Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακατσάκης Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κακατσάκης Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Πότες θα κάμει ξεστεριά, του Βαγγέλη Κακατσάκη

Μνήμες μιας άλλης εποχής και μιας άλλης Κρήτης μας μεταφέρει ο Βαγγέλης Κακατσάκης στο τελευταίο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων Πότες θα κάμει ξεστεριά.... (Χανιώτικα νέα και του Μουσείο Τυπογραφίας Γιάννη και Ελένης Γαρεδάκη, 2021). Όπως γράφει εν είδει επιλόγου στο τελευταίο διήγημά του «Ο εθελοντής»:

Η θύμιση έχει να κάνει με τις ιστορίες που άκουγα από τη γιαγιά μου, στα μικράτα μου. Για τα κομμένα κεφάλια των επαναστατών που περιέφεραν οι Τούρκοι στα χωριά του Αποκόρωνα πάνω στις τουφεκόβεργες, ένα από αυτά κι ενός παππού καπετάνιου. 

Δεν είναι ιστορία η λογοτεχνία, λένε όμως για τη δύναμη που έχει ν' αγγίξει, να μεταδώσει, να δώσει το ερέθισμα ώστε ακόμη και να στραφεί ο αναγνώστης και η αναγνώστρια στο ενδιαφέρον για τα ιστορικά γεγονότα, στα αίτια και στις συνέπειες. Αυτό κάνουν και τα διηγήματα του Βαγγέλη Κακατσάκη, του Νιππιανού δασκάλου, συγγραφέα, δημοσιογράφου στα Χανιώτικα Νέα για τέσσερις δεκαετίες, ενεργού πολίτη στα δρώμενα του τόπου.

Τα διηγήματα αναφέρονται στην περίοδο της Επανάστασης του 21 και της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη και ιδιαίτερα στα χωριά του Αποκόρωνα. Ήρωές του πρόσωπα αληθινά, που υπήρξαν, και άλλα επινοημένα, που καημός κι αγώνας τους ήταν να λευτερωθεί η Κρήτη και τότε θα «λευτερωνόταν κι εκείνων η καρδιά τους».

Άλλα δίνουν πληροφορίες για γεγονότα που συνέβησαν, όπως «Ο εθελοντής» που αναφέρεται στη Μάχη του Βαφέ, τον Αύγουστο του 1866. Διαβάζουμε για τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη και πάμε πίσω στον πατέρα του Εμμανουήλ που σφαγιάστηκε το 1821 και ύστερα στους άλλους της ιστορικής οικογένειας που ακολούθησαν (υπάρχει εξάλλου η οδός Ζυμβρακάκηδων στην πόλη). Και για τους εθελοντές που ήρθαν ν' αγωνιστούν μαζί με τους ντόπιους, κι ανάμεσά τους το νεαρό δικηγόρο Έσλιν που έπεσε μαχόμενος την ίδια χρονιά, κι ήταν μόλις 24 χρονών.

 

Κι άλλα βάζουν τις σκέψεις και τη φαντασία του συγγραφέα να συμπληρώνουν τις ιστορίες που άκουγε μικρός, κι εκεί ξεχειλίζει η ευαισθησία, η αγάπη για τον τόπο κι η αγάπη για την ιστορία. Γιατί και τα τρία αυτά στοιχεία φανερά χαρακτηρίζουν το Βαγγέλη Κακατσάκη. «Το τέλος» είναι ένα από αυτά τα διηγήματα που με συγκίνησε ιδιαίτερα, για τη Μαριγώ τη χήρα, που «ήταν η μόνη στο χωριό, που όχι κανίσκια δεν κουβάλησε στον αγά, αλλά ούτε και καταδέχτηκε να πάει στο κονάκι του να τον παρακαλέσει για τον μοναχογιό της, σαν ακούστηκε το φοβερό άκουσμα, πως από μέρα σε μέρα οι Τούρκοι θα 'παιρναν τα σερνικά του χωριού».

Είναι φορές που οι περιγραφές αγγίζουν σιγά σιγά, μεθοδικά λες, τις λεπτές χορδές των συναισθημάτων μας.

