Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Μαύρη καγκελόπορτα και άλλες ιστορίες, του Διονύση Καψάλη: αγαπημένες μνήμες και εικόνες



Πεζά ποιήματα ή ποιητικά πεζά θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τις μικρές ιστορίες που περιέχονται στην πολύ πρόσφατη δουλειά του Διονύση Καψάλη με τίτλο Μαύρη καγκελόπορτα (Άγρα, 2017). Ιστορίες με καθημερινές στιγμές και εικόνες, όλες γεμάτες νοσταλγία, βγαλμένες από τις μνήμες του ποιητή. Και είναι ιστορίες για τις αγάπες του, γι΄  αυτό και είναι αφιερωμένες σε συγκεκριμένα πρόσωπα, προφανώς αγαπημένα του, στον Γιώργο Αγουρίδη, στον Παντελή Μπουκάλα,  στον Σταύρο και στον Γιάννη Πετσόπουλο, κι άλλους ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός δώδεκα όσες και οι ιστορίες.

Και μαζί με τις δικές του μνήμες, ο Καψάλης μας γυρίζει πίσω, στον κόσμο χρόνων προηγούμενων, λιγότερο ή περισσότερο παλιών και στον κόσμο αγαπημένων τόπων και μορφών.

Με εικόνες μιας παλιότερης Αθήνας, όπως στην ιστορία για τη Μαύρη Καγκελόπορτα αφιερωμένη στον Γιώργο Αγουρίδη.

Με εικόνες των παιδικών του χρόνων, όπου μια χελώνα σε κάποιο κήπο "σέρνει το γερασμένο σπίτι της/αργά, πολύ αργά πάνω στο χώμα"

Με λόγια και εικόνες για τον Σαίξπηρ (γνωστός καλός μεταφραστής εξάλλου του Σαίξπηρ ο Καψάλης), γιατί ... "το ουσιώδες και το θαυμαστό, είναι ότι υπήρξε αυτός ο άνθρωπος..."

Με λόγια και εικόνες από το Αρχαιολογικό Μουσείο των Σερρών και από την Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν!

..................................... Όμως τότε,
με τα παράθυρα ανοιχτά, τις πόρτες
ορθάνοιχτεες στο άναρθρο σκοτάδι,
ξεχύνονταν βαθιά μέσα στη νύχτα, 
λες κι ήθελαν να την εξευμενίσουν,
ήχοι αδροί του τελευταίου μέρους
της πέμπτης συμφωνίας του Μπετόβεν...

Και πώς μιλά για τη Γουίνι, την ηρωίδα του Μπέκετ στις Ευτυχισμένες μέρες*,

Τόσο λίγα όσα μπορείς να πείς -
τα λες όλα : ίσως για να προλάβεις

τη λησμονιά,...





Από τις ιστορίες του, ξεχωρίζω την Αφιέρωση. Την εμπνεύστηκε με αφορμή την αφιέρωση που διάβασε σ' ένα παλιό βιβλίο με ποιήματα του Τόμας Χάρντυ, το Human Shows, Far Phantasies, και που ο ίδιος είχε αγοράσει σ' ένα παλαιοπωλείο της Charing Cross στο Λονδίνο, 90 χρόνια από την αρχική του αγορά! Το βιβλίο είχε εκδοθεί το 1925 και το συγκεκριμένο αντίτυπο είχε χαριστεί το 1926 σε κάποια Χλόη από κάποια  Miss Daisy Forbes-Robertson. Και η δεσποινίς αυτή πρέπει να ήταν η σουφραζέτα που το 1913 φυλακίστηκε γιατί, κατά την επίσκεψη στο Μπέρμινγχαμ του τότε πρωθυπουργού της χώρας, εκείνη διαμαρτυρόμενη έσπασε μια τζαμαρία κτλ κτλ... Πόσο ωραία δένει την ιστορία του συγκεκριμένου αντιτύπου με τους κατά καιρούς κατόχους του μέχρι να φτάσει στα χέρια του ποιητή! **


Η ανακοίνωση σε εφημερίδα της εποχής για το περιστατικό
με τη σουφραζέτα Μις Ντέιζι Φορμπς-Ρόμπερτσον

Τελειώνοντας, νιώθω πως οι ιστορίες του Καψάλη αντιστοιχούν σ' αυτό που ο ίδιος αναρωτιέται για τη λέξη Termagant:

Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι στον κόσμο
μπορούν να σχηματίσουνε μια εικόνα
στη μνήμη τους, μια ιδέα τόπου ή χρόνου,
μια αίσθηση (δεν λέω "ερμηνεία"),...



Σημειώσεις

* Το παραπάνω βίντεο είναι από την παράσταση με τις "Ευτυχισμένες μέρες" του Μπέκετ που σκηνοθέτησε ο Αλέξης Μινωτής στο Εθνικό Θέατρο το 1980. Ακούγεται η Βάσω Μανωλίδου ως Γουίνι, ενώ στο ρόλο του Γουίλι έπαιζε ο Μηνάς Χατζησάββας. Η μετάφραση του έργου είχε γίνει από τη Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

**  Ας μου επιτραπεί και μένα μια συμπλήρωση για τις δεσποινίδες Forbes-Robertson. Την ίδια εποχή που έδρασε η σουφραζέτα Μις Ντέιζι, μια άλλη Forbes-Robertson, η φεμινίστρια Beatrice Forbes-Robertson Hale, κυκλοφόρησε το βιβλίο "What Women Want: An Interpretation of the Feminist Movement" (Τι θέλουν οι γυναίκες: μια ερμηνεία του φεμινιστικού κινήματος). Η Μπεατρίς αναφέρεται ως ανηψιά του ηθοποιού Sir Johnston Forbes-Robertson, ο οποίος ήταν αδελφός της Ντέιζι, άρα η Μπεατρις ήταν ανηψιά της Ντέιζι κτλ κτλ. 

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

2ο Γυμνάσιο Χανίων, σχολικό έτος 2016/17 !!!!



Το παραπάνω βίντεο είναι ένα μόνο δείγμα από αυτά τα τόσο όμορφα που κάνουν τα παιδιά στα σχολεία όλης της χώρας. Ας μου επιτραπεί εδώ να παραθέσω το παράδειγμα του 2ου Γυμνασίου Χανίων, όπου Διευθυντής είναι ο φίλος Αντώνης Αθανασάκης, ένας δραστήριος και διαρκώς στοχαζόμενος άνθρωπος, που έχει βέβαια δίπλα του πρόθυμους συνεργάτες και συνοδοιπόρους τους καθηγητές του σχολείου, αλλά και πολλούς ανθρώπους και θεσμούς της πόλης, και ... φυσικά τους φίλους όποτε χρειαστεί. (Είμαι σίγουρη ότι ήδη ο Αντώνης οραματίζεται και σχεδιάζει το σχολικό έτος 2017/18!!! Όπως και τόσοι άλλοι δάσκαλοι και στα Χανιά και παντού).

Για τα παιδιά, δεν υπάρχουν λόγια, οι εικόνες στο παραπάνω βίντεο τα λένε όλα. Εξάλλου, τα παιδιά αυτό που θέλουν είναι να δώσεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους. Και τα παιδιά μεγαλουργούν. Και ο κόσμος τότε μπορεί ν' αλλάξει, δεν νομίζεις Κεμάλ; ...

Τα σχολεία της Κοραή όπως φαίνονται από το Στάδιο Χανίων (Πηγή)

Γιορτές των Σχολείων της Κοραή (Πηγή)
Υστερόγραφο
Για την ιστορία, να πω ότι στα χρόνια μου το σχολείο αυτό ήταν το Β' Αρρένων, εγώ πήγαινα στο παραδιπλανό, το Β' Θηλέων. Ανάμεσα ήταν το 4ο δημοτικό και δίπλα στο δικό μας ήταν η λεγόμενη Εμπορική. Τώρα έχουν αλλάξει ονομασίες φυσικά. Εξακολουθούν όμως να είναι τα σχολεία της Κοραή, ένας πεζόδρομος μόνο με σχολεία. Για την ιστορία του 2ου Γυμνασίου, υπάρχουν πληροφορίες  εδώεδώ και εδώ.

