μια έκφραση αυτού του φόβου για τα γηρατειά και μια ευκαιρία να τον δούμε κατάματα, δεν είμαστε δα και ... οι Πήτερ Παν. Και όχι μόνο αυτό. Τα λόγια της είναι ας πούμε και μια ευκαιρία να δούμε τη μεριά των ανθρώπων όταν γεράσουν, όταν γίνονται ανήμποροι και εξαρτημένοι.

Ανήμπορη κι εξαρτημένη η Δήμητρα, πώς να συμφιλιωθεί όμως και με τα γερασμένα χέρια;

Σιχαίνοµαι τα γερασµένα χέρια. Τα χέρια πιο πολύ από άλλα µέρη του σώµατος. Φυσικά και το πρόσωπο, δε λέω ... 
Αλλά µε τα χέρια είναι αλλιώς. Γιατί τα χέρια είναι κάτι σαν... πώς να το πω;, σαν... σαν τις κεραίες, σαν γέφυρες είναι που σε φέρνουνε πιο κοντά µε όλα γύρω σου, ανθρώπους και πράγµατα. Να, τα χέρια σ’ αγγίζουνε, σε χαιρετούν, σ’ αγκαλιάζουν, σε χαϊδεύουνε ή και σε δέρνουν. Τα χέρια σού µιλούνε ακόµη κι όταν το στόµα είναι κλειστό.

Πώς θυμάμαι εκείνη την άλλη ηλικιωμένη του Μιχάλη Γκανά στο Γυναικών, που θέλει να χαϊδέψει τα χέρια της, μα ντρέπεται γριά γυναίκα, αλλά και την Καλοβασίλαινα στο "Τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας" της Νίκης Τρουλλινού με τα σημάδια του χρόνου στα κότσια των κοκάλων στις άκρες...

Α ρε μαμά, ακούω στο Δεύτερο πρόγραμμα τη φωνή του Παπακωνσταντίνου* να τραγουδά για τη μαμά, μέρα της μητέρας λέει σήμερα:

Έβαζες ψεύτικες φωνές, 
γελούσες κι έκανες πως κλαις 
κι εγώ παιδί 
Α ρε μαμά 
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή 
με ένα πιάτο και μια ευχή
.....................................

----------------------------------------------------
* και τι ωραία έντυσε με ελληνικούς στίχους ο Οδυσσέας Ιωάννου το τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ La mamma...

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

"Χτύπησες παιδάκι μου;"



Μέρες που είναι θυμήθηκα ένα παραμύθι που είχα διαβάσει όταν ήμουνα μικρή και μ' είχε τότε συγκλονίσει. Μιλά για μια μάνα που είχε ένα γιο και που η κοπελιά π' αγάπησε του ζήτησε να της φέρει την καρδιά της μάνας του. Κι εκείνος, ξερίζωσε την καρδιά της μάνας του και κίνησε να της την πάει. Στο δρόμο που επήγαινε, σκόνταψε, και τότε άκουσε μια φωνή να λέει: "Χτύπησες παιδάκι μου;" 

Κάπως έτσι είναι το παραμύθι, και το θυμήθηκα ακούγοντας το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού "Η καρδιά της μάνας" (στίχοι Alice Torri, μουσική Γιάννη Νικολάου).

Κι ύστερα θυμάμαι τη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη

............................................................
Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ’ εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ΄από μίση!
....................................................
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

Οι πόνοι της Παναγιάς, του Κώστα Βάρναλη


Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας (Μουσείο Μπενάκη)

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα 'χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα 'χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.



Φωτογραφία: Βούλα Παπαϊωάννου (Μουσείο Μπενάκη


Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...



Χαρακτικό σε πέτρα: Βάσω Κατράκη (Μουσείο Βάσως Κατράκη)



Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.




Käthe Kollwitz (Käthe-Kollwitz-Museum Berlin)

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ' τους λύκους να κρυφογεννήσω!




Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Μητέρες και γιοί, του Θοδωρή Καλλιφατίδη


Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μητέρες και γιοί, Γαβριηλίδης, 2007

Αυτοβιογραφικό αφήγημα. Ο συγγραφέας, κάτοικος στη Σουηδία εδώ και δεκαετίες, στα 68 του χρόνια, περνά ένα επταήμερο στην Ελλάδα, στη γειτονιά που μεγάλωσε στου Γκύζη, εκεί που ακόμα μένει η  92χρονη μητέρα του.

Όταν είδα το βιβλίο, ήρθαν στο νού μου δυο βιβλία που είχα διαβάσει πριν από πολλά χρόνια και μάλιστα στ’ αγγλικά. Το ένα ήταν το Sons and lovers (Γιοί και εραστές) του D.H. Lawrence και το άλλο ήταν το Fathers and Sons (Πατέρες και γιοί) του Ιβάν Τουργκένιεφ. Και τα δύο πολύ καλά,  τα συνιστώ για ανάγνωση.

Το βιβλίο του Καλλιφατίδη δεν είναι ένας ύμνος στη μάνα, ούτε λατρεία, ούτε θεωρητική ανάπτυξη της σχέσης μάνας και γιού. Είναι μια ήρεμη, γλυκειά περιγραφή μιας βδομάδας κοντά στη μάνα, μέρα με τη μέρα, και συνάμα είναι το ξεδίπλωμα της ζωής της οικογένειας του πατέρα του, που ξεκίνησε από τον Πόντο, την Τραπεζούντα, για να βρεθεί στην Πόλη κι από κεί στον Πειραιά κι από κεί στους Μολάους Λακωνίας κι από κεί στου Γκύζη στην Αθήνα. Διαβάζει τη διαθήκη-βιογραφία που άφησε ο πατέρας του για να μιλήσει έτσι στα παιδιά του, με ένα σημείωμα, για πράγματα που δεν τους είπε ποτέ. Ήταν δάσκαλος, "και των Τούρκων και των Ελλήνων" όπως έγραψε ο ίδιος. Και ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τους αγώνες επιβίωσης των Ελλήνων του Πόντου, της Πόλης, του Πολέμου και της Κατοχής, του Εμφυλίου και των χρόνων που ακολούθησαν.

Βάσω Κατράκη, Μάνα, Χαρακτικό σε πέτρα. (Πηγή: http://www.vassokatraki.gr/to-ergo/xaraktika/petra.html#)
Γλαφυρό, ευχάριστο γράψιμο, ευχάριστη και η κουβέντα με τη μητέρα του. Σαν όταν του δίνει συμβουλές για το φαγητό:

"Τα λαχανικά τα βράζουμε σύντομα και δυνατά με το αλάτι μαζί, το κρέας αργά και ήπια, και βάζουμε το αλάτι στο τέλος, το ψάρι δεν το βράζουμε καν, το αφήνουμε σε καυτό νερό με αλάτι για λίγα λεπτά, ανάλογα με το ψάρι και το μέγεθος... 

Το πιο σημαντικό είναι ν' αγαπάς αυτούς που θα φάνε το φαί σου. Και μην ξεχνάς ότι πρέπει να χορεύεις μπροστά στην κατσαρόλα...

Δυστυχισμένοι μάγειροι και μαγείρισσες είναι η πιο συνηθισμένη αιτία για κακό φαγητό..."

Κι όταν η μητέρα του λέει λυπημένα ότι εκείνος εξαφανίστηκε στα ξένα γιατί δεν μπορούσαν να του δώσουν τίποτα οι δικοί του, αυτός της απάντησε: "Μου δώσατε ό,τι είμαι".

Κι άλλη όμορφη κουβένατ με τη μάνα του:

"Ο κόσμος παραπονιέται που η τριανταφυλλιά έχει αγκάθια, αντί να χαίρεται που έχει τριαντάφυλλα. Αυτά είναι το θαύμα, όχι τ' αγκάθια."

