Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Μαρία Καζαρές: Η ζωή είναι όνειρο


Τι είναι η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη, μια χίμαιρα,  μια σκιά. Στιγμή στου απείρου το χάος είναι απ' ότι φαίνεται μεγάλη. Γιατί η ζωή είν' ένα όνειρο, τι άλλο! Και τα όνειρα, είναι όνειρα του ονείρου.

Λόγια του Ισπανού δραματουργού και ποιητή του 17ου αιώνα Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα από το θεατρικό έργο του  «Η ζωή είναι όνειρο». Το αντέγραψα από το βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και απηχεί τον ψυχισμό και την προσωπικότητα της γυναίκας που περιγράφει. Πρόκειται για το βιβλίο «Η μοναδική Μαρία Καζαρές» της Γαλλίδας συγγραφέα Ανν Πλανταζενέ που αφηγείται τη ζωή της σπουδαίας Ισπανογαλλίδας (ή Γαλλίδας με Ισπανική καταγωγή) ηθοποιού Μαρία Καζαρές. Η Μαρία ήταν Ισπανίδα, γεννημένη το 1922 στην Κορούνια της Ισπανίας. Ο πατέρας της, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα, ήταν πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας. Πολλοί δημοκρατικοί τον θεωρούσαν ανίκανο και δειλό πολιτικό, ενώ οι εθνικιστές «εχθρό της ενωμένης μεγάλης και ελεύθερης Ισπανίας του Φράνκο». 

Η Μαρία έφυγε με τη μητέρα της από την Ισπανία το 1936.

Αυτή είναι η Μαρία Βικτόρια Κασάρες Πέρεθ αλλά όλοι τη φωνάζουν Βιτολίνια, εκτός από τον πατέρα της που προτιμά το Βίτολα.
Είναι ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι στο σιδηροδρομικό σταθμό του Περτύς στα ανατολικά Πυρηναία, με το κεφάλι στον μηρό της μητέρας της, φοράει ένα κοντό πανωφόρι με επένδυση και μποτίνια και γύρω από τα μαύρα της μαλλιά, πλεγμένα σε κοτσίδα, έχει δεμένη μια ανοιχτόχρωμη κορδέλα. Είναι ένα πρωί το Νοέμβρη του 1936, χαράματα. Παρά τα ζεστά και άριστης ποιότητας ρούχα τους, το κρύο πιρουνιάζει τα κόκαλα τους και στο τρένο από τη Βαρκελώνη που τις έφερε ως τα σύνορα δεν κοιμήθηκαν όλη νύχτα, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που το κορμί της μητέρας τινάζεται από σπασμούς, από συσπάσεις, κάνοντας κάθε τόσο το κεφάλι της Βιτολίνιας να δονείται. Η Γκλόρια Πέρεθ Κασάρες, στητή, με το όμορφο πορσελάνινο πρόσωπό της ανέκφραστο και τα μάτια της, διάφανου μπλε χρώματος, καρφωμένα σ' ένα σημείο που μονάχα εκείνη μπορεί να δει, κλαίει. Μοιάζει με εξόριστη Ρωσίδα πριγκίπισσα, με τα ξανθά λεπτά μαλλιά της, κομμένα σε κομψό καρέ,  και τον σωρό από βαλίτσες από δέρμα χοίρου δίπλα της, με τη μοναχοκόρη της ξαπλωμένη πάνω της στα δεξιά της κι έναν νεαρό να έχει πάρει την ίδια στάση στα αριστερά της. [...]

Η Βιτολίνια για πρώτη φορά βρίσκεται μακριά από την πατρίδα της την Ισπανία. Είναι τα πρώτα της λεπτά στη Γαλλία, σ' ένα μικροσκοπικό σιδηροδρομικό σταθμό όπου ένα μεγάφωνο μεταδίδει κατ' επανάληψη ένα τραγούδι του οποίου καταλαβαίνει κάποια λόγια από το ρεφραίν: Tout va très bien, Madame la Marquise1 

Η Μαρία και η Γκλόρια, η μητέρα της, νόμιζαν ότι θα έφευγαν για λίγο διάστημα στη Γαλλία, ίσως για λίγους μήνες, ώσπου να φτιάξει η κατάσταση στη χώρα τους, πίστευαν ότι η ισπανική δημοκρατία είχε γερά θεμέλια και  πολλούς υποστηρικτές. Αυτή δεν είναι η προσμονή όλων των προσφύγων, και τελικά η μοίρα τους να πεθαίνουν σε ξένο τόπο;

Οι χώρες που ο πατέρας της ισχυριζόταν πως ήταν φιλικές, ανάμεσά τους και το Λαϊκό μέτωπο του Λεόν Μπλουμ,  ψήφισαν ένα σύμφωνο μη παρέμβασης και οι εθνικιστές προμηθεύονταν όπλα από τη Γερμανία. Η δημοκρατική Ισπανία εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της. Η  κόρη κι ο νεαρός είναι ξαπλωμένοι στο παγκάκι, σαν να αιωρούνται μερικά εκατοστά πάνω απ' το έδαφος,  μονάχα της μητέρας τα πόδια πατάνε στο χώμα της Γαλλίας.

Έτσι περιγράφει συνοπτικά την ηρωίδα της η Πλανταζενέ:

Αν μονάχα ήταν ο πατέρας της εδώ... Ο πατέρας της ο Σαντιάγο Καζάρες Κιρόγα, που διετέλεσε πολλάκις υπουργός, ο τελευταίος πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου της δεύτερης ισπανικής Δημοκρατίας πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο στις 18 Ιουλίου του 1936,  κατηγορούμενος σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, την οποία η κόρη του δεν αποδέχεται, ότι αρνήθηκε να δώσει όπλα στους εργάτες, αδυνατώντας να διαχειριστεί την κατάσταση με την ανικανότητά του να ευθύνεται για την έναρξη του εμφυλίου. Ο πατέρας της που πέθανε εξόριστος, τέσσερα χρόνια μετά τη γυναίκα του του 1950, αποκηρυγμένος, αποδοκιμασμένος, τη χρονιά του Ορφέα. Ορφανή. Αυτός ο πόνος δεν θα υποχωρήσει ποτέ. Ο πατέρας της πέθανε στο δωμάτιο της, σ' εκείνο το δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει στο τέλος, στο κρεβάτι της. Η Μαρία δεν φοβάται τα φαντάσματα. Από φαντάσματα είναι γεμάτα η Γαλικία και τα παραμύθια της παιδικής της ηλικίας, τα φαντάσματα αποτελούν μέρος της ζωής όπως ακριβώς και τα όνειρα,  οι αναμνήσεις, οι τύψεις και ο θάνατος. Η Μαρία αποδέχεται πλήρως την παρουσία αυτών των άυλων σωμάτων, όπως αποδέχεται και τη ζωή με οτιδήποτε αυτή εμπεριέχει, χωρισμούς, στιγμές δόξας, πένθος [...] Ο Καμύ την ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Λέει πως η Μαρία διακατέχεται από το δαιμόνιο της ζωής. Τρώει σαν λύκος, γελάει εκκωφαντικά , είναι φλογερή στον έρωτα, κοιμάται βαριά, για ώρες, συνεχόμενα, ο ύπνος της είναι ανανεωτικός.

