Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Το γέλιο του δράκου και η κτηνωδία των πολέμων






Έχω συνδέσει το βιβλίο με τη σφαγή στα Καλάβρυτα. Γιατί εκεί, στο Μουσείο, πριν μερικά χρόνια, και όταν ο τότε δήμαρχος μας μίλησε και μας έδειξε τι έγινε στην πόλη του εκείνο το μαύρο Δεκέμβρη του 1943, ένας από την ομάδα μας σύστησε να διαβάσουμε  "Το γέλιο του δράκου" του Γάλλου συγγραφέα Πιέρ Πεζί (εκδ. Ποταμός 2007, σε μετάφραση Κατερίνας Δασκαλάκη). Το χαρακτήρισε μάλιστα ως ένα από τα συγκλονιστικότερα αντιπολεμικά και αντιφασιστικά βιβλία που έχει διαβάσει.

Από τότε, το έχω χαρίσει δώρο σε πολλούς φίλους. Το θεωρώ κι εγώ συγκλονιστικό στην περιγραφή και στην παρουσίαση των σκέψεων του συγγραφέα γύρω από τον πόλεμο και το φασισμό, γύρω από τις μνήμες και γύρω από τις εικόνες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας. Τους τελευταίους μήνες όμως, από τότε που εντάθηκαν τα γεγονότα στην Ουκρανία, είχα ένα λόγο παραπάνω να επιστρέψω στο βιβλίο.

Ένας 16χρονος Γάλλος, ο Πωλ, φιλοξενείται από μια οικογένεια στο Κελστάιν της Γερμανίας το καλοκαίρι του 1963. Κι ενώ κάνει γνωριμίες με παιδιά της ηλικίας του και συμμετέχει στις εκδηλώσεις της μικρής πόλης, ένας θάνατος, μάλλον μια αυτοκτονία, έρχεται να ταράξει τα νερά. Δεν θα αναφέρω λεπτομέρειες από την ιστορία, όμως να πω ότι ο συγγραφέας γυρνά στο 41 και ξανά στη δεκαετία του 60 και ξανά στο '41 και στο '44 και έρχεται στα πιο πρόσφατα χρόνια αλλά μεταπηδά και στο μέλλον!

Τοποθετεί ένα καθοριστικό μέρος της ιστορίας του στην Ουκρανία του 1941, κατά την εισβολή των Ναζί στη Ρωσία, και περιγράφει τις θηριωδίες ενάντια στο ντόπιο πληθυσμό και κύρια ενάντια στους Εβραίους. Ο Λαφοντέν και ο Μόριτζ από το Κελστάιν, οι ήρωες της ιστορίας του Πεζύ εδώ στην Ουκρανία του '41. Φορτηγά με στοιβαγμένα παιδάκια οδηγούνται στο δάσος, για να εκτελεστούν. Ο δρόμος δύσβατος, τα εξαντλημένα παιδιά πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο καθώς οι κινητήρες ζορίζονται να προχωρήσουν. Αλλά πρέπει να περάσουν το ξέφωτο, να φτάσουν στον προορισμό, είναι εβραιάκια, σκέφτεται ο Μόριτζ!

"...Η αλήθεια είναι ότι νιώθει μόνο περιφρόνηση και αηδία γι' αυτούς τους κουρελιάρηδες πολιτοφύλακες που ανυπομονούν να ξεμπερδεύουν, στο χείλος του λάκκου που έχουν σκάψει. Θα πρέπει να περιμένουν μες  στη σιωπή, στο τραγούδι των πουλιών, στο βόμβο των εντόμων και στο θρόισμα των φύλλων της σημύδας..."

Οι Ουκρανοί πολιτοφύλακες έκαναν τη "βρώμικη" δουλειά. Είναι γνωστός εξάλλου ο ρόλος των Ουκρανών στη διάρκεια του πολέμου, κι έτσι η ανάληψη της εξουσίας τώρα από ακροδεξιά, φασιστικά στοιχεία δεν μπορεί παρά να φέρει, έστω και συνειρμικά, τέτοιες αντιστοιχίες αλλά και ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης (σε συνδυασμό με ανάλογες καταστάσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες).

