Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Οι Δώδεκα, του Αλεξάντρ Μπλοκ στη μετάφραση του Πέτρου Κολακλίδη




Βρήκα αφορμή από την πρόσφατη ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου για τον Αλεξάντρ Μπλοκ και το ποίημά του "Δώδεκα" ν' αναφερθώ στην πρώτη μετάφραση του ίδιου ποιήματος στα ελληνικά. Ο Σαραντάκος παραθέτει δύο μεταφράσεις ολόκληρου του ποιήματος, η μία της Ρανέλε και η δεύτερη του Γιώργου Μπλάνα. (1) Παραθέτει επίσης το τελευταίο μέρος του ποιήματος μεταφρασμένο από τον Γιάννη Ρίτσο. (2)

Ο Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μπλοκ (1880-1921) ήταν Ρώσος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, εκπρόσωπος του ρώσικου συμβολισμού. Το ποίημα "Δώδεκα" γράφτηκε τον Ιανουάριο 1918, είναι χωρισμένο σε 12 μέρη και αναφέρεται στους δώδεκα στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που περιπολούν νύχτα στους δρόμους της Πετρούπολης το χειμώνα 1917-18.

Η πρώτη μετάφραση του ποιήματος στα ελληνικά έγινε από τον Πέτρο Κολακλίδη (1920-1985) το 1945· το έχω σε έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του 1997, όπου εκτός από το ποίημα περιλαμβάνεται κατατοπιστικός πρόλογος του μεταφραστή και φιλολογικό επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη που είχε και την επιμέλεια της έκδοσης. (3)

Στο επίμετρο του Ζουμπουλάκη διαβάζω ότι ο Πέτρος Κολακλίδης γεννήθηκε το 1920 στην Κωνσταντινούπολη όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του από την Οδησσό μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και επομένως γνώριζε τη ρωσική γλώσσα ως μητρική του. Ασχολήθηκε με την ελληνική και τη λατινική γραμματεία και είχε ακαδημαϊκή καριέρα, αρχικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1964 στην Αμερική. Χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα στα ποιήματα και τις μεταφράσεις του, προλαβαίνει όμως ... τυχόν παρεξηγήσεις, σημειώνοντας: "την εθεώρησα ως το καταλληλότερον μέσον ποιητικής εκφράσεως, χωρίς τούτο να εμφαίνη τας επί του γλωσσικού ζητήματος πεποιθήσεις μου". Εξάλλου, ο Κολακλίδης είναι και ο δημιουργός του εμβατηρίου "Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει" για το οποίο βραβεύτηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού το 1945. (4)

Ο Κολακλίδης στον πρόλογο κάνει εκτενή αναφορά στη ζωή και το έργο του Μπλοκ. Γράφει για τους Δώδεκα:

"Τα βιώματα, που γέννησε η επανάσταση μεσ' στην ψυχή του Μπλοκ, καρπώθηκαν στο πιο φημισμένο του ποίημα, τους "Δώδεκα", που είναι το "ανώτατο ποιητικό έργο που ενέπνευσε η σοβιετική επανάσταση", καθώς λέει ο Καζαντζάκης. Ο Μπλοκ έγραψε τους Δώδεκα το Γενάρη του 1918. Το ποίημα πήρε τον τίτλο του από τους δώδεκα στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που περιπολούνε στους δρόμους της Πετρούπολης. Αναφέρεται στις μέρες που ακολούθησαν μετά την πτώση του Κερένσκυ, μόλις επικράτησε η επανάσταση, και απαρτίζεται από δώδεκα κομμάτια. Η ουσία του ποιήματος βρίσκεται στο πρώτο κομμάτι, που είναι και το πιο μεγάλο. Δίνει μια συνταραχτικήν εικόνα της ατμόσφαιρας, που είχε τις πρώτες μέρες η μετεπαναστατική Πετρούπολη. Τίποτε δε στέκει στα πόδια του..."