Ξημέρωνε! Τα μπουμπούκια τίναζαν τα κεφαλάκια τους κι ετοιμάζονταν να πουν καλημέρα στον ήλιο. Για μια στιγμή της πέρασε η ιδέα να πάρει τον κατήφορο, να γυρίσει στο σπίτι της. Οι δουλειές είχαν απομείνει πίσω. Οι όρνιθες ατάιστες. Τα κρεβάτια ξέστρωτα. Το σπίτι άνω-κάτω. Μα τα πόδια της ήταν τόσο βαριά, για να κάμουν ένα τόσο μεγάλο δρόμο.

Ο γκρεμνός έχασκε δυο βήματα μπροστά της και περίμενε το τέλος …

 

Τον φαντάζομαι στην τάξη, δάσκαλο, να λέει ιστορίες στα παιδιά, και να λέει και να λέει, και να βρίσκει τα λόγια που θα κάνουν τα παιδιά να θέλουν ν' ακούσουν κι άλλα, να ρωτάνε, έγινε τούτο, πώς έγινε τ' άλλο, αλήθεια γινόταν αυτό και τότε, και τι πα να πει ζορμπάδες, και πού είναι κείνο το χωριό, και γιατί παίρναν τ' αγόρια, κι άλλα κι άλλα, και να θέλουν να ψάξουν κι άλλο, τι έγινε την εποχή εκείνη, τι λένε τα βιβλία για τούτο και για κείνο.

Ένα από τα χαρίσματα του βιβλίου είναι η χρήση της γλώσσας, του τοπικού ιδιώματος.  Λέει η Μαριγώ στο γιο της όταν περιγράφει τον Κωνσταντή τον πατέρα του που δεν είχε γνωρίσει:

Ψηλός, γιε μου, πολύ ψηλός κι όμορφος! Σαράντα πήχες ήταν στο μέγαλος. Σπίτι δεν τον εχώριε...

 Κι όταν περιγράφει τον «θεορατικό» παπα-Μανόλη: 

Ένα κακουδέρικο μαυριδερό ανθρωπάκι ήταν, που 'χε καβαλικέψει τα εβδομήντα και το μόνο χαρακτηριστικό που τον έκανε να φαίνεται αλλιώτικος, χώρια βέβαια απ' τα ράσα που φορούσε, ήταν τα μάτια του.

Κι όταν λέει «η λύρα αυτή θα 'ναι που θα στραβώσει τους ζορμπάδες», βρίσκω μια καλή ευκαιρία να ψάξω τη σημασία της λέξης και να θυμίσω το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2021/01/blog-post_18.html).

Για τα παραπάνω και για συνολικά 82 λέξεις υπάρχει γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου, μια αξιέπαινη πρωτοβουλία του συγγραφέα, γιατί όχι μόνο δίνει τις σημασίες λέξεων που ίσως δεν είναι γνωστές σε όλους, αλλά ακόμη περισσότερο γιατί έτσι κατατίθεται και διασώζεται ο τοπικός γλωσσικός πλούτος, η γλωσσική κληρονομιά μας (έχουν γίνει σημαντικές μελέτες, εξάλλου, που υπογραμμίζουν τη σημασία των λεγόμενων «κρυμμένων» γλωσσαρίων, των γλωσσαρίων δηλαδή που βρίσκονται ενσωματωμένα  σε βιβλία και άλλα δημοσιεύματα).

Και να σημειώσουμε, επίσης, ότι και ο τίτλος του βιβλίου υπακούει σ' αυτή την ανάγκη του συγγραφέα να θυμίσει και να κρατήσει τα τοπικά γλωσσικά στοιχεία. Ο αρχικός τίτλος του γνωστότατου ριζίτικου τραγουδιού ήταν όντως «Πότες θα κάμει ξεστεριά». (Υπάρχουν πολλές πηγές γι' αυτό, όπως για παράδειγμα εργασίες των Ερατοσθένη Καψωμένου, Γιώργου Ανδρειωμένου και άλλων. Όσο δε για τη λέξη ξεστεριά, σημειώνω ότι ήδη αναφέρεται στο Αγγλοελληνικό λεξικό του Νικ. Κοντόπουλου που εκδόθηκε στη Σμύρνη το 1869 παραπέμποντας στη λέξη ξαστεριά και που μπορεί κανείς να το βρει στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Ανέμη του Πανεπιστημίου Κρήτης - https://anemi.lib.uoc.gr/).

