Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

Ένα τρένο εν κινήσει ο τόπος: Μνήμη Άλκης Ζέη

 

Χρονιά Άλκης Ζέη το 2023, εκατό χρόνια από τη γέννησή της. Για τις μέρες τούτες, πενήντα χρόνια από το Πολυτεχνείο, παραθέτω ως αφιέρωμα λίγα αποσπάσματα από το εμβληματικό έργο της «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».

[...] Το βαγόνι ταλαντεύεται επί τόπου. Η Ελένη κι ο Ευγένιος κοιτάζουν τρομαγμένοι τον Στέφανο και τον Πάνο που δεμένοι χέρι χέρι με χειροπέδες, πηδούν από το τρένο να δραπετεύσουν.

μοτέρ στοπ

- Δεν πηδάνε έτσι. Το τρένο είναι «εν κινήσει», ουρλιάζει ο σκηνοθέτης, και δεν ξέρει πως ο Πάνος έχει πηδήσει στ’ αλήθεια από τρένο εν κινήσει όταν τον είχανε συλλάβει Γερμανοί στην Κατοχή και τον μετέφεραν από ένα στρατόπεδο σε άλλο.

Ήτανε τότε δεκαεννιά χρονών και τώρα τα ΄χει καμπανιστά τα σαρανταπέντε.

Ο Πάνος σηκώνεται από χάμω, το ίδιο κι ο Στέφανος, μια και είναι δεμένοι μαζί. ανεβαίνουν ξανά στο τρένο για να Γίνει η πρόβα όπως θέλει ο σκηνοθέτης για την ίδια σκηνή.

Ο σκηνοθέτης θα ‘χει σίγουρα ακούσει τη φράση «κου ντ’ ετά ντε κολονέλ», μα πού να ξέρει πως αυτή η φράση έριξε στην υπερπαραγωγή του πέντε κομπάρσους, πέντε πολιτικούς πρόσφυγες, όπως λέγονται επίσημα. Χωρίς κάρτα εργασίας και με προβλήματα για κάρτα διαμονής.  Δεν ξέρει πως η Άννα έχει μια φρέσκια ουλή κάτω από το δεξί στήθος από τα βασανιστήρια της χούντας. Δεν ξέρει πως Μόλις πριν δυο μήνες βγήκε από τη φυλακή και ήρθε κρυφά στη Γαλλία με πλαστό διαβατήριο.

[...]

Τον Πάνο τον γνωρίζει από παιδί. Εκείνη ήτανε δεκαπέντε χρονώ κι αυτός δεκαοχτώ.  Στην κατοχή.  Μένανε στην ίδια πολυκατοικία.  Ένα πρωί την περίμενε στις σκάλες. Είχε παράξενο ύφος. «Έλα σε μια ώρα να με βρεις στην ταράτσα, στο πλυσταριό», της είπε φουριαστά και κατρακύλησε τις σκάλες. «Θέλει να με φιλήσει», συλλογίστηκε η Ελένη και πήγε από περιέργεια να δει πως είναι γιατί ακόμα δεν είχε φιληθεί με κανένα αγόρι. Τον βρήκε σκαρφαλωμένο στο γύρο της πέτρινης σκάφης. Της είπε πως αυτή ξεχώριζε από τα κορίτσια της γειτονιάς. Από την ανοιχτή πόρτα που έβγαζε στην ταράτσα φαινόντανε τα απλωμένα σεντόνια που ανέμιζαν σαν πανιά στο πέλαγος. Ο Πάνος την τράβηξε από τα χέρια να σκαρφαλώσει και αυτή στη σκάφη. «Τώρα θα με φιλήσει;» αναρωτήθηκε. Γιατί εκείνος είχε πλησιάσει το κεφάλι του πολύ κοντά στο δικό της. Άραγε έπρεπε ν’ ανοίξει τα χείλια της ή να τα κρατάει κλειστά; «Δεν νιώθεις τίποτα;» άκουσε ψιθυριστή τη φωνή του Πάνου. «Ναι», απάντησε, μα δεν ήτανε σίγουρη αν ένιωθε κάτι. Δεν τη φίλησε. Της πρότεινε να μπει στην οργάνωση και να βγούνε μαζί να γράψουνε συνθήματα στους τοίχους. «Δεν νιώθεις τους καταχτητές να σου πλακώνουνε το στήθος;» Ακούμπησε το χέρι του στο στήθος της κι άκουσε την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά. «Το ‘λεγα πώς ξεχωρίζεις απ’ τ’ άλλα κορίτσια».

[...]

- Μ’ αυτό το νυχτικό μοιάζεις είκοσι χρονών, ξαναλέει ο Ευγένιος, που νόμισε πως Ελένη δεν πρόσεξε τι είχε πει.
Εκείνη πάει και κάθεται δίπλα του.
- Τότε, σου άρεσα λιγάκι.
Ήρθε η σειρά του Ευγένιου να ξαφνιαστεί.
- Τότε, ποιος τολμούσε! Ήσουνα η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Η Ελένη σωπαίνει.
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα!
Ποια είναι η κοπέλα;
Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα
Πιάσανε την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Βγήκε η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Έφυγε η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.
Απ’ όπου περνούσε. Τόσες γλώσσες, τόσες χώρες. Με διαβατήριο: αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα. Μέχρι τα βάθη της Ασίας. Όλο το δρόμο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Λίγο πιο κει από τη Σαμαρκάνδη ως την Τασκένδη, όπου έχει καταφύγει ο Αχιλλέας μετά τον εμφύλιο. Τασκέντ, όπως τη λένε ρωσικά, που το ένα της γράμμα μοιάζει με τρίαινα του Ποσειδώνα χωρίς το κοντάρι της.

[...]

Ένα χρόνο τώρα γυρνάω μ’ ένα ταγάρι και μία καθαρή κιλότα μέσα. Ένα χρόνο κοιμάμαι σε ξένα σπίτια. Κάθε μέρα κι ένας λιγότερος. Πιάσανε τη Νίνα, τον Πάνο, τον Ευγένιο. Ήτανε δέκα μικροί νέγροι κι έμεινε ένας, εγώ, απ’ όλη τη συντροφιά. Αυτό είναι το χειρότερο, χωρίς φίλους. Κάθε τόσο συναντάω τη Λίζα στα βιαστικά, να μου φέρει κανένα ρούχο και λεφτά. Έχει, λέέι, βάλει πάνω στη βιβλιοθήκη μόλις μπαίνεις στο χολ του σπιτιού μας τη φωτογραφία του πατέρα με τα παράσημα από τον πόλεμο. Να γυρίσω σπίτι κι αν έρθουν να ψάξουν, μπορεί να τους σταματήσει ο νεκρός ήρωας της Αλβανίας. Δεν θα τους σταματήσει τίποτα. Δεν είμαι η κόρη του ήρωα, είμαι η αρραβωνιαστικιά του συμμορίτη. «Πού θα μείνεις απόψε;» ρωτάει ανήσυχα η Λίζα. «Έχω κάπου». Δεν έχω πουθενά. Είναι απόγευμα κι ακόμα δεν ξέρω πού θα περάσω αυτή τη νύχτα. Δεν ξέρω ποια πόρτα να χτυπήσω. «Μπορώ; Γι’ απόψε μονάχα;» Χτύπησα την πόρτα της Έρσης. Με την Έρση καθόμασταν 12 χρόνια στο ίδιο θρανίο. Τα Σαββατοκύριακα τα περνούσαμε μαζί, πότε στο σπίτι της, πότε στο δικό μας. Άνοιξε την πόρτα η ίδια και με κράτησε στο κεφαλόσκαλο. Δεν μου είπε Φοβάμαι. Δεν είπε οι δικοί μου δεν θα θέλουν. Μόνο: «Φύγε, φύγε». Δεν έφυγα αμέσως. Δεν ξέρω γιατί. «Εσείς που παίρνετε τα παιδιά και τα κάνετε γενίτσαρους, εσείς που σφάζετε…» Φεύγω χωρίς να της πω: «Εμάς που μας στήνετε στον τοίχο…» Στάθηκα για λίγο βουβή μπροστά στην κλειστή πόρτα.

Στην πρώτη δημοτικού, την πρώτη μέρα του σχολείου, δυο κοριτσάκια κάθονται παράμερα, φοβισμένα. Η Έρση και η Δάφνη. Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε, τα δάχτυλά μας βρέθηκαν πλεγμένα. Μείναμε έτσι 12 χρόνια. Όχι, δεν ερχότανε μαζί μου να γράψουμε στους τοίχους, μα βοηθούσε στα μαθητικά συσσίτια. Τον Δεκέμβρη του ‘44 μας χώρισαν αδιαπέραστα σύνορα. Έμενε προς τη μεριά που ήταν οι Εγγλέζοι και οι άλλοι. Όταν τη συνάντησα μετά, μου μιλούσε για κουβάδες μάτια. Έλεγα πως τρόμαξε και θα της περάσει. Τώρα το μίσος στα μάτια της Έρσης, το μίσος στη δική μου ψυχή. Τώρα ο εχθρός είναι η Δάφνη. Τώρα ο εχθρός είναι η Έρση.

[...]

Η εκκλησία είναι μικρή, ο κόσμος στριμώχνεται και όλο καταφθάνουν κι άλλοι. Όλοι σχεδόν οι πολιτικοί πρόσφυγες του Παρισιού μαζεύτηκαν για το στερνό αντίο στον Οθέλλο. Ο πρώτος νεκρός. Το Λιοντάρι του Ντανφέρ φοράει μπλε σκούρο κοστούμι, σαν κι αυτό που είχε φέρει επιτέλους ο Αχιλλέας από ένα ταξίδι στην «έδρα» και μαύρη γραβάτα. Κρατάει τον λόγο του γραμμένο κι αρχίζει: «Το θέατρο έχασε έναν πρωταγωνιστή και ο αγώνας μας έναν αγωνιστή…»

[...]