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ο Μονταίνιος του Στέφαν Τσβάιχ και η ανάγκη για ελευθερία


Ο Τσβάιχ αφηγείται τη ζωή του Γάλλου διανοητή της Αναγέννησης Μονταίν ή Μονταίνιου στην εξελληνισμένη μορφή του ονόματος (Μονταίνιος, εκδόσεις Άγρα 2015, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου), αναζητώντας και εντοπίζοντας κοινά σημεία ανάμεσα σ' εκείνον και τον ίδιο. Και μάλιστα, όχι γενικά κοινά σημεία ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες, αλλά ο Αυστριακός συγγραφέας που έζησε τις πρώτες δεκαετίες του ταραγμένου 20ου αιώνα δείχνει σαν ν' αναζητά στοιχεία που να αιτιολογούν και τη δική του ανάγκη να ζει ελεύθερος και μακριά από τον ζόφο και την καταπίεση που επέβαλε ο ναζισμός έχοντας ήδη υποτάξει την Ευρώπη και που τελικά τον οδήγησε στην αυτοκτονία το 1942.

Ο Μισέλ ντε Μονταίν έζησε την περίοδο 1533 έως το 1592. Γεννήθηκε στο Μπορντώ, είχε ιδιαίτερη ανατροφή, μεγάλωσε μιλώντας μόνο λατινικά και ίσως ήταν και αυτό ένα στοιχείο που επηρέασε την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Άλλο ένα στοιχείο που επηρέασε τη σκέψη του ήταν η εξέγερση ενάντια στην gabelle, τον φόρο του αλατιού, που την έζησε από κοντά, στη γενέτειρά του, όταν ήταν 15 χρονών. (Η εξέγερση για τον φόρο του αλατιού στο Μπορντώ έγινε το 1548 όπου σκοτώθηκαν 20 άνθρωποι. Γενικότερες πληροφορίες για τον ρόλο του αλατιού στο παγκόσμιο εμπόριο και για τους φόρους αντίστοιχα που επέβαλαν υπάρχουν στον ιστότοπο http://www.salt.org.il/legabelle.html).

... βλέπει ανθρώπους να οδηγούνται στο θάνατο, στην αγχόνη, στην πυρά... ακούει τα ουρλιαχτά των βασανισμένων, ανασαίνει τη μυρωδιά της καμένης σάρκας που πνίγει τα στενά δρομάκια της πόλης...

Επί των ημερών του υπήρχαν και οι μεγάλες θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα σε Προτεστάντες (Ουγενότους) και Καθολικούς, με καταλυτικότερη τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου το 1572.  Δεν χάνει την ευκαιρία ο Τσβάιχ να σημειώσει τις αναλογίες με την εποχή του:

Δεν προλαβαίνει να πατήσει τα πρώτα χρόνια της νεανικής του ηλικίας κι αρχίζει κιόλας ο εμφύλιος, που με τις φανατικές ιδεολογίες του θα καταστρέψει τη Γαλλία απ' άκρου εις άκρον, όπως και σήμερα οι φανατισμοί, κοινωνικοί και εθνικοί, καταστρέφοντας τον κόσμο όλο...
... Το πώς ένιωθαν οι ουμανιστές εκείνη την εποχή - φριχτά παρόμοια μ' εμάς σήμερα - το δείχνει το ποίημα που ο La Boétie αφιερώνει στον εικοσιεπτάχρονο τότε φίλο του Μονταίνιο: "Τι μοίρα κακή μας έστειλε να γεννηθούμε σ' ετούτους τους καιρούς: Μπροστά μου γκρεμίζεται η χώρα μου κι άλλο δεν μου μένει παρά να φύγω, ν' αφήσω το σπίτι μου και να ξενιτευτώ ... το σπαθί κι ο θάνατος οδηγούν στο χαμό της Ευρώπης"...

Οι Montaigne και Étienne de La Boétie (θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας)
ήταν πολύ καλοί φίλοι. (Πηγή εικόνας)
Ο Μονταίν ασχολήθηκε τα πρώτα χρόνια με τα κοινά για να τα εγκαταλείψει αργότερα επιλέγοντας μια ζωή μοναχική, κλεισμένος για δέκα χρόνια σε ένα σπίτι μόνος του, χωρίς την οικογένειά του, επιδιδόμενος στον στοχασμό και τη γραφή.

Ο Τσβάιχ παραθέτει πολλά στοιχεία, τόσο βιογραφικά για τον ίδιο τον Μονταίνιο και την οικογένειά του όσο και γενικότερα για την εποχή που έζησε ο Γάλλος ουμανιστής. Βρίσκει την ευκαιρία να κάνει λόγο για τα αντιφατικά χαρακτηριστικά που είχαν οι μεταρρυθμίσεις την εποχή του Ουμανισμού, που ενώ επαγγέλλονταν ένα νέο πνεύμα στην Ευρώπη, έφεραν και βία, εμφύλιους σπαραγμούς, αγριότητες, την κτηνωδία των Κονκισταδόρων:

Αυτό το φριχτό πισωγύρισμα από το φως του ουμανισμού στα σκοτάδια της βαρβαρότητας, αυτό το ξέσπασμα ομαδικής παράνοιας που από καιρού εις καιρόν κατατρέχει την ανθρωπότητα, παρόμοιο μ' αυτό που ζούμε ξανά σήμερα, ήταν παρά την αλάθευτη πνευματική του εγρήγορση και τον συμπονετικό ψυχικό συγκλονισμό του, η πραγματική τραγωδία στη ζωή του Μονταίνιου...

Κύριο στοιχείο στις αντιλήψεις του Μονταίνιου ήταν η υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας. Κι αναρωτιέται ο Τσβάιχ:

Κι έπειτα ... αυτή η ατομική ελευθερία, της οποίας ο Μονταίνιος αναδείχθηκε ο θερμότερος κήρυκας κι υπερασπιστής όλων των εποχών..., χρειαζόταν στ' αλήθεια ακόμα τέτοια λυσσαλέα υπεράσπιση στις αρχές του 20ου αιώνα; Δεν ήταν αυτονόητα από καιρό όλα αυτά; Εξασφαλισμένα δικαιώματα, κατοχυρωμένες (βάσει άγραφων και γραπτών νόμων) κατακτήσεις της ανθρωπότητας; Της ανθρωπότητας που είχε επαναστατ'ησει ενάντια σε κάθε τυραννία και σε κάθε σκλαβιά - και είχε νικήσει; Αυτονόητα δικό μας, σαν την ανάσα μας, σαν το χτύπο της καρδιάς μας, ήταν για μας το δικαίωμά μας να ορίζουμε τη ζωή μας, τις σκέψεις μας, τα λόγια και τα γραπτά μας...

Καλέ μου Τσβάιχ, χρειάζεται αλήθεια ακόμα τέτοια λυσσαλέα υπεράσπιση στις αρχές του 21ου αιώνα; Δεν είναι αυτονόητα από καιρό όλα αυτά; Για να ζούσες να 'βλεπες τον κόσμο γύρω γύρω, σήμερα που η τεχνολογία έχει σπάσει τα όρια της πληροφόρησης, για κάποιους φαίνεται ακόμα δεν είναι αυτονόητα όλα αυτά ...

"Η εξέγερση των αοράτων" (Πηγή)

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η Κως όπως την είδε ο Εβλιγιά Τσελεμπί





Το νησί έχει μέγεθος εκατόν είκοσι μίλια. Το τετράγωνο κάστρο, που απέχει έξι μίλια από τις απέναντι ακτές, κατασκευάστηκε από τους Γενουάτες. Περιβάλλεται από θάλασσα, ενώ κατά το βαρόσι1 η στεριά έχει πλάτος πενήντα βήματα.  Η τάφρος του είναι πενήντα βήματα βαθιά. Η περίμετρος του κάστρου είναι χίλια βήματα. Η αποβάθρα είναι εξήντα πόδια πλατιά. Στα τείχη υπάρχουν οι τάφοι των μαρτύρων.2 Μερικές φορές φαίνεται να τρέχει φως από τα τείχη. Στη μέση του κάστρου υπάρχει ένα τετράγωνο μονώροφο εσωτερικό φρούριο. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τριακόσια σπίτια και είκοσι έξι πετροστρωμένα δρομάκια. Και τα δυο κάστρα έχουν μια σιδερένια πύλη που βλέπει στα νότια...