 

Θα ήθελα, επίσης, να προσθέσω ότι το βιβλίο, πέρα από το περιεχόμενο, είναι ένα ωραίο βιβλίο, ως προς την εμφάνιση, την εκτύπωση, το χαρτί, τη σελιδοποίηση. Κι αυτό, χάρη σε όλους τους συντελεστές του. Χάρη στα σκίτσα του Νίκου Μπλαζάκη που κοσμούν το εξώφυλλο και όλα τα διηγήματα (όπως τα παραπάνω). Και χάρη στην ωραία, ποιοτική έκδοση-εκτύπωση από το Μουσείο Τυπογραφίας Γιάννη και Ελένης Γαρεδάκη (http://www.typography-museum.gr/). Αξίζει η μνεία στο μουσείο αυτό των Χανίων, ένα σύγχρονο, πρωτοποριακό μουσείο, το πρώτο στη χώρα αφιερωμένο εξολοκλήρου στην Τυπογραφία.

Το τελευταίο βιβλίο του Βαγγέλη Κακατσάκη, βγαλμένο από παλιές ιστορίες που έλεγε η γιαγιά του η Στυλιανίτσα δίπλα στην παρασιά τις χειμωνιάτικες νύχτες, είναι ένα τεκμήριο τοπικής κληρονομιάς, τοπικής ιστορίας, παράδοσης και γλώσσας. Τον ευχαριστούμε.


Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Βασίλης έρχεται

 

 
Ζώνεται το φθαρμένο ράσο του,
βάζει τα ξυλοπάπουτσά του,
φορεί το καλογερικό σκουφί του,
κάνει τον σταυρό του δυτικά,
παίρνει το μαγικό ραβδί του...
Εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας,
όπου η παλιά πολιτεία της Καισάρειας,
ετοιμάζεται, όπως κάνει αιώνες τώρα,
να ΄ρθει κι εφέτος την Πρωτοχρονιά
να μας επισκεφθεί ο παλιός Άγιος Βασίλης.
 
Τι κι αν έχει πεθάνει -
πάνε δεκάδες χρόνια τώρα -
και ο τελευταίος ζευγολάτης
που τον περίμενε πώς και πώς
για να ευλογήσει το αλέτρι του.
Τι κι αν τα παιδιά, αντί γι' αυτόν,
περιμένουν τον άγιο της κατανάλωσης
μ' όλα τα κάθε λογής δώρα του.
Τι κι αν βρει κλειστές, κατάκλειστες, τις πόρτες.
 
Όλο και κάποιος ξεχασμένος βοσκός
θα με περιμένει στο μαντρί του,
όπως ο Γιάννης ο Ευλογημένος,
σκέφτεται ο δικός μας, ο παλιός, Άγιος Βασίλης...

Το παραπάνω ποίημα είναι από την τελευταία συλλογή του Νιππιανού δασκάλου, ποιητή, δημοσιογράφου και φίλου Βαγγέλη Κακατσάκη Τα χελιδόνια του μοναχού (Κοινωφελές Ίδρυμα "Αγία Σοφία" και Πυξίδα της πόλης,  2020). Είναι μια συλλογή με εικόνες και βιώματα του ίδιου του δημιουργού από τον γενέθλιο τόπο, με συναπαντήματα, με γιασεμιά και κρίνους, με γλάρους και σπουργίτια, με πετάγματα κορυδαλλών, με βαρσάμους και βασιλικούς, με το άρωμα του αροσμαρή, με μνήμες και αφιερώσεις, με τη σοφή αιωνόβια ελιά του κήπου του που "όπως χαίρεται μια μάνα για τα παιδιά της, έτσι χαίρεται και η ελιά για τους δεκατρείς βασιλικούς"...