Διαβάζουμε στο πρώτο μέρος:

Βράδυ ολόμαυρο.
Άσπρο χιόνι.
Αέρας, αέρας!
Στα πόδια του δε στέκεται κανένας.
Αέρας, αέρας παντού -
σ' ολάκερο τον κόσμο του Θεού!
..............................................
Κι ο αγέρας μαστιγώνει!
Μήτε παυει η παγωνιά!
Κι ο μπουρζουάς στο μκρύο ζαρώνει
με τη μύτη στο γιακά.
..............................................
Κι ο ρασοφόρος νάτος -
παράμερα τραβά ...
Γιατί όχι πιακεφάτος,
σύντροφε παπά;

Κάποτε, σα γάλλος
φούσκωνε εμπρός,
κι άστραφτε μεγάλος
στην κοιλιά σταυρός.
..................................
Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Μίσος, άσβηστο μίσος
βράζει στα στήθια...
Μαύρο μίσος, άγιο μίσος ...

Σύντροφε! Τα μάτια σου
τέσσερα!

Και συνεχίζει ο Κολακλίδης:


"... Μονάχα οι δώδεκα 'ασυνείδητοι' άνθρωποι, που 'το χιόνι τους τυφλώνει, είτε φέγγει είτε νυχτώνει', που 'τίποτε πια δε λυπούνται κι έχουν για όλα ετοιμαστεί', στάθηκαν και πάνε κόντρα στον άνεμο και στη θύελλα. Πρωτοπαρουσιάζονται στο δεύτερο κομμάτι..."

Τα μέρη τώρα είναι πιο σύντομα και αναφέρονται στις νυχτερινές περιπλανήσεις των στρατιωτών· διαβάζουμε για τον Βάνκα, για τον Πέτχα ή Πετρούχα, για την Κάτκα την πόρνη:

Πετά το χιόνι απ' τον αγέρα,
δώδεκα ανθρώποι πάνε πέρα.
....................................
- Ο Βάνκας πάει στα καπηλειά,
κι έχει την Κάτκα συντροφιά.
.......................................
Κανένα θόρυβος στην πόλη,
γύρω στο Νέβα τι σιωπή,
και δεν υπάρχουν πια αστυνόμοι -
γλέντα, παιδί, χωρίς κρασί!
.......................................
Δίχως τ' άγια να φοβούνται
παν οι δώδεκα μαζί.
Τίποτε πια δε λυπούνται
κι έχουν για όλα ετοιμαστεί...

Τα τουφέκια τους κρατάν,
μπας κι ο εχτρός κάτι σκαρώνει...
Στα σοκάκια απ' όπου  παν,
μον' η θύελλα ξεφαντώνει ...
Μεσ' στα χιόνια όποιος βουλάει -
δίχως μπότα ξεκολλάει ...

Το ποίημα τελειώνει με την εμφάνιση της οπτασίας του Χριστού. Ο μεταφραστής γράφει γι' αυτό: "Για μερικούς κριτικούς η εμφάνιση αυτή έχει μόνο αισθητική σημασία. Άλλοι στην εμφάνιση αυτή στηρίζουν το συσχετισμό των δώδεκα φαντάρων με τους δώδεκα αποστόλους, που τυφλοί κι ασυνείδητοι όπως κι εκείνοι περίμεναν το Χριστό για να τους δείξει το ρόμο της αλήθειας".


... Παν με βήματα βαριά ...
Πίσω - ο σκύλος που πεινά ...
Μπρος - κρατώντας την ακμαία
την αιμάτινη σημαία,
δίχως μάτι να τον φτάνει,
δίχως βόλι να τον πιάνει,
κι απ' τη θύελλα πιο ψηλά
με τα πόδια τ' απαλά,
χιονισμένος, φαρφουρένιος,
σάμπως μαργαριταρένιος,
και ροδοστεφανωτός -
πάει εμπρός - ο Ιησούς Χριστός.

