Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Η ποίηση είναι η λογοδοσία της ψυχής σου


Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει

                                         της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ

Τι δίνει η ποίηση και τι παίρνει;
Όταν κάτω από το βάρος κάποιου σύννεφου
όλο το μέσα σου σώμα γέρνει 
όταν ένα μόνο βλέμμα παλιές πληγές ξύνει
όταν μια νέα αναπηρία καινούργιες πληγές ανοίγει
όταν τα φανάρια τ' ουρανού σε κοντινή απ' το μέλλον σου απόσταση 
    λάμπουν 
και όλα τα αποθέματα ζωής που έχεις συλλέξει δε φτάνουν 
όταν σε βασανίζει μια θλίψη που δεν ήρθ' ακόμα 
όταν ο πόνος δεν έχει όνομα ούτε χρώμα 
τότε αρχίζει η ποίηση σαν χέρι τρυφερό το μέτωπό σου
και σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι υψηλός ο σκοπός σου 
ότι οι στίχοι σου δεν τελειώνουν με τη ζωή σου 
ότι η ποίηση είναι η λογοδοσία της ψυχής σου.
Πιάνεις τότε την πένα 
και νομίζεις πως γίνεσαι ένα 
με την ωραιότητα και την αθανασία,
όμως η ποίηση ποια σου ζητάει θυσία;
Τι θέλει γι' αντάλλαγμα;
Μονάχα ένα πράγμα.
Απ' τη γη που κατοικείς
τίποτα μην απαιτείς.
Ούτε η πραγματικότητα να σε ανταμείψει 
να σε πλουτίσει
μ' αιώνια δεσμά να σε δέσει 
ή να 'ναι εκείνη όπως σ' εσένα αρέσει.
Ένα μόνο να λαχταράς 
να 'ναι ακόμα γύρω σου η πραγματικότητα και να την αγαπάς 
να 'ναι εκεί 
και ας είναι αγέλαστη, ας είναι και στριφνή.
 
Marc Chagall, The Poet, or half Past Three, Philadelphia Museum of Art (Πηγή: https://www.wikiart.org/en/marc-chagall/the-poet-or-half-past-three-1912)

 
Για τη σημερινή ημέρα της Ποίησης, την «ζωγραφία λαλούσα», όπως την είχε ονομάσει ο Σιμωνίδης ο Κείος:
 
Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν.
 
 
Marc Chagall, War, Kunsthaus Zürich (Πηγή: https://www.wikiart.org/en/marc-chagall/war-1966)   
 
----------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις: 
1. Αντέγραψα το ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ από τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της Ποίηση 1963-2011, Καστανιώτης 2020 (5η έκδ.).
2. Η πρώτη εικόνα είναι έργο της ποιήτριας, πεζογράφου και ζωγράφου Παυλίνας Παμπούδη (πηγή εδώ: https://camerastyloonline.wordpress.com/2011/10/01/52-agrafa-paramythia-tis-pavlinas-pampoudi-sto-aggelon-vima/). Περιλαμβάνεται στη συλλογή της «52 Άγραφα Παραμύθια Εικονογραφημένα» που εκτέθηκαν στο Αγγέλων Βήμα το 2011.  Η Εισαγωγή  στον Κατάλογο της Έκθεσης δημοσιεύτηκε από την Πόλυ Χατζημανωλάκη στο ιστολόγιό της εδώ http://waxtablets.blogspot.com/2011/10/52.html).

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.



Έφυγε με τα ελάχιστα η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, λίγες μόνο μέρες από την τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά εκπομπή που έκανε μαζί της η Φωτεινή Τσαλίκογλου και που, προς τιμήν της, μας παρουσίασε πάλι απόψε η ΕΡΤ2. Έφυγε σήμερα και λες κι ο στίχος του Εμπειρίκου «κι έκαναν τον φόβο του θανάτου, οίστρο της ζωής», που αποτελεί και μότο της σειράς "Το μαγικό των ανθρώπων", γράφτηκε γι' αυτήν. 

