Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας




..........................

Και Κυριακή.
Πάλι σκοτάδι.


Χαίρετε κύριε Ιάκωβε χαίρετε.

Αυτός που ανακατεύει τα χαρτιά στο τραπέζι απέναντι με την ασήκωτη μάσκα τ’ αστραφτερά του χέρια τα δόντια χαμόγελο χαμόγελο φίλος.

Αυτός που μιλάει και τον ξέρεις δεν ξέρεις ποιος είναι.

Το μαύρο μονοπάτι προκυμαία στη μνήμη. Το σπασμένο φανάρι δεν έχει φανάρι και τούτη η μάντρα πρόχειρος συνοικισμός να προστατέψουμε τα καινούργια πτώματα.

Ξερές αναφορές ξερά υστερόγραφα.

Παγίδες δόκανα καταπαχτές που δεν τις ήξερες δέντρα και μισοσκότεινα αποσπάσματα η τελευταία ζητωκραυγή.

Κι όπως μιλούσαμε ξαφνικά σηκώνεται ο Νικήτας στη μέση της κάμαρας αρπάζει το κεφάλι του σαν τρελός το κεφάλι του έχει πάρει φωτιά τινάζονται πέτρες και σίδερα. Και στάχτη κατόπιν. Που ησυχάζει και ξανακάθεται αμίλητος.

Ύστερα οι νέοι επίδαμνοι οι αγκυλωτοί βασανιστές και η άμυνα γονατισμένη σακατεμένη μη μόναν όψιν.

Ύστερα εκείνο το σύντομο γέλιο όπως ένα ποτήρι που σπάζει.

Ύστερα ο ξεφτισμένος τοίχος οι χαλκάδες στον τοίχο το μυαλό μαλακό μουλιασμένο ματωμένο σφουγγάρι.

Η ενοχή των ενόχων η ενοχή των αθώων.

Η σφαγή των αθώων και το ψέμα ύστερα πάλι το ψέμα η αλήθεια το ψέμα ύστερα η νύχτα κοιμήσου κοιμήσου.

Θα τα ξεχάσεις όλα θα τα ξεχάσεις.

Θα σε σαρώσουν και σένα τα χρόνια σκουπίδι.

Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας.

Μνημεία σιωπηλά που ο κόσμος δεν έχει στάλα νερό.

Τα μεγάλα οράματα των ανθρώπων.

Δρόμοι και χωματόδρομοι πρόχειρα παραπήγματα πιο πίσω οι σκοτεινές ακίνητες τράπεζες.

Πιο πίσω το μαχαίρι καλά τροχισμένο. Χτυπήστε το φίλο σας στο κρυφό μονοπάτι.

Η πλάτη του φίλου σας ξαφνιασμένος σωριάζεται ανάποδα.

Φρικιαστικές ανταποκρίσεις φρικιαστικές σημασίες.

Τα σιδερένια συνθήματα το κατακάθι του σκοταδιού στο σκυλίσιο κεφάλι σου.

Το κατακάθι του έρωτα καθώς οι λέξεις

όπως οι λέξεις

σ’ αυτό το ποίημα το πικρό που γυρίζει ξαφνικά και δαγκώνει την ουρά του.


Τάκη Σινόπουλου "Νύχτες V", από τη συλλογή "Το Χρονικό", Κέδρος, 1975.


Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας...

------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Η παραπάνω εικόνα είναι από τον πίνακα του Βαν Γκογκ "Έναστρη νύχτα" Starry Night. Πληροφορίες για το έργο εδώ και εδώ.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Αναστοχασμός...



Για κάποιο λόγο, τα αποτελέσματα των χθεσινών εκλογών μου έφερε στο νου τους Μοιραίους του Κώστα Βάρναλη, το ποίημα που τραγουδούσαμε στις ταβέρνες εκείνα τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια.

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

Η ποίηση μας δίνει μια ευκαιρία παύσης και αναστοχασμού...


Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

("Μοιραίοι", του Κώστα Βάρναλη. Από την έκδοση με τίτλο "Ποιητικά", Κέδρος 1956, περιλαμβάνει τα μέρη "Το φως που καίει", "Σκλάβοι πολιορκημένοι", "Ποιήματα", αγορασμένο τον Δεκέμβριο του 1974).



Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Τα χέρια της...




Την έφερνα μέχρι το μπάνιο, ακουμπούσε τους αγκώνες στο νιπτήρα για να κρατιέται, δεν μπορούσε να σταθεί, ήθελε όμως να πλένεται, να πλένει το πρόσωπο, να τρίβει τα χέρια το ένα με το άλλο, της άρεσε να τα σαπουνίζει, ένιωθε πως υπήρχε, έκανε μόνη της αυτό που έκανε τόσες και τόσες δεκαετίες, ένιωθε πως ζούσε σαν ένας κανονικός άνθρωπος, κοιταζόταν στον καθρέφτη, ποιος ξέρει τι σκεφτόταν, καμιά φορά κουνούσε το κεφάλι, μια φορά μου είπε "πώς κατάντησα!", της έδινα την πετσέτα να σκουπιστεί, της χτένιζα τα μαλλιά, ένιωθα να μου λέει "άνθρωπος είμαι κι εγώ..."

Α ρε μαμά, κοντεύουν πέντε μήνες...

Από τα χέρα της.
Το στόλισα στη μνήμη της, μέρα της Μητέρας λένε η σημερινή...

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Α ρε μαμά...


Έβαζες ψεύτικες φωνές,
γελούσες κι έκανες πως κλαις
κι εγώ παιδί, α ρε μαμά.
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή
με ένα πιάτο και μια ευχή.
Τότε με κράταγες σφιχτά,
τώρα κοιτάς από μακριά.

Μέσα απ' τα δόντια να μιλάς,
σ' ακούω σαν τώρα, μη με σκας.
Δε θα σε ανεχτεί κανείς,
θα πας χαμένος, θα το δεις, α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Τις πόρτες άνοιγες στο φως,
να μπει ο ήλιος κι ο θεός,
να μας φυλάει, α ρε μαμά.
Τα βράδια ήσουν μια αγκαλιά
κι ανάμεσα απ' τα φιλιά
έκανες τη φωνή λαγού,
το λύκο και την αλεπού.

Και όταν γύριζα αργά,
θα σου τα πάρω τα κλειδιά,
θα βρεις τις πόρτες πια κλειστές,
θα με πεθάνεις, αυτό θες; α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Μαμά που πας;
Που πας μαμά;
Μαμά που πας;



Έτσι τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το τραγούδι για τη Μαμά με τα λόγια του Οδυσσέα Ιωάννου, αποδίδοντας στα ελληνικά το ομώνυμο τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ.



Α ρε μαμά, α ρε μαμά...