Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Ένας καινούργιος χρόνος, τι μας περιμένει;

Ρεβεγιόν

Στις δώδεκα στο φώτο φίνις
πουλαράκι μονοετές
απ’ την οθόνη ξεμπουκάρει
συντρίμμι στο χαλί
το νέον έτος.
Ο αναβάτης τροπαιοφόρος θα διαγγείλει τώρα.

Μέσα οι γυναίκες μουσακάδες τριώροφοι.

Τι λέτε ρε, το ξέρετε
πως το ’55
εγώ νοστάλγησα το μέλλον
και γεννήθηκα;

Κι αυτόν τον τύπο να τόνε κεράσετε
μια ελίτσα με κουκούτσι
για να μπερδευτεί.
Και φέρτε τώρα όλο το ψυγείο μπροστά μου.
Και τη βασιλόπιτα.
Δώσ’ το μαχαίρι:
Ένα της ποίησης
άλλο της ποίησης
τρίτο της ποίησης…



Το παραπάνω ποίημα είναι του Γιάννη Βαρβέρη από τη συλλογή "Ο Θάνατος το στρώνει". Το αντέγραψα από τη σελίδα του ποιητή Θωμά Τσαλαπάτη στην Εποχή της περασμένης Κυριακής 30/12/2018. Γράφει ο ίδιος:

Υπάρχει ένας χρόνος που πάντα περισσεύει. Ένας χρόνος ελατός και όλκιμος, νηπενθής και κατοικίδιος. Είναι ο χρόνος που κατοικεί ανάμεσα στο πέρας του χρόνου που πέρασε και τον ερχομό του χρόνου που θα έρθει. Δεν έχει αριθμούς, δεν έχει ημερομηνίες, ορίζεται πάντοτε απ' όλα όσα περισσεύουν, απ' όσα μένουν έξω από αυτόν. Κάπου ανάμεσα στον αποχωρισμό και το καλωσόρισμα, ο χρόνος αυτός υπάρχει. 

[...] Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος αν τις πρωτοχρονιές γιορτάζουμε το τέλος του προηγούμενου χρόνου ή την αρχή του καινούριου. 

[...] Όπως και να 'χει, οεφίλουμε να γιορτάζουμε. Προετοιμαζόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη, βουτούμε, συμμετέχουμε. 

[...] Εντάξει λοιπόν, ας τελειώσει. Εντάξει λοιπόν ας ξεκινήσει. Παραμένουμε στο κατάστρωμα περιμένοντας οδηγίες.


Εντάξει λοιπόν, ας τελειώσει. 
Εντάξει λοιπόν ας ξεκινήσει. 
Στο τέλος της χρονιάς που φεύγει αποχαιρετήσαμε τη μάνα μου, ήτανε πλήρης ημερών, έφυγε ήρεμα κι αθόρυβα.
Λίγο πριν, ήρθε στον κόσμο ο εγγονός μου, η καινούρια ζωή, η ελπίδα, η χαρά. 
Η ζωή συνεχίζεται. Κι εμείς αναρωτιόμαστε μαζί με τον ποιητή, τον Τάσο Λειβαδίτη:

Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει; 
Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα. 
Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές 
τελειώνετε τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018

Γερνάω μαμά, πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες...



Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ' τα φέρνω.
Ρωτάς για την καριέρα μου
τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.

Και σκέφτομαι που πίνω κόκα-κόλα
για να 'ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου,
το "έλα" και το "αντίο" σου
ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ' όλα.

Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.

Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα 'χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα
αλλά δεν έχω ευχάριστα,
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα.

Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
Και κοίτα, ένα μυστήριο
του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες.

Μαμά, πεινάω
μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.


[Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου, Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης, Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου, από το δίσκο: "Μαμά γερνάω" (1988)]

Η μάνα μου έφυγε χθες τη νύχτα, ήσυχα κι αθόρυβα. Ακριβώς 18 χρόνια ύστερα από τον πατέρα μου. Ήταν 91 και ήταν η τελευταία των παλιών. Κλείνει ο κύκλος, ανοίγει άλλος, έτσι είναι η ζωή. 

Και η ζωή συνεχίζεται. 

Καλή χρονιά!


Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα είναι ...


sms

Χριστούγεννα 2008 στο χωριό και τα …εσεμέσια δίνουν και παίρνουν. Οι Αγιομαθίτες πρωτοπόροι στην ηλεκτρονική επικοινωνία....

Φεύγει λοιπόν από Άη Μαθιά το μήνυμα για Αθήνα: «Χρόνια πολλά από τον Άη Μαθιά. Τζάκι και κούπα να πάει το αίμα ένα ζωνάρι!»

Σε κάμποση ώρα καταφθάνει από Αθήνα η απάντηση - απάνθισμα λαογραφικής έμπνευσης. Ναι, sms ήτανε!

«Λοιπόν ξάδερφε... Χριστούγεννα είναι: Εκεί που κόβεις τη γαλοπούλα με την πόρτα ανοιχτή, να μπεί μέσα η λιακάδα, ένα μπιιιπ να σε γυρίζει πίσω στα πραγματικά Χριστούγεννα... Με τα κάλαντα να στα λένε το σούρουπο με σοροκολέβαντο και με χριστουγεννιάτικο δέντρο κυπαρίσσι από τσι Φυτές, στολισμένο με φούσκες και μπαμπάκια για χιόνι, και την άλλη μέρα το μεσημέρι, γαλόκωλους αυγολέμονο με την πίντα, σαλάδο από το καλό, πατατόνες ψημένες από την ωγνίστρα, ντόπιες χειμωνιάτικες νόσπολες, μέλι από του Τρουτσέτα και κακοτρύγη από τα Κουράτα».

Και συνεχίζει:

«Αυτά κι άλλα ήτανε το sms που μούστειλες Χριστούγεννα, μεγάλη υπόθεση. Ευτυχώς σήμερα κι από χτες έκατσε ένα καλό ανεμόβροχο, που δε λέει να φύγει, έτσι για παρηγοριά...Ωρέ πολυλογία! Μωρέ τα ‘πα κι ευχαριστήθηκα».

Τέλος μηνύματος.


Το παραπάνω απόσπασμα είναι στιγμιότυπο από το βιβλίο του Χαράλαμπου Κουρή "Εν Αγίω Ματθαίω...", στο οποίο καταγράφει ιστορίες όπως τις θυμάται από το χωριό του, τον Άγιο Ματθαίο Κέρκυρας. 

Χρόνια πολλά και βενέτικα, όπως λένε οι Κερκυραίοι!

......................................................................................................................

Στο γλωσσάρι που συνοδεύει το συγκεκριμένο στιγμιότυπο, περιέχονται τα παρακάτω:

«να πάει το αίμα ένα ζωνάρι»: (μεταφορά) από το κρασί να κοκκινίσουν τα μάγουλα σαν (κόκκινο) ζωνάρι
πίντα: καράφα
σαλάδο: σαλάμι
πατατόνα: γλυκοπατάτα
ωγνίστρα: (αναγραμματισμός του γωνιάστρα) μεταλλική βάση για κατσαρόλα ή ψήσιμο σε χωριάτικη γωνιακή εστία, αλλά και η ίδια η εστία
νόσπολα: μούσμουλο
κακοτρύγης: κερκυραϊκή ποικιλία σταφυλιού και κρασιού

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα



ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

Καλές γιορτές - Καλή χρονιά 

(Το ποίημα είναι του Τόλη Νικηφόρου και το βίντεο με τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα από την όπερα «Το Δαχτυλίδι της Μάνας» του Μανόλη Καλομοίρη).