Η Μαρία έγινε σπουδαία ηθοποιός, διάσημη, φωτογραφίες της βρίσκονται σε όλα τα περιοδικά, γράφουν για τη νεαρή εξόριστη Ισπανίδα με τα πράσινα μάτια που θριάμβευσε στη Ντίαρντρη των θλίψεων2, την περιγράφουν να έχει ύψος 159 ή 161 ή ακόμα 156.  

Έπαιξε στον κινηματογράφο σε ταινίες του Καρνέ, του Μπρεσσόν, του Κοκτό, στο πλευρό του Ζεράρ Φιλίπ ή του Ζαν Μαρσαί και άλλων. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στο θέατρο, ιερό τέρας, τεράστια τραγωδό την αποκαλούσαν. Έμεινε στην ιστορία η ερμηνεία της στo ρόλο της Λαίδης Μάκβεθ που ανέβηκε στο φεστιβάλ της Αβινιόν το 1956 σε σκηνοθεσία του Ζαν Βιλάρ (Jean Vilar). Ο τύπος ήταν διθυραμβικός, σαν αναμμένη δάδα η φωνή της έγραφαν. Στα ημερολόγιά της είχε σημειώσει τη φράση «Η κόλαση είναι σκοτεινή» από το έργο, προφανώς μαρτυρώντας δικές της σκέψεις και ανησυχίες. 

Η Μαρία Καζαρές ως Λαίδη Μάκβεθ (Πηγή: https://mariacasares.wordpress.com/tag/lady-macbeth/)

Το 1944 γνώρισε τον Αλμπέρ Καμύ. Ήταν μια αγάπη που κράτησε μέχρι το θάνατο του δεύτερου το 1960. Ο Καμύ ήταν παντρεμένος, απέκτησε παιδιά, ο έρωτάς τους ήταν κρυφός, οι συναντήσεις τους αραιές, πέρασαν τέσσερα χρόνια χωριστά, αλλά ξανάσμιξαν. Γράφει στο ημερολόγιό της: «η αγάπη μας δεν έχει άλλο στήριγμα από την ίδια της την ύπαρξη, χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, χωρίς λόγο». Κι αλλού: «αν έχουμε αγαπήσει κάποιον κάποτε, τότε δεν είμαστε ποτέ πια μόνοι».

Στα τέλη του 1959 είχαν καιρό να σμίξουν. Θα ξανανταμώνανε το Γενάρη, έτσι είχαν σκοπό. Θα φορέσει το μαύρο αδιάβροχο και το καπελάκι που μόλις αγόρασε εκ μέρους του Αλμπέρ, πρώιμα χριστουγεννιάτικα δώρα.

Όμως εκείνη η συνάντηση του Γενάρη δεν έγινε ποτέ. 

Αναρωτιόταν παλαιότερα σ' ένα γράμμα της η Μαρία: Ακόμη κι ο θάνατος είναι άραγε ικανός να μας χωρίσει; Κι εκείνος της απαντούσε: Όχι, ο θάνατος δε χωρίζει, απλά ανακατεύει λίγο περισσότερο στον άνεμο τη στάχτη των σωμάτων που είχαν ενωθεί ήδη ως τα βάθη της ψυχής τους. 

Αλμπέρ Καμύ και Μαρία Καζαρές (Πηγή φωτογραφίας: https://europe.tv5monde.com/en/tv-guide/documentaries/maria-casares-et-albert-camus-toi-ma-vie-888988)

Η Μαρία δεν είναι απ' τις γυναίκες που τις παντρεύονται. Είναι η μνηστή των νεκρών, η σκοτεινή βασίλισσα, η λαίδη Καμία. Τακτοποίησε τα γράμματα του Αλμπέρ σε ένα σεντούκι, τα γράμματα που της έστελνε εκείνος και τα γράμματα που του έγραφε αυτή, τα οποία ο Ρενέ Σαρ ανέβηκε και τα πήρε από την γκαρσονιέρα της οδού Σαναλέιγ με το που πληροφορήθηκε το φρικτό μαντάτο και της τα πήγε στην οδό Βοζιράρ για να μην πέσουν σε ξένα χέρια. Όλα τα γράμματα που αντάλλασσαν επί δεκάξι ολόκληρα χρόνια. Με το τελευταίο να φτάνει στα χέρια της την επομένη του θανάτου του.

Περνούν πολλά ονόματα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ονόματα που πέρασαν από τη ζωή της Μαρία Καζαρές. Ας αναφέρω μερικά, για πολλά από τα οποία δίνει ενδιαφέρουσες συμπληρωματικές πληροφορίες ο μεταφραστής Γιάννης Στρίγκος: Μάριος Πράσινος, ζωγράφος και χαράκτης με επιρροές από τον σουρεαλισμό, γεννημένος από Έλληνες γονείς, ο συνθέτης Μορίς Ζαρ, ο Ζεράρ Φιλίπ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Ζαν Ζενέ, η Ανιές Βαρντά, ο Αντρέ Μαλρό, ο τσιγγάνος καλλιτέχνης του καμπαρέ Νταντέ ή Αντρέ Σλεσσέρ,που «χαμογελά σαν τον Πιερότο του φεγγαριού»3 και που υπήρξε φίλος και σύζυγός της και πολλοί άλλοι.

Η Μαρία Καζαρές πέθανε στο Λα Βερν στις 22 Νοεμβρίου του 1996, μια μέρα αφότου έκλεισε τα 74. Ο τάφος της βρίσκεται στο νεκροταφείο του Αλλού (Alloue)  και το σπίτι της, το οποίο κληροδότησε στην κοινότητα, έχει γίνει τόπος δημιουργίας και διαμονής για ηθοποιούς του θεάτρου, σπίτι του ηθοποιού δηλαδή. Το  2010 έδωσαν το όνομά της στο ευρωπαϊκό τμήμα της Γαλλικής υπηρεσίας προσφύγων και Απάτριδων.

Δεν είχε απαρνηθεί ποτέ την Ισπανική ταυτότητα, είχε όμως δηλώσει ότι δεν θα πήγαινε στη γενέτειρα όσο ζούσε ο Φράνκο. Ήταν 19 Ιουλίου του 1976 όταν για πρώτη φορά επέστρεφε στην Ισπανία, είχε φύγει δεκατεσσάρων, επέστρεφε στα πενήντα τρία. Ο Φράνκο ήταν ήδη νεκρός από τις 20 Νοεμβρίου του 1975. Είχαν όμως περάσει πολλά χρόνια από το φευγιό της, παρά την υποδοχή και τις επιτυχίες, ένιωθε ξένη. Μόλις επέστρεψε στη Γαλλία, έκανε αίτηση για τη γαλλική υπηκοότητα. Έγραφε:

Θέλησα να παραμείνω Ισπανίδα όσο καιρό ήμουν πρόσφυγας έτσι ώστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να μοιράζομαι με τους συμπατριώτες μου ένα κοινό πεπρωμένο όμως πάντα είχα στο νου μου πώς τη μέρα που θα μπορούσα να γυρίσω πίσω στην Ισπανία τότε θα γινόμουν Γαλλίδα Ακόμη και αν χρειαζόταν να εγκατασταθώ στην Ισπανία.

