Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόκριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Τελικά, είχαν καμήλες τα Χανιά;

Χανιά, 1974 (Πηγή: Χανιώτικα Νέα)

Έχω μια εικόνα από τα παιδικά ή νεανικά μου χρόνια, μια καμήλα να περιφέρεται στην πόλη μου, στα Χανιά. Σε παλαιότερη ανάρτηση είχα αναρωτηθεί αν υπήρχαν στην πραγματικότητα καμήλες στα Χανιά. Κατέγραψα τότε κάποιες αναφορές για έθιμα αποκριάτικα που χρησιμοποιούν την καμήλα ας πούμε ως καρνάβαλο, δεν είχα βρει όμως στοιχεία για πραγματική καμήλα, όπως θυμάμαι τον αρκουδιάρη που επίσης τριγύριζε στην πόλη.

Ένα πρόσφατο δημοσίευμα όμως στα Χανιώτικα Νέα στη στήλη Στο Αρχείο ζωντάνεψε την περιέργειά μου αν η μνήμη με απατά ή όχι, αν αυτή που θυμάμαι ήταν μια πραγματική καμήλα και όχι ένας καρνάβαλος. Η παραπάνω φωτογραφία επιβεβαιώνει ότι υπήρξε καμήλα στην πόλη. Συγκεκριμένα, έχει την παραπάνω φωτογραφία από άρθρο στο φύλλο της 24ης Μαρτίου του 1974, με λεζάντα: «Η φωτογραφία δεν είναι από έρηµο. Είναι στο λιµάνι των Χανίων όπου τώρα και µέρες κάνει τον περίπατό της… µιά πραγµατική καµήλα».

Χανιά, 1974 (Πηγή: Αγώνας την Κρήτης)

Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο, ανακάλυψα ένα δημοσίευμα στο φύλλο 24/2/2018 του Αγώνα της Κρήτης με την παραπάνω φωτογραφία και τίτλο «Μια ιστορική φωτογραφία: Η καμήλα στο παλιό λιμάνι στα Χανιά». Η καμήλα ξεκουράζεται και ο μικρός απολαμβάνει. Ποιος ξέρει ποιο είναι το αφεντικό και πώς βρέθηκε κει πέρα... 

Χανιά, έξω από δημοτικό σχολείο, 1972 ή 1974

Η παραπάνω φωτογραφία δείχνει μια καμήλα να ποζάρει με τα παιδιά και τον δάσκαλό τους σε κάποιο δημοτικό σχολείο της πόλης. Ήταν το 8ο, το 9ο, το 3ο, το 4ο, το 5ο (το σχολείο μου μέχρι την Τετάρτη Δημοτικού), ποιος το ξέρει, σε όλα αυτά βρέθηκε. Αυτή κι άλλες μαζί βρίσκονται στη δημόσια ομάδα του Facebook «Χανιά Παλιές Φωτογραφίες» κι έχει ενδιαφέρον ο διάλογος που ακολουθεί. Η καμήλα δείχνει να είναι ίδια με την παραπάνω.

Ηράκλειο, περίπου 1897-1904 (Πηγή: Αρχείο Emile Destelle)

Όμως, καμήλες φαίνεται να υπήρχαν και στην υπόλοιπη Κρήτη.  Η παραπάνω φωτογραφία περιέχεται στο αρχείο του Γάλλου συνταγματάρχη Emile Destelle, και πρέπει να χρονολογείται στο διάστημα μεταξύ 1897 και 1904, τα χρόνια δηλαδή που ήταν διοικητής των Γάλλων πεζοναυτών στην Κρήτη. (Το αρχείο Destelle φυλάσσεται στην Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, όπως διαβάζουμε στο Εθνικό Ευρετήριο Αρχείων. (Για το ίδιο θέμα δημοσιεύεται φωτογραφία από το αρχείο Destelle σε διάφορα ιστολόγια, όπως στα Βολταράκια στην Κρήτη και e-prologos.gr).

Πάντως, καμήλες υπήρχαν σε όλη την Ελλάδα τα... παλιά και όχι πολύ παλιά χρόνια και χρησίμευαν για τη μεταφορά προϊόντων. Αντιγράφω από την προηγούμενη ανάρτηση ένα απόσπασμα άρθρου του Πέτρου Μανταίου στην Εφημερίδα των Συντακτών:

Γνώριζα (έχω υπόψη και σχετικές γκραβούρες) ότι η καμήλα, επί τουρκοκρατίας, αλλά και αργότερα, σε πολλά μέρη της ελεύθερης πλέον χώρας, στην Αθήνα για παράδειγμα ή στο Ναύπλιο, ήταν χρήσιμη στις μεταφορές, όσο και τα άλογα και τα μουλάρια, ιδίως στις ορεινές περιοχές. Ζώο δυνατό, παροιμιώδους υπομονής, αντοχής και λιτοδίαιτο, το συμπάθησαν οι αγωγιάτες και η λαογραφία, με εύρος εθίμων, μιμητικών και παραστατικών, «της καμήλας», Αποκριάς και Καθαρής Δευτέρας.

 Λίγες φωτογραφίες παρακάτω μαρτυρούν την ύπαρξη της καμήλας σε διάφορα μέρη της χώρας.

Καμήλες στην Άμφισσα γύρω στα 1920

Καμήλες στην Κομοτηνή γύρω στα 1900

Η χάρη τους φτάνει στον 17ο αιώνα, όπου γκραβούρες απεικονίζουν καμήλες να κόβουν βόλτα στη Λάρισσα.

