Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Κεντούσε η μάνα μου σκυφτή στο παραθύρι δίπλα, ξετίμητο βλησίδι η στοργή της

 

 

Κεντούσε η μάνα μου σκυφτή στο παραθύρι δίπλα.
Όξω βροχή ξεστάλαζε στα χνουδερά χωράφια
και τις φρεσκόλουστες βραγιές. Της Άνοιξης τα μάτια
δακρυογελούσαν άκρυφτα, κι αργόγλυκα κυλούσε
 
πάνω στης γης τη χλωρασιά το κοριτσένιο κλάμα. 
[...]

Ημέρα της μητέρας η σημερινή, είπα να ξεφυλλίσω την ανθολογία των Καστανιώτη-Νιάρχου «Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα» που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1997 (στη Βιβλιονέτ υπάρχει η νεότερη έκδοση του 2007). Όμορφη έκδοση, πολλά τα ποιήματα, και πολλοί οι ανθολογούμενοι, για τους οποίους, μάλιστα, δίνονται σύντομα βιογραφικά στο τέλος. Φυσικά, δεν εξαντλείται στον τόμο αυτό η παρουσία της μάνας στην ελληνική ποίηση, εξάλλου, όπως γράφει και ο Θανάσης Νιάρχος στον πρόλογο, «η μάνα από μόνη της είναι μια πραγματικότητα ανεξάντλητη».

 

Ξεχώρισα μικρά αποσπάσματα από πολύ λίγα ποιήματα, λιγότερο γνωστά, που άσκησαν πάνω μου κάποια περισσότερη συγκίνηση ξαναδιαβάζοντάς τα. 
 
Ξεκίνησα με το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Της μάνας μου» του Πέτρου Βλαστού όπου λες και  ζωντανεύει την εικόνα της δικής μου μάνας που συνεχώς κεντούσε ... Χαρακτηριστική, βέβαια, η γλώσσα του δημοτικιστή Βλαστού.
 
Ίδιο τίτλο έχει και το ποίημα της Διαλεχτής Ζευγώλη-Γλέζου:
 
Η ακοή μου επόθησε, μάνα, τα ωραία σου λόγια
κι η όρασή μου το ψηλό αεικίνητο κορμί σου,
που, σαν παιδιού είκοσι χρονών, ελεύθερα εσαλεύαν
κι οι τελευταίοι αρμοί σου.
[...]
 
Η Λιλή Ιακωβίδη γράφει για «Μια μάνα που έδωσε το παιδί της για να μην πεθάνει από πείνα το 1941»:
 
Τα μάτια σου τα μαύρα τα μεγάλα
μέσα στην αγκαλιά μου όταν σε κλειούσα
και βύζαινες του κόρφου μου το γάλα
η μέρα ήταν για μέ η φεγγοβολούσα. 
[...]
 
Συχνές οι εικόνες με τις μανάδες να τρέχουν όλη μέρα με τις δουλειές στο σπίτι, στα χωράφια.
 
Ο Βασίλης Ρώτας γράφει στη «Μάνα μου»:
 
[...]
Απ' το πρωί ως το βράδυ στη μπουγάδα,
σαν μηχανή, μ' ορμή και γληγοράδα,
πετάξου μια στιγμή στο μαγερειό,
φέρε το σπίτι βόλτα με τη σκούπα,
πρόφτασε που ξεχείλισεν η σούπα
και ξαναγύρισε στο πλυσταριό.
[...]
 
Η Χανιώτισσα Βικτωρία Θεοδώρου γράφει στο «Εγκώμιο»:
 
[...]
Πιάνω νερό να σαπουνίσω, σε θυμάμαι
ασπρίζω την αυλή μας, σε θυμάμαι
πιάνω να μαγειρέψω των παιδιών, σε θυμάμαι.
Είσαι μες στα πλυμένα ρούχα που στεγνώνουνε
στ΄αγέρι της θάλασσας
Συ μ' έμαθες να γνοιάζομαι τα μικρά και τ΄αδύναμα
και να ομορφαίνω τη φτώχεια.
[...]
 
 Ο Ηρακλειώτης ποιητής Χριστόφορος Λιοντάκης στα «Τελευταία της χελιδόνια»:
 
[...]
Σε βλέπω πάλι βιαστική,
πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις
τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς,
θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις,
τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό,
στα περιστέρια ν' αλλάξεις το νερό,
το δυόσμο να κορφολογήσεις.
Σε βλέπω πάλι βιαστική
πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις
τσάι με κανέλλα να μου φτιάξεις.
Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας:
Πάσα σαρξ χόρτος.
 
Ξεχώρισα το ποίημα «Μητέρα» του Γιωσέφ Ελιγιά και για ένα λόγο παραπάνω, γιατί χρησιμοποιεί τη σπάνια λέξη βλισίδι, που θα πει κρυμμένος θησαυρός, αφθονία και την είχα ξανασυναντήσει σε ποίημα του Σικελιανού. Όπως είχα γράψει σε παλαιότερη ανάρτηση (https://katerinatoraki.blogspot.com/2017/06/blog-post_19.html), η λέξη περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Οι λέξεις που χάνονται» του Νίκου Σαραντάκου. Ετυμολογείται από το βάλλω>βλήσις (αφιέρωμα) και για τούτο η σωστή γραφή είναι με ήτα, ενώ χάριν απλοποίησης γράφεται και με γιώτα. Γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής (1901-1931):
 
Αμέτρητο, ξετίμητο βλισίδι είν' η στοργή σου.
μανούλα παινεμένη.
Με τον πικρό σταυρό κι οι δυο στα χείλη της αβύσσου
τραβούμε αποσταμένοι.
[...]
 
Η Κερκυραία Ειρήνη Δεντρινού «Στης μάνας μου το θάνατο»:
 
[...]
Τι κι αν πόνο ανιστόρητο μας δίνεις;
Σαν κουρασμένη εσφάλισες τα μάτια
και ξέφευγε η ψυχή στα ουράνια πλάτια.
 
Κι άφησα τελευταίο για τούτη την ανάρτηση το «Τραγούδι της ντροπής» του Ιάκωβου Καμπανέλλη:
 
Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή,
μάνα μου και πώς βγαίνει! 
Μηδέ κι αν τρέξει ο ποταμός
μάνα μου δεν την πλένει.
Τι να σου κάνουν δάκρυα δυό,
και στεναγμοί σαράντα δυό,
μανούλα μου.
[...]

Ντυμένο με τη μουσική του Μάνου Χατζηδάκι,  εδώ τραγουδισμένο από τη Χαρούλα Αλεξίου, και σε πρώτη εκτέλεση από τον Λάκη Παππά.