Αυτά γράφει για την Κω ο Εβλιγιά Τσελεμπί, ο Οθωμανός περιηγητής του 17ου αιώνα από την Κωνσταντινούπολη, ο «ταξιδιώτης του κόσμου», όταν ταξίδεψε στην Ελλάδα τα χρόνια 1668-1671 (Οδοιπορικόστην Ελλάδα (1668-1671): Πελοπόννησος - Νησιά Ιονίου, Κρήτη – Νησιά Αιγαίου, Εκδόσεις Εκάτη 2005, μετάφραση Δημ. Λούπης).

Παρακάτω, ο Τσελεμπί περιγράφει τον μεγάλο πλάτανο του νησιού.

Στην πλατεία ανάμεσα στο κάστρο και το βαρόσι υπάρχει ένας μεγάλος πλάτανος. Εγώ ο φτωχός που γύρισα τριάντα ένα χρόνια στις χώρες δεκαοχτώ ηγεμόνων, έτσι το είδα... Ο πλάτανος της Κω δεν είναι τόσο ψηλός. Τον κορμό του μπορούν να τον αγκαλιάσουν δέκα άντρες. Όμως, όλη του η δύναμη πήγε στα τριακόσια κλαδιά του, που το καθένα αγκαλιάζουν δυο με τρεις άντρες... Τη ρίζα του δέντρου δεν τη βλέπει ο ήλιος κι εκεί έχουν στήσει σαράντα τρία παγκάκια. Τα έντεκα είναι για τους επισκέπτες. Μερικά είναι σκεπασμένα με κεραμίδια για την περίπτωση της βροχής. Υπάρχουν ακόμη και τρία παγκάκια για να πιείς καφέ, καθώς και βρύσες για το αμπντέστ3, που έφτιαξε ο Καπουντάν Αλή Πασάς, γιος του Χουσάμ. Οι βρύσες γύρω από τη στέρνα είναι τέσσερις, μια σε κάθε γωνία. Στη δυτική πλευρά και κάτω από τη σκιά του πλατάνου μέχρι την αρχή της αγοράς υπάρχει ένα παγκάκι με διακόσια βήματα μήκος κι ολόγυρα εβδομήντα με ογδόντα πορτοκαλιές...

Περιγράφει το βαρόσι με τις οχτώ γειτονιές των απίστων (έτσι ονομάζει τους μη μουσουλμάνους), τις οχτώ εκκλησιές, μια εβραϊκή γειτονιά, εκατόν δέκα καταστήματα και σαράντα δρόμους. Στα ανατολικά του είναι η πύλη του λιμανιού όπου άραζαν τα πλοία. Εκεί υπήρχε κι ένα χαμάμ, όπου μετά το μεσημέρι πήγαιναν οι γυναίκες. Περιγράφει επίσης το εξωτερικό μεγάλο βαρόσι, με αμπέλια και δέντρα, με διακόσια πέτρινα σπίτια με κήπους, δεκαοχτώ γειτονιές απίστων και εφτά μουσουλμάνων.

Σε πολλά σημεία γράφει για τις ελκυστικές γυναίκες και την ομορφιά τους:

Το νερό και το κλίμα είναι τόσο καλά, που οι άντρες και οι γυναίκες είναι αξιέραστοι. Οι γυναίκες είναι πολύ ετυγενικές. Ακόμα και οι Ρωμιές καλύπτουν το κεφάλι. Ακόμα και τότε όμως είναι αξιέραστες. Αφήνουν γυμνό το πρόσωπο και γυρνούν με φουστάνια. Οι μουσουλμάνες φορούν φερετζέ...

Γράφει και για το κάστρο Κέφαλος που βρίσκεται στα νότια του νησιού, είναι μικρό, δεν έχει τάφρο.

Οι κάτοικοι φέρνουν νερό με τους γαϊδάρους από κάτω. Πολλές φορές προσπάθησαν πλοία από τη Μάλτα, τον Παπα και το Δούκα να το καταλάβουν, αλλά έφευγαν άπραγα. Ολόγυρα υπάρχουν καλλιέργειες. Στο λιμάνι ψαρεύονται διάφορα ψάρια...

Ο Τσελεμπί πέρασε ένα μήνα ευχάριστα στην Κω, το νησί με τους πολλούς πορτοκαλεώνες, τις λεμονιές, τ’ αμπέλια και τα πεπονόδεντρα, τα γαϊδούρια, τα μουλάρια και τις πέρδικες. Από την κορφή δε του κάστρου της Αντιμάχειας είδαν νότια το νησί της Κρήτης που απέχει εκατόν τριάντα μίλια.


Υστερόγραφο
Τυχαίνει να διαβάζω αυτές τις μέρες το οδοιπορικό του Τσελεμπί. Ήθελα να γράψω για την Κρήτη, όπου περιγράφει την πολιορκία του Χάντακα με πολλές λεπτομέρειες, αλλά ο σεισμός στο νησί της Κω έδειξε ότι ... οι τοπικισμοί καμιά φορά κλείνουν τα μάτια σε όμορφα πράγματα που βρίσκονται παντού και γύρω μας. Μακριά από μένα, πάντως, οι εθνοτοπικισμοί κάθε είδους και μορφής.

Παραπομπές
(Αντιγράφω από το γλωσσάριο που περιέχεται στο τέλος του βιβλίου και είναι πολύ κατατοπιστικό για τη σημασία ειδικών όρων που χρησιμοποιούνται.)

1 βαρόσι: ουγγρική λέξη, που δηλώνει το τμήμα της πόλης που αναπτύσσεται εκτός των τειχών του φρουρίου.
2 μάρτυρες: εδώ ο μεταφραστής ορίζει αρχικά τον γαζή, που είναι ο πολεμιστής της «ιερής πίστης των μουσουλμάνων, και ο οποίος με το θάνατό του γινόταν μάρτυρας (έλεγαν: «αν επιστρέψω θα είμαι γαζής, αν σκοτωθώ θα είμαι μάρτυρας»).
3 αμπντέστ: το τελετουργικό πλύσιμο των χεριών, του προσώπου και των ποδιών, απαραίτητο πριν από την προσευχή.


Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Κωστή Παλαμά σημειώματα στο περιθώριο: ρίχνει λόγια και φυτρώνουν στοχασμοί



Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο «Κωστής Παλαμάς: Σημειώματα στο περιθώριο» (εκδόσεις Στιγμή, 2017) βρίσκεσαι στον κόσμο του σπουδαίου Κωστή Παλαμά, ενός κόσμου που δεν έχει μόνο την ποίηση στις αποσκευές του, καλύτερα δεν έχει την ποίηση στεγνή από ιδέες, από γνώσεις, από γνώμες και απόψεις. Ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα του Κωστή Παλαμά που δείχνει να διαβάζει τα πάντα, ό,τι κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και να έχει άποψη γι’ αυτά. Διαβάζει φιλοσοφία, γνωρίζει την αρχαία ελληνική γραμματεία, γνωρίζει τους σύγχρονούς τους Ευρωπαίους διανοητές, γνωρίζει τι γράφουν οι Έλληνες και οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί του. Και αγαπά την ελληνική γλώσσα, είναι μαχητής στους αγώνες της εποχής (αρχές του 20ου αιώνα) για την επικράτηση της δημοτικής (γνωστά τα κυνηγητά που του στοίχισαν απομάκρυνση από τη θέση που κατείχε ως γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά και λιθοβολισμούς στο ίδιο του το σπίτι...).

Το βιβλίο, με επιμέλεια, πρόλογο και σημειώσεις από τη Μαρία Μπαλοπούλου και επίμετρο από τον Κώστα Ανδρουλιδάκη, περιέχει κείμενα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων για θέματα που φαίνεται να απασχολούν τον ποιητή. Εντύπωση προκαλούν οι πολλές αναφορές σε ξένη βιβλιογραφία που δείχνουν έναν Παλαμά στο πνεύμα των ευρωπαϊκών προβληματισμών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Και τι δεν γράφει.

Για το 1821:

«Το Εικοσιένα. Έχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι.»

(Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Και σκέφτομαι τον Κωστή Παπαγιώργη και τον Βασίλη Ραφαηλίδη με όλες τους τις πιθανές υπερβολές...)

Για την πολιτική:

«... Η πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ιδέα που εφαρμόζει το νόμο το μεγάλο της κυριαρχίας του δυνατότερου με τα μέσα ή της αφομοίωσης ή του αφανσιμού που λειτουργούσε παντού, και πρώτ’ απ’ όλα στην ιστορία...»

