Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηδάκις Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζηδάκις Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Κούνδουρος: "ένας εικονολάτρης, που αγάπησε την αναπαράσταση της ζωής πιο πολύ από τη ζωή". Εις μνήμην!


Δεν είναι όνειρο το χθεσινό φευγιό του Νίκου Κούνδουρου. Είναι μια πραγματικότητα, είναι η φυσική κατάληξη του βίου μετά από εννιά γεμάτες δεκαετίες. Κι εμείς θα τον θυμόμαστε με αγάπη και δέος, φέρνοντας στο νου τις εικόνες από τη Μαγική πόλη, το Δράκο, τις Μικρές Αφροδίτες, φέρνοντας στο νου την ίδια την εικόνα του, την εικόνα ενός πολύ ωραίου άντρα, ατίθασου στη μορφή και ντόμπρου στο λόγο, επιδεικνύοντας περήφανα τις αρετές της κρητικής καταγωγής του, τα Σφακιά από τη μια και το Λασίθι από την άλλη.

Ξεφύλλισα το αυτοβιογραφικό του βιβλίο "Ονειρεύτηκα πως πέθανα" (Ίκαρος, 2009) για να θυμηθώ και να ξανανιώσω την ομορφιά από εκείνο το χειμαρρώδη λόγο, όταν αφηγείται τη ζωή του και μαζί τη ζωή άλλων ανθρώπων που ήταν κοντά του αγαπημένοι ή που στο διάβα των τόσων χρόνων άκουσε γι' αυτούς. "Η μνήμη μου ακολουθά τις κατακερματισμένες εικόνες που οροθετούν τη δικιά μου ζωή μέσα στη ζωή των άλλων". Αφήγηση πότε σε πρώτο και πότε σε τρίτο πρόσωπο, πότε να μιλά για τα μικράτα του, για τις γιαγιάδες που του΄λεγαν ιστορίες και παραμύθια, πότε για τα χρόνια της αντίστασης, του εμφυλίου και της εξορίας, πότε για το Μάη του '68, πότε για τον Μάνο τον παντοτινό του φίλο και πότε για τα έργα του, γιατί όπως λέει ο ίδιος, "δεν βρήκα άλλο τρόπο να μιλήσω για τις ατελείωτες ιστορίες του νου μου, μισές αλήθειες και μισές ψέματα".

Ξεκινώντας να περιδιαβαίνω τις σελίδες με τις ατέλειωτες ιστορίες του νου, αλήθειες ή ψέματα δεν ξέρω, αλήθειες θαρρώ, βρίσκομαι πότε στην Κρήτη στο Λασίθι, απ' όπου η μάνα του η Πόπη, η καλόσυρη, γιατί τράβαγε από καλή οικογένεια, πότε στα Σφακιά απ' όπου ο πατέρας του, γνωστή και σπουδαία φαμελιά οι Κούνδουροι, και πότε στην Αθήνα όπου γεννήθηκε κι έζησε, μα και στο Παρίσι, στην Ανκόνα, στη Μόσχα... Λίγες αναφορές θα κάνω μόνο, στη μνήμη του, είναι τόσα πολλά αυτά που λέει, τόσοι πολλοί αυτοί που  έρχονται στο νου του.

Πώς χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του; Είναι, λέει, "ένας αγράμματος, ένας πλαστογράφος, ένας εικονολάτρης, που αγάπησε την αναπαράσταση της ζωής πιο πολύ από τη ζωή"!

Κι όμως, την αγάπησε την πραγματική ζωή ο Κούνδουρος και αγωνίστηκε γι' αυτήν. Και αυτά μας περιγράφει σε τούτο το βιβλίο, και πώς, νεαρό παιδί 18 χρονών, έζησε το θανατικό των δεκεμβριανών, πώς τραυματίστηκε και χάθηκε από τη μάνα του που τον είχε για πεθαμένο πολύ καιρό, πώς τον βρήκαν σ' ένα νοσοκομείο.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά τα λίγα που θα μεταφέρω εδώ. Κι ας ξεκινήσουμε με τον μεγάλο του έρωτα την Κρήτη. Παντού η Κρήτη, οι τόποι και οι άνθρωποί της, οι ιστορίες και οι αγώνες τους. Και η φύση της Κρήτης, ο έροντας, και μου θύμισε τον πατέρα μου, κι εκείνος γεννημένος το 1926, που έλεγε για τους εροντεμένους...