Καμήλες στη Λάρισσα γύρω στα 1668

Αλλά και στα χωριά της δυτικής Θεσσαλονίκης, όπου οι κάτοικοι κατασκεύαζαν όπλα για τον οθωμανικό στρατό, εξέτρεφαν καμήλες για τη μεταφορά πολεμοφοδίων. (Για τη Θεσσαλονίκη, είναι σημαντικά τα στοιχεία που δίνονται σε σχετική έρευνα του ιστορικού της οικονομίας Ευάγγελου Χεκίμογλου).

 

Καμήλες στη Θεσσαλονίκη από τον 16ο αιώνα

Σταματώ εδώ, εξάλλου σκοπός μου δεν ήταν να κάνω μια ενδελεχή έρευνα συνολικά για τις καμήλες στην Ελλάδα (αν και θα είχε ενδιαφέρον), πάντως, τελικά, πρέπει να μην με απατά η μνήμη, πρέπει να ήταν αληθινή η καμήλα που είχα δει πριν από πολλά πολλά χρόνια στα Χανιά. Και τις συμπαθώ. Μια φορά, πριν από πολλά χρόνια, όταν βρέθηκα στην Κίνα και περπατήσαμε (μέρος από) το Σινικό Τείχος, δεν τόλμησα ν' ανεβώ σε καμήλα (που τις είχαν, βέβαια, κυρίως ως ατραξιόν τις καημένες). Και καλά έκανα νομίζω, τόσα περνάνε κι αυτές...

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Είχαν καμήλες τα Χανιά;


Πάντα νόμιζα ότι στα Χανιά υπήρχαν καμήλες, δηλαδή είχα εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια μια καμήλα να περπατά στους δρόμους της πόλης και κάποιος να τη σέρνει από το λουρί. Ήταν μάλλον Απόκριες. Έμεινα για χρόνια πολλά με την εικόνα της καμήλας στην πόλη μου και με τη σιγουριά πως την είχα δει, το είχα διηγηθεί σε φίλους (!), την είχα ζήσει, υπήρξε όπως υπήρξε και η αρκούδα με τον αρκουδιάρη. Αλλά, τελικά, μπορεί να ήταν αληθινή καμήλα;

Μεγαλώνοντας, διάβασα για τα έθιμα της Αποκριάς κι εκεί βρήκα την καμήλα μου! Μάλλον αυτήν θυμάμαι, αυτήν που περιγράφουν ο λαογράφος Σταμάτης Αποστολάκης, ο συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης και άλλοι  (είδατε, λέω μάλλον, δεν είμαι ακόμη σίγουρη, οι παιδικές εικόνες έχουν τόση δύναμη!). 

Αφορμή στάθηκε το ωραίο άρθρο των  Δημήτρη Μαριδάκη, Γιάννη Λυβιάκη και Γιάννας Μαρουλοσηφάκη στα Χανιώτικα Νέα της προηγούμενης εβδομάδας με τίτλο «Έθιμα και αναμνήσεις από τις απόκριες του παρελθόντος». Γράφουν για την Καμήλα,«μια διονυσιακή γιορτή απελευθέρωσης» μεταφέροντας στο χαρτί μνήμες από τον δάσκαλο και λαογράφο Σταμάτη Αποστολάκη, τον παλιό δημοσιογράφο και τυπογράφο Γιώργο Μαρουλοσηφάκη και τον πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Κάινας Μαθιό Σταυρουλάκη:

Το αποκριάτικο έθιμο της “καμήλας” χρονολογείται από τον 19ο αιώνα ενώ οι ρίζες του “κρατάνε” από τον Διόνυσο.
Στην “καμήλα” μπαίνουν συνήθως τρεις άνθρωποι. Ένας κρατάει το κεφάλι στερεωμένο σε ένα ξύλο, και οι άλλοι δύο με τη βοήθεια των καλαθιών σχηματίζουν τις καμπούρες της.

[...] Η “καμήλα” αποτελούσε διαχρονικά μια αφορμή απελευθέρωσης από τις κοινωνικές συμβάσεις και τα “στεγανά” της καθημερινότητας και των υποχρεώσεων. [...] Το έθιμο γίνονταν και γίνεται κάθε Καθαρά Δευτέρα. Έχει διονυσιακές ρίζες και οι άνθρωποι που συμμετείχαν από παλιά και συμμετέχουν και σήμερα νιώθουν σαν να απελευθερώνονται για λίγες στιγμές από τα “πρέπει”.

 

Η Καμήλα στην Κάινα του Αποκορώνου
 

Το έθιμο ήταν ιδιαίτερα προσφιλές στην Κάινα του Αποκορώνου και στις Στέρνες Ακρωτηρίου. Αλλά και στην πόλη τριγυρνούσε μια Καμήλα (λέτε αυτήν να θυμάμαι;):

Στα Χανιά μέχρι και τη δεκαετία του 1950 είχαμε και το έθιμο της καμήλας.
Χανιώτες έφτιαχναν μια καμήλα με σκελετό από καλάμια και πάνω έριχναν κουρέλια που έφταναν μέχρι το οδόστρωμα.
Μέσα έμπαιναν δύο άτομα και ο ένας κρατούσε ένα κοντάρι που στην άκρη του είχε δεμένη, μία μεγάλη γαϊδάρου.
Την είχαν μαζέψει από τα ψόφια ζώα που πετούσαν την εποχή εκείνη στον Κλαδισό.
Συνοδοί της καμήλας ήταν ένας Χανιώτης που κτυπώντας ένα ταμπούρλο τραγουδούσε.
Ντε – ντε – ντε καμήλα ντε και αυτοί που ήταν μέσα στη καμήλα χόρευαν.
Μια γυναίκα – συγγενής των καμηλιέρηδων κρατούσε ένα μεγάλο κόσκινο και ζητούσε τον “οβολό” του κοινού.

