Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Με θέα στο Λεβάντε, της Νίκης Τρουλλινού: πώς μοιάζουνε και συναντιούνται οι άνθρωποι και οι τόποι...




Πώς γίνεται να καθυστερώ ανάρτηση για βιβλία για τα οποία θέλω πολύ να γράψω; Ίσως μια ανησυχία μην και δεν δώσω όλα αυτά που έχω στο μυαλό μου, μην και δεν μεταφέρω αυτά που ένιωσα διαβάζοντάς τα, ίσως η αμέλεια, ίσως - για τα καινούρια – και μια διάθεση να γράψω αφού έχει καταλαγιάσει ο πολύς «θόρυβος» της δημοσιοποίησης. Όλα μαζί θα έλεγα.

Έτσι έγινε και με το τελευταίο βιβλίο της Νίκης Τρουλλινού «Με θέα στο Λεβάντε» (Κέδρος, 2017) που το διάβασα μόλις κυκλοφόρησε λίγο μετά το Πάσχα. Ένα βιβλίο-εξομολόγηση για τις μακρινές – αλλοτινές; - πατρίδες της κοντινής Ανατολής, ένα βιβλίο-μαρτυρίες για τα όμορφα και τα άσχημα από τις περιπλανήσεις της ίδιας στα μέρη της Ανατολίας. Κι ένα ταξίδεμα στο χώρο και στο χρόνο... Όμορφο, παρατηρητικό, κάποτε νοσταλγικό, κάποτε πικρό, μα πάντα όμορφο. «Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα», ομολόγησε η Μαριάννα Κορομηλά στο αξεπέραστο βιβλίο της με αυτό τον τίτλο, ευτυχισμένη και η Νίκη Τρουλλινού που περπάτησε και μύρισε και γεύτηκε τους ίδιους εκείνους τόπους, τυχεροί κι εμείς από τούτο το ταξίδεμα κι ας έχουμε κι ας μην έχουμε ξαναδιαβεί στα ίδια εκείνα μέρη. 

«Ψυχικό λύσιμο και μαθητεία στον εαυτό», ονομάζει η ίδια τα 31 αφηγήματα, γραμμένα από το 1994 μέχρι το 2016. Το βιβλίο αποτελείται από μικρά κείμενα, αφηγήσεις και περιγραφές από τα μέρη που περπάτησε, συχνά έξω από τα καθιερωμένα τουριστικά «πρέπει», παρατηρώντας και μεταφέροντας εικόνες και στιγμές από «ασήμαντες» για κάποιους λεπτομέρειες. Και μαζί, μας μεταφέρει στοιχεία από την ιστορία και ιστορίες των τόπων και συνάμα λέξεις και εικόνες από διαβάσματα που έχει κάνει, λέξεις και λόγια του Σεφέρη (το Ημερολόγιο του Σεφέρη το κουβαλά πάντα μαζί της), αλλά και του Καβάφη, του Τσίρκα, της Κορομηλά, του Μααλούφ, του Οζ, του Βλαβιανού, του Λιοντάκη, του Χικμέτ και άλλων.

Το ταξίδι ξεκινά το Δεκέμβρη του 1994 στο Λίβανο, μέσα στον εμφύλιο, ερείπια, κατεστραμμένα κτίρια, καταφαγωμένη από σφαίρες πολυκατοικία, μπαλκόνι ετοιμόρροπο. Και η πρώτη εικόνα: ένας νεαρός άντρας να κρεμά το καθρεφτάκι στο καρφί του πληγωμένου τοίχου και ν’ απλώνει τα σύνεργα στην ποδιά του παραθύρου, πινέλο, σαπουνάκι και ξουράφι...

Σαν πας στη Βηρυτό, της είπαν, ν’ ακούσεις Φεϊρούζ. Και πήγε, και τη βρήκε στον πάγκο ενός Λιβανέζου. Και την άκουσε.






Να πώς περιγράφει τον τόπο:

Εδώ, στον ίδιο τόπο που οι φυλές του κόσμου τραγούδησαν τον Μπάαλ, τον Δία, τον Βάκχο, τον Ιησού και τον Μωάμεθ· εδώ, πάνω στα χνάρια των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων και των Περσών, των Μακεδόνων και των στρατιωτών του Αντωνίου Πίου, των Σταυροφόρων, των Μαμελούκων, των Σελτζούκων Τούρκων και των μωαμεθανών, των μισθοφόρων Γάλλων ...

Προχωρά στο νότιο Λίβανο και συναντά το ράφτη της Σιδώνας με τα ξακουστά μπακλαβαδωτά παπλώματα. Και θυμήθηκε το φούλι το ροδίτικο που κουβάλησε από το Λίβανο ο Σεφέρης στη Μαρώ το ’55. Κι αναρωτιέται: «Οι λέξεις και τα λουλούδια δένουν τους τόπους πιο πολύ από τους ανθρώπους; Εμφύλιο των λουλουδιών και των λέξεων δεν κατέγραψε καμιά Ιστορία».

