Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφύλιος πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμφύλιος πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

Ένα τρένο εν κινήσει ο τόπος: Μνήμη Άλκης Ζέη

 

Χρονιά Άλκης Ζέη το 2023, εκατό χρόνια από τη γέννησή της. Για τις μέρες τούτες, πενήντα χρόνια από το Πολυτεχνείο, παραθέτω ως αφιέρωμα λίγα αποσπάσματα από το εμβληματικό έργο της «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».

[...] Το βαγόνι ταλαντεύεται επί τόπου. Η Ελένη κι ο Ευγένιος κοιτάζουν τρομαγμένοι τον Στέφανο και τον Πάνο που δεμένοι χέρι χέρι με χειροπέδες, πηδούν από το τρένο να δραπετεύσουν.

μοτέρ στοπ

- Δεν πηδάνε έτσι. Το τρένο είναι «εν κινήσει», ουρλιάζει ο σκηνοθέτης, και δεν ξέρει πως ο Πάνος έχει πηδήσει στ’ αλήθεια από τρένο εν κινήσει όταν τον είχανε συλλάβει Γερμανοί στην Κατοχή και τον μετέφεραν από ένα στρατόπεδο σε άλλο.

Ήτανε τότε δεκαεννιά χρονών και τώρα τα ΄χει καμπανιστά τα σαρανταπέντε.

Ο Πάνος σηκώνεται από χάμω, το ίδιο κι ο Στέφανος, μια και είναι δεμένοι μαζί. ανεβαίνουν ξανά στο τρένο για να Γίνει η πρόβα όπως θέλει ο σκηνοθέτης για την ίδια σκηνή.

Ο σκηνοθέτης θα ‘χει σίγουρα ακούσει τη φράση «κου ντ’ ετά ντε κολονέλ», μα πού να ξέρει πως αυτή η φράση έριξε στην υπερπαραγωγή του πέντε κομπάρσους, πέντε πολιτικούς πρόσφυγες, όπως λέγονται επίσημα. Χωρίς κάρτα εργασίας και με προβλήματα για κάρτα διαμονής.  Δεν ξέρει πως η Άννα έχει μια φρέσκια ουλή κάτω από το δεξί στήθος από τα βασανιστήρια της χούντας. Δεν ξέρει πως Μόλις πριν δυο μήνες βγήκε από τη φυλακή και ήρθε κρυφά στη Γαλλία με πλαστό διαβατήριο.

[...]

Τον Πάνο τον γνωρίζει από παιδί. Εκείνη ήτανε δεκαπέντε χρονώ κι αυτός δεκαοχτώ.  Στην κατοχή.  Μένανε στην ίδια πολυκατοικία.  Ένα πρωί την περίμενε στις σκάλες. Είχε παράξενο ύφος. «Έλα σε μια ώρα να με βρεις στην ταράτσα, στο πλυσταριό», της είπε φουριαστά και κατρακύλησε τις σκάλες. «Θέλει να με φιλήσει», συλλογίστηκε η Ελένη και πήγε από περιέργεια να δει πως είναι γιατί ακόμα δεν είχε φιληθεί με κανένα αγόρι. Τον βρήκε σκαρφαλωμένο στο γύρο της πέτρινης σκάφης. Της είπε πως αυτή ξεχώριζε από τα κορίτσια της γειτονιάς. Από την ανοιχτή πόρτα που έβγαζε στην ταράτσα φαινόντανε τα απλωμένα σεντόνια που ανέμιζαν σαν πανιά στο πέλαγος. Ο Πάνος την τράβηξε από τα χέρια να σκαρφαλώσει και αυτή στη σκάφη. «Τώρα θα με φιλήσει;» αναρωτήθηκε. Γιατί εκείνος είχε πλησιάσει το κεφάλι του πολύ κοντά στο δικό της. Άραγε έπρεπε ν’ ανοίξει τα χείλια της ή να τα κρατάει κλειστά; «Δεν νιώθεις τίποτα;» άκουσε ψιθυριστή τη φωνή του Πάνου. «Ναι», απάντησε, μα δεν ήτανε σίγουρη αν ένιωθε κάτι. Δεν τη φίλησε. Της πρότεινε να μπει στην οργάνωση και να βγούνε μαζί να γράψουνε συνθήματα στους τοίχους. «Δεν νιώθεις τους καταχτητές να σου πλακώνουνε το στήθος;» Ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της κι άκουσε την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά. «Το ‘λεγα πώς ξεχωρίζεις απ’ τ’ άλλα κορίτσια».

[...]

- Μ’ αυτό το νυχτικό μοιάζεις είκοσι χρονών, ξαναλέει ο Ευγένιος, που νόμισε πως Ελένη δεν πρόσεξε τι είχε πει.
Εκείνη πάει και κάθεται δίπλα του.
- Τότε, σου άρεσα λιγάκι.
Ήρθε η σειρά του Ευγένιου να ξαφνιαστεί.
- Τότε, ποιος τολμούσε! Ήσουνα η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Η Ελένη σωπαίνει.
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα!
Ποια είναι η κοπέλα;
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα
Πιάσανε την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Βγήκε η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Έφυγε η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Απ’ όπου περνούσε. Τόσες γλώσσες, τόσες χώρες. Με διαβατήριο: αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Μέχρι τα βάθη της Ασίας. Όλο το δρόμο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Λίγο πιο κει από τη Σαμαρκάνδη ως την Τασκένδη, όπου έχει καταφύγει ο Αχιλλέας μετά τον εμφύλιο. Τασκέντ, όπως τη λένε ρωσικά, που το ένα της γράμμα μοιάζει με τρίαινα του Ποσειδώνα χωρίς το κοντάρι της.

[...]

Ένα χρόνο τώρα γυρνάω μ’ ένα ταγάρι και μία καθαρή κιλότα μέσα. Ένα χρόνο κοιμάμαι σε ξένα σπίτια. Κάθε μέρα κι ένας λιγότερος. Πιάσανε τη Νίνα, τον Πάνο, τον Ευγένιο. Ήτανε δέκα μικροί νέγροι κι έμεινε ένας, εγώ, απ’ όλη τη συντροφιά. Αυτό είναι το χειρότερο, χωρίς φίλους. Κάθε τόσο συναντάω τη Λίζα στα βιαστικά, να μου φέρει κανένα ρούχο και λεφτά. Έχει, λέέι, βάλει πάνω στη βιβλιοθήκη μόλις μπαίνεις στο χολ του σπιτιού μας τη φωτογραφία του πατέρα με τα παράσημα από τον πόλεμο. Να γυρίσω σπίτι κι αν έρθουν να ψάξουν, μπορεί να τους σταματήσει ο νεκρός ήρωας της Αλβανίας. Δεν θα τους σταματήσει τίποτα. Δεν είμαι η κόρη του ήρωα, είμαι η αρραβωνιαστικιά του συμμορίτη. «Πού θα μείνεις απόψε;» ρωτάει ανήσυχα η Λίζα. «Έχω κάπου». Δεν έχω πουθενά. Είναι απόγευμα κι ακόμα δεν ξέρω πού θα περάσω αυτή τη νύχτα. Δεν ξέρω ποια πόρτα να χτυπήσω. «Μπορώ; Γι’ απόψε μονάχα;» Χτύπησα την πόρτα της Έρσης. Με την Έρση καθόμασταν 12 χρόνια στο ίδιο θρανίο. Τα Σαββατοκύριακα τα περνούσαμε μαζί, πότε στο σπίτι της, πότε στο δικό μας. Άνοιξε την πόρτα η ίδια και με κράτησε στο κεφαλόσκαλο. Δεν μου είπε Φοβάμαι. Δεν είπε οι δικοί μου δεν θα θέλουν. Μόνο: «Φύγε, φύγε». Δεν έφυγα αμέσως. Δεν ξέρω γιατί. «Εσείς που παίρνετε τα παιδιά και τα κάνετε γενίτσαρους, εσείς που σφάζετε…» Φεύγω χωρίς να της πω: «Εμάς που μας στήνετε στον τοίχο…» Στάθηκα για λίγο βουβή μπροστά στην κλειστή πόρτα.

