Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής της: Μάρω Δούκα




Στη Μάρω Δούκα απονέμεται το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το έτος 2019 για τη συνολική προσφορά της στα Γράμματα. Ύψιστη τιμή για μια γυναίκα παρούσα και δυναμική, διαρκώς παρούσα και διαρκώς παρεμβατική, με το έργο της, με τον λόγο της, με τη δράση της.

"Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου" έλεγε ο στίχος του Διονυσίου Σολωμού κι έγραφε η Μάρω Δούκα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη για το Σολωμό (τεύχος 142, 1997):

Εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσα να ορίσω τη θέση μου στον κόσμο, τι ήταν αυτό που με γοήτευε στον Σολωμό;  Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου - όταν πρωτοαντέγραφα τον στίχο δεν ήξερα ούτε για τις αισθητικές αναζητήσεις του ούτε για την πάλη του Καλού με το Κακό. Με παρηγορούσε απλώς η ιδέα του ανθρώπου που δεν αφήνει την ψυχή του να αποκοιμηθεί.

Και γράφει σε άλλο σημείο:

Σήμερα που συναγωνιζόμαστε στα μεγάλα λόγια και στους εύκολους πατριωτισμούς . Ποια θέση θα μπορούσε να έχει ο Διονύσιος Σολωμός που δεν "εθεάτρισε" ποτέ τα εθνικά του φρονήματα και που μας κληροδότησε σε μιαν επιστολή του: Το έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές.



Αυτή είναι η Μάρω Δούκα. Και άλλα πολλά. Εμείς ξέρουμε ότι τίποτα δεν χαρίζεται, όπως ονόμασε η ίδια (ασφαλώς για τον εαυτό της, αλλά μας αφορά) και ένα από τα καλύτερα βιβλία της, το "Τίποτα δεν χαρίζεται", στο οποίο φανερώνεται, όχι μόνο η πολύ καλή συγγραφέας, αλλά και ο ευαίσθητος, σκεπτόμενος, προβληματιζόμενος, καλλιεργημένος, αλληλέγγυος διπλανός μας άνθρωπος, ένας οικουμενικός άνθρωπος της Αριστεράς. 

Αυτή είναι η Μάρω Δούκα, με άγρυπνα πάντα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής της!

Καλό μήνα!

----------------------------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις

* Η παραπάνω εικόνα με μέρος του κειμένου από το αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη στο ιδιόχειρο σημείωμα της συγγραφέα είναι από το περιοδικό Πόρφυρας (τεύχος 161, 2016: Σελίδες για τη Μάρω Δούκα). Περιλαμβάνεται στο άρθρο του Δημήτρη Κοκκόρη με τίτλο "Εις τον πάτο της εικόνας: Ο σολωμικός στοχασμός ως κλειδί μοντέρνας ή μεταμοντέρνας αφήγησης;" Σημειώνεται ότι τα κείμενα του αφιερώματος στον Πόρφυρα είναι εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του τριήμερου για τις τρεις Κρητικές συγγραφείς Ρέα Γαλανάκη - Μάρω Δούκα - Ιωάννα Καρυστιάνη στην Κέρκυρα, 13-15 Νοεμβρίου 2015 (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2015/12/blog-post_3.html).

* Κι επειδή ακόμη δεν έγραψα κάτι για το πιο πρόσφατο βιβλίο της "Πύλη εισόδου", εξαιρετικό, ανθρώπινο και ιδιαίτερα πρωτότυπο και πρωτοποριακό, ας μην το αφήσω κι άλλο, πόσο πια να περιμένει την αφεντιά μου η Αφεντούλα ή μήπως η Αίθρα ή η Καίτη Καλή; Μπερδεύτηκα...

* Η Μάρω Δούκα είναι Χανιώτισσα, με καταγωγή από το Σέλινο και από τα Σφακιά. Πώς να μην είμαστε διπλά χαρούμενες και περήφανες;
 

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2018

Όταν γράφει το μολύβι, της Βασιλικής Πέτσα: πολιτική βία και πολιτισμική μνήμη στη λογοτεχνία



Πολιτική βία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Μάης του '68, αριστερά, άκρα αριστερά, ένοπλη βία, αντικαθεστωτικές οργανώσεις, Ιταλία, Ελλάδα, μνήμη, συλλογική μνήμη, ιστορική μνήμη, επικοινωνιακή μνήμη, πολιτισμική μνήμη, λογοτεχνία, ιταλική πεζογραφία, ελληνική πεζογραφία. Τόσες κι άλλες τόσες οι λέξεις-κλειδιά που θα 'πρεπε να δώσω για μια κατά το δυνατόν πλήρη τεκμηρίωση του βιβλίου της Βασιλικής Πέτσα με τίτλο "Όταν γράφει το μολύβι: πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία" (Πόλις, 2016).

Η συγγραφέας εστιάζει στη λογοτεχνική αναπαράσταση της πολιτικής βίας στην Ελλάδα και στην Ιταλία, καταλήγοντας στη συγκριτική αποτίμησή τους με λογοτεχνικές και ευρύτερα πολιτισμικές παρατηρήσεις. Δεδομένου ότι το βιβλίο βασίζεται στη διδακτορική της διατριβή, περιέχει ενδελεχή μελέτη του φαινομένου της πολιτικής βίας όπως εκδηλώθηκε στις δύο χώρες και, κυρίως, όπως αποτυπώθηκε στη μνήμη και στη συμπεριφορά του κόσμου και εκφράστηκε στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία. Η έρευνα, λόγω του εύρους και των αποκλίσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, περιορίζεται στη δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και που στην περίπτωση της Ελλάδας έδρασαν στη διάρκεια της δικτατορίας. 