Κάνει διάκριση ανάμεσα στον Ελληνισμό και τη Ρωμιοσύνη, μιλά για «ψώρα ευρωπαϊσμού και ψώρα πατριωτισμού».

Κάνει πολλές αναφορές στον Κάντ, στον Έμερσον, στον Σαίξπηρ, στον Ίψεν, στον Σπινόζα, στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, στο Θουκυδίδη και τον Ηράκλειτο, στον «Δοστογέφσκη», σε όλους τους γνωστούς Ευρωπαίους φιλοσόφους, ποιητές και πεζογράφους, στο μεγάλο αμερικανό ποιητή Ουίτμαν. Διαβάζοντας τρία βιβλία «βιογραφικά ή εξομολογητικά» των Γκαίτε, Τολστόη και Σπένσερ, «αυτογραφίες» τα ονομάζει, καταγράφει «τη μελέτη τριών εγώ: του μεγάλου αρμονιστή, του μεγάλου θετικιστή και του μεγάλου κοινωνιστή...».

Πολλά και άξια ιδιαίτερης προσοχής τα σημειώματα για τη γλώσσα, για τη δημοτική, για τον «μαλλιαρισμό» που βαφτίζουν έτσι «μυγιάγγιχτοι δημοσιογράφοι κάθε προσπάθεια πλουτισμού της κοινής γλώσσας», τους «μαλλιαρούς» όπως τον Ευριπίδη που «έκραζε» το «Κόμποι και λόγων ευμορφίαι» (στον Κύκλωπα), για την ορθογραφία, για τις μεταφράσεις, για «τις αχώνευτες ελληνικούρες με τα ωμότερα της ξενομανίας αλαμπουρνέζικα».

Ο Κωστής Παλαμάς λέει ότι δεν είναι ούτε φιλόσοφος ούτε κριτικός, απλά μόνο «ρίχνει λόγια», που εύχεται να ξυπνούν την κρίση ή να φυτρώνουν στοχασμούς  σε όσους τα διαβάζουν. Θα παραθέσω ένα μόνο σημείωμα (αρ. 86 στο βιβλίο) που δείχνουν τη σκέψη του:

«Γιατ’ είμαι σκεπτικιστής, ας πούμε, κι απορώ κι απιστώ και ρωτώ· γι ‘ αυτό κι εκείνα που με πείθουν πως είναι αλήθειες, έχω διάθεση να τα κηρύξω και να τα διαλαλήσω, φανατισμένα, στα τετραπέρατα. Όσα πιστεύω ο άπιστος, τα πιστεύω χίλιες φορές πιο πολύ από άλλους ευκολόπιστους. Παράδειγμα, το γλωσσικό μας ζήτημα».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να παραλείψω μια αναφορά στο ιστορικό εκδοτικό Στιγμή και στον εκδότη του Αιμίλιο Καλιακάτσο, που χρόνια πολλά επιμένει να μας δίνει σοβαρές, καλαίσθητες, ιδιαίτερες εκδόσεις. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο και τούτο το βιβλίο.

Υστερόγραφο 1 
Εσείς γράφετε στα περιθώρια των βιβλίων; Τα δικά μου βιβλία συχνά είναι γεμάτα ίχνη από τις εντυπώσεις που μου έκαναν τα συγκεκριμένα σημειωμένα εδάφια τη συγκεκριμένη στιγμή που τα διάβασα. Έχει σημασία η αναφορά της συγκεκριμένης στιγμής, και αυτό φαίνεται όταν ξαναξεφυλλίζω το βιβλίο αργότερα και από τη μια ενημερώνομαι αμέσως για το περιεχόμενο αλλά και ξαναγυρνώ στην πρόσληψη εκείνης της προηγούμενης στιγμής που μπορεί και να διαφέρει αν το ξαναδιαβάσω. Τα δικά μου ίχνη μπορεί να είναι σημαδάκια που δείχνουν συμφωνία ή απορία για το συγκεκριμένο κείμενο ή απλά υποδεικνύουν την ανάγκη να το προσέξω όταν ξαναξεφυλλίσω το βιβλίο ή κείμενα - φράσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο.

Υστερόγραφο 2
Για να ξαναγυρίσω στον Κωστή Παλαμά, θα ήθελα να σημειώσω ότι το φετινό 11ο συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία» (Νοέμβριο 2017) της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) που διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια κι έχει ως αντικείμενο τα ειδικά θέματα γλώσσας και ορολογίας, είναι αφιερωμένο στον Κωστή Παλαμά για την ένθερμη και μαχητική συμβολή του στην υποστήριξη της γλώσσας που μιλά ο κάθε άνθρωπος του τόπου τούτου.

Υστερόγραφο 3
Για τον Κωστή Παλαμά είχα ξαναγράψει και παλιότερα όπως παρακάτω:

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Το βιβλίο, του Τζον Έιγκαρντ, που διηγείται όμορφα την ιστορία της ζωής του




Αν θέλουμε να φτιάξουμε μια λίστα διαβασμάτων για το καλοκαίρι (παρά τις επιφυλάξεις μου για διακρίσεις τύπου "βιβλία για το καλοκαίρι"), και μάλιστα αν απευθυνόμαστε σε παιδιά και έφηβους, θα πρότεινα και το βιβλίο του Τζον Έιγκαρντ (John Agard) Το βιβλίο: "Με λένε βιβλίο και θα σου πω την ιστορία της ζωής μου..." (εκδ. Πατάκη 2016 σε μετάφραση Γιάννη Δούκα και Βασιλικής Πέτσα και με εικονογράφηση του Νιλ Πάκερ).

Ο συγγραφέας, πιο σωστά το ίδιο το βιβλίο, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του σαν παραμύθι, ξεκινώντας από την πολύ παλιά εποχή που οι άνθρωποι τραγουδούσαν κι έλεγαν ιστορίες δίπλα στη φωτιά. 

Έψαλλαν και χόρευαν για να τιμήσουν τις εποχές. Και οι γεροντότεροι μετέφεραν τις παραδόσεις στους νεότερους από στόμα σε στόμα. Με τη δύναμη της μνήμης...

Τότε ακόμη δεν είχε γεννηθεί η γραφή. Μέχρι που ήρθαν οι Σουμέριοι και οι Αιγύπτιοι που έγραψαν, καλύτερα σχεδίασαν, πάνω σε πήλινες πινακίδες. Πριν από την "κανονική" γραφή, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν άλλους τρόπους επικοινωνίας, όπως πραγματικά αντικείμενα, πραγματικά ζώα κτλ., με αποτέλεσμα βέβαια συχνά να παρερμηνεύονται οι συμβολισμοί των μηνυμάτων που αντάλλασσαν.




Μας δίνει το παράδειγμα του μηνύματος που έστειλαν οι Σκύθες στο Δαρείο όταν αυτός εισέβαλε στη χώρα τους. Το δέμα που μετέφερε το μήνυμά τους περιείχε έναν βάτραχο, ένα ποντίκι, ένα πουλί και τρία βέλη (αναφέρεται στον Ηρόδοτο, Ιστορίαι Δ), η ερμηνεία όμως που δόθηκε από τον παραλήπτη ήταν άλλη από το μήνυμα που έστελναν οι αποστολείς. 

Περιγράφει τα διάφορα εργαλεία και τις τεχνικές γραφής που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν, με ευχάριστο και ανάλαφρο λόγο και με πλούσια εικονογράφηση να συνοδεύει το κείμενο. Όπως η παραπάνω εικόνα που περιέχεται στο κεφάλαιο "Λόγια φτερωτά" και αναφέρεται στη χρήση γραφίδων από φτερά διάφορων πουλιών. Πρέπει, βέβαια, να επισημάνω ότι αυτή την ευχαρίστηση την απολαμβάνω ως αναγνώστρια του ελληνικού κειμένου, και σε αυτό έχει συμβάλει οπωσδήποτε και η καλή μετάφραση, έτσι και στα ελληνικά διαβάζουμε ένα βιβλίο με όμορφο, ευχάριστο, χαλαρό κείμενο, χωρίς να χάνεται η αξία του πλούσιου περιεχομένου του.



Πώς θα σου φαινόταν η ιδέα να είσαι μοναχός του Μεσαίωνα και, για ν' αποκτήσεις στυλό, να πρέπει να μαδήσεις πουλιά;

Και μας πληροφορεί ότι "τα φτερά κύκνου θεωρούνταν πολύτιμα για την ποιότητά τους, τα φτερά γαλοπούλας για την ανθεκτικότητά τους και τα φτερά κουρούνας για τη λεπτή μύτη της γραφίδας τους."