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

23 Δεκεμβρίου 1903: Γράμμα σ' ένα νέο ποιητή



Ρώμη, 23 του Δεκέμβρη 1903



Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,

Δε θα 'θελα να μείνετε χωρίς ένα χαιρετισμό από μέρους μου, τώρα που 'ρχονται Χριστούγεννα και που, ανάμεσα στη γιορτερή ατμόσφαιρα, η μοναξιά σας θα σας φαίνεται πιο βαριά παρά άλλοτε. Αν όμως, κείνες τις ώρες, νιώσετε πως η μοναξιά σας είναι μεγάλη, χαρείτε τότε: γιατί, (αναρωτηθείτε μόνος σας) τί νόημα θα 'χε μια μοναξιά που δε θα 'ταν αληθινά μεγάλη; Μονάχα μια μοναξιά υπάρχει, κι είναι μεγάλη και βαραίνει πολύ στους ώμους σας. Για όλους, σχεδόν, έρχονται ώρες, που θα τις αντάλλαζαν πρόθυμα με οποιονδηποτε "συγχρωτισμό" - και τον πιο κοινότοπο ακόμα, και τον πιο φτηνό - ή με μιαν επιφανειακή ασήμαντη ομοφωνία με τον "πρώτο τυχόντα", τον πιο ανάξιο... Μπορεί όμως, τις ώρες ίσα-ίσα τούτες, ν' αξαίνει και να μεστώνει η Μοναξιά· γιατί το μέστωμά της είναι οδυνηρό σαν το μέστωμα των παιδιών καινθλιβερό σαν τις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες. Μη σας παραπλανάει όμως τούτο. Ένα, και μόνο, μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν [...]

Δε νομίζετε πως εκείνος που κατέχει το Θεό, έναν κίνδυνο μονάχα τρέχει: να χαθεί απ' Αυτόν! - Αν όμως παραδεχόσαστε πως ο Θεός δεν ύπαρξε στα παιδικά σας χρόνια, ούτε και πρωτύτερα, αν προμαντεύετε πως το Χριστό τον ξεγέλασε η αγάπη του και το Μωάμεθ τον απάτησε η περηφάνια του - κι αν με τρόμο νιώθετε πως, και τώρα ακόμα, την ώρα τούτη που μιλάμε για' αυτόν, ο θεός δεν υπάρχει - πώς γίνεται τότε (μια και δεν ύπαρξε ποτέ) να θλιβόσαστε για την απουσία του, όπως θα θλιβόσαστε για κάτι περασμένο και να τον αποζητάτε σα να τον είχατε χάσει; [...]

Γιορτάστε τα Χριστούγεννα, αγαπητέ Κύριε Kappus, μέσα στο ευλαβικό τούτο συναίσθημα: πως, για ν' αρχίσει Εκείνος να υπάρχει εντός σας, ίσως να χρειάζεται αυτήν ίσα-ίσα την αγωνία σας μπροστά στη ζωή. Μπορεί, αυτές λισα-ίσα τις πικρές και δύσκολες μέρες σας, το κάθε τι εντός σας να εργάζεται για κείνον - όπως κάποτε, παιδί, είχατε για κείνον εργαστεί με κομμένη ανάσα. Να 'σαστε υπομονετικός και μακρόθυμος. Μην ξεχνάτε πως το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι τούτο: να μη φέρνουμε στον ερχομό του περισσότερη αντίσταση απ' όση φέρνει η γη στην άνοιξη που φτάνει.

Και να 'σαστε πάντα χαρούμενος κι όλος εμπιστοσύνη.

Δικός σας

RAINER MARIA RILKE


(Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τα Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή του Rainer Maria Rilke σε μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, από την έκδοση του 2000).

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Στου παρελθόντος την αντήχηση, της Ιουλίας Τολιά: εξομολογητική κατάδυση στη μνήμη της ύπαρξης



Παρήχηση θρυμματισμένη ο κόσμος.
Ροή σπασμωδική ο χρόνος.

Οι ήχοι, ο απόηχος, η αντήχηση και η παρήχηση, η ροή, το κελάρυσμα, το βότσαλο στη λίμνη, η βροχή, το φθινόπωρο, η θύελλα, το αλεξιβρόχιο και το αλεξήλιο· και μνήμη ανάκατη με νοσταλγία· αυτά είναι τα θέματα που έρχονται και ξαναέρχονται στη νέα ποιητική συλλογή της Ιουλίας Τολιά "Στου παρελθόντος την αντήχηση" (Στοχαστής, 2018).

Τη νύχτα
υπνοβατώ στο παρελθόν.
Τη μέρα
νοσταλγώ τοπία αφανισμένα.
Κινούμαι
στον κόσμο των σκιών.

Δεν γυρνάει απλώς στο παρελθόν, το φέρνει μπροστά, βλέπει την απεικόνισή του σαν αντήχηση, 

Κρούει τις θύρες έρημων σπιτιών
και ακροάται
των περασμένων την αντήχηση.