Και ζευγολάτης και οδοιπόρος ο  Άγιος Βασίλης της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, γράφει ο δάσκαλος. Να τον υποδέχεται στο μαντρί του ο Γιάννης ο Ευλογημένος τον θέλει ο Φώτης Κόντογλου στο διήγημά του "Το Βλογημένο μαντρί". Είναι ένα τρυφερό διήγημα, γραμμένο σε όμορφη γλώσσα. Παραθέτω εδώ την αρχή και το τέλος του*: 

Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τὶς παραμονὲς τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπὸ χώρα σὲ χώρα κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, καὶ χτυπᾶ τὶς πόρτες γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τὸν δεχτεῖ μὲ καθαρὴ καρδιά. Μία χρονιὰ λοιπόν, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ τράβηξε. Ἤτανε σὰν καλόγερος ἀσκητής, ντυμένος μὲ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μὲ χοντροπάπουτσα στὰ ποδάρια του καὶ μ᾿ ἕνα ταγάρι περασμένο στὸν ὦμο του. Γι᾿ αὐτὸ τὸν παίρνανε γιὰ διακονιάρη καὶ δὲν τ᾿ ἀνοίγανε τὴν πόρτα. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος, γιατὶ ἔβλεπε τὴν ἀπονιὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ συλλογιζότανε τοὺς φτωχοὺς ποὺ διακονεύουνε, ἐπειδὴς ἔχουνε ἀνάγκη, μ᾿ ὅλο ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανέναν, κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε.

Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, κι ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ χῶρες πολλὲς κι ἀπὸ χιλιάδες χωριὰ καὶ πολιτεῖες, ἔφταξε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη, πού ῾ναι φτωχὸς κόσμος. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ χωριὰ πρόκρινε τὰ πιὸ φτωχά, καὶ τράβηξε κατὰ κεῖ, ἀνάμεσα στὰ ξερὰ βουνὰ ποὺ βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιᾶς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολὺ ἄγρια. Ψυχὴ ζωντανὴ δὲν ἀκουγότανε, ἐξὸν ἀπὸ κανένα τσακάλι ποὺ γάβγιζε.

Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἀπάγκιο ποὺ ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ῾να μικρὸ βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρὶ κολλημένο στὰ βράχια. Ἄνοιξε τὴν αὐλόπορτα ποὺ ἤτανε κανωμένη ἀπὸ ἄγρια ρουπάκια καὶ μπῆκε στὴ μάντρα. Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ πιάσανε καὶ γαβγίζανε. Πέσανε ἀπάνω του νὰ τὸν σκίσουνε· μά, σὰν πήγανε κοντά του, σκύψανε τὰ κεφάλια τους καὶ σερνόντανε στὰ ποδάρια του, γλείφανε τὰ χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα καὶ κουνούσανε παρακαλεστικὰ τὶς οὐρές τους.

Ὁ Ἅγιος σίμωσε στὸ καλύβι τοῦ τσομπάνου καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μὲ τὸ ραβδί του καὶ φώναξε:

«Ἐλεῆστε με, χριστιανοί, γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποθαμένων σας! Κι ὁ Χριστὸς μᾶς διακόνεψε σὰν ἦρθε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!».

Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ βγῆκε ἕνας τσομπάνης, παλικάρι ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, μὲ μαῦρα γένια· καὶ δίχως νὰ δεῖ καλὰ καλὰ ποιὸς χτυποῦσε τὴν πόρτα, εἶπε στὸ γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ᾿ ἀρχοντικό μας νὰ ζεσταθεῖς! Καλὴ μέρα καὶ καλὴ χρονιά!».

Αὐτὸς ὁ τσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας, ποὺ τὸν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, ἄνθρωπος ἀθῶος σὰν τὰ πρόβατα ποὺ βόσκαγε, ἀγράμματος ὁλότελα.