Μιλά για τους μοναχούς του Μεσαίωνα που αντέγραφαν και κλείδωναν τα βιβλία (που έτσι τα διέσωζαν κιόλας, βέβαια), για τον Γουτεμβέργιο και την τυπογραφία, για την παλαιά μορφή των βιβλίων σε μορφή κώδικα (codex), για την εξέλιξη στο δέσιμο των βιβλίων, για το κείμενο στο οπισθόφυλλο και την προέλευση της αγγλικής λέξης blurb (στα ελληνικά σημαίνει κάτι σαν διαφήμιση ή εγκώμιο για κάτι ή κάποιον, στα βιβλία είναι το κείμενο στο οπισθόφυλλο που δίνει πληροφορίες για το περιεχόμενο και για το συγγραφέα του και το λέμε συνήθως κείμενο οπισθόφυλλου, μια σχετική συζήτηση είχε γίνει προ ετών στη λεξιλογία).

Μας μιλά πολύ για τις βιβλιοθήκες, τους "οίκους μνήμης", τα "θεραπευτήρια ψυχής", τους "ωκεανούς πολύτιμων λίθων", επικαλούμενος χαρακτηρισμούς που έχουν δώσει διάφοροι αρχαίοι λαοί. Μιλά για τους Σουμέριους, τους Ασσύριους, τους Αιγύπτιους, τους Έλληνες, τους Ινδούς, τους Κινέζους, τους Ρωμαίους. Αναθυμάται την εποχή που στις βιβλιοθήκες υπήρχε η πινακίδα "Δεν επιτρέπονται παιδιά και σκύλοι", τώρα που ... έχουν αλλάξει οι καιροί:

Τώρα οι βιβλιοθήκες είναι για όλους και πραγματικά μου φτιάχνει τη διάθεση να δίνω χαρά στους ηλικιωμένους που έρχονται για να διαβάσουν ή να ζεσταθούν και να βρουν συντροφιά. Είχαν απόλυτο δίκιο οι αρχαίοι Έλληνες, όταν αποκαλούσαν τη βιβλιοθήκη "φαρμακείο της ψυχής".

(Πραγματικά, "ψυχής άκος" ονόμαζαν τις βιβλιοθήκες οι πρόγονοί μας, κι έτσι την είχαν οραματιστεί οι πιο κοντινοί πρόγονοί μας, στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν έφτιαξαν τη βιβλιοθήκη στις Μηλιές Πηλίου και κόσμησαν την επιγραφή της εισόδου με τα ίδια αυτά λόγια. Όσοι έχουμε πάει στις Μηλιές, ασφαλώς και την έχουμε δει από κοντά, όσοι δεν έχουν πάει, να μια καλή ευκαιρία!).

Μιλά για όλες τις περιόδους της ζωής του και τις αλλαγές που γνώρισε, μη παραλείποντας ν' αναφερθεί και στον κύριο Μπράιγ που γέμισε τις σελίδες του με μικρές ανάγλυφες κουκκίδες φτιάχνοντας ένα σύστημα για να διαβάζουν οι τυφλοί. Μιλά και για την εποχή που δακτυλογραφούσαν στη γραφομηχανή και οι συγγραφείς 'ακουγαν τις λέξεις τους "να χορεύουν κλακέτες επάνω στη λευκή σελίδα". Και φτάνει στη σημερινή εποχή που το βρίσκει να τσακώνεται με το ηλεκτρονικό βιβλίο που δεν ξέρει τι θα πει "χώνω τη μύτη μου σ' ένα βιβλίο", που δεν ξέρει από μυρωδιές

Και μίλησα στο eBook για τη ρωμαϊκή εποχή, όταν η περγαμηνή μου μύριζε ζαφορά, και τη βικτωριανή εποχή, όταν το χαρτί μου μύριζε αποξηραμένη λεβάντα και ροδοπέταλα.

Και τότε, το ηλεκτρονικό βιβλίο ζήτησε να διακόψουν για λίγο, γιατί η μπαταρία του χρειαζόταν φόρτιση, κι έπειτα έπρεπε να το "μπουτάρουν".

Τελειώνοντας την αφήγηση της ιστορίας του το βιβλίο, δεν παραλείπει να ευχαριστήσει όλους αυτούς που το φτιάχνουν και το φροντίζουν: αναγνώστες, βιβλιοδέτες, βιβλιοθηκάριους, βιβλιοπώλες, βιβλιόφιλους, γραφίστες, εικονογράφους, επιμελητές, κριτικούς, μεταφραστές, συγγραφείς, τυπογράφους.






Αναζήτησα στο Διαδίκτυο στοιχεία για τον συγγραφέα. Ο Τζον Έιγκαρντ (John Agard) είναι Αφρο-Γουιανέζος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Ζει στην Αγγλία, αλλά γεννήθηκε το 1949 στη Βρετανική Γουιάνα, ένα κράτος της νότιας Αμερικής δίπλα στη Βραζιλία, τη Βενεζουέλα και το Σουρινάμ. Ονομαζόταν έτσι μέχρι το 1966 ως αποικία των Άγγλων, ενώ από το 1970 αποτελεί το κράτος της Γουιάνας, ανεξάρτητο αλλά μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Διάσημο στην Αγγλία είναι το ποίημά του "Half-caste", που θα πει μιγάς, το άτομο που έχει μικτή προέλευση, και είναι όρος που χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία, με χλευασμό, όπως θα λέγαμε στα ελληνικά "μπάσταρδος". Σημειώνεται ότι ο πατέρας του Έιγκαρντ ήταν μαύρος από την Καραϊβική και η μητέρα του Πορτογαλέζα, ήταν δηλαδή κι ο ίδιος "half-caste". Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία της αγγλικής λογοτεχνίας που διδάσκεται στους μαθητές 14-16 ετών στα γυμνάσια της Αγγλίας. Με πολλές εργασίες και αναλύσεις που βρίσκουμε και στο διαδίκτυο, βλέπουμε ότι στόχος είναι τα παιδιά να διδάσκονται, να αναλύουν και να προβληματίζονται για αυτό "θέλει να πει ο ποιητής" και τελικά να οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρχει προσοχή στη χρήση της γλώσσας, ώστε να μην στιγματίζονται αλλά ούτε και να προσβάλλονται και να νιώθουν άσχημα οι άθρωποι εξαιτίας της καταγωγής τους.

Παραθέτω μερικούς στίχους από το ποίημα του Έιγκαρντ, το οποίο είναι γραμμένο με ειρωνικό ύφος και σε αγγλικά με ιδιαίτερα ιδιωματικά στοιχεία:

Excuse me
standing on one leg
I’m half-caste.
Explain yuself 
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean when Picasso
mix red an green
is a half-caste canvas?
explain yuself
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean when light an shadow
mix in de sky
is a half-caste weather?
well in dat case
england weather
nearly always half-caste
in fact some o dem cloud
half-caste till dem overcast
so spiteful dem don’t want de sun pass
ah rass?
explain yuself
wha yu mean
when yu say half-caste
yu mean tchaikovsky
sit down at dah piano
an mix a black key
wid a white key
is a half-caste symphony?
............................. 
an when I sleep at night
I close half-a-eye
consequently when I dream
I dream half-a-dream
an when moon begin to glow
I half-caste human being
cast half-a-shadow
but yu must come back tomorrow
wid de whole of yu eye
an de whole of yu ear
an de whole of yu mind.
an I will tell yu 
de other half
of my story.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ο Παίκτης του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι σε κόμικς



Μεγάλωσα διαβάζοντας Κλασσικά Εικονογραφημένα, το ίδιο και τα παιδιά μου, πλάι στο Μίκυ Μάους, τον Τιραμόλα και τον Ποπάυ. Με τα Κλασσικά μάλιστα, μου δόθηκε η ευκαιρία να έχω μια πρώτη γνωριμία με σπουδαίους συγγραφείς και μεγάλα έργα, για τα οποία τότε δεν ήξερα τίποτε. Διάβασα Ουγκώ, Σέξπηρ, Βερν, Στήβενσον, Μέλβιλ, Δουμά, κι ούτε ήξερα ότι κάποια ήταν μεταφρασμένα από το Βασίλη Ρώτα και τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη!

