Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Οι Ελληνίδες μετανάστριες στην Αμερική: λίγες αναφορές από την Κόκκινη Αμερική του Κωστή Καρπόζηλου


Έως το φθινόπωρο του 1925 περίπου 400 Έλληνες εργάτες και 300 εργάτριες είχαν οργανωθεί στα τέσσερα κλαδικά Λόκαλ που συμμετείχαν στο Joint Board των εργατών γουναρικής.
  
Έτσι γράφει ο Κωστής Καρπόζηλος στην ενδελεχή μελέτη του για τους Έλληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι το 1950 με αντικείμενο την ιστορία της αμερικανικής Αριστεράς και τη συμμετοχή των μεταναστών σε πολιτικές και συνδικαλιστικές δραστηριότητες την περίοδο αυτή. Το βιβλίο έχει τίτλο Κόκκινη Αμερική: Έλληνες μετανάστες και το όραμα ενός Νέου Κόσμου 1900-1950 (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017). Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει, με αναφορές σε πολλές αξιόπιστες πηγές και σε ύφος και γλώσσα προσιτά για κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια, αλλά επίσης γιατί δίνει μια ευκαιρία να παρατηρήσουμε τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις τόσο στην εγκαθίδρυση, κοινωνικοποίηση και «τακτοποίηση» των μεταναστών όσο και στη γέννηση και ανάπτυξη του  αριστερού και συνδικαλιστικού κινήματος στην Αμερική.

 
Εδώ δεν θα δώσω πληροφορίες για όλο το βιβλίο (που ελπίζω να κάνω σε άλλη ευκαιρία), αλλά μόνο θα κάνω αναφορά στη συμμετοχή των γυναικών μεταναστριών στο εργατικό κίνημα, ως μια μικρή αφιέρωση για τη σημερινή ημέρα της γυναίκας. Είναι αλήθεια ότι στο βιβλίο δεν περιέχονται πολλά στοιχεία γιατί ασφαλώς δεν υπάρχουν, και αυτά που υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό αναφέρονται στην απασχόλησή των γυναικών στη γουναρική, αντικείμενο που έφεραν από την Ελλάδα οι μετανάστες (κυρίως από Καστοριά κτλ.) και το ανέπτυξαν με επιτυχία όπως φαίνεται. Μάλιστα, συνεχίζοντας την αναφορά στους εργάτες και τις εργάτριες της γουναρικής την επόμενη δεκαετία, ο συγγραφέας παρατηρεί ότι τον Οκτώβριο του 1937 το Λόκαλ 70, το συνδικαλιστικό όργανο υπό νέα ηγεσία, είχε περισσότερα μέλη από ποτέ, 1455 εργάτες και εργάτριες, και σημειώνει:

Η επέκτασή του [του Λόκαλ 70] στα εργολαβικά καταστήματα τροποποίησε, επίσης, τις έμφυλες δυναμικές, οι οποίες αντιστοιχούσαν στις διαφορετικές ειδικότητες στην παραγωγική διαδικασία. Οι νεαρές φινισίτριες αποτέλεσαν μία από τις δυναμικότερες ομάδες στο εσωτερικό του συνδικάτου. Ο ρόλος τους στην παραγωγή ήταν σημαντικός, καθώς ολοκλήρωναν την κατεργασία της γούνας προσθέτοντας, είτε με το χέρι είτε συνηθέστερα με μηχανή, υφάσματα, φόδρες και διακοσμητικά στοιχεία. Αποτελώντας το 52% των εγγεγραμμένων μελών, οι εργάτριες του Λόκαλ 70 αντιμετωπίστηκαν υπό το παραδοσιακό πρίσμα του κομμουνιστικού κινήματος της εποχής: η διαρκής εξύμνηση της παρουσίας τους στην πρωτοπορία των εργατικών αγώνων γινόταν μέσα από τη ρητή η υπόρρητη σύγκρισή τους με τους αρχετυπικούς πρωτοπόρους, που ήταν αποκλειστικά άντρες. Η εκλογή των τριών πρώτων εργατριών στη διοίκηση του Λόκαλ 70 με τον συνδυασμό της Προοδευτικής Ομάδας καταδεικνύει, από την άλλη, ότι το ερώτημα της αφανούς γυναικείας εργασίας, το οποίο στις συντηρητικές εκδοχές του εργατικού κινήματος απουσίαζε παντελώς, είχε διαφορετική βαρύτητα στα βιομηχανικά εργατικά σωματεία.

Μάλιστα, εδώ παραπέμπει και σε σχετικό άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εμπρός, στις 29 Ιουνίου 1937, με τίτλο «Ελληνίδες γουναροεργάτριαι απεργούν διά καλύτερους όρους» με υπογραφή «Προλετάριος».
 
Η αλήθεια είναι ότι στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, οι μετανάστες ήταν κυρίως άντρες, ενώ οι γυναίκες έμεναν πίσω περιμένοντας το χαρτί που θα τους επιτρέψει να πάνε να συναντήσουν το αμερικάνικο όνειρο με τον άντρα τους που έφυγε πρώτος (ας θυμηθούμε την τραγική ιστορία του Πιτσιμπούργκου) ή  με τον άντρα που θα παντρευτούν κι ας μην τον γνωρίζουν (ας θυμηθούμε την εμβληματική ταινία Νύφες του Παντελή Βούλγαρη σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη, αλλά το ίδιο περιεχόμενο έχει και η πρώτη φωτογραφία με Ελληνίδες μετανάστριες που φτάνουν στις ΗΠΑ το 1921 ως νύφες). 
 
Μετανάστριες διαδηλώνουν ενάντια στην παιδική εργασία (από το βιβλίο Καρπόζηλου)
 
Κάνοντας μια αναζήτηση στο Διαδίκτυο για σχετικές πηγές, βρίσκει κανείς πολλές πληροφορίες για τους Έλληνες μετανάστες και τις συνθήκες ζωής και εργασίας. Όπως σημειώνει ο Ελληνοαμερικανός δεύτερης γενιάς Mitcho S. Pappas στη διατριβή του με τίτλο "Greek immigrant in the United States since 1910" (University of Montana, 1950):
 
Ο Έλληνας μετανάστης δέχτηκε εκμετάλλευση και εξαπατήθηκε από αδίστακτους Αμερικανούς καπιταλιστές καθώς και από τους δικούς του ανθρώπους που είχαν αποκτήσει πλεονεκτική θέση στο νέο κόσμο.
 