Οι σκηνές που περιγράφει στις σελίδες αυτές είναι φρικτές, είναι συγκλονιστικές!
Δυό παιδάκια σφίγγουν τα χέρια του Μόριτζ, αυτός αναστατώνεται, δεν τα απωθεί, και προχωρούν μαζί προς τους σκαμμένους λάκκους:

"... Ξαφνικά, βλέπει τους πολιτοφύλακες και τα τουφέκια τους. Είναι περισσότεροι απ' ό,τι νόμιζε. Μαυριδεροί, ανήσυχοι. Βλέπει επίσης την τρύπα που χάσκει, για να θάψουν τα παιδιά. Βλέπει τον ουρανό πάνω απ' το ξέφωτο και τα πουλιά που φεύγουν ... ¨Επειτα, όλα γίνονται πολύ γρήγορα. Ώσπου ν' αλλάξει δυο λόγια με τον αρχηγό της σπείρας, έναν μεγαλόσωμο θορυβώδη τύπο με σταυρωτά φυσεκλίκια στο στήθος του και με χρυσά και κοκάλινα μπρελόκ, ο Μόριτζ ακούει στην πλάτη του την κλαγγή των τουφεκιών που οπλίζουν οι Ουκρανοί μουρμουρίζοντας... Ενας δράκος που το δειλινό σπάει τα χέρια των παιδιών προτού συντρίψει τα ωραία τους πρόσωπα..."

Ο Πωλ, μεγάλος πια και καλλιτέχνης, ταξιδεύει στο Βερκόρ, περιοχή στη νοτιοανατολική Γαλλία, γνωστή από τη Γαλλική Αντίσταση, εκεί όπου το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί της Βέρμαχτ εκτέλεσαν πάνω από 200 κατοίκους. Ο παχύσαρκος ιδιοκτήτης του πανδοχείου που βρίσκει στο δρόμο του, του περιγράφει τι έγινε τότε, από τότε που "ούτε μισός Γερμαναράς" δεν πέρασε από τα μέρη τους και που "το πρωί οι αντάρτες παρουσίαζαν όπλα και χαιρετούσαν τα γαλλικά χρώματα" μέχρι που κατέφτασαν οι Γερμανοί μια μέρα "απ' τον ουρανό, μες στη μαύρη νύχτα, σαν όρνια, σαν άγρια ζώα":

"... Η γκρίζα κάμπια προχωρούσε. Καταβροχθίζοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Ακόμα και τις αγελάδες. Και τα σκυλιά.  Παλούκωναν από δω. Κάρφωναν ζωντανά τα παιδιά στις πόρτες των αχυρώνων από κεί. Φωτιές παντού... Έτσι είναι αγόρι μου!...
Λοιπόν, μπορείς ωραιότατα να περπατήσεις στους δρόμους μας, να πας παντού πεζή, τα φαντάσματα δεν θα τα δεις ποτέ όλα. Δεν θα τα δεις καθόλου μάλιστα! Ο πόλεμος δεν είναι τόσο πολύ οι μάχες, όσο μια αφάνταστη ανθρώπινη κτηνωδία..."

Η κτηνωδία του πολέμου παντού. Και αποτυπωμένη, λαξευμένη σε μια μεγάλη πέτρα, σ' ένα γλυπτό από κομμάτια ανεπεξέργαστου βράχου, όπου κανείς "καταλαβαίνει ότι βρίσκεται σε σώματα βασανισμένα, ότι αγγίζει την οδύνη τους.... σώματα σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν ξύλα για τη φωτιά".

Ο δράκος κυνηγά παντού τον ήρωα (ή και το συγγραφέα;).  Κι όταν κατασκευάζει τους όγκους των αγαλμάτων για μια έκθεση στο Παρίσι, ονομάζει ένα έργο του, σε σκληρό ασβεστόλιθο, "το Γέλιο του δράκου". "Βλέπει κανείς τα μικρά λεία κεφάλια να γυαλίζουν ανάμεσα στα μπράτσα ή στις πτυχές της κοιλιάς αυτού του τέρατος που το κορμί του είναι αυλακωμένο, όπως ο φλοιός ενός γέρικου δέντρου".

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Ημέρα της αντιφασιστικής Νίκης η σημερινή!



"Στις 9 Μαίου του 2005 πραγματοποιήθηκε στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας μια μεγαλειώδης εκδήλωση για τον εορτασμό της εξηκοστής επετείου της "Ημέρας της Νίκης", της επετείου δηλαδή του τέλους του Β' Παγκοσμίου πολέμου και της "νίκης εναντίον των φασιστών", όπως λένε οι Ρώσοι. Η "Ημέρα της Νίκης" γιορτάζεται κάθε χρόνο στη Ρωσία με πολύ μεγάλη επισημότητα. Σε όλες τις πόλεις πραγματοποιούνται παρελάσεις, βετεράνοι του πολέμου κυκλοφορούν με αρμαθιές τα παράσημα στο πέτο τους, ηλικιωμένοι δέχονται λουλούδια από νεαρούς περαστικούς, πατεράδες με παιδιά στους ώμους τραγουδάνε σε συναυλίες, και γενικά όλοι συμμετέχουν στον εορτασμό μ' έναν τρόπο που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις αποτελούν για τον ρωσικό λαό όχι απλώς έναν τυπικό εορτασμό, αλλά μια βαθειά και ειλικρινή εκδήλωση μνήμης..."