Αυτά θυμήθηκα διαβάζοντας τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, όπως τον διασκεύασαν σε κόμικ οι Στεφάν Μικέλ (για το κείμενο) και Λοϊκ Γκοντάρ (για το σχέδιο και το χρώμα) και εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά από την Polaris, σε μετάφραση Κωστή Σωχωρίτη.



Η ιστορία του Αλεξέι Ιβάνοβιτς μεταφέρεται με τη λεπτομέρεια και την ένταση που επιτρέπουν η εικόνα και το χρώμα. Μεταφέρονται, με πιστότητα νομίζω, ο έρωτας του Αλεξέι για μια γυναίκα, το πάθος του για τον τζόγο και  οι συνέπειες στη ζωή του, τα ανθρώπινα συναισθήματα και η απληστία όπως κορυφώνονται πάνω στο τραπέζι του τζόγου, η άνοδος και η κάθοδος των ανθρώπων όταν τους κυριεύει το πάθος. 




Ένα γύρισμα του τροχού κι όλα αλλάζουν!

Με πόση απληστία κοιτάζω τις μικρές στοίβες από χρυσά νομίσματα... 
... Σαν μικρούς καιόμενους σωρούς, πυρωμένα κάρβουνα...


Η ανάγνωση κυλά όμορφα, οι εικόνες περνούν σα σκηνές από κινηματογραφική ταινία με όλες τις λεπτομέρειες που χρειάζονται για να δώσουν το περίγραμμα της εποχής, του τόπου, της κατάστασης, των αισθημάτων που κυριαρχούν κάθε φορά, ενώ οι εναλλαγές στα χρώματα συμπληρώνουν την περιγραφή με την ένταση ή την ηρεμία που απαιτείται. Είναι ένα βιβλίο που θα το συνιστούσα για ανάγνωση, και μάλιστα σε νέους, και βέβαια σε όσους αγαπούν περισσότερη εικόνα και λιγότερο κείμενο (αλλά όχι μόνο).

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημείωση
Με την ευκαιρία, αφού αναφέρθηκα στα Κλασσικά Εικογραφημένα, θα παραπέμψω σε μια σελίδα με τα εξώφυλλα όλων των τευχών, καθώς και σε μια παλιότερη συνέντευξη του σκιτσογράφου Soloup για τα ελληνικά κόμικς (είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο το βιβλίο του "Αϊβαλί").

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Το κάλπικο ζύγι, του Γιόζεφ Ροτ: τέλος μιας εποχής και αρχή μιας νέας εξορίας...



"... το τοπίο που σκιαγραφεί ο Ροτ, εκείνο των τελευταίων ετών της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, δεν είναι παρά μια νέα Εξορία. Σαν μια Βαβυλώνα όπου αντηχούν οι σλαβικοί και βιβλικοί απόηχοι, φέρνοντας στο νου διάφορες παραδόσεις όπως και μια ατμόσφαιρα έσχατων ημερών, η Γαλικία είναι αιώνια, όμως και τοποθετημένη στον χρόνο, μεθόριος γη στα μετατοπιζόμενα σύνορα μεγάλων αυτοκρατοριών..."

Αυτό αναφέρει η Ariel Sion σε κείμενο που έγραψε για το αφιέρωμα στον Γιόζεφ Ροτ από το Cahier de l’Herne και δημοσιεύεται ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση (σε μετάφραση του Γιάννη Σιδέρη). Όχι τυχαία, τον αποκαλεί αυτοκράτορα της νοσταλγίας ο γνωστός Νοτιοαφρικανός συγγραφέας Τζον Κούτσι  σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο New York Review of Books το 2002. 

Και πράγμαται, το βιβλίο του Γιόζεφ Ροτ «Το κάλπικο ζύγι – Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών» (εκδ. Άγρα, 2017 σε μετάφραση Ηλιάνας Αγγελή) είναι θάλεγε κανείς μια τελευταία, νοσταλγική, παρουσίαση του γενέθλιου τόπου όπως τον γνώριζε, της Γαλικίας, στα "μετατοπιζόμενα" όρια Πολωνίας με Ουκρανία.

Το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Άνζελμ Άιμπενσυτς, υπαξιωματικός που παραιτήθηκε από το στρατό γιατί του το ζήτησε η γυναίκα του (που δεν την αγαπούσε πάντως, έτσι τουλάχιστον έδειχνε) κι έγινε επιθεωρητής μέτρων και σταθμών. Δηλαδή, έλεγχε τα ζύγια των εμπόρων, γιατί όλο και κάποια πονηριά έκαναν για να βγαίνει όπως ήθελαν η ζύγιση, αλλά ποιος το καταλάβαινε (πόσες φορές δεν σκεφτόμαστε το ίδιο, ας πούμε σε ζυγαριές μικρεμπόρων με τα παλιά ζύγια, αλλά και σε μεγαλύτερες, τις πλάστιγγες, τις θυμάστε;).

... Όσο για τα μέτρα και τα σταθμά, οι ντόπιοι είχαν χρόνια να τα δουν στα μάτια τους, και μονάχα οι παλαιότεροι τα θυμούνταν ακόμα. Μονάχα ζυγαριές υπήρχαν. Ζυγαριές και τίποτε άλλο. Οι έμποροι μετρούσαν τα υφάσματα με τον πήχη του χεριού· άλλωστε, όλος ο κόσμος ξέρει ότι το αντρικό χέρι, από την κλειστή γροθιά ως τον αγκώνα, είναι ίσο με έναν πήχη, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Επιπλέον, όλος ο κόσμος ξέρει ότι ένα ασημένιο κηροπήγιο ζυγίζει μισό κιλό και είκοσι γραμμάρια, ενώ ένα μπρούτζινο κηροπήγιο ζυγίζει πάνω-κάτω ένα κιλό...


Χάρτης του Βασιλείου της Γαλικίας Ανατολικής Ευρώπης το 1914 (Πηγή)

Ο επιθεωρητής μετατίθεται στο Ζλότογκραντ, μια φανταστική ως προς την ονομασία περιφέρεια της Γαλικίας (ήταν κομμάτι σημερινής Πολωνίας και Ουκρανίας περιλαμβάνοντας Κρακοβία, Λβοφ κ.ά.), κάπου προς το τέλος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Είναι άνθρωπος έντιμος, ηθικός, αδιάφθορος, αδέκαστος, αυστηρός, τυπικός στη δουλειά του. Έτσι ήταν τουλάχιστον στην αρχή. Μέχρι που επισκέφτηκε το καπηλειό στο Σβάμπυ και γνώρισε την όμορφη τσιγγάνα Ευφημία, ερωμένη του κάπελα (κακοποιού, διακινητή φυγάδων από τη Ρωσία).

Ο Ρότ περιγράφει τη σιγά-σιγά μετάλλαξη του Επιθεωρητή και παράλληλα τη ζωή των ανθρώπων στο χωριό και στην περιοχή, με τη φτώχεια, με τα κάλπικα ζύγια και τα άλλα κόλπα στις εμπορικές συναλλαγές, με τη χαρτοπαιξία, με τα αδιέξοδα και μια αίσθηση εγκατάλειψης και ανίας, με τους μικρο- και μεγαλο-απατεώνες, με τους λιποτάκτες από τη Ρωσία, με τη χολέρα και τα κόλπα των φυλακισμένων κακοποιών που επιστράτευσαν για να μαζεύουν τους νεκρούς, με το σπάσιμο των πάγων που σηματοδοτούν τον ερχομό της άνοιξης και της ελπίδας στα πρόσωπα των ανθρώπων. Και οι Εβραίοι της περιοχής. Ο συγγραφέας τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια (Εβραίος ο ίδιος), δυσκολεύεται ν' αποδεχτεί ο Επιθεωρητής την τιμωρία που αναγκαστικά τους επιβάλλεται όταν τους βρίσκουν κάλπικα ζύγια.

Όμορφες περιγραφές της φύσης, οι εναλλαγές, τα πουλιά, τα δέντρα, οι πάγοι που σπάνε, κι όταν σπάνε νωρίς ξεσπά η χολέρα, κι όταν παγώσει πάλι το κακό εξαφανίζεται...