Νομίζω άξιζε η ανάγνωση του βιβλίου. Η Ανν Πλανταζενέ μελέτησε με προσοχή τα αρχεία της Καζαρές που της εμπιστεύτηκε η κόρη του Καμύ και που εκείνη τα είχε αποκτήσει από την ίδια την Καζαρές. Το βιβλίο που παρέδωσε ήταν μια περιήγηση όχι μόνο στη ζωή και τη δράση της Μαρία Καζαρές, αλλά και σε σημεία της ιστορίας, των κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων και της κουλτούρας στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα. 

Πρέπει να σημειώσω επίσης την πολύ καλή μετάφραση και συνολική επιμέλεια με συμπληρωματικές πληροφορίες στις υποσημειώσεις από τον μεταφραστή Γιάννη Στρίγκο για πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στο κείμενο, πρόσωπα του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις

1 Όπως σημειώνει ο μεταφραστής, πρόκειται για το πολύ μεγάλη προπολεμική επιτυχία στη Γαλλία με τον τίτλο του γραμμένο από τον γνωστό σύνθετη της εποχής Πολ Μισρακί. Στους σατιρικούς στίχους ο μπάτλερ της μαρκησίας της ανακοινώνει όλες τις καταστροφές που τη βρήκαν κατά τη διάρκεια της απουσίας της, καθησυχάζοντας την όμως πάντα στο τέλος με τη φράση όλα βαίνουν πολύ καλώς κυρία...


2 Πρόκειται για το θεατρικό έργο με τον αγγλικό τίτλο "Deirdre of the Sorrows", γραμμένο το 1909, στο οποίο ο Ιρλανδός  δραματουργός John Millington Synge αναπλάθει έναν παλιό κέλτικο μύθο. 
 
3 Ο «Πιερότος του φεγγαριού» (ή «Φεγγαρίσιος Πιερότος» από το πρωτότυπο στα γαλλικά "Pierrot Lunaire") είναι το πρώτο ατονικό αριστούργημα του Άρνολντ Σένμπεργκ βασισμένο σε μια σειρά ποιημάτων του Βέλγου ποιητή Άλμπέρ Ζιρό (Albert Giraud). Όπως διαβάζουμε σε πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, στο έργο κυριαρχούν οι αντιφάσεις, ο Πιερότος είναι ήρωας και παλιάτσος, άνδρας που τον υποδύεται μια γυναίκα, τραγουδά και ταυτόχρονα μιλά για τον έρωτα, τη θρησκεία, τη βία, όλα όσα περιστοιχίζουν διαχρονικά τον άνθρωπο και τροφοδοτούν τη κάθε του πράξη. Αξεπέραστος πιερότος του φεγγαριού σε θεατρικές παραστάσεις υπήρξε ο διάσημος μίμος Μαρσέλ Μαρσό.



4 Ο André Schlesser, γνωστός ως Νταντέ (Dadé) ήταν  τραγουδιστής, μίμος και καλλιτέχνης του καμπαρέ. Με τον Μαρκ Σεβαλιέ είχαν δημιουργήσει το ντουέτο Marc Et André. 

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Ίντα να σου πω που 'σαι πρόσφυγκας



Η 5η Απριλίου έχει καθιερωθεί από το 1994 ως Πανελλήνια Ημέρα των Προσφύγων. Πρόσφυγκες άκουγα να λένε στον τόπο μου επιτιμητικά όσους είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία. Ίντα να σου πω που 'σαι πρόσφυγκας, ήταν η φράση που συχνά άκουγε η οικογένεια Καλαϊτζίδου που ήρθε στα Χανιά από τη Μικρά Ασία το 1914, όταν είχαν ήδη αρχίσει οι διωγμοί από την άλλη πλευρά. Τη μαρτυρία της οικογένειας βρήκα στη Europeana και την αντιγράφω εδώ:


Η οικογένεια Καλαιτζίδου ζούσε και ευημερούσε στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Στην δούλεψη τους είχαν Ηρακλειώτες γεωργοί που υμνούσαν την Κρήτη με μαντινάδες :

Κρήτη μου όμορφο νησί
Κορώνα του Λεβάντε
Το χώμα σου είναι μάλαμα
Και η πέτρα σου διαμάντι

Και ο Κρητικός αν στολιστεί
Και βάλει τα καλά του
Η στράτα ρόδα γέννησε
Από την ομορφιά του

Η “εκκαθάριση” του μη-μουσουλμανικού πληθυσμού έχει ήδη ξεκινήσει και η οικογένεια Καλαιτζίδου παίρνει μια απόφαση : να φύγει. Επηρεασμένοι από την αγνότητα και την καλοσύνη των εργατών της, μεταναστεύει με τα τέσσερα, τότε, παιδιά στα Χανιά της Κρήτης το 1914.

Βρίσκουν καταφύγιο στο Μάλεμε, ένα χωριό 19 χλμ δυτικά της πόλης των Χανίων. Φεύγοντας από την γενέτειρα της, αφήνει τα κτήματα της. Παίρνει όμως κάποια υπάρχοντα, χρήματα και κοσμήματα. Ανάμεσα τους, βρίσκονται και κειμήλια που συνοδεύουν τις μνήμες της καταθέτριας έως και σήμερα, όπως μια Εικόνα με τον Χριστό στον Κήπο της Γεσθημανή, ένα Τετραβάγγελο του 1872, μια σαΐτα, ένα σιδερένιο κλώστρη και ένα ξύλινο αδράχτη.




Έθιμο των Μικρασιατών είναι να κληρονομήσει ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας την Εικόνα και τον Τετραβάγελο. Το δε Τετραβάγγελο βρίσκεται σε μια υφασματένια θήκη, σφραγισμένο από τότε που το κληρονόμησε η κα Καλαιτζίδου. Αποκλειστικά για την Europeana, πολύ συγκινημένη, η καταθέτρια αφαίρεσε την κλωστή για να μπορέσαμε να θαυμάσουμε το “ιερό” κειμήλιο. 

Το 1914, γεννιέται το πέμπτο παιδί της οικογένειας, μητέρα της καταθέτριας, και βαφτίζεται “Κρήτη”, φόρος τιμής προς τον τόπο που τους φιλοξενεί και σύμβολο μιας καινούργιας αρχής.. Σήμερα, εν έτη 2014, η μητέρα διηγήται ακόμα την ιστορία των προγόνων της. Την δύσκολη προσαρμογή τους, “ιντα να σου πω που'σαι προσφυγκας”, την εργατικότητα τους (καλλιεργούσαν καπνό στον κάμπο), την ζηλευτή λατρεία που τρέφουν για αντικείμενα που κουβάλησαν μαζί τους όπως την σαΐτα, τον σιδερένιο κλώστρη και τον ξύλινο αδράχτη. Αλλά και την προσπάθεια τους να επιστρέψουν στην Ερυθραία, να επιδιορθώσουν ένα λεηλατημένο σπίτι το 1919....και να γυρίσουν πάλι στην Κρήτη....το 1922.

Αξιοσημείωτο με πόση συγκίνηση, η κα Ελένη Καλαιτζίδου αναφέρει τις απώλειες ενός πολέμου : μια θεία της έχασε τη λαλιά της το 1914 λόγω βιαιοπραγιών των Τούρκων και μια άλλη έμεινε ανάπηρη το 1922.