"Δίκταμο ή έροντας ή σταθάρι. Τσάι κρητικό, φυτρώνει μόνο στις σχισμάδες και στα κακοτράχαλα βουνά της Κρήτης. Έχει δεκαεφτά ονόματα για δεκαεφτά αρρώστιες. Θεραπεύει άμα το βράσεις, μα και μονάχα να το ζεματίσεις με καυτό νερό...Διώχνει τις κακές αρρώστιες και δίνει κουράγιο στους γέρους και ζωή στους λαβωμένους. Μόνο που θέλει κόπο και κουράγιο και κίνδυνο να το μαζώξεις από τις άγριες σχισμάδες και τα βράχια του Ψηλορείτη. Στον πόλεμο η μάνα μαζί με το σταυρό που κρέμαγε στο λαιμό του άντρα ή του γιου έραβε σ' ένα σακουλάκι κοπανιστό δίκταμο, βάλσαμο για τις πληγές κι ευχή της μάνας για τον πολεμιστή, ξόρκι για κάθε λογής κακό ..."

Δίκταμος ή έροντας ή σταθάρι, βάλσαμο για τις ψυχές...
Κι ύστερα, οι Γερμανοί στην Κρήτη, οι Ιταλοί στο Λασίθι, η αντίσταση, οι προδότες, ο εμφύλιος (ποιος είπε ότι δεν υπήρξε και στην Κρήτη), οι Μπαντουβάδες ο φόβος και ο τρόμος στην Ανατολική Κρήτη, η εκτέλεση του καπετάν Ποδιά και όσα ακολούθησαν στο Ηράκλειο και η συνέχεια με τη νεαρή γυναίκα του Ποδιά και το μωρό στην αγκαλιά. Γυρίζει ξανά και ξανά στα ίδια αυτά θέματα, θυμάται τις γιαγιάδες που τούλεγαν τις ιστορίες από κείνα τα χρόνια με το νι και με το σίγμα, κι εμένα μούρχονται στο νου τα δυο τελευταία μυθιστορήματα της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" κι "Έλα να πούμε ψέματα". 

Και πάμε στο Δεκέμβρη του '44 στην Αθήνα, "στην αρχή του μεγάλου λάθους". Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τι έγινε, Χημείο, Νομική, Πολυτεχνείο, τι έκανε ο ίδιος, νεαρός Επονίτης, που παρά τα μόλις δεκαοχτώ του χρόνια συμμετείχε ενεργά στα γεγονότα εκείνα.

Κλεισμένοι στο Πολυτεχνείο οι νέοι, "τα παιδιά με τα τουφέκια", οδοφράγματα γύρω στην Πατησίων, κόσμος πολύς στους δρόμους, νεκροί, πολλοί νεκροί, "ποιοι αψήφισαν τόσο λαό μαζεμένο;" αναλογίζεται. Κι η Πατησίων σιγά σιγά σωπαίνει. Και "απέναντι, το σκοτεινό κτίριο της Casa d' Italia φάνταζε σιωπηλό κι απειλητικό, κατοικημένο από τα φαντάσματα των Γερμανών και κάμποσους Έλληνες δικούς τους  - πόσοι να 'ταν άραγε; - που περιμένανε να καταλαγιάσει η οργή του κόσμου για να παζαρέψουν με το καινούριο κράτος τη ζωή τους".

Προβληματίζεται όμως:

"Το δεκαοχτάχρονο μυαλό μου το τυραννούσαν ερωτήματα χωρίς απάντηση. Ποιοι είναι αυτοί, ποιοι είμαστε εμείς, ποιος είμαι εγώ."

Αφιερώνει πολλές σελίδες στα δεκεμβριανά, και στην αιχμαλωσία του. "Τι σόι αιχμάλωτος ήμουνα, ποιος ήταν ο εχθρός μου, πού έγινε πόλεμος και γιατί ήτανε αιχμάλωτος τούτος ο λαός που σπρωχνότανε τώρα να χωρέσει στο μεγάλο τολ στις ρίζες του Υμηττού..."

Και η συγκινητική αναφορά στον Ισίδωρο, το γιο της θυρωρίνας, τον συμμαθητή του από το δημοτικό, αιχμάλωτος κι αυτός, που ξεψύχισε μπροστά του από τις σφαίρες των άλλων όταν προσπάθησαν ν' αποδράσουν, νεαρά παιδιά μα τόλεγε η ψυχούλα τους. Κι εκείνος λαβώθηκε, ζωντανός ή πεθαμένος δεν μπορούσε να καταλάβει, "πέθανα ξανασκέφτηκα κι αφέθηκα καθησυχασμένος, ό,τι ήτανε να γίνει έχει γίνει".