Αριθμός Ελλήνων μεταναστών και Ελληνίδων μεταναστριών στις ΗΠΑ (Πηγή εδώ) 
 
 
Βρίσκονται επίσης πληροφορίες για την παρουσία ή απουσία των γυναικών, ότι π.χ. οι γυναίκες απασχολούνταν κυρίως σε οικιακές εργασίες, πλέξιμο κτλ. (J.P. Xenides, The Greeks in America, 1922) ή ότι υπήρχαν γυναίκες που διέπρεψαν στα γράμματα, στη δημοσιογραφία κτλ. αλλά ήταν αφανείς, ξεχασμένες (Theodora D. Patrona, The Forgotten Female Voices of the Greek Diaspora in the United States, 2015) κ.ά. Στο βιβλίο του ο Κωστής Καρπόζηλος δίνει στοιχεία για την επαγγελματική και συνδικαλιστική δραστηριοποίηση των γυναικών, όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, και μάλιστα στον τομέα της γούνας. Αναφερόμενος στη μεγάλη απεργία των γουνεργατών του 1925-1926 και στον ρόλο των κομμουνιστών που για πρώτη φορά ήρθαν σε επαφή με εκατοντάδες εργάτες και εργάτριες, σημειώνει:

Μια επιπλέον παράμετρος της εξέλιξης αυτής αφορούσε τη ριζοσπαστικοποίηση των γυναικών του κλάδου. Εκατοντάδες Ελληνίδες εργάτριες είχαν εγγραφεί στο συνδικάτο του 1925 και είχαν συμμετάσχει στις απεργιακές διεκδικήσεις του επόμενου διαστήματος. Η παρουσία τους αντανακλούσε τους έμφυλους καταμερισμούς στο εσωτερικό των εργαστηρίων, καθώς ορισμένα στάδια της παραγωγής, όπως το πέρασμα της φόδρας, ήταν συνδεδεμένα με τη γυναικεία εργασία. Παρά τη σημαντική τους παρουσία στο εσωτερικό του κλάδου παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αόρατες: οι σχετικές αναφορές στον μεταναστευτικό τύπο της περιόδου είναι μηδαμινές. Με τα δεδομένα αυτά , η υπογραφή της διακήρυξης της ελληνικής επιτροπής του Joint Board τον Φεβρουάριο του 1926 από 4 εργάτριες, σε σύνολο 12 υπογραφών, συνιστά τομή. Για πρώτη φορά η γυναικεία εργασία εμφανιζόταν ως ισοδύναμη της ανδρικής, ενώ η συνδικαλιστική οργάνωση των γυναικών αμφισβητούσε τη στερεότυπη αντίληψη ότι η εργασία των Ελληνίδων ήταν περιστασιακή ή συμπληρωματική στην ανδρική.  Την ίδια στιγμή, ο λόγος του συνδικάτου, όπως και τις κομμουνιστικής Αριστεράς, φανέρωνε όρια και αντιφάσεις. Ο «ανδρισμός», συνώνυμο της μαχητικότητας, της συνοχής και της αδιάλλακτης στάσης, ήταν το αδιαμφισβήτητο μέτρο με βάση το οποίο κρινόταν και εξυμνούνταν η παρουσία των εργατριών στην καθημερινότητα της απεργίας. Υπό την οπτική αυτή, η συνδικαλιστική οργάνωση των εργατριών του 1925-1926 αποτελεί ασφαλώς τομή, εντός της οποίας όμως υπήρχαν σημαντικές συνέχειες και αδράνειες.

Γενικότερο ενδιαφέρον έχει, πάντως, πηγαίνοντας προς την τελευταία δεκαετία που εξετάζει, δηλαδή έως το 1950,  η ανάλυση των αλλαγών που έρχονται και των επιδράσεών τους στην αμερικανική κοινωνία και πολιτική:

Οι μεταναστευτικές και εθνοτικές κοινότητες ανήκαν στους κερδισμένους της μεταπολεμικής εποχής . Τα υψηλά ημερομίσθια, η είσοδος των γυναικών στην παραγωγή, η σταθερότητα της εργασίας, τα επιδόματα και οι παροχές στους βετεράνους αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και εκατομμύρια Αμερικανούς της πρώτης και κυρίως της δεύτερης μεταναστευτικής γενιάς. Τα στεγαστικά προγράμματα και η κοινωνική κινητικότητα σήμαιναν ότι πολλοί μπορούσαν να μετακομίσουν από τις παλιές εργατικές γειτονιές στα προάστια της τακτοποιημένης καθημερινότητας, κάτι που συνιστούσε αποφασιστικό βήμα προς την κοινωνική καταξίωση, την εξίσωση με τους γηγενείς και την εκπλήρωση του Αμερικανικού Ονείρου.
[...] Υπήρχε, βέβαια, μία σοβαρή εξαίρεση στο σχήμα αυτό: η ταύτιση των εθνοτικών πληθυσμών με αντιαμερικανικές ιδεολογίες, δηλαδή τον κομμουνισμό. Σε αυτή την περίπτωση δεν είχαν θέση στο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό το οποίο αντικαθιστούσε τις παλαιότερες θεωρίες της χοάνης που παρήγαγαν μία, ενιαία αμερικανική ταυτότητα.

Και ειδικά για τις κοινότητες των Ελληνοαμερικανών, ο Καρπόζηλος σημειώνει ότι:
 
«συνιστούσαν ένα καλό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οι εξελίξεις στη χώρα καταγωγής συμβάδιζαν με τις κυρίαρχες αμερικανικές αξίες. [...] Η κοινωνική άνοδος, οι σπουδές της δεύτερης και της τρίτης μεταναστευτικής γενιάς, η διαρκής σύγκριση με τις συνθήκες στην Ελλάδα καθιστούσαν τους Ελληνοαμερικανούς επιτυχημένα παραδείγματα του αναγεννημένου Αμερικανικού Ονείρου»
 
και ότι
 
«οι μετανάστες του παρελθόντος και νυν πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών μετατρέπονταν σε διάμεσους, πρεσβευτές του ονείρου αυτού στην καθημαγμένη από τον πόλεμο Ευρώπη»
 
Τα παραπάνω είναι λίγα μόνο στοιχεία από το εξαιρετικό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου. Δείχνουν, πάντως, ότι και οι Ελληνίδες μετανάστριες, είχαν παρουσία στο εργατικό κίνημα. Ήταν κι αυτές οι ανώνυμοι, αόρατοι άνθρωποι που «στράφηκαν προς την Αριστερά, αναζητώντας διέξοδο από τις περιοριστικές συνθήκες του παρόντος», όπως γράφει στην Εισαγωγή ο συγγραφέας. Διαβάζοντάς το, κάνουμε πολλές σκέψεις για την εξέλιξη των πραγμάτων και για το σήμερα, για σημερινές καταστάσεις, για συμπεριφορές και απόψεις που ακούγονται αβασάνιστα, και πολιτικές, όχι πάντα όπως θα έπρεπε...