Η Καμήλα στις Στέρνες Ακρωτηρίου

Τα ίδια γράφει και ο συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης σε παλιότερο κείμενό του για τις Απόκριες στην Κρήτη:

Μια από τις πιο παλιές αποκριάτικες μεταμφιέσεις, διαδεδομένη μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ένα κρανίο από γάιδαρο ή μουλάρι που με μηχανικό τρόπο ανοιγοκλείνει το στόμα του και ένα παλιό ύφασμα (συνήθως σεντόνι) αρκούν για να δημιουργήσουν ένα τερατοειδές σχήμα. Συνήθως η καμήλα, όπως ονομαζόταν στις περισσότερες περιοχές, βγαίνει σε μια καθιερωμένη ετήσια παρέλαση όχι μόνο στον αγροτικό χώρο αλλά και στις πόλεις. Με ειδικούς χειρισμούς το κρανίο στρέφεται εναντίον των θεατών, η κάτω σιαγόνα που ανοιγοκλείνει μπορεί να «δαγκώσει» κάποιο χέρι ή να «αρπάξει» κάποιο μαντήλι δημιουργώντας πανδαιμόνιο.

Πάντως, ο Πέτρος Μανταίος έγραφε πρόπερσι στην Εφημερίδα των Συντακτών (απ' όπου και η πρώτη εικόνα):

Γνώριζα (έχω υπόψη και σχετικές γκραβούρες) ότι η καμήλα, επί τουρκοκρατίας, αλλά και αργότερα, σε πολλά μέρη της ελεύθερης πλέον χώρας, στην Αθήνα για παράδειγμα ή στο Ναύπλιο, ήταν χρήσιμη στις μεταφορές, όσο και τα άλογα και τα μουλάρια, ιδίως στις ορεινές περιοχές. Ζώο δυνατό, παροιμιώδους υπομονής, αντοχής και λιτοδίαιτο, το συμπάθησαν οι αγωγιάτες και η λαογραφία, με εύρος εθίμων, μιμητικών και παραστατικών, «της καμήλας», Αποκριάς και Καθαρής Δευτέρας.

Πάλι μπερδεύτηκα. Θα το ψάξω. Για την ώρα, μια ευχή: του χρόνου καλύτερα, η Αποκριά να είναι μια γιορτή χαράς κι ελπίδας κι ομορφιάς κι απελευθέρωσης, χωρίς πολέμους, χωρίς πανδημίες, χωρίς στραβά κι ανάποδα...

Καμήλα στην Άμφισσα (Γκραβούρα στο Ίδρυμα Αικ. Λασκαρίδη)

-------------------------------------------------

Άλλες αναρτήσεις για τις Απόκριες, για τα έθιμα στην πόλη, για τους κουκουγέρους, για τον πατέρα μου, για τον Παπαδιάμάντη και το Τριώδιο είναι εδώ.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά, ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα κι αύριο είναι Κυριακή!

 
Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                 η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                                που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                          η αποκριά.

 

Το ποίημα Η Αποκριά είναι του Μίλτου Σαχτούρη, γράφτηκε πολλά χρόνια πριν, δυστυχώς είναι σαν να γράφτηκε για σήμερα. Τελικά, όπως είπε και ο μεγάλος Μανόλης Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Ο πόλεμος», κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ.


Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο
κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, 
                    που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
 
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες 
                πέφτουνε γραμμή.

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
 
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.
 
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες 
                μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες 
                κραυγές
 
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ

--------------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

1. Ο πίνακας είναι του Πικάσο και έχει τον τίτλο «Οι δύο σαλτιμπάγκοι» ή »Ο Αρλεκίνος και η παρέα του» (τι σου είναι οι συμπτώσεις της εποχής!). Είχε ζωγραφίσει πολλούς αρλεκίνους ο Πικάσο. Αυτός εδώ βρίσκεται στο Μουσείο Πούσκιν της Μόσχας, όπως διαβάζουμε στη σελίδα της Βικιπαίδειας απ' όπου πήρα και την εικόνα (δεν είμαι όμως σίγουρη αν είναι σωστή η πληροφορία, γιατί από ένα γρήγορο ψάξιμο που έκανα στη σελίδα του ρωσικού μουσείου, δεν το βρήκα, υποθέτω ότι το ... cancel culture των ευρωπαίων υπουργών μας του Πολιτισμού  δεν έχει προλάβει να βάλει το χέρι του).

2. Το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη περιέχεται στη συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο» που κυκλοφόρησε το 1952 και προφανώς αναφέρεται στα τραύματα της εποχής, στον εμφύλιο. Το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη περιέχεται στη συλλογή «Εποχές» (το έχω στην έκδοση «Τα ποιήματα 1941-1971», Στιγμή 1992). Αντέγραψα και τα δύο ποιήματα από τον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=2780  και https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?text_id=16&hi=1997&cnd_id=2 αντίστοιχα).