Και συνεχής ο καημός του για το μακελειό εκείνο:

"Έχω σκεφτεί τόσες φορές αυτή την ιστορία, μια τόση δα ιστορία είναι, ένα τίποτα λέω, μα τότε δεν ήξερα πως μόλις είχε αρχίσει το μακελειό που θα χώριζε τους Έλληνες στα δυο. Τους καλούς και τους κακούς. Κι εγώ χρεώθηκα με τους κακούς και με τους κακούς θα τελειώσω την υπόλοιπη ζωή που μου μένει να ζήσω."

Και την ίδια χρονιά στην Κρήτη, καλοκαίρι του 1944, Αύγουστος ήταν που πιάσανε το θείο του, αδελφό του πατέρα του, το γνωστό δικηγόρο Ρούσσο Κούνδουρο, τον πήγανε στην Αγιά για εκτέλεση, λένε πως δεν έφτασε καν να σταθεί όρθιος στο απόσπασμα, τον σκότωσαν μέσα στο καμιόνι που τον μετέφερε. Εκεί στην Αγιά εκτέλεσαν τόσους και τόσους πατριώτες, εκεί εκτελέστηκε και λίγες μέρες μετά, στα μέσα του Σεπτέμβρη του '44 ο 17χρονος Επονίτης Στέφανος Σκαράκης (μέρα ίδρυσης της ΕΠΟΝ η σημερινή, 23 Φλεβάρη 1943). Τελειώνοντας την ιστορία για το Ρούσσο Κούνδουρο ο γέρος με τη μαγκούρα, του λέει:

"... Δυο κουβέντες ακόμη, ο ήρωας ο μπάρμπας σου ο Ρούσσος ήτονε δικηγόρος και λέω πως όπλο δεν εκράτησε ποτές του."

Και τα χρόνια περνούν. Τον κυνηγούν το '48 και κρύβεται σ' ενα παλιό σπίτι στο Ηράκλειο. Κι ύστερα, από τον ίδιο χρόνο στη Μακρόνησο, ο ξεσηκωμός και το φονικό το Μάρτη του '49, ο Σκαλούμπακας κι ο Βασιλόπουλος, το κουβάλημα της πέτρας, η επίσκεψη των ξένων.

Στη Μακρόνησο με το Θανάση Βέγγο (Πηγή)
Μάρτης του '52, οι εκτελέσεις του Μπελογιάννη και των άλλων. Κι όμως,

"Ο Μπελογιάννης. ο Αργυριάδης και ο Μπάτσης δεν ήταν αντάρτες των βουνών. Σπουδαγμένοι, γραμματιζούμενοι, μέλη κι αυτοί μιας κοινωνίας που θα έστηνε στην Ευρώπη τη νέα τάξη πραγμάτων, δημοκρατική ή ψευτοδημοκρατική κατά περίπτωση".

Πολλά τα θέματα, το είπα από την αρχή. Για τον Αναγνωστάκη και τον Βαγενά, για την ποίηση, για τον Τσιτσάνη, για τα στέκια Λουμίδη και Απότσου, για τον Ελύτη και το Σαμαράκη, για το Βασίλη Διαμαντόπουλο στη δικατορία, για τον Τσε, για τον Γιώργο Γραμματικάκη, για τον Γ. Βακιρτζή το ζωγράφο. Θαύμαζε τον Γιώργο Βακιρτζή, ή καλύτερα τον συνάρπαζε. "Στέκεις με δέος μπροστά στα ζωγραφίσματά του, μπροστά στον φοβερό όγκο από εικόνες... Γιατί οι κόσμοι του Βακιρτζή είναι και δικοί μου κόσμοι. Ο Βακιρζτής τους κατάγραψε, αυτό είναι όλο".


Γ. Βακιρτζή, Η απελευθέρωση των Ελλήνων 1944-45 (Πηγή)

Μιλά πολύ για το Μάη του '68 στο Παρίσι, ήταν κι αυτός εκεί. "Κι εμείς κουβαλούσαμε την ντροπή της χωρίς αντίσταση ήττας μας και κοιτάζαμε με ζήλια τους Γάλλους να σηκώνουν την επανάστασή τους απέναντι σε μια αυταρχική αλλά νόμιμη και δημοκρατική εξουσία." Συνεχίζει όμως: "Η γενιά του Μάη δε γνώρισε τον πόλεμο και τις δυστυχίες του και περιορίστηκε να καταγγείλει την κοινωνία της ευημερίας για τις ανισότητές της. Και τους διανοούμενους κάθε λογής για την επηρμένη απομόνωσή τους στους γυάλινους κόσμους της προσωπικής τους φιλαρέσκειας."