Τα χέρια του Ευγένιου είναι λεπτά, με μακριά δάχτυλα και ροζ οβάλ νύχια. Τα κοιτάζω, έτσι που τα έχει ακουμπισμένα στο γύρο του παράθυρου. Ήθελε να γίνει χειρουργός, δεν πρόλαβε.  Κανείς από τη γενιά μας δεν πρόλαβε. Μας προλάβαιναν άλλα. Πόλεμος. Δεκέμβρης, εμφύλιος, δικτατορία. Όλο τα παλιά θυμόσαστε. Μας βαριούνται. Δεν λέμε να τα ξεχάσουμε, είναι όλη μας η ζωή. Πόσες φορές είπαμε να τη φτιάξουμε από την αρχή! Δεν είναι το κουράγιο που μας έλειψε. Πώς το λέγαμε, Ευγένιε, τότε το «κάνω έρωτα»; Το ξεχάσαμε. Ίσως, όμως, αυτό το ξεχασμένο… Όχι, όχι ο Ντιντιέ. Είναι τόσο ξένος. Με σένα είμαστε το ίδιο. Θα μιλάς για τις διαγραφές σου, θα σου λέω για τον Αχιλλέα, όταν μάζευα τις τρίχες από το σαμαροσκούτι του. Μετά, για την Τασκένδη, για το κορίτσι με τον πυράκανθο του Ζαν-Πωλ, για τον Ζαν-Πωλ που δεν έγινε μεγάλος ζωγράφος. Θα σου γνωρίσω τον Φράνκο και τη Λάουρα, που θα ‘ρθουν την άλλη βδομάδα να μας δουν, θα τους αγαπήσεις. Κι όταν η δικτατορία φύγει …  καλά, όταν τους διώξουμε … με σένα, βλέπεις, δεν θα με πειράζει, γιατί το ξέρω, μόλις κάνω να γδυθώ, θα φανεί στην πλάτη μου, σαν τη σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό που βάζαμε στη βασιλόπιτα, χαραγμένο για πάντα: Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα.

μοτέρ στοπ

Δεν διάλεξα τυχαία το συγκεκριμένο βιβλίο της Άλκης Ζέη. Περιγράφει γλαφυρά την ιστορία μιας παρέας νέων ανθρώπων, αλλά και συμβολικά τη μοίρα του τόπου μας, αλλά και της αριστεράς τα χρόνια από τον εμφύλιο και πέρα. Το «τρένο εν κινήσει» μου ΄φερε στο μυαλό το σημερινό «κόμμα εν κινήσει». Έτσι αποκάλεσε κάποια στιγμή ο Αριστείδης Μπαλτάς τον Σύριζα, έτσι επιγράφεται ο συλλογικός τόμος που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Παραθέτω μια πρόταση από την περιγραφή του:

Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για ένα νέο παράδειγμα αριστερής πολιτικής ή για το πέρασμα στην άλλη όχθη, ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος εξουσίας - ή για έναν "πειραματισμό" σε μια εποχή όπου οι πολιτικές ταυτότητες μοιάζουν πιο ρευστές από ποτέ, επιτρέποντας να αναδύονται μορφολογίες ακατάτακτες.

Φοβάμαι πως οι πειραματισμοί ζάλισαν, χάλασε η μηχανή στο κόμμα εν κινήσει... Κρίμα στις ελπίδες!

Χαλασμένη, όμως, είναι η μηχανή και συνολικά στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας, 

  • όταν αφιέρωσαν τόσες ώρες στη Βουλή με ανούσιες τελικά συζητήσεις και αντεγκλήσεις στο θέμα της εξεταστικής για το έγκλημα των Τεμπών, μ' έναν κορυφαίο κυβερνητικό παράγοντα (Βορίδη) να προγράφει το αποτέλεσμα των ερευνών και μια αδύναμη αντιπολίτευση να μην μπορεί να βρίσκει κοινά σημεία σε τέτοια τραγικά ζητήματα,
  • όταν μια πρώην υπουργός παιδείας επισείει «κινδύνους» από την επέλαση των «σκουρόχρωμων» στην Ευρώπη, ενώ σε λίγες μέρες φονεύεται από αστυνομικό ένας 17χρονος μαθητής με τον χαρακτηρισμό «17χρονος ρομά» και ο αρμόδιος υπουργός επικαλείται «ανωμαλίες» λόγω «απείθειας»,

χαλασμένη η μηχανή και παγκόσμια,

  • όταν η κλιματική κρίση όλο και απλώνεται και βαθαίνουν οι διακρίσεις, οι διαιρέσεις, οι ανισότητες στον κόσμο,
  • όταν οι συνεννοήσεις μεταξύ κρατών βασίζονται στα συμφέροντα των μεγάλων και στις αγοραπωλησίες όπλων, όταν σκοτώνονται άμαχοι και χιλιάδες παιδιά ανάμεσά τους και η επίκληση της ανθρωπιστικής βοήθειας ακούγεται μόνο σαν ειρωνεία στ' αυτιά μας, όταν καταστρέφονται πολιτισμοί και η ίδια η μνήμη, συλλογική και ατομική, όταν η ειρήνη γίνεται ζητούμενο χωρίς αντίκρυσμα...

Η Άλκη Ζέη αγαπούσε τα παιδιά και τα παιδιά την αγαπούσαν, τους έλεγε ωραίες ιστορίες από το σήμερα και από το χθες. Τα παιδιά και τα εγγόνια θέλουν ν΄ακούνε ιστορίες.

Σαν κι αυτή που έχω στο μυαλό μου σήμερα, τι έγινε εκείνη την Τετάρτη του Νοέμβρη 1973, θυμάμαι τη μορφή του ωραίου Κρητικού, του Νίκου Ξυλούρη, ανέβηκε στα σκαλιά του κτιρίου της Πρυτανείας στο Πολυτεχνείο, τραγούδησε το Πότε θα κάνει ξαστεριά και τραγουδούσαμε μαζί, από τις ωραιότερες, τις πιο συγκλονιστικές εικόνες που κρατώ πάντα ζωντανές.

...................................................................................

Σημείωση

Τα αποσπάσματα από το μυθιστόρηαμ της Άλκης Ζέη είναι από την τρίτη έκδοση του βιβλίου στις εκδόσεις Κέδρος (1987) που έχω στη βιβλιοθήκη μου, ενώ στον ίδιο εκδοτικό είχε κάνει 34 εκδόσεις μέχρι το 2008. Σήμερα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

Φαντάζομαι την Τζίνα Πολίτη με μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά

 

[...] παρομοιάζω τον εαυτό μου με μια σεβάσμια βικτωριανή οικονόμο, από τη ζώνη της οποίας κρέμεται μια μεγάλη αρμαθιά από κλειδιά [...] *

 Στα κείμενά της η Τζίνα Πολίτη αναζητεί τα κλειδιά που θα την πάνε σε μια άλλη σκέψη, ένα άλλο έργο, μια άλλη ιδέα, θα την οδηγήσουν σ' ένα φως (ή και σ' ένα σκοτάδι, από τα πολλά της ιστορίας των ανθρώπων;). Γράφει:

Πανάρχαιο σύμβολο το κλειδί, και διαχρονικό, όπως το φως και το σκοτάδι, δεν χάνεται ποτέ, από εποχή σε εποχή, μέσα από τη γλώσσα, την ποίηση, τη σκέψη, πάντα, ως τον τελευταίο άνθρωπο, θα μεταβιβάζεται. **

Και μαζί, συνεχώς είναι κεντρικό το ζήτημα της μνήμης. Δυο είναι τα πηγάδια της μνήμης έγραφε, το πηγάδι της ζωής, με τις μνήμες άσβηστες σαν εκείνη της πλατείας Αγάμων όταν ήταν 12 χρονών κοριτσάκι, και το πηγάδι των αναγνωσμάτων, όπου 

από τα κοιτάσματα του αρχείου μιας μισοσκότεινης βιβλιοθήκης, αναδύονται ξάφνου από τα έγκατα [...] απρόσμενοι, συναρπαστικοί συνειρμοί, η επεξεργασία των οποίων καταλήγει κυριολεκτικά στη μετάπλασή τους σε κλειδί».

Το αρχείο, ως «τόπος μνήμης και λήθης» και οι λέξεις που «έχουν τη δύναμη να πληγώνουν, ακόμα και να θανατώνουν» γίνονται τα κλειδιά (συμπεραίνω εγώ) για το «ανεπούλωτο τραύμα που άφησε εντός μου το ήδη και από πάντα απέθαντο Εμφύλιο Σώμα της ιστορίας μας».