Και φτάνουμε στο σήμερα, στους πρόσφυγες του 21ου αιώνα. Στο παρακάτω βίντεο, μαθητές της Στ' Δημοτικού σε σχολείο των Χανίων τραγουδάνε ν' ακουστεί η Οδύσσεια ενός σημερινού πρόσφυγα. Λυπάμαι μόνο για τα σχόλια που διαβάζω παρακάτω, κοντή μνήμη, καθόλου μνήμη, καθόλου ιστορία...



Τα παιδιά δείχνουν τον δρόμο. Τους ακούμε;

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

«Πόλεμος και Ειρήνη στα Βαλκάνια», έκθεση φωτογραφίας στα Χανιά





Υπάρχει αυτές τις μέρες στα Χανιά μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση που παρουσιάζει το έργο πέντε φωτογράφων με εικόνες από τη ζωή στα Βαλκάνια στη διάρκεια ή ύστερα από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Έχει ιδιαίτερη σημασία η αναφορά στα Βαλκάνια, γιατί εκεί ο πόλεμος διεξαγόταν στις πόλεις και στα χωριά όπου ζούσε ο άμαχος πληθυσμός.



Η έκθεση πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Ινστιτούτου Γκαίτε και της Κοινωνικής Επιχείρησης Πολιτισμού και Περιβάλλοντος του Δήμου Χανίων και φιλοξενείται στον όμορφο χώρο του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου στο παλιό λιμάνι. Περιλαμβάνει φωτογραφίες από δύο ανώνυμους και τρεις επώνυμους φωτογράφους, οι οποίοι αποτύπωσαν στιγμές από την πραγματικότητα του πολέμου, της φτώχειας, της πείνας και της προσφυγιάς στους τόπους απ' όπου πέρασε η λαίλαπα του πολέμου. Οι επώνυμοι φωτογράφοι ήταν ο Ρώσος Sampson Tchernoff ο οποίος αποτύπωσε την υποχώρηση του σερβικού στρατού στην Αλβανία και από κει στην Κέρκυρα (να σημειώσω ότι στο χωριό Άγιος Ματθαίος Κέρκυρας υπάρχει σερβικό νεκροταφείο με αναφορά στην εποχή εκείνη), ο Αμερικανός Lewis Hine που ασχολήθηκε με τα παιδιά του πολέμου και ο Βρετανός Ariel Varges που αποτύπωσε την καθημερινότητα στη Θεσσαλονίκη την ίδια περίοδο.

Ανώνυμου (δεν έχω λόγια)

Ariel Varges: Εκπαίδευση Ινδών στρατιωτών στη χρήση αντιασφυξιογόνας μάσκας

Πέρα από τις φωτογραφίες, οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ολιγόλεπτα βίντεο στα οποία γνωστοί ιστορικοί αναπτύσσουν ειδικά θέματα σχετικά με τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και τα Βαλκάνια. Είναι ευτύχημα ότι όλα τα βίντεο αλλά και πολλές πληροφορίες για την Έκθεση και τους φωτογράφους (αλλά και μέσω αυτών για τον ίδιο τον πόλεμο, για τις συνέπειες στην περιοχή των Βαλκανίων, για τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας, για το τέλος της Αυστρο-Ουγγαρίας κτλ.) βρίσκονται στον ιστότοπο Memories Europe. SouthEast που δημιούργησε το Ινστιτούτο Γκαίτε στο πλαίσιο των δράσεων για τα 100 χρόνια από την έναρξη του Πολέμου (1914-2014). Και να σημειώσω ότι, παρακολουθώντας το βίντεο "Υπνοβάτες" του Christofer Clark, δεν μπορούσα να μην θυμηθώ τους Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπρόχ (το τελευταίο της τριλογίας του διαδραματίζεται στα 1918, στο μετά τον πόλεμο!).

Lewis Hine: παιδιά του πολέμου

Lewis Hine: παιδιά του πολέμου


Lewis Hine: αγόρι που άφησε κοτσίδες για να θυμάται τις αδελφές που έχασε στον πόλεμο

Lewis Hine: πρόσφυγες πολέμου

Αξίζει να δει κανείς το βίντεο με τη Σέρβα καθηγήτρια ιστορίας Dubravka Stojanović να αφηγείται πώς δημιουργήθηκε η Γιουγκοσλαβία! Ναι, αυτή που πριν λίγα χρόνια διαλύθηκε. Πολύπαθα Βαλκάνια...

Sampson Tchernoff: Οι Σέρβοι στην υποχώρηση και στην εξορία
Και τα παιδιά παγώνουν! Τότε στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, σήμερα πίσω από τους φράχτες της Ειδομένης! Και η ιστορία επαναλαμβάνεται;

Sampson Tchernoff: "Βιαστείτε. Τα παιδιά παγώνουν!"

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο: Μπάτλερ και Σπίβακ για το δικαίωμα στα δικαιώματα ή τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα


"Τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα;"


Έτσι ξεκινά την εισαγωγή της η Μίνα Κραβαντά στο βιβλίο με τίτλο "Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο: γλώσσα, πολιτική και το δικαίωμα του ανήκειν (εκδ. Τόπος, 2015), στο οποίο οι δυο σημαντικές σύγχρονες φιλόσοφοι Τζούντιθ Μπάτλερ και Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ συζητούν για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου που διάγει "ένα είδος βίου πολιτικού μέσα στα πλαίσια κάποιου έθνους-κράτους ή και στο διάκενο ανάμεσα σε σύνορα κρατών" να έχει δικαιώματα.

Αναρωτιέται η Καραβαντά:

"Πώς ορίζεται αυτός ο βίος και πώς επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος του έθνους-κράτους μέσα από αυτόν τον πολιτικό βίο των εξόριστων, των μεταναστών, των ανθρώπων που έχουν εξαναγκαστεί να μεταναστεύσουν, συχνά χωρίς χαρτιά, προκειμένου να επιβιώσουν και, επομένως, να ζήσουν;"

Χρησιμοποιώντας αναφορές από την Χάνα Άρεντ, τον Έντουαρντ Σαϊντ, τον Ιμμάνουελ Βάλερστάιν, τον Μισέλ Φουκώ και τον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, η Μίνα Καραβαντά αναπτύσσει το ζήτημα των μετακινήσεων τον 20ο και 21ο αιώνα, σε σύνδεση "με τις συνέπειες της αποικιοκρατίας και των μετα-αποικιοκρατικών αγώνων και ιδεολογιών", με τη γέννηση του εθνικισμού σε τοπικές κοινωνίες, με εμφυλίους πολέμους, με οικονομικές κρίσεις και βέβαια με τις συζητήσεις για το έθνος-κράτος. Κάνει έτσι μια εισαγωγή στο έργο των δύο φιλοσόφων, αναλύοντας έννοιες που έχουν αναπτύξει  οι ίδιες όπως "ευάλωτη ζωή" (precarious life) και "υποτελείς άνθρωποι" (subaltern), στο πλαίσιο των τοποθετήσεων των παραπάνω σχετικά με τα δικαιώματα και κυρίως το δικαίωμα του ανήκειν και το δικαίωμα στα δικαιώματα, με την άποψη για τη γυμνή ζωή, για την κατάσταση εξαίρεσης, για τη βιοπολιτική κτλ.