Έτσι ξεκινά τον πρόλογο στο "Ταξίδι στην Αρμενία" του Όσιπ Μαντελστάμ ο μεταφραστής Γιώργος Χαβουτσάς (Ίνδικτος, 2007).




Και συνεχίζει  περιγράφοντας τις γιορτές όπως τις παρακολουθεί από κρατικά κανάλια της Ρωσίας. Και φτάνει στο ηρωικό Λένινγκραντ (που κοντά 900 μέρες κράτησε η πολιορκία του από το '41 ως το '44, οι άνθρωποί του μαζί και ο Κόκκινος Στρατός αντιστάθηκαν γενναία και νίκησαν το φασισμό), τη σημερινή αλλά και παλιότερη Αγία Πετρούπολη (καημένο Πετερμπούργκ, ποια άλλη πόλη έχει τόσα σημάδια πολιτικών αλλαγών χαραγμένα στο όνομά της...). 

Και ακούγεται η 7η Συμφωνία του Σοστακόβιτς, αυτή που συνέθεσε ο μεγάλος συνθέτης για το Λένινγκραντ και που παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του '42 στην πόλη, εν μέσω της πολιορκίας, από μουσικούς που ήταν στα χαρακώματα. 

Και μια φωνή ακούγεται ν' απαγγέλλει ένα ποίημα. Είναι το "Λένινγκραντ". Και είναι ο Όσιπ Μαντελστάμ που το είχε γράψει.

Στην πόλη γύρισα που ξέρω ώσμε το δάκρυ
ως τις πρησμένες παιδικές άμυγδαλές. Στην άκρη

την γνώριμη ξανάρθες, πιες το γρήγορα λοιπόν
το μουρουνόλαδο των ποταμίσιων φαναριών.

Τη μέρα γνώρισε γοργά τη δεκεμβριανή
όπου σαν μίγμα ο κρόκος και μια πίσσα μοχθηρή.

Πετρούπολη! δε θέλω ακόμα να πεθάνω, ακούς;
Εσύ κρατάς των τηλεφώνων μου τους αριθμούς.

Πετρούπολη! διευθύνσεις έχω ακόμα και μπορώ
των πεθαμένων τις φωνές μ' αυτές να βρω.

Στον κρόταφο μου με χτυπάει (σε πίσω σκάλα μένω)
με ρίζες και με σάρκα το κουδούνι εξορυγμένο,
κι ως το πρωί τους ακριβούς μου ξένους στέκω καρτερώντας
της πόρτας μου την αλυσίδα ως χειροπέδη αχνοκουνώντας.
  
Το ίδιο το βιβλίο του Μαντελστάμ είναι ένα ποίημα. Καθώς το ξεφυλλίζω να το θυμηθώ (το είχα διαβάσει αρχές του 2008), βρίσκω τις υπογραμμίσεις και τις σημειώσεις στα πλαϊνά των κειμένων τόσο του συγγραφέα όσο και του μεταφραστή, για τον Κούζιν το φίλο του και για το Λυσένκο το βιολόγο (τον τσαρλατάνο, όπως τον αποκαλεί ο Γ.Χ.), για την αρχιτεκτονική στους τόπους που γύρισε, για τα φυτά, για τη ζωγραφική και τα χρώματα, το Σεζάν, το Ματίς και τον Βαν Γκογκ, για τη μουσική, το Χάυδν, τον Γκλούκ και το Μότσαρτ, για τη φυσιολογία και το δαίμονα της ανάγνωσης, για τον Αριστοτέλη, το Λινναίο, το Δαρβίνο και τον Ντίκενς και πολλά άλλα.

Κι εκεί που ψάχνω, πέφτω σε δυο αποκόμματα από σελίδες περιοδικού. Είναι ένα άρθρο με τίτλο "Ξανακοιτάζοντας τα ερείπια του παρελθόντος: η περιπλάνηση ως δοκιμασμένη μέθοδος επιβίωσης", γραμμένο από το Γιώργο Βέη και δημοσιευμένο στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30 Νοεμβρίου 2007. Γνωστός για τις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις του ο Γιώργος Βέης, γράφει για το Ταξίδι στην Αρμενία:

"... Ο νομάδας - εσωτερικός μετανάστης εξ απαλών ονύχων- ταξιδευτής - επιτήδειος φυγάς - εξόριστος κατάδικος Οσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ (1891 - 1938), τέκνο εξαιρετικά δυσμενών συγκυριών, οι οποίες από πολλές απόψεις καταταλαιπώρησαν τη Ρωσία, αρνείται συνειδητά, ως επαρκής ποιητής που είναι, να δει τα δεδομένα και τις εγγενείς παραμέτρους της γενέθλιας ή της ξένης γης κατά τρόπο μονοσήμαντο ή απλώς επιφανειακό. Ετοιμη ανά πάσα στιγμή να αποκωδικοποιηθεί πλήρως ή ακόμη και να απαντήσει στα ζέοντα υπαρξιακά ερωτήματα του ευαίσθητου δέκτη και αναστοχαζομένου αντικαθεστωτικού πομπού - συγγραφέα, η αρμενική χωροταξία στο σύνολό της αναδεικνύεται ως το κατ εξοχήν κείμενο προσωπικής και εθνικής Ανεξαρτησίας. Το βλέμμα αποκαθιστά αλήθειες . Το περιβάλλον ενσωματώνεται στα αισθητήρια, το παιχνίδι της γραφής σοβαρεύει. Η ομολογία είναι χαρακτηριστική των ισχυρότατων έλξεων, οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ των πεδίων εγώ - αυτό. Οι ταχύτητες πρόσληψης αυξάνονται γεωμετρικά. Παραπέμπω: «Γρήγορα και αρπακτικά, εξέτασα με φεουδαλική μανία την επικράτεια του οπτικού πεδίου»...
...Το ταξίδι για τον Οσιπ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ ήταν το ασφαλές μέσον της αισθητικής πλήρωσης και ταυτοχρόνως η δοκιμασμένη μέθοδος της επιβίωσης, μακριά από τον αυταρχισμό της κεντρικής εξουσίας. Αλλά και αντιστρόφως, η επιβίωση του ίδιου του τοπίου αποδείχτηκε δυνατή μέσα από τη δημιουργική γραφή του..."

Αλλά ας ξαναγυρίσω στην 9η του Μάη, όχι του 1945, μα του 2014. Τι άσχημη μέρα! Στην Ουκρανία σήμερα δε γιόρτασαν. Στη Μαριούπολη έγιναν σφαγές γιατί κάποιοι θέλησαν να γιορτάσουν την "Ημέρα της Νίκης". Ήταν λέει "ρωσόφιλοι". Κι αυτοί που τους κατέσφαξαν είναι... "φιλοευρωπαίοι". Έτσι ξεκίνησε το μακελιό στην Ουκρανία. Για την Ευρώπη! Λένε. Δεν είναι όμως έτσι και το ξέρουμε όλοι. Τελικά, αυτή την Ευρώπη θέλουμε; Τελικά, το σύνθημα μπορεί άραγε να είναι "Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή;" Ίσως, αν πάρουμε στα σοβαρά αυτά που είπε χθες ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς  στο Ακροπόλ, που μίλησε για την ανάγκη μιας Ευρωκυβέρνησης και όχι Ευρωδιακυβέρνησης!

........................
Σημειώσεις
  1. Αντέγραψα την παραπάνω εκδοχή στα ελληνικά του ποιήματος "Λένινγκραντ", όπως το απέδωσε ο Άρης Αλεξάνδρου, από το  βιβλίο  "Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα: Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις" (με ανθολόγηση από τη Μαρία Λαϊνά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2007). Υπάρχει επίσης η απόδοση από το Μήτσο Αλεξανδρόπουλο στο βιβλίο του "Όσιπ Μαντελστάμ : Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), αυτήν παραθέτει και ο Χαβουτσάς στον πρόλογό του. Αν και το βιβλίο είναι πολύ καλό, προτιμώ στο συγκεκριμένο ποίημα τη μετάφραση του Αλεξάνδρου, ήταν εξάλλου ο γενέθλιος τόπος του.
  2. Στη χώρα μας, η 9η Μαίου δεν γιορτάζεται, γιορτάζεται η έναρξη και όχι η λήξη του πολέμου. Έχει τις ερμηνείες του. Να μην ξεχνάμε πάντως ότι ο πόλεμος δεν τελείωσε τότε για κάποια μέρη, όπως στη Δυτική Κρήτη και στη Μήλο. Αυτό είναι και το θέμα του τελευταίου μυθιστορήματος της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ", βασισμένο στο εμβληματικό βιβλίο του Σταύρου Βλοντάκη "Η "Οχυρά θέσις Κρήτης" : χρονικό της γερμανικής κατοχής στα Χανιά απ' τον Οχτώβρη του 1944 ως το Μάη του 1945 και της αγγλογερμανικής απ' το Μάη ως τον Ιούλη του 1945"  (έχω γράψει εδώ κι εδώ) 
  3. Αφορμή να θυμηθώ τον Μαντελστάμ και την εισαγωγή για το Λένινγκραντ ήταν σχετική ανάρτηση του Λύσιππου.

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Κουβαλώντας μνήμες και έναν αριθμό στο χέρι!




"Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.". Έτσι τελειώνει το εξαιρετικό κείμενό του στη χθεσινή Αυγή ο Βιβλιοθηκάριος. 

Και υπολογίζω πως είναι 39 ολόκληρα χρόνια από την πρώτη μου επίσκεψη στο κολαστήριο του Άουσβιτς-Μπίρκενάου! 