Είναι εξαιρετικό το κείμενο με τίτλο «Η ποιητική του Αρχείου» (απ' όπου και τα παραπάνω), όπου κάνει λόγο για τις δορύαιμες και αυτοκτόνες λέξεις, μεταφέροντας λόγια του Ελύτη από το Άξιον εστί, για να καταδείξει τη διαφορά ανάμεσα «στον απαθή λόγο της ιστορίας και εκείνον της λογοτεχνίας».*** Γραμμένο το 2014 με αφορμή το βιβλίο «Εμφύλιο σώμα» του Κώστα Βούλγαρη, αποτελεί ένα εμβληματικό, κατά τη γνώμη μου, κείμενο για τον ρόλο, την αποστολή, τη σύνθεση, την ιστορία, τον «πυρετό» των αρχείων. Και όπως σε όλα της τα κείμενα, βγάζει ένα ένα τα κλειδιά από την αρμαθιά που κρέμονται από τη ζώνη της και μας ανοίγει τις πόρτες και για άλλους κόσμους, μας παραπέμπει σε άλλες πηγές, στα λόγια άλλων δημιουργών, όχι με απλή αναφορά βέβαια, αλλά με ερμηνεία, σύνδεση, σύγκριση. Ας αναφέρω από αυτά, πέρα από τα λεξικά στα οποία προσέτρεξε για να ορίσει αρχικά την έννοια του αρχείου, τα Δοκίμια του Μπόρχες και το βιβλίο της Nicole Loraux Η διχασμένη πόλη: Η λήθη στη μνήμη της Αθήνας (που μόλις τον προηγούμενο μήνα διάβασα, είναι εξαντλημένο από τον εκδότη, το βρήκα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων).

Η μνήμη και οι απώλειες πάντα. Στη διάλεξη με τίτλο «Δαιμονοποίηση και εξιδανίκευση του Νότου» που είχε δώσει στις 13 Φεβρουαρίου 2014 για το Ινστιτούτο Πουλαντζά μας καλεί ν' ακούσουμε αυτή τη διάλεξη σαν το «ρέκβιεμ ενός πανεπιστημιακού λόγου που χάνεται», σε μια εποχή όπου «τα ποτάμια της μνήμης και της προσδοκίας συνεχώς στερεύουν». ****

Η Τζίνα Πολίτη έφυγε χθες στα 93 της χρόνια. Ήταν μια ωραία γυναίκα, μια επιφανής επιστημόνισσα, μια σπουδαία προσωπικότητα της αριστεράς. Αντιγράφω την αρχή από το αναλυτικό πλούσιο βιογραφικό που δημοσιεύεται στο βιβλίο της Αναζητώντας το κλειδί:

Η Τζίνα Πολίτη, ομότιμη καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 και έζησε από παιδί όλες τις εθνικές τραγωδίες που δοκίμασαν και δοκιμάζουν ακόμα τη χώρα μας. Αυτή η ιστορική εμπειρία καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την διά βίου ένταξή της στην Αριστερά και τις θεωρητικές προσεγγίσεις της λογοτεχνικής έρευνάς της. Η πρώτη εκδοτική της απόπειρα στο χώρο της Λογοτεχνίας ήταν η μετάφραση που έκανε από τα αγγλικά στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Joseph Conrad «Ο Νέγρος του Ναρκίσσου», η οποία δημοσιεύτηκε το 1949 σε συνέχειες στη Νέα Εστία. Το 1950 πήρε υποτροφία από το κολλέγιο Barnard του πανεπιστημίου Columbia για να σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία ...

Ιδιαίτερο αντικείμενό της, ανάμεσα στα άλλα, ήταν η αγγλική λογοτεχνία, η ανάλυση της οποίας ήταν ένα βύθισμα στα πίσω από τις λέξεις, στα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά δεδομένα της εποχής που είχε γραφτεί ή που αναφέρεται κάθε έργο. Έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που έχει συγκεντρώσει στο βιβλίο της «Η διαλεκτική της εξουσίας ...» (αρχικά δημοσιευμένα αλλού) και όπου παρουσιάζει και ερμηνεύει μέσα από έργα της αγγλικής λογοτεχνίας προηγούμενων αιώνων τις αντιλήψεις και τις κατεστημένες ιδέες της εποχής αλλά και την ανάδυση νέων ιδεών και νέων θεσμών. 

Έτσι, για παράδειγμα, στο κείμενο του 2010 με τίτλο «Ο αφηγητής ως μετωνυμία της πολιτικής στο μυθιστόρημα», αναλύοντας έργα του Χένρυ Φίλντινγκ, μας μιλά για την εμφάνιση  της πολιτικής οντότητας «κόμμα» και της πολιτικής τελετουργίας «εκλογές» και μας μεταφέρει λόγια του αφηγητή όπως:

αυτές τις σπουδαίες τέχνες που ο λαός αποκαλεί "απάτη", "υποκρισία", "υποσχέσεις", "ψεύδη" και "δολιότητα" [...] οι μεγάλοι άνδρες τις αποκαλούν χάριν συντομίας με το συλλογικό όνομα "πολίτευμα" ή "πολιτική", ή μάλλον "πόλιτρικς" (politrics). *****

Κάνει αναδρομή στον θεσμό των εκλογών στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο οι άντρες και μόνο αυτοί που κατείχαν τίτλους κυριότητας ακινήτου, και αναφέρει περιστατικό από τις βουλευτικές εκλογές της 17ης Απριλίου 1754 στην κομητεία της Οξφόρδης, το οποίο μάλιστα έχει απαθανατιστεί από τον ζωγράφο Ουίλλιαμ Χόγκαρθ (William Hogarth) σε μια σειρά τεσσάρων πινάκων με τίτλο "Humours of an Election" (αστεία από μια εκλογική αναμέτρηση).

Ψηφοθηρία: Ένας από τους πίνακες της σειράς "Humours of an Election" του Hogarth

Συγγραφείς όπως ο Φίλντινγκ, ο Σουίφτ, ο Ντιφόου και άλλοι είχαν σχέση με πολιτικά κόμματα και η Τζίνα Πολίτη αναζητά και συγκρίνει τις σχέσεις με την πολιτική των συγγραφέων και των ηρώων τους στα λογοτεχνικά έργα. Αναζητά τη σχέση πολιτικής και ηθικής στα έργα αυτά, όπου συχνά «η ύπαρξη του ενός αποκλείει την ύπαρξη του άλλου».

Μιλώντας για τη γλώσσα των λογοτεχνικών κειμένων, κάνει αναφορά στην «ανατρεπτική», όπως την ονομάζει, πολιτική της γλώσσας και στο Μανιφέστο της γλώσσας που συνέταξε η Βασιλική Εταιρεία το 1660, το οποίο ευνοεί τον άμεσο, αυθεντικό, απερίφραστο τρόπο ομιλίας, «προτιμώντας εντέλει τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι τεχνίτες, οι χωρικοί και οι έμποροι από τη γλώσσα των ευφυολόγων και των λογίων» (και μας θυμίζει δικές μας καταστάσεις από εκείνη την εποχή ακόμη αλλά που κράτησαν πολύ...).

Εκτός από τα πάμπολλα αποκόμματα που έχω στο σπίτι, στη βιβλιοθήκη μου υπάρχουν τα βιβλία της:

ενώ ένα εξαιρετικό κείμενό της υπάρχει στον συλλογικό τόμο 

Δεν εξαντλούνται οι αναφορές στο και από το γραπτό έργο της Τζίνας Πολίτη, η αρμαθιά είναι γεμάτη κλειδιά κι εμείς, μπαίνοντας στους κόσμους της, μπαίνουμε στους κόσμους της γνώσης και των στοχασμών, της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της πολιτικής και της ηθικής, της δικαιοσύνης, των αντιφάσεων εξουσίας και δημοκρατίας. Αυτός ήταν ο κόσμος της, κι αυτή ήταν η Τζίνα Πολίτη, μια επιφανής διανοούμενη και μια δυναμική ακτιβίστρια της Αριστεράς (δυναμικές οι παρεμβάσεις της σε ζητήματα διακρίσεων κ.ά., όπως ήταν η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου). Έχω την εικόνα της, μοναδική φορά που τη συνάντησα, 3 Ιουλίου 2017 στο καφέ πάνω από τη Στοά του Βιβλίου (πάει πια και η Στοά Βιβλίου, πάει και η Μυρσίνη Ζορμπά) όταν έγινε παρουσίαση του βιβλίου της «Αναζητώντας το κλειδί».
 
Φαντάζομαι την Τζίνα Πολίτη με μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά περασμένη στη ζώνη της ποδιάς της...
 
 .....................................................................................................

 Παραπομπές

*  «Αναζητώντας το κλειδί», σελ. 156

**  «Αναζητώντας το κλειδί», σελ. 154

*** «Αναζητώντας το κλειδί», σελ. 125. Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί και εδώ: https://www.oanagnostis.gr/i-piitiki-tou-archiou/

****  Αξίζει να την δείτε όλη, υπάρχει εδώ: https://vimeo.com/87623705
 
***** Η διαλεκτική εξουσίας.... σελ.17
 
 

 


 

 

 

 

 

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

"Η επανάστασις υπήρξεν αναίμακτος..."


Μας κλείσανε σ' αυτά τα κελλιά. Κανείς δεν υπάρχει. Είτε κλάψεις είτε πονέσεις, κανείς δε γνοιάζεται. Ποιος γνοιάζεται για το διπλανό που βγάζει τα πνεμόνια του; Μόνο μην τους πεθάνεις. Αυτό απαγορεύεται από τον κανονισμό. Και απάνω όταν χτυπάνε το προσέχουνε. Δε θέλουνε μπερδέματα. Δύσκολες μετά οι διατυπώσεις. Το αποφεύγουν. Ξέρω ότι έχουνε ένα γιατρό, Κιούπη τον λένε, και προσέχει. Κρατάει το σφυγμό, και τους λέει αν μπορούν ή όχι να προχωρήσουν. Ξέρει να συνεφέρνει, και δίνει καρδιοτονωτικά όταν τους κάνουνε ηλεκτροσόκ. Ωστόσο, στην Αθήαν εξαφανίστηκαν κάμποσοι. Και δθο τρεις οικογένειες διατάχτηκαν να παραλάβουν φέρετρα σφραγισμένα. Εν τούτοις "η Επανάστασις υπήρξεν αναίμακτος...".