Στην πρώτη δημοτικού, την πρώτη μέρα του σχολείου, δυο κοριτσάκια κάθονται παράμερα, φοβισμένα. Η Έρση και η Δάφνη. Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, τα δάχτυλά μας βρέθηκαν πλεγμένα. Μείναμε έτσι 12 χρόνια. Όχι, δεν ερχότανε μαζί μου να γράψουμε στους τοίχους, μα βοηθούσε στα μαθητικά συσσίτια. Τον Δεκέμβρη του ‘44 μας χώρισαν αδιαπέραστα σύνορα. Έμενε προς τη μεριά που ήταν οι Εγγλέζοι και οι άλλοι. Όταν τη συνάντησα μετά, μου μιλούσε για κουβάδες μάτια. Έλεγα πως τρόμαξε και θα της περάσει. Τώρα το μίσος στα μάτια της Έρσης, το μίσος στη δική μου ψυχή. Τώρα ο εχθρός είναι η Δάφνη. Τώρα ο εχθρός είναι η Έρση.

[...]

Η εκκλησία είναι μικρή, ο κόσμος στριμώχνεται και όλο καταφθάνουν κι άλλοι. Όλοι σχεδόν οι πολιτικοί πρόσφυγες του Παρισιού μαζεύτηκαν για το στερνό αντίο στον Οθέλλο. Ο πρώτος νεκρός. Το Λιοντάρι του Ντανφέρ φοράει μπλε σκούρο κοστούμι, σαν κι αυτό που είχε φέρει επιτέλους ο Αχιλλέας από ένα ταξίδι στην «έδρα» και μαύρη γραβάτα. Κρατάει τον λόγο του γραμμένο κι αρχίζει: «Το θέατρο έχασε έναν πρωταγωνιστή και ο αγώνας μας έναν αγωνιστή…»

[...]

Τα χέρια του Ευγένιου είναι λεπτά, με μακριά δάχτυλα και ροζ οβάλ νύχια. Τα κοιτάζω, έτσι που τα έχει ακουμπισμένα στο γύρο του παράθυρου. Ήθελε να γίνει χειρουργός, δεν πρόλαβε.  Κανείς από τη γενιά μας δεν πρόλαβε. Μας προλάβαιναν άλλα. Πόλεμος. Δεκέμβρης, εμφύλιος, δικτατορία. Όλο τα παλιά θυμόσαστε. Μας βαριούνται. Δεν λέμε να τα ξεχάσουμε, είναι όλη μας η ζωή. Πόσες φορές είπαμε να τη φτιάξουμε από την αρχή! Δεν είναι το κουράγιο που μας έλειψε. Πώς το λέγαμε, Ευγένιε, τότε το «κάνω έρωτα»; Το ξεχάσαμε. Ίσως, όμως, αυτό το ξεχασμένο… Όχι, όχι ο Ντιντιέ. Είναι τόσο ξένος. Με σένα είμαστε το ίδιο. Θα μιλάς για τις διαγραφές σου, θα σου λέω για τον Αχιλλέα, όταν μάζευα τις τρίχες από το σαμαροσκούτι του. Μετά, για την Τασκένδη, για το κορίτσι με τον πυράκανθο του Ζαν-Πωλ, για τον Ζαν-Πωλ που δεν έγινε μεγάλος ζωγράφος. Θα σου γνωρίσω τον Φράνκο και τη Λάουρα, που θα ‘ρθουν την άλλη βδομάδα να μας δουν, θα τους αγαπήσεις. Κι όταν η δικτατορία φύγει …  καλά, όταν τους διώξουμε … με σένα, βλέπεις, δεν θα με πειράζει, γιατί το ξέρω, μόλις κάνω να γδυθώ, θα φανεί στην πλάτη μου, σαν τη σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό που βάζαμε στη βασιλόπιτα, χαραγμένο για πάντα: Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.

μοτέρ στοπ

Δεν διάλεξα τυχαία το συγκεκριμένο βιβλίο της Άλκης Ζέη. Περιγράφει γλαφυρά την ιστορία μιας παρέας νέων ανθρώπων, αλλά και συμβολικά τη μοίρα του τόπου μας, αλλά και της αριστεράς τα χρόνια από τον εμφύλιο και πέρα. Το «τρένο εν κινήσει» μου ΄φερε στο μυαλό το σημερινό «κόμμα εν κινήσει». Έτσι αποκάλεσε κάποια στιγμή ο Αριστείδης Μπαλτάς τον Σύριζα, έτσι επιγράφεται ο συλλογικός τόμος που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Παραθέτω μια πρόταση από την περιγραφή του:

Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για ένα νέο παράδειγμα αριστερής πολιτικής ή για το πέρασμα στην άλλη όχθη, ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος εξουσίας - ή για έναν "πειραματισμό" σε μια εποχή όπου οι πολιτικές ταυτότητες μοιάζουν πιο ρευστές από ποτέ, επιτρέποντας να αναδύονται μορφολογίες ακατάτακτες.

Φοβάμαι πως οι πειραματισμοί ζάλισαν, χάλασε η μηχανή στο κόμμα εν κινήσει... Κρίμα στις ελπίδες!

Χαλασμένη, όμως, είναι η μηχανή και συνολικά στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας, 

  • όταν αφιέρωσαν τόσες ώρες στη Βουλή με ανούσιες τελικά συζητήσεις και αντεγκλήσεις στο θέμα της εξεταστικής για το έγκλημα των Τεμπών, μ' έναν κορυφαίο κυβερνητικό παράγοντα (Βορίδη) να προγράφει το αποτέλεσμα των ερευνών και μια αδύναμη αντιπολίτευση να μην μπορεί να βρίσκει κοινά σημεία σε τέτοια τραγικά ζητήματα,
  • όταν μια πρώην υπουργός παιδείας επισείει «κινδύνους» από την επέλαση των «σκουρόχρωμων» στην Ευρώπη, ενώ σε λίγες μέρες φονεύεται από αστυνομικό ένας 17χρονος μαθητής με τον χαρακτηρισμό «17χρονος ρομά» και ο αρμόδιος υπουργός επικαλείται «ανωμαλίες» λόγω «απείθειας»,

χαλασμένη η μηχανή και παγκόσμια,

  • όταν η κλιματική κρίση όλο και απλώνεται και βαθαίνουν οι διακρίσεις, οι διαιρέσεις, οι ανισότητες στον κόσμο,
  • όταν οι συνεννοήσεις μεταξύ κρατών βασίζονται στα συμφέροντα των μεγάλων και στις αγοραπωλησίες όπλων, όταν σκοτώνονται άμαχοι και χιλιάδες παιδιά ανάμεσά τους και η επίκληση της ανθρωπιστικής βοήθειας ακούγεται μόνο σαν ειρωνεία στ' αυτιά μας, όταν καταστρέφονται πολιτισμοί και η ίδια η μνήμη, συλλογική και ατομική, όταν η ειρήνη γίνεται ζητούμενο χωρίς αντίκρυσμα...

Η Άλκη Ζέη αγαπούσε τα παιδιά και τα παιδιά την αγαπούσαν, τους έλεγε ωραίες ιστορίες από το σήμερα και από το χθες. Τα παιδιά και τα εγγόνια θέλουν ν΄ακούνε ιστορίες.

Σαν κι αυτή που έχω στο μυαλό μου σήμερα, τι έγινε εκείνη την Τετάρτη του Νοέμβρη 1973, θυμάμαι τη μορφή του ωραίου Κρητικού, του Νίκου Ξυλούρη, ανέβηκε στα σκαλιά του κτιρίου της Πρυτανείας στο Πολυτεχνείο, τραγούδησε το Πότε θα κάνει ξαστεριά και τραγουδούσαμε μαζί, από τις ωραιότερες, τις πιο συγκλονιστικές εικόνες που κρατώ πάντα ζωντανές.