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Πιτσιμπούργκο, της Σώτης Τριανταφύλλου: στάλες αμερικάνικου ονείρου


Φτώχεια, αναδουλειά και αναφαγιά, πόλεμοι, αβεβαιότητες, κι από την άλλη το αμερικάνικο όνειρο, τεράστιες πόλεις, ψηλά χτίρια και σίγουρη δουλειά, κι ας ήταν στα μαυρισμένα τοπία του κάρβουνου και του χάλυβα. Δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, μέσα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η ιστορία του Δημοστένη, νιόπαντρου νέου από τη Χίο που φτάνει στο βιομηχανικό και πλούσιο Πίτσμπουργκ να βρεί την τύχη του, και της Ελέγκως, της νεαρής γυναίκας του που περιμένει το εισιτήριο  να πάει κοντά του. Ανταλλάσσουν επιστολές αγάπης και προσμονής. 

Εκείνος, σαν καταφέρει να βρει γραμματικό να του υπαγορεύει τα που θέλει να της πει, περιγράφει τα πράματα και θάματα του νέου κόσμου, τις συνθήκες ζωής και δουλειάς (με προφανή αθωότητα, αλλά και μπόλικο φόβο και ανασφάλεια) και τις οικονομίες που προσπαθεί να μαζέψει για να την καλέσει κοντά του στο Πιτσιμπούργκο, που «είναι πόλις μεγάλη, τέτοια εν έχεις ματαδεί», γράφει στην αγαπημένη του.

Πιτσιμπούργκο, 26 Νοέβρη 1913 

Ελέγκω μου γυναικούλα μου, λίγη απαντοχή ακόμα, σπαρτάρα μου. Φχαριστώ για τον ταβλά, έφτασε τριμμένος αλλά ήτονε μπουκιά και συχώριο. Ο Σπύρος ελωλάθηκε, εγώ σκεφτόμουνα ήμπα του κάμει καλό στο ροχαλητό. Αλλά μπα, τίποτις.

Εψές είχαμε συφορά εδώ στο Πιτσιμπούργκο, κόσμος επνίγηκε μέσα στον υπόνομο! Στους βόθρους! Είναι σκληρή η ζωή στην Αμερική, Ελέγκω μου, το μόνο καλό είναι ότι γνωρίζεις πού και πού κανέναν άνθρωπο της προκοπής, κι ότι όλοι οι αθρώποι είναι διαφορετικοί, εχτός αφ' τους Σλάβους, που 'ναι σαν κι εμάς, πάνω κάτω δηλαδής.  Οι γυναίκες είν' αλλιώτικες, όχι ότι ξενοκοιτάω, Ελέγκω μου, αλλά είν' αλλιώτικες και, ντρέπουμαι που θα το ειπώ, είναι τσαούσες,  κάμνουνε ό,τι κάμνουνε κι οι άντρες. Δουλεύγουνε, μπαίνουνε στ' αυτοκίνητα, οδηγούνε,  ζητούνε μιστά, και τώρα θένε, λένε,  και τον ψήφο. Πριν από χρόνια, μου το 'πε ο Παντελής ο Τιχάκης,  είχανε γίνει επεισόδια στα εργοστάσια, οι γυναίκες την επληρώσανε τη νύφη. Ξύλο με παλούκια, Ελέγκω μου. Εδώ κι εργοστασιάρχες είναι με τους Τούρκους. Βουρδουλιάζουνε. Αλλά μονάχα άμα ζητήσεις αύξηση. Λένε: Έτσι κι απεργήσετε, το ποτάμι θα βαφτεί κόκκινο. Σ', Ελέγκω μου, και λουφαζω. Αχνα δε βγάζω ο έρμος.

[...]

Θα ρθεις και θα με καμαρώνεις. Βασίλισσα θα σ' έχω.  Οι άλλοι Χιώτες, που δουλεύγουνε στα κάρβουνα και στις προβλήτες, θα μας ζηλεύγουνε. Στα κάρβουνα παθαίνουν τα πλεμόνια σου και στις προβλήτες σού σπάει η ραχοκοκαλιά. Σλάβοι, αράπηδες κι Έλληνες είμαστε ένα και το αυτό, Ελέγκω μου,  για να λέμε τη σκάφη σκάφη. Εδώ λένε (μπορεί να 'ναι και φούμαρα) πως στη Νέα Ορλεάνη, άλλη πόλη ετούτη,  νότια, οι Έλληνες είναι πασάδες κι οι Χιώτες έχουν χτίσει εκκλησι καταδική τους, ορθόδοξη.

Ήμπα  βάλανε κάνα τηλέφωνο της προκοπής στη Χώρα; Να ημπορέσω να σε ακούσω;

Ο Δημοστένης σου

Κι εκείνη του γράφει για τις δουλειές στο νησί, που παλεύγει όλη μέρα με το σπίτι και το περβόλι και που του πλέκει ένα χοντρό χράμι να σκεπάζεται στην παγωνιά του Πιτσιμπούργκου, και για την προσμονή της να λάβει το πολυπόθητο εισιτήριο. 

Χίος, 12 Μάη1914

Δημοστένη μου ελπίζω να 'σαι καλά και να μου στείλεις με το άλλο γράμμα το εισιτήριο. Εδώ πλακώνουν ακόμα πρόσφυγες, πολύπαθοι, κουρελήδες, πλακώνουν απ' το ξημέρωμα ίσαμε το δείλι. Παποριές ολάκερες, καΐκια, λένε πως απέναντι, στο Τσεσμέ, γίνονται σφαγές. Η Χώρα γιόμισε άντρες, γυναίκες, ορφανά, έπιπλα, συμπράγκαλα, ένα σωρό παλιοπράματα, όλοι κουρνιάζουν στα καφενεία κάτω αφ' τις τέντες. Βρέχει,  Δημοστένη μου, κι εδώ, όπως στο Πιτσιμπούργκο . Κι έμαθα αφ' την  Κατίγκω πως μαζί με τους πρόσφυγες ήρτανε κι αρρώστιες, εχτός από την ευλογιά τώρα έχομε και μηνιγγίτη. Αφ' τον μηνιγγίτη πεθαίνεις.