Μια τρυφερή στιγμή με τον μικρό Νικόλα στην αγκαλιά της (από την εκπομπή της ΕΡΤ2)

Μίλησε για τον φόβο του θανάτου και για τη ζωή που της λέει ευχαριστώ κι ας μην περιμένει τίποτα απ' αυτήν. Τραγούδησε το Άστα τα μαλλάκια σου και μίλησε για τον έρωτα και την αγάπη. Πήρε στην αγκαλιά της το εγγόνι της, τον μικρό Νικόλα, "δεν έκανα παιδιά", είπε, "απέκτησα όμως εγγόνι". Θα γινόταν η νονά του, θα του έδινε το όνομα Νικόλας, όπως ο δικός της νονός, ο Νίκος Καζαντζάκης. Πάντα αναφερόταν στον Καζαντζάκη, τον αγαπούσε, ήταν αυτός που της άνοιξε τα φτερά να πορευτεί στην ποίηση, αυτός που είπε πως το ωραιότερο ποίημα που είχε διαβάσει ήταν η Μοναξιά, το ποίημα που έγραψε στα δεκαεφτά της η Κατερίνα Αγγελάκη.

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.


Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.


Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.


Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.


Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.


Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;


Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.


Και τελειώνοντας η εκπομπή ευχήθηκε: Να 'μαστε καλά.

Είχε γράψει:

Αν τουλάχιστον πίστευα στον Θεό
ο χωρισμός από το σώμα σου
-το σώμα μου-
Θα 'ταν προσωρινός
κι ο θάνατος δε θα 'χε
άλλες συνέπειες.


Η μοναξιά, ο φόβος, η ζωή και ο θάνατος είναι τα νοήματα που βρίσκει κανείς στην ποίησή της. Και όπως γράφει ο Μάνος Στεφανίδης,

"Ο συνειδητός ποιητής –και εν προκειμένω μια ποιήτρια υψηλών δυνατοτήτων όπως είναι η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ -γράφει αποκλειστικά για τον θάνατό του. Αν έχουν εν τω μεταξύ προκύψει θριαμβικοί έρωτες, πτώσεις με μακάρια μέθη, τύρβη ζωών αδαπάνητων, ταξίδια στο πραγματικό ή το ανύπαρκτο, σώματα που καίγονται από μυστικές φωτιές και ιστορίες με πρίγκιπες σε μικροσκοπικούς πλανήτες ή παράξενα ζώα σε κοραλλιογενή νησιά, τόσο το καλύτερο! "

Και αυτά υπάρχουν στην ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Οι κληρονόμοι της μάνας είναι τα πράγματα

Οι κληρονόμοι της μάνας 
είναι τα πράγματα
μα εγώ τρίβω τη μουσούδα μου στα πράγματα
σα γάτα που λέρωσε στο σαλόνι
καταπίνω μετανοιωμένη
τα σάλια και τα αλάτια μου
και τρέχω να κρυφτώ στην πάνω σκάλα
το μεγάλο αιλουροειδές
την ανεβαίνω με κουτρουβαλάει
τη σκαρφαλώνω και με φτύνει
Κάηκε το πλατύσκαλο
κοπήκαν τα σκοινιά
Μαζεύτηκαν στην άκρη της τρύπας
τα φοβερά σκαθάρια
Μάνα κινδυνεύω
Αιωνία σου η μνήμη
Κινδυνεύω πολύ
Αιωνία σου η μνήμη


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από τη συλλογή Ποίηση 1963-2011, Καστανιώτης, 2015.

Στη μνήμη της μάνας μου που έφυγε πέρυσι τέτοια μέρα. 
Και ναι, κληρονόμοι της είναι και τα πράγματα που τη θυμίζουν...


Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Οι τίγρεις των δωματίων, του Λεωνίδα Κακάρογλου



Πάει καιρός που το ταβάνι στάζει μνήμες...

Άλλη μια ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου γεμάτη με εικόνες και γεμάτη μνήμες. Ο χρόνος και οι μνήμες διαπερνούν όλο το έργο του, ο χρόνος και οι μνήμες κι εδώ, σα φαντάσματα που νανουρίζουν τις τίγρεις των δωματίων  (Εστία, 2017).