Ήμουν δευτεροετής φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο στους Χημικούς Μηχανικούς και στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών της IAESTE, είχα επιλέξει να πάω σε ένα εργοστάσιο ελαστικών στην Κρακοβία. Θα έμενα εκεί 40 μέρες. Ήταν καλοκαίρι του 1975. Πρώτη φορά θα έβγαινα από την Ελλάδα, πήγα με τρένο, το ταξίδι κράτησε τρεις μέρες.

Την πρώτη μέρα που πήγα στο εργοστάσιο, ανέλαβε ο Τεχνικός Διευθυντής να με ξεναγήσει. Ήταν ένας συμπαθητικός μεσήλικας άντρας, μάλλον κοντός και μάλλον σοβαρός (έτσι τουλάχιστον έδειχνε στα μάτια ενός εικοσάχρονου τότε κοριτσιού). Μιλούσε Γερμανικά, σε αυτά συνεννούμασταν. Μόλις με χαιρέτησε, τράβηξε το μανίκι του ψηλά και μου έδειξε, εκεί κοντά στον αγκώνα, έναν αριθμό! Δεν μπορώ να πω ότι πολυκατάλαβα αμέσως. Μου εξήγησε. 


Η αυλή στο μπλοκ του θανάτου

Κάποια μέρα μας πήγαν να δούμε από κοντά το μέρος που οι άνθρωποι, στην αρχή ήταν αριθμοί και ύστερα γίνονταν στάχτες. Δεν έχει νόημα να πω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει μεγαλύτερη θηριωδία, αν ήταν ή όχι το χειρότερο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί πάντως είδα τους φούρνους, είδα τους θαλάμους αερίων, είδα τα κρεματόρια, είδα τα ηλεκτροφόρα σύρματα, είδα τα νοσοκομεία που έκαναν τα πειράματά τους τα ανθρωπόμορφα τέρατα του ναζισμού. Είδα τις προθήκες με τα ρούχα των κρατουμένων, είδα τις προθήκες με τα κατσαρολικά τους. Και είδα τις προθήκες με τα παιχνίδια των παιδιών. Γιατί υπήρχαν και παιδιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σαν τη Ruth Kluger που γράφει ο Βιβλιοθηκάριος, και σαν το μικρό αγοράκι στην ταινία του Μπενίνι. Και υπήρχαν παιδιά που περιμένανε τους γονείς τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν τον Φρανσουά Μασπερό (αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο του "Οι μέλισσες και η σφήκα", Σοκόλης 2005).


Ο φούρνος στο κρεματόριο!
Ο θάλαμος αερίων!
Το Νοσοκομείο!
Και ηλεκτροφόρα σύρματα παντού!
Και άλλοι πολλοί, χιλιάδες, που έζησαν στο πετσί τους τη θυριωδία του ναζισμού. Και υπήρξαν αυτοί που δεν άντεξαν το βάρος της μνήμης. Όπως ήταν ο Primo Levi (να προτείνω ένα ίσως λιγότερο γνωστό, αλλά εξίσου εξαιρετικό, "Τα τελευταία Χριστούγεννα του πολέμου", Καστανιώτης 2005) και όπως ήταν ο Jean Amery (με το αριστουργηματικό "Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση", Άγρα 2010). Να προσθέσω εδώ και τον Χόρχε Σεμπρούν, που τον ανέφερε στο σχόλιό του στην προηγούμενη ανάρτησή μου ο Βιβλιοθηκάριος. Ο Σεμπρούν είχε επίσης βρεθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το γράμμα που του είχε στείλει το 1943 η εκδότρια Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ με τίτλο "Για μια προϋπόθεση της γραφής" δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Του το διάβασε η ίδια η Μαγνύ το 1945, μόλις είχε επιστρέψει από το Μπούχενβαλντ, και της χτύπησε την πόρτα μιά μέρα πριν τη Χιροσίμα (όπως σημειολογικά παρατηρεί ο ίδιος). Αυτά διηγείται ο εξόριστος Ισπανός συγγραφέας στον πρόλογο για το βιβλιαράκι με τον τίτλο αυτό που εκδόθηκε τελικά το 1947. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 2001 ("Η προϋπόθεση της γραφής: Γράμμα της Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ προς τον Χόρχε Σεμπρούν", Ολκός 2001).
Οι φωτογραφίες είναι όλες από το φωτογραφικό άλμπουμ που αγόρασα τότε και περιέχει φωτογραφίες του Πολωνού φωτογράφου Adam Kaczkowski (1917-1995). Είχε εκδοθεί από το Κρατικό Μουσείο του Άουσβιτς (Państwowe Muzeum w Oświęcimiu) μάλλον γύρω στο 1970.