Στην Καππαδοκία, δυο «αγόρια μαυροτσούκαλα» δείχνουν τον άγγελο πάνω στους τοίχους, στην εκκλησιά του Σουμπουλού. Κι εκείνη συλλογίζεται πως η εκκλησιά είναι του ζουμπουλιού, του υάκινθου, και συλλογίζεται πώς οι λέξεις μας ενώνουν (το ζουμπούλι, sombol και sümbül στα τούρκικα). Και να η μάχη του Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.). Και να το ευχόδεντρο, φορτωμένο κουρελάκια, τσιμπίδια, βραχιόλια από χρωματιστά κορδόνια και το άλλο ευχόδεντρο, η μεγάλη βελανιδιά στο μοναστήρι του Κύκκου στην Κύπρο, και το πιο συγκλονιστικό ευχόδεντρο στη Βηρυτό, ένα «ξεραμένο δεντρί φορτωμένο κουρελάκια και λογής μπιχλιμπίδια... προσευχή στον άγνωστο θεό, μπορεί και στον αδίστακτο θεό του πολέμου...». Πώς μοιάζουνε και συναντιούνται οι άνθρωποι και οι τόποι...

Στα Βουρλά, στη μνήμη της γιαγιάς, στο Αϊντίν στη μνήμη του πατέρα, κι οι στίχοι του Βλαβιανού «Καλύτερα να σε τρυπάει το αγκάθι του πραγματικού / παρά να πλατσουρίζεις στο ροδόνερο του ιδεώδους». Και μας βάζει σε σκέψεις. Γιατί ταξιδεύουμε, τι ψάχνουμε; Στα ταξίδια αυτά, λέει, βλέπουμε αυτό που κουβαλάμε.

Κουσάντασι, Βουρλά, Χερσόνησος της Ερυθραίας, ο Οσμανάκης από την πλατεία Χουνκιάρ του Μεγάλου Κάστρου κι ο Καποκάκης από τα Νεροκούρου στα Χανιά. Πώς μοιάζουνε και συναντιούνται οι άνθρωποι και οι τόποι...

Δαμασκός και Τέσσερις ιστορίες για μια χαμένη πανσέληνο, της Μαριάννας Κορομηλά· και οι υφασματάδες της:

Δεν είναι το ρούχο που επιθυμείς, η αύρα της επιθυμίας είναι, η πολιτεία, το ταξίδι. Είναι το κρυφάκουσμα στην Ιστορία που σε φέρνει δίπλα στον έμπορα, πάνω από την πραμάτεια του, είναι αυτή η αίσθηση της αδιάκοπης συνέχειας της ανθρώπινης περιπέτειας...

Στο Νησί, στην Αγία Νάπα, στο Τρόοδος, στη Λευκωσία, στην Αμμόχωστο, αναζητά τα χνάρια που άφησαν οι λέξεις του Σεφέρη. Στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, αποτυπώματα από σφαίρες πάνω στους τοίχους· πίνει καφέ με τον κύριο Σελτζούκ, Κύπριο πάππου προς πάππου, που φεύγοντας τη χαιρετά λέγοντάς της: «Καληνύχτα, κόρη μ’, η διχοτόμηση έχει κιόλας αρχινήσει, μα το νησί μικρό για τόσα όπλα, για τόσο σύρμα...».

Και στην Πόλη, στην Αγιά Σοφιά! «Οι ταξιδιώτες σπανίζουν πια, περισσεύουν οι τουρίστες, το νιώθεις όλο και πιο πολύ, κάθε φορά στην Ιστανμπούλ, σαν περιφέρονται στον Ιππόδρομο, Ατ Μεϊντάν στη γλώσσα των Οθωμανών».

Κι εκείνη πάγωσε με το αχανές του ναού και τα επιφωνήματα των επισκεπτών. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο κατώφλι:

Κάποτε από ακριβό άσπρο μάρμαρο, στην εντέλεια δουλεμένο, στις άκρες του γωνιασμένο με κάθε δυνατή κι αδύνατη ακρίβεια, με το αλφάδι να έχει άπειρες φορές πάνω του ακουμπήσει. Τώρα, κοίλο, φαγωμένο. Είναι τα δεκάδες εκατομμύρια πόδια που το πάτησαν ... το έτριψαν... το μετέτρεψαν από έργο Τέχνης σε έργο Ζωής, δηλαδή Τέχνης πάλι... πόδια αυτοκρατόρων, πασάδων, βεζίρηδων, πριγκήπων, πατριαρχών και χαλίφηδων, ιμάμηδων και ιερέων, λεβαντίνων καλογέρων και μισιονάριων, Σταυροφόρων και φθονερών Δάνδολων, Αλανών, Αβάρων, Σκύθρων και δόλιων Φράγκων...

Κι όταν, εκεί, στη θέα του Βοσπόρου, βρίσκει το εστιατόριο του Κόνιαλη, ο νους της γυρίζει πίσω, στα παιδικά τα χρόνια, στη γενέθλια πόλη (μας) στα Χανιά, στο ζαχαροπλαστείο του Κόνιαλη πάνω από το Κουμ Καπί, πρόσφυγας ο Κόνιαλης, ονομαστός για τα κανταϊφια και τα άλλα σιροπιαστά.

Μα η μνήμη κάνει κι άλλα σκέρτσα, και γυρνά πάλι στα Χανιά, στα σοκάκια πίσω από τη Σπλάντζια και στον Άγιο Ρόκκο και στο πηγάδι του Τούρκου και στον Τοπανά και στην Οβριακή, κι ύστερα πάει στο Ηράκλειο, στο Χάνδακα άλλοτε, στο Μπεντενάκι-Ξύλινη Ντάπια.