Και ύστερα το Πολυτεχνείο του '73, τότε που οι ξεσηκωμένοι φοιτητές "θέλουν να τινάξουν στον αέρα την κοινωνία των πατεράδων τους."

Πολλές σελίδες αφιερώνει στο Μάνο Χατζηδάκι, στη φιλία τους, στις μανάδες τους που τελικά τις έθαψαν δίπλα δίπλα, στην αγάπη του γι' αυτόν "είμαι τυχερός που ήσουνα εσύ ο παιδικός μου φίλους" του ΄γραφε, στην πίκρα του Μάνου "από την αδυναμία μας να βρούμε ένα κοινό σημείο αναφοράς στις περιπέτειες που ταράζουν τη φιλία μας", όπως του 'γραφε ο Μάνος σ' ένα του γράμμα. Τον αγαπούσε το Χατζηδάκι ο Κούνδουρος, ένα χρόνο διαφορά είχαν, "αλλά εκείνος ήταν διακόσια χρόνια πιο μεγάλος". Νιώθω αγάπη και τρυφερότητα στην περιγραφή που κάνει για τον φίλο του το Μάνο:

"Ήταν αγωνιστής ήταν ηρωικός μα τίποτα δεν έμοιαζε πάνω του ηρωικό. Παχουλός, κουτσοδόντης, νωθρός, ξενύχτης, φλύαρος, ήταν όλα αυτά τα καθημερινά, κι έπρεπε να θες να δεις πως δεν ήταν τίποτα απ' όλα αυτά, ούτε νωθρός, ούτε ξενύχτης, ούτε φλύαρος, ούτε καν παχουλός. Ήταν ένα θηρίο..."



Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν, τ' ομολογεί ο ίδιος εξάλλου, ανυπότακτος και ονειροπόλος, κληρονόμος των ατέλειωτων παραμυθιών των Σφακιανών παππούδων.

Έγραφε σ' ένα γράμμα του στο Χατζηδάκι:

"Θέλω να διατηρήσω μέχρι το τέλος το δικαίωμα να είμαι με τους άλλους, να ουρλιάζω στα πεζοδρόμια, να είμαι αυτό που ήμουνα, ο φοιτητής με τη γροθιά σηκωμένη στον ουρανό απειλητικά..."

Και τελειώνει το συναξάρι της ζωής του, πρωταπριλιά του 2009, με την κουβέντα της μάνας του:

"Ζήστε για να μας θυμάστε".

Καλό του ταξίδι!

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Μέρες ραδιοφώνου!



Μέρα ραδιοφώνου η σημερινή. Γλυκύτητα μας φέρνει η σκέψη του ραδιοφώνου. Και μια νοσταλγία για προηγούμενα χρόνια, για ακούσματα που ξεχωρίσαμε και για φωνές που ακόμη θυμόμαστε. Ακόμη έχω το καλώδιο με το ακουστικό για το τρανζιστοράκι που είχα για ν' ακούω μόνη μου, αργά το βράδυ (αργά για εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του '60) το θέατρο στο ραδιόφωνο χωρίς να ενοχλώ.

Και θυμάμαι τις εκπομπές της θείας Λένας (ένα δείγμα εκπομπής εδώ, ενώ αξίζει να πάμε πίσω σ' εκείνα τα χρόνια και μέσα από την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη), θυμάμαι τα ραδιοφωνικά σήριαλ "Το σπίτι των ανέμων" (με τους Αφροδίτη Γρηγοριάδου ως Τζοάνα και Βύρωνα Πάλλη ως Λαμπίρη) και το "Πικρή μικρή μου αγάπη" με τους Στέφανο Ληναίο και Έλλη Φωτίου σε σενάριο του Βαγγέλη Γκούφα που απεβίωσε πρόσφατα), 

Από τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι νοσταλγικά τις εκλογές στο ραδιόφωνο! Ο πατέρας μου ξενυχτούσε το βράδυ των εκλογών ακούγοντας τα αποτελέσματα, χωριό το χωριό, και σημείωνε στα ψηφοδέλτια που είχε για χαρτιά όσα αποτελέσματα τον ενδιέφεραν!