Ο Μπλοκ, λέει ο Κολακλίδης, δεν ήταν μαρξιστής, όμως "είδε στην επανάσταση ένα οριστικό βήμα της Ρωσίας προς την εκπλήρωση των ιστορικών της πεπρωμένων, δηλαδή την μεσσιανική της αποστολή".

Και τελικά

"Ο Μπλοκ στους "Δώδεκα" μήτε δικαιώνει μήτε κατηγορεί την επανάσταση. Εκφράζει απλώς ό,τι αιστάνθηκε, ό,τι είδε, ό,τι "συνέλαβε". Και μπόρεσε να δει και να "συλλάβει" γιατί δεν τρόμαξε και δεν έπαθε παράλυση από τον τρόμο. Η απλή διάλεκτος των στρατιωτών μεταπλασμένη σε στίχους κλασικής έμπνευσης, με ρυθμούς και τραγούδια λαϊκά, κάνει τους "Δώδεκα" έργο καθαρά ρωσικό, μα ταυτόχρονα μέγα και παγκόσμιο..."

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ πέθανε το 1921, λίγο μετά την εκτέλεση του φίλου του ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. (5)

Για να επιστρέψω στην αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις τρεις πλέον μεταφράσεις μαζί (ή και τις τέσσερις μαζί με του Ρίτσου). Ο Ζουμπουλάκης το 1997 έγραφε παραπέμποντας στον Λορεντζάτο ότι "η καλή μετάφραση είναι σπανιότερη από το καλό ποίημα". Δεν είμαι σίγουρη ότι έτσι είναι πάντα, μια μετάφραση μπορεί να θεωρηθεί κάτι σαν ένα καινούριο έργο καμιά φορά, ιδίως στην ποίηση. Δύσκολο το έργο της μετάφρασης στην ποίηση, άξιος σεβασμού και εκτίμησης όποιος δοκιμάζει και δοκιμάζεται...

---------------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

(1) Το έργο σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Γκοβόστη ως επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης.

(2) Η μετάφραση από το Γιάννη Ρίτσο έγινε το 1957 και αποτέλεσε τη συμμετοχή του ποιητή στο αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης για την Οκτωβριανή Εαπανάσταση (για την οποία μάλιστα κυνηγήθηκε). Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου εκδόθηκε αυτοτελώς από τον Κέδρο (πληροφορίες υπάρχουν στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ για τον Γιάννη Ρίτσο, σε πρόσφατο άρθρο του Θανάση Γιούνη στο RedNotebook και σε άρθρο του Δημ. Σκορδίλη στο Kommon).

(3) Αλεξ. Μπλοκ, Οι δώδεκα, Πρόλογος και απόδοση απ’ τα ρωσικά Πέτρου Κολακλίδη, Αθήνα, Τυπογραφικά Καταστήµατα Κ. Λ. Κυριακούλη, 1945.

(4) Μάλιστα, ο Αλέξης Ζήρας, σε βιβλιοκριτική για το βιβλίο της Σοφίας Νικολαίδου "Απόψε δεν έχουμε φίλους" στο περιοδικό "Διαβάζω" (τεύχος 511, Οκτ. 2010), αναφέρεται στο εν λόγω εμβατήριο και προσθέτει σε υποσημείωση: "τους στίχους του εμβατηρίου έγραψε το 1945 ο εξαίρετος λατινιστής Πέτρος Κολακλίδης όντας στρατιώτης ακόμα, προτού απολυθεί και φύγει για τη Γαλλία με το πλοίο Ματαρόα".