...................................................................................

Σημείωση

Τα αποσπάσματα από το μυθιστόρηαμ της Άλκης Ζέη είναι από την τρίτη έκδοση του βιβλίου στις εκδόσεις Κέδρος (1987) που έχω στη βιβλιοθήκη μου, ενώ στον ίδιο εκδοτικό είχε κάνει 34 εκδόσεις μέχρι το 2008. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Έλα να πούμε ψέματα ένα σακί γιομάτο: και πάλι για τον εμφύλιο στην Κρήτη (που δεν υπήρξε ή μήπως...)

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Αυτό το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι θυμήθηκα βλέποντας τη σκηνή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ ΕΑΜ Κρήτης και Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (Νοέμβριος 1943), την οποία είχε μάλιστα συντάξει ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η συμφωνία αυτή, πρόσθεσε όλο καμάρι ο κ. Μητσοτάκης ο νεώτερος, "έβαλε τις βάσεις για να αποτραπεί ο εμφύλιος στην Κρήτη"!!!

Κι επειδή δεν είμαι ιστορικός και μπορεί να μην τα γράψω καλά, κι επειδή αυτή η... όλο νόημα δήλωση του κ. Μητσοτάκη με προκάλεσε, στράφηκα στη λογοτεχνία. Κι ήρθε αυτόματα στο μυαλό μου το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι με τα τόσα ψέματα (και η συνάντηση των δύο ανδρών, ω τι σύμπτωση, πραγματοποιήθηκε λίγες μόνο μέρες από την πρωταπριλιά...).

Για να είμαι ειλικρινής, το τραγουδάκι δεν το γνώριζα μέχρι που διάβασα το εξαιρετικό και θαρραλέο, θα έλεγα, βιβλίο της Μάρως Δούκα "Έλα να πούμε ψέματα", το τρίτο της τριλογίας της για τ' αγκάθια στην ιστορία της νεώτερης Κρήτης. 

Στο βιβλίο αυτό, έγραφα στην ανάρτηση του 2015, η Δούκα ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη "θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε". Και σε αυτό το βιβλίο, "ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία", έκφραση που η ίδια χρησιμοποιεί πολύ συχνά με αναφορά στα βιβλία της.

Και βέβαια, την εικόνα αυτή, που δεν ήταν στην πραγματικότητα όπως ήθελαν να την παρουσιάζουν για την Κρήτη, ότι δηλαδή το νησί δεν γνώρισε τον εμφύλιο, μπορούμε να τη δούμε ως συνέχεια της εικόνας που περιγράφεται στο προηγούμενο βιβλίο της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" σχετικά με την παραμονή των Γερμανών στη Δυτική Κρήτη (μαζί και στη Μήλο) πολλούς μήνες από την αποχώρηση στην υπόλοιπη Ελλάδα και όπου βλέπουμε ίδιους πρωταγωνιστές να παίζουν τα παιχνίδια τους. (Και ακόμα μία σύμπτωση, έτυχε αυτές τις μέρες να δω σε κρητικό κανάλι μια εκπομπή για τους γενναίους Μπαντουβάδες, βέβαια για τον εμφύλιο τσιμουδιά...)

Και η Ρέα Γαλανάκη στον Αιώνα των λαβυρίνθων, το εμβληματικό μυθιστόρημα με πλαίσιο τα εκατό χρόνια ιστορίας της νεώτερης Κρήτης, αφιερώνει σελίδες για τον εμφύλιο στο νησί.

Είπε κάποτε η Καρυστιάνη σε μια συνέντευξή της ότι ο μηρυκασμός του παρελθόντος αποτελεί άλλοθι απραξίας. Συμφωνώ. Ισχύει και για τις δυο πλευρές αυτό. Πρέπει πάντως να έχουμε ολόκληρη την εικόνα, από όλες τις πλευρές και πάλι. Και να ξεχωρίζουμε τα ψέματα, έτσι δεν είναι;

Και πάνω που τελείωνα το κείμενό μου για τούτη την ανάρτηση, βλέπω το άρθρο του Μάριου Διονέλλη στη σημερινή Εφημερίδα των Συντακτών "Οταν ο Κυριάκος «εξαφάνισε» τον εμφύλιο στην Κρήτη". Έλα να πούμε την αλήθεια, σαν να καλεί ο δημοσιογράφος, ανιστορώντας μας για τους "Μπαντουβάδες" και τους "Γυπαραίους" κι όλα τα καλά παιδιά από την "αντίσταση" της Κρήτης. Πώς να μη μηρυκάσω τότες κι εγώ φέρνοντας στο νου τις δυο δασκάλες που εκτέλεσαν άγρια  το '47 και το '49, μια στην Ανατολική και την άλλη στη Δυτική Κρήτη. Η μια ήταν η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη και η άλλη ήταν η δασκάλα από τ' Ανώγεια, πρωταγωνίστρια σε μια από τις ιστορίες της Μάρως Δούκα, η Βαγγελιώ Κλάδου.

Ξέρετε τι λέω εγώ; Ο εμφύλιος χώρισε τους Έλληνες στα δυο, στους καλούς και στους κακούς (όπως έγραφε και ο Νίκος Κούνδουρος, τοποθετώντας τον εαυτό του στους "κακούς"). Αλήθεια, τελικά το ζήτημα ήταν ποιοι ήταν οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί" ή που οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δυο; Μήπως πολύς ο μηρυκασμός; Μπερδεύτηκα (που λέει κι ο εγγονός μου, που ποιος ξέρει όταν μεγαλώσει τι θα ξέρει για εκείνη την εποχή)...

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Κούνδουρος: "ένας εικονολάτρης, που αγάπησε την αναπαράσταση της ζωής πιο πολύ από τη ζωή". Εις μνήμην!


Δεν είναι όνειρο το χθεσινό φευγιό του Νίκου Κούνδουρου. Είναι μια πραγματικότητα, είναι η φυσική κατάληξη του βίου μετά από εννιά γεμάτες δεκαετίες. Κι εμείς θα τον θυμόμαστε με αγάπη και δέος, φέρνοντας στο νου τις εικόνες από τη Μαγική πόλη, το Δράκο, τις Μικρές Αφροδίτες, φέρνοντας στο νου την ίδια την εικόνα του, την εικόνα ενός πολύ ωραίου άντρα, ατίθασου στη μορφή και ντόμπρου στο λόγο, επιδεικνύοντας περήφανα τις αρετές της κρητικής καταγωγής του, τα Σφακιά από τη μια και το Λασίθι από την άλλη.

Ξεφύλλισα το αυτοβιογραφικό του βιβλίο "Ονειρεύτηκα πως πέθανα" (Ίκαρος, 2009) για να θυμηθώ και να ξανανιώσω την ομορφιά από εκείνο το χειμαρρώδη λόγο, όταν αφηγείται τη ζωή του και μαζί τη ζωή άλλων ανθρώπων που ήταν κοντά του αγαπημένοι ή που στο διάβα των τόσων χρόνων άκουσε γι' αυτούς. "Η μνήμη μου ακολουθά τις κατακερματισμένες εικόνες που οροθετούν τη δικιά μου ζωή μέσα στη ζωή των άλλων". Αφήγηση πότε σε πρώτο και πότε σε τρίτο πρόσωπο, πότε να μιλά για τα μικράτα του, για τις γιαγιάδες που του΄λεγαν ιστορίες και παραμύθια, πότε για τα χρόνια της αντίστασης, του εμφυλίου και της εξορίας, πότε για το Μάη του '68, πότε για τον Μάνο τον παντοτινό του φίλο και πότε για τα έργα του, γιατί όπως λέει ο ίδιος, "δεν βρήκα άλλο τρόπο να μιλήσω για τις ατελείωτες ιστορίες του νου μου, μισές αλήθειες και μισές ψέματα".