Αυτά συζητούν οι δύο φιλόσοφοι, έχοντας ως αφετηρία κυρίως το λόγο της Χάνα Άρεντ που πρώτη μίλησε για το δικαίωμα στα δικαιώματα, για αυτούς που έχουν φωνή και όμως δεν ακούγονται.


Αφορμή στην κουβέντα τους ήταν οι διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει την περίοδο 2006-2007 στις ΗΠΑ επί προεδρίας Μπους ενάντια στο νομοσχέδιο για την παράνομη μετανάστευση. Τον Απρίλιο του 2006 ακούστηκε πρώτη φορά σε 500 Ισπανόφωνους ραδιοφωνικούς σταθμούς των ΗΠΑ ο αμερικάνικος εθνικός ύμνος στα ισπανικά. Τον ονόμασαν nuestro himno, τον έκαναν δηλαδή και δικό τους ύμνο οι Μεξικάνοι πλάι στον μεξικάνικο. Ο Μπους είχε πει τότε ότι ο εθνικός ύμνος πρέπει να τραγουδιέται στα αγγλικά, αλλά και ότι οι ξένοι της χώρας πρέπει να μιλούν αγγλικά. Ξεπρόβαλε έντονα ο προβληματισμός για την έννοια του ανήκειν, σε ποιον ανήκει ο ύμνος, σε ποιον ανήκει η σημαία, σε ποιον ανήκει η γλώσσα, σε ποιον ανήκει ο τόπος, σε ποιον τέλος πάντων ανήκει η πατρίδα;

Οι Μπάτλερ και Σπίβακ συζητούν για τις διακριτές έννοιες έθνος και κράτος που συνδέονται μεταξύ τους ως έθνος-κράτος, για την έννοια "πολιτεία" ως εναλλακτική στο "έθνος-κράτος", για την ιδιότητα του πολίτη και για το καθεστώς των μη πολιτών, για τους απάτριδες και τους πρόσφυγες, για αυτούς που "αποβάλλονται από τις νομικές διατάξεις του ανήκειν", για τις έννοιες του τόπου και του χώρου, για την εξουσία και την ελευθερία, για την πολιτική υπόσταση, για τη γλώσσα, για τη "γυμνή ζωή" των μεταναστών της Γερμανίας και των Παλαιστίνιων που ζουν υπό κατοχή, για την παγκοσμιοποίηση και την παρακμή του έθνους-κράτους, για τον ιμπεριαλισμό κα τη διαχείριση των αποικιών, για τον τρίτο κόσμο, για την αυτοδιάθεση και τον εθνικισμό, για τον κριτικό τοπικισμό, για τις αντιφάσεις στις έννοιες και στις συμπεριφορές.

Πολλά τα νοήματα, πυκνά και συχνά δύσκολα, αξίζει όμως να βουτήξουμε στις 120 σελίδες του βιβλίου. Ακόμη κι αν μερικές φορές βρούμε υπερβολικές κάποιες απόψεις, όμως κι αυτές κινητοποιούν τη σκέψη και την ευαισθησία. Η συζήτηση έγινε το 2007, τότε εκδόθηκε το βιβλίο στα αγγλικά, δηλαδή πρό κρίσης ή στα πρόθυρα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης. Όμως, μήπως μας θυμίζει την πολύ μακρινή περίπτωση εκείνου του μαθητή από την Αλβανία που, αν και πρώτος μαθητής στην τάξη, δεν του επέτρεπαν να σηκώσει την ελληνική σημαία; Μήπως οι αναφορές στους απάτριδες και στους πρόσφυγες και σε αυτούς που διαβιούν (;) στο διάκενο ανάμεσα σε σύνορα κρατών μας φέρνει στο νου τις πολύ πρόσφατες εικόνες της Ειδομένης, της Λέσβου, της Κω, της θάλασσας του Αιγαίου. Μήπως, μήπως όλα αυτά είναι απάντηση και μήνυμα στη σημερινή τραγωδία, να κάνει τόση φασαρία ένα κυβερνητικό κόμμα γιατί ο υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής Γιάννης Μουζάλας είπε Μακεδονία την ΠΓΔΜ (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας - Fyrom). Και αύριο είναι η σύνοδος για το προσφυγικό. Και οι άνθρωποι βρίσκονται σε απελπισία, σε απόγνωση. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε δηλαδή. Ή μήπως όλα αυτά έχουν άλλο νόημα και άλλη στόχευση; Μήπως;




Για να γυρίσω πάντως στο θέμα του αμερικάνικου ύμνου, να πω ότι και ο Τζίμι Χέντριξ είχε παίξει με την ηλεκτρική κιθάρα του "πειραγμένο" τον ύμνο της αστερόεσσας. Ήταν το 1969 στο Γούντστοκ. Και τότε είχε θεωρηθεί πρόκληση... 

Τελικά, τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα; Μια ματιά στην Ειδομένη. Και μετά δίπλα μας, σήμερα, ειδικά σήμερα, στους ... περί την γλώσσαν τυρβάζοντες.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αξίζει να γίνει αναφορά στη μεταφραστική ομάδα που δούλεψε στο πλαίσιο του διατμηματικού προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών "Μετάφραση - μεταφρασιολογία" του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Εγώ είμαι ο άλλος: όταν τα παιδιά δείχνουν τον δρόμο!



Το παραπάνω βίντεο με τον τίτλο "Εκδρομή" είναι έργο μαθητών του 2ου Γυμνασίου Χανίων, αληθινά συγκινητικό και γνήσια ανθρώπινο, μας δίνει ένα μάθημα ισοτιμίας και ανθρωπιάς. Αυτό που βγαίνει με συγκινησιακά φορτισμένο, αλλά απλό, σύντομο και καθόλα αληθινό τρόπο είναι ότι τα παιδιά που χάνονται στη θάλασσα του Αιγαίου παλεύοντας να ξεφύγουν από τον πόλεμο και αναζητώντας τη Γη της Επαγγελίας στην Ευρώπη του 21ου αιώνα είναι παιδιά σαν και τα δικά μας. Τα ίδια τα παιδιά αναγνωρίζουν σ' εκείνα τα άλλα παιδιά τους εαυτούς τους και τους συμμαθητές τους, συνειδητοποιούν ότι αυτό που συμβαίνει σ' εκείνα τα άλλα παιδιά θα μπορούσε να συμβεί και στα ίδια. 

Δεν έχω παρά να πω ένα μεγάλο μπράβο στους μαθητές και στις μαθήτριες του Β' Γυμνασίου Χανίων κι ένα μεγάλο επίσης μπράβο στους δασκάλους τους, γιατί σίγουρα (και) σε αυτούς οφείλεται αυτό το έργο αλλά και όλες οι πολλές δραστηριότητες που έχουν τα παιδιά του σχολείου αυτού τα τελευταία χρόνια.

Μια και ο λόγος στα παιδιά, μου 'ρχεται στο νου το γαϊτανάκι, κι αμέσως οι στίχοι από το ομώνυμο παραμύθι της Ζωρζ Σαρρή:

Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.