Μέσα στὴν καλύβα ἔφεγγε μὲ λιγοστὸ φῶς ἕνα λυχνάρι. Ὁ Γιάννης, σὰν εἶδε στὸ φῶς πὼς ὁ μουσαφίρης ἤτανε γέροντας καλόγερος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνασπάστηκε καὶ τό ῾βαλε ἀπάνω στὸ κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καὶ τὴ γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ κοπελούδα, ποὺ κουνοῦσε τὸ μωρό τους μέσα στὴν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινὰ καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε:

«Κόπιασε, παπποῦ, νὰ ξεκουραστεῖς».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στὴν πόρτα καὶ βλόγησε τὸ καλύβι κι εἶπε:

«Βλογημένοι νά ῾σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο τὸ σπιτικό σας! Τὰ πρόβατά σας νὰ πληθαίνουν ὡς τοῦ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν καὶ ὡς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὡς τοῦ Λάβαν! Ἡ εἰρήνη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας!».

Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι καὶ ξελόχισε ἡ φωτιά. Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σὲ μία γωνιὰ τὸ ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τὸ μπαλωμένο τὸ ράσο του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του. Τὸν βάλανε κι ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιά, κι ἡ γυναίκα τοῦ ῾βαλε καὶ μία μαξιλάρα ν᾿ ἀκουμπήσει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καὶ ξανάπε μέσα στὸ στόμα του:

«Βλογημένο νά ῾ναι τοῦτο τὸ καλύβι!».

Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιὰ νὰ φέρει τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Ἡ γυναίκα του μαγείρευε. Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στὴ φωτιά.

........................................................................................................................................................

Καθίσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα - Μάρκος ὁ Βουβός, ποὺ τὸν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καὶ τὸν βοηθοῦσε.

Καί, σὰν ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπιτα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπιτα κι εἶπε:

«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».

Κι ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κι εἶπε: «τοῦ Χριστοῦ», ἔκοψε τὸ δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τὸ τρίτο καὶ δὲν εἶπε: «τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ἀλλὰ εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου!».

Πετάγεται ὁ Γιάννης καὶ τοῦ λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τὸν Ἅη-Βασίλη!».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἀλήθεια, τὸν ξέχασα!».

Κι ἔκοψε ἕνα κομμάτι κι εἶπε:

«Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου!».

Ὕστερα ἔκοψε πολλὰ κομμάτια, καὶ σὲ κάθε ἕνα ποὺ ἔκοβε ἔλεγε: «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ μογιλάλου», «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».

Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στὸν Ἅγιο:

«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιοσύνη σου;».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἔκοψα, εὐλογημένε!».

Μὰ ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ καλότυχος!

Ἔστρωσε ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νὰ κάνουνε τὴν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τὶς ἀπαλάμες του κι εἶπε τὴν δική του τὴν εὐχή, ποὺ τὴ λέγει ὁ παπᾶς στὴ λειτουργία:

«Κύριος ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἴνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου...».

Σὰν τελείωσε τὴν εὐχὴ κι ἑτοιμαζόντανε νὰ πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης :

«Ἐσύ, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, πές μας σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅη-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστεν ἁμαρτωλοὶ καὶ κακορίζικοι, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε!».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω, ἅπλωσε τὶς ἀπαλάμες του καὶ ξαναεῖπε τὴν εὐχὴ ἀλλιώτικα:

«Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς, ἄξιός ἐστιν καὶ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος ὑπάρχει, καὶ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...».

Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 Πώς τον περιμένουμε κι εμείς απόψε! Θα τον αναγνωρίσουμε άραγε;

 ................................................................................................................ 

Σημειώσεις:

Η εικόνα με τον Άη Βασίλη είναι έργο του Έλληνα εικονογράφου Νικόλα Ανδρικόπουλου με τίτλο Santa reading to his Friends (Ο Άη Βασίλης διαβάζοντας στους φίλους του). Είναι χριστουγεννιάτικη κάρτα της Unicef μάλλον του 1997 (δυστυχώς ο αποστολέας δεν έχει χρονολογία, αλλά υποθέτω ότι είναι 1997 ή 1998) σε υποστήριξη του προγράμματος 2000 για μείωση της μόλυνσης από τον ιό της πολυομυελίτιδας που χτυπά πάνω από 100.000 παιδιά κάθε χρόνο (όπως σημειώνεται στο πίσω μέρος της κάρτας).

* Ολόκληρο το διήγημα μπορεί να το βρει κανείς και στο διαδίκτυο, εγώ το αντέγραψα από εδώ.  