(5) Ο Νικολάι Γκουμιλιόφ ανήκε μαζί με την Αχμάτοβα, τον Μπλοκ τον Μπέλι και άλλους ποιητές στην ομάδα των ρώσων συμβολιστών. Ήταν ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κινήματος του ακμεϊσμού μαζί με την Αχμάτοβα, η οποία ήταν και σύντροφός του. Στο βιβλίο του Βόλφγκανγκ Χέσνερ Άννα Αχμάτοβα: Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας (μτφρ. Ανίτα Συριοπούλου και Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μελάνι, 2007, είχα γράψει εδώ), περιέχεται ένα ποίημα γραμμένο το 1913 από τον Μπλοκ και αφιερωμένο στην Αχμάτοβα:

Η ομορφιά είναι τρομακτική - σας λένε.
Σεις όμως ρίχνετε κουρασμένα στους ώμους ένα ισπανικό σάλι
Στα μαλλιά ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
..............................................
Δεν είμαι τόσο απλή ώστε να μην ξέρω πόσο τρομακτική
                                                         είναι η ζωή.

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Όνειρο αγγελικό, του Αντόν Ρουμπινστάιν


Ο Αντόν Ρουμπινστάιν ήταν Ρώσος συνθέτης και πιανίστας, που γεννήθηκε το 1829 στη σημερινή Μολδαβία και πέθανε το 1894. Οι γονείς του ήταν Εβραίοι, ασπάστηκαν τον χριστιανισμό όταν ήταν μικρός (εποχή τσάρου Νικολάου Α', διωγμοί των Εβραίων), ο ίδιος αργότερα δήλωνε άθεος. Ο πατέρας του είχε εργοστάσιο μολυβιών στη Μόσχα και η μητέρα του ήταν σπουδαία μουσικός και η πρώτη του δασκάλα στο πιάνο. Ο Ρουμπινστάιν ήταν κι αυτός καθηγητής μουσικής, δάσκαλος μάλιστα του Τσαϊκόφσκι στη σύνθεση. Ήταν επίσης ο ιδρυτής του Ωδείου της Αγίας Πετρούπολης (ο αδελφός του δε Νικολάι ίδρυσε το Ωδείο Μόσχας).

Θεωρείται ένας από τους τρεις σπουδαίους πιανίστες του 19ου αιώνα, μαζί με τον Σοπέν από την Πολωνία και τον Λίστ από την Ουγγαρία, ο λιγότερο πάντως γνωστός, αν και η καριέρα του άρχισε πολύ νωρίς· ήδη στα δέκα του χρόνια είχε την πρώτη δημόσια εμφάνιση ως πιανίστας, ενώ στα 14 κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο, μια μελέτη για πιάνο πάνω στο ποιητικό θέμα του Undine (δημοφιλές γερμανικό παραμύθι γραμμένο από τον Friedrich de la Motte Fouqué, στο οποίο έχουν βασιστεί μουσικά, κινηματογραφικά, εικαστικά και άλλα έργα).

Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια με τα οποία περιγράφει τον εαυτό του στο βιβλίο του με σκέψεις και αφορισμούς που κυκλοφόρησε στη Λειψία το 1897 με τον γερμανικό τίτλο Gedanken-Korb και το 1901 στα γαλλικά ως Pensées et Aphorismes d'Antoine Rubinstein (το αντιγράφω από τη Βικιπαίδεια):

Οι Ρώσοι με λένε Γερμανό, οι Γερμανοί με αποκαλούν Ρώσο, οι Εβραίοι Χριστιανό και οι Χριστιανοί, Εβραίο. Οι πιανίστες με θεωρούν συνθέτη και οι συνθέτες, πιανίστα. Οι κλασικιστές με αποκαλούν φουτουριστή και οι φουτουριστές με θεωρούν αντιδραστικό. Το συμπέρασμά μου είναι ότι δεν είμαι ούτε ψάρι ούτε πουλί, ... ένα θλιβερό άτομο.




Από τα έργα του (για τα οποία υπάρχουν πολλές πληροφορίες και στο Διαδίκτυο) γνωρίζω και ξεχωρίζω το Rêve Angélique ("Όνειρο αγγελικό") από το έργο του Kamennoi-Ostrow Opus 10 No. 22. Στο πρώτο βίντεο ακούμε μια εκτέλεση του κομματιού από τη Philharmonia Slavonica, ενώ στο δεύτερο ακούγεται μόνο πιάνο και παίζει ο Φινλανδός δεξιοτέχνης Jouni Somero.