ή σαν αντικατοπτρισμό

Το παρελθόν μου,
αντικατοπτρισμός.
Ίσως και να το έζησα.
Ίσως μόνο να το φαντάστηκα.
Πιθανόν να το οικειοποιήθηκα,
παρασυρμένη από τη μαγεία
ενός δεινού αφηγητή.

Κι εκεί που δείχνει σταθερά προσηλωμένη στο μαύρο καταμετρώντας τις απώλειες και νοσταλγώντας "την ένταση αλλοτινών αισθημάτων", όταν

Ο δείχτης δεν κινείται.
Είναι στραμμένος σταθερά προς το λυκόφως.

πάλι το φως γίνεται οδηγός της, κι ας φαίνεται πως τη φοβίζει

Παρόλο που δεν υπήρξα αλιέας κοραλλιών,
έχω την εμπειρία του βυθού και του ερέβους.
Την εμπειρία του κινδύνου της κατάδυσης.
Και έλκομαι από το φως.
Το δυνατό το φως.
Πράγμα εξίσου επικίνδυνο. [...]

Συμφοιτήτριες με την Ιουλία στο Πολυτεχνείο, στα λόγια της αναζητώ στοιχεία και εικόνες εκείνης της εποχής κι εκείνης της κοπέλας κι εκείνης της γενιάς μας· και δεν μπορεί παρά να βρίσκω, αφού, όπως η ίδια λέει, η ποίηση "στη θέα του αθέατου ενδίδει".


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Κάνε νανά, 'γγονάκι μου και δυό φορές παιδί μου




                                           Κάνε νανά, 'γγονάκι μου και δυό φορές παιδί μου,
                                           με την ευχή του πάππου σου και με την εδική μου·
                                          'γγονάκι μου, να κοιμηθείς κι άγουρο μην ξυπνήσεις,
                                          μόνο με γέλιο, 'γγόνι μου, ν΄ακούσω να γκουίσεις.



                                                        Το παιδί μου το μικρό
                                                        έσκυψε να πιει νερό
                                                        κι έβρεξε το φόρεμά του
                                                        και το μάλωσε η μαμά του
                                                        έβρεξε και την ποδιά του
                                                       και το μάλωσε η θεια του,
                                                       κι έβρεξε την τραχηλιά του
                                                       και το μάλωσε η γιαγιά του.





Τα παραπάνω στιχάκια είναι νανούρισμα το πρώτο και ταχτάρισμα το δεύτερο από το ανθολόγημα της Φανής Σαρεγιάννη με νανουρίσματα, ταχταρίσματα, παιχνιδάκια και τραγούδια που συγκέντρωσε από διάφορες πηγές και κυκλοφόρησε το 1953. Ξεχωριστή συμβολή είχε, όπως η ίδια γράφει στην εισαγωγή, η Μαρία Λιουδάκη "με το πλούσιο χειρόγραφο υλικό της από την Κρήτη, που μου το έδωσαν η ίδια και ο κ. Μ. Τριανταφυλλίδης". Η Μαρία Λιουδάκη δεν ήταν άλλη από την "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφο", την αγωνίστρια δασκάλα που εκτελέστηκε στις 4 Δεκέμβρη του 1947 στο Ηράκλειο της Κρήτης (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2016/12/4-1947.html).

Ένα ενδιαφέρον επίσης στοιχείο της έκδοσης είναι ότι το εξώφυλλο και τα σχέδια στο εσωτερικό του βιβλίου είναι της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Το βιβλιαράκι κυκλοφόρησε στη σειρά της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης, εμπνευστής, ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης.


Αφιερωμένη η ανάρτηση στον μόλις ενός μήνα τρίτο εγγονό μου, που και μ' αυτόν θα κάνουμε τον κόσμο παραμύθι...