Έτσι περιγράφει την Κόλαση της Μπουμπουλίνας η ηθοποιός Κίττυ Αρσένη όταν την πιάσανε τον Απρίλη του 67, "στην οδό Μπουμπουλίνας, σ' ένα παλιό κτίριο, στα υπόγειά του, όπου στεγαζόταν τότε η Γενική Ασφάλεια", όπως περιγράφει την αντίστοιχη εμπειρία της η Μάρω Δούκα στην Πηγάδα (είχα γράψει εδώ).

Όταν πήγαν στο σπίτι να την πάρουν, έκαναν τις συστάσεις στη μάνα της: "Είμαι ο Λάμπρου [ο νέος προϊστάμενος της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών]. Και οι άλλοι δυό ανώτεροι αξιωματικοί της Ασφαλείας, Μπάμπαλης και Μάλλιος."

Ήτανε 2 ή 3 τη νύχτα. Το απόγευμα στο θέατρο την είχανε προειδοποιήσει να προσέχει, είχανε ήδη πιάσει το Μίκη.

Ο θόρυβος γύρω μου είναι εκκωφαντικός και παράξενος. Σιδερένιοι ήχοι χτυπάνε σαν τα καζάνια της κόλασης μέσα στο κεφάλι μου. Ακουμπάω το πρόσωπό μου στο τσιμέντο να δροσιστώ λιγάκι. Μυρίζει κάτουρο. Κατάλαβα. Εδώ θα είναι αυτό που λένε «αυστηρά απομόνωση». Δεν τρως, δεν πίνεις νερό και κάνεις τις σωματικές σου ανάγκες εδώ μέσα. Ο λαιμός μου είναι στεγνός. Έχω μια γεύση αίματος στο στόμα μου. Πιάνω το αριστερό μου μάτι που με καίει και το αισθάνομαι πρησμένο. Το κεφάλι μου κουδουνίζει και πονάει όπου και να τ’ ακουμπίσω. Τα μαλλιά μου μού μένουνε τούφες στα χέρια. Πονάνε τα πόδια μου στα πέλματα, οι κλειδώσεις των χεριών μου, πονάει το κορμί μου ολόκληρο και το μόνο που θέλω είναι νερό. Ένα ποτήρι νερό.
Τη ρίξανε στο κελί με το νούμερο 18. "Από σήμερα ονομάζομαι 18".

Από παντού ακούγονται φωνές, βογγητά, βρισιές, απειλές, όλα ανακατεμένα  στο όνομα της "αναιμάκτου επαναστάσεως".


Και ποιοί ήταν οι άνθρωποι αυτοί; Τι ήθελαν;

Τόσα χρόνια δε μας είχανε αφήσει να μιλήσουμε, να κουβεντιάσουμε, να διαβάσουμε. Μόλις είχαν αρχίσει να ψιθυρίζονται οι θρύλοι της Αντίστασης και το αίμα του Εμφύλιου πολέμου. Τότε τραγουδήσαμε «Το τραγούδι του Νεκρού Αδερφού» και τη «Ρωμιοσύνη». Κλάψαμε τους νεκρούς μας, κηδέψαμε το Λαμπράκη και τον Πέτρουλα. Περπατήσαμε χέρι με χέρι στις Πορείες Ειρήνης. Αν η Πορεία Ειρήνης είναι ένα ψέμα, μας κάνανε αυτοί να το καταλάβουμε. Μας είπαν, δεν υπάρχουν περιστέρια. Τώρα φωτιά και σίδερο. Θα τους πολεμήσουμε. Με χαρτοπόλεμο στην αρχή. Πιάστηκα την ώρα του χαρτοπόλεμου. Δεν έχει σημασία. Θα τους πολεμήσουμε. Εγώ έπρεπε να τόχα καταλάβει νωρίτερα. Στο σχολείο ακόμα. Ο γυμνασιάρχης μάς έκανε φασιστικά κηρύγματα. Εγώ τότε προτίμησα την Αντιγόνη. Τίποτ’ άλλο.  

Ανακρίσεις καθημερινές, βασανιστήρια, φάλαγγα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, στην ταράτσα, στην πηγάδα. Φάλαγγα...
'Οσην ώρα αυτός ο ξανθός με τους παραφουσκωμένους μυς βάραγε φάλαγγα, όλοι οι άλλοι χοροπηδάγανε απάνω μου, πατούσαν στο στομάχι μου, μου σφίγγανε το λαιμό, μου ανάβανε σπίρτα να μου κάψουνε τα μάτια. 
Δε μιλάει, άρα είναι κομμουνίστρια, της φωνάζει ο Λάμπρου. "Θα σας σφάξουμε όλους, θα σας κρεμάσουμε", την απειλεί. Κι ύστερα ήρθε στο κελί της ένας Γεωργαντάς και της λέει:
Σε λυπάμαι. Σε ανεβάζουν, σε κατεβάζουν. Γιατί δε μιλάς να ξεμπερδεύεις; Θα σου πω κάτι και να με θυμηθείς. Γιατί οι δεξιοί έχουν αυτοκίνητα, πάνε στη θάλασσα, χαίρονται τις ταβέρνες και τη ζωή τους; Ε; Γιατί ξέρουν το συμφέρον τους. Οι αριστεροί δε κοιτάνε το συμφέρον τους, παρά ασχολούνται με το τί κάνει ο κόσμος....

62 μέρες στην Ασφάλεια η Κίττυ Αρσένη κι ύστερα φυλακή. Το 1968 κατάφερε να φύγει από την Ελλάδα παράνομα και κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης τις συγκλονιστικές μαρτυρίες της από τα βασανιστήρια στα κρατητήρια της Μπουμπουλίνας. Όλα αυτά κυκλοφόρησαν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Θεμέλιο με τον τίτλο "Μπουμπουλίνας 18", ενώ επανέκδοση έγινε το 2013 από την εφημερίδα Αυγή.

Αφιερωμένα τα παραπάνω στην Εφημερίδα Καθημερινή και στον κύριο Ανδρέα Δρυμιώτη. Ο τελευταίος, συστήνεται σήμερα ως σύμβουλος επιχειρήσεων,  είναι όμως πολύ γνωστός, στους παλιούς τουλάχιστον, ως ο άνθρωπος της πληροφορικής από την δεκαετία του '80 και το Γραφείο Δοξιάδη, τη Singular κτλ., που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών στη χώρα μας. Η αφιέρωση της σημερινής ανάρτησης δεν οφείλεται στην προηγούμενη επαγγελματική και επιχειρηματική του δραστηριότητα, αλλά στις αντιαριστερές εμμονές του που ξεφεύγουν κάθε ορίου δημοκρατικής και διαλεκτικής αντιπαράθεσης, θεμιτής στο πλαίσιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, και αγγίζουν τα όρια μιας φασίζουσας συμπεριφοράς απέναντι σε ό,τι δεν είναι με το μέρος του, δεν του αρέσει, δεν συμφωνεί, δεν τον συμφέρει.

Αφορμή, η σημερινή μέρα της 21ης Απριλίου που έχει εγγραφεί στη μνήμη των παλιών, αλλά και στο υποσυνείδητο κάθε δημοκρατικού ανθρώπου ως ημέρα που ξεκίνησε μια μαύρη περίοδος στην πατρίδα μας και που κάθε άλλο παρά αναίμακτη και ήρεμη ήταν. Δεν είναι λοιπόν, τυχαίο, που διάλεξε η Καθημερινή ανήμερα της 21ης Απριλίου να δημοσιεύσει το άρθρο του κ. Δρυμιώτη με τον τίτλο "Ακόμα πληρώνουμε την 21η Απριλίου 1967", μάλλον διάλεξε να αναδημοσιεύσει το ίδιο ακριβώς άρθρο και με τον ίδιο τίτλο που είχε βάλει την ίδια μέρα το 2018! Γράφει ο κ. Δρυμιώτης: "Αν είχαν επίγνωση των πράξεών τους οι πρωταίτιοι της χούντας έπρεπε να είχαν αυτοκτονήσει γιατί απέτυχαν παταγωδώς. Επέβαλαν τη χούντα με το πρόσχημα ότι θέλουν να ανακόψουν την πορεία της Ελλάδας προς τον Κομμουνισμό και ουσιαστικά ενίσχυσαν την τάση αυτή όσο κανένας άλλος! " Αλήθεια, νομίζουν με τους λίβελλους του κ. Δρυμιώτη θα καταφέρουν την αποδόμηση της αριστεράς και των αριστερών, την αναθεώρηση της Ιστορίας, το σβήσιμο της μνήμης, την άφεση αμαρτιών στη χούντα και στους σύγχρονους εκφραστές της, ή αναζητούν την κατασκευή ενός Μεσσία κάποιας μεγάλης ανύπαρκτης ιδέας; Και η επανάληψη τι νόημα είχε; Την πλύση εγκεφάλου, ας πούμε, των αναγνωστών της εφημερίδας;

Αναζητήστε τη σημερινή συνομιλία του παλαίμαχου δημοσιογράφου Κωστή Γιούργου στο Κόκκινο και στον Νίκο Ξυδάκη, που συνελήφθη τον Απρίλιο του 1968 και καταδικάστηκε λίγους μήνες αργότερα από το Διαρκές Στρατοδικείο της Αθήνας σε ποινή φυλάκισης 16 χρόνων με την κατηγορία της προδοσίας. Ήτανε μόνο 21 χρονών. Ακούστε τον να μιλά για την παρέα των παιδιών από το Ηράκλειο Κρήτης, τον Καρυωτάκη, τον Γιανναδάκη, τον Ζεβελάκη και άλλους, για τα βασανιστήρια, για τη φάλαγγα, για τη Μπουμπουλίνας.
 Άλλος κόσμος, άλλες αξίες...