Τελευταία στάση στο Ισραήλ, Τελ-Αβίβ η Λευκή Πόλη, η Σοά, ο πόλεμος και η κατάσταση μακράς αναμονής. Η σκέψη στον Άπελφελντ, στον Κανιούκ και στον Γεοσούα· η λογοτεχνία η πιο δυνατή και ανθεκτική στο μίσος γέφυρα. Φλεβάρης του 2016 και το βλέμμα του κόσμου στραμμένο στο νέο Ολοκαύτωμα, στον πόλεμο της Συρίας...

Μάθημα γεωγραφίας, μάθημα ιστορίας και μάθημα μνήμης και ομορφιάς το βιβλίο της Νίκης Τρουλλινού. Η δεύτερη ανάγνωση για τούτη την ανάρτηση ήταν και για μένα μια μαθητεία· άξιζε! Καμιά φορά σκεφτόμουνα μήπως θα ήταν καλό να έχω και μια φωτογραφία, από ένα ευχόδεντρο, από το κατώφλι της Αγιά Σοφιάς, από τον παπλωματά της Σιδώνας, κι όμως, έφτιαξα τις εικόνες στο μυαλό μου, τις έφτιαξα όπως ήθελα με οδηγό τις λέξεις, τις περιγραφές με λέξεις, και νομίζω οι εικόνες αυτές δε σβήνουν. 

Η συγγραφέας τελειώνει το σημείωμά της στο τέλος του βιβλίου, προτρέποντάς μας ν’ αναζητήσουμε την πηγή της ανάγκης των ταξιδιών αυτών στα ποιήματα του Καβάφη, στα κείμενα του Σεφέρη για τη Μέση Ανατολή, την Κύπρο και την Ανατολία, στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα. Κι έτυχε χτες βράδυ να δω στην ΕΡΤ2 το ντοκυμαντέρ του Ανδρέα Πάντζη «Ο Σεφέρης στη χώρα της έκλειψης», ένα σημερινό (στην πραγματικότητα πριν από 10 χρόνια, στην εκπομπή DOConΕΡΤ) οδοιπορικό στα ίδια εκείνα μέρη της Κύπρου που είχε επισκεφθεί ο Σεφέρης ως πρέσβης το διάστημα 1953-1954, ήταν τότε αποικία των Άγγλων όλο το νησί, τώρα τα μέρη εκείνα (Αμμόχωστος, Μόρφου κτλ.) ανήκουν στα κατεχόμενα ή έχουν ερημώσει (σα νεκρόπολη έδειχνε το κομμάτι της Αμμοχώστου...).

Το ερώτημα της Νίκης Τρουλλινού «Ο κόσμος δεν αλλάζει, Κεμάλ;» διαπερνά όλες τις ιστορίες της, γίνεται και δική μας σκέψη και ανησυχία κι ένας κάποιος φόβος. Και τότε θυμάμαι μια συναυλία για τον Μάνο Χατζηδάκι, πριν από χρόνια στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, στην Πλάκα, που τραγουδούσε ο Βασίλης Λέκκας, και στο τελείωμα αυτού του τραγουδιού, μ’ εκείνο το ιδιαίτερο πάθος του, κατέληξε «Αυτός ο κόσμος θ’ αλλάξει, Κεμάλ»...

Το βιβλίο η συγγραφέας το αφιερώνει «στις γυναίκες που, με ή χωρίς μαντήλα, διαπλέουν τα νερά του Αιγαίου και οδοιπορούν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, γυρεύοντας γη χωρίς πόλεμο». Κι εγώ σκέφτομαι σήμερα, την επομένη των γερμανικών εκλογών, ότι στη Γερμανία ένα ρατσιστικό, ακροδεξιό, κρυφο- ή όχι - ναζιστικό κόμμα πήρε τα πάνω του κι ότι εδώ στον τόπο μας ουρλιάζουν φωνές που λένε πως γι' αυτό φταίνε οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες, και φταίνε και όσοι τους ανέχονται, τους υποδέχονται... Τελικά, κι εγώ αναρωτιέμαι: «Ο κόσμος δεν αλλάζει, Κεμάλ;»

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Οι τίγρεις των δωματίων, του Λεωνίδα Κακάρογλου



Πάει καιρός που το ταβάνι στάζει μνήμες...

Άλλη μια ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου γεμάτη με εικόνες και γεμάτη μνήμες. Ο χρόνος και οι μνήμες διαπερνούν όλο το έργο του, ο χρόνος και οι μνήμες κι εδώ, σα φαντάσματα που νανουρίζουν τις τίγρεις των δωματίων  (Εστία, 2017).

... Το αεράκι που μου χαϊδεύει τα μαλλιά
Στέλνει την μνήμη
Στα αζήτητα
Και δεν θυμάμαι
Τι νούμερο παπούτσια
Φόραγες
Για να ταιριάζω τις πατημασιές
Της σκόνης
Στα πόδια σου

Κάποια ποιήματα είναι αφιερωμένα, στον Γιώργη Μανουσάκη, στον Χρίστο Βακαλόπουλο, στον Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη, στον αδελφό του. Το ποίημα Περιπέτεια το αφιερώνει στη Μαρία Σερβάκη, την ποιήτρια από την Κρήτη που πέθανε πριν από δυο χρόνια στα 85 της.