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Τις Απόκριες μια φορά...



Τώρα που τέλειωσαν και οι φετινές Απόκριες, έρχονται στο νου μου τι γινόταν "στα παλιά τα χρόνια", εντάξει όχι και τόσο πολύ παλιά, στα παιδικά μου χρόνια, στα Χανιά, στη Νέα Χώρα. Εγώ δεν ντυνόμουν, ντρεπόμουν. Και μια φορά που μου 'φτιαξε η μάνα μου την αποκριάτικη στολή, τη φόρεσα, βγήκα έξω στο πεζοδρόμιο, δεν προχώρησα παραπέρα μα γύρισα πίσω και την έβγαλα. Αυτό ήταν. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά πολλά χρόνια για να ξαναντυθώ. 

Ντύθηκα γριά. Θυμήθηκα τον πατέρα μου που κάθε χρόνο έβαζε τα ρούχα της γιαγιάς μου, μια ζωή στα μαύρα τη θυμάμαι, έκρυβε το πρόσωπο και το κεφάλι με το μαντήλι και τις κάλτσες της, μακριά φούστα πάντα η γιαγιά, δεν είχε και ύψος ο πατέρας μου, οπότε μια χαρά του 'ρχόταν  η στολή. Έπαιρνε και την κατσούνα της και γύριζε στη γειτονιά. Γνήσιος κουκούγερος, έτσι λέγαμε τους μασκαράδες. 

Η κατσούνα ήταν το απαραίτητο χρειαζούμενο για κάθε μασκαρά. Μ' αυτό πείραζε τον κόσμο. Γύριζαν τότε οι κουκουγέροι, παρέες παρέες, στα σπίτια, άνοιγε ο κόσμος τις πόρτες και τους δεχόταν. Φυσικά δεν τους αναγνωρίζαμε. Κάθονταν στις καρέκλες στη σειρά, δεν μιλούσαν μόνο μας κοίταζαν, δηλαδή βλέπαμε κάτι μορφές να μας κοιτάζουν με χαμόγελο, με γκριμάτσες, ανάλογα με τη μάσκα. Εμείς από απέναντι, μικροί μεγάλοι, να προσπαθούμε να μαντέψουμε ποιοι άραγε να είναι πίσω από αυτές τις περίεργες, συχνά αστείες, φιγούρες. Αυτοί στο μεταξύ πείραζαν, κυνηγούσαν τα παιδιά με την κατσούνα, σήκωναν τη φούστα στις γυναίκες ή τους έπιαναν τα βυζιά, όλα επιτρέπονταν, η χαρά του παιχνιδιού. Κι αλίμονο αν προσπαθούσαμε να τραβήξουμε τη μάσκα, οι κατσουνιές θα μας επανέφεραν στην τάξη. Πότε πότε, αναφωνούσαμε είναι η τάδε είναι ο δείνα, αν πετυχαίναμε, έβγαζε τη μάσκα. Δεν αποκαλύπτονταν όμως πάντα, μερικές φορές έφευγαν όπως είχαν έρθει, χωρίς αποκάλυψη, είχαν πάρει το κέρασμα και προχωρούσαν για το διπλανό σπίτι και το διπλανό και όλη τη νύχτα αυτό γινόταν. Ένα παιχνίδι που συμμετείχε όλη η γειτονιά.

Αργότερα, όταν ήρθα στην Αθήνα, θυμάμαι πηγαίναμε το τελευταίο βράδυ στην Πλάκα, κόσμος πολύς, καραμούζες, κεφαλιές, μασκαράδες στους δρόμους, αστεία πολλά, φασαρία πολλή. Πάνε χρόνια που δεν έχω πάει.

Και του χρόνου με υγεία. 
Κι έρχονται κατά χιλιάδες οι ταλαίπωροι από ανατολικά, και οι Δυτικοί συμπάσχουν, λένε, σιγά, τι τους κοστίζει να το πουν. Όλοι σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν, που έλεγε και ο Σουρής:

Όλοι σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν,
Ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
Οι μοίρες μας μουτσούνες εγινήκαν,
Δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Όπ! Όπ! στο γύρο όλοι… τραλαλό… 

Κι εγώ μασκαρεμένος σας γελώ.
Όλοι σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

.......................................

.... .......................................................
Σημ. Για τις Απόκριες, με αναφορά σε γλωσσικά ζητήματα και στον Παπαδιαμάντη, είχα γράψει εδώ https://katerinatoraki.blogspot.com/2016/03/blog-post_13.html, αλλά και εδώ https://katerinatoraki.blogspot.com/2012/02/blog-post_26.html με αναφορά στο Καλυβιανό Καρναβάλι.



Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Η Απόκρεω ή Απόκρεως κατά Παπαδιαμάντη και ολίγα διά ξόανα και νεογλωσσίτας



Διαβάζοντας στην επιφυλλίδα του Γιάννη Χάρη στην Εφημερίδα των Συντακτών του περασμένου Σαββατοκύριακου για δηλώσεις του Σωτήρη Χατζάκη περί Παπαδιαμάντη και γλώσσας και επειδή δεν συμφωνώ με αφοριστικές δηλώσεις όπως "γλωσσικό γκέτο", "εσωτερικότητα μέσω της γλώσσας", "επαναφορά του πολυτονικού" κτλ., θα παραθέσω εδώ λίγα από μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του ίδιου του Παπαδιαμάντη με τίτλο "Γλώσσα και κοινωνία", την οποία είχε δημοσιεύσει σε συνέχειες στην κυριακάτικη εφημερίδα "Αλήθεια" τον Φεβρουάριο και Μάρτιο 1907. Στη μελέτη αυτή, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αναφέρεται στο γλωσσικό ζήτημα που ταλανίζει την Ελλάδα, δίνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα χρήσης παλαιών και νέων τύπων και σχολιάζοντας με γλαφυρό τρόπο την ανάγκη να προτιμάται "το πολύ ευφωνότερον και κομψότερον εις την γλώσσαν μας". Και επειδή το Τριώδιο φτάνει στο τέλος του, ας παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα:

...Πρὶν ἀκόμη εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς παρούσης διατριβῆς, εἰσήλθομεν εἰς τὸ Τριῴδιον... Ὁποία, τῷ ὄντι, γόνιμος ἐποχή! Ἐφέτος, ὡς ἔμαθα, γίνεται ἀπόπειρα πρὸς ἐπανίδρυσιν τῶν ἀρχαίων Διονυσίων... Εὖγε! Τοὐλάχιστον αὐτὸ εἶναι Ἑλληνικόν, καὶ δὲν θὰ ξαναγίνῃ, ἐλπίζω, λόγος περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Μι-καρὲμ τῶν Παρισιανῶν παρ᾿ ἡμῖν, ὅπως ἔγινε δὶς ἤδη. Φαντασθῆτε Μισοσαράκοστο μὲ ὄργια, μεταμφιέσεις καὶ τὴν κραιπάλην! Καὶ ὅμως ὅλα γίνονται. Τὸ κοινὸν ἔχει ἀνάγκην θεαμάτων, τοῦ χρειάζονται τρία, ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἰταλοὶ ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς τοῦ Μακιαβέλη. Ἡ νεολαία διψᾷ ἡδονάς. Περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ θέρους τοῦ ἔτους 1897, πρὶν ὑπογραφῇ ἀκόμη ἡ ἀνακωχή, ἢ πρὶν συναφθῇ ἡ συνθήκη εἰρήνης, ἡ νεολαία τῶν Ἀθηνῶν ἦτο πολὺ δυστυχής. Ἐπὶ δύο ἑβδομάδας εἶχον διακοπῆ τὰ θεάματα.


Πολλάκις ἤδη εἶχε παρατηρηθῆ ὅτι, εἰς ἐποχὰς ἐμφυλίων ἢ ἐξωτερικῶν πολέμων, στάσεων, σπαραγμῶν, λοιμοῦ, πυρὸς καὶ μαχαίρας, ἡ δίψα πρὸς τὰς ἡδονὰς μεγάλως αὐξάνει. Τῶν οἰκιῶν ὑμῶν ἐμπιπραμένων, αὐτοὶ ᾄδετε. Ἄνθρωποι ἢ κοχλίαι, τὴν ἰδίαν συναίσθησιν εὐθύνης φέρουσι διὰ τὰς πράξεις των. Διάφοροι χρονικογράφοι ἐφημερίδων παρετήρησαν πρὸ χρόνων, ὅτι ἦσαν ἄξιοι οἴκτου οἱ Ἀθηναῖοι, ἐπειδὴ ἔχουν μεγάλην σοβαρότητα, ἀλλ᾿ ἔχουν ἀνάγκην καὶ δόσεώς τινος φαιδρότητος, τὴν ὁποίαν οἱ γράφοντες, μὲ τὰ ὡραῖα χρονογραφήματά των, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ τοὺς ἐμφυσήσουν... Ἄλλοι πάλιν φρονοῦν ὅτι ὑπάρχει τοὐναντίον μεγάλη ἔλλειψις σοβαρότητος εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἀλλ᾿ οἱ χρονικογράφοι τῶν ἐφημερίδων ὠνόμαζον σοβαρότητα τὴν σκυθρωπότητα, καὶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητοῦσαν νὰ ἐμφυσήσουν εἰς τοὺς Ἀθηναίους, ἦτο ἐλαφρότης καὶ ὄχι φαιδρότης. Ἄλλως περιττὸς ὁ κόπος των, διότι καὶ ἡ ἐλαφρότης ὑπάρχει ἐν ἀφθονίᾳ εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ὅπου σοβαρότης, ἡ φαιδρότης ἐπέρχεται ἀφ᾿ ἑαυτῆς ὡς ἀναγκαία ἀντίδρασις, ὅπου δὲ ἐλαφρότης, ἡ σκυθρωπότης ἐπέρχεται ὡς ὀφειλομένη βαρεῖα τιμωρία.