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Όταν γράφει το μολύβι, της Βασιλικής Πέτσα: πολιτική βία και πολιτισμική μνήμη στη λογοτεχνία



Πολιτική βία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Μάης του '68, αριστερά, άκρα αριστερά, ένοπλη βία, αντικαθεστωτικές οργανώσεις, Ιταλία, Ελλάδα, μνήμη, συλλογική μνήμη, ιστορική μνήμη, επικοινωνιακή μνήμη, πολιτισμική μνήμη, λογοτεχνία, ιταλική πεζογραφία, ελληνική πεζογραφία. Τόσες κι άλλες τόσες οι λέξεις-κλειδιά που θα 'πρεπε να δώσω για μια κατά το δυνατόν πλήρη τεκμηρίωση του βιβλίου της Βασιλικής Πέτσα με τίτλο "Όταν γράφει το μολύβι: πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία" (Πόλις, 2016).

Η συγγραφέας εστιάζει στη λογοτεχνική αναπαράσταση της πολιτικής βίας στην Ελλάδα και στην Ιταλία, καταλήγοντας στη συγκριτική αποτίμησή τους με λογοτεχνικές και ευρύτερα πολιτισμικές παρατηρήσεις. Δεδομένου ότι το βιβλίο βασίζεται στη διδακτορική της διατριβή, περιέχει ενδελεχή μελέτη του φαινομένου της πολιτικής βίας όπως εκδηλώθηκε στις δύο χώρες και, κυρίως, όπως αποτυπώθηκε στη μνήμη και στη συμπεριφορά του κόσμου και εκφράστηκε στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία. Η έρευνα, λόγω του εύρους και των αποκλίσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, περιορίζεται στη δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και που στην περίπτωση της Ελλάδας έδρασαν στη διάρκεια της δικτατορίας. 

Στο πλαίσιο εννοιολογικής διερεύνησης της πολιτικής βίας, παρατηρεί ότι υπάρχει νοηματική ευρύτητα και πολυσημία, με αποτέλεσμα τη δυσκολία διατύπωσης οριστικού, ευρέως αποδεκτού, προσδιορισμού της έννοιας. Παρατηρεί, επίσης, ότι οι φορείς («από το Κέντρο ως την άκρα Αριστερά») που άσκησαν ένοπλη πολιτική βία στην Ελλάδα στη διάρκεια της δικτατορίας (ενάντιά της) ονομάστηκαν «αντικαθεστωτικές ένοπλες οργανώσεις», ενώ αντίστοιχα οι οργανώσεις με μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία μετά τη μεταπολίτευση ονομάστηκαν «ένοπλες ακροαριστερές οργανώσεις». 

Σημειώνει ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή με αναφορά στο θέμα της πολιτικής βίας είναι περιορισμένη και ότι, ανεξάρτητα από την όποια λογοτεχνική του αξία, κανένα έργο δεν έχει καθιερωθεί στη συλλογική συνείδηση ως μείζον, το αποδίδει δε αυτό «στην έλλειψη συναινετικών αφηγήσεων του ιστορικού, πολιτικού, κοινωνικού και ευρύτερα δημόσιου λόγου για το φαινόμενο». 

Και συνεχίζει: 

«Επιπλέον, αν στην Ιταλία και τη Γερμανία αφθονούν οι μαρτυρίες, οι ημερολογιακές καταγραφές, οι εκτενείς συνεντεύξεις, οι αυτοβιογραφίες και τα χρονικά από πρώην μέλη ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και από συγγενείς των θυμάτων, στην Ελλάδα, παρά την ύπαρξη ενός εκτεταμένου καταλόγου ανθρώπινων απωλειών, οι σποραδικές αντίστοιχες εκδόσεις δεν συγκροτούν ένα συνεκτικό corpus.»

Συγκρίνει με το μυθιστόρημα του εμφυλίου, στο οποίο, όπως λέει, η αφήγηση δικαιώνει τις πολιτικές επιλογές της κάθε πλευράς, ενώ «στο μυθιστόρημα της αντιδικτατορικής και μεταπολιτευτικής πολιτικής βίας δεν επιδιώκεται ιδεολογική απενοχοποίηση ή post hoc δικαίωση, αλλά διερευνώνται τα όρια της δυνατότητας ταυτοτικού επαναπροσδιορισμού του υποκειμένου στο παρόν...» 

Αναλύει με λεπτομέρειες έργα των Δημήτρη Νόλλα, Αλέξη Πανσέληνου, Νένης Ευθυμιάδη, Άρη Μαραγκόπουλου, Τάσου Δαρβέρη και άλλων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κανένα έργο δεν καταλαμβάνει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτισμικής μνήμης για την ένοπλη βία. Έχει κάποια ενδιαφέροντα παραθέματα σχετικά με το συμπέρασμα αυτό, όπως 

ένα του Ίταλο Καλβίνο «η επιρροή της ιστορίας στη λογοτεχνία είναι έμμεση, αργή και συχνά διφορούμενη και πολλά μεγάλα ιστορικά γεγονότα πέρασαν χωρίς να εμπνεύσουν κανένα σπουδαίο μυθιστόρημα» 

και άλλο του Δημήτρη Ραυτόπουλου «λένε ότι το αίμα νερό δεν γίνεται – πώς να γίνει μελάνι;»

Το θεωρητικό πλαίσιο διερευνάται αναλυτικά χρησιμοποιώντας ποικίλες πηγές με ιδιαίτερα συχνές αναφορές στον Άγγλο θεωρητικό Τέρυ Ίγκλετον. Εξίσου πολύ ενδιαφέρον στο θεωρητικό επίπεδο είναι το επίμετρο, στο οποίο η συγγραφέας ασχολείται, ανάμεσα στα άλλα, με τις «στοχαστικές διερευνήσεις της πολιτικής βίας» όπως προσλαμβάνεται από την Άρεντ, τον Μπένγιαμιν, τον Καμύ και τον Σαρτρ. (Θα ήθελα εδώ να σημειώσω μάλιστα ότι για τον Καμύ αναφέρεται στον «Επαναστατημένο άνθρωπο» που το έχω διαβάσει εδώ και χρόνια, αλλά θα ήθελα να ξεφυλλίσω και πάλι με βάση τη δική της ανάλυση και τις αναφορές της στις αντιθέσεις με τον Σαρτρ). 

Τέλος, ενδιαφέρον έχει η εννοιολόγηση της πολιτισμικής μνήμης που τη διακρίνει από την επικοινωνιακή, στο ότι η δεύτερη είναι «ενσαρκωμένη, βιωμένη και σωματικά μεταδόσιμη, με δίαυλο κυρίως την οικογένεια», ενώ η πρώτη «προκύπτει από τη θεσμοποίηση και την υλικοποίηση της επικοινωνιακής μνήμης στο πλαίσιο της πολιτιστικής παραγωγής ή τελετουργιών». Η λογοτεχνία, γράφει, για την παραγωγή και τη λειτουργία της πολιτισμικής μνήμης αποτελεί μέσο ενθύμισης, αντικείμενο ενθύμισης και μέσο παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο παράγεται η πολιτισμική μνήμη. 

Εδώ θα σταματήσω, προφανώς, δεν είναι δυνατόν και δεν είμαι σε θέση να αναλύσω το θέμα του βιβλίου θεωρητικά, σίγουρα όμως η ανάγνωσή του και από μη ειδικούς στο αντικείμενο της θεωρίας της λογοτεχνίας, αν και καθόλου εύκολη, δίνει τροφή για σκέψεις: για την πολιτική βία, για την ένοπλη βία, για τους φορείς ένοπλης βίας, για τη σχέση της Αριστεράς με την πολιτική βία, για τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, για την πολιτισμική μνήμη, για την καταγραφή και την πρόσληψη της μνήμης... 

Και σταματώ. Πάντως, έχω να σημειώσω ότι η μνήμη, η ιστορική μνήμη, απασχολεί τη συγγραφέα και στα λογοτεχνικά έργα της, σε αυτά τα τρία πρώτα της τουλάχιστον (είχα γράψει εδώ), υποθέτω κάτι αντίστοιχο θα βρούμε και στο καινούριο της που πρόσφατα κυκλοφόρησε (Το δέντρο της υπακοής, Πόλις, 2018).

Σημείωση 

Το βιβλίο περιέχει πλούσια βιβλιογραφία με αναφορές από βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, ηλεκτρονικές πηγές κ.ά., ενώ συχνά χρησιμοποιεί στοιχεία με αποσπάσματα ή άλλα υλικά από τη δίκη της 17 Νοέμβρη (όσον αφορά την ελληνική περίπτωση), με την οποία ασχολείται εκτενώς προκειμένου να καταγράψει τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά της. Μια παρατήρηση θα είχα να κάνω για την παρουσίαση της βιβλιογραφίας. Είναι χωρισμένη σε ενότητες ανάλογα με την κατηγορία των πηγών, με αποτέλεσμα, εάν ο αναγνώστης θέλει να προστρέξει στη σχετική βιβλιογραφική αναφορά, να πρέπει ψάχνει σε όλες τις επιμέρους ενότητες (βιβλία και μελέτες, άρθρα, τύπος κτλ.) προκειμένου να εντοπίσει τη σχετική. 