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Ο Δάντης για την ευγλωττία της Κοινής γλώσσας: αφιερωμένο στον Απόστροφο (που έκλεισε)



Όταν τον Σεπτέμβριο διάβασα ότι κλείνει το βιβλιοπωλείο Απόστροφος στην Κέρκυρα, λυπήθηκα πολύ γιατί το γνώριζα, το είχα επισκεφτεί πολλές φορές και θεωρούσα ότι αποτελούσε σημείο αναφοράς για το νησί, μια ήρεμη, ξεχωριστή γωνιά πολιτισμού. Βάλθηκα να ξαναδιαβάζω τα βιβλία του. Γιατί εκτός από βιβλιοπωλείο, ήταν και πολύ καλό εκδοτικό. Ξαναδιάβασα την "Ευγλωττία της Κοινής γλώσσας: De Vulgari Eloquentia" του Δάντη σε μετάφραση του Νίκου Κούρκουλου·  ο ίδιος έκανε επίσης την εισαγωγή και τα σχόλια που όλα ήταν κατατοπιστικά και κυρίως εξαιρετικά ενδιαφέροντα.

Το βιβλίο, όπως λέει ο μεταφραστής,  είναι, με σύγχρονους όρους, ταυτόχρονα έργο γλωσσολογίας και ποιητικής:

Αν ο Dante ξεχώριζε αυτές τις δύο πλευρές, θα μιλούσε ίσως για "διδασκαλία περί γλώσσας" και "διδασκαλία περί τέχνης".

Κοινή γλώσσα (vulgaris) ονομάζει ο Δάντης τη μητρική, "εκείνη που μαθαίνουν τα παιδιά από το περιβάλλον τους όταν αρχίζουν να ξεχωρίζουν τις φωνές [...]  εκείνη που, χωρίς κανένα κανόνα, μαθαίνουμε μιμούμενοι την τροφό μας".

Αυτή είναι η ευγενέστερη γλώσσα, λέει· υπάρχει και η δευτερεύουσα γλώσσα, η γραμματική, που διαθέτουν οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες και μερικοί άλλοι, που έχει κανόνες και που χρειάζεται χρόνο και αφοσιωμένη μελέτη για να τη μάθει κανείς.

Έχει πολύ ενδιαφέρον η ανάλυση για τη "μεγάλη σύγχυση" που έπαθαν οι άνθρωποι χτίζοντας τον πύργο της Βαβέλ 

[...] όλοι όσοι δούλευαν εκεί μιλούσαν μία και την ίδια γλώσσα, αλλά αμέσως μετά διαχωρίστηκαν σε πολλές γλώσσες και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και ποτέ ξανά δεν μπόρεσαν να συνεργαστούν. Μόνο όσοι έκαναν την ίδια δουλειά κράτησαν όμοια γλώσσα: δηλαδή φτιάχτηκε μία για τους αρχιτέκτονες, μία για όσους κουβαλούσαν τους βράχους, μία γι' αυτούς που τους επεξεργάζονταν και το ίδιο για κάθε ομάδα εργατών [...]

Και μίλησε για τις γλώσσες της Ευρώπης κι ύστερα για τις 14 ιταλικές διαλέκτους (γλωσσικές ποικιλίες) συγκρίνοντας και αναζητώντας "την ωραιότερη και λαμπρότερη γλώσσα της Ιταλίας". Δίνει χαρακτηρισμούς στη γλώσσα (κάτι σαν τα σημερινά επίπεδα ύφους ίσως) και την ονομάζει λαμπρή, αξονική, αυλική, βουλευτική (έχουν ενδιαφέρον οι σημειώσεις του μεταφραστή σχετικά με τους χαρακτηρισμούς αυτούς και τις αποδόσεις που προτείνει στα ελληνικά). Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο Δάντης για να συγκρίνει και τελικά να απορρίπτει διαλέκτους είναι αξιοπρόσεκτα, ενώ δίνει παραδείγματα που για έναν γνώστη της γλώσσας είναι ακόμη πιο προσιτά ως προς την αξιολόγηση που κάνει.


Στη συνέχεια, ασχολείται με την ορθή χρήση της Κοινής από αυτούς που "πλέκουν στίχους", και μάλιστα όχι όλους, αλλά τους "έξοχους" στιχοπλόκους. Μιλάει για τη φόρμα των ποιημάτων και τη διακρίνει σε μπαλλάτες, σονέτα και τραγούδια που είναι και η εξοχότερη όλων. Αναλύει τις μορφές των στίχων ανάλογα με τον αριθμό των συλλαβών, θεωρώντας ότι ο εντεκασύλλαβος είναι ο ανώτερος και ο μεγαλοπρεπέστερος.