[ ...]

Δημοστένη μου, εν αιστάνομαι καλά, μου πονάει το ποκοίλι κι έχω αναφαγιά. Στείλε το εισιτήριο. Η άμια λέει πως είναι μάτιασμα. Γιατί, ήντα έχω για να με  ματιάσουνε; Τίποτις εν έχω. Ε, που έκανα εμετό, μου  'φτιαξε δυόσμο με τσόφλια από λεμόνι. Για να δούμε, θα γιάνω;

Η Ελέγκω σου

Σε λίγες σελίδες η Σώτη Τριανταφύλλου ζωντανεύει την τραγική μοίρα των μεταναστών και των οικογενειών που αφήνουν πίσω τους, μεταφέρει εικόνες από τη ζωή στη βιομηχανική πόλη του αμερικάνικου ονείρου, όπως τις φαντάζονται και όπως τελικά τις βιώνουν οι ήρωες του βιβλίου της, και τελικά οι μετανάστες όπου γης. Πρόκειται για το βιβλίο «Πιτσιμπούργκο» που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2006 στη Χίο και επανακυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Πατάκη. 


Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου το 2006 από τις εκδόσεις Αιγέας της Χίου

Είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που ανταλλάσσουν ο Δημοστένης με την Ελέγκω, σε ιδιωματική γλώσσα και ύφος της Χίου που το κάνει ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο και προσιτό, με την χρήσιμη προσθήκη του γλωσσαρίου στο τέλος του βιβλίου. Το απόλαυσα ως αναγνώστρια, το φαντάζομαι ως ένα θεατρικό έργο για δύο πρόσωπα, που μπορεί να συγκλονίσει και με το περιεχόμενο, κυρίως, αλλά και με το ύφος γραφής.

Μέρος από το γλωσσάρι στο «Πιτσιμπούργκο» (2023)

----------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση

Διαβάζοντας το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου για το Πίτσμπουργκ, θυμήθηκα ένα άλλο εξαιρετικό βιβλίο, επίσης για τους  Έλληνες μετανάστες σε βιομηχανική πόλη της Αμερικής. Πρόκειται για το «Δενδρίτες» της Κάλλιας Παπαδάκη που αναφέρεται στο Κάμντεν του Νιου Τζέρσευ. Είχα γράψει εδώ.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Χάθηκε βελόνι, του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Τσίμπι-τσιμπιτόνι
χάθηκε βελόνι
πάω να το βρω
εχάθηκα κι εγώ.

Η ιστορία των ηρώων αρχίζει στο Δρεπένι της Αλβανίας, ένα επινοημένο χωριό, η Χειμάρα ίσως; δεν έχει σημασία. Η ιστορία μιας οικογένειας από το Δρεπένι μέχρι τη νότια Πελοπόννησο. Με ημερολογιακή καταγραφή η πορεία της στον χρόνο και στους τόπους, από τον Βασίλη το 1932 στον Παύλο κι ύστερα στη γυναίκα και στα παιδιά του Παύλου, κι από την Ελλάδα στην Αμερική, για την αναζήτηση μιας ρίζας που χάθηκε, ενός άπιαστου ονείρου, μιας ανάγκης για επιστροφή. 

Όλα μαζί αποτελούν στοιχεία που δένονται στην ιστορία μιας οικογένειας μεταναστών από την Αλβανία που αφηγείται ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος στο βιβλίο του «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο, 2021).

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, το πρώτο («Πέτρος») με την εισαγωγή στην ιστορία της οικογένειας, το δεύτερο («τσιμπιτόνι»), που είναι και το πολύ δυνατό για μένα, με την ιστορία της οικογένειας από την Αλβανία στην Ελλάδα μέσα από την αφήγηση της μάνας και το τρίτο ("electric blue") με την αναζήτηση ενός εκ των παιδιών της οικογένειας που χάθηκε στα σύνορα.

Αφηγητής ο συγγραφέας, πρωταγωνιστής ο Αλέξανδρος, ένα από τα παιδιά της οικογένειας, ή μήπως ο ίδιος ο συγγραφέας; Δεν έχει σημασία, η ιστορία είναι  ιστορία των χιλιάδων μεταναστών που άφησαν τον τόπο τους εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80 αρχές δεκαετίας του 90, πήραν τα παιδιά τους, πέρασαν χίλιες δυσκολίες κι έφτασαν σ' έναν τόπο άγνωστο σε άγνωστους ανθρώπους, συχνά καχύποπτους, βρήκαν ανοιχτές μα και κλειστές πόρτες, γέννησαν κι άλλα παιδιά στον καινούριο τόπο που έκαναν πλέον και δικό τους.

Πρώτος ήρωας ο παππούς Βασίλης που δεν του αρέσει ο τόπος που γεννήθηκε. Απρίλιος 1932:

Δεν του φαίνεται άσχημος, αλλά δεν μπορεί αυτός να γεννήθηκε σε έναν τόπο που σε κάθε του πέτρα δείχνει την περιφρόνησή του για τον άνθρωπο. Αυτός λαχταρά ισιώματα και πεδιάδες για να μπορούν να τριγυρνούν οι άνθρωποι όπου τους κάνει κέφι. [...] Περπατάει για ώρα και λαχάνιασε. Το μπλε κοντό παντελόνι που του έχει φέρει ο πατέρας από την Ιταλία έχει γεμίσει αγκαθάκια.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που του δίνει τον τίτλο «τσιμπιτόνι», η μάνα αφηγείται τη ζωή της από την Αλβανία μέχρι την Ελλάδα και μάλιστα στο βορειοηπειρώτικο ιδίωμα, πράγμα που κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον το μέρος αυτό του βιβλίου. Είναι συγκλονιστική η αφήγηση της μάνας, τις δυσκολίες στην Αλβανία, την απόφαση να φύγουν,

Μου ερχότανε να σηκωθώ και να πάγω στη μάνα μου, στον τάφο του τάτα μου, κι έβανα τα κλάματα μέχρι να με πάρει η μίσα.

Αλλά μπονόρα ήγλεπα τα παιδία κι έπαιρα τα ήπατα.

 τα σύνορα, την κατάσταση στο χωριό που εγκαταστάθηκαν, τις πρώτες δυσκολίες, τις σχέσεις με τους ντόπιους, όλα...