Ἄλλος χρονικογράφος ἐπρότεινε γνώμην ὅτι ἔπρεπεν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω νὰ ἑορτάζωνται πολὺ πανηγυρικῶς καὶ λίαν ἐπιβλητικῶς εἰς τὰς Ἀθήνας - διὰ νὰ ἑλκύωνται, ἔγραφεν, ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας οἱ ἄνθρωποι, νὰ συρρέωσι φέροντες χρήματα εἰς τὰς Ἀθήνας!!! Ὡς νὰ εἶχεν ἀφήσει ἡ πρωτεύουσα ἀρκετὰ χρήματα εἰς τὸ βαλάντιον τῶν πτωχῶν ἐπαρχιωτῶν, τῶν εἱλώτων τούτων, καὶ ὡς νὰ μὴ ἦσαν ὑπόχρεοι διὰ μυρίας ἄλλας ἀφορμὰς νὰ ἐπισκέπτωνται οὗτοι συχνὰ τὰς Ἀθήνας! Ὅλ᾿ αὐτά, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα ἐγράφησαν, ἐτυπώθησαν, καὶ ἀνεγνώσθησαν, καὶ ὁ χάρτης δὲν ἐσχίσθη, καὶ τὰ γράμματα δὲν ἐρράγησαν, καὶ ἡ μελάνη δὲν ἀνεπήδησε μέχρι τοῦ προσώπου τοῦ γράψαντος. Πράγματι ἡ ἐποχὴ αὐτὴ τῶν «ἈπόκρεΩ» (sic) εἶναι τὸ φόρτε μερικῶν δημοσιογράφων.


Πρὸ τριακονταετίας εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν Τύπον, ἡ λέξις αὐτὴ ἐτονίζετο εἰς τὴν παραλήγουσαν, αἱ Ἀποκρέω. Εἶτα ὁ στιβαρὸς Κόντος, τοῦ ὁποίου τὸν ζυγὸν δυσκόλως ὑπέφερον οἱ γράφοντες, καί τινες μάλιστα ἐπροσπάθουν μάτην νὰ τὸν γελοιοποιήσουν - καὶ ὅμως, μὲ τὸν καιρὸν οἱ ἴδιοι ὑπέκυψαν - ὑπέδειξε τὸ ὀρθόν. Ἀλλ᾿ ὅμως ἐστάθη ἀδύνατον νὰ μάθωσι τὴν κλίσιν τῆς λέξεως, καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὸν Τύπον ἐν γένει γράφεται ἡ Ἀπόκρεω, τὰς Ἀπόκρεω. Καὶ ὅμως, εὐκολώτατον θὰ ἦτο, πρὶν γράψῃ τις τὸ ὄνομα, ν᾿ ἀναλογίζεται πῶς θὰ εἶχεν ἂν δὲν ἦτο τῆς Ἀττικῆς κλίσεως, ἀλλ᾿ ἁπλῶς δευτερόκλιτον. Ἡ ἀπόκρεος, ἄρα ἡ ἀπόκρεως, τὰς ἀποκρέους, ἄρα τὰς ἀπόκρεως.


Ὑπομονὴ διὰ τὰς ἄλλας πτώσεις· ἀλλ᾿ ἡ γενικὴ πληθυντική; Ὡς φαίνεται, οἱ νεαροὶ δημοσιογράφοι μας δὲν ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν β´ τοῦ Ἑλληνικοῦ, καὶ δὲν ἔμαθαν ποτὲ ὅτι «ἡ γενικὴ πληθυντικὴ ὅλων τῶν πτωτικῶν λήγει εἰς ων, καὶ δι᾿ αὐτὸ λέγεται μέση». Ἐκτὸς μιᾶς ἐφημερίδος (τοῦ Νέου Ἄστεως) ὅλαι αἱ ἄλλαι γράφουσι τῶν Ἀπόκρεω. Διατί ὄχι; Κατὰ τοὺς ψυχαριστάς, ἡ γενικὴ πληθυντικὴ διφορεῖται· τῶν ἀνθρώπω καὶ τῶν ἀνθρώπωνε, τῶν γυναικῶ, καὶ τῶν γυναικῶνε. Ἢ πρέπει νὰ τὸ κλαδεύσῃ τις, ἢ νὰ τοῦ προσθέσῃ μίαν φούντα. Μόνον εἰς τὴν γνησίαν μορφὴν δὲν πρέπει νὰ τὸ γράψῃ, διότι ἀλλοίμονον εἰς ὅσους γράφουν τὴν καθαρέβουσα.


Ἀρκοῦν τόσα διὰ τὸ ὄνομα τῆς Ἀπόκρεω, ἀλλὰ καὶ πόσας δὲν ἔχομεν ἀποκριάτικες λέξεις; - Φαίνεται ὅτι ἡ Ἀπόκρεως πράγματι παρατείνεται καὶ εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐποχὰς τοῦ ἔτους, διὰ τοῦτο ἔχομεν τόσα καὶ τόσα ἀποκριάτικα ὀνόματα καὶ πράγματα. Χθὲς ἐδιάβαζα εἰς μίαν ἐφημερίδα μίαν ὡραίαν πράγματι λέξιν «τῆς δολτσεφαρνιεντιζούσης Κυβερνήσεως». Ὤ, πλαστικότης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης! Ἰδοὺ πῶς ἀπὸ μίαν Ἰταλικὴν παροιμίαν πλάττεται αἴφνης μία χαριεστάτη μετοχή. Τί σημαίνει ἂν τὰ ἐννέα δέκατα τῶν ἀναγνωστῶν δὲν θὰ καταλάβωσιν τί θέλει νὰ πῇ τοῦτο; Μήπως εἶναι βέβαιον ἂν ὁ συντάκτης ὁ ἴδιος ξεύρει ἰταλικά; Τί πρὸς τοῦτο. Ὁ Τύπος, βλέπετε, ὁ Ἀθηναϊκός, εἶναι προωρισμένος διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Ὁ δημοσιογράφος, ὅταν πιάσῃ τὴν πένναν, ἐπ᾿ αὐτῶν τῶν δύο πόλεων βασίζεται, διότι ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τὴν εἰς τὰς δύο πόλεις ζῇ κυρίως ὁ Τύπος. Καὶ εἰς τὰς πόλεις αὐτὰς οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνεπτυγμένοι - καὶ πρέπει νὰ ξεύρουν τί θὰ πῇ ὄχι μόνον ρᾳστώνη ἑλληνιστί, ὄχι μόνον τουρκιστὶ ραχάτι, ἀλλὰ καὶ ἰταλιστὶ δόλτσε ἒ φὰρ νιέντε.