Στο πλαίσιο εννοιολογικής διερεύνησης της πολιτικής βίας, παρατηρεί ότι υπάρχει νοηματική ευρύτητα και πολυσημία, με αποτέλεσμα τη δυσκολία διατύπωσης οριστικού, ευρέως αποδεκτού, προσδιορισμού της έννοιας. Παρατηρεί, επίσης, ότι οι φορείς («από το Κέντρο ως την άκρα Αριστερά») που άσκησαν ένοπλη πολιτική βία στην Ελλάδα στη διάρκεια της δικτατορίας (ενάντιά της) ονομάστηκαν «αντικαθεστωτικές ένοπλες οργανώσεις», ενώ αντίστοιχα οι οργανώσεις με μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία μετά τη μεταπολίτευση ονομάστηκαν «ένοπλες ακροαριστερές οργανώσεις». 

Σημειώνει ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή με αναφορά στο θέμα της πολιτικής βίας είναι περιορισμένη και ότι, ανεξάρτητα από την όποια λογοτεχνική του αξία, κανένα έργο δεν έχει καθιερωθεί στη συλλογική συνείδηση ως μείζον, το αποδίδει δε αυτό «στην έλλειψη συναινετικών αφηγήσεων του ιστορικού, πολιτικού, κοινωνικού και ευρύτερα δημόσιου λόγου για το φαινόμενο». 

Και συνεχίζει: 

«Επιπλέον, αν στην Ιταλία και τη Γερμανία αφθονούν οι μαρτυρίες, οι ημερολογιακές καταγραφές, οι εκτενείς συνεντεύξεις, οι αυτοβιογραφίες και τα χρονικά από πρώην μέλη ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και από συγγενείς των θυμάτων, στην Ελλάδα, παρά την ύπαρξη ενός εκτεταμένου καταλόγου ανθρώπινων απωλειών, οι σποραδικές αντίστοιχες εκδόσεις δεν συγκροτούν ένα συνεκτικό corpus.»

Συγκρίνει με το μυθιστόρημα του εμφυλίου, στο οποίο, όπως λέει, η αφήγηση δικαιώνει τις πολιτικές επιλογές της κάθε πλευράς, ενώ «στο μυθιστόρημα της αντιδικτατορικής και μεταπολιτευτικής πολιτικής βίας δεν επιδιώκεται ιδεολογική απενοχοποίηση ή post hoc δικαίωση, αλλά διερευνώνται τα όρια της δυνατότητας ταυτοτικού επαναπροσδιορισμού του υποκειμένου στο παρόν...» 

Αναλύει με λεπτομέρειες έργα των Δημήτρη Νόλλα, Αλέξη Πανσέληνου, Νένης Ευθυμιάδη, Άρη Μαραγκόπουλου, Τάσου Δαρβέρη και άλλων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κανένα έργο δεν καταλαμβάνει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτισμικής μνήμης για την ένοπλη βία. Έχει κάποια ενδιαφέροντα παραθέματα σχετικά με το συμπέρασμα αυτό, όπως 

ένα του Ίταλο Καλβίνο «η επιρροή της ιστορίας στη λογοτεχνία είναι έμμεση, αργή και συχνά διφορούμενη και πολλά μεγάλα ιστορικά γεγονότα πέρασαν χωρίς να εμπνεύσουν κανένα σπουδαίο μυθιστόρημα» 

και άλλο του Δημήτρη Ραυτόπουλου «λένε ότι το αίμα νερό δεν γίνεται – πώς να γίνει μελάνι;»

Το θεωρητικό πλαίσιο διερευνάται αναλυτικά χρησιμοποιώντας ποικίλες πηγές με ιδιαίτερα συχνές αναφορές στον Άγγλο θεωρητικό Τέρυ Ίγκλετον. Εξίσου πολύ ενδιαφέρον στο θεωρητικό επίπεδο είναι το επίμετρο, στο οποίο η συγγραφέας ασχολείται, ανάμεσα στα άλλα, με τις «στοχαστικές διερευνήσεις της πολιτικής βίας» όπως προσλαμβάνεται από την Άρεντ, τον Μπένγιαμιν, τον Καμύ και τον Σαρτρ. (Θα ήθελα εδώ να σημειώσω μάλιστα ότι για τον Καμύ αναφέρεται στον «Επαναστατημένο άνθρωπο» που το έχω διαβάσει εδώ και χρόνια, αλλά θα ήθελα να ξεφυλλίσω και πάλι με βάση τη δική της ανάλυση και τις αναφορές της στις αντιθέσεις με τον Σαρτρ). 

Τέλος, ενδιαφέρον έχει η εννοιολόγηση της πολιτισμικής μνήμης που τη διακρίνει από την επικοινωνιακή, στο ότι η δεύτερη είναι «ενσαρκωμένη, βιωμένη και σωματικά μεταδόσιμη, με δίαυλο κυρίως την οικογένεια», ενώ η πρώτη «προκύπτει από τη θεσμοποίηση και την υλικοποίηση της επικοινωνιακής μνήμης στο πλαίσιο της πολιτιστικής παραγωγής ή τελετουργιών». Η λογοτεχνία, γράφει, για την παραγωγή και τη λειτουργία της πολιτισμικής μνήμης αποτελεί μέσο ενθύμισης, αντικείμενο ενθύμισης και μέσο παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο παράγεται η πολιτισμική μνήμη. 

Εδώ θα σταματήσω, προφανώς, δεν είναι δυνατόν και δεν είμαι σε θέση να αναλύσω το θέμα του βιβλίου θεωρητικά, σίγουρα όμως η ανάγνωσή του και από μη ειδικούς στο αντικείμενο της θεωρίας της λογοτεχνίας, αν και καθόλου εύκολη, δίνει τροφή για σκέψεις: για την πολιτική βία, για την ένοπλη βία, για τους φορείς ένοπλης βίας, για τη σχέση της Αριστεράς με την πολιτική βία, για τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία, για την πολιτισμική μνήμη, για την καταγραφή και την πρόσληψη της μνήμης... 