Τα βράδια περνώ από το σπίτι σου
Σκοτεινό θηρίο που τρομάζει τους περαστικούς
Δεν χτυπώ το κουδούνι
Εκ άλλου ποιος θα τ' ακούσει
Όλοι κοιμήθηκαν

Οι γάτες περιφέρονται στην αυλή
Ψάχνουν να βρουν πού χάθηκες...

Μνήμες και μοναξιά 

...Κι άλλο φθινόποωρο
Δεν άνοιξα
την καγκελόπορτα του κήπου
Τα φύλλα απάτητα στις περασιές...

και νοσταλγία

Καμιά φορά ονειρεύομαι
Μιαν όμορφη νύχτα
Που θα 'μαστε πάλι όλοι μαζί...

και εικόνες

Στο μισοφωτισμένο δωμάτιο
Βλέπω τα μηρμύγκια
Που διασχίζουν το τραπέζι με τα βιβλία
Το σαμιαμίδι...

και προσπάθεια για λίγη χαρά μέσα από τις μνήμες 

Σ' άλλες μέρες χαρούμενες θα προστρέξω
Δεν θ' αφεθώ να γονατίσω
Στο λυπημένο απόβροχο...

Πήρε την ιδέα για τον τίτλο της συλλογής και για το ομώνυμο, τελευταίο στη σειρά, ποίημα "Οι τίγρεις των δωματίων" από το ποίημα Η τίγρη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί παραθέτοντας ένα απόσπασμα. Το αντιγράφω ολόκληρο από τη σελίδα του ποιείν (με εντονότυπα οι στίχοι που παραθέτει ο Λεωνίδας):

Την τίγρη ακολουθήσαμε στη φωλιά της
νυχιές στο χώμα και τις στάλες βροχής απ΄τη μουσούδα της.
Όπως σηκώνει το πόδι και διαλέγει το φύλλο
ή σκύβει στο ζώο το συντροφεύει ως την εξαφάνιση και φοβάται το φως
- τοπία ξεχασμένα πίσω απ΄τις φωνές της λείας και του έρωτα -
την τίγρη τη νυχτερινή τη μάνα πώς ελαφροπατεί
και την ημέρα σε λήθαργο ονειρεύεται τ αστέρια…

Η πλάτη της ξεδιπλώνει όπως ο νοτιάς.
Άγνωστη η θάλασσα στην τίγρη
κι όμως ωραία τής μοιάζει στην κίνηση,
στα μάτια που έρχονται πάντα από πέρα.
Το φεγγάρι! Και τινάχτηκε. Όλο και πιο πολύ κατεβαίνει στα μυστικά…
Βρίσκει τη σιωπή τη σηκώνει με το νύχι την τοποθετεί σε ό, τι αγγίζει.
Τι τρυφερή η τίγρη στη σιωπή!
Ποια μουσική ακούει με το τέταρτο πόδι στον αέρα…
Σταματά το χρόνο μπρος στην πεταλούδα πηδάει
έπειτα στη μέση του κύκλου δροσιά, μεσάνυχτα δίψα και ξημερώματα.

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Χρωματιστή και χαρούμενη θέλει τη ζωή ο κομμουνιστής της Μονμάρτης



Όταν τον Απρίλιο του 1935 τα κεντρικά γραφεία του Κ.Κ. Γαλλίας έλαβαν εντολή από τη Μόσχα να φέρουν στη Γιορτή της Ειρήνης, που προβλεπόταν για το καλοκαίρι, έναν εκπρόσωπο από κάθε λαό ο οποίος στέναζε υπό την καταπίεση του γαλλικού ιμπεριαλισμού, στο Κόμμα επικράτησε πλήρης αμηχανία...

Έτσι ξεκινά η ιστορία του Λουτσιάνο ντι Λαμερμούρ, του "ηθοποιού και καλλιτέχνη του μιούζικ χωλ", που εκπροσώπησε τους Αφρικανούς κομμουνιστές από τις γαλλικές αποικίες της Μαύρης Ηπείρου. Μιλάμε για το μικρό αφήγημα "Ο κομμουνιστής της Μονμάρτρης", του Γερμανού συγγραφέα Michael Kleeberg (Άγρα, 2017, σε ωραία μετάφραση από τη Βάνα Χατζάκη). 

Ως Λαμερμούρ, λοιπόν, συστήθηκε στον αρμόδιο από το Κόμμα  να οργανώσει τη γαλλική αποστολή, Γκασπάρ Μοράν.

"Είμαι καλλιτέχνης", λέει ο Μαύρος με το πλατύ χαμόγελο που μπήκε στο γραφείο του Μοράν με βήμα πηδηχτό, φορώντας κίτρινο καρώ κοστούμι, πολύχρωμες τιράντες και κόκκινη γραβάτα. Δυό σκέψεις έκανε ο Μοράν: "Δόξα τω Θεώ, είναι Μαύρος" και "Χριστέ και Κύριε, είναι αδελφή".

Ως Λαμερμούρ συστήθηκε, μα ... Watake N' Komo ήταν το πραγματικό του όνομα, που αναγκάστηκε ν' αποκαλύψει για τη βίζα που θα τον έστελνε εκπρόσωπο στη Μόσχα. Και αφού πήρε εντατικά μαθήματα μαρξισμού-λενινισμού, πήγε στη Μόσχα και άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις! 