Θυμάμαι αργότερα, μεγαλώνοντας, εκπομπές συγκεκριμένων παραγωγών που δεν έχανα, όπως ήταν οι εκπομπές της Ρηνιώς Παπανικόλα και της Μαριάννας Κορομηλά. Από τη Ρηνιώ Παπανικόλα θυμάμαι την ιδιαίτερη φωνή και την ποιότητα στις μουσικές εκπομπές της. Η φωνή της ακούγεται και στη ραδιοφωνική μεταφορά του μυθιστορήματος «Το τρίρο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή που μεταδόθηκε σε 78 συνέχειες από το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ το 1979 (ένα επεισόδιο εδώ, δυστυχώς δεν βρήκα να υπάρχει πλήρης διαδικτυακή πρόσβαση στο αρχείο του ραδιοφώνου της ΕΡΤ).  Για τη Ρηνιώ Παπανικόλα έχουν πολύ ενδιαφέρον τα αφιερώματα στο musicpaper.gr και στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου.

Είχε δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή "Μπλε" που κυκλοφόρησε σε CD το 2003 με μουσική του Μιχάλη Γρηγορίου και ερμηνεία των Μαρίας Φαραντούρη, Σαβίνας Γιαννάτου και Τάση Χριστογιαννόπουλου. Στο παρακάτω βίντεο, η Φαραντούρη τραγουδά το "Μάτια ολοκαυτώματα". Από το βιβλιαράκι που συνοδεύει το CD, αντιγράφω μέρος από ένα άλλο ποίημα, το "Κάθε μεσημέρι":

Κάθε μεσημέρι φεύγω απ' τους ανθρώπους
και ψάχνω σε λιβάδια σκιερά
κάτω σπ' τα πλατάνια.

Ψάχνοντας το νερό που σε καθρεφτίζει
πηγάδια με νερό δροσερό
όπως στις παιδικές μας ηλικίες.
..................................




Για την Κορομηλά θυμάμαι με πόση λαχτάρα περίμενα ν' ακούσω τις αφηγήσεις της από τα ταξίδια που έκανε στους ελληνικούς τόπους (στην Ελλάδα, αλλά και όπου υπάρχουν ή υπήρξαν ελληνικά στοιχεία, Τουρκία, Συρία κ.ά. Έχω γράψει με αφορμή την καταστροφή της Παλμύρας, έχω διαβάσει τα βιβλία της και πραγματικά αξίζει να ταξιδέψει κανείς στο παρελθόν και το παρόν των τόπων αυτών μέσα από τα λόγια της. Τα παρακάτω βίντεο είναι από εκπομπές στο Α' πρόγραμμα της ΕΡΤ του 1988 και του 1985 αντίστοιχα,  αφιερωμένες στα Ηπειρώτικα γεφύρια (και στον Σπύρο Μαντά για τον οποίο έχω γράψει παλαιότερα με αφορμή το γεφύρι της Πλάκας).







Θυμάμαι εκπομπές του Μάνου Χατζηδάκι στο τρίτο Πρόγραμμα και τα σχόλιά του που μπορεί κανείς να διαβάσει στο βιβλίο "Τα σχόλια του Τρίτου" (Εξάντας, 1980). Δυστυχώς έχει εξαντληθεί, όμως αξίζει να το αναζητήσει κανείς, τα περιεχόμενα είναι εδώ, το βιβλίο συνοδευτόταν και με ένα CD με τα κείμενα: Το πρόσωπο του τέρατος κι o φόβος μήπως το συνηθίσουμε, Ο λαχειοπώλης τ' ουρανού και Όταν ελευθερωθούμε από τη δυναστεία των τεχνών και από τη δυστυχία των καλλιτεχνών. Γράφει το 1978 ο Χατζηδάκις για το Τρίτο:

"Είναι το Τρίτο, θάλεγα:
Σαν αγορά υποδημάτων για παιδιά, που ακόμη δεν 
     έχουν ενηλικιωθεί.
Είναι  σαν σμήνος πελαργών  ή μελαγχολικών περιστε-
     ριών.
Σαν ακροβάτες που κινούνται σε φανταστικά σκοινιά.
Σαν κέντημα γριάς από την Κρήτη.
Είναι φωταγωγός
     Φωτός αγωγός
       Προαγωγός
         Άρχων
          Εξάρχων
            Ιδαλγός
Και όπως θάλεγεν ο Σουρής επιτυχώς:
     Το Τρίτο τους ελέφαντες διώκει
     Και τιμήν επιδιώκει..."