Και σταματώ. Πάντως, έχω να σημειώσω ότι η μνήμη, η ιστορική μνήμη, απασχολεί τη συγγραφέα και στα λογοτεχνικά έργα της, σε αυτά τα τρία πρώτα της τουλάχιστον (είχα γράψει εδώ), υποθέτω κάτι αντίστοιχο θα βρούμε και στο καινούριο της που πρόσφατα κυκλοφόρησε (Το δέντρο της υπακοής, Πόλις, 2018).

Σημείωση 

Το βιβλίο περιέχει πλούσια βιβλιογραφία με αναφορές από βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, ηλεκτρονικές πηγές κ.ά., ενώ συχνά χρησιμοποιεί στοιχεία με αποσπάσματα ή άλλα υλικά από τη δίκη της 17 Νοέμβρη (όσον αφορά την ελληνική περίπτωση), με την οποία ασχολείται εκτενώς προκειμένου να καταγράψει τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά της. Μια παρατήρηση θα είχα να κάνω για την παρουσίαση της βιβλιογραφίας. Είναι χωρισμένη σε ενότητες ανάλογα με την κατηγορία των πηγών, με αποτέλεσμα, εάν ο αναγνώστης θέλει να προστρέξει στη σχετική βιβλιογραφική αναφορά, να πρέπει ψάχνει σε όλες τις επιμέρους ενότητες (βιβλία και μελέτες, άρθρα, τύπος κτλ.) προκειμένου να εντοπίσει τη σχετική. 

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Τάκης Καρβέλης (1925-2017)




Πριν από ένα χρόνο, τέτοιες μέρες ήταν, γνώρισα από πιο κοντά μέρος από το έργο του φιλόλογου και ποιητή Τάκη Καρβέλη. Διάβασα τις ποιητικές συλλογές "Μετάφαση" (Κείμενα, 1972) και "Η μνήμη μισοφέγγαρο" (Γνώση, 1983), καθώς και το λογοτεχνικό δοκίμιο "Η γενιά του 1880" (Σαββάλας, 2003).

Η συλλογή "Μετάφαση" περιέχει είκοσι ποιήματα, χωρίς τίτλους, με αρίθμηση ένα έως είκοσι. Γραμμένα μέσα στη δικτατορία, εκφράζουν μια θλίψη, μια απογοήτευση, ίσως σε κάποιους στίχους να βρίσκεις νύξεις για την κατάσταση στον τόπο και στις ψυχές των ανθρώπων εκείνη την εποχή. Γράφει στην αρχή της συλλογής:

Τώρα που χάσαμε την ευθεία οδό
τίποτε πια δε μας σώζει.

Στο ποίημα 1:

... Σ' αυτούς τους δρόμους πώς να περπατήσεις
μες στα διασταυρούμενα συρίγματα των ερπετών
φωνάζεις κι έρχονται πίσω οι λέξεις
αλλοιωμένες κούφιες αντηχήσεις...

Στο ποίημα 2:

Οι δρόμοι αυτοί δεν είναι πια δικοί μου
        ούτε δικοί σας
σαν τους περνάς βρέχουν μια τέτοια θλίψη
οι δρόμοι αυτοί κάπου γυρνούν σαν ίσκιοι...

Στο ποίημα 15:

... Όπου κι αν σκάψεις
και μια μαχαιρωμένη γλυκύτητα.

Και στο 18:

... κ' είν' η ψυχή μου ένα λιβάδι απ' αγκάθια.

Και η μνήμη παίζει τα παιχνίδια της στην ποίηση του Καρβέλη. Γράφει στο ποίημα 3:

Η μνήμη είναι από πηλό
φλεγομένη βάτος
βουίζει μες στην έρημο
στα μάτια μας καμμένη άμμος.
Η μνήμη είναι η ερημιά του χρόνου
μια κατακόρυφη πτώση
στα νεύρα μας.

Στη μνήμη είναι αφιερωμένη και ολόκληρη η συλλογή "Η μνήμη μισοφέγγαρο". Ποιητικά πεζά θα χαρακτήριζα τα κείμενα. Και γράφει:

Το κέφι έχει κατακάτσει κι η μνήμη αρχίζει το σκάψιμο. Έξαφνα νιώθεις πως κάτι μετατοπίζεται μέσα σου· η πλατεία αδειάζει κι εκεί που χόρευαν οι ζωντανοί τώρα πέφτει ασταμάτητα μια σιγανή βροχή.
....
Καθώς το τρένο έστριβε οι κρεμασμένοι φάνηκαν στη θέση τους με το σκοτάδι στο πρόσωπο. Έπειτα το τρένο προχώρησε. Μα η μνήμη μένει, αυτή δεν προχωρεί κόκκινο στίγμα στους εφιάλτες μου.
...
Το χιόνι φυτεύει τη σιωπή
ναρκώνει τις αισθήσεις.
Μιλάω όταν η σιωπή περσεύει γύρω μου.
Τότε βγαίνουν στην επιφάνεια
πρόσωπα, παγιδευμένα
ανοίγουν χάσματα
που ευθύς γεμίζουν άνθη εφηβικά.
...

Στο βιβλίο για τη γενιά του 1880, ο συγγραφέας ασχολείται με τη γενιά που προέκυψε, όπως γράφει, ύστερα από 50 χρόνια στασιμότητας και η οποία αναπτύχθηκε κάτω από την επιρροή του δημοτικιστικού κινήματος και προετοίμασε το έδαφος για τη γενιά του 1930. Το βιβλίο έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί ασχολείται με τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής και της γενιάς του 1880 (ονομασία που έδωσε ο Κλέων Παράσχος, χαρακτηρίζοντας όσους προσπάθησαν ν' ανοίξουν δρόμους στην ποίηση, την πεζογραφία και την κριτική), αλλά και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους εκπροσώπων της (αλλά και των επιγόνων της). 