Το έργο είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον και αντί άλλων δικών μου σχολίων, αξίζει να παραθέσω ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του Κούρκουλου:

[...] Παρομοιάζει τη γλώσσα με ζωντανό οργανισμό, που εξελίσσεται διαρκώς χωρίς αυτή η εξέλιξη να είναι ορατή. Όμως, έτσι, η σταθερότητα τείνει ν' αποχτήσει αρνητικό πρόσημο, καθώς αποκαλύπτεται αντίθετη με τη "φύση" της γλώσσας. Για ένα ζωντανό οργανισμό, η σταθερότητα είναι θάνατος. Ο ποιητής δεν μιλάει πουθενά για "νεκρή γλώσσα", ωστόσο η έννοια της νεκρής γλώσσας προκύπτει άμεσα από αυτή την πρωτότυπη, στον καιρό της, παρομοίωση.[...]




Ο Απόστροφος τελικά έκλεισε· μας έμειναν τα βιβλία του και η ανάμνηση μιας όμορφης γωνιάς στην πόλη της Κέρκυρας που την διατηρούσαν έτσι όμορφοι άνθρωποι.






Και δεν θα μπορούσα να μη θυμηθώ το Σχήμα στα Χανιά που έκλεισε πριν από μερικά χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο του ιδιοκτήτη του Γιάννη Βερυβάκη. Ένα όμορφο σημείο της πόλης των Χανίων, ένα σημείο αναφοράς για τους βιβλιόφιλους, όπου μπορούσες να είσαι με τις ώρες ψάχνοντας στα ράφια και να βρίσκεις απίθανα πράγματα. Ήταν στον κεντρικό δρόμο της πόλης, στην οδό Δημοκρατίας, στάση Βαγγέλη Κτιστάκη· ακόμη μένει κλειστό, με την εξώπορτα σκονισμένη και βρώμικη, έρημο και στενάχωρο στην όψη, λες και περιμένει έναν άλλο βιβλιοπώλη να' ρθει να του δώσει και πάλι ζωή. 

Από το Σχήμα έχω κρατήσει τη σακούλα, αδιάψευστος μάρτυρας βιβλιοπωλείου με ποιότητα και βιβλιοπώλη με μεράκι
Και ο Απόστροφος και το Σχήμα, όπως τα Αληθινά Πλούτη στο Αλγέρι, όπως το παλιό Βιβλιοπωλείο της Εστίας στην Αθήνα, όπως ήταν το βιβλιοπωλείο της Δωδώνης στην Ασκληπιού, όπως τόσα άλλα βιβλιοπωλεία που ευτυχώς υπάρχουν ακόμη, συμπυκνώνουν τον κόσμο μας, όπως λέει ο Χόρχε Καριόν στο βιβλίο του Βιβλιοπωλεία, όπου τόσο αγαπητικά περιγράφει, μάλλον ιστορεί, βιβλιοπωλεία που επισκέφτηκε σ ' όλα (περίπου) τα πέρατα της γης.


Πώς ξεστράτισα πάλι. Για το Δάντη και τη γλώσσα ξεκίνησα, για τον Απόστροφο ήθελα να μιλήσω, ας τελειώσω λοιπόν με τον Απόστροφο. Ας ευχηθώ να υπάρξ(χ)ει συνέχεια στην παράδοση των καλών βιβλιοπωλείων στην Κέρκυρα· και να σημειώσω ότι η εικόνα στην αρχή της ανάρτησης αυτής είναι από χαρτί περιτυλίγματος του Απόστροφου. Είναι ζωγραφισμένο με το χέρι. Όταν αγόραζες βιβλίο, η ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου έπαιρνε τα μαρκαδοράκια της κι επιτόπου έφτιαχνε μια ζωγραφιά πάνω στο χαρτί περιτυλίγματος, όχι πάντα την ίδια, κι αν ήταν γιορτές, η ζωγραφιά ήταν γιορτινή! Και πάντα χρωματιστή!