 εμείς γιατί τον αφήκαμε τον τόπο μας; Για τα παιδία τον αφήκαμε. Μπας και ζήσουν καλύτερα από του λόγου μας.

όχι πως ήταν εύκολο για όλους, ο πατέρας ήταν δάσκαλος, εδώ έψαχνε δουλειές του ποδαριού, στα χωράφια, όπου νάναι

Του Παύλου δεν του άρεσε όμως που δούλευε αργάτης σα χωράφια. Κείνος είχε μεγαλώσει άρχοντας. Σο σχολείο το Δρεπένι τα παιδία του φυλάγανε τα χέρια.

Καλή στη δούλεψή της η μάνα, τη θέλανε σ' όλα τα σπίτια, η δουλειά δεν της έλειπε. Τα παιδιά μεγαλώνουν, σιγά σιγά σκορπίζουν κι αυτή μένει μόνη με το θάνατο του Παύλου και γυρίζει στις ρίζες, στο χωριό της, στο σπίτι της

Α, εφύτεψα και μια ισκέα έξω, κει που ήτανε η παλαία. Τότση είναι, αλλά θα μεγαλώσει και θα μου δίνει κάτι σύκα τέτοια.

Μαύρα σαν τα μαλλία μου.

Στο τρίτο μέρος, ο ήρωας αναζητεί τον χαμένο αδελφό και ο συγγραφέας το νόημα των πραγμάτων, πάει στην Αμερική και περισσότερο συλλογάται κάνοντας πως παρατηρεί «μικροσκοπικές ίνες που με υπομονή και σύνεση υφαίνουν πλέγματα χειροπιαστού νοήματος χρήσιμου στον απλό καθημερινό κόσμο που αγωνιά για το ψωμί και το γάλα στο τραπέζι»

Βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει τον «αμερικανισμό», όταν η μύτη του «πλακώνεται από το θυμίαμα της κόκα κόλα και του σκέτου νερωμένου καφέ» και είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του για τον αμερικανικό τρόπο σκέψης αλλά και με αιχμές γενικότερες προς άλλους αποδέκτες, όπως τουλάχιστον εγώ διαβάζω το παρακάτω κείμενο στη σελίδα 258:

Ναι, τώρα μόλις καταλαβαίνει ο Αλέξανδρος τι είναι αυτό που του έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στην Αμερική, τι είναι αυτό που δίνει ένα τόσο έντονα διαφορετικό στίγμα σε σχέση με τον αέρα της Ευρώπης: δεν είναι ούτε η δύναμη ούτε το μεγαλείο ούτε ο πλούτος ούτε η εμμονή με την ατομική ελευθερία, είναι η απουσία ιστορίας που χάνεται στους αιώνες· φαντάζεται τη χώρα αυτή σαν ένα πλάσμα άφυλο που με κάποιον τρόπο δεν πέρασε παιδική ηλικία αλλά γεννήθηκε μονομιάς σχεδόν ενήλικο, κι έτσι, στερούμενο παρελθόντος, πορεύεται ανάλαφρα στο μέλλον, απαλλαγμένο από τη γελοία υποχρέωση της αναπόλησης και του αναμασήματος, χωρίς σπάγγους ή κισσούς να το δένουν με τα περασμένα, μόνο για την πορεία εμπρός μεριμνά και για τους τρόπους που θα μπορέσει να μεγαλώσει κι άλλο μέσα τους, μεγεθύνοντας τη δόξα εμπλουτίζοντας το μεγαλείο ...  [...]

Η ιστορία που αφηγείται ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος έχει ίσως αυτοβιογραφικά στοιχεία; Δεν έχει σημασία, έχει σίγουρα βιωματικά στοιχεία, αφού κι ο ίδιος γεννήθηκε στη Χειμάρρα και η οικογένειά του κάπου την ίδια εποχή κατηφόρισαν στην Ελλάδα, στη νότια Πελοπόννησο, για ένα καλύτερο μέλλον. Θα μπορούσε να είναι και η ιστορία μιας οικογένειας Σύρων, Αφγανών, Νιγηριανών, Ιρακινών, Πακιστανών, αλλά και μιας οικογένειας Ελλήνων μεταναστών στις δεκαετίες του '50 ή '60 (όπως ένας θείος μου που με την οικογένειά του πήγαν στη Γερμανία) ή στις δεκαετίες του '10 και του '20 του 20ου αιώνα (όπως ο πατέρας του θείου μου, ο παππούς μου, που νεαρός πήγε στην Αμερική).  

Βέβαια, χάρισμα του βιβλίου δεν είναι μόνο η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας και οι κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις του θέματος που πραγματεύεται, αλλά και ο τρόπος που το κάνει, η ίδια η γραφή του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου, με πλούσια και καθαρή αφηγηματική γλώσσα αλλά και εξίσου πλούσιο θεωρητικό λόγο μέσα από τον οποίο δεν χάνει ευκαιρία να περιγράψει, να σχολιάσει, να καυτηριάσει φαινόμενα και καταστάσεις.

Ένα τελευταίο αλλά πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό στοιχείο του βιβλίου που δεν θα ήθελα να παραλείψω είναι το γλωσσάρι, στο οποίο περιέχονται λέξεις, κυρίως από το δεύτερο μέρος με την αφήγηση της μάνας στο βορειοηπειρωτικό ιδίωμα. Όπως φαίνεται και στα παραδείγματα που παρέθεσα παραπάνω, μερικές φορές δυσκολεύεσαι να κατανοήσεις τις λέξεις. Συχνά αναγνωρίζεις τις ρίζες με στοιχεία και από άλλα τοπικά ιδιώματα ή άλλες γλώσσες (π.χ. ιταλικά, όχι τυχαία), αναγραμματισμούς, περικοπές των λέξεων κτλ. 