Αναφέρεται στα προηγούμενα 50 χρόνια, όπου κυριαρχεί ο ρομαντισμός και για τούτο ανθίζει περισσότερο η ποίηση και πολύ λιγότερο η πεζογραφία, ενώ αφιερώνει μεγάλο μέρος στη γλώσσα και στη διχοτόμηση της πεζογραφικής γενιάς, καθώς και στην ηθογραφία (ο συγγραφέας παραπέμπει στον ορισμό της από τον Π. Μουλλά, ενώ εγώ, με την ευκαιρία, πολύ ταπεινά, θα παραπέμψω συμπληρωματικά και στις αναφορές που έκανε για το θέμα η πρόωρα και ξαφνικά θανούσα Μάρη Θεοδοσοπούλου στην Εποχή 24/1/2016).

Ο Τάκης Καρβέλης κάνει κρίσεις για τους λογοτέχνες της εποχής, γράφοντας π.χ. για τον Σουρή ότι ανήκει σε αυτούς που δεν έχουν ιδιαίτερη ανησυχία για την ποιότητα της ποίησής τους και για τον Πολέμη ότι είναι ο ποιητής του κοινού γούστου, με αποτέλεσμα τη δυσαρμονία "ανάμεσα στο κοινό αίσθημα που θέλγεται από τη ρηχή ποίηση Σουρή, Πολέμη και δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις συντελούμενες αλλαγές στο χώρο της ποίησης (Παλαμάς, Σικελιανός)".

Συγκρίνοντας Δροσίνη με Παλαμά, υπογραμμίζει ότι "ο πρώτος δεν τόλμησε να καινοτομήσει όπως ο άλλος, δεν ριψοκινδύνευε σε εκφραστικά ανοίγματα".

Αφιερώνει μεγάλο μέρος στον Παπαδιαμάντη, στο έργο του οποίου κεντρικό ρόλο παίζει η μνήμη (συγκρίνοντας με τον Καρκαβίτσα όπου είναι η παρατήρηση, ενώ και για τους δύο γράφει ότι συνέβαλαν, μαζί με το Βιζυηνό, "στην απαγκίστρωση της πεζογραφίας από την ειδυλλιακή φάση για να περάσει στη ρεαλιστική"), ενώ επίσης γράφει για Μητσάκη, Καμπά, Κονδυλάκη, Βλαχογιάννη, Εφταλιώτη, Μωραϊτίδη, Πορφύρα, Χατζόπουλο και πολλούς άλλους. 

Ταγός της γενιάς του 1880 για τον Καρβέλη είναι ο Κωστής Παλαμάς, "πνεύμα ανήσυχο και αναζητητικό". Τον θεωρεί ως τον πιο αξιόλογο Έλληνα ποιητή και ηγέτη στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής και το άνοιγμα της ελληνικής λογοτεχνίας προς τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα.

Αξιολογώντας τη γενιά του 1880, ο Τάκης Καρβέλης γράφει ότι πρέπει να εκτιμηθεί η προσφορά και η δυναμική της. Η προσφορά της έχει σχέση με το άνοιγμα στην ευρωπαϊκή πνευματική παραγωγή, στη φιλοσοφία, στην επιστήμη και στη λογοτεχνία, καθώς και με το κίνημα του δημοτικισμού, έναν "δυναμογόνο μοχλό εναντίον της προγονοπληξίας και του λογιοτατισμού". Η δε δυναμική της εκτείνεται μέχρι το 1930, θεωρώντας ότι το ηθογραφικό διήγημα που καλλιέργησαν οι Θεοτόκης και Χατζόπουλος και ενθαρρύνθηκε από τη "σοσιαλιστική ιδεολογία", είχε και ως αρνητική συνέπεια την επιβράδυνση καλλιέργειας του μυθιστορηματικού είδους επικεντρωμένου στο αστικό περιβάλλον.

Αν και όχι ειδική στα θεωρητικά της φιλολογίας, καταθέτω τα παραπάνω στη μνήμη του Τάκη Καρβέλη, που έφυγε χθες στα 92 του χρόνια.

.................................................
Σημ. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να σημειώσω θετικά την ταχύτητα ενημέρωσης της βάσης Biblionet για τον θάνατο του Τάκη Καρβέλη (αν και, όμως, δεν είναι ενημερωμένη για όλο το έργο του, όπως συμβαίνει και σε πολλά άλλα λήμματα συγγραφέων). Επίσης, να παραπέμψω στο πολύ καλό σημείωμα για τον ποιητή που υπάρχει στον ιστότοπο της Παπαχαραλαμπείου Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπάκτου (ο Τάκης Καρβέλης καταγόταν από το Αιτωλικό).

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Τίποτα δεν χαρίζεται: ένας οδηγός ανάγνωσης ελληνικής λογοτεχνίας ή η Μάρω Δούκα αυτοβιογραφείται μιλώντας τρυφερά για τους άλλους




Ξημέρωσεν ο δείχτης πάλι Κυριακή.

Έτσι ξεκινά το κείμενό της για το Μανόλη Αναγνωστάκη η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο “Τίποτα δεν χαρίζεται”. Είναι στίχος από ποίημα του Αναγνωστάκη, του "ρομαντικού και ονειροπόλου", του "απόλυτου ταξιδευτή της σιωπής και της μοναξιάς", του αγαπημένου της ποιητή με τον οποίο αρχίζει και τελειώνει το βιβλίο. 