Κι ύστερα, μου 'ρχεται στο νου ο περίφημος πίνακας του Ματίς "Ο Χορός". 

Ο χορός του Ανρί Ματίς, η παραπάνω εκδοχή από το Μουσείο Ερμιτάζ
Για τα παιδιά που αγωνιούν πώς να γλυτώσουν απ' τα κύματα του Αιγαίου...
Για τα παιδιά που γαντζώνονται στα σύρματα της Ειδομένης...
Για τα παιδιά που γίνονται απάτριδες πριν μάθουν τι είναι η πατρίδα και νιώσουν τη ζέστα και τη γλύκα της αγκαλιάς της...
Για τα παιδιά των δικών μας σχολείων και τα παιδιά όλου του κόσμου που είναι όλα ίδια και όλα ίσα...

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

"μου είπαν θά `βρω τον χρυσό και βρήκα το φαρμάκι..."






....
Δεν ξέρω πώς να περπατώ
και πώς τη γλώσσα να μιλώ
κρατιέμαι να μη τρελαθώ
μα τρέμω και κομμάτι

Ρίχνει και χιόνι δυνατό
μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό
στην χώρα μου το μήνα αυτό
γυρνάμε με σακάκι

Αλλιώς μου τα `παν στο χωριό
εγώ δεν ήθελα να `ρθώ
μου είπαν θά `βρω τον χρυσό
και βρήκα το φαρμάκι

Τον δρόμο παίρνω τον μακρύ
η νύχτα είναι φοβερή
και η βαλίτσα μου ανοιχτή
την κουβαλώ στην πλάτη


........



Για να μην ξεχνιόμαστε. Το παραπάνω το 'γραψε ο Γιώργος Σκούρτης και το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, για τους μετανάστες, θείους, πατεράδες, ξαδέρφια, φίλους, παπούδες, που έφευγαν σαν κυνηγημένοι πρώτα στην Αμέρικα, ύστερα στην Αυστραλία, ύστερα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία, για καλύτερες μέρες.
Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατόλια στο Χαλέπι της Συρίας (Πηγή: ο κατάλογος φωτογραφιών της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/ggb2006011017/)
Τότε φεύγανε οι δικοί μας μετά από τον πόλεμο. Και στην αρχή δεν παίρνανε τα παιδιά τους. Πήγαιναν πρώτα να εγκατασταθούν, να βρουν δουλειά και σπίτι και ύστερα τα' παιρναν, όχι πάντα, πολλά μεγάλωσαν με τη γιαγιά και τον παπού στο χωριό.

Τώρα, αυτοί που βλέπουμε στα κανάλια σα θεατές και κοντεύουμε να συνηθίσουμε την εικόνα τους, φεύγουνε  από τον τόπο τους μέσα στον πόλεμο. και παίρνουνε μαζί και τα παιδιά τους να γλυτώσουν. Να γλυτώσουν; Μα πώς να γλυτώσουν από τη θάλασσα και την αγριάδα των βράχων του Αιγαίου τα μωρέλια; Δεν γλυτώνουν! Κι έτσι γλυτώνουμε εμείς οι ... Ευρωπαίοι. 

Κατά τ' άλλα, τους χωρίζουμε σε πρόσφυγες ή μετανάστες, τους λέμε λαθραίους, λαθραίο το τετράχρονο παιδάκι που στις αρχές του χρόνου βρέθηκε να κουρνιάζει στην αγαλιά του ξεψυχισμένου πατέρα του αφού πέρασαν τα παγωμένα νερά του Έβρου, λαθραίος ο μικρός Αϊλάν που πνίγηκε στη μέση του πελάγου, λαθραία τα παιδάκια που ξεβράζει κάθε μέρα η θάλασσα του Αιγαίου. Κι εμείς αναρωτιόμαστε κάθε μέρα πόσοι άραγε να πνίγηκαν το προηγούμενο βράδυ πάλι. Αριθμοί!

Να χαιρόμαστε τον Ευρωπαϊκό ουμανισμό μας! 


Κορίτσι πρόσφυγας από τον Καύκασο σε στρατόπεδο προσφύγων στη Θεσσαλονίκη το 1921. (Πηγή: ο κατάλογος της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/2010648479/)

Πόσο σκέφτομαι εκείνο το στίχο του Βλαστού

N’ ανοίξω τον Παράδεισο να βάλω τα παιδάκια,
να βγάλλ’ απού την κόλαση  χιλιάδες και μυριάδες!

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Όνειρο αγγελικό για τα παιδάκια που πνίξαμε στη μέση του πελάγους!

Ένας άγγελος κάθεται στην ακροθαλασσιά κι ακούει το κύμα που σπά, απαλά-απαλά. Τραγουδά τη χαρά του κόσμου τούτου και κλαίει... Κλαίει γιατί έχει φτερά, γιατί είναι Άγγελος και ποτέ δε θα χαρεί τις χαρές του ανθρώπου.




Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπατούτες, κράτησα την αναπνοή μαγεμένη, κι ένιωσα όλο τον πόνο του Άγγελου και λυπήθηκα τον Άγγελο που θα μείνει στερημένος αιώνια απ' τις χαρές  του κόσμου τούτου... θυμήθηκα τα νεκρά παιδιά που όμοια με τον Άγγελο θα κλαίνε αιώνια όσα στερήθηκαν!

Ντρέπουμαι πούτρωγα ψωμί κι αυτοί δεν είχαν.
Ντρέπουμαι που πλάγιαζα σε στρώμα κι αυτοί στις πέτρες.
Ντρέπουμαι πούμουνα ντυμένη κι αυτοί γυμνοί.
Ντρέπουμαι πούμουνα στη σκιά κι αυτοί στον ήλιο.
Ντρέπουμαι πούμαι άνθρωπος

Ντρέπουμαι!
Δεν είναι δικά μου τα παραπάνω λόγια. Και δεν είναι σημερινά. Μα είναι τόσο σημερινά! 
Είναι γραμμένα από την Κλεοπάτρα Πρίφτη σε μια από τις εννιά ιστορίες από τα σημειωματάριά της και αναφέρεται στο μόνο μουσικό κομμάτι που θυμάται από το Ωδείο Χανίων τόσο έντονα, το "Αγγελικό όνειρο" του Αντόν Ρουμπινστάιν. Ήταν το κομμάτι που είχε παίξει η φίλη της η Τζένη, η Εβραιοπούλα, ντυμένη κάτασπρα. 

Ήταν οι τελευταίες εξετάσεις στο Ωδείο... Κι ήρθε ο χαλασμός. Φάνηκε το Άγριο πρόσωπο του ανθρώπου... τα παραθύρια σκοτείνιασαν, οι καρδιές σφίχτηκαν, τα χαμόγελα χάθηκαν...

Κανείς δε σώθηκε, ούτε η Τζένη και η αδελφή της η Τζούλια, ούτε ο γέρος Όσμου, ούτε η Εσθήρ, ούτε η Ζιζέλα...
Ήταν καλοκαίρι 1944, τους μάζεψαν στην Αγιά και από κεί στο πλοίο Ταναϊς για να τους πάνε στη Γερμανία (μήπως μας θυμίζει κάτι αυτό; τότε ήταν οι ναζί, τώρα;) Στ' ανοιχτά της Μήλου, το βύθισαν το πλοίο. Κανείς δε σώθηκε από τους Εβραίους.