Ξεκινώντας να περιδιαβαίνω τις σελίδες με τις ατέλειωτες ιστορίες του νου, αλήθειες ή ψέματα δεν ξέρω, αλήθειες θαρρώ, βρίσκομαι πότε στην Κρήτη στο Λασίθι, απ' όπου η μάνα του η Πόπη, η καλόσυρη, γιατί τράβαγε από καλή οικογένεια, πότε στα Σφακιά απ' όπου ο πατέρας του, γνωστή και σπουδαία φαμελιά οι Κούνδουροι, και πότε στην Αθήνα όπου γεννήθηκε κι έζησε, μα και στο Παρίσι, στην Ανκόνα, στη Μόσχα... Λίγες αναφορές θα κάνω μόνο, στη μνήμη του, είναι τόσα πολλά αυτά που λέει, τόσοι πολλοί αυτοί που  έρχονται στο νου του.

Πώς χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του; Είναι, λέει, "ένας αγράμματος, ένας πλαστογράφος, ένας εικονολάτρης, που αγάπησε την αναπαράσταση της ζωής πιο πολύ από τη ζωή"!

Κι όμως, την αγάπησε την πραγματική ζωή ο Κούνδουρος και αγωνίστηκε γι' αυτήν. Και αυτά μας περιγράφει σε τούτο το βιβλίο, και πώς, νεαρό παιδί 18 χρονών, έζησε το θανατικό των δεκεμβριανών, πώς τραυματίστηκε και χάθηκε από τη μάνα του που τον είχε για πεθαμένο πολύ καιρό, πώς τον βρήκαν σ' ένα νοσοκομείο.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά τα λίγα που θα μεταφέρω εδώ. Κι ας ξεκινήσουμε με τον μεγάλο του έρωτα την Κρήτη. Παντού η Κρήτη, οι τόποι και οι άνθρωποί της, οι ιστορίες και οι αγώνες τους. Και η φύση της Κρήτης, ο έροντας, και μου θύμισε τον πατέρα μου, κι εκείνος γεννημένος το 1926, που έλεγε για τους εροντεμένους...

"Δίκταμο ή έροντας ή σταθάρι. Τσάι κρητικό, φυτρώνει μόνο στις σχισμάδες και στα κακοτράχαλα βουνά της Κρήτης. Έχει δεκαεφτά ονόματα για δεκαεφτά αρρώστιες. Θεραπεύει άμα το βράσεις, μα και μονάχα να το ζεματίσεις με καυτό νερό...Διώχνει τις κακές αρρώστιες και δίνει κουράγιο στους γέρους και ζωή στους λαβωμένους. Μόνο που θέλει κόπο και κουράγιο και κίνδυνο να το μαζώξεις από τις άγριες σχισμάδες και τα βράχια του Ψηλορείτη. Στον πόλεμο η μάνα μαζί με το σταυρό που κρέμαγε στο λαιμό του άντρα ή του γιου έραβε σ' ένα σακουλάκι κοπανιστό δίκταμο, βάλσαμο για τις πληγές κι ευχή της μάνας για τον πολεμιστή, ξόρκι για κάθε λογής κακό ..."

Δίκταμος ή έροντας ή σταθάρι, βάλσαμο για τις ψυχές...
Κι ύστερα, οι Γερμανοί στην Κρήτη, οι Ιταλοί στο Λασίθι, η αντίσταση, οι προδότες, ο εμφύλιος (ποιος είπε ότι δεν υπήρξε και στην Κρήτη), οι Μπαντουβάδες ο φόβος και ο τρόμος στην Ανατολική Κρήτη, η εκτέλεση του καπετάν Ποδιά και όσα ακολούθησαν στο Ηράκλειο και η συνέχεια με τη νεαρή γυναίκα του Ποδιά και το μωρό στην αγκαλιά. Γυρίζει ξανά και ξανά στα ίδια αυτά θέματα, θυμάται τις γιαγιάδες που τούλεγαν τις ιστορίες από κείνα τα χρόνια με το νι και με το σίγμα, κι εμένα μούρχονται στο νου τα δυο τελευταία μυθιστορήματα της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" κι "Έλα να πούμε ψέματα". 

Και πάμε στο Δεκέμβρη του '44 στην Αθήνα, "στην αρχή του μεγάλου λάθους". Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τι έγινε, Χημείο, Νομική, Πολυτεχνείο, τι έκανε ο ίδιος, νεαρός Επονίτης, που παρά τα μόλις δεκαοχτώ του χρόνια συμμετείχε ενεργά στα γεγονότα εκείνα.

Κλεισμένοι στο Πολυτεχνείο οι νέοι, "τα παιδιά με τα τουφέκια", οδοφράγματα γύρω στην Πατησίων, κόσμος πολύς στους δρόμους, νεκροί, πολλοί νεκροί, "ποιοι αψήφισαν τόσο λαό μαζεμένο;" αναλογίζεται. Κι η Πατησίων σιγά σιγά σωπαίνει. Και "απέναντι, το σκοτεινό κτίριο της Casa d' Italia φάνταζε σιωπηλό κι απειλητικό, κατοικημένο από τα φαντάσματα των Γερμανών και κάμποσους Έλληνες δικούς τους  - πόσοι να 'ταν άραγε; - που περιμένανε να καταλαγιάσει η οργή του κόσμου για να παζαρέψουν με το καινούριο κράτος τη ζωή τους".

Προβληματίζεται όμως:

"Το δεκαοχτάχρονο μυαλό μου το τυραννούσαν ερωτήματα χωρίς απάντηση. Ποιοι είναι αυτοί, ποιοι είμαστε εμείς, ποιος είμαι εγώ."

Αφιερώνει πολλές σελίδες στα δεκεμβριανά, και στην αιχμαλωσία του. "Τι σόι αιχμάλωτος ήμουνα, ποιος ήταν ο εχθρός μου, πού έγινε πόλεμος και γιατί ήτανε αιχμάλωτος τούτος ο λαός που σπρωχνότανε τώρα να χωρέσει στο μεγάλο τολ στις ρίζες του Υμηττού..."

Και η συγκινητική αναφορά στον Ισίδωρο, το γιο της θυρωρίνας, τον συμμαθητή του από το δημοτικό, αιχμάλωτος κι αυτός, που ξεψύχισε μπροστά του από τις σφαίρες των άλλων όταν προσπάθησαν ν' αποδράσουν, νεαρά παιδιά μα τόλεγε η ψυχούλα τους. Κι εκείνος λαβώθηκε, ζωντανός ή πεθαμένος δεν μπορούσε να καταλάβει, "πέθανα ξανασκέφτηκα κι αφέθηκα καθησυχασμένος, ό,τι ήτανε να γίνει έχει γίνει".

Και συνεχής ο καημός του για το μακελειό εκείνο:

"Έχω σκεφτεί τόσες φορές αυτή την ιστορία, μια τόση δα ιστορία είναι, ένα τίποτα λέω, μα τότε δεν ήξερα πως μόλις είχε αρχίσει το μακελειό που θα χώριζε τους Έλληνες στα δυο. Τους καλούς και τους κακούς. Κι εγώ χρεώθηκα με τους κακούς και με τους κακούς θα τελειώσω την υπόλοιπη ζωή που μου μένει να ζήσω."