Υστερόγραφο

Η παραμονή μου στην Κρακοβία ήταν πάντως ευχάριστη. Κατά την καθημερινή μου μετάβαση στο εργοστάσιο, περνούσα από ένα άλλο, που μύριζε σοκολάτα, κάτι σαν την ΊΟΝ στην Πειραιώς δηλαδή. Το θυμήθηκα όταν μας πήγαν επίσκεψη κάποια φορά με τη Σχολή. Από το ίδιο το αντικείμενο μέσα στο εργοστάσιο ελαστικών της Κρακοβίας, το μόνο που θυμάμαι είναι η πρώτη επικοινωνία με τους Πολωνούς φοιτητές που επίσης έκαναν την πρακτική τους εκεί: με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο με μια μεγάλη μπανιέρα και μου έδειξαν πώς δοκιμάζεται η αντοχή των προφυλακτικών (ήταν ένα από τα προϊόντα που παρήγαγε το εργοστάσιο). Τα γέμιζαν λοιπόν νερό, πολύ νερό κτλ κτλ. Οι δοκιμές αυτές επαναλαμβάνονταν συχνά.  Είμασταν όλοι παιδιά...

Επίσης, στην Κρακοβία γνώρισα τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Θυμάμαι την Ελένη Νοικοκύρη, μια, όχι ψηλή, καλοφτιαγμένη, μεσόκοπη γυναίκα, που είχε κάνει αντάρτισσα στον ΕΛΑΣ και στο σπίτι της είχε φωτογραφία της με στολή και ντουφέκι. Γνώρισα κι άλλους, είχε πολλούς η ελληνική κοινότητα και οι περισσότεροι δούλευαν στα εργοστάσια της Νόβα Χούτα που ήταν στην άκρη της πόλης (όταν ξαναπήγα το 1999, η εικόνα της περιοχής αυτής ήταν πολύ διαφορετική).

Πήγα και στο ελληνικό χωριό προς τα ανατολικά, ανέβηκα στο Ζακοπάνε το βουνό, πήγα στο αλατορυχείο της Βιελίτσκα. 

Αφήνω τελευταία την Κρακοβία γιατί είναι η πόλη που μου αρέσει πολύ. Ίσως γιατί ήταν ο πρώτος μου ταξιδιωτικός προορισμός. Ίσως γιατί οι παραστάσεις με έφεραν πιο κοντά στην πραγματικότητα και στην αξία της μνήμης. Ήταν οι παραστάσεις από την επίσκεψη στο Άουσβιτς. Αλλά ήταν και η καθημερινή μου συνάντηση για ένα μήνα με έναν "κανονικό" άνθρωπο που όμως είχε ανεξίτηλο αριθμό στο χέρι, ήταν έτσι σημαδεμένος, αλλά κι ευτυχώς ζωντανός...

Λίγοι επέστρεψαν από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ένας απ' αυτούς που δε γύρισαν ήταν και ο αδερφός του πατέρα μου, ο Αντώνης, ήταν δεν ήταν 20 χρονώ όταν τον πήραν για καταναγκαστική εργασία. Ο καημός της μάνας τους που δεν έσβησε ποτέ! 

Ποιος μπορεί να μιλάει τώρα για αυτά τα τέρατα και να μην ανατριχιάζει!

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Αφού δεν ζης, σου εύχομαι την Αιώνια Μνήμη!

Έτσι απαντούσε η Μαύρη νεράιδα του κάστρου στο Λεύκωμα του 19χρονου επονίτη Στέφανου Σκαράκη μετά το θάνατό του το 1944, για την ερώτηση "Τι μου εύχεσθε;". Η ίδια κοπέλα είχε απαντήσει νωρίτερα για την ερώτηση "Τι όργανο προτιμάτε;": "Το μαγεμένο τσιγγάνικο βιολί που μόνο γι' αγάπη παίζει" Και συμπλήρωσε στη συνέχεια η ίδια: " Θα μου άρεσε και το ακκορντεόν, αν δεν μου θύμιζε τον βάρβαρο κατακτητή". Μα ... η Μοντέρνα καλόγρια προτιμά "Το βιολί της κοιλιάς", σημειώνοντας έτσι την πείνα που βιώνει.

Στην ερώτηση "Ποίον τέλος σας αρέσει;", η Κατίνα απαντά "Το τέλος του πολέμου". 

Τι "φρονούν περί του κτήτορος"; Μα... τα καλύτερα: "Γόης... και τρελά ερωτευμένος". "Αγοράκι πολύ όμορφο μα πρέπει να το προσέχουν οι γονείς του" γράφει η Μοντέρνα καλόγρια. "'Οτι έχει γίνει πολύ ενοχλητικός εις τον δρόμον της Χαλέπας, διότι τις κάνει και βγαίνουν όλες στα μπαλκόνια", γράφει το Αγριολούλουδο.