Τους πνίξανε στη μέση του πελάγους!

Ούτε τα μικρά αδελφάκια Αϊλάν και Γκαλίπ απ' το Κομπάνι, ούτε τ' άλλα τρία παιδάκια ... κανένα παιδί δε σώθηκε!

Τα πνίξαμε στη μέση του πελάγους!

Ντρέπουμαι!
Αν πω λυπάμαι, θα υποκρίνομαι.
Ντρέπουμαι!
Ντρέπουμαι!

-------------------------
[Η Κλεοπάτρα Πρίφτη πέθανε πρόσφατα κι ετοίμαζα να γράψω δυο λόγια, της το χρωστάω]

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Ο Soloup για το Αϊβαλί και τα εγγόνια της Λωζάνης



Ήταν μια απρόσμενη αναγνωστική απόλαυση το διάβασμα του εικονομυθιστορήματος  (graphic novel) «Αϊβαλί» του Soloup (κατά κόσμον, Αντώνη Νικολόπουλου).

Τι κάνει ο Soloup στο βιβλίο του; Μια απλή ιστορία σε σκίτσα. Ένας Έλληνας που παίρνει το πλοίο από τη Μυτιλήνη για απέναντι, το Αϊβαλί. Και γύρω γύρω άλλες μικρές ιστορίες για τα μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν τη γεωγραφία των τόπων και τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κι απ’ τις δυό μεριές του Αιγαίου. Συχνές οι αναφορές του - που δείχνουν και την άποψη, την πίκρα και τον πόνο θα έλεγα από εκείνο το σταθμό της Ιστορίας - στους ανταλλαγμένους. Είμαστε «τα εγγόνια τση Λωζάνης», λέει σε κάποιο σημείο...




Η πρωτοτυπία, πέρα από τα ίδια τα σκίτσα που «μιλάνε» μέσα στην απλότητα της μορφής και στην καθαρότητα της γραφής τους, βρίσκεται στην επίκληση και στο δέσιμο των δικών του ιστοριών με τις αφηγήσεις που κάνουν τέσσερις σπουδαίοι άνθρωποι για το ίδιο θέμα.

Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας έχοντας στο νου του τέσσερα βιβλία, εντάσσει ήρωες και κομμάτια των ιστοριών που αφηγούνται, στη δική του αφήγηση. Και το πολύ σημαντικό είναι ότι η δική του ιστορία τελικά, όπως προκύπτει, είναι ιστορία διωγμένων και ανταλλαγμένων ανθρώπων κι από τις δυό πλευρές.

Επικαλείται και χρησιμοποιεί τα παρακάτω βιβλία:




«Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου, γεννημένου στο Αϊβαλί (Αποστολλέλης το επώνυμο του πατέρα του, ο ίδιος έχει το επώνυμο της μητέρας του) που μετά τους διωγμούς του ’22 βρέθηκε πρόσφυγας στη Μυτιλήνη. Σε όλο το βιβλίο χρησιμοποιείται μάλιστα το ύφος του Κόντογλου για την γραφή των τίτλων των κεφαλαίων, ενώ στο σχετικό κεφάλαιο «Πρελούδιο – Φώτης» πολλά σκίτσα και η προσωπογραφία του Κόντογλου βασίζονται σε σχέδια και πίνακες του ίδιου.









«Νούμερο31328» του Ηλία Βενέζη, όπου ο συγγραφέας της «Αιολικής Γής» (για μένα ένα έργο-ποίημα) αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες όταν αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, οδηγήθηκε στα «Αμελέ Ταμπουρού» (Τάγματα εργασίας!) και ήταν ένας από τους μόνο 23 στους 3000  που επέζησαν και έφυγαν στην Ελλάδα.









 «Μικρασία, χαίρε» του Ηλία Βενέζη και ειδικότερα το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφονται οι μέρες που έζησε η αδελφή του Αγάπη Μολυβιάτη-Βενέζη όταν ο αδελφός της ήταν φυλακισμένος στα τάγματα εργασίας. Το κεφάλαιο αυτό, ξαναδουλεμένο, έχει κυκλοφορήσει σε βιβλίο με τον τίτλο «Το χρονικό των δέκα ημερών».






 «Τα παιδιά του πολέμου» του Αχμέτ Γιορουλμάζ, βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας, δεύτερης γενιάς Τουρκοκρητικός, αφηγείται την ιστορία των προγόνων του που έζησαν στα Χανιά, σαν Κρητικοί ανάμεσα στους Κρητικούς και που μετά την ανταλλαγή βρέθηκαν στο Αϊβαλί, σχεδόν σαν ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Ήταν μια ωραία έκπληξη η χρησιμοποίηση και αυτού του βιβλίου (που επίσης έχω διαβάσει), γιατί παρουσιάζει και την άλλη πλευρά, αυτή των Τουρκοκρητικών και περιγράφει τη ζωή τους και τα μέρη που έζησαν, στην Κάνδανο, στην Κίσσαμο, στα Χανιά. Και είναι συγκινητική η περιγραφή που κάνει ο Soloup για την επικοινωνία με τον Τούρκο συγγραφέα και τη συνάντηση που ποτέ δεν έγινε.






Ο Τουρκοκρητικός ήρωας του Γιορουλμάζ ξεκίνησε από την Κάνδανο, κι έτσι βρίσκει ευκαιρία ο Soloup να μιλήσει για "τα τερτίπια της Ιστορίας και της μοίρας..." 

Γιατί έγραψε το βιβλίο ο Soloup και γιατί πήρε αυτές τις ιστορίες; Γράφει ο ίδιος:

«... Πρώτα απ’ όλα η ιδέα πως η συνύπαρξη των παραπάνω τραγικών μαρτυριών σε μια σύνθετη αφήγηση θα μπορούσε να μας δώσει μια διαφορετική προοπτική για τη νεότερη ιστορία μας. Μια ιστορία που δεν τη μάθαμε ποτέ ολόκληρη.
Ακόμα η σκέψη πως τα συγκεκριμένα αποσπάσματα θα μπορούσαν να διεγείρουν σε κάποιους την περιέργεια για τα πρωτότυπα κείμενα. Την επιθυμία να ανατρέξουν σε τούτα και σε άλλα βιβλία. Να πιάσουν το νήμα από την αρχή και να αναζητήσουν τα δικά τους χνάρια και τις δικές τους διαδρομές σε ετούτα τα ταραγμένα χρόνια.
Τελευταία πρόθεση του βιβλίου να τιμήσει τους συγγραφείς και τις οικογένειές τους που κουβαλούν μνήμες προσφύγων και «ανταλλαγμένων». Να αποδώσει σεβασμό σ’ εκείνους που, παρά τον πόνο, σήκωσαν αυτές τις βαριές πένες για να σκαλίσουν τις πληγές τους και να γράψουν»

Όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία που αφηγείται ο Soloup, είναι και ένας πλούτος πληροφοριών που δίνει στο τέλος. (Επειδή μέσα στο βιβλίο, τόσο στην ίδια την ιστορία, όσο και στο υπόλοιπο, υπάρχουν πολλά διαφορετικά και αξιοπρόσεκτα μέρη για να αναζητηθούν και το καθένα χωριστά, θα ήταν χρήσιμος και ένας πίνακας περιεχομένων).