... Το αεράκι που μου χαϊδεύει τα μαλλιά
Στέλνει την μνήμη
Στα αζήτητα
Και δεν θυμάμαι
Τι νούμερο παπούτσια
Φόραγες
Για να ταιριάζω τις πατημασιές
Της σκόνης
Στα πόδια σου

Κάποια ποιήματα είναι αφιερωμένα, στον Γιώργη Μανουσάκη, στον Χρίστο Βακαλόπουλο, στον Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη, στον αδελφό του. Το ποίημα Περιπέτεια το αφιερώνει στη Μαρία Σερβάκη, την ποιήτρια από την Κρήτη που πέθανε πριν από δυο χρόνια στα 85 της.

Τα βράδια περνώ από το σπίτι σου
Σκοτεινό θηρίο που τρομάζει τους περαστικούς
Δεν χτυπώ το κουδούνι
Εκ άλλου ποιος θα τ' ακούσει
Όλοι κοιμήθηκαν

Οι γάτες περιφέρονται στην αυλή
Ψάχνουν να βρουν πού χάθηκες...

Μνήμες και μοναξιά 

...Κι άλλο φθινόποωρο
Δεν άνοιξα
την καγκελόπορτα του κήπου
Τα φύλλα απάτητα στις περασιές...

και νοσταλγία

Καμιά φορά ονειρεύομαι
Μιαν όμορφη νύχτα
Που θα 'μαστε πάλι όλοι μαζί...

και εικόνες

Στο μισοφωτισμένο δωμάτιο
Βλέπω τα μηρμύγκια
Που διασχίζουν το τραπέζι με τα βιβλία
Το σαμιαμίδι...

και προσπάθεια για λίγη χαρά μέσα από τις μνήμες 

Σ' άλλες μέρες χαρούμενες θα προστρέξω
Δεν θ' αφεθώ να γονατίσω
Στο λυπημένο απόβροχο...

Πήρε την ιδέα για τον τίτλο της συλλογής και για το ομώνυμο, τελευταίο στη σειρά, ποίημα "Οι τίγρεις των δωματίων" από το ποίημα Η τίγρη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί παραθέτοντας ένα απόσπασμα. Το αντιγράφω ολόκληρο από τη σελίδα του ποιείν (με εντονότυπα οι στίχοι που παραθέτει ο Λεωνίδας):

Την τίγρη ακολουθήσαμε στη φωλιά της
νυχιές στο χώμα και τις στάλες βροχής απ΄τη μουσούδα της.
Όπως σηκώνει το πόδι και διαλέγει το φύλλο
ή σκύβει στο ζώο το συντροφεύει ως την εξαφάνιση και φοβάται το φως
- τοπία ξεχασμένα πίσω απ΄τις φωνές της λείας και του έρωτα -
την τίγρη τη νυχτερινή τη μάνα πώς ελαφροπατεί
και την ημέρα σε λήθαργο ονειρεύεται τ αστέρια…

Η πλάτη της ξεδιπλώνει όπως ο νοτιάς.
Άγνωστη η θάλασσα στην τίγρη
κι όμως ωραία τής μοιάζει στην κίνηση,
στα μάτια που έρχονται πάντα από πέρα.
Το φεγγάρι! Και τινάχτηκε. Όλο και πιο πολύ κατεβαίνει στα μυστικά…
Βρίσκει τη σιωπή τη σηκώνει με το νύχι την τοποθετεί σε ό, τι αγγίζει.
Τι τρυφερή η τίγρη στη σιωπή!
Ποια μουσική ακούει με το τέταρτο πόδι στον αέρα…
Σταματά το χρόνο μπρος στην πεταλούδα πηδάει
έπειτα στη μέση του κύκλου δροσιά, μεσάνυχτα δίψα και ξημερώματα.

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Λέει η Πηνελόπη, της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ


Λέει η Πηνελόπη

                                  της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ


Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
–απουσία από τη ζωή –
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι έλα σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά...
Η εκλεκτή καρδιά σου
– εκλεκτή γιατί τη διάλεξα –
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρουδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

(Από τη Συλλογή "Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης", 1977)