Υπάρχει μάλιστα και μια ερμηνεία για το λόγο που ο Ρουμπινστάιν έγραψε το συγκεκριμένο έργο. Kamennoi-Ostrow είναι το νησί Kamennoi, ένα από τα πάμπολλα νησιά πάνω στον ποταμό Νέβα που αποτελούν την Αγία Πετρούπολη. Βρήκα αναφορές του 19ου αιώνα για το νησί στο βιβλίο "The land of Thor." του αμερικανού ιρλανδικής καταγωγής περιηγητή και συγγραφέα John Ross Browne (1867). Εκεί περιγράφεται ως όμορφο χωριό θερινών κατοικιών με ποικίλες δυνατότητες διασκέδασης για κάθε αργόσχολο, όπως χορό, μουσική, τσάι, καφέ, ζαχαροπλαστεία, τυχερά παιγνίδια κτλ. 

Νέοι χωρικοί από τα νησιά του Νέβα στην περιοχή της Αγίας Πετρούπολης,
όπως τους είδε και τους ζωγράφισε ο Browne

Επιστρέφοντας όμως στον Ρουμπινστάιν, στο περιοδικό Etude Magazine, τεύχος Απριλίου του 1912, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο Why Rubinstein Wrote "Kamennoi Ostrow" (Γιατί ο Ρουμπινστάιν έγραψε το "Kamennoi Ostrow"), στο οποίο μεταφέρεται μια ποιητική εικόνα του νησιού όπου τα κουδουνίσματα από τις καμπάνες ηχούν μελωδικά στ' αυτιά του επισκέπτη και τον κάνουν να πιστεύει πως "η Αρκαδία είναι στη Ρωσία και όχι στην Ελλάδα". Έτσι και ο Ρουμπινστάιν, όταν βρέθηκε στο νησί, μαγεύτηκε από τις μελωδίες αυτές και γυρνώντας στο σαλέ της Μεγάλης Δούκισσας Ελένας, της οποίας ήταν φιλοξενούμενος, έγραψε την περίφημη αυτή σύνθεση.

Όμως, γιατί θυμήθηκα σήμερα τον Αντόν Ρουμπινστάιν. Πρέπει να πω ότι τον γνώρισα από αναφορά σε βιβλίο της Χανιώτισσας συγγραφέα Κλεοπάτρας Πρίφτη (είχα ξαναγράψει εδώ). Συγκεκριμένα, στο βιβλίο της Από τα σημειωματάρια μου : εννιά ιστορίες (Σύγχρονη Εποχή, 1978), σε μια από τις ιστορίες αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια στα Χανιά και στις μουσικές σπουδές της στο Ωδείο Χανίων. Το μόνο μουσικό κομμάτι που θυμάται από το Ωδείο Χανίων τόσο έντονα, γράφει, είναι το "Αγγελικό όνειρο" του Αντόν Ρουμπινστάιν. Ήταν το κομμάτι που είχε παίξει η φίλη της η Τζένη, η Εβραιοπούλα, ντυμένη κάτασπρα. Και...


Ήταν οι τελευταίες εξετάσεις στο Ωδείο... Κι ήρθε ο χαλασμός. Φάνηκε το Άγριο πρόσωπο του ανθρώπου... τα παραθύρια σκοτείνιασαν, οι καρδιές σφίχτηκαν, τα χαμόγελα χάθηκαν...

Κανείς δε σώθηκε, ούτε η Τζένη και η αδελφή της η Τζούλια, ούτε ο γέρος Όσμου, ούτε η Εσθήρ, ούτε η Ζιζέλα...
Ήταν καλοκαίρι του 1944, τους μάζεψαν στην Αγιά και από κει στο πλοίο Ταναϊς· στ' ανοιχτά της Μήλου, το βύθισαν το πλοίο. Κανείς δε σώθηκε.