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Θα ξανάρθουμε σ' ένα καλύτερο παραμύθι: Μικρές Καταιγίδες της Βικτωρίας Γεροντάσιου



Τα δάκρυα των πολλών
Στο σύνορο
Ανυπεράσπιστο στήθος
Η μνήμη
Δεν άγγιξε ποτέ το γυμνό σώμα
Διασχίζω γραμμές
Ξαναγεννιέμαι βασιλιάς
Όχι της δικής μου
Ούτε μιας άλλης
Νοητή πατρίδα
Ήμασταν πολλοί


Είναι η καταιγίδα με αριθμό 41. Σαρανταεννιά οι αριθμημένες Μικρές καταιγίδες της Βικτωρίας Γεροντάσιου και μερικές ακόμη με τίτλους μάλλον συμβολικούς. Όπως η "Γίνεται Αμοργός"

Κρυψώνα, μια ζωγραφιά 
Στους βράχους
Βυθισμένες σκέψεις
Νανούρισμα του καλοκαιριού
.......

Λόγος κοφτερός, ελλειπτικός, μεστός, αλληγορικός

........
Σαν σπουργίτι
Όταν λιώνει στον ήλιο
Οι νότες ξεχνιούνται
Σκορπισμένες πετούν,
Το μαζί
Μια γεύση απόρριψης
Πεθαίνει στο μηδέν

Θάλασσα, ωκεανός, βροχή, καταιγίδες, το Αιγαίο, τα νησιά, το στοιχείο του νερού σαν να σε λούζει από παντού

Φυλαχτό του ορίζοντα
Στο στομάχι της άμμου
Το καράβι σου
Ένα απόμακρο Αιγαίο
..........................

ή

Όλοι μαζί, δίπλα δίπλα
Όλοι μαζί
Κι από πάνω του κόσμου η βροχή
..............................

Νοσταλγία, μνήμη, αντιθέσεις, προσμονή

..............
Φέρνοντας τη ζωή
Προς την αιώνια Αμερική

ή

Γειτόνων δάκρυα
Φουσκώνουν
Όταν λιώνει η βροχή
Κι ο αέρας
Μια μνήμη
Γίνεται στάχτη
......................

Η Βικτωρία Γεροντάσιου σπούδασε στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ και ύστερα έφυγε στη Γαλλία και ζει εκεί, στο Πουατιέ. Συγκινούμαι που διαβάζω τα ποιήματα της Βικτωρίας, όταν διαβάζω τους στίχους της, όμορφους στίχους, όμορφη γλώσσα, συγκινούμαι όταν διαβάζω 

...................
Όραμα των ζεστών βυθών
Θα ξανάρθουμε
Με καινούργια σπαθιά
Με αύριο από νίκη
......................

Κι επειδή γνωρίζω τη Βικτωρία από μικρούλα, η χαρά μου είναι διπλή. Κι αυτά που γράφω είναι από καρδιάς λόγια, ειλικρινείς καταθέσεις ευχαρίστησης και συγκίνησης μαζί όταν λέει

.......................
Αναπολούσε 
Τη φωτεινή αλλαγή
Επιθυμούσε στα μάτια σου
Να υπάρξει
Σ'ένα καλύτερο παραμύθι.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Άννα τ' όνομά της το μικρό...




Την παιδική μου φίλη
την είδα ξαφνικά
να στέκει
και να με κοιτά.

Αγάλματα κομμάτια
στα μάτια της τα δυο
λησμονημένες πόλεις
ναυάγια στο βυθό.

Ζεστό το μεσημέρι
το στόρι χαμηλό
κι η σκάλα
στο φωταγωγό.

Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
κανείς θα πλανηθούμε μοναχοί
θάλασσες πόλεις έρημοι σταθμοί.
Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή
τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.

Για πες μου μήπως ξέρεις
γι’ αυτήν που σου μιλώ
Άννα
τ’ όνομά της το μικρό.

Τη βλέπω κατεβαίνει
στέκεται στο σκαλί
και χάνεται για πάντα
στου κόσμου τη βουή.

Είδα την Άννα κάποτε, του Διονύση Σαββόπουλου.
Αφιερωμένο στη φίλη μου, Άννα τ' όνομά της το μικρό. Και στην Αννούλα τη Σολωμίτσα, την Άννα που είδα κάποτε και που ήταν φίλη πιστικιά. Και σε όλες τις Άννες ...