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Επιφυλάσσομαι ελπίζοντας ή μια ζωή θα ψειρίζω τη μαϊμού;


Πριν από δυό χρόνια, παραμονές των εκλογών Γενάρη του 2015, παρέθετα σε ανάρτηση με τίτλο "Στο δρόμο της ελπίδας και της αξιοπρέπειας, στο δρόμο της Αριστεράς!" λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο των σοφών Γάλλων γεράκων (ας μου επιτραπεί αυτός ο τρυφερός χαρακτηρισμός γιατί έχω μεγάλη εκτίμηση στο πνεύμα και των δύο) Στεφάν Εσσέλ (1917-2013) και Εντγκάρ Μορέν (1921- ) "Ο δρόμος της ελπίδας". 

Οι έννοιες που ξεχωρίζουν στο μικρό αυτό βιβλίο-μανιφέστο είναι ελπίδα, αξιοπρέπεια, αγάπη, συμπόνοια, αλληλεγγύη, κατανόηση, ελευθερία, γνώση, αισθητική, παιδεία.

Αναφέρθηκα σ' αυτό τότε γιατί ένιωθα ότι σε λίγες σελίδες συμπυκνώνονται με απλό τρόπο οι έννοιες και οι ιδέες που (πρέπει να) υπηρετεί η Αριστερά. Και σε αυτές τις ιδέες στηρίξαμε τις ελπίδες μας όσοι ψηφίσαμε τον Σύριζα (και τότε) και σε αυτές τις ιδέες - θέλω να πιστεύω - στηρίζεται η αριστερή Κυβέρνηση του Σύριζα (παρά τις ... παρασπονδίες καμιά φορά).

Σήμερα, δυο χρόνια μετά, ο απολογισμός. Πολύ μελάνι, πολλή πόλωση, πολύς ο χωρισμός και το μίσος, καμιά ανοχή, ενώ, δυστυχώς, υπάρχουν πολλά ακόμη προβλήματα, πολλές ακόμη δυσκολίες, πολλές αδυναμίες, πολλά τα μέτωπα, και υπάρχουν βέβαια επιφυλάξεις, προβληματισμοί, διάφορες απόψεις. Αλλά έτσι είναι η δημοκρατία. Η ελευθερία να έχεις τις απόψεις σου και να μπορείς να τις λες δημόσια και ανοιχτά (σε ορισμένο πλαίσιο βέβαια, όμως μεγάλη κουβέντα αυτή), να μπορείς να διαφωνείς και οι άλλοι να σε ακούνε. Είναι μόνο αυτό όμως; Και το ψέμα, η έπαρση, η άγνοια, η αμορφωσιά (όχι αυτών που δεν έβγαλαν πανεπιστήμια αλλά αυτών που, όπως έλεγε ο πατέρας μου, δεν έχουν "κοινωνική μόρφωση", έννοια που ακόμη αναζητώ να ορίσω...), ο ξερολισμός όσων αρέσκονται να μένουν στην άκρη "ψειρίζοντας τη μαϊμού"; Αυτά, δυστυχώς, είναι κάποια από τα φαινόμενα της πολιτικής μας ζωής τα τελευταία δύο χρόνια.

Δεν θα κάνω εδώ δική μου αποτίμηση για την Κυβέρνηση των δύο χρόνων (παρά το ότι θα είχα θετικά και αρνητικά στοιχεία να επισημάνω, αλλά αυτό μπορώ και σε άλλες ευκαιρίες και δεν έχω πρόβλημα), όμως, επειδή και προβληματισμούς, αλλά και προσδοκίες έχω, θα παραπέμψω σε δυο παλιότερα κείμενα του Δημήτρη Σεβαστάκη, νυν βουλευτή Σάμου του Σύριζα, ο οποίος, πάντα κριτικός και ειλικρινής, θέτει σοβαρά ζητήματα για την Αριστερά, λέει αλήθειες για τις παθογένειες και της Αριστεράς και της ελληνικής κοινωνίας και μακάρι αυτές να εισακούονται (και το σημαντικό είναι ότι αποδέκτες των αληθειών αυτών δεν είναι μόνο οι έχοντες υπεύθυνη διοικητική θέση, αλλά και καθένας και καθεμιά μας, ας μην το παραβλέπουμε και αυτό το στοιχείο). 

Έγραφε λοιπόν τον Σεπτέμβριο του 2014 στην Αυγή ο Σεβαστάκης, τότε που ήδη διαφαινόταν η εκτόξευση του Σύριζα προς κυβερνητικά ποσοστά, για το χαρούμενο και λυπηρό στρίμωγμα της Aριστεράς και με, δυστυχώς, οικεία μας αν και υποθετικά (δήθεν) παραδείγματα έδινε το στίγμα της Αριστεράς και κυρίως του αριστερού!

Παλιότερα, στις 6 Μαϊου του 2012, ημέρα των εκλογών του '12, έγραφε στην Αυγή πώς οραματίζεται την Αριστερά: "ερωτεύσιμη και φρέσκια, αλλά κυρίως έξυπνη και έντιμη". Και καταλήγει: Η αριστερά ή εξασφαλίζει το βαθύ νόημα για τους απαρηγόρητους ή απλώς κάνει καριέρα. Εκείνη, αλλά κι εμείς διαλέγουμε…

(Δεν θα ήθελα εδώ να σκεφτώ "Ακούει κανείς;", εμπιστεύομαι την εντιμότητα και την ανιδιοτέλεια).

Θα ήθελα όμως να παραπέμψω και σε ένα πολύ πρόσφατο κείμενο του μηχανικού Σπύρου Κανιώρη από την Πρέβεζα (δραστήριος μηχανικός, υπήρξε και πρόεδρος της Ν.Ε Πρέβεζας του ΤΕΕ Ηπείρου), ο οποίος σε άρθρο του με τίτλο "Επτά χρόνια αρκετά" στο artinews γράφει :

Τον άλλο κόσμο “τον εφικτό” και «ισορροπημένο» επιζητούμε, αλλά δεν τον βλέπουμε ακόμη, αφού οι άνθρωποι όταν θυμώνουν πολύ, χάνουν τον αυτοέλεγχο (συνήθως μεθοδεύεται) και επιλέγουν …πόλεμο με βαρβαρότητα (θα τον αποφύγουμε;).

Κι επίσης:

Η Ελληνική κυβέρνηση εύχομαι να συνενωθεί με την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις της λογικής, κόντρα στην διαπλοκή και τη διαίρεση (δεν φτάνει ενάμιση κόμμα γι αυτά), γιατί ο κόσμος … καταρρέει και απαιτείται αλήθεια, αυτοπεποίθηση και ενότητα!

Λέει κι άλλες αλήθειες, αξίζει να διαβαστεί όλο και με προσοχή.

Ο Σεβαστάκης, πάλι, τελείωνε το άρθρο του 2014 με τη φράση:

Επιφυλάσσομαι, ελπίζοντας.

Κι εγώ εξακολουθώ να κάνω το ίδιο, γιατί πια βαρέθηκα να ψειρίζω τη μαϊμού, πάλι ψείρες γεμίζει...
Γιατί συμφωνώ με τους σοφούς Γάλλους παππούδες, που έγραφαν:

"Το αστραφτερό μέλλον έχει πεθάνει, μπορούμε όμως ν' ανοίξουμε το δρόμο στο εφικτό μέλλον".

Μακάρι οι νεότεροι να μπορέσουν να βρουν έναν καλύτερο και πιο εύκολο δρόμο, για ένα, γιατί όχι, πιο αστραφτερό μέλλον!
Μαζί τους τότε!

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Ηττηθήκαμε λοιπόν;


«... έχουμε φτάσει στο σημείο να μη θεωρούμε σοφούς παρά τους μισθοφόρους της σοφίας. Είναι σαν να βλέπουμε την παρθένο Παλλάδα, που κατοικεί ανάμεσα στους ανθρώπους χάρη στη γενναιοδωρία των θεών, να τη διώχνουν, να τη γιουχάρουν, να τη σφυρίζουν, και κανείς να μη δείχνει αγάπη κι ενδιαφέρον γι’ αυτήν, εκτός κι αν εκπορνευτεί και μπορέσει να καταβάλει το γλίσχρο αντίτιμο από τη διακόρευση της παρθενίας της στον κορβανά του εραστή της...

... Αν λοιπόν ανέλαβα ένα έργο τόσο βαρύ για τους ώμους μου, δεν είναι επειδή αγνοώ την αδυναμία μου. Είναι μάλλον επειδή αναγνωρίζω ότι σε αυτό το είδος του αγώνα, δηλαδή του λόγιου αγώνα, συμβαίνει τούτο το αξιοπερίεργο, ότι μπορεί να υπάρξει όφελος ακόμη και από την ήττα. Συνεπώς, ακόμη και οι πιο αδύναμοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα όχι μόνο να μην αρνούνται να αγωνιστούν, αλλά και να το εύχονται. Διότι αυτός που ηττάται δέχεται από τον νικητή όχι ένα πλήγμα αλλά μια ευεργεσία, και του χρωστά οτι βγαίνει πιο πλούσιος, δηλαδή πιο σοφός και καλύτερα προετοιμασμένος για μελλοντικούς αγώνες...»

Αυτά είπε ο Pico della Mirandola στους αγώνες επιχειρημάτων που πήρε μέρος και όπου ανέπτυξε το λόγο περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και καταφέρθηκε ενάντια σ’ εκείνους που «από τη στιγμή που ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στο κέρδος και τη φιλοδοξία, είναι ανίκανοι να αγκαλιάσουν τη γνώση της αλήθειας».