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Όπως το ψωμί, του Βαγγέλη Κακατσάκη: σταυροδένοντας τις μνήμες με τις ρίζες



Μνήμες, αγάπες, λέξεις, Νίππος, μάνα και πατέρας, ποιητής, χρόνος και θάνατος, και πάλι λέξεις, παιχνίδια με τις λέξεις,  και πάλι θάνατος, και σιωπή, πατρίδα, πατρίδα και πατρίδα, Ευρώπη, Συρία, Ειδομένη, Μεσόγειος, πρόσφυγες, Λέσβος, Λαμπεντούζα, θάλασσα, ελπίδα, άνθρωπος, καλοσύνη, Κρήτη, Νίππος, κυπαρίσσι, χελιδόνια, ποίηση, Μνήμη και Λήθη, το ψωμί, η Μάνα, το Νίππος, οι Κατούνες, τ' Άγιο Πνεύμα, το κυπαρίσσι, τα χελιδόνια...

Αυτές οι λέξεις μου' ρθαν μόλις διάβασα την καινούρια ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Κακατσάκη "Όπως το ψωμί" (Πυξίδα της Πόλης, Χανιά, 2018).

Τιτιβίσματα χελιδονιών οι φράσεις των ποιητών μας

γράφει ο ίδιος.

Λέξεις και φράσεις όλο ευαισθησία, καλοσύνη, ανθρωπιά· και μνήμες που σταυροδένουν με τις ρίζες· και παιχνίδια με τις λέξεις:

Αν...
[...]
Ο πολύς λαός στο φέουδό του...
Οι γραμματικοί στ' αρματολίκια τους...
Οι αρματολοί στα χαρτιά τους...
Οι πρόκριτοι στη μοίρα τους...

Δε γράφεται με τα "αν" η Ιστορία!

(Δεν μπορώ να μην σκεφτώ πως οι δύο προηγούμενες αναρτήσεις μου ήταν για τα βιβλία "Παιχνίδια με τις λέξεις" της Έρπενμπεργκ και "Αν" της Δημητρούκα, σύμπτωση ή τι περίεργα παιχνίδια...)

Όταν, λένε, φύγει το βιβλίο από τον συγγραφέα, τότε ανήκει στον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά· κι εκείνος κάνει τη δική του ανάγνωση, τη δική του ερμηνεία στα λόγια του συγγραφέα. Κι εγώ, σαν αναγνώστρια, αντί για τα δικά μου τετριμμένα λόγια και τις δικές μου ερμηνείες, θα μπορούσα καλύτερα ν' απομονώσω φράσεις δικές του και να τις κάνω σημαία μου, όπως:

Χειρότεροι από τους εχθρούς
που μας περιτρυγυρίζουν,
οι δαίμονες που επιμένουν
να κυκλοφορούν στις φλέβες μας.

(από το ποίημα Πρωτομαγιά)

Ένας χαμός στη Μεσόγειο.
Νεκροταφείο προσφύγων τα νερά της.
Ευρώπη ακούς;
Από το άλλο της αυτί
γιατί 'ναι η μάνα μας κουφή!
[...]
Τι παιχνίδι κι αυτό
της Πινακωτής...

(από το ποίημα Ευρώπη, ακούς;)

Κόντρα στους ανέμους των καιρών,
με σύμμαχο τον ήλιο,
ν' αντισταθούμε!

(από το ποίημα Ν' αντισταθούμε)


Η εικονογράφηση της Αγγέλας Μάλμου είναι διακριτική μα και ξεχωριστή!

Το κυπαρίσσι είναι το δέντρο του Αποκόρωνα, το δέντρο του Νίππους, είναι και το δέντρο της σιωπής, της περισυλλογής, του στοχασμού, της ηρεμίας, το δέντρο της επιστροφής...

Επιστρέφω στον ίσκιο του κυπαρισσιού μου.
Σταυροδένομε τις μνήμες με τις ρίζες.
Τοξεύομε τον ουρανό.
......................