Ξεκινά με το κεφάλαιο «Αντί βιβλιογραφίας», όπου παραθέτει πλήθος από ονόματα συγγραφέων που έχουν ασχοληθεί με το θέμα και τίτλους βιβλίων που συμβουλεύτηκε. Σαν καλός ερευνητής, έψαξε σε βιβλιοθήκες και ιδρύματα,  είδε ταινίες και ντοκυμαντέρ, περιδιάβηκε στο Διαδίκτυο, είδε κάρτες, φωτογραφίες, γκραβούρες εποχής, γνώρισε ανθρώπους, ταξίδεψε στο Αϊβαλί.

Στο κεφάλαιο Φώτης – Ηλίας – Αγάπη – Χασάν δίνει πολύ κατατοπιστικές πληροφορίες για τους τέσσερις συγγραφείς που έδωσαν, μέσα από τα έργα τους , το υλικό και δάνεισαν τους ήρωές τους για τις τέσσερις ενδιάμεσες ιστορίες του βιβλίου (Κόντογλου, Βενέζης, Μολυβιάτη-Βενέζη, Γιορουλμάζ).


Η φιγούρα του Κόντογλου στα σκίτσα του Soloup

Ακολουθεί ένα κεφάλαιο για τη Συνθήκη της Λωζάννης, που υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου 1923 (σε αντικατάσταση της Συνθήκης των Σεβρών του 1920) και περιλαμβάνει τη Συνθήκη ειρήνης, τη Σύμβαση για το καθεστώς των Στενών, τη Σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών, τη Σύμβαση για τα σύνορα της Θράκης και το Σύμφωνο για την ανταλαλγή αιχμαλώτων. Εδώ, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τον «πολιτικό ρεαλισμό» που αγνόησε τον ανθρώπινο παράγοντα, δημιούργησε σφαίρες επιρροής και χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο για μετέπειτα αντίστοιχες καταστάσεις και που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Επικαλείται μάλιστα την παρομοίωση του Σμυρνιού νομικού και διπλωμάτη Στυλιανού Σεφεριάδη (πατέρα του Γιώργου Σεφέρη) ότι η Συνθήκη της Λοζάνης οδηγεί στη διπλωματική παραδοχή πως

«οι άνθρωποι μπορούν να αγοράζονται σαν βόδια, να σκορπίζονται δεξιά κι αριστερά, να θυσιάζονται και να ανταλλάσσονται»!!!

Το κεφάλαιο «Γλωσσάρι-Σημειώσεις» δεν αποτελεί ένα απλό γλωσσάρι ερμηνείας λέξεων που χρησιμοποιούνται στο κείμενο (πολλές τούρκικες), αλλά δίνει και πολύ χρήσιμες ιστορικές και άλλες πληροφορίες που συνδέονται με αυτές.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Είν’ η εικών ομοία μου...», στίχος από ποίημα του Αλέξανδρου Ραγκαβή γραμμένο πίσω από μια φωτογραφία που είχε στείλει η γιαγιά του συγγραφέα Μαρία στον αγαπημένο της. Εδώ, έχει φωτογραφίες από τους παπούδες του που ήταν πρόσφυγες, αλλά και άλλες που βρήκε στο Αρχείο ΕΛΙΑ και στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας.

Να αναφέρω επίσης ότι την εισαγωγή στο βιβλίο έχει κάνει ο Bruce Clark, συγγραφέας του βιβλίου «Δυό φορές ξένος» (Twice a stranger), στο οποίο και ο ίδιος ασχολείται με τον ξεριζωμό του ’22.





Το βιβλίο μου θύμισε και το δικό μου μοναδικό ταξίδι στην Τουρκία. Ίδιες εικόνες της μετάβασης, ίδιες και στο Αϊβαλί, ίδιες οι εμπειρίες από τη συνάντηση ντόπιων που ήταν απόγονοι Τουρκοκρητικών. 



Ήταν το 1998, όταν ταξιδέψαμε, όπως ο συγγραφέας-ήρωας του βιβλίου, από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί, για μια μονοήμερη εκδρομή, μαζί με το φίλο μου το Λεωνίδα. Όταν φτάσαμε στην άλλη άκρη, περπατώντας στους δρόμους της μικρής πόλης, μια γνώριμη μουσική (ήταν του Μπρέγκοβιτς) και μια όμορφη δυνατή φωνή μας οδήγησε σε ένα δισκοπωλείο. Ζητήσαμε από το νέο άντρα που ήταν στο κατάστημα να μας πει ποια ήταν η φωνή και ποιος ο δίσκος. Ήταν η Σεζέν Αξού (Sezen Aksu) και ήταν ο δίσκος Düğün ve Cenaze που φυσικά και αγοράσαμε εις διπλούν. Κατάλαβε πως είμαστε Έλληνες, μίλησε κάποια λίγα ελληνικά, αλλά όταν άκουσε πως εγώ είμαι από την Κρήτη, ενθουσιάστηκε, συγκινήθηκε και είπε πως και η γιαγιά του ήταν από την Κρήτη, από το Ρέθυμνο. Τα ίδια και με τον ταξιτζή που μας πήγε στην Πέργαμο. Από την Κρήτη κι αυτουνού η καταγωγή, από το Ρέθυμνο επίσης, ήξερε περισσότερα ελληνικά, αν θυμάμαι καλά ήταν ο πατέρας του Κρητικός. 



[Εμάς τους Κρητικούς μας κεντρίζει ίσως περισσότερο το θέμα των Τουρκοκρητικών και γενικότερα το θέμα της συμβίωσης Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κρήτη. Γράφονται πολλά τα τελευταία χρόνια. Νομίζω το βιβλίο της Μάρως Δούκα «Αθώοι και φταίχτες» έδωσε μια νέα διάσταση στην αναζήτηση και στον τρόπο που και οι ερευνητές αλλά και εμείς οι απλοί πολίτες και οι αναγνώστες προσεγγίζουμε το θέμα. Ένα άλλο βιβλίο από την πλευρά της «Ανατολίας» είναι το μυθιστόρημα «Κρήτη μου» της Σαμπά Αλτίνσαϊ, στο οποίο η συγγραφέας ασχολείται με τα ζητήματα των σχέσεων Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Κρήτης (στην περιοχή Χανίων) κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1898 και της εγκατάστασης του Γεωργίου ως Ύπατου Αρμοστή Κρήτης.]

Το βιβλίο του Soloup για το Αϊβαλί ασχολείται με τους διωγμένους και τους ανταλλαγμένους του 1922. Να όμως που, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση το ίδιο, γεννά και την επιθυμία να ανατρέξουμε σε τούτα και σε άλλα βιβλία, να πιάσουμε  το νήμα από την αρχή και να αναζητήσουμε τα δικά μας χνάρια και τις δικές μας διαδρομές σε ετούτα τα ταραγμένα χρόνια...


Και το πετυχαίνει. Καλά μας αναγνωστικά και γνωστικά ταξίδια λοιπόν...