Ο Καλλιφατίδης θυμάται τα χρόνια που έζησε στην Ελλάδα, μιλά για τους φίλους του (κάνει μνεία στο Διαγόρα και στο Γιάννη, προφανώς αναφέρεται στους Διαγόρα Χρονόπουλο και Γιάννη Φέρτη), για τον αδερφό του, για τα διαβάσματά του. Έχει γλύκα ο λόγος του, γλύκα για τη ζωή, για τον τόπο, για τη μάνα, για τον αδερφό, για τον άνθρωπο δίπλα μας. Μιλά για την ιστορία του τόπου και των αθρώπων, για τον Πόντο απ' όπου ξεκίνησαν, για το κυνηγητό των Νεότουρκων, για τη ζωή στην Πόλη, για την καταστροφή του '22, για τη δικτατορία του Μεταξά, για τον Πόλεμο, τους χίτες και τους ταγματασφαλίτες, για τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις των "κομμουνιστών" όπως βάφτιζαν με μίσος όλους τους πατριώτες, για τα κυνηγητά και τις απολύσεις. Γράφει και για την "τρύπα". Και λέει η μάνα για την τρύπα:

"Ο φόβος κι ο τρόμος του κόσμου η τρύπα. Κανείς δεν ήξρερε πού βρισκόταν ακριβώς, μα λεγόταν ότι ήταν απύθμενη. Όποιον έριξαν εκεί μέσα δεν ξαναβρέθηκε ποτέ. Ήταν η πόρτα του κάτω κόσμου. Άλλο να πεθάνεις κι άλλο να μη σε ξαναβρούν. Είναι σα να μην έζησες ποτέ."

Κέτε Κόλβιτς, Μάνα με παιδί, 1933 (Πηγή: http://www.wikiart.org/en/search/kollwitz)
Την έβδομη μέρα, το πρωί της Κυριακής, ετοιμάζεται να φύγει, να γυρίσει στο σπίτι του στη Στοκχόλμη.

"- Θα προλάβω άραγε να διαβάσω αυτό το βιβλίο, είπε η μαμά.
 - Είπαμε, εσύ θα γίνεις εκατό.
 Πήρα τη βαλίτσα. Πάτησα το κουμπί του ανελκυστήρα. Την αγκάλιασα.
 - Πήγαινε στο καλό γιε μου.
 Είχε ένα χαμόγελο στα χείλη και δάκρυα στα μάτια. Στηριζόταν στο μπαστούνι της λίγο γερμένη.
 Ακούμπησα κάτω τη βαλίτσα και την αγκάλιασα ακόμα μια φορά. Μύριζε όπως πάντα λεμόνι."


Όταν έγραφε ο Θοδωρής Καλλιφατίδης το βιβλίο, άκουγε, όπως λέει ο ίδιος, τις Συμφωνίες του Αμβούργου του Καρλ Φιλιπ Εμμάνουελ Μπάχ, πατέρα του Γιόχαν Σεμπάστιαν. Φέτος στη Γερμανία γιορτάζουν τα 300 χρόνια από τη γέννησή του (1714-1788). Εδώ, από τη συμφωνία αρ. 5 (https://youtube.googleapis.com/v/v5om22I21Oc&source=uds).


Σημείωση 1:
Με την ευκαιρία, υπάρχει ένα θεατρικό έργο με τίλτο "Mothers and sons" γραμμένο από τον Αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Terrence McNally και το οποίο παιζόταν και φέτος στο  Broadway, κι αυτό αναφέρεται μέσα από άλλη ιστορία στη σχέση μητέρας-γιού. Να σημειώσω μάλιστα ότι ο McNally είναι και ο συγγραφέας του Corpus Christi, έργου που ανέβηκε το 2012 στην Αθήνα στο θέατρο  Χυτήριο, με τα γνωστά προβλήματα από τις παραθρησκευτικές οργανώσεις που, σε αγαστή συνεργασία με τη ναζιστική οργάνωση, ξυλοκόπησαν τους συντελεστές και  ανάγκασαν στο κατέβασμα της παράστασης.

Σημείωση 2:
Αφιερώνω την ανάρτηση στους δυο γιους μου και στον εγγονό μου. Και στον αδελφό μου και στη μάνα μου. Και στις πολλές φίλες μου που έχουν κι αυτές γιους!