Σταυροδένομε τις μνήμες με τις ρίζες. Τι όμορφη έκφραση! Νομίζω είναι η καλύτερη σε όλη τη συλλογή, αυτή που τα λέει όλα· οι μνήμες κλωθογυρίζουν διαρκώς, "ανάβει κερί στο μανουάλι της θύμησης" μας λέει, και ο γενέθλιος τόπος γίνεται, είναι, το σημείο αναφοράς, το σημείο αρχής και τέλους, είναι η επιστροφή, είναι οι ρίζες, είναι η Μάνα, "Επιφώνημα για όλες τις χρήσεις".

Ένα από τα πάμπολλα αποκορωνιώτικα κυπαρίσσια,
όπως το φωτογράφισα στο Νίππος ένα σούρουπο του περασμένου Γενάρη

Εις τσι Κατούνες ήμουνα, στσ' αυλές τ' Αγιού Πνευμάτου
και τα πουλιά ερώτουνα που γύρω μου πετούσαν,
αν βλέπουν τσοι φευγάτους μας στου ουρανού το δώμα.
Κανένα δεν απάντουνε, κανένα δεν εμίλιε.
Μόνο ένα μικρό πουλί, μια γλυκοποταμίδα,
είπε πως τσοι αντάμωνε, μόλις η νύχτα πέσει. 
Γι' αυτό και ομορφοτραγουδεί.

Θα βρήκε πιστεύω και τον πατέρα μου η γλυκοποταμίδα, κι ήθελα να του δώσει ένα μήνυμα και να του πει 

Στο φως του ονείρου
έχουμε ανάψει εμείς το κερί μας!

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Όταν γίνεις ποίημα - Βαγγέλης Κακατσάκης


Το σημείο στίξης μου
 Δηλώνω:
Επιφυλακτικός
μπροστά στην τελεία.
Καχύποπτος
στην εμφάνιση του κόμματος.
Ανήσυχος
στη θέα του θαυμαστικού.
Ξένος
μέσα στις παρενθέσεις.
Απροετοίμαστος
στα υπονοούμενα των αποσιωπητικών.
Ανασφαλής
στον ερχομό της παύλας.
Ερωτευμένος 
με το ερωτηματικό.
Το σημείο στίξης μου.



Αυτό το ποίημα χαρακτηρίζει τον Χανιώτη - και Νιππιανό - δάσκαλο και δημοσιογράφο και άνθρωπο του λόγου Βαγγέλη Κακατσάκη και αυτή είναι η φιλοσοφία που περνά και στα 76 ποιήματα της τελευταίας ποιητικής του συλλογής "Όταν γίνεις ποίημα" (εκδ. Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης - Πυξίδα της Πόλης, 2013).

 

Όταν γίνεις ποίημα,
μικρό ερωτηματικό
της τωρινής ανησυχίας,
θα πάψω να 'χω συντροφιά
την αποψινή αγρύπνια.





Η συλλογή, αφιερωμένη στη μνήμη των γονιών του, χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, που το επιγράφει "Ένδον" δείχνει να είναι πιο προσωπικό, πιο εσωτερικό. Μιλά για τη μάνα και τον πατέρα του με τρυφεράδα και αγάπη.

Κοφτός ο ανήφορος
να τελειώσει δε λέει...
Λεωφόρο ολόισια
τον βλέπει η μάνα μου,
που κάνει ξυπόλητη,
παραμονή Βαγγελίστρας,
για δέκατη χρονιά,
της μιας ώρας το δρόμο
που χωρίζει το Φρε απ΄το Νίππος.
.....................................................
Εκείνη ωστόσο συνέχισε,
μέχρι που σήκωναν
το κορμί της τα πόδια...


Αλλά ακόμη πιο τρυφεροί είναι οι στίχοι που αφιερώνει στην αγαπημένη του Ευδοκία (Ευδοκία Σκορδαλά-Κακατσάκη, βραβευμένη συγγραφέας παιδικών βιβλίων):

Βάφτισα την καρδιά μου
στην κολυμπήθρα των ματιών σου.
Γι' αυτό,
τώρα που θα στη μοιράσω
για αντίδωρο,
να ξέρεις πως μεταλαβαίνεις
το σώμα και το αίμα της Αγάπης!