Ας μην αποκαλύψω άλλα στιγμιότυπα. Είναι μια χαρούμενη ιστορία, με λεπτό χιούμορ και ωραίες περιγραφές στις λεπτομέρειες. Δεν ειρωνεύεται πολιτικές ή προσωπικές συμπεριφορές, μάλλον παρατηρεί κι αφήνει τον αναγνώστη να χαμογελά γι' αυτές. Εξάλλου, ο Λαμερμούρ, γυρνώντας από το ταξίδι, λέει στον Μοράν:

Ξέρεις, σύντροφε,[...] αυτός ο αγώνας σας για μια καλύτερη ζωή αξίζει τον κόπο να ενισχυθεί. Εν πάση περιπτώσει, αυτά που είδα στη Μόσχα, αυτοί οι γκρίζοι δρόμοι, τα γκρίζα πρόσωπα, αυτή η δυστυχία, αυτή η θλίψη, μ' έπεισαν οριστικά: Θέλω να συνεισφέρω αν μπορώ για να γίνει η ζωή τους πιο χρωματιστή, και πιο χαρούμενη...

Έτσι, ο κύριος Λουτσιάνο ντι Λαμερμούρ μας μεταφέρει στην εποχή του μεσοπολέμου, στους λόφους και τα καμπαρέ της Μονμάρτης (ή σωστότερα Μονμάρτρης κατά το γαλλικό Montmartre), να τραγουδήσουμε μαζί το Je cherche un Millionaire όπως η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός και τραγουδίστρια της εποχής εκείνης Μιστινγκέτ ή το Où est-il mon Moulin d’la Plac’ Blanche ? σαν την άλλη περίφημη Φρέελ της ίδιας εποχής. Και να θυμηθούμε τον Μωρίς Σεβαλιέ, όταν ο Φρανσουά, κομμουνιστής, εργαζόμενος στη Σιτροέν, τραγουδά το Prosper και "σε κάθε γιούπ-λα-μπουμ... προχωρούσε προτάσσοντας τη λεκάνη του..."

Σημείωση
Όχι τυχαία, νομίζω, αν και δεν αναφέρεται, ο Μαύρος καλλιτέχνης έχει το όνομα Λουτσιάνο ντι Λαμερμούρ. Λουτσία ντι Λαμερμούρ είναι η ηρωίδα στην ομώνυμη όπερα του Ντονιτσέτι, γραμμένη το 1835. Το Μάρτιο που μας πέρασε είχε ανεβεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τις χωρωδίες της ΕΡΤ και του Δήμου Αθηναίων και με σπουδαίους συντελεστές όπως τη Βασιλική Καραγιάννη και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο.




Η Mistinguett τραγουδά Je cherche un Millionaire 




Ο Maurice Chevalier τραγουδά Prosper
https://www.youtube.com/watch?v=4Y2xfRFOILU



Η Frehel τραγουδά Où est-il mon Moulin d’la Plac’ Blanche ?



Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας μικρός Σεπτέμβρης, πρωτάκι, σχολιαρούδι...




Ένας μικρός Σεπτέμβρης βάζει τα κλάμματα
που στο σχολειό τον πάνε να μάθει γράμματα
θέλει να παίξει ακόμα με τ’ άστρα τ’ ουρανού
πριν έρθουν πρωτοβρόχια και συννεφιές στο νου
πρωτάκι, σχολιαρούδι, του κλέβουν το τραγούδι,
του κλέβουν το τραγούδι...

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παληκαράκι τρυγάει τ’ αμπέλι του
στα Σπάτα λινοβάτης, στο Κορωπί γαμπρός
να τρέμουν τα κορίτσια στα βλέφαρά του μπρος
φυσάει ο απηλιώτης, ο ζέφυρος της νιότης
φυσάει ο απηλιώτης...

Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος
καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος
το κόκκινο ραγίζει στα μήλα της Ροδιάς
κίτρινα πέφτουν φύλλα στον κήπο της καρδιάς
Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει...


(Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης, Μουσική, τραγούδι Παντελής Θαλασσινός).






11 Σεπτέμβρη 2017, ανοίγουν τα σχολεία και ... τι να πρωτοθυμηθώ από τη διδασκάλισσά μου, όπως έλεγε το ποίημα που απάγγειλα στο τέλος της πρώτης τάξης. Δασκάλα μου τότε ήταν η κυρία Τερψιχόρη. Ήμουν στο 5ο Δημοτικό Χανίων, στη Νέα Χώρα. Λίγα χρόνια ύστερα, ακριβώς πριν από 50 χρόνια, 10 Σεπτεμβρίου του 1967, μετακομίσαμε στα Λενταριανά, τη συνοικία των Λεντάρηδων, αυτοί φαίνεται να κατείχαν όλη την περιοχή. Λίγα τα κτίσματα τότε, εκτός σχεδίου για χρόνια πολλά κι ας είναι δυό βήματα από το κέντρο της πόλης, αυθαίρετα όλα, και με τη βούλα της Πολιτείας. Παλιά μου τέχνη...