Αν μεταφέρω τα παραπάνω στο σήμερα, αναρωτιέμαι με πολλή πίκρα αν αρκούν για να νιώσω καλύτερα...

Και ας μην μιλήσω για την Ευρώπη και για την ευρωπαϊκή ιδέα. Δεν υπάρχει αυτή, και δεν υπάρχει όχι απλά γιατί κάποιες χώρες εκφράζονται έτσι άσχημα για την Ελλάδα και γιατί η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την Ελλάδα (αυτά τελικά μου ακούγονται λόγια, μόνο λόγια), αλλά γιατί είναι πολλοί αυτοί που ενεργούν σαν να είναι ολόκληρη η ζωή στην Ευρώπη επικεντρωμένη στο κέρδος και στη φιλοδοξία και είναι ανίκανοι να αγκαλιάσουν τη γνώση της αλήθειας και την αλήθεια της γνώσης!

Ηττηθήκαμε λοιπόν;

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Το "παιχνίδι" δεν τελείωσε για την πρώτη φορά Αριστερά με τα "εννιά χιλιάδες περιστέρια" της!

"Μακριά απ' τα μεγάλα γενικά θέματα, σκύψτε σε κείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά - ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράματα που σας περιτρυγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν ίσως η καθημερινότητά σας σας φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δεν μπορεί να καλέσει κοντά του του τα πλούτη της....

Φανείτε καλός σε κείνους που μένουν πίσω - σίγουρος για τον εαυτό σας και γαλήνιος απέναντί τους. Μην τους τυραννάτε με τις αμφιβολίες σας, μην τους τρομάζετε με τους φανατισμούς και τους ενθουσιασμούς σας: δε θα μπορούσαν να τους καταλάβουν. Προσπαθήστε να επικοινωνήσετε μαζί τους γύρω σε κάτι πιστό κι απλό· η επικοινωνία τούτη δε θ' αλλάζει, υποχρεωτικά, κάθε που σεις θα μεταμορφωνόσαστε. Αγαπήστε, στο πρόσωπό τους, τη ζωή σε μια μορφή που σας είναι ξένη. Φανείτε επιεικής στους γερασμένους ανθρώπους που τους τρομάζει η μοναξιά..."


Η επόμενη μέρα από το δημοψήφισμα στην Ελλάδα και την εκπληκτική υπεροχή του Όχι στις εκβιαστικές επιταγές των δανειστών μας. Δεν πανηγυρίζω ρεβανσιστικά. Δεν επικαλούμαι τις λογής κακίες και μεγαλοστομίες που διάβασα και άκουσα αυτές τις μέρες! Δεν συμμερίζομαι τις λογής άκαιρες κουβέντες και μεγαλοστομίες που μπορεί να ακούγονται από κάποιους συνοδοιπόρους. Όμως μια κουβέντα με πείσμωσε περισσότερο τις προηγούμενες μέρες, ήταν αυτή του κυρίου Tusk: "The game is over"!!! Νομίζω αυτή η κουβέντα πείσμωσε όλους μας. Κι άλλη μια από τους συμπατριώτες μου: η ειρωνική αναφορά στην "πρώτη φορά Αριστερά", λες και η 200 χρόνια ... άλλη πλευρά τα έκανε όλα τόσο καλά!

Και φυσικά χαίρομαι πάρα πολύ για το χθεσινό αποτέλεσμα, ο τίτλος της προηγούμενης ανάρτησής μου "Ναι στην Ελλάδα, ναι στην Ευρώπη, ναι στο Όχι" νομίζω εκφράζει τελικά αυτό που όλοι θέλουμε. Και θέλω να πιστεύω ότι αυτό που θα κάνει τώρα η Κυβέρνηση είναι να προσπαθήσει, όσο περνάει από το δικό της χέρι, να μη συνεχιστεί αυτή η πόλωση, ότι θα προσπαθήσει να προβάλει και ν' αξιοποιεί τα καλύτερα σχτελέχη για το καλύτερο αποτέλεσμα (και να σημειώσω: ο Βαρουφάκης κατά τη γνώμη μου είναι από τα καλύτερα στελέχη, είναι καθοριστική η συμβολή του στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, έχει διαρκή παρουσία και έχει κάνει αγώνα σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης και δεν συμμερίζομαι αυτούς τους άσχετους και κομπλεξικούς που στέκονταν  στο περιορισμένου βεληνεκούς σαβουάρ βιβρ τους για να τον κρίνουν και να τον αποδομήσουν).

Χρειάζεται να υπάρξει συγκεκιμένο πρόγραμμα σε κάθε τομέα της διακυβέρνησης του τόπου, και αυτό το "πρώτη φορά Αριστερά" που τόσο ειρωνεύονται κάποιοι να γίνει το σύνθημά της. Και να δείξει τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί. Και να κινητοποιήσει κόσμο, να εκμεταλλευτεί αυτή τη μεγάλη αποδοχή που έχει. Δύσκολο; Ίσως. Αλλά, εξαιρετικοί άνθρωποι υπάρχουν παντού, σε όλους τους χώρους - ιδεολογικούς, κομματικούς, ταξικούς - γιατί όχι; Εξάλλου, η ασχετοσύνη, η αλαζονεία, η ιδέα της δήθεν αυτοθυσίας, η αντίληψη της δήθεν ανικανότητας και της δήθεν μικρότερης αριστεροσύνης, η προχειρότητα και η βιασύνη στην εξαγγελία πραγμάτων χωρίς μελέτη, η τοποθέτηση προσώπων με αρνητικό φορτίο στο πολιτικό γίγνεσθαι, στάσεις και πολιτικές που μπορεί να υπάρχουν (δεν ξέρω αν και πότε, όμως μερικές φορές έτσι οσμίζομαι) δεν μπορούν να είναι και οι καλύτεροι σύμμαχοι. Και πιστεύω ότι ο Τσίπρας χρειάζεται να το αντιμετωπίσει αυτό. Δεν τα γράφω από διάθεση γκρίνιας, αγωνία έχω και την εκφράζω φωναχτά. Και τον πολιτισμό βρε παιδιά, λίγο πιο συντετατγμένα και πιο συγκεκριμένα. Πώς; Ας κάτσουν κάτω οι αρμόδιοι υπουργοί και να το δούν Ευτυχώς τουλάχιστον που είναι και παιδείας μαζί. Ο πολιτισμός είναι ζήτημα παιδείας και η παιδεία πρέπει να αποπνέει πολιτισμό. Να μια ευκαιρία που αυτά ανήκουν στο ίδιο Υπουργείο. 

Θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα θα πάνε καλά για την πρώτη φορά Αριστερά. Και αυτό ας γίνει σύνθημα, σε πείσμα όσων το ειρωνεύονται. Μακάρι!

"...Όμως αυτό που δε μου το συχωρέσανε ποτές οι στέρφοι οι φθονεροί κ' ανίδεοι
κ' εκείνοι οι δόλιοι φραγκοφτιασιδωμένοι τελειόφοιτοι Σχολών Φιλελλήνων
διπλωματούχοι της Σορβόννης του Καίμπριτζ του Χάρβαρντ
και κόμπαζαν και μου σφεντόνιζαν πέτρες
και λέγαν πως δεν έχω ιδεαν απ' το ξ υ ν ό ν καιτο ε ν ό ν του Ηρακλείτου
και μ' ακοντίζανε οι νωθροί τις κατηγόριες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου
κι από κοντά τους σεγκοντάριζαν γαυγίζοντας τα σκυλιά της Ασφάλειας
όμως εγώ χαμογελούσα κ' έκρυβα κάτω από το κρεββάτι μου τις εννιά μου χιλιάδες περιστέρια
έρριχνα καθαρό ζεστό νερό στην πήλινη λεκάνη
γονάτιζα στο χώμα
κι έπλενα στοργικά τα πόδια των εκτελεσμένων ..."


Το παραπάνω είναι από την ποιητική συλλογή "Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα" του Γιάννη Ρίτσου, ενώ το απόσπασμα στην αρχή είναι από τα "Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή" του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (έχω την έκδοση του Ίκαρου 2000, σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη). Νομίζω και τα δύο αποσπάσματα είναι τόσο ταιριαστά. 

Προσοχή στις εννιά χιλιάδες περιστέρια μας...

                            

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αλήθειες που είναι σαν ψέματα: Έλα να πούμε ψέματα, της Μάρως Δούκα





Στο «Ελα να πούμε ψέματα» (Πατάκης, 2014), το τρίτο βιβλίο της τριλογίας της για την Κρήτη και ειδικά για τα Χανιά στον 20ο αιώνα και στην αυγή του 21ου, η Μάρω Δούκα συνομιλεί και πάλι με την Ιστορία, όπως η ίδια συνηθίζει να λέει. Με το πρώτο βιβλίο («Αθώοι και φταίχτες»), μας έφερε πιο κοντά στο Κρητικό ζήτημα και στο πρόβλημα των Τουρκοκρητικών, αλλά και μας γνώρισε τα Χανιά στις αρχές του 20ου αιώνα, με ιστορίες και εικόνες ζηλευτές. Περπατήσαμε στους δρόμους της πόλης, ανηφορίσαμε από του Μπόλαρη προς τη Χαλέπα και προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα σημεία που περιγράφει. Με το δεύτερο βιβλίο («Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ»), μας αποκάλυψε αυτό που δεν γνωρίζαμε ή είχαμε ξεχάσει ή μας το είχαν αποκρύψει, ότι η κατοχή στη Δυτική Κρήτη (όπως και στη Μήλο, ας μην το ξεχνάμε) κράτησε πολύ περισσότερο σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα και ότι οι Γερμανοί στα Χανιά έμειναν αρκετούς μήνες παραπάνω, με τις ευλογίες τόσο των Άγγλων συμμάχων μας, όσο και των ντόπιων φίλων τους («Επαέ θα το κάνομε Ρέθεμνος», διαλαλούσε ο Γύπαρης!), με αναφορές σε συγκεκριμένες πηγές και ανασκαλεύοντας αρχεία (και κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης).