... Ξάφνου, μες στη νύχτα, προτού ακόμα το καμπαναριό σημάνει μεσάνυχτα, ο Άιμπενσυτς άκουσε τον πάγο να σπάζει με εκκωφαντικό κρότο. Παρόλο που, όπως είπαμε, ήταν νύχτα, οι σταλακτίτες στις στέγες των σπιτιών άρχισαν μεμιάς να λιώνουν και να στάζουν βαριά στο ξύλινο πεζοδρόμιο. Σαν νυχτοπόρος αδελφός του ήλιου, ένας γλυκός και απαλός νοτιάς τους έκανε να λιώσουν. Σε όλα τα χωριατόσπιτα τα παραθυρόφυλλα άνοιξαν διάπλατα· οι άνθρωποι φάνηκαν στα παράθυρα, ενώ πολλοί ξεχύθηκαν μάλιστα από τα σπίτια τους. Παγερά, λαμπερά και αιώνια, τα αστέρια κρέμονταν χρυσαφιά και ασημάνια στον αχνογάλανο ουρανό, μοιάζοντας να αφουγκράζονται από ψηλά το τρίξιμο και τη βοή από το σπάσιμο των πάγων...

Και η ανατομία της ψυχής των ανθρώπων, και οι αντιθέσεις, το καλό με το κακό, το ηθικό με το ανήθικο, το δίκαιο με το άδικο, το νόμιμο με το μη νόμιμο, που κάποτε όλα μπερδεύονται, ποιο το ένα ποιο το άλλο. Η Σιόν αναφέρει ότι ο μισός Δεκάλογος παραβιάζεται στο Κάλπικο ζύγι: υπάρχει φόνος, μοιχεία, κλοπή, ψευδομαρτυρία, επιθυμία για τη γυναίκα και τα αγαθά του άλλου.

Ας μην πω άλλα για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Η αφήγηση κυλά τόσο όμορφα, που αξίζει κανείς να το διαβάσει και ν' απολαύσει τις λεπτομέρειες της αφήγησης, αλλά και τις ομορφιές του κειμένου.

Κι εδώ, νιώθω την ανάγκη να υπογραμμίσω ότι οι ομορφιές αυτές δεν ξεπηδάνε μόνο από τον συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ, αλλά και από την εξαιρετική μετάφραση της Ηλιάνας Αγγελή. Φαίνεται και στα παραπάνω αποσπάσματα που παρέθεσα, αλλά πραγματικά ήταν απόλαυση το διάβασμα, όχι μόνο για τις ξεχωριστές λέξεις που διάλεγε η μεταφράστρια (π.χ. αλογολάτης), αλλά και για τη συνολική διατύπωση των προτάσεων που μερικές φορές ένιωθες μια ποιητική χροιά στα κείμενά της.

Όσο για τη συνολική εικόνα της έκδοσης, η Άγρα αποτελεί εγγύηση αισθητικής και ποιότητας περιεχομένου. Αν και θεωρώ γενικά υπερβολή την εμμονή στο πολυτονικό, εδώ εκτιμώ αυτή την ιερή προσήλωση που ακολουθεί πιστά, βλέποντάς την ως συμβολή στην ιστορική διατήρηση και συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και γραφής (πού αλλού θα δούμε βαρείες, περισπωμένες, ψιλές και δασείες;). Και βέβαια, οι πολύτιμες πληροφορίες για τον συγγραφέα, το Επίμετρο, οι φωτογραφίες, η Εισαγωγή αποτελούν χρησιμότατα βοηθήματα πλάι στο κυρίως κείμενο. Ας μου επιτραπεί και μια παρατήρηση σχετικά με τα κεφαλαία. Εάν δεν γνωρίζει ο αναγνώστης ότι π.χ. η μεταφράστρια ονομάζεται Αγγελή και όχι Αγγέλη (που επίσης υπάρχει ως επώνυμο), δεν υπάρχει πουθενά στο βιβλίο αυτή η πληροφορία. Και ενώ δεν έχω λόγο να παρέμβω στη μορφή εξωφύλλου κτλ. που επιλέγει κάθε εκδότης, θα ήθελα να επισημάνω ότι σε όλες τις ελληνικές εκδόσεις λείπει η εμφάνιση της τυποποιημένης εγγραφής του βιβλίου, όπως γίνεται σε εκδόσεις άλλων χωρών και που στην Ελλάδα καταρτίζεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη ή/και την Biblionet.

Σε κάθε περίπτωση, το Κάλπικο ζύγι είναι η εικόνα ενός κόσμου τότε που έφευγε, μα μήπως και η εικόνα ενός κόσμου που όλο και κάπου συναντάμε και σήμερα;

Ο Ροτ με τη γυναίκα του Φρήντλ το 1925 στη Νότια Γαλλία. Η Φρήντλ το 1928 τρελάθηκε,
νοσηλεύτηκε σε διάφορα ιδρύματα και το 1940 υποβλήθηκε σε ευθανασία από τους Ναζί  (Πηγή)

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις: Οι ξένες λέξεις, του Βασίλη Αλεξάκη



Έχει νόημα να μάθει κανείς μια ξένη, μικρή και άγνωστη γλώσσα; Ο Βασίλης Αλεξάκης τόλμησε, δοκίμασε, έμαθε μια τέτοια γλώσσα και μας το διηγείται στο βιβλίο του Οι ξένες λέξεις (Εξάντας, 2003). Ο Αλεξάκης περιγράφει όχι μόνο πώς έμαθε την ξένη γλώσσα, αλλά κύρια πώς, μέσα από μια ξένη γλώσσα, μαθαίνει κανείς για τον τόπο και τους ανθρώπους που την ομιλούν. Και δεν μαθαίνει μια γνωστή "μεγάλη" ξένη γλώσσα, αλλά μια γλώσσα σπάνια, τη γλώσσα σάνγκο της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Είναι γλώσσα από αυτές που ομιλούνται όλο και λιγότερο, που εξαφανίζονται, από μια χώρα με πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρονίζουν παρά τις υποτιθέμενες συμφωνίες ειρήνης (ήδη τις τελευταίες ημέρες ακούσαμε για δεκάδες νεκρούς από συγκρούσεις μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων μέσα στη χώρα).

Έτσι, μαζί με τον Αλεξάκη, δίνεται η ευκαιρία και σε μένα την αναγνώστρια, σε κάθε αναγώστη, να μάθουμε για τη μακρινή αυτή αφρικανική χώρα, για την πρωτεύουσα Μπάγκι, για τον ποταμό που τη διαρρέει Ουμπάγκι, για τη γλώσσα σάνγκο, για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για την πολιτική ζωή, για την ιστορία, για τους Γάλλους αποικιοκράτες. Και για τη γλώσσα, για την τοπική γλώσσα που δεν επιτρέπεται όμως στα παιδιά ούτε να τη μαθαίνουν, μα ούτε καν να τη μιλούν. Ο δάσκαλος του λέει:

«Την περίοδο της αποικιοκρατίας οι δάσκαλοι τιμωρούσαν τα παιδιά που μιλούσαν σάνγκο στο σχολείο κρεμώντας τους ένα κόκκαλο στο λαιμό. Η παράδοση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική ηγεσία παραμένει πεπεισμένη ότι η Κεντρική Αφρική έχει ανάγκη τα γαλλικά για να μπορέσει να αναπτυχθεί. Περνάμε στους μαθητές την άποψη ότι η μητρική τους γλώσσα ανήκει στο παρελθόν».

Πρωταγωνιστής στο βιβλίο του Αλεξάκη είναι ο συγγραφέας Νικολαίδης, που ήρθε στο Παρίσι από την Ελλάδα κι έμεινε τελικά μόνιμα, γυρνώντας πίσω μόνο σαν επισκέπτης. Με την ευκαιρία, αναφέρεται και στα συμβόλαια που υπογράφουν οι συγγραφείς με εκδοτικούς οίκους μέσω των ατζέντηδων και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με αυστηρές προθεσμίες κτλ., με αντάλλαγμα μηνιαία αντιμισθία. (Αντίστοιχα, το ίδιο βρήκα και στον ήρωα της Μαλακατέ στο τελευταίο της βιβλίο, το Σχέδιο). Το βιβλίο δείχνει αυτοβιογραφικό, κι έτσι το νιώθεις από τις πρώτες σελίδες, κι ας δίνει άλλο όνομα στον ήρωα, Νικολαϊδης.