11 Σεπτέμβρη 2001, οι δίδυμοι πύργοι, το αναπάντεχο, το απίστευτο, πριν από ένα χρόνο, το 2000, είχα επισκεφθεί τη Νέα Υόρκη (μοναδική φορά), τους είδα και τους καμάρωσα, είχα δει τότε και το χρυσοποίκιλτο Μέγαρο Τραμπ και ξεκαθάρισα την έννοια του κιτς. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είπε σήμερα ότι "η Αμερική δεν λυγίζει" μιλώντας για την 11η Σεπτέμβρη του 2001 και τους 184 νεκρούς. Κι εγώ σκέφτομαι πόσο άδικος και πόσο βάρβαρος ήταν ο χαμός τους. Και σέβομαι τη μνήμη τους. Και το ίδιο σκέφτομαι τους χιλιάδες που χάνονται χωρίς να μιλά κανείς γι' αυτούς, τους χιλιάδες από Ιράκ, από Συρία, από Αφγανιστάν, από Υεμένη, από Λιβύη, από... από... από Χιλή...

11 Σεπτέμβρη 1973, το πραξικόπημα στη Χιλή, η Αριστερά στην εξουσία, ποια εξουσία, ας πούμε στην Κυβέρνηση, μα κάνουν τ' αδύνατα δυνατά να τη ρίξουν, και το κατάφεραν, ο ρόλος της Αμερικής, τα συγχαρητήρια της Θάτσερ... Και θυμάμαι εκείνη την καταπληκτική παράσταση που είχα δει στο Λονδίνο το 1992 "Death and the Maiden" του Ariel Dorfman (ανέβηκε αργότερα και στην Αθήνα με τίτλο "Ο θάνατος και η κόρη).

11 Σεπτέμβρη 2001, μόλις είχε γυρίσει από το ταξίδι της στη Νέα Υόρκη η πολύ καλή μου φίλη Μαίρη Παπαδάκη. Και στις 27 Σεπτέμβρη έφυγε μα δεν ξαναγύρισε...

Ένας παλιός Σεπτέμβρης φίλος αχώριστος
καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται αγνώριστος...

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Για την Ευρώπη και τον "Homo Europœus"



Ποιος όμως είναι άραγε Ευρωπαίος;

................................................................................
Πάντως δεν είμαστε ακόμα τέλειοι Ευρωπαίοι. {είχαν προηγηθεί οι αναφορές στις επιρροές της Ρώμης και του χριστιανισμού} Κάτι λείπει από τη μορφή μας. Λείπει αυτός ο υπέροχος μετασχηματισμός στον οποίο οφείλουμε όχι μόνο το αίσθημα της δημόσιας τάξης, την καλλιέργεια της πόλης και του ανθρώπινου δικαίοου, ούτε μόνο τη βαθύτητα των ψυχών μας, το απόλυτο ιδεώδες και την αίσθηση μιας αιώνιας δικαιοσύνης. Λείπει κι εκείνη η λεπτή και έντονη δραστηριότητα, στην οποία οφείλουμε την υπεροχή της ευφυίας μας, την οξυδέρκεια, τη στερεότητα της γνώσης μας, όπως της οφείλουμε και την ενάργεια, την καθαρότητα και τη διάκριση των τεχνών μας και της λογοτεχνίας μας. Αυτές οι αρετές μας ήρθαν από την Ελλάδα.
......................................................................................
Αυτό που οφείλουμε στην Ελλάδα είναι ίσως αυτό που μας διέκρινε σε μεγαλύτερο βαθμό από την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Της οφείλουμε την πειθαρχία του Πνεύματος, το παράδοξο παράδειγμα της τελειότητας σε όλα τα επίπεδα. Της οφείλουμε μια μέθοδο σκέψης που τείνει προς την αναγωγή κάθε πράγματος στον άνθρωπο, στον ακέραιο άνθρωπο...
Από αυτή την πειθαρχία επρόκειτο να γεννηθεί η επιστήμη. Η επιστήμη μας, δηλαδή ο πιο χαρακτηριστικός καρπός, η πιο ασφαλής και πιο προσωπική δόξα του πνεύματός μας. Η Ευρώπη είναι πρώτα απ' όλα δημιουργός της επιστήμης...


Όχι, το παραπάνω δεν είναι απόσπασμα από την αποψινή ομιλία του Γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν στην Πνύκα.* Πήρα όμως αφορμή για να ξεφυλλίσω από τη βιβλιοθήκη μου ένα από τα βιβλία που έχω του Πωλ Βαλερύ. Πρόκειται για το "Η κρίση του πνεύματος" (Καστανιώτης 1996, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου), γραμμένο το 1919 και στο οποίο ο Γάλλος πολυμαθής συγγραφέας αναφέρεται στην κρίση που βρίσκεται η Ευρώπη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, σε πνεύμα μάλλον απαισιοδοξίας, αλλά και μάλλον ελιτισμού, μιλάει για τον "Homo Europœus", όπως ο ίδιος κατονομάζει τον άνθρωπο της Ευρώπης, το μέρος του κόσμου που δεν είναι άλλο από "το σύνολο των μεγίστων", της φιλοδοξίας, της ισχύος, της παραγωγής, της εργασίας κτλ. κτλ. (Έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις για την αμφιλεγόμενη στάση του Βαλερύ απέναντι στα πολιτικά πράγματα της εποχής του, καθώς και για την ελιτίστικη κριτική του στα κοινωνικά ζητήματα, θέματα στα οποία αναφέρεται και ο Νικόλας Σεβαστάκης σε παλαιότερο άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο "Ο Βαλερί και η πολιτική του πνεύματος". Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι αξίζει να διαβάσει κανείς τα έργα του "Ο άνθρωπος και το κοχύλι", "Διάλογος για το δέντρο" και πολύ περισσότερο το "Ευπαλίνος ή ο αρχιτέκτων", στο οποίο ξεδιπλώνεται η οπωσδήποτε πολυσχιδής προσωπικότητα του Βαλερύ, και βέβαια αναφέρομαι μόνο στα βιβλία που τυχαίνει να έχω).