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα της συγγραφέα γραμμένα την περίοδο 1993 έως 2005, καθώς και σημερινά, με τα οποία μας εισάγει κάθε φορά στα παλαιότερα αυτά κείμενα. Στα νέα κείμενα αναφέρει στοιχεία από το ιστορικό για τη συγγραφή κάθε παλιότερου κειμένου που ακολουθεί, αναπτύσσει νέα θέματα, ενώ, και μέσα από μια ημερολογιακή καταγραφή,  μας θυμίζει γεγονότα και καταστάσεις της αντίστοιχης εκείνης περιόδου. Είναι εξαιρετικός ο τρόπος γραφής, τα νέα κείμενα εξίσου ενδιαφέροντα με τα παλαιά.

Φαντάζομαι φοιτητικές εργασίες να έχουν ως βάση τούτο το βιβλίο της Μάρως Δούκα μαζί με το προηγούμενό της “Ο πεζογράφος και το πιθάρι του”, και πρώτ' απ' όλα θα ήταν χρήσιμο ένα ευρετήριο των ονομάτων που ανθολογούνται. Γιατί, ναι, μπορεί να το θεωρήσει κανείς ως μια παρουσίαση Ελλήνων λογοτεχνών 19ου και 20ου αιώνα.

Τίποτα δεν χαρίζεται και βρίσκω πως ταιριάζει στο αγαπητικό κλίμα του βιβλίου. Μας μιλά με αγάπη για ανθρώπους που συνάντησε και γι’ αυτούς που κλήθηκε να μιλήσει ή να γράψει. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, ασφαλώς αφορά την ίδια, δικά της βιώματα και δικές της εμπειρίες, μπορεί όμως να αφορά και να αγγίζει τον καθένα μας, για τη στάση που έχουμε απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα. Αν και ήθελε, όπως είχε πει στην παρουσίαση στο πατάρι του Πατάκη, να δώσει τον τίτλο «Η αγάπη έχει πολλές ερωτήσεις», μια κουβέντα που είχε ακούσει από ένα μικρό αγόρι, ο τίτλος αυτός ταιριάζει νομίζω στο περιεχόμενο και στο ύφος των κειμένων, θα έλεγα και στο νόημα που θέλει να δώσει η συγγραφέας στις σχέσεις της με τους ανθρώπους που ανθολογεί.

Συχνές οι αναφορές της στη Τζένη και στο Γιάννη, φίλους της καλούς, στην ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη και στον ποιητή Γιάννη Κοντό που έφυγε νωρίς, πριν από σχεδόν δυο χρόνια. 




Η Μάρω Δούκα διαβάζει πολύ, και αυτό φαίνεται στα βιβλία της. Έχει άποψη για έλληνες και ξένους λογοτέχνες. Ένα μέρος αφιερώνει στα Σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ, το βιβλίο που τη σημάδεψε, όπως λέει, που της έδειξε την άλλη όψη του Νέου Κόσμου:

"...Τι είναι ο καπιταλισμός και η εσωτερική μετανάστευση, τι σημαίνει οικονομική κρίση και αγρότης που χάνει τη γη του, τι είναι τα δάνεια και η κατεστραμμένη σοδειά, ποιο είναι το Χρηματιστήριο, ποιο είναι το αφεντικό και τι φοβάται..." 



Πολλές οι αναφορές όχι μόνο στα πρόσωπα για τα οποία έγραψε το άρθρο ή την αφιερωματική ομιλία, αλλά και για πολλούς άλλους που αναφέρονται είτε σε εκείνα τα κείμενα ή στα ενδιάμεσα σημερινά. Γι' αυτό μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε αλλά και σε πολλούς από μας να διαβάσουμε για κάποιους λογοτέχνες που ίσως και να αγνοούσαμε (τυχαία ή και σκόπιμα κάποτε). Ομολογώ πως αρκετούς δεν έχω διαβάσει, ανάμεσά τους και τον Ανδρέα Φραγκιά αν και η Καγκελόπορτα μου είναι πολύ γνωστό έργο του, ήδη αγόρασα για αρχή το Άνθρωποι και σπίτια. Είναι σαν μια αποκάλυψη το κείμενο "Τιμώντας τη μνήμη του Αντρέα Φραγκιά". Και πώς δένει η ιστορία με τον ταχυδρόμο! Τόσο τρυφερή και τόσο ανθρώπινη, μου θύμισε τον ταχυδρόμου του Νερούδα. 

Γράφει ολόκληρα κείμενα ή κάνει αναφορές για τον Σολωμό, για τον Βιζυηνό, ολόκληρη πραγματεία για τον Βιζυηνό, για τον Ρίτσο - ο Ρίτσος δείχνει να βρίσκεται παντού στο έργο της, για τον Τσαρούχη, τον Τσίρκα, τον Ιωάννου, για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδίτη, το Δημήτρη Χατζή, τον Χριστόφορο Λιοντάκη, το Γιώργο Χειμωνά, για τον Καραγάτση, για τον Κώστα Ταχτσή ("περιπατητής θορυβώδης") και τον Άρη Αλεξάνδρου ("αναχωρητής στην πίκρα") και για τόσους άλλους!




Συνάντησε τον Τσαρούχη στο σπίτι του στο Μαρούσι. Μπροστά στον "Σκεπτόμενό" του. Του μίλησε για το μπλε στα έργα του, που το έχουν αντιγράψει λογής λογής. Την κέρασε μέλι με καρυδόψυχα. Η λουίζα άχνιζε στο λευκό φλυτζάνι...

Ολόκληρη η Ελλάδα, της είχε πει ο Ρίτσος, "η οσμή και το σώμα της, ζει και ανασαίνει και διαρκεί μέσα στη ζωγραφική του Τσαρούχη". 




Αποκαθιστά τη σχέση Αναγνωστάκη - Ρίτσου, που δεν ήταν και η καλύτερη ανάμεσα στον "ανανεωτικό" και τον "παραδοσιακό" αριστερό. "Αριστοκρατικός, πατρικός, ελεήμων και απόμακρος" ο Ρίτσος, "οικείος, καθημερινός, κοφτός έως και απότομος" ο Αναγνωστάκης, που όμως, στο τέλος, "έπιασαν τη χαμένη άκρη του ν(ο)ήματος".