Αλήθεια, κεντά σήμερα το Τρίτο; 




Βέβαια, οι θύμισες δεν σταματούν σε τούτα τα ονόματα και οι τωρινές προτιμήσεις δεν είναι λίγες, όχι μόνο από τα ραδιόφωνα της ΕΡΤ, αλλά και άλλων σταθμών. Για να αποφύγω το λάθος να παραλείψω κάποιους, θα κάνω μνεία μόνο στο Γιώργο Ξυλούρη που έφυγε ξαφνικά πέρυσι και άφησε, χωρίς υπερβολή, ένα μεγάλο κενό στο είδος των μουσικών εκπομπών που έκανε.

Θυμάμαι κι άλλα ραδιοφωνικά. Όταν βρέθηκα στο Λονδίνο για ένα χρόνο και κάτι, την περίοδο 1991-1992, το ραδιόφωνο μου κρατούσε συντροφιά τις ώρες που ήμουν στο σπίτι. Θυμάμαι άκουγα έναν λονδρέζικο σταθμό, νομίζω λεγόταν Easy listening radio, πάντως από το σταθμό αυτό όχι μόνο άκουγα πολύ όμορφα τραγούδια (του γούστου μου), αλλά και είχα γράψει άπειρες κασέτες που ακόμη τις έχω και τις ακούω. Άκουγα επίσης τον ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό, το London Greek Radio, (θυμάμαι εκείνο το ... παχύ LGR). Ο σταθμός αυτός είχε συχνότερη σύνδεση με την Κύπρο και μου δημιούργησε μια απορία που από τότε δεν έχω καταφέρει να ξεδιαλύνω. Είχε κάθε πρωί, στις 9.15 αν θυμάμαι καλά, τις αστρολογικές προβλέψεις της ημέρας, οι οποίες μεταδίδονταν με απευθείας τηλεφωνική επικοινωνία με τη Λευκωσία! Είχα λοιπόν πάντα την απορία, ως εντελώς ανίδεη, αν τα άστρα επιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη... (Εσείς τι λέτε αλήθεα;)

Άκουσα χθες βράδυ στην εκπομπή του Γιάννη Τζουανόπουλου στο Δεύτερο (εκπομπή που κάνει εδώ και 26 χρόνια για τον απόδημο ελληνισμό) ένα τραγούδι από τον Βασίλη Γισδάκη (ήταν καλεσμένος του) σε στίχους Αγαθής Δημητρούκα και μουσική Γιώργου Φιλιππάκη (των "Χάνομαι γιατί ρεμβάζω"). Είναι το τραγούδι "Για την κυρά - Γεωργία". Ομολογώ δεν το γνώριζα. Απολαύστε το!







Πού ’ν’ αυτά τα σπίτια,
που ’χαν τις αυλές
και φτερούγιζαν σπουργίτια
σ’ ανεμόσκαλες;

Στα παράθυρά τους
κρέμονταν παιδιά,
που κεντούσαν τα φτερά τους
με τραγούδι κι ευωδιά.
....................................

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Μάνος Χατζηδάκις ο Ευρωπαίος, «άνευ φόβου και άνευ πάθους»



 
Άνευ φόβου και άνευ πάθους αντιμετώπιζε ο Μάνος Χατζηδάκις την ενοποιημένη κουλτούρα της Ευρώπης. «Δεν μας τρομάζει απ’ τη στιγμή που μας περιέχει», απάντησε σε σχετικό ερώτημα Γαλλίδας δημοσιογράφου.

Είχε ζητηθεί από τον Μάνο Χατζηδάκι, την ημέρα που υπογραφόταν στο Ζάππειο η ένταξή της Ελλάδας στην ΕΟΚ (28 Μαίου 1979) να δώσει συνέντευξη σε ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.

Μίλησε για πολλά, για την Αθήνα και τους εσωτερικούς μετανάστες, για τα μπουζούκια, για τα καλά και τα κακά που μας εκπροσωπούν,  για την καλοζωία «χωρίς περιεχόμενο και ευτελούς αισθητικής» που βασίζεται «περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση», για την αβεβαιότητά μας για το μέλλον και το νεοκλασικό μας πάθος (που τα χαρακτηρίζει ωραία γιατί μας προσδίδουν νεότητα), για αυτά που ελκύουν τους Ευρωπαίους και που δεν είναι «το νεοελληνικό μας πνεύμα ή τα γραφτά των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων...», για την «γεροντολατρεία» μας και για την «παραδημοσιογραφία» που «υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται».