Τους πνίξανε στη μέση του πελάγους!

Και γράφει ακόμη:


Ένας άγγελος κάθεται στην ακροθαλασσιά κι ακούει το κύμα που σπα, απαλά-απαλά. Τραγουδά τη χαρά του κόσμου τούτου και κλαίει... Κλαίει γιατί έχει φτερά, γιατί είναι Άγγελος και ποτέ δε θα χαρεί τις χαρές του ανθρώπου.


Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπατούτες, κράτησα την αναπνοή μαγεμένη, κι ένιωσα όλο τον πόνο του Άγγελου και λυπήθηκα τον Άγγελο που θα μείνει στερημένος αιώνια απ' τις χαρές του κόσμου τούτου... θυμήθηκα τα νεκρά παιδιά που όμοια με τον Άγγελο θα κλαίνε αιώνια όσα στερήθηκαν!


27 Ιανουαρίου σήμερα, παγκόσμια ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, γι' αυτούς που πνίξανε στη μέση του πελάγους, γι' αυτούς που κουβαλούνε μνήμες κι έναν αριθμό στο χέρι, γι' αυτούς που τους έκλεψαν την εφηβεία, γι' αυτούς που γνώρισαν την τραυματισμένη πραγματικότητα της φρίκης του ναζισμού, για όλους εμάς που αντιστεκόμαστε στη δολοφονία της μνήμης...

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Το ισόπαλο τραύμα του Γιάννη Στίγκα



Μεγάλο μποτιλιάρισμα κι από τις δυο μεριές του τρόμου


                                                                             στον Γιάννη Κοντό*

του Γιάννη Στίγκα

Έτσι όπως μπαίνουν όλοι τους
αξύριστοι στην ποίηση
να βόσκουν τα σκοτάδια τους
και καρδαμώνει η συμφορά
το λίγο λίγο τρώει τα θεμέλια
εγώ κορνάρω βέβαια
Τον Όμηρο τον κάνανε
χιλιάδες ξοφλημένα σύννεφα


έχω μεγάλη δυσκολία να χρυσώσω την πνοή

ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ
                    δηλαδή το κασκόλ σου
μαγκωμένο γερά
                   στα γρανάζια της πόλης
για να σ' έχουμε εδώ
με ξενύχτια
        κι ό,τι άλλο αιχμηρό
να ανοίγουμε τρύπες στο γέλιο σου
και να παίρνουμε
                         ολόχρυσες τζούρες


Το παραπάνω είναι ένα από τα 21 ποιήματα της συλλογής "Ισόπαλο τραύμα" του Γιάννη Στίγκα (Κέδρος, 2009), γιατρού και ποιητή με αξιοσημείωτη παρουσία στα ποιητικά πράγματα του τόπου (προς θεού, μη θεωρηθούν κριτική αξιολόγηση τα λόγια μου, την αίσθηση της αναγνώστριας μεταφέρω μόνο). Τα ποιήματα της συλλογής είναι όλα αφιερωμένα ή κάνουν αναφορές σε άλλους ποιητές, όπως στον Καρυωτάκη, στο Σινόπουλο, στον Πόε, στον Μιγκέλ Ερνάντεθ, στον Οκτάβιο Παζ, στον Ντύλαν Τόμας, στο Μαγιακόφσκι, στον Καρούζο, στο Σαχτούρη, στον Βερλέν, στο Ρίτσο, στον Ρεμπώ ...

Και λέει ο Ρίτσος:
                            Γραμμή τερματισμού το φως
                            για τους νεκρούς μου τρέχω
                             να λαχανιάσουν μέσα μου

...................................