... Η στρατιωτική κρίση έχει μάλλον λήξει. Η οικονομική κρίση είναι ορατή σε όλο της το μεγαλείο. Όμως η πνευματική κρίση, κρίση πιο λεπτοφυής, που από την ίδια της τη φύση εμφανίζεται με τις πιο απατηλές όψεις (αφού εκτυλίσσεται μέσα στο ίδιο το βασίλειο της απόκρυψης), αυτή η κρίση δύσκολα επιτρέπει να συλλάβουμε το αληθινό της στίγμα, τη φάση της ....

Δεν μας φαίνεται σαν να μιλάει για το σήμερα; Κι όμως γράφτηκε σχεδόν πριν από 100 χρόνια! Και να τι γράφει στο επίμετρο ο Θανάσης Χατζόπουλος πριν από 20 και κάτι χρόνια:

... Τελικά βέβαια όλη αυτή η "σύμπτωση" παρελθόντος/παρόντος, ή η φωνή του παρελθόντος που έρχεται να μιλήσει για ένα δεδομένο πλέον παρόν, σαν να είχε προφητεύσει ή σαν να είχε δει κάτι με κλειστά μάτια πριν καλά καλά υπάρξει, πιθανόν να μην είναι τίποτα περισσότερο από την ίδια την ιστορία του ανθρώπου, που κάποτε επαναλαμβάνεται με ανατριχιαστική ακρίβεια και ομοιότητα...

Ανατριχιάζω στη σκέψη ότι η ιστορία (μπορεί και να) επαναλαμβάνεται. Και τα δείγματα στην Ευρώπη "των μεγίστων" (!) δυστυχώς υπάρχουν. Άραγε, οι αποψινές ομιλίες των Μακρόν και Τσίπρα θα μπορέσουν να δώσουν κάτι περισσότερο από ευχολόγια μιας Έκθεσης Ιδεών; Μακάρι!


* Ο Γάλλος Πρόεδρος, πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη σήμερα και αύριο στη χώρα μας, στην ομιλία που εκφώνησε απόψε στο λόφο της Πνύκας στην Ακρόπολη αναφέρθηκε στην Ελλάδα και στο χρέος της υπόλοιπης Ευρώπης για τον πολιτισμό που της κληροδότησε, ανέτρεξε στην ιστορική ομιλία του Αντρέ Μαλρώ το 1959, αναφέρθηκε στην κρίση που υπάρχει στην Ευρώπη σήμερα, και που δεν είναι μόνο οικονομική και που δεν πλήττει μόνο την Ελλάδα (και για την οποία δεν φταίει η Ελλάδα, όπως είπε), και τόνισε με έμφαση την ανάγκη επανεκκίνησης της Ευρώπης σε πνεύμα ελευθερίας, δικαιοσύνης, ασφάλειας, ειρήνης, δημοκρατίας. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα ζητήματα πολιτισμού και πολιτιστικής κληρονομιάς και πρότεινε τη διοργάνωση μιας ευρωπαϊκής συνέλευσης για τον πολιτισμό που θα ξεκινήσει από την Αθήνα. Τελείωσε δε την ομιλία του με στίχους του Σεφέρη από το ποίημα «Les anges sont blancs» (Οἱ ἄγγελοι εἶναι λευκοί) που ο ποιητής έγραψε το 1939 και αφιέρωσε στον Χένρυ Μίλλερ:

............................................
κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Γεια σου Γιάννη... (Εις μνήμην Γιάννη Παπαδάκη!)


Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ*

Όταν ανοίγω στα πράγματα την πόρτα του εαυτού μου:
ποιός μου κλέβει το αίμα, το είναι, την πραγματικότητά μου;
Ποιός με σπρώχνει στο κενό
όταν ανασαίνω; Ποιος είναι
ο δήμιός μου που μένει μάλιστα μέσα μου;

Ω Χρόνε! Ω όψη εσύ πολλαπλή.
Όψη πολλαπλάσια του εαυτού μου.
Βγες έξω από τις ρίζες της μουσικής. Βγες έξω
από τον θρήνο μου. Ύψωσε το γελαστό σου προσωπείο.
Περίμενέ με να σε φιλήσω, κάλλος εσύ σπασμωδικό.
Περίμενέ με στην πύλη της θάλασσας. Περίμενέ με
στο πράγμα εκείνο που αιώνια αγαπάω.




Πάνε είκοσι χρόνια που πρωτοσυνάντησα τον Γιάννη. Ήταν ακόμη φοιτητής στο Τμήμα Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πειραιά. Είχαμε συγκεντρωθεί τα μέλη μιας ομάδας εργασίας για τη μελέτη και τη δημιουργία του ηλεκτρονικού συστήματος γκρίζας βιβλιογραφίας ΑΡΤΕΜΙΣ στα ακαδημαϊκά Ιδρύματα στo πλαίσιo της Οριζόντιας δράσης για τον εκσυγχρονισμό των βιβλιοθηκών. Ο Γιάννης είχε έλθει με τον Βασίλη Χρυσικόπουλο που ήταν από τα βασικά μέλη της ομάδας, καθηγητή τότε Πληροφορικής στο ΠαΠει και σημερινό πρύτανη του Ιονίου Πανεπιστημίου. Το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής του ήταν οι ψηφιακές βιβλιοθήκες. Ο Γιάννης πήγε φαντάρος, χαθήκαμε και σε λίγα χρόνια βρεθήκαμε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Αρχειονομίας-Βιβλιοθηκονομίας. Με σύμβαση 407 κι αυτός. Συνέπιπταν οι μέρες που πηγαίναμε στην Κέρκυρα, συχνά ταξιδεύαμε και με το ίδιο αεροπλάνο, ήταν πάντα γελαστός, καλοσυνάτος, ευγενής. Υπήρχε νομίζω και ρίζα κρητική, δεν θυμάμαι καλά.