Διαβάζοντας τις σκέψεις της, από ποιες αφετηρίες ξεκίνησε για να γράψει τα βιβλία της, ποια ήταν τα στοιχεία που την επηρέασαν, νιώθω πως θέλω να τα ξαναδιαβάσω, να δω και από μια ματιά που δεν είχα στην πρώτη, τόσο μακρινή πια, ανάγνωση. Όπως ας πούμε το “Εις τον πάτο της εικόνας”, με αφορμή το οποίο κάνει λόγο για «την ομαδική, διεστραμμένη στροφή της δεκαετίας από το σημαντικό στο ασήμαντο». Μήπως δεν είναι προφητικό; Μήπως δεν είναι αλήθεια; Βρίσκει την ευκαιρία να τοποθετηθεί με ειλικρίνεια και θάρρος για τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα της εποχής και κάνει λόγο για τη “λουσάτη Ελλάδα”. Και για τα πιστεύω της. Όπως η ηρωίδα στην "Αρχαία σκουριά": "Κι ευγνωμονούσα την τύχη μου που έγινα αριστερή. Αριστερή και σε μιαν άκρη, αντιμέτωπη με τους μικρούς θανάτους που με καραδοκούσαν από πάντα, τα σκιάχτρα που με φοβέριζαν..."

Στη μελέτη για τον Βιζυηνό, κάνει μια ενδιαφέρουσα συνοπτική καταγραφή των ιστορικών γεγονότων της εποχής, φτάνοντας στη χρονιά του θανάτου του, το 1896, για να μας θυμίσει ότι την ίδια χρονιά πεθαίνει ο Χαρίλαος Τρικούπης, ότι γίνονται απεργίες στο Λαύριο και ότι ο Γλάρος του Τσέχωφ που ανέβηκε στην Πετρούπολη σημείωσε παταγώδη αποτυχία.



Και πώς γράφει το ιστορικό μυθιστόρημα; Πώς συνομιλεί με την ιστορία, όπως της αρέσει να λέει, και τι σημαίνει ταξίδι στο παρελθόν; Με τις περιπλανήσεις μας στα περασμένα, γράφει, "δεν συντηρούμε μόνο την ιστορική μνήμη, αλλά και ξανακερδίζουμε, παρηγορημένοι, την πίστη μας στο παρόν και την ελπίδα μας στο μέλλον".

Αναφέρεται στο πώς έγραψε το Σκούφο από πορφύρα. Μάθημα γραφής. Ένα εξαιρετικό κείμενο, μάθημα δημιουργικής γραφής για εκκολαπτόμενους συγγραφείς (στο βαθμό, βέβαια, που δεχόμαστε ότι η συγγραφή διδάσκεται).



Δηλώνει πεζογράφος, κι όμως συνεχώς ανατρέχει στην ποίηση. Της αρέσει η ποίηση, της αρέσει αυτό το «ασταμάτητο πάρε δώσε με τις λέξεις» και μας θυμίζει κάποιους από τους ωραιότερους στίχους των ποιητών μας, γιατί "η ζωή μας ανθίζει και ευωδιάζει μόνο κάτω από τον ίσκιο των ποιητών που αγαπήσαμε". Ξεχωρίζει στίχους σαν κι αυτούς:

-ω πάντοτε αγαπήσαμε το παραπάνω της επιθυμίας- 
         (του Γιάννη Ρίτσου)

όλα ήταν λάθος, κι οι δρόμοι που πήραμε και τα λόγια που είπαμε...
        (του Τάσου Λειβαδίτη)

Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε
πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε. 
         (του Διον. Σολωμού)

Κι έτσι μπαίνει ο χρόνος στο ήσυχο βασίλεμά του
         (του ελληνολάτρη Γερμανού ποιητή Χέλντερλιν)

Είναι ωραία η αφήγηση της Μάρως Δούκα, η αναφορά στα προσωπικά της γούστα, στα αρέσει και αγαπώ της, στις συνήθειές της, στη μετάβασή της από τη γραφομηχανή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, στα του δικού της εαυτού, γιατί, όπως έλεγαν οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου τους οποίους μάλιστα επικαλείται,

«Μιλώντας για τον εαυτό σου και για μας μίλησες
μιλώντας αποκλειστικά για μας
δεν θα μιλούσες για κανένα...»

Και βέβαια, παντού η Κρήτη, παντού τα Χανιά, τα Χανιά των παιδικών της χρόνων και του σχολείου και τα Χανιά σήμερα, όπως τα χαίρεται κάθε καλοκαίρι. Και η Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης πάντα στις αναφορές και στις αγάπες της. 

Και το ΕΚΕΒΙ στις αναφορές της, στην ίδρυση και εξέλιξη του οποίου είχε σημαντική συμβολή. Και η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέροιας, από τις πρωτοπόρες δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας με την εντυπωσιακή ανάπτυξη. Γιατί διαβάζω ένα βιβλίο, αναρωτιέται. Και ποιος ο ρόλος μιας δημόσιας και δημοτικής βιβλιοθήκης; Σκοπός, γράφει, "δεν είναι μόνο η ικανοποίηση των αναγκών του αναγνώστη, αλλά και η διακριτική καθοδήγησή του, όπως επίσης και η συστηματική προσπάθεια για ανανέωση και διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού".

Τελειώνει με Αναγνωστάκη και με τον Ουρανό, τον ουτοπικό όπως τον χαρακτηρίζει. Νιώθω πως σ' αυτό το ποίημα κρύβεται και το δικό της όραμα, η δική της ουτοπία ίσως;

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
Ν' αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
Να τα συλλαβίσουμε μαζί
Να τα μετρήσουμε ένα ένα
Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν από δω ξυλοκόποι.