Παρουσίασε τη συνέντευξη στην εκπομπή του «Σχόλια» στο Τρίτο Πρόγραμμα, την Κυριακή 15 Ιουλίου 1979, μιας και όπως είπε, δεν βρήκαν τις απαντήσεις του ευχάριστες για να τις μεταδώσουν στην τηλεόραση (εκεί, λέει, «σέβονται το κοινό [...] αφού τ’ αποβλακώσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν»).

Κι όταν τον ρώτησε ο συνεργάτης του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου τι περιμένει ότι θα βρει στην Ευρώπη, απάντησε:

«Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τούς είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον Έιτς Πι Λόβκραφτ, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον Κάρολο Μπωντλαίρ. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματινούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος. Ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση σαν έρθει η ώρα μας που λένε».

Κι όταν «αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά: Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος; Τι ερώτημα, σκέφτομαι».

Ο Μάνος Χατζηδάκις με το ιδιαίτερο πνεύμα του απάντησε κατάλληλα και το διηγείται στην εκπομπή:

«Και βέβαια του απαντώ, Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελληνικότητά μου. Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μού κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.

Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Ή τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος  του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χαν. Άν πάλι μείνω ελεύθερος, η ελληνική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα που δε θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου ιστορία. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σάς.

Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά στην ενωμένη Ευρώπη;

Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η άγια κι αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φράνκεστάιν.»

(Από την έντυπη έκδοση: Μάνος Χατζιδάκις, Η δημογεροντία του μέλλοντος, Από: Τα σχόλια του Τρίτου: Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας,  2007, σελ. 171-177).


Σε κάποιο σημείο, μιλώντας για τη μετανάστευση και την περιπέτεια των ελληνικών πόλεων, αναθυμάται την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνύπαρξη των τριών μεγάλων Γκάτσου (στίχοι) – Χατζηδάκι (μουσική) – Θεοδωράκη (τραγούδι) στο εμβληματικό αυτό έργο.  


 Ο Μάνος Χατζηδάκις γεννήθηκε σαν σήμερα το 1925 στην Ξάνθη.     
.......................................................................................................

Η σημερινή ανάρτηση απαντά και στο θέμα της ημέρας σχετικά με τις βιβλιοθήκες και το δανεισμό βιβλίων:

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

"Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει"


Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη:

«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει»

Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις 20 τ' Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι:

«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
μια κοπελίτσα κοίτα ν' αγαπήσεις.
Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει,
στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει». 

Το παραπάνω τραγούδι "Ο Έκτορας κι η Ανδρομάχη" από το "Παραμύθι χωρίς όνομα" (στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης, μουσική Μάνος Χατζηδάκης, τραγούδι Λάκης Παππάς), με αφορμή τη σημερινή αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στη διακαναλική συνέντευξη. Σε αναμονή λοιπόν!

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Όταν ζηλεύουμε ήθος και ταπεινότητα



Είδα την ταινία της Αλίντας Δημητρίου "Τα κορίτσια της βροχής". Είναι η τρίτη μιας τριλογίας που αφιερώνει στους αγώνες των γυναικών στην Κατοχή αρχικά, στο Βουνό με το Δημοκρατικό Στρατό στη δεύτερη και ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών στην τρίτη. Αφηγήσεις γυναικών χωρίς σταματημό, η μία μετά την άλλη και ξανά πάλι, δεν παρεμβαίνουν άλλα πρόσωπα ούτε άλλες εικόνες. Βλέπουμε και ακούμε μόνο γυναίκες, κοπέλες τότε, που φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, βασανίστηκαν και άντεξαν, δεν μίλησαν, δεν κατέδωσαν, δεν έκαναν δήλωση.

Δύσκολο να καταγραφεί ο προφορικός λόγος και να γίνει ιστορία. 

"Τις τελευταίες δεκαετίες οι ιστορικοί προβληματίζονται έντονα γύρω από το ζήτημα της «προφορικής μνήμης» και πώς αυτή προσεγγίζεται ή αποτυπώνεται φιλμικά, τη σχέση μεταξύ ατομικής και συλλογικής μνήμης, τον ρόλο της βιωμένης εμπειρίας... Η προφορική ιστορία αναδεικνύεται προνομιακό εργαλείο για να μελετηθούν οι τρόποι με τους οποίους τα δρώντα υποκείμενα εκφράζουν ρήξεις μέσα στον ιστορικό χρόνο, εμπειρίες ανάτασης, αλλά και οδύνης. Αναμφίβολα, η προφορική ιστορία συνδέεται επίσης με τον εκδημοκρατισμό της Ιστορίας και την ανάδειξη προσώπων που είχαν αποκλειστεί ή είχαν περιθωριοποιηθεί στην ιστορική αφήγηση" (Από το αφιέρωμα στην Αυγή της περασμένης Κυριακής).