Στο τρίτο βιβλίο ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη, θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε. Και πάλι, ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία και έφτιαξε ένα μυθιστόρημα, που για μένα είναι ένα από τα καλύτερα που έχω διαβάσει.

Αυτό που με κάνει να το θεωρώ πολύ καλό, δεν είναι (μόνο) το ίδιο το περιεχόμενο, που στο κάτω κάτω για τη συγκεκριμένη περίοδο στην πατρίδα μας έχουν γραφτεί αρκετά (όχι βέβαια για την Κρήτη) και η εποχή έτσι κι αλλιώς μας δημιουργεί αισθήματα τουλάχιστον θλίψης (εμφύλιος πόλεμος, εμφύλιος σπαραγμός, μετεμφυλιακή Ελλάδα, σημερινή Ελλάδα, πολλή θλίψη, συχνά ματαιότητα, και πάλι ελπίδα και προσμονή...). Όμως, αυτό το μυθιστόρημα έχει σφιχτή, στιβαρή γραφή κι έχει ιδιαίτερο στυλ γραφής, έχει έναν τρόπο να μη θέλεις να σταματήσεις την ανάγνωση κι ας είναι περασμένη ώρα και να μη θέλεις να τελειώνει το βιβλίο, να μην τελειώνουν οι ιστορίες, να θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω με την Ελεονώρα, με την Αναστασία, με τον αντάρτη το Μανώλη, με την Αριστέα, με τον Μπακούνιν... Ναι, με τον Μπακούνιν, «παίζει» και ο Μπακούνιν στα «ψέματα».

Αλλά, ας ξεκινήσουμε από την αρχή, από τον τίτλο. Πώς γίνεται, λέει ένας ήρωας της Δούκα, «μετά από τόσες διώξεις και κατατρεγμούς να επιμένεις, πώς γίνεται να χώνεσαι στα παραμύθια, έλα να πούμε ψέματα, γράφει και ξαναγράφει...». Γι' αυτό κι εκείνη δανείστηκε τον τίτλο από ένα πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι, για να πει αλήθειες που είναι σαν ψέματα...

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Είναι ένα μυθιστόρημα που πλέκεται μέσα από πολλές διαφορετικές ιστορίες, εγκιβωτισμένες όπως τις αποκαλεί η ίδια, μέσα από τις ταυτόχρονες ιστορίες διαφορετικών προσώπων, που άλλα είναι καινούρια και άλλα έρχονται από τα παλιά. Είναι ήρωες από τα προηγούμενα βιβλία της τριλογίας. Ένιωθε γι’ αυτούς ειδικά, όπως είπε η ίδια η συγγραφέας στο Αετοπούλειο Χαλανδρίου πρόσφατα, ότι τους χρώσταγε μια συνέχεια, ότι χρώσταγε να συμπληρώσει το κενό για την τύχη τους, λες και ήταν υπαρκτά πρόσωπα. (Μα μήπως και δεν είναι, κατά μία έννοια;)

Είναι οι ιστορίες της Ελεονώρας και του Πανάρη, των δίδυμων παιδιών του Κριαρά, που έρχονται από το πρώτο κι όλας βιβλίο και οι ιστορίες του Ιδομενέα και της Αναστασίας. Και μέσα από αυτούς, οι ιστορίες του νεαρού αντάρτη του Δημοκρατικού στρατού στον εμφύλιο στα Χανιά Μανώλη Αποστολάκη πατέρα του Ιδομενέα και συζύγου της Αναστασίας, η ιστορία του Δαμιανού και της Αριστέας από διήγημα που βρίσκει η Ελεονώρα στα σημειώματα της μάνας της (βασικής ηρωίδας του πρώτου βιβλίου) και η ιστορία του Μπακούνιν που διηγείται ο Πανάρης ανατρέχοντας στις μνήμες από τα δικά του νιάτα.

Πώς μπλέκουν αλήθεια όλες αυτές οι ιστορίες; Οι ιστορίες των σημερινών ανθρώπων με τα προβλήματα μέσα στην κρίση, και οι ιστορίες των ανθρώπων στον εμφύλιο με τις ιστορίες από την περιπλανήσεις του Μπακούνιν στην Ευρώπη πριν από 100 ακριβώς χρόνια (1848-1948);

Κι όμως τις συνδέει, βάζοντας τους νέους ήρωες να σκέφτονται

«για τα κολοβωμένα οράματα του σήμερα και για τα αλώβητα οράματα του τότε»

ή αλλού να εξοργίζονται

«...και ποιος σας είπε ρε μαλάκες ότι δεν ανήκει και σε μένα η ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, ποιος σας είπε ότι δεν δικαιούμαι να είμαι και να αισθάνομαι κι εγώ Ευρωπαίος;»

Οι ιστορίες μπλέκουν και συναντώνται είτε μέσα από τη συγγενική σχέση που δίνει στους ήρωες η συγγραφέας ή μέσα από την αντιστοίχιση των καταστάσεων – η Ευρώπη, ένα καμίνι που βράζει στα μέσα του 19ου αιώνα, πασχίζει να βρεί το βηματισμό της, να αρθρώσει το λόγο της, κάνει τις επαναστάσεις της, και η Ελλάδα, εκατό χρόνια μετά, τι έκανε, τί έψαχνε; Αυτό το ερώτημα βγαίνει στον αναγνώστη, σε μένα τουλάχιστον γεννιούνται τόσα ερωτήματα διαβάζοντας τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων της εποχής εκείνης.

Η Βαγγελιώ Κλάδου, η αγωνίστρια δασκάλα από τ' Ανώγεια, από τις ηρωίδες σε μια από τις ιστορίες του βιβλίου. Την σκότωσαν στις 6 Δεκεμβρίου 1949 και την κρέμασαν στη γέφυρα του Κλαδισού! Ήταν 30 χρονών. Και δεν ήταν ψέματα!
Πολλά τα σημεία στα οποία θα μπορούσαμε να σταθώ.

Η πλοκή, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, είναι σύνθετη, με πολλά στοιχεία, πολλά πρόσωπα, πολλές λεπτομέρειες. Η συγγραφέας έχει ανατρέξει σε αρχεία, στον τύπο της εποχής, στην ευρωπαϊκή ιστορία των κινημάτων του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιεί πολλά πραγματικά πρόσωπα πλάι σε επινοημένα και μας μεταφέρει το κλίμα της κάθε εποχής που αφηγείται με αλήθεια, με σεβασμό και με ειλικρίνεια. Και με άποψη. Και με θάρρος για την άποψή της. Διαβάζουμε πολλά γνωστά ονόματα, Μανούσακας, Τσιτήλος, Βλαντάς, Χατζηγρηγόρης, Κλάδου κτλ. κτλ. Δείχνει σαν να θέλει ν’ αποκαλύψει αυτά που η Αριστερά δεν θέλησε. Και γιατί όχι, δεν θάπρεπε;

Η γραφή ιδιαίτερη, σφιχτή, μεγάλες περίοδοι, δεν θα τις έλεγα απλές προτάσεις, λες και φτάνει κάθε κομμάτι μέχρι το λαχάνιασμα, για να μην αφήνει τον αναγνώστη σε ησυχία, να μην τον αφήνει να διαβάζει στο δικό του ρυθμό τις ιστορίες. Σε παρασύρει η συγγραφέας στο στυλ ανάγνωσης που θέλει, μάλλον σου υποβάλλει στυλ ανάγνωσης, δεν μπορείς να σταματάς στη μέση το κομμάτι της ιστορίας που κάθε φορά αφηγείται. Άκουσα να παρομοιάζουν τη γραφή της σε αυτό το βιβλίο με το στυλ του Μάρκες. Εμένα πάλι, αυτή η τριλογία μ’ έφερε στην τριλογία του Μπροχ, στους Υπνοβάτες του. Μα μήπως και η Δούκα για υπνοβάτες δεν κάνει λόγο; Μήπως ο Φούμης και ο Κριαράς και ο Στέφανος Σκαράκης και ο Μανούσακας και ο Τσιτήλος και ο Χατζηγρηγόρης και ο Μανώλης και τόσοι άλλοι που περνούν από τις αράδες των βιβλίων, πραγματικοί ή επινοημένοι χαρακτήρες, δεν ήταν υπνοβάτες στο μύθο της Κρήτης του 20ου αιώνα;  

Ο Γιάννης Μανούσακας (1907-1995) (Πηγή φωτογραφίας εδώ: http://topaliorethemnos.blogspot.gr/2011/05/blog-post_23.html)
Από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου στην ιστορία για τον εμφύλιο στην Κρήτη, ήταν και ο Γιάννης Μανούσακας(1907-1995), εμβληματική φιγούρα, καπετάνιος του Δημοκρατικού Στρατού. Στο «Φυγόδικο», που ξεκίνησα να διαβάζω με αφορμή το βιβλίο της Μάρως Δούκα, περιγράφει τη ζωή του μετά την ήττα στη Σαμαριά και μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του ’67. 


Και σε αυτό το βιβλίο δε λείπουν οι ομορφιές της Κρήτης, η μυρωδιά της μαλωτήρας και η γλύκα της δεσπολιάς