Επειδή αυτά που έχω σημειώσει και θα μπορούσα να καταγράψω είναι πολλά, θα ολοκληρώσω αυτήν εδώ την αναφορά μου για το βιβλίο της Μάρως Δούκα κάνοντας λόγο για ένα ιδιαίτερο κείμενο με τίτλο "Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία;". Θα έλεγα ότι είναι επίκαιρο (αρχή σχολικής χρονιάς) και θα συνιστούσα να το διαβάσουν τόσο μαθητές όσο και καθηγητές. Πρόκειται για την ομιλία που είχε κάνει σε μαθητές λυκείου τον Μάρτιο του 1996 καλεσμένη στα εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα από τον τότε διευθυντή Σταύρο Ζουμπουλάκη. Το κείμενο όλο είναι ένα μανιφέστο ανάγνωσης λογοτεχνίας, γραμμένο απλά, με λόγο που κυλά τρυφερά, με κατανόηση, με ύφος κατάλληλο για παιδιά στην εφηβεία, όχι ως ειδήμων και παντογνώστης, όχι με πρέπει και πώς, αλλά με σχόλια και απορίες που γεννούν όνειρα και σκέψεις. Όπως για την ποίηση με στίχους του Εμπειρίκου:

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ!

"Ποιητές και πεζογράφοι οι πρώτοι μου θεοί", λέει στα παιδιά. "Θα τους οφείλω τη γνώση ότι ο άνθρωπος είναι σε θέση να εμφυσήσει με την ανάσα του ζωή στο ανύπαρκτο...". 

Διαβάζω, συνεχίζει, σημαίνει "ανασυνθέτω το παρελθόν μου και αναρωτιέμαι για το μέλλον μου". Κι αυτό, λέει, θέλει ενεργητική συμμετοχή, θέλει προσπάθεια, έχει κανόνες, δεν είναι απλή ψυχαγωγία, δεν ξεμπλέκεις εύκολα. Όπως της έλεγε κάποτε ο βιβλιοθηκάριος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στα Χανιά, το βιβλίο θέλει σεργιάνι!

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ρέα Γαλανάκη – Μάρω Δούκα – Ιωάννα Καρυστιάνη: «Γεωγραφία» πνευματικών περιπλανήσεων με αφετηρία την Κέρκυρα



Μια ιστορική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα το τριήμερο 13-15 Νοεμβρίου 2015. Η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών και το Μουσείο Σολωμού οργάνωσαν ένα επιστημονικό συνέδριο, αφιερωμένο στις τρεις κορυφαίες σύγχρονες πεζογράφους μας, δίνοντας την ευκαιρία για ένα ζεστό συναπάντημα στο νησί της Καλυψούς, αλλά και νησί του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, του Μάρκου Ζαβιτσιάνου, του Νικόλαου Μάντζαρου, του Ευγένιου Βουλγάρεως, των μηχανικών Χρόνη και Παρμεζάν, της Ιονίου Πολιτείας, το νησί που διάλεξαν οι κορυφαίοι μας ποιητές Διονύσιος Σολωμός και Ανδρέας Κάλβος να περάσουν μεγάλο μέρος της ζωής τους, το νησί των φιλαρμονικών, της μουσικής, του πολιτισμού.


Ήταν ένα πολύ σφιχτό, καλά οργανωμένο συνέδριο με πολλές και πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις από ομιλητές που ήρθαν από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από τα Πανεπιστήμια της Κρήτης και της Αθήνας, από το Ιόνιο, το Αριστοτέλειο, το Δημοκρίτειο, αλλά και από το Πανεπιστήμιο του Κιέλου της Γερμανίας, από το Σύλλογο Φιλολόγων Χανίων κτλ κτλ. Το πρόγραμμα μπορεί να βρεθεί εδώ: http://www.ionio.gr/central/download.php?f=07000-07999/IU-nf-07612-88421-gr.pdf).

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία να έχουμε μαζί τις Ρέα Γαλανάκη, Μάρω Δούκα και Ιωάννα Καρυστιάνη. Ακούγοντάς τις στο στρογγυλό τραπέζι την Κυριακή το μεσημέρι να ξεδιπλώνουν τις σκέψεις τους, γιατί γράφουν, πώς ξεκίνησαν, πώς βλέπουν τον κόσμο, ο νους μου πήγαινε στα έργα τους, στα σημεία εκείνα που με είχαν αγγίξει ιδιαίτερα.




Από την  Κρήτη και οι τρεις, η Κρήτη είναι παντού, στο έργο τους, στον τρόπο που σκέφτονται, που βλέπουν τη ζωή. Ήταν συγκινητικό όταν η Καρυστιάνη μετέφερε τις εικόνες του γενέθλιου τόπου σε άλλους τόπους που αγαπά, όταν έδεσε τα Χανιά με τη Σκιάθο κι ας μην έχει πάει ποτέ όπως είπε κι όταν αναφέρθηκε στης Χαλέπας τις αυλές με τα γιασεμιά που της θυμίζει η Άνδρος. Ήταν ενδιαφέρον όταν η Γαλανάκη όρισε τη λογοτεχνία ως σπουδή στην παραβίαση των ορίων. Και ήταν σημαντικό όταν η Δούκα είπε, ότι συνομιλώντας με την ιστορία, προσπαθεί να την εξανθρωπίσει, να την ενσωματώσει στην καθημερινή πράξη.

Προσωπικά, και για τις τρεις πεζογράφους μας, έχω θαυμασμό και εκτίμηση στο έργο τους. Αν μου ζητούσαν να ξεχωρίσω ένα, θα ήταν σίγουρα δύσκολο, θα μπορούσα όμως να προτείνω από τη Γαλανάκη το "Θα υπογράφω Λουί", από τη Δούκα το "Έλα να πούμε ψέματα", από την Καρυστιάνη το "Μικρά Αγγλία".