Διὰ τοῦτο βλέπεις νὰ εἰσάγωνται τοιαῦται λέξεις, ὁποία ἡ μπάντα τῆς μουσικῆς! λόγου χάριν. Ἂν εἰς τὴν γνησίαν δημώδη γλῶσσαν, ἡ λέξις σημαίνει τὴν πλευρὰν ἢ τὴν ἄλλως μεριά, ἀδιάφορον. Ἐκεῖνα εἶναι παλαιά, χωριάτικη γλῶσσα, démondée· ἐτελείωσε. Ἀρχαῖα καὶ διϊπολιώδη καὶ τεττίγων ἀνάμεστα. Ἐὰν τώρα ἡ bande γίνεται ἴσως ἀπὸ τὸ binden (δένω), ἐὰν ἔχῃ παραπλησίαν τὴν ἀρχὴν καὶ προέλευσιν, ὅπως ἡ λέξις σπεῖρα, ἐὰν ἡ ἰδία bande σημαίνῃ ἐν γένει συμμορίαν, καὶ ἂν ἔχῃ παράγωγον τὸ bandie, ἀδιάφορον καὶ πάλιν. Ἀλλ᾿ αἱ λέξεις χορός, θίασος, ὅμιλος, ὀρχήστρα, τίποτε δὲν σημαίνουν. Ἡ μπάντα, αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις τῆς μόδας.


Εἶδα ὅτι καὶ ἐπίτροποι ἐκκλησίας, ἀναγγέλλοντες λιτανείαν, ἀνέφερον καὶ «μπάντα μουσικῆς». Ἀλλὰ πόσα δὲν διαπράττουν αὐτοὶ οἱ ἐπίτροποι! Ὅπου εἶναι πανήγυρις, ἀναγγέλλουν ὅτι θὰ καοῦν καὶ ροκέτες! Καὶ θῦμα ἔγινεν ἔξωθεν μιᾶς ἐκκλησίας, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, μία πτωχὴ γυνή. Ἀλλ᾿ αἱ ροκέτες ὅμως δὲν ἔπαυσαν.


Πρό τινος χρόνου, οἱ ἐπίτροποι ναοῦ τινος, ἀπὸ μίαν τῶν κυριωτέρων ἐπαρχιακῶν πόλεων, ἔστειλαν τηλεγράφημα, ὅπου μετὰ σύντομον περιγραφὴν τῆς γενομένης τελετῆς ἐπί τινι ἐπετείῳ, ἐπρόσθετον τὰς λέξεις: «Μνημόσυνον μεγάλως ἐπέτυχε». Εἰκότως· διότι ἐφαντάζοντο τὸ σύνολον ὡς ἁπλοῦν θέαμα...


Σχετικά με την Απόκρεω ή Αποκρέω ή Αποκριά, στο Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) βρίσκουμε:

Aπόκρεω η [apókreo] Ο (άκλ.) : (λόγ.) η Aποκριά.
[λόγ. < μσν. Aπόκρεως `Aποκριά΄ μεταπλ. με βάση τη γεν. Aπόκρεω < ελνστ. ἀπόκρεος `με αποχή από κρέας΄ μεταπλ. κατά τα αρχ. ἡδύκρεως `με γλυκό κρέας (για ζώο)΄, ελνστ. πολύκρεως `με πολλά φαγητά από κρέας΄]

αντίστοιχες ερμηνείες δίνονται και στα άλλα λεξικά, ενώ και στο Μεσαιωνικό λεξικό του Εμμμανουήλ Κριαρά, βρίσκουμε την Αποκρέα ή Αποκριά:

Αποκριά η· Aποκρέα. 
1) H Kυριακή ή η εβδομάδα της κρεατινής αποκριάς: την Aποκρέα, την Tυρινήν και το μεγάλο Πάσχα (Σπαν. V 452). 2) H περίοδος της μιας ή των τριών εβδομάδων πριν από την Kαθαρά Δευτέρα: έμεινεν ως τες Aποκριές (Mαχ. 54227). [<θηλ. αποκρέα (ενν. Kυριακή ή εβδομάς) του επιθ. απόκρεος (πιθ. 6. αι., Lampe) ως ουσ. T. Aπόκρεως τον 8.-9. αι. (LBG, λ. α‑). O τ. τον 9. αι. (LBG, ό.π.) και σήμ. ιδιωμ. H λ. στον εν. και στον πληθ. και σήμ. (βλ. και Θαβώρης 1969: 58-9)]

Για να επιστρέψω όμως στο κείμενο του Παπαδιαμάντη, και πάλι στο πνεύμα της Απόκρεως ή Αποκριάς, θα παραθέσω ακόμη ένα μικρό απόσπασμα όπου αφηγείται μια ιστορία που έζησε ο ίδιος όταν ήταν μικρός και είναι χαρακτηριστική της γλωσσικής σύγχυσης που υπήρχε, αφού πρώτα είχε μιλήσει για το απέθανε, το απεβίωσε και το ... απέζησε:

...Ὅταν ἤμην παιδίον, μία γραῖα γειτόνισσα μοὶ ὑπηγόρευε μίαν τῶν ἡμερῶν, γράμμα πρὸς τὸν σύζυγον τῆς ἐγγονῆς της, ὅστις ἐταξίδευεν ὡς λοστρόμος μὲ τὰ καράβια.