Γεια σου Κατερίνα, έλεγε, αλλά πόσο δυσκολεύομαι να μεταφέρω στο χαρτί τον τόνο της φωνής του. Συνεργαστήκαμε πολύ και καλά, χωρίς κανένα πρόβλημα ποτέ. Σε κάποιες αλλαγές μαθημάτων, μοιραστήκαμε το μάθημα της Αξιολόγησης, όταν άφησα το προπτυχιακό πήρε και τα Συστήματα θεματικής πρόσβασης. Συνεργαστήκαμε και στο μεταπτυχιακό, και σχεδόν μόνιμα στην εξέταση των πτυχιακών. Χωσιματάκια μου έλεγε, σχεδόν απολογούμενος, όταν κανόνιζε χωρίς να το ξέρω, ήξερε πως δεν υπήρχε περίπτωση να του αρνηθώ. 

Σήμερα ήταν μόνιμος επίκουρος καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας και με προοπτικές λαμπρής εξέλιξης. Ήταν νέος, γερός και χαρούμενος. Τον ενδιέφεραν τα ζητήματα θεματικής οργάνωσης των πληροφοριών. Μου είχε στείλει πριν από χρόνια τη διεύθυνση από ένα σύστημα θεματικής αναζήτησης πληροφοριών που είχε αναπτύξει (με SKOS κτλ.) για να το δοκιμάσουμε και να στείλουμε σχόλια. Είχαμε κάνει συζητήσεις για τις δυνατότητες συνδυασμού αναζητήσεων με λέξεις κλειδιά και θεματικές επικεφαλίδες, είχαμε ανταλλάξει μηνύματα για την ορολογία, σε κάποιες περιπτώσεις δεν συμφωνούσαμε, θεωρούσε υπερβολική την άποψή μας (των ορολόγων) να επιδιώκουμε τη χρήση, (ντε και καλά ή κατά το δυνατόν), ελληνικών όρων. Και βέβαια, είχαμε κουβεντιάσει για τις οντολογίες όπως εφαρμόζονται στα συστήματα πληροφοριών. Και να που είχα πάλι σκοπό να του ζητήσω να τα πούμε με αφορμή την κουβέντα που υπάρχει στο πεδίο της Ορολογίας διεθνώς και την εισήγηση που έχω στο φετινό συνέδριο της ΕΛΕΤΟ. Άργησα...

Δύσκολες ημέρες ετούτες, όταν μαθαίνεις ξαφνικά ότι δεν υπάρχει πια ένας άνθρωπος που γνώριζες για χρόνια, που συνεργάστηκες μαζί του, ένας άνθρωπος δραστήριος, ζωντανός, που αγαπούσε αυτό που έκανε, ένας νέος επιστήμονας που είχε πολλά να δώσει, ένας καθηγητής στο Ιόνιο για τον οποίο μόνο καλές γνώμες έχουν οι συνάδελφοί του και όλοι οι φοιτητές. 

Ο δικός μας Γιάννης; μου έστειλε στο μήνυμα μια φίλη, συνάδελφος και φοιτήτρια στο μεταπτυχιακό πριν από μερικά χρόνια που τον είχε μάλιστα επιβλέποντα. Ναι, ο δικός μας Γιάννης, δυστυχώς! Και τι ειρωνεία! Η απάντησή του να είναι η χρονιά καλή για όλους μας στην ευχή που του έστειλα στη γιορτή του δεν έπιασε. 

Κρίμα κι άδικο. Και πολύ οδυνηρό, αβάσταχτο για τους πολύ οικείους του. Τι να πούμε τώρα στους δικούς του. Τι να πούμε στη γυναίκα του και τι να πούμε στους γονείς του. Να τους πούμε ότι όσοι τον γνωρίσαμε θα θυμόμαστε το όμορφο, καλοσυνάτο και χαμογελαστό του πρόσωπο.

Γεια σου Γιάννη...

....................................................................

* Αντέγραψα το ποίημα του Χιλιανού ποιητή Gonzalo Rojas από τον ιστότοπο του Γιώργου Κεντρωτή. Είναι σε δική του μετάφραση, το ανάρτησε σήμερα, ας με συγχωρήσει για την αντιγραφή.  Σε λίγες ώρες, ο Γιάννης θα έχει κατεβεί βαθιά στη γη, κι είναι σαν να καλεί τον χρόνο να τον πάει στην πύλη της θάλασσας, αυτή που αιώνια αγαπούσε κι αυτή που του πήρε τη ζωή! Ας με συγχωρήσουν οι δικοί του για τη φλυαρία μου μέσα στον αβάσταχτο πόνο τους. Γεια σου Γιάννη...