Και την ίδια χρονιά στην Κρήτη, καλοκαίρι του 1944, Αύγουστος ήταν που πιάσανε το θείο του, αδελφό του πατέρα του, το γνωστό δικηγόρο Ρούσσο Κούνδουρο, τον πήγανε στην Αγιά για εκτέλεση, λένε πως δεν έφτασε καν να σταθεί όρθιος στο απόσπασμα, τον σκότωσαν μέσα στο καμιόνι που τον μετέφερε. Εκεί στην Αγιά εκτέλεσαν τόσους και τόσους πατριώτες, εκεί εκτελέστηκε και λίγες μέρες μετά, στα μέσα του Σεπτέμβρη του '44 ο 17χρονος Επονίτης Στέφανος Σκαράκης (μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ η σημερινή, 23 Φλεβάρη 1943). Τελειώνοντας την ιστορία για το Ρούσσο Κούνδουρο ο γέρος με τη μαγκούρα, του λέει:

"... Δυο κουβέντες ακόμη, ο ήρωας ο μπάρμπας σου ο Ρούσσος ήτονε δικηγόρος και λέω πως όπλο δεν εκράτησε ποτές του."

Και τα χρόνια περνούν. Τον κυνηγούν το '48 και κρύβεται σ' ενα παλιό σπίτι στο Ηράκλειο. Κι ύστερα, από τον ίδιο χρόνο στη Μακρόνησο, ο ξεσηκωμός και το φονικό το Μάρτη του '49, ο Σκαλούμπακας κι ο Βασιλόπουλος, το κουβάλημα της πέτρας, η επίσκεψη των ξένων.

Στη Μακρόνησο με το Θανάση Βέγγο (Πηγή)
Μάρτης του '52, οι εκτελέσεις του Μπελογιάννη και των άλλων. Κι όμως,

"Ο Μπελογιάννης. ο Αργυριάδης και ο Μπάτσης δεν ήταν αντάρτες των βουνών. Σπουδαγμένοι, γραμματιζούμενοι, μέλη κι αυτοί μιας κοινωνίας που θα έστηνε στην Ευρώπη τη νέα τάξη πραγμάτων, δημοκρατική ή ψευτοδημοκρατική κατά περίπτωση".

Πολλά τα θέματα, το είπα από την αρχή. Για τον Αναγνωστάκη και τον Βαγενά, για την ποίηση, για τον Τσιτσάνη, για τα στέκια Λουμίδη και Απότσου, για τον Ελύτη και το Σαμαράκη, για το Βασίλη Διαμαντόπουλο στη δικατορία, για τον Τσε, για τον Γιώργο Γραμματικάκη, για τον Γ. Βακιρτζή το ζωγράφο. Θαύμαζε τον Γιώργο Βακιρτζή, ή καλύτερα τον συνάρπαζε. "Στέκεις με δέος μπροστά στα ζωγραφίσματά του, μπροστά στον φοβερό όγκο από εικόνες... Γιατί οι κόσμοι του Βακιρτζή είναι και δικοί μου κόσμοι. Ο Βακιρζτής τους κατάγραψε, αυτό είναι όλο".


Γ. Βακιρτζή, Η απελευθέρωση των Ελλήνων 1944-45 (Πηγή)

Μιλά πολύ για το Μάη του '68 στο Παρίσι, ήταν κι αυτός εκεί. "Κι εμείς κουβαλούσαμε την ντροπή της χωρίς αντίσταση ήττας μας και κοιτάζαμε με ζήλια τους Γάλλους να σηκώνουν την επανάστασή τους απέναντι σε μια αυταρχική αλλά νόμιμη και δημοκρατική εξουσία." Συνεχίζει όμως: "Η γενιά του Μάη δε γνώρισε τον πόλεμο και τις δυστυχίες του και περιορίστηκε να καταγγείλει την κοινωνία της ευημερίας για τις ανισότητές της. Και τους διανοούμενους κάθε λογής για την επηρμένη απομόνωσή τους στους γυάλινους κόσμους της προσωπικής τους φιλαρέσκειας."

Και ύστερα το Πολυτεχνείο του '73, τότε που οι ξεσηκωμένοι φοιτητές "θέλουν να τινάξουν στον αέρα την κοινωνία των πατεράδων τους."

Πολλές σελίδες αφιερώνει στο Μάνο Χατζηδάκι, στη φιλία τους, στις μανάδες τους που τελικά τις έθαψαν δίπλα δίπλα, στην αγάπη του γι' αυτόν "είμαι τυχερός που ήσουνα εσύ ο παιδικός μου φίλους" του ΄γραφε, στην πίκρα του Μάνου "από την αδυναμία μας να βρούμε ένα κοινό σημείο αναφοράς στις περιπέτειες που ταράζουν τη φιλία μας", όπως του 'γραφε ο Μάνος σ' ένα του γράμμα. Τον αγαπούσε το Χατζηδάκι ο Κούνδουρος, ένα χρόνο διαφορά είχαν, "αλλά εκείνος ήταν διακόσια χρόνια πιο μεγάλος". Νιώθω αγάπη και τρυφερότητα στην περιγραφή που κάνει για τον φίλο του το Μάνο:

"Ήταν αγωνιστής ήταν ηρωικός μα τίποτα δεν έμοιαζε πάνω του ηρωικό. Παχουλός, κουτσοδόντης, νωθρός, ξενύχτης, φλύαρος, ήταν όλα αυτά τα καθημερινά, κι έπρεπε να θες να δεις πως δεν ήταν τίποτα απ' όλα αυτά, ούτε νωθρός, ούτε ξενύχτης, ούτε φλύαρος, ούτε καν παχουλός. Ήταν ένα θηρίο..."



Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν, τ' ομολογεί ο ίδιος εξάλλου, ανυπότακτος και ονειροπόλος, κληρονόμος των ατέλειωτων παραμυθιών των Σφακιανών παππούδων.

Έγραφε σ' ένα γράμμα του στο Χατζηδάκι:

"Θέλω να διατηρήσω μέχρι το τέλος το δικαίωμα να είμαι με τους άλλους, να ουρλιάζω στα πεζοδρόμια, να είμαι αυτό που ήμουνα, ο φοιτητής με τη γροθιά σηκωμένη στον ουρανό απειλητικά..."

Και τελειώνει το συναξάρι της ζωής του, πρωταπριλιά του 2009, με την κουβέντα της μάνας του:

"Ζήστε για να μας θυμάστε".

Καλό του ταξίδι!

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

4 Δεκέμβρη του 1947 εκτελέστηκε η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη


Η φωτισμένη δασκάλα και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη (Πηγή φωτογραφίας)

Ήταν σαν σήμερα, το 1947, που εκτελέστηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης η δασκάλα από τη Λατσίδα Μεραμπέλου (χωριό κοντά στη Νεάπολη Λασιθίου) Μαρία Λιουδάκη και η φίλη της, Μαρία Δρανδάκη, μοδίστρα στο επάγγελμα, από την Ιεράπετρα. Οι δυο γυναίκες είχαν αντιστασιακή δράση και είχαν οργανώσει μαζί με άλλες το γυναικείο τμήμα του ΕΑΜ στην Ιεράπετρα. Ομάδες των Μπαντουβάδων, που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην Ανατολική Κρήτη, τις συνέλαβαν, τις κατέσφαξαν και σκόρπισαν τα πτώματά τους, που βρέθηκαν και αναγνωρίστηκαν μήνες αργότερα. Ήταν 53 χρονών η Λιουδάκη και 33 η Δρανδάκη.

Η αδελφή της Μαρίας Λιουδάκη, η Χαρά Λιουδάκη, ήταν η αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του γενναίου αγωνιστή, ενός από τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής, που δεν δέχτηκε την "προσφορά" να γλυτώσει από την εκτέλεση στη θέση ενός άλλου (γιατί τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας).[1]

Ένα από τα γράμματα που είχε αφήσει ο Σουκατζίδης πριν από την εκτέλεση ήταν για τη Μαρία:

“Δίδα Μαρία Λιουδάκη. Ιεράπετρα Κρήτης.

Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο θα ζει. Γειά σου, γειά σου λατρευτή μου αδελφούλα. Ναπολέων 1-5-44”.

Ποιος θα το 'λεγε πως σε λίγα χρόνια θα είχε την ίδια τύχη και μάλιστα, με πολύ φριχτό τρόπο και από χέρια ελληνικά...