Και λέει ο Λόρκα:
                            Εγώ δεν λογαριάζω ντουφεκιές
                            όσο βαθιά κι αν πάνε
                            το νήμα θα το κόψει το φεγγάρι

Τέτοιο αγώνισμα η ποίηση

---------------------------------------------------------------------------------------

* Ο Γιάννης Κοντός έφυγε σαν σήμερα το 2015.

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Δανάη Στρατηγοπούλου, μια θρυλική φωνή



Άκουγα και σιγοτραγουδούσα τα ελαφρά τραγούδια όταν ήμουν μικρή (έπαιζαν τότε πολύ στο ραδιόφωνο, τα τραγουδούσαν και οι μανάδες μας φωναχτά) και η Δανάη ήταν από τις αγαπημένες μου φωνές. Ή μήπως έτσι αποφάσισα, όταν μεγαλώνοντας έμαθα πως ήταν πολύ φίλη του Νερούντα και ότι είχε μεταφράσει ποιήματά του στα ελληνικά. Μπορεί να 'γινε κι έτσι. 

Και βέβαια, το Canto General του Πάμπλο Νερούντα, το ποίημα των ποιημάτων, έγινε παγκόσμιο σύμβολο αγώνα και αντίστασης χάρη στο Μίκη Θεοδωράκη. Διαβάσαμε όμως και καταλάβαμε τα λόγια του καλύτερα με τις λέξεις  στα ελληνικά που έβαλε η Δανάη στο χαρτί  και τότε ακούσαμε τον ποιητή να λέει, λές και για τη δικιά μας πατρίδα:

Πατρίδα έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους,
από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς,
από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί
μια σταγόνα αίμα πετούμενο
και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,
μες από κει που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας
σε πιστεύανε παντοτεινά θαμμένη...




Πληροφορίες μπορεί να βρει κανείς πολλές για τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Αξίζουν όμως τα δύο αφιερώματα της ΕΡΤ, το ένα από τον Νυχτερινό επισκέπτη του Άρη Σκιαδόπουλου, παραγωγής 1997 και το άλλο από την εκπομπή Ιχνηλάτες του Δαυίδ Ναχμία, παραγωγής 2003.




--------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
Στο πρώτο βίντεο ακούγεται η Δανάη να τραγουδά Νερούντα (πληροφορίες για το δίσκο "Danai canta a Neruda" εδώ και εδώ).
Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του δίσκου "η Δανάη στα πιο όμορφα τραγούδια του Αττίκ" (η Δανάη τραγούδησε ιδιαίτερα και ξεχωριστά τον Αττίκ, αλλά και τον Σουγιούλ και τον Γιαννίδη). Όπως διαβάζω στο CD που έχω στη συλλογή μου (αγορασμένο σίγουρα πριν από το 2002 αφού η τιμή του ήταν 2400 δρχ. όπως δείχνει η ετικέτα που ακόμα υπάρχει), κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972 από την Polydisc και στη συνέχεια από την Polygram το 1982 και το 1994. Στο πιάνο συνοδεύει ο Μίμης Πλέσσας. Στα τραγούδια του δίσκου περιλαμβάνεται και το Οργανάκι που ακούγεται στο δεύτερο βίντεο.
Η Δανάη έφυγε σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια, πλήρης ημερών (είχε γεννηθεί το 1913). Πληροφορίες για την ίδια και τη σχέση της με τον Νερούντα και τη Χιλή μπορεί να διαβάσει κανείς και στο αφιέρωμα της Αυγής για τη Χιλή του Νερούντα και του Αλλιέντε στις 29/5/2008.

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

"Καίω τα δέντρα χτίζω μεζονέτες..." Εις μνήμην


Κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες
φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες
θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος,
μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψήλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Ποταμιά.

Κι η παπαλάμπραινα γυμνή
χαϊδεύει δώρο συσκευή
σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο

Πουλάκι ξένο
πουλί χαμένο
μου τρώει τα σπλάχνα
δεν βγάζω άχνα.