Η Marine του εύχεται: "Να πάρεις όταν γίνεις εντελώς κύριος και πάψης τις περασάδες σου από την Χαλέπα, το 12ον ψηφίον της αλφαβήτου· επίθετον πάλι δωδέκατον της αλφαβήτου".

Στο Λεύκωμα, που άρχισε να κυκλοφορεί ο νεαρός Στέφανος από το 1943, παρέλασαν νεράιδες, ιππότες, πριγκήπισσες, αετόπουλα, παιδιά όλα - οι σημερινοί γονείς μας και παπούδες μας - που μέσα στη φρίκη του πολέμου και της φασιστικής κατοχής πάλευαν και ήλπιζαν σ' ένα καλύτερο μέλλον.

Ο Στέφανος Σκαράκης (1925-1944)
Ο Στέφανος Σκαράκης ήταν δραστήριος Επονίτης, ομαδάρχης της 3ης ομάδας της ΕΠΟΝ στα Χανιά, έμενε στη συνοικία Τοπανά κοντά στη Νέα Χώρα. Τον έπιασαν την 1η Σεπτέμβρη του 1944 στη στοά απέναντι από την Τριμάρτυρη (τη Μητρόπολη Χανίων στην οδό Χάληδων), τον οδήγησαν στο κολαστήριο της Αγιάς και τον εκτέλεσαν μαζί με άλλους 53 Χανιώτες αγωνιστές. Ήταν 16 Σεπτεμβρίου 1944. Ο Στέφανος ήταν 19 χρονών. Ήταν "ο τελευταίος Επονίτης που έπεσε κάτω από τα βόλια εκτελεστικού αποσπάσματος των κατακτητών".

Αντλώ όλες τις παραπάνω πληροφορίες από το εξαιρετικό βιβλίο του Σταύρου Βλοντάκη Η "Οχυρά θέσις Κρήτης" : χρονικό της γερμανικής κατοχής στα Χανιά απ' τον Οχτώβρη του 1944 ως το Μάη του 1945 και της αγγλογερμανικής απ' το Μάη ως τον Ιούλη του 1945 (1976). Ο συγγραφέας, επονίτης ο ίδιος τότε, φιλόλογος στη συνέχεια, κατέγραψε με λεπτομέρειες αλλά και με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο την κατάσταση στο Νομό Χανίων μετά τον Οκτώβριο του 1944 που έφυγαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής από την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ ο μισός νομός Χανίων (καθώς και η νήσος Μήλος) παρέμειναν κάτω από γερμανική κατοχή μέχρι τον Μάιο του 1945, αλλά και υπό αγγλογερμανική κατοχή μέχρι τον Ιούλιο 1945! Αποκάλυψε το ρόλο όχι μόνο των Γερμανών κατακτητών (που έτσι κι αλλιώς ήταν δεδομένος), αλλά και των Άγγλων συμμάχων αλλά και των ντόπιων συνεργατών με τους κατακτητές, αυτών που κατέδιδαν αγωνιστές πατριώτες, που σκότωσαν το Μανόλη Πιμπλή, που συνέλαβαν το νεαρό Στέφανο Σκαράκη, αλλά και ντόπιων παλληκαράδων της ΕΟΚ που κάποιοι είχαν ως στόχο τους το ΕΑΜ, όπως ο γνωστός Παύλος Γύπαρης που απείλησε με το φοβερό "Επαέ θα το κάνομε Ρέθεμνος!"!!!


Από τα παραπάνω εμπνεύστηκε να γράψει το τελευταίο της μυθιστόρημα και η Μάρω Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ", στο οποίο βέβαια δίνει ρόλο και στο νεαρό Στέφανο.

Το Λεύκωμα του Στέφανου τριγύριζε ανάμεσα στους νέους της πόλης καιρό μετά την εκτέλεσή του. ΄Εγραφε το 1945 ο Άγρυπνος τιμωρός:

"Αν ζούσες, φτωχέ μου φίλε, θα σου ευχόμουν κάθε πράγμα που μπορεί να επιθυμήσει μια νεανική καρδιά. Αλλά οι βάρβαροι Ούννοι σε εδολοφόνησαν άνανδρα και τώρα δεν μου μένει να σου ευχηθώ άλλο παρά η αγνή σου ψυχή να εύρη την αιωνίαν ανάπαυσιν και το χώμα που σε σκεπάζει να είναι ελαφρόν. 
Αιωνία σου η μνήμη αείμνηστέ μας συναγωνιστή Στέφανε."