Η Μαρία Λιουδάκη ήταν σπουδαία επιστημόνισσα. Ήταν δασκάλα και μια από τις σημαντικότερες λαογράφους μας.[2] Είχε βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για τη συλλογή της "Μαντινάδες Κρήτης"[3], είχε γράψει τα παραμύθια "Στου παππού τα γόνατα", "Στης γιαγιάς την αγκαλιά", "Γύρω στο μαγκάλι", ενώ έχει αφήσει πολύ πλούσιο ερευνητικό έργο, σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο ακόμη στο σύνολό του. [4] 

Στην Ανέμη, την ψηφιακή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, απ' όπου αντλούμε θησαυρούς, βρήκα δυο εκδόσεις των μαντινάδων της. Είναι και οι δύο του 1933, έχουν το ίδιο περιεχόμενο και διαφέρουν μόνο στο εξώφυλλο, η μία αποκαλείται λαϊκή έκδοση και η άλλη δεύτερη έκδοση.

"Άφτω και σβύνω και κεντώ, φοβούμαι και τρομάσω,
αποκοτώ κι αγγίζω σου, φεύγω και πάλι αράσω"


"Απάνω στα βουνά δα βγω, με λάφια να κοιμούμαι,
και το δικό σου το κορμί να μην το συλλογούμαι"

Στον πρόλογο η Λιουδάκη αναφέρεται σε όσους τη βοήθησαν στο έργο συλλογής των μαντινάδων με διάφορους τρόπους. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο νεαρό Ναπολέοντα Σουκατζίδη (ήταν γεννημένος το 1909) για τον οποίο γράφει:

"Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες που βρήκε εκείνος..."

Η έκδοση του 1933 κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Αλικιώτη. Το 1936 οι Μαντινάδες εκδόθηκαν  από τον Ελευθερουδάκη. Στη Νέα Εστία (τεύχος 236, Οκτ. 1936) διαβάζουμε άρθρο του Εμμανουήλ Κριαρά, στο οποίο, αφού αναφέρεται στην έκδοση του 1933, παρουσιάζει τη νέα έκδοση "Λαογραφικά Κρήτης. Τόμος Α' Μαντινάδες. Συλλογή και ταξινόμηση Μαρίας Λιουδάκι", διατυπώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις, κυρίως γλωσσικού περιεχομένου, αλλά και εκθειάζοντας τη συλλέκτρια Λιουδάκη "για την επιμέλεια και την ευσυνειδησία που επέδειξε στην πραγμάτωση του σκοπού της".

"Κάνε νανά να κοιμηθής, να γοργομεγαλώσης, να βγάλης κλώνους και κλαδιά τον κόσμο να γεμώσης"
Νανούρισμα από τη συλλογή της Μαρίας Λιουδάκη
Ξεφυλλίζω από τη βιβλιοθήκη μου το μικρό, 45 σελίδων, βιβλιαράκι με τίτλο "Νανουρίσματα, Ταχταρίσματα, παιχνιδάκια" που κυκλοφόρησε το 1953 από τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη (ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης). Γράφει στην αρχή η Φάνη Σαρεγιάννη που είχε και την επιμέλεια της ανθολόγησης:

"Εδώ πρέπει να τονιστή ξεχωριστά η συμβολή της Μαρίας Λιουδάκη με το πλούσιο χειρόγραφο υλικό της από την Κρήτη, που μου το έδωσαν η ίδια και ο Μ. Τριανταφυλλίδης".

Προφανώς, αυτά γράφτηκαν πριν από το 1947. Και πραγματικά, η Λιουδάκη είχε συνεργαστεί στενά με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του '20, και  είχε σίγουρα επηρεαστεί από τις προοδευτικές του ιδέες τόσο στα γλωσσικά όσο και γενικότερα στα εκπαιδευτικά ζητήματα. [5] Μάλιστα στις Μαντινάδες γράφει στον Πρόλογο:

"Την έμπνευση της συλλογής αυτής και την κατανόηση της σημασίας μια τέθιας εργασίας τη χρωστώ στον ευγενέστατο, καλό κι αγαπημένο μου καθηγητή, κ. Μανόλη Τριανταφυλλίδη, γλωσσολόγο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Άρχισα τη συλλογή το 1925, τότε που πρωτογνώρισα τον καλό μου καθηγητή..."

Ο Τριναταφυλλίδης είχε λαογραφικά ενδιαφέροντα, πληροφορία που τη βρίσκω αρχικά στο βιβλίο του Γιώργου Αλισανδράτου "Μανόλης Α.Τριανταφυλλίδης: 1883-1959: Σελίδες από τη ζωή και το έργο του" (Μουσείο Μπενάκη, 2010), με παραπομπή στον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο.



Συγκεκριμένα, στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας για τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη  (τεύχος 7776, 1 Νοεμβρίου 1959), ο Δημ. Λουκάτος σε άρθρο με τίτλο "Λαογραφικές ώρες με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη" γράφει για τα λαογραφικά ενδιαφέροντα του Τριανταφυλλίδη και για τις συγκεντρώσεις στο σπίτι του της Πατριάρχου Ιωακείμ με πνευματικές κυρίες που καμιά τους δεν ήταν γλωσσολόγος, αλλά όλες τους "έκαναν ή έγραφαν λαογραφία και πάνω σ' αυτή συζητούσαν". Ανάμεσα σ' αυτές ήταν οι Πηνελόπη Δέλτα, Ευδοκία Αθανασούλα, Φωτεινή Τζωρτζάκη, Αγγελική Χατζημιχάλη, Φάνη Σαρεγιάννη κ.ά. συνδεδεμένες με τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη που ανέφερα παραπάνω. Και συνεχίζει:

"Αλλά και τα έξω από τη "Βιβλιοθήκη" του παιδικό - λαογραφικά βιβλία, τα γραμμένα από φίλες και οπαδές του, είχαν πάντα τη σφραγίδα της δικής του αρχικής έμπνευσης και καθοδήγησης. Σημειώνω τα δυο καλά βιβλία της αλησμόνητης Μαρίας Λιουδάκη "Στης γιαγιάς τα γόνατα" (1932)  και "Στου παπού τα γόνατα" (1947), που βγήκαν με τη συζήτηση, την κριτική και την φιλική παρακολούθηση των χειρογράφων τους από τον Τριανταφυλλίδη."

Και αφού κάνει αναφορά στην ιδιαίτερη φιλία του με την Αγγελική Χατζημιχάλη και την Μέλπω Μερλιέ, συμπληρώνει:

"Αλλά και τη Μαρία Λιουδάκη, την καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφο, την έβλεπε σπίτι του σαν κρητικό θησαυρό, χαιρόταν την κουβέντα και την παρουσία της, κι άκουε τις περιγραφές της, σαν να πεζοπορούσε μαζί της στα χωριά και να έμπαινε στα σπίτια της Κρήτης."

Αν διαβάσει κανείς τα βιογραφικά στοιχεία της Λιουδάκη [6], μαζί με το πλούσιο και πολυσχιδές επιστημονικό έργο της, θα βρει κυνηγητά, διώξεις, αποπομπές και τελικά ένα φριχτό τέλος. Γιατί; Γιατί ήταν φίλη με τον Σουκατζίδη, γιατί ήταν αριστερή και γιατί ήταν εαμίτισσα; Ενοχλούσε ο τολμηρός της λόγος, η ευθύτητα, η εντιμότητα, ίσως και η επιστημοσύνη της, η αγάπη της στα παιδιά και στο λαϊκό πολιτισμό;

Και τι ειρωνεία! Στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας, στα παιδιά που νοσηλεύονταν εκεί την περίοδο 1945-48, τότε δηλαδή που η Λιουδάκη κυνηγήθηκε, βασανίστηκε και κατακρεουργήθηκε, διάβαζαν, για να τα γλυκαίνουν, τα παραμύθια της. Αυτό γράφει η Λιλή Αλεβιζάτου στον πρόλογο του βιβλίου που επιμελήθηκε με τίτλο "Από τα παιδιά του πολέμου στον κόσμο των παραμυθιών - Ζωγραφιές από τον παιδικό θάλαμο, Ιπποκράτειο νοσοκομείο 1945-1948" (Εστία, 2007) και στο οποίο περιέχονται παραμύθια της Λιουδάκη μαζί με ζωγραφιές των παιδιών. [7] 


-------------------------------------------------------
Σημειώσεις

[1] Βλέπε περισσότερες πληροφορίες εδώ, καθώς επίσης και σε άρθρο της Ηρακλειώτικης εφημερίδας "Πατρίς" του 2001 με τίτλο "Οι αδελφές Μαρία και Χαρά Λιουδάκη τιμώνται μετά θάνατο από το Δήμο Νεάπολης".