Καίω τα δέντρα χτίζω μεζονέτες
θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες
σ’ ένα κλουβί γραφείο σαν αγρίμι
παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι.

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψηλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Πόταμιά.

Κι η Παπαλάμπραινα γυμνή
χαϊδέυει δώρο συσκευή
σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο

Πουλάκι ξένο
πουλί χαμένο
μου τρώει τα σπλάχνα
δεν βγάζω άχνα.

Φάκα adidas μου 'πιασε τη φτέρνα
μπερδεύω το τζουκ μποξ με τη λατέρνα.
πάνω απ του τάφου μου το κυπαρίσσι
μαύρη χελώνα με έχει κατουρήσει

Έλληνας νεοέλληνας

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά
και ψήλωσε η κοντούλα λεμονιά.
στα Σάλωνα δε σφάζουνε αρνιά
δεν πάει το παπάκι στην Ποταμιά.

Κι η Παπαλάμπραινα γυμνή
χαϊδεύει δώρο συσκευή
σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο

Πουλάκι ξένο
πουλί χαμένο
μου τρώει τα σπλάχνα
δε βγάζω άχνα.



Τα είχε πει για το Νεοέλληνα ο Τζίμης Πανούσης τόσα χρόνια πριν, δεν εξαιρούσε κανέναν, ούτε τον εαυτό του, "Πουλάκι ξένο πουλί χαμένο μου τρώει τα σπλάχνα δεν βγάζω άχνα". Ακόμη κι αν παριστάναμε τους ... καθωσπρέπει  και "πολιτικώς ορθούς" πολίτες και αποφεύγαμε  να παινέσουμε το λόγο και τον τρόπο του, "μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος", να τώρα που θα μας λείψει,  καυστικός, αξιοπρεπής, αληθινός, ευαίσθητος, κι είναι σαν να τον βλέπουμε να γελοκλαίει για την ιτιά που μαράθηκε ... 

Όπα, όπα είπα λέω, 
όπα, τραγουδάω και κλαίω...

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Τ' αστέρια, του Γιάννη Δάλλα


Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες


Το παραπάνω ποίημα του ποιητή και θεωρητικού της λογοτεχνίας  Γιάννη Δάλλα (1924-) είναι από τη συλλογή "Αποθέτης" (Γαβριηλίδης, 2005). Αφορμή ή καλύτερα κίνητρο για τη σημερινή ανάρτηση είναι η παρακολούθηση από το κανάλι της Βουλής  (σε επανάληψη) του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ-αφιερώματος στον Κώστα Βάρναλη για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του (παραγωγής 1984, http://archive.ert.gr/99216/). Στο αφιέρωμα μιλούν σημαντικοί λογοτέχνες και διανοούμενοι (όπως Ρίτσος, Μαρωνίτης, Γιατρομανωλάκης, Καψάλης, κ.ά.), και ανάμεσά τους ο Δάλλας, ο οποίος έκανε μια ξεχωριστή (κατά τη γνώμη μου) ανάλυση και τοποθέτηση, δίνοντας το στίγμα της προσωπικότητας και του έργου του Έλληνα ποιητή και βοηθώντας εμάς (θεατές και αναγνώστες) να το προσεγγίσουμε καλύτερα και να εμβαθύνουμε σε αυτό.

Να ευχηθούμε, λοιπόν, στο σπουδαίο ποιητή μας Γιάννη Δάλλα νάναι καλά, σήμερα που είναι και η γιορτή του!

.................................................

Σημείωση. 
Ένα αρκετά κατατοπιστικό αφιέρωμα για το έργο του είχε δημοσιεύσει η Αυγή στις Αναγνώσεις τον Ιούλιο του 2009. Περισσότερα για το έργο του Γιάννη Δάλλα υπάρχουν επίσης, πέρα από τη σελίδα της Βιβλιονετ, στη Βικιπαίδεια.