Αιώνια μνήμη για τον Στέφανο Σκαράκη (19χρονος επονίτης, εκτελέστηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1944, αγωνιζόταν να φύγουν οι φασίστες από την Ελλάδα)

Αιώνια μνήμη για τον Κώστα Γεωργάκη (Κερκυραίος φοιτητής, αυτοπυρπολήθηκε στη Γένοβα στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, διαμαρτυρόμενος για τη χούντα στην Ελλάδα)

Αιώνια μνήμη για τον Παύλο Φύσσα (34χρονος μουσικός και εργατόπαιδο από τις γειτονιές του Πειραιά, δολοφονήθηκε από τους φασίστες στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, γιατί έγραφε και τραγουδούσε αντιφασιστικά τραγούδια, γιατί ήταν αντιφασίστας, γιατί ήθελε να μην ξανάρθει φασισμός)

Αφού δεν ζήτε, σας υπόσχομαι την Αιώνια Μνήμη! 

Κάτω ο φασισμός!

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ


Αλήθεια παντοτινή περιέχει  ο τίτλος της ανάρτησης, που είναι παρμένος από το ομότιτλο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα. Η Χανιώτισσα συγγραφέας στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας της για τα Χανιά (το πρώτο ήταν το "Αθώοι και φταίχτες") αναφέρεται στα πραγματικά γεγονότα της παράτασης της γερμανικής κατοχής στο νομό Χανίων μέχρι τον Μάιο 1945 (όταν στις 12 Οκτωβρίου 1944 η Αθήνα γιόρταζε την απελευθέρωση, το Δεκέμβρη του '44 συνέβησαν τα τραγικά γεγονότα στην Αθήνα που σήμαναν και την αφετηρία της πορείας προς τον εμφύλιο και το Μάιο του 1945 η Ευρώπη γιόρταζε την αντιφασιστική νίκη), ενώ και για δυο μήνες ακόμα παρέμεινε υπό αγγλογερμανική κατοχή.

Αφορμή για να γράψει την ιστορία της η συγγραφέας βρήκε στο γράμμα που έστειλε ο αντισυνταγματάρχης Παύλος Γύπαρης στον επίσκοπο Αγαθάγγελο ζητώντας του να μεσολαβήσει στους Γερμανούς ώστε να πετύχει συμφωνία  μαζί τους για να χτυπήσει τους "αναρχικούς". Και πολύτιμη πηγή ήταν το αξιόλογο βιβλίο του Σταύρου Βλοντάκη "Οχυρά θέσις Κρήτης" (που αξίζει να διαβαστεί έτσι κι αλλιώς ως ένα αποκαλυπτικό ιστορικό ντοκουμέντο).

Το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα χρησιμοποιεί τα στοιχεία της πραγματικής ιστορίας, τα οποία εμπλουτίζει αφηγηματικά και λογοτεχνικά, έτσι ώστε το βιβλίο να διαβάζεται  με πολύ ενδιαφέρον. Οι λεπτομερείς περιγραφές της δράσης των οργανώσεων και των μαχών που γίνονται στο νομό Χανίων δίνουν όλη την εικόνα των αγώνων και του ρόλου όχι μόνο των Γερμανών κατακτητών, αλλά και των Βρετανών συμμάχων και των ντόπιων φίλων τους που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ελέγξουν και να ποδηγετήσουν τους αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ακόμη και όταν τυπικά αγωνίζονταν από κοινού κατά του κατακτητή.

Εξαιρετικό στοιχείο του βιβλίου της Μάρως Δούκα είναι ότι αναδεικνύει ακριβώς αυτό το γεγονός της παρατεταμένης κατοχής στα Χανιά μαζί με το ρόλο που έπαιζαν οι σύμμαχοι στην Κρήτη σε όλη την περίοδο της κατοχής αρχικά και του εμφυλίου στη συνέχεια. Και είναι πραγματικά λυπηρό ακόμη περισσότερο όταν αυτό συμβαίνει σε έναν τόπο που ακριβώς πριν από 4 χρόνια, στις 20 Μαϊου 1941, οι άνθρωποί του είχαν αγωνιστεί όσο λίγοι στον κόσμο για το πολύτιμο αγαθό της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας.
 

"Και αρχίζει, 20 Μαϊου, απ' τις επτά το πρωί, η εναέρια έφοδος. Αρχηγός ο Γκέρινγκ, υπαρχηγός ο Στουντέντ. Σύννεφα αλεξιπτωτιστών σαν ακρίδες στον ουρανό. Το Καστέλι, ο βράχος της πόλης, για άλλη μια φορά στο έλεος των βομβαρδιστικών. Κι ένας εργάτης, ο Αλέκος Κουτσοδημητρόπουλος, Καστελιανός, πρόλαβε και μάζεψε τη σημαία που κυμάτιζε στο παλάτι της 5ης Μεραρχίας και την έκρυψε στο σπίτι του. Κανείς δεν την είχε σκεφτεί και κανείς ποτέ δεν θα την αναζητούσε. Ο βασιλιάς και η συνοδεία του είχαν ήδη επιβιβαστεί σε βρετανικό αντιτορπιλικό και αναχωρούσαν απ' το Λιβυκό για την Αίγυπτο".

Ναι, το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, μα αξίζει να το υποστηρίζουμε!