[2] Ο Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης έχει γράψει γι' αυτήν το βιβλίο "Μαρία Λιουδάκι: η ιέρεια της παιδείας", Μορφωτική Στέγη Ιεράπετρας, 1992.

[3] Έχει εκδοθεί επανειλημμένα. Επίσης, ενδεικτικά να αναφέρω ότι πληροφορίες για τη συμβολή της π.χ. στην ερωτική μαντινάδα μας δίνει ο Λενακάκης εδώ, ενώ περιπαικτικές μαντινάδες της δημοσιεύει ο Αλκμάν εδώ

[4] Μια ιδέα για το πλούσιο και σημαντικό έργο της Λιουδάκη μας δίνει και η Αικατερίνη Πολυμέρου - Καμηλάκη, τέως Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σε ομιλία της στο Α' συνέδριο για την Κίσαμο, τον Οκτώβριο 2016, όπου έκανε αναφορά στη Μαρία Λιουδάκη και στην επιτόπια λαογραφική έρευνα για τη Δυτική Κρήτη και ιδιαίτερα για τα Εννιά Χωριά της Κισάμου που είχε πραγματοποιήσει το 1938. Επίσης, να αναφέρω το Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη της τον Οκτώβριο του 2011 στην Ιεράπετρα με θέμα "Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη”, ενώ εισήγηση θα υπάρχει και στο Συνέδριο που διοοργανώνει τον Φεβρουάριο 2017 ο δήμος Αγίου Νικολάου με θέμα "Γνωριμία με τους συγγραφείς του Δήμου Αγίου Νικολάου και το έργο τους".

[5]  Εκείνη την εποχή υπήρχε ένταση στο εκπαιδευτικό και στο γλωσσικό ζήτημα με αποκορύφωμα τις διώξεις εκπαιδευτικών όπως Δελμούζος, Ιμβριώτη κ.ά. (Μαρασλειακά).

[6] Βλέπε π.χ. το σχετικό λήμμα στη βικιπαίδεια, αλλά και με περισσότερες λεπτομέρειες άρθρο της Μαρίας Ζορμπά-Ροβυθάκη, καθώς και δημοσιεύματα στο Ριζοσπάστη και αλλού.

[7] Οι ζωγραφιές αυτές έχουν δωρηθεί στο Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αλήθειες που είναι σαν ψέματα: Έλα να πούμε ψέματα, της Μάρως Δούκα





Στο «Ελα να πούμε ψέματα» (Πατάκης, 2014), το τρίτο βιβλίο της τριλογίας της για την Κρήτη και ειδικά για τα Χανιά στον 20ο αιώνα και στην αυγή του 21ου, η Μάρω Δούκα συνομιλεί και πάλι με την Ιστορία, όπως η ίδια συνηθίζει να λέει. Με το πρώτο βιβλίο («Αθώοι και φταίχτες»), μας έφερε πιο κοντά στο Κρητικό ζήτημα και στο πρόβλημα των Τουρκοκρητικών, αλλά και μας γνώρισε τα Χανιά στις αρχές του 20ου αιώνα, με ιστορίες και εικόνες ζηλευτές. Περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης, ανηφορίσαμε από του Μπόλαρη προς τη Χαλέπα και προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα σημεία που περιγράφει. Με το δεύτερο βιβλίο («Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ»), μας αποκάλυψε αυτό που δεν γνωρίζαμε ή είχαμε ξεχάσει ή μας το είχαν αποκρύψει, ότι η κατοχή στη Δυτική Κρήτη (όπως και στη Μήλο, ας μην το ξεχνάμε) κράτησε πολύ περισσότερο σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα και ότι οι Γερμανοί στα Χανιά έμειναν αρκετούς μήνες παραπάνω, με τις ευλογίες τόσο των Άγγλων συμμάχων μας, όσο και των ντόπιων φίλων τους («Επαέ θα το κάνομε Ρέθεμνος», διαλαλούσε ο Γύπαρης!), με αναφορές σε συγκεκριμένες πηγές και ανασκαλεύοντας αρχεία (και κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης).

Στο τρίτο βιβλίο ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη, θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε. Και πάλι, ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία και έφτιαξε ένα μυθιστόρημα, που για μένα είναι ένα από τα καλύτερα που έχω διαβάσει.

Αυτό που με κάνει να το θεωρώ πολύ καλό, δεν είναι (μόνο) το ίδιο το περιεχόμενο, που στο κάτω κάτω για τη συγκεκριμένη περίοδο στην πατρίδα μας έχουν γραφτεί αρκετά (όχι βέβαια για την Κρήτη) και η εποχή έτσι κι αλλιώς μας δημιουργεί αισθήματα τουλάχιστον θλίψης (εμφύλιος πόλεμος, εμφύλιος σπαραγμός, μετεμφυλιακή Ελλάδα, σημερινή Ελλάδα, πολλή θλίψη, συχνά ματαιότητα, και πάλι ελπίδα και προσμονή...). Όμως, αυτό το μυθιστόρημα έχει σφιχτή, στιβαρή γραφή κι έχει ιδιαίτερο στυλ γραφής, έχει έναν τρόπο να μη θέλεις να σταματήσεις την ανάγνωση κι ας είναι περασμένη ώρα και να μη θέλεις να τελειώνει το βιβλίο, να μην τελειώνουν οι ιστορίες, να θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω με την Ελεονώρα, με την Αναστασία, με τον αντάρτη το Μανώλη, με την Αριστέα, με τον Μπακούνιν... Ναι, με τον Μπακούνιν, «παίζει» και ο Μπακούνιν στα «ψέματα».

Αλλά, ας ξεκινήσουμε από την αρχή, από τον τίτλο. Πώς γίνεται, λέει ένας ήρωας της Δούκα, «μετά από τόσες διώξεις και κατατρεγμούς να επιμένεις, πώς γίνεται να χώνεσαι στα παραμύθια, έλα να πούμε ψέματα, γράφει και ξαναγράφει...». Γι' αυτό κι εκείνη δανείστηκε τον τίτλο από ένα πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι, για να πει αλήθειες που είναι σαν ψέματα...

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Είναι ένα μυθιστόρημα που πλέκεται μέσα από πολλές διαφορετικές ιστορίες, εγκιβωτισμένες όπως τις αποκαλεί η ίδια, μέσα από τις ταυτόχρονες ιστορίες διαφορετικών προσώπων, που άλλα είναι καινούρια και άλλα έρχονται από τα παλιά. Είναι ήρωες από τα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Ένιωθε γι’ αυτούς ειδικά, όπως είπε η ίδια η συγγραφέας στο Αετοπούλειο Χαλανδρίου πρόσφατα, ότι τους χρώσταγε μια συνέχεια, ότι χρώσταγε να συμπληρώσει το κενό για την τύχη τους, λες και ήταν υπαρκτά πρόσωπα. (Μα μήπως και δεν είναι, κατά μία έννοια;)

Είναι οι ιστορίες της Ελεονώρας και του Πανάρη, των δίδυμων παιδιών του Κριαρά, που έρχονται από το πρώτο κι όλας βιβλίο και οι ιστορίες του Ιδομενέα και της Αναστασίας. Και μέσα από αυτούς, οι ιστορίες του νεαρού αντάρτη του Δημοκρατικού στρατού στον εμφύλιο στα Χανιά Μανώλη Αποστολάκη πατέρα του Ιδομενέα και συζύγου της Αναστασίας, η ιστορία του Δαμιανού και της Αριστέας από διήγημα που βρίσκει η Ελεονώρα στα σημειώματα της μάνας της (βασικής ηρωίδας του πρώτου βιβλίου) και η ιστορία του Μπακούνιν που διηγείται ο Πανάρης ανατρέχοντας στις μνήμες από τα δικά του νιάτα.