Είχα πρωτοδιαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του «Τραμπάλα» (Μελάνι, 2016), ξεκινώντας από την περιέργεια ότι είχε σπουδάσει τοπογράφος μηχανικός (και μην μου πείτε περί ... συντεχνιακών καταστάσεων κτλ., αλλά έπαιξε ρόλο για αρχή), και μου άρεσαν, νομίζω ότι και με αυτό τώρα το μυθιστόρημα επιβεβαιώνει πως έχει πολλές δυνατότητες, έχει απόψεις, έχει εμπνεύσεις, έχει αφηγηματική ικανότητα, αναγνώστρια είμαι, βέβαια, όχι κριτικός,  ελπίζουμε να δώσει κι άλλα καλά (και ποιήματα επίσης, το πιο πρόσφατο βιβλίο του εξάλλου είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Αγόραζα πάντα διάφανες ομπρέλες» από τη Θράκα, ενώ για την πρώτη είχε πάρει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου). Και μην ξεχάσω, για το «Χάθηκε βελόνι» είναι υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2022.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Σας αρέσει ο Μπραμς;

"Σας αρέσει ο Μπραμς", της Μάρως Δούκα με την Κάτια Γέρου

Έλεγε ο πατέρας: Η τέχνη είναι σαν ψωμί, τόσο την έχουμε ανάγκη. Μικρή τον πίστευα. Έπειτα δεν μπορούσα να τον πιστεύω. Τον έβλεπα και τον λυπόμουνα. Μετά τον μισώ... Τώρα, δεν ξέρω. Όχι, δεν μου χρειάζεται η τέχνη. Καμιά τέχνη. Πονάω πολύ βλέπω φιλμ. Και τραγούδια πονάνε. Μπορώ μόνο ακούω μουσική. Πατέρας αγαπούσε Ρίχτερ. Εγώ αγαπάω Γκλεν Γκουλντ. Έχεις ακούσει; Μπαλάντες και ραψωδίες του Μπραμς... Το βλέπω στο βλέμμα σου. Αλλοδαπή πουτάνα και ακούσει Μπραμς; Οκέι, τώρα δεν ακούω. Ξέρω όμως ότι μπορώ να ακούω. Τον είχα ζητήσει στη δεύτερη εγκυμοσύνη. Η κυρία (μιμείται:) πο, πο... τι χαρά, το παιδί μας ακούει Μπραμς! Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα Φρανσουάζ Σαγκάν, έπειτα φίλμ με αγαπημένη ηθοποιό...

 


 

Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα από Φρανσουάζ Σαγκάν το 1959 (Ζαχαρόπουλος, 1995 και νεότερο από εκδόσεις Αγγελάκη, 2018),

 

 

 

κι έπειτα το φιλμ "Σας αρέσει ο Μπραμς;" με αγαπημένη ηθοποιό, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η εξαιρετική ταινία του Ανατόλ Λίτβακ, ασπρόμαυρη γαλλική, Παρίσι, 1961, με Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ιβ Μοντάν, Άντονι Πέρκινς, Μισέλ Μερσιέ, Γιούλ Μπρίνερ, Ζαν Πιέρ Κασέλ.

 
 

Κι ύστερα, μετά τη δεκαετία του '90, ο μονόλογος "Σας αρέσει ο Μπράμς;" της Μάρως Δούκα, για τα κορίτσια που ήρθαν στην Ελλάδα να βρουν καλύτερη τύχη, που αγαπούσαν κάποτε τον Μπραμς, που αν και δεν τον ακούνε τώρα πια, ξέρουν ότι μπορούν να τον ακούσουν

Με βλέπεις και βλέπω τη λύπη στα μάτια σου. Εσύ τι βλέπεις στα μάτια μου; Πρόσεξέ την, εκεί. (Δείχνει προς τη μεριά του κοινού:) Ρωσίδα. Βλέπεις ομορφιά; Σε δυο τρία χρόνια θα είναι αγνώριστη. Και η Μολδαβή θα είναι αγνώριστη και η Βουλγάρα. Σπάει νωρίς η γυναίκα… Αν δεν ήμουνα αυτή, όχι μπλε μάτια, δε θα με διαλέγανε μάνα στα παιδιά τους. Όχι μάνα... Ζώο που γεννάει, κι ύστερα παίρνει η άλλη το παιδί αγκαλιά. 

Αν τα θυμάμαι τα παιδιά μου; (Παύση)*

Κι ύστερα, το ίδιο, στην ομότιτλη παράσταση της Ομάδας Τέχνης το 2000, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, με την Κάτια Γέρου στον τραγικό μονόλογο της γυναίκας από τη Ρωσία που άκουγε κάποτε και που ακόμη θα μπορούσε ν' ακούει Μπραμς.

Κοινό σημείο σε όλα τα παραπάνω έργα η τρίτη συμφωνία του Μπραμς. Εδώ, με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.


Επειδή όμως, από τον Μπραμς, αγαπάμε και τους Ουγγρικούς χορούς, ας τους ακούσουμε εδώ 


 και μπορείτε ν' απομονώσετε στο 47:37 τον χορό αρ.21.

Πάλι, τον ίδιο χορό, γιατί όχι και στην εκδοχή με μπουζούκι, όπως τον εμπνεύστηκε ο δικός μας Θανάσης Πολυκανδριώτης;**


Ο Γιοχάνες Μπραμς γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια στο Αμβούργο (7 Μαϊου 1833 – 3 Απριλίου 1897).

Και ναι, μας αρέσει ο Μπραμς!

 -----------------------------------------------------------

 

 * Τα αποσπάσματα του πεζογραφήματος "Σας αρέσει ο Μπράμς" της Μάρως Δούκα είναι από τη συλλογή "γιατί εμένα η ψυχή μου" (Πατάκης, 2012). Το ίδιο περιέχεται στον συλλογικό τόμο με τρεις θεατρικούς μονόλογους "Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν" των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα αντίστοιχα (Κέδρος, 2007). 

 

 

 

 

 ** Πληροφορίες εδώ: https://www.ogdoo.gr/apopseis/kostas-mpalaxoytis/exeis-akoysei-brahms-me-bouzoyki.


Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πικρή μικρή μου αγάπη ... Βαγγέλης Γκούφας ή Βρανάς



Τα χέρια του είν’ η φωνή, 
φωνή δυνατή που δεν λέει πως πονεί,
χιόνια και βροχή,
η ματιά του θολή και κλεισμένοι ουρανοί.

Στην ξενιτειά, οι σκιές τον βαραίνουν,
λίγα λιόδεντρα, μαύρο ψωμί,
χιόνια και νερά
και χαμένη χαρά, το παράπονο υφαίνουν.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.

Ψεύτρα η προκοπή,
δεν του το `χανε πει, κι ο καημός του ντροπή,
πίσω στα παλιά,
δάκρυα και φιλιά, κελαηδούν τα πουλιά.

Το κυπαρίσσι που δέρνουν οι ανέμοι,
στου πατέρα την πέτρα, φωτιά,
κλείσε την πληγή, ο καιρός που αργεί
κι η καρδιά περιμένει.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.


Το παραπάνω τραγούδι με τίτλο "Ο Μετανάστης" είναι σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα και μουσική του Joe Dassin. Τραγουδά η Μελίνα Μερκούρη. 