Κι επειδή ο νούς κάνει ταξίδια περίεργα, θυμήθηκα την πρώτη στροφή από την Μπαλάντα του Κυρ Μέντιου του Κώστα Βάρναλη και μετά μου ήρθε στο νου η εκδήλωση που οργανώσαμε ως Πολιτιστικό του Πολυτεχνείου λίγο μετά το θάνατό του μπάρμπα Κώστα, όπου μίλησε η Έλλη Αλεξίου (όταν πήγα να την πάρω από το σπίτι της κάπου στην Αλεξάνδρας, ήταν έτοιμη, κοκέτα πάντα, με κομψά πασουμάκια και καλοχτενισμένο κότσο, μου έδωσε να κρατώ ένα σακούλι με κουλουράκια να τα δώσω λέει στο Βασίλη Ρώτα που επίσης θα ήταν στη γιορτή).

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!

Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

...................................

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,

χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                  

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".



Αλλά, είπαμε, ο νούς ταξιδεύει και να ομολογήσω ότι το ταξίδι είχε ξεκινήσει κάπως αλλιώς. Από τον Κύρ Αντώνη του Μάνου Χατζηδάκη ξεκίνησε λόγω της μέρας (και θυμήθηκα το καλοκαίρι του 1974), πήγε αμέσως στην άλλη φιγούρα με αντίστοιχη προσφώνηση, στον Κυρ Μέντιο και η πρώτη (ή μήπως και η τελευταία;) στροφή με έφερε στα Κορίτσια της βροχής... 

Είπε γι' αυτά τα κορίτσια  η Αλίντα Δημητρίου: 

"... Είναι αυτές που έλαβαν μέρος στη Νομική και μετά στο Πολυτεχνείο. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το ήθος και η ταπεινότητά τους. Τις χαρακτηρίζει η αντοχή και η πίστη σε αυτό που κάνανε. Δεν ξεπούλησαν τίποτε στα χρόνια που ακολούθησαν... 
... Όλες αυτές οι γυναίκες δεν ζήτησαν να ηγηθούν, δεν εκμεταλλεύτηκαν τις ταλαιπωρίες τους, και η επίσημη ιστορία τις «αντάμειψε» με σχεδόν μηδενική αναφορά... 
... Σε όλες τις φυλακές και τις εξορίες έβγαζαν φωτογραφίες, ακόμα και στο Μακρονήσι. Έδειχναν ανέμελες, κεφάτες, για να τις βλέπουν έτσι οι δικοί τους και να μη στενοχωριούνται. Ήταν κι αυτό ένας τρόπος αντίστασης...

... Τι διδάχθηκα από αυτές τις γυναίκες; Πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα το ήθος τους. Ζήλεψα την αντοχή τους..."

Ήθος και ταπεινότητα!
Τι λέξεις!
Γνωρίζουμε άραγε πώς ορίζονται;

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Το βάλς των χαμένων ποιητών

Ήθελα να γράψω για το βάλς των χαμένων ονείρων
 http://www.youtube.com/watch?v=8QUdX_Wx26g&feature=player_embedded#!

και αυθόρμητα μου ήρθαν οι χαμένοι ποιητές http://www.greektube.org/content/view/115358/2/

αλλά ήχησαν  τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής


"... έτσι
που πρέπει
- ίσως νάν κι ανάγκη απόλυτη -
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ΄ένα γυαλί
που όταν
βάζης
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί"

Στη μνήμη του ανθρώπου που έφυγε την περασμένη Πέμπτη (διαδηλωτή στο Σύνταγμα).

"Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός..."


Καλή βδομάδα.

Καλή δύναμη!

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Μάνος Χατζιδάκης (1925 - 1994)

Εις μνήμην... Τα λόγια είναι περιττά.

Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι
κάποτε μου 'δινες, μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά.

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια
τ' αστέρια σβήνουνε όταν με θωρεί
σβήστε τα φώτα σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει.

Στίχοι: Μιχάλης Κακογιάννης, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
http://www.youtube.com/watch?v=G2wBwHHIGtk