Πώς μπλέκουν αλήθεια όλες αυτές οι ιστορίες; Οι ιστορίες των σημερινών ανθρώπων με τα προβλήματα μέσα στην κρίση, και οι ιστορίες των ανθρώπων στον εμφύλιο με τις ιστορίες από την περιπλανήσεις του Μπακούνιν στην Ευρώπη πριν από 100 ακριβώς χρόνια (1848-1948);

Κι όμως τις συνδέει, βάζοντας τους νέους ήρωες να σκέφτονται

«για τα κολοβωμένα οράματα του σήμερα και για τα αλώβητα οράματα του τότε»

ή αλλού να εξοργίζονται

«...και ποιος σας είπε ρε μαλάκες ότι δεν ανήκει και σε μένα η ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, ποιος σας είπε ότι δεν δικαιούμαι να είμαι και να αισθάνομαι κι εγώ Ευρωπαίος;»

Οι ιστορίες μπλέκουν και συναντώνται είτε μέσα από τη συγγενική σχέση που δίνει στους ήρωες η συγγραφέας ή μέσα από την αντιστοίχιση των καταστάσεων – η Ευρώπη, ένα καμίνι που βράζει στα μέσα του 19ου αιώνα, πασχίζει να βρεί το βηματισμό της, να αρθρώσει το λόγο της, κάνει τις επαναστάσεις της, και η Ελλάδα, εκατό χρόνια μετά, τι έκανε, τί έψαχνε; Αυτό το ερώτημα βγαίνει στον αναγνώστη, σε μένα τουλάχιστον γεννιούνται τόσα ερωτήματα διαβάζοντας τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων της εποχής εκείνης.

Η Βαγγελιώ Κλάδου, η αγωνίστρια δασκάλα από τ' Ανώγεια, από τις ηρωίδες σε μια από τις ιστορίες του βιβλίου. Την σκότωσαν στις 6 Δεκεμβρίου 1949 και την κρέμασαν στη γέφυρα του Κλαδισού! Ήταν 30 χρονών. Και δεν ήταν ψέματα!
Πολλά τα σημεία στα οποία θα μπορούσαμε να σταθώ.

Η πλοκή, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, είναι σύνθετη, με πολλά στοιχεία, πολλά πρόσωπα, πολλές λεπτομέρειες. Η συγγραφέας έχει ανατρέξει σε αρχεία, στον τύπο της εποχής, στην ευρωπαϊκή ιστορία των κινημάτων του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιεί πολλά πραγματικά πρόσωπα πλάι σε επινοημένα και μας μεταφέρει το κλίμα της κάθε εποχής που αφηγείται με αλήθεια, με σεβασμό και με ειλικρίνεια. Και με άποψη. Και με θάρρος για την άποψή της. Διαβάζουμε πολλά γνωστά ονόματα, Μανούσακας, Τσιτήλος, Βλαντάς, Χατζηγρηγόρης, Κλάδου κτλ. κτλ. Δείχνει σαν να θέλει ν’ αποκαλύψει αυτά που η Αριστερά δεν θέλησε. Και γιατί όχι, δεν θάπρεπε;

Η γραφή ιδιαίτερη, σφιχτή, μεγάλες περίοδοι, δεν θα τις έλεγα απλές προτάσεις, λες και φτάνει κάθε κομμάτι μέχρι το λαχάνιασμα, για να μην αφήνει τον αναγνώστη σε ησυχία, να μην τον αφήνει να διαβάζει στο δικό του ρυθμό τις ιστορίες. Σε παρασύρει η συγγραφέας στο στυλ ανάγνωσης που θέλει, μάλλον σου υποβάλλει στυλ ανάγνωσης, δεν μπορείς να σταματάς στη μέση το κομμάτι της ιστορίας που κάθε φορά αφηγείται. Άκουσα να παρομοιάζουν τη γραφή της σε αυτό το βιβλίο με το στυλ του Μάρκες. Εμένα πάλι, αυτή η τριλογία μ’ έφερε στην τριλογία του Μπροχ, στους Υπνοβάτες του. Μα μήπως και η Δούκα για υπνοβάτες δεν κάνει λόγο; Μήπως ο Φούμης και ο Κριαράς και ο Στέφανος Σκαράκης και ο Μανούσακας και ο Τσιτήλος και ο Χατζηγρηγόρης και ο Μανώλης και τόσοι άλλοι που περνούν από τις αράδες των βιβλίων, πραγματικοί ή επινοημένοι χαρακτήρες, δεν ήταν υπνοβάτες στο μύθο της Κρήτης του 20ου αιώνα;  

Ο Γιάννης Μανούσακας (1907-1995) (Πηγή φωτογραφίας εδώ: http://topaliorethemnos.blogspot.gr/2011/05/blog-post_23.html)
Από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου στην ιστορία για τον εμφύλιο στην Κρήτη, ήταν και ο Γιάννης Μανούσακας(1907-1995), εμβληματική φιγούρα, καπετάνιος του Δημοκρατικού Στρατού. Στο «Φυγόδικο», που ξεκίνησα να διαβάζω με αφορμή το βιβλίο της Μάρως Δούκα, περιγράφει τη ζωή του μετά την ήττα στη Σαμαριά και μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του ’67. 


Και σε αυτό το βιβλίο δε λείπουν οι ομορφιές της Κρήτης, η μυρωδιά της μαλωτήρας και η γλύκα της δεσπολιάς


Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε...

Έφυγε και ο Κοκοβλής! Μετά το Λιονάκη πριν από λίγους μήνες, τώρα η δική του σειρά! Δεν έχει νόημα να γράψω πολλά λόγια, μου αρκεί η αφιέρωση της Αργυρώς Κοκοβλή στο βιβλίο τους "Άλλος δρόμος δεν υπήρχε" τότε στην εκδήλωση προς τιμήν τους στα Χανιά τον Απρίλη του 2009  και μου αρκούν οι εικόνες από τη θαυμάσια ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη (δεν θα ξεχάσω τη φιγούρα του Λιονάκη όταν ξεναγούσε στις σπηλιές του Αποκόρωνα όπου κρύβονταν για πάνω από μια δεκαετία γιατί δεν δέχονταν να παραδώσουν τα όπλα και να παραδεχτούν ότι ο εμφύλιος είχε τελειώσει και δεν θα ξεχάσω τις χαμογελαστές φιγούρες των Κοκοβλήδων όταν ξαναγύριζαν στα σπίτια εκείνων που τους είχαν κρύψει και τους είχαν βοηθήσει έπειτα να φύγουν).

Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή: και διηγώντας τα να γελάς...

Γιάννης Λιονάκης: τολμηρός κολυμβητής, μας γνώρισε τις σπηλιές του Αποκόρωνα

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε, λένε οι αντάρτες. Προσκυνούμε!

Στο βιβλίο τους οι Αργυρώ και Νίκος Κοκοβλής διηγούνται τις επιλογές ζωής που κάνανε μετά τον εμφύλιο στα Χανιά
 Πολλές λεπτομέρειες για τους τρεις τους και για την ταινία βρίσκονται εδώ.