Μαθαίνει με τη βοήθεια λεξικού. Και βρίσκει έναν δάσκαλο για βοήθεια. Πηγαίνει στο Μπάγκι, μένει δυο βδομάδες, συναντά ανθρώπους, μαθαίνει πώς ζουν, βλέπει από κοντά την επίδραση των Γάλλων. Γνώρισε και τον τελευταίο Έλληνα στη χώρα, Σκαρβέλης από τη Μυτιλήνη.

Στο βιβλίο περιγράφει χαρακτηριστικά της γλώσσας σάνγκο, π.χ. η άρνηση (δεν) μπαίνει στο τέλος της πρότασης (πεπε), υπάρχουν επιδράσεις από τα γαλλικά, η μόνη ελληνική λέξη είναι η λέξη πολιτική, έχει τονισμούς με βαρεία, οξεία, μεσαία, και ανάλογα με τον τονισμό αλλάζει ο ήχος της λέξης και αλλάζει η σημασία, για τον πληθυντικό βάζουν ένα α στην αρχή τις λέξης κτλ. Μπαμπα λένε όταν απευθύνονται σε άντρα για την εκδήλωση συμπάθειας, ευγνωμοσύνης, ευχαρίστησης.

Οι τόνοι δεν είναι λιγότερο σημαντικοί από τα φωνήεντα, του λέει ο δάσκαλος. «Η διαφορά ύψους ανάμεσα σε δύο βαθμίδες δεν είναι προκαθορισμένη, όπως στη μουσική... Οι τόνοι παράγουν κάποια μελωδία...». Κι όταν δεν έχουν καλή γνώση των τόνων οι άνθρωποι, συνεχίζει ο δάσκαλος, «η γλώσσα γίνεται όλο και πιο πεζή, όλο και πιο ανιαρή, χάνει σιγά-σιγά το κέφι της».

Κι ο Αλεξάκης ενθουσιάζεται με τις λέξεις που έχουν μουσική, όπως η λέξη πουπουλενγκε που αποδίδει τη γυναίκα με αρνητική σημασία, τη ζωηρή, την τσούλα (αντίστοιχη ίσως της γαλλικής petasse και της αγγλικής bitch).

Στα σάνγκο χρησιμοποιούν όργανα του σώματος για να εκφραστούν – αντί μ’ αρέσεις, λένε αρέσεις στα μάτια μου (μο νζερε να λε τι μπι), βοηθώ λένε δίνω το χέρι, αγκαλιάζω λένε κρατάω επάνω στο σώμα μου, συλλογίζομαι λένε ψαύω την καρδιά μου!!!

Κάποιες λέξεις δεν υπάρχουν, όπως ας πούμε το χιόνι. Και τη Χιονάτη, αλήθεια, πώς να την πουν, πώς να διηγηθούν το παραμύθι στα παιδιά, αναρωτιέται ο συγγραφέας, αναρωτιέμαι κι εγώ, μα πάλι, αυτοί έχουν άλλα παραμύθια, πολλά παραμύθια... (Αξίζει εδώ ν' αναφερθώ εδώ σε ένα ορολογικό ζήτημα που συναντήσαμε στην τυποποίηση. Στις ομάδες των ιθαγενών του Καναδά, το χιόνι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής τους ζωής και για το λόγο αυτό έχουν ενδιαφέρον για την ιδιαίτερη φύση του χιονιού και τις αλλαγές του, ενώ έχουν επίσης αναπτύξει ένα πολύ ειδικό ορολόγιο για τους διάφορους τύπους χιονιού. Αντίθετα, για μια τροπική χώρα, όπου δεν υπάρχει χιόνι, οι ιδιαίτερες μορφές χιονιού δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και δεν υπάρχει ονομασία όχι για τις ιδιαίτερες μορφές αλλά συχνά ούτε καν για την έννοια χιόνι. Εξάλλου, και στην ελληνική δεν υπάρχουν αντιστοιχίες στις διάφορες αυτές μορφές χιονιού. Αυτό είναι και ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα των ζητημάτων εναρμόνισης και ισοδυναμίας εννοιών και όρων ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες.)

Έχει ενδιαφέρον όταν ερωτάται ο δάσκαλος πώς δημιουργούν ένα νέο όρο:

Αφήνω να με οδηγήσει η εξέλιξη της γλώσσας. Απλά επιταχύνω την πορεία της. Η λέξη σεντα, «επιστήμη», συναντάται σε πολλές σύνθετες λέξεις. Αυτό μου επέτρεψε να προσθέσω τους όρους σεντα-μπε, «καρδιολογία», σεντα-νγκου, «υδρολογία, σεντα-νγκου-Νζαπα, «βροχομετρία», σεντα-Νζαπα, «θεολογία». Δουλεύω σε συνεργασία με δημοσιογράφους και πανεπιστημιακούς του Μπαγκί, οι οποίοι υποβάλλουν τους νεολογισμούς στην έγκριση του κοινού τους.

Δείχνει εύκολη γλώσσα να μάθεις να τη διαβάζεις, ίσως και να την ομιλείς, όχι βέβαια να την καταλαβαίνεις όταν τη μιλούν οι άλλοι. Πάντως, στο τέλος είχα αρχίσει κι εγώ να καταλαβαίνω κάποιες φράσεις.

Όσο για τις διατροφικές συνήθειες, αγαπημένο κρέας είναι το κρέας του ιπποπόταμου, ενώ του έδωσαν να δοκιμάσει και πύθωνα. Το ψάρι καπιτάνι είναι το αγαπημένο τους ψάρι. (Στο λεξικό της γλώσσας σάνγκο του Daniel Weston, διαβάζω ότι kapitani είναι είδος πέρκας, capitaine στα γαλλικά.)

Και να πώς περιγράφει τη ζωή στην πόλη, το Μπαγκί, τη φτώχεια των κατοίκων της:

Δεν σου περνάει συνήθως απ’ το μυαλό, όταν έχεις στην κατοχή σου τέσσερις πασσάλους μήκους ενάμισι με δύο μέτρων, μερικές τάβλες και χαρτόνια περιτυλίγματος, ότι είσαι ιδιοκτήτης ενός σπιτιού. Κι όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Κατά μήκος των δρόμων του Μπαγκί πολλές οικογένειες, χιλιάδες οικογένειες σίγουρα, μένουν σε υπόστεγα τόσο ευτελή. Την πρόσοψή τους καλύπτει έναα πανί ή ένα πλαστικό. Είναι σπίτια που δεν σου επιτρέπουν να κάνεις μεγάλα όνειρα. Χρησιμεύουν μόνο για κοιτώνες. Οι κάτοικοί τους ζουν στο ύπαιθρο. Πλένονται στο δρόμο, μαγειρεύουν στο δρόμο, τρώνε στο δρόμο...

Όλα γραμμένα στα γαλλικά, πουθενά σάνγκο δεν βλέπει. Ο Σάμι, ένας ντόπιος συγγραφέας που κάποτε ήταν και υπουργός, του λέει:

Κανείς μας δεν έμαθε ποτέ να γράφει τη γλώσσα μας. Δεν υπάρχουν σχολικά βιβλία στα σάνγκο, οι δάσκαλοί μας δεν έχουν εκπαιδευτεί για να τα διδάσκουν... οι πολιτικοί μας δεν είναι διατεθειμένοι να τα υποστηρίξουν... Απαγορεύοντας τη διδασκαλία των σάνγκο περιορίζουν την ελευθερία του λόγου... Σύμφωνα με ένα πείραμα που είχα κάνει όταν ήμουν στο Υπουργείο, τα παιδιά που διδάσκονται τα σάνγκο παράλληλα με τα γαλλικά γίνονται καλύτερα στα γαλλικά από αυτά που δεν μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα...



Στην ομιλία που έκανε στο Πνευματικό Κέντρο, ένας φοιτητής τον κορόιδεψε:

Μιλάτε για τις γλώσσες με θαυμαστή ψυχραιμία. Ξεχνάτε ότι τα γαλλικά υπήρξαν το όργανο της υποδούλωσής μας; Ότι δεν έπαψε ποτέ αυτή η γλώσσα να μας δασκαλεύει ότι ο πολιτισμός μας δεν άξιζε σπουδαία πράγματα, ότι ήμασταν υπανάπτυκτοι; Κι ότι κατάφερε να μας πείσει, εφόσον εξακολουθούμε να διαιωνίζουμε τις απόψεις της; Δεν πάνε πολλά χρόνια που τελείωσα το σχολείο για να έχω ξεχάσει την τιμωρία που μου επέβαλαν όταν με έπιασαν να μιλάω