Ο Βαγγέλης Γκούφας ήταν πολύ γνωστός στιχουργός, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος. Μεγαλώσαμε ακούγοντας από το ραδιόφωνο σε συνέχειες την "Πικρή, μικρή μου αγάπη" με τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου. Και οι γονείς μας τραγουδούσαν μαζί με τον Πάνο Γαβαλά και τη Ρία Κούρτη "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πόρτα μου κλεισμένη στο νοτιά...". Ο Βαγγέλης Γκούφας πέθανε σήμερα στα 91 του χρόνια.

Ήταν παλιός φίλος και συναγωνιστής του Γιάννη Ρίτσου. Ήταν ο Βρανάς,  τότε στις δύσκολες δεκαετίες του '40 και του '50...

"... Πάντα σε θυμάμαι, Καιτούλα, με πολλή πολλή αγάπη. Χαιρετισμούς στο Βρανά...", έλεγε από τον Άη Στράτη εξόριστος ο Γιάννης Ρίτσος σε γράμμα του προς την Καίτη Δρόσου το 1952. Βρανάς ήταν ο Βαγγέλης Γκούφας, είχε κάνει κι αυτός εξορία στην Ικαρία και στη Μακρόνησο... (Πηγή: Τροχιές σε διασταύρωση)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο: Μπάτλερ και Σπίβακ για το δικαίωμα στα δικαιώματα ή τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα


"Τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα;"


Έτσι ξεκινά την εισαγωγή της η Μίνα Κραβαντά στο βιβλίο με τίτλο "Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο: γλώσσα, πολιτική και το δικαίωμα του ανήκειν (εκδ. Τόπος, 2015), στο οποίο οι δυο σημαντικές σύγχρονες φιλόσοφοι Τζούντιθ Μπάτλερ και Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ συζητούν για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου που διάγει "ένα είδος βίου πολιτικού μέσα στα πλαίσια κάποιου έθνους-κράτους ή και στο διάκενο ανάμεσα σε σύνορα κρατών" να έχει δικαιώματα.

Αναρωτιέται η Καραβαντά:

"Πώς ορίζεται αυτός ο βίος και πώς επαναπροσδιορίζεται ο ρόλος του έθνους-κράτους μέσα από αυτόν τον πολιτικό βίο των εξόριστων, των μεταναστών, των ανθρώπων που έχουν εξαναγκαστεί να μεταναστεύσουν, συχνά χωρίς χαρτιά, προκειμένου να επιβιώσουν και, επομένως, να ζήσουν;"

Χρησιμοποιώντας αναφορές από την Χάνα Άρεντ, τον Έντουαρντ Σαϊντ, τον Ιμμάνουελ Βάλερστάιν, τον Μισέλ Φουκώ και τον Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, η Μίνα Καραβαντά αναπτύσσει το ζήτημα των μετακινήσεων τον 20ο και 21ο αιώνα, σε σύνδεση "με τις συνέπειες της αποικιοκρατίας και των μετα-αποικιοκρατικών αγώνων και ιδεολογιών", με τη γέννηση του εθνικισμού σε τοπικές κοινωνίες, με εμφυλίους πολέμους, με οικονομικές κρίσεις και βέβαια με τις συζητήσεις για το έθνος-κράτος. Κάνει έτσι μια εισαγωγή στο έργο των δύο φιλοσόφων, αναλύοντας έννοιες που έχουν αναπτύξει  οι ίδιες όπως "ευάλωτη ζωή" (precarious life) και "υποτελείς άνθρωποι" (subaltern), στο πλαίσιο των τοποθετήσεων των παραπάνω σχετικά με τα δικαιώματα και κυρίως το δικαίωμα του ανήκειν και το δικαίωμα στα δικαιώματα, με την άποψη για τη γυμνή ζωή, για την κατάσταση εξαίρεσης, για τη βιοπολιτική κτλ.

Αυτά συζητούν οι δύο φιλόσοφοι, έχοντας ως αφετηρία κυρίως το λόγο της Χάνα Άρεντ που πρώτη μίλησε για το δικαίωμα στα δικαιώματα, για αυτούς που έχουν φωνή και όμως δεν ακούγονται.


Αφορμή στην κουβέντα τους ήταν οι διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει την περίοδο 2006-2007 στις ΗΠΑ επί προεδρίας Μπους ενάντια στο νομοσχέδιο για την παράνομη μετανάστευση. Τον Απρίλιο του 2006 ακούστηκε πρώτη φορά σε 500 Ισπανόφωνους ραδιοφωνικούς σταθμούς των ΗΠΑ ο αμερικάνικος εθνικός ύμνος στα ισπανικά. Τον ονόμασαν nuestro himno, τον έκαναν δηλαδή και δικό τους ύμνο οι Μεξικάνοι πλάι στον μεξικάνικο. Ο Μπους είχε πει τότε ότι ο εθνικός ύμνος πρέπει να τραγουδιέται στα αγγλικά, αλλά και ότι οι ξένοι της χώρας πρέπει να μιλούν αγγλικά. Ξεπρόβαλε έντονα ο προβληματισμός για την έννοια του ανήκειν, σε ποιον ανήκει ο ύμνος, σε ποιον ανήκει η σημαία, σε ποιον ανήκει η γλώσσα, σε ποιον ανήκει ο τόπος, σε ποιον τέλος πάντων ανήκει η πατρίδα;

Οι Μπάτλερ και Σπίβακ συζητούν για τις διακριτές έννοιες έθνος και κράτος που συνδέονται μεταξύ τους ως έθνος-κράτος, για την έννοια "πολιτεία" ως εναλλακτική στο "έθνος-κράτος", για την ιδιότητα του πολίτη και για το καθεστώς των μη πολιτών, για τους απάτριδες και τους πρόσφυγες, για αυτούς που "αποβάλλονται από τις νομικές διατάξεις του ανήκειν", για τις έννοιες του τόπου και του χώρου, για την εξουσία και την ελευθερία, για την πολιτική υπόσταση, για τη γλώσσα, για τη "γυμνή ζωή" των μεταναστών της Γερμανίας και των Παλαιστίνιων που ζουν υπό κατοχή, για την παγκοσμιοποίηση και την παρακμή του έθνους-κράτους, για τον ιμπεριαλισμό κα τη διαχείριση των αποικιών, για τον τρίτο κόσμο, για την αυτοδιάθεση και τον εθνικισμό, για τον κριτικό τοπικισμό, για τις αντιφάσεις στις έννοιες και στις συμπεριφορές.