- Γράψε, εἶπεν ἡ γριὰ Φραγκούλαινα, τὸ Ἀργυρὼ εἶναι γκαστρωμένη, τριῶν μηνῶν, (δηλ. ἡ σύζυγος τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπιστολή).

Ἐγὼ ἔγραψα: «τὸ Ἀργυρὼ εἶναι γκαστρωμένη».

Ὅταν ὅμως ἀπῄτησε νὰ τῆς ξαναδιαβάσω, πρὶν τὸ κλείσω, ὅλον τὸ γράμμα, τότε ἔκαμε παρατήρησιν:

- Μὴ γράφῃς «γκαστρωμένη», εἶπε, δὲν τὸ γράφουν ἔτσι.

- Πῶς νὰ γράψω;

- Γράψε εἶναι παραβαρεμένη.

Ἐγὼ ἔσβησα τὸ «γκαστρωμένη», κ᾿ ἔγραψα: «τὸ Ἀργυρὼ εἶναι παραβαρεμένη...»

Τὸ μάθημα ὑπῆρξε λίαν διδακτικόν. Καίτοι ἀγράμματη, ἡ γραῖα μ᾿ ἐδίδαξεν ὅτι, εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἄλλως νοοῦμεν, ἄλλως ὁμιλοῦμεν, καὶ ἄλλως γράφομεν.

Ἴσως τὸ ἐνδόμυχον ἐλατήριον τῆς ἀρχαϊκῆς γραίας ἦτο μία λεπτοφυεστάτη ἀνάγκη εὐφημισμοῦ. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ὅτι ὁ εὐφημισμὸς ἐκεῖνος ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ὅλην τὴν γλῶσσαν, καὶ καταντᾷ, ὅπως ὁ χωρικὸς συστέλλεται νὰ εἴπῃ «ἡ γυναίκα μου», καὶ λέγει «ἡ νοικοκυρά μου, ἡ φαμίλια μου» (τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαινετὸν ἄλλως), οὕτω καὶ οἱ γράφοντες νὰ μὴ θέλουν νὰ γράψουν λ.χ, ἀπέθανε, ἀλλὰ ἀπεβίωσε...


 ------------------------------

Το κείμενο αυτό του Παπαδιαμάντη υπάρχει στο τεύχος Ιούν.-Ιούλ. 2015 του περιοδικού "Τυφλόμυγα", ενώ μπορεί να βρεθεί και ηλεκτρονικά εδώ. Να σημειώσω επίσης ότι τα ξόανα και οι νεογλωσσίτες του τίτλου είναι από αναφορές του ιδίου στο κείμενο. Γι' αυτό και αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο!

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Η φτώχεια θέλει καλοπέραση




 Το ΔΝΤ κι η Τρόικα μας έχουν κουζουλάνει
ήρθε κι ο παλιο Μέρκελος να μας αποτροζάνει!

Αυτά λέει ο Καρνάβαλος στις Καλύβες Χανίων και ξορκίζει τη μιζέρια σκορπώντας κέφι και προτείνοντας για το αποκριάτικο μενού ... αέρα κοπανιστό με αρίγανη και κέρασμα χαρούπι (αυτό το τελευταίο μου θύμισε τα παιδικά χρόνια τότε που μουλιάζαμε τα χαρούπια στο νερό και ύστερα το πίναμε, είχε μια ιδιαίτερη, γλυκειά γεύση το νερό, ή τα μασούσαμε όπως ήτανε για να παίρνουμε το χυμό τους απ΄ευθείας και φτύναμε ύστερα ό,τι έμενε).

Το Καλυβιανό Καρναβάλι όπως και το Ρεθυμνιώτικο είναι πολύ παλιά και ονομαστά στην Κρήτη. Ωραίο το αφιέρωμα του Βαγγέλη Κακατσάκη απ' όπου πήρα και την παραπάνω φωτογραφία, καθώς και τα λόγια της πρόσκλησης του Καλυβιανού Καρναβαλιού του 1957: 

Και στο πείσμα όλου του κόσμου ο Καρνάβαλος και πάλι
στις Καλύβες θα βροντήξει
και θα φάμε και θα πιούμε και χαλάλι μας, χαλάλι
και απού ’χει βήχα, ας βήξει.

Ελα κόσμε, τρέχα κόσμε, να μαζέψεις και να δεις
μασκαράδες να γελούνε και τους άλλους μασκαράδες
να γκαρίξεις να ρωτούνε και να λες πως τραγουδάς
κόσμε ψεύτη, κόσμε κλέφτη, που πιστεύεις στους παράδες.

Και για να μείνω στο πνεύμα της ημέρας, αλλά συνδυασμένα με το πνεύμα των ημερών όλων, αντιγράφω μια μαντινάδα του Αριστείδη Χαιρέτη ("Τι μαντινάδα να σου πώ...", Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996)  που νομίζω μας εκφράζει:

Στα όνειρα βλέπω τσι χαρές που ξυπνητός στερούμαι
μα δεν μπορώ και μια ζωή για σένα να κοιμούμαι...