Το δεύτερο μέρος το ονομάζει "Εις την οδόν". Εδώ, ο ποιητής βγαίνει στους δρόμους και συναντά τους ήρωες του αγώνα της ζωής, από τον Καγιαλέ και τον Άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη μέχρι τους Κούρδους κλεισμένους στο Ξενία που "τα βάσανά τους τελειωμό δεν έχουν" και τους Παλαιστίνιους κλεισμένους στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν μια Μεγάλη Παρασκευή, με "βλέμματα παιδιών που δεν έχουν άλλα δάκρυα"!


 
 
Μέρες τώρα έπαψαν τα δάχτυλα
τα χάδια του έρωτα.
Σφίχτηκαν σε γροθιά
κι αντροκαλούνε τον ουρανό.
Όχι για ν΄ανοιξουνε τρύπες,
αλλά για να τον ταρακουνήσουνε
συθέμελα!





Εμείς δεν κλαίμε,
δεν απογοητευόμαστε,
δεν παρακαλούμε,
δε μένουμε στις ευχές.
Αρπάζουμε στις χούφτες μας
το σκοτάδι
και πασχίζουμε 
να το κάνουμε φώς!

Και πάλι, όταν γίνεις ποίημα, συμπληρώνει:

Αν οι φωνές που έχω μέσα μου,
αν οι πληγές που φωλιάζουν στην καρδιάμου,
αν οι οιμωγές που κουβαλώ στην σκέψη μου,
γίνουνε ποίηση,
θ' ανάψω πυρκαγιά στον κόσμο!

Να γιατί αγαπούμε την ποίηση! Να γιατί χρειαζόμαστε τους ποιητές!

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Υστερόγραφα:

Η παραπάνω ποιητική συλλογή θα παρουσιαστεί στην Κρητική Εστία, (Στράβωνος 14 Παγκράτι) την Κυριακή 13 Οκτωβρίου (ώρα 7 μ.μ.). 

Ο Βαγγέλης Κακατσάκης γράφει καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια στα Χανιώτικα Νέα, διατηρώντας την ξεχωριστή σε περιεχόμενο και ποιότητα γραφής στήλη "Στα πεταχτά", καθώς και εβδομαδιαία σελίδα με τακτικές συνεργασίες με σχολεία του Νομού Χανίων. 

Αξίζει επίσης να αναφέρω την πολύ καλή μορφή της έκδοσης από την Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης - Πυξίδα της Πόλης, που έχει ξεκινήσει μια αξιόλογη εκδοτική προσπάθεια τα τελευταία χρόνια. Η ίδια Εταιρεία εκδίδει στα Χανιά και την πολύ καλή μηνιαία εφημερίδα Πυξίδα της πόλης .

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Δεν μπορούμε να (εφ)ησυχάζουμε


"Κι αφήσαμε και τέντωσαν
το κορμί μας σε προκρούστεια κλίνη
οι ισχυροί της μέρας
με μόνο αντάλλαγμα την ησυχία μας.

Ομως δεν μπορούμε να ζούμε σε ησυχία,
όταν τα δάχτυλα της καθημερινής ανάκρισης,
ματώνουν τις ουλές του κορμιού μας.

Γι’ αυτό,
προσευχόμαστε στην πεταλούδα,
που ζήτησε απ’ το αυγινό φως
έρωτα μαζί του, να μπορέσουμε
κάποια αυγή, να προσφέρουμε εμείς
το μπουκέτο με τις ηλιαχτίδες,
στον μπούστο της μέρας."

Γι' αυτό κι εγώ

"Θα κουβαλήσω
μέχρι το αύριο τη σημαία μου
και θα την καρφώσω
καταμεσίς στην καρδιά του.
Άς πούνε ό,τι θέλουν!
Εγώ θα ξέρω,
γιατί το έκανα!..."

Ταιριαστά για την αυριανή μέρα και για τις μέρες που ζούμε τα δύο ποιήματα του Χανιώτη και συχωριανού μου δάσκαλου και ποιητή και δημοσιογράφου Βαγγέλη Κακατσάκη από την ποιητική του συλλογή 'ΚΑΖΟΒΑΡ' (εκδ. Φιλιππότη, 1987).