Βέβαια, το "Ελένη ή ο Κανένας", το πρώτο της Γαλανάκη που διάβασα,  ήταν μια αποκάλυψη, όπως και το "Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά" ήταν μια δυνατή ιστορία, δεμένη με την ιστορία και τη μοίρα της Κρήτης. Το "Αθώοι και φταίχτες" της Δούκα, πέρα από τις νοσταλγικές, για μένα, εικόνες της κοινής μας γενέτειρας πόλης, έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα των Τουρκοκρητικών και της συμβίωσης τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την Ένωση. Ενώ με το δεύτερο της τριλογίας της, "το Δίκιο είναι ζόρικο πολύ", αποκάλυψε το ρόλο των Άγγλων και των ντόπιων φίλων τους στην παράταση παραμονής των Γερμανών στη Δυτική Κρήτη,  συνομιλώντας πάντα με την ιστορία και με τους ανθρώπους, πραγματικούς ή επινοημένους, που την γράφουν. Στην Καρυστιάνη, θα πρέπει να πω ότι το "Σουέλ" με εντυπωσίασε για το θέμα και τις λεπτομέρειες που το περιγράφουν, αλλά και για τις εκπλήξεις που επιφυλάσσει  στον αναγνώστη στην εξέλιξη της ιστορίας, ενώ τα "Σακιά" είναι δυνατό έως υποβλητικό, βάζοντας την αναγνώστρια στη θέση της ηρωίδας.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, αλλά επίσης ελπιδοφόρες και συγκινητικές ήταν οι παρουσίες των νέων που συμμετείχαν στο συνέδριο, παρουσιάζοντας πρωτότυπες αναλύσεις για το έργο των τριών πεζογράφων μας.



Οι χώροι του Μουσείου Σολωμού όπου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο ήταν μικροί για τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις, ήθελαν όμως οι οργανωτές να γίνουν στο σπίτι του μεγάλου ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Αξίζει μια επίσκεψη στο Μουσείο αυτό. Περιδιαβαίνοντας τις αίθουσες με τους πίνακες και με τις προθήκες με το ιστορικής αξίας αρχειακό και βιβλιακό υλικό που εκτίθεται, δεν έχω παρά να σκεφτώ πόσο σημαντικό ρόλο στα ελληνικά γράμματα, στην εκπαίδευση αλλά και στην επιστήμη έπαιξαν τα Επτάνησα και μάλιστα η Κέρκυρα και μάλιστα η Ιόνιος Ακαδημία, αλλά και γενικότερα οι θεσμοί και οι άνθρωποι που έζησαν και έδρασαν στο νησί.





Βέβαια, δεν μπορώ να μην αναλογιστώ και τους "μοναχικούς μαυροντυμένους περιπατητές της Κέρκυρας", μαζί τον Κάλβο και το Σολωμό, που, όπως περιγράφει ο Σωκράτης Καψάσκης, δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα όλα τα χρόνια που ζούσαν στο νησί (και ήταν πολλά αυτά τα χρόνια).

Ας έρθω στο σήμερα όμως, για ν' αναφερθώ στη συνέχεια της παράδοσης πολιτισμού στην Κέρκυρα. Και θα σταθώ μόνο στο εξαιρετικό λογοτεχνικό περιοδικό "Πόρφυρας", βασικοί συντελεστές του οποίου είναι οι κ. Παγκράτης και Κονιδάρης, Πρόεδρος και Γραμματέας της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών. Και να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο ποίημα του Διονυσίου Σολωμού (το έγραψε μετά το περιστατικό στην Κέρκυρα, όπου ένας πόρφυρας - καρχαρίας - κατασπάραξε έναν Άγγλο στρατιώτη):

«Φιλώ τα χέρια μ' και γλυκά το στήθος μ' αγκαλιάζω.
Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»

Αλλά, δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στον Κερκυραίο ποιητή Ορέστη Αλεξάκη, που έφυγε πριν λίγους μήνες:

"...
ας προχωρήσομε
ανοίγοντας ένα φεγγίτη στην κατάκλειστη κάμαρα
ανάβοντας ένα καντήλι στο αφάλι του μεσονυχτιού
σκάβοντας μια σήραγγα πίστης μέχρι το εύφλεκτο
κοίτασμα
πυρπολώντας τον έγκλειστο ορίζοντα με μιαν έκρηξη
ελπίδας
ας προχωρήσαμε λοιπόν - ας προχωρήσομε
ρ υ μ ο υ λ κ ώ ν τ α ς  τ η ν  Ε ξ ο δ ο  π ρ ο ς  τ α  τ ε ί χ η".

(Απόσπασμα από το ποίημα "Οι Κόνδορες", Πηγή: http://poema.gr/dokimio.php?id=300&pid=29)

Επιστρέφοντας στην αρχή, ήταν όντως το ίδιο το Συνέδριο μια συνάντηση περιπλανήσεων, αλλά και μένα, μου δόθηκε πάλι αφορμή δικών μου περιπλανήσεων σε τόπους, σε πρόσωπα, σε καιρούς και σε έργα ανθρώπων.


Όπως, όταν κοιτάζεις από το παράθυρο του Μουσείου Σολωμού τη θάλασσα ν' απλώνεται μπροστά σου και το νησάκι του Βίδο απέναντι, κι αφήνεις τη σκέψη ελεύθερη να σε ταξιδέψει... Όπως μας ταξιδεύουν η Γαλανάκη, η Δούκα και η Καρυστιάνη με το λόγο τους, που, είτε είναι λόγος νοσταλγικός ή αγαπητικός ή συνομιλία ή παραβίαση ορίων, είναι όμως λόγος ανθρώπινος και  λόγος ανθρωπιάς.