Πολλά τα νοήματα, πυκνά και συχνά δύσκολα, αξίζει όμως να βουτήξουμε στις 120 σελίδες του βιβλίου. Ακόμη κι αν μερικές φορές βρούμε υπερβολικές κάποιες απόψεις, όμως κι αυτές κινητοποιούν τη σκέψη και την ευαισθησία. Η συζήτηση έγινε το 2007, τότε εκδόθηκε το βιβλίο στα αγγλικά, δηλαδή πρό κρίσης ή στα πρόθυρα της σημερινής παγκόσμιας κρίσης. Όμως, μήπως μας θυμίζει την πολύ μακρινή περίπτωση εκείνου του μαθητή από την Αλβανία που, αν και πρώτος μαθητής στην τάξη, δεν του επέτρεπαν να σηκώσει την ελληνική σημαία; Μήπως οι αναφορές στους απάτριδες και στους πρόσφυγες και σε αυτούς που διαβιούν (;) στο διάκενο ανάμεσα σε σύνορα κρατών μας φέρνει στο νου τις πολύ πρόσφατες εικόνες της Ειδομένης, της Λέσβου, της Κω, της θάλασσας του Αιγαίου. Μήπως, μήπως όλα αυτά είναι απάντηση και μήνυμα στη σημερινή τραγωδία, να κάνει τόση φασαρία ένα κυβερνητικό κόμμα γιατί ο υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής Γιάννης Μουζάλας είπε Μακεδονία την ΠΓΔΜ (πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας - Fyrom). Και αύριο είναι η σύνοδος για το προσφυγικό. Και οι άνθρωποι βρίσκονται σε απελπισία, σε απόγνωση. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε δηλαδή. Ή μήπως όλα αυτά έχουν άλλο νόημα και άλλη στόχευση; Μήπως;




Για να γυρίσω πάντως στο θέμα του αμερικάνικου ύμνου, να πω ότι και ο Τζίμι Χέντριξ είχε παίξει με την ηλεκτρική κιθάρα του "πειραγμένο" τον ύμνο της αστερόεσσας. Ήταν το 1969 στο Γούντστοκ. Και τότε είχε θεωρηθεί πρόκληση... 

Τελικά, τι σημαίνει να είσαι άπατρις, παράνομος, ξένος τον 21ο αιώνα; Μια ματιά στην Ειδομένη. Και μετά δίπλα μας, σήμερα, ειδικά σήμερα, στους ... περί την γλώσσαν τυρβάζοντες.

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Αξίζει να γίνει αναφορά στη μεταφραστική ομάδα που δούλεψε στο πλαίσιο του διατμηματικού προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών "Μετάφραση - μεταφρασιολογία" του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

"μου είπαν θά `βρω τον χρυσό και βρήκα το φαρμάκι..."






....
Δεν ξέρω πώς να περπατώ
και πώς τη γλώσσα να μιλώ
κρατιέμαι να μη τρελαθώ
μα τρέμω και κομμάτι

Ρίχνει και χιόνι δυνατό
μα εγώ δεν έχω ούτε παλτό
στην χώρα μου το μήνα αυτό
γυρνάμε με σακάκι

Αλλιώς μου τα `παν στο χωριό
εγώ δεν ήθελα να `ρθώ
μου είπαν θά `βρω τον χρυσό
και βρήκα το φαρμάκι

Τον δρόμο παίρνω τον μακρύ
η νύχτα είναι φοβερή
και η βαλίτσα μου ανοιχτή
την κουβαλώ στην πλάτη


........



Για να μην ξεχνιόμαστε. Το παραπάνω το 'γραψε ο Γιώργος Σκούρτης και το μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, για τους μετανάστες, θείους, πατεράδες, ξαδέρφια, φίλους, παπούδες, που έφευγαν σαν κυνηγημένοι πρώτα στην Αμέρικα, ύστερα στην Αυστραλία, ύστερα στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία, για καλύτερες μέρες.
Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατόλια στο Χαλέπι της Συρίας (Πηγή: ο κατάλογος φωτογραφιών της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/ggb2006011017/)
Τότε φεύγανε οι δικοί μας μετά από τον πόλεμο. Και στην αρχή δεν παίρνανε τα παιδιά τους. Πήγαιναν πρώτα να εγκατασταθούν, να βρουν δουλειά και σπίτι και ύστερα τα' παιρναν, όχι πάντα, πολλά μεγάλωσαν με τη γιαγιά και τον παπού στο χωριό.

Τώρα, αυτοί που βλέπουμε στα κανάλια σα θεατές και κοντεύουμε να συνηθίσουμε την εικόνα τους, φεύγουνε  από τον τόπο τους μέσα στον πόλεμο. και παίρνουνε μαζί και τα παιδιά τους να γλυτώσουν. Να γλυτώσουν; Μα πώς να γλυτώσουν από τη θάλασσα και την αγριάδα των βράχων του Αιγαίου τα μωρέλια; Δεν γλυτώνουν! Κι έτσι γλυτώνουμε εμείς οι ... Ευρωπαίοι. 

Κατά τ' άλλα, τους χωρίζουμε σε πρόσφυγες ή μετανάστες, τους λέμε λαθραίους, λαθραίο το τετράχρονο παιδάκι που στις αρχές του χρόνου βρέθηκε να κουρνιάζει στην αγαλιά του ξεψυχισμένου πατέρα του αφού πέρασαν τα παγωμένα νερά του Έβρου, λαθραίος ο μικρός Αϊλάν που πνίγηκε στη μέση του πελάγου, λαθραία τα παιδάκια που ξεβράζει κάθε μέρα η θάλασσα του Αιγαίου. Κι εμείς αναρωτιόμαστε κάθε μέρα πόσοι άραγε να πνίγηκαν το προηγούμενο βράδυ πάλι. Αριθμοί!

Να χαιρόμαστε τον Ευρωπαϊκό ουμανισμό μας! 


Κορίτσι πρόσφυγας από τον Καύκασο σε στρατόπεδο προσφύγων στη Θεσσαλονίκη το 1921. (Πηγή: ο κατάλογος της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου http://www.loc.gov/pictures/item/2010648479/)

Πόσο σκέφτομαι εκείνο το στίχο του Βλαστού

N’ ανοίξω τον Παράδεισο να βάλω τα παιδάκια,
να βγάλλ’ απού την κόλαση  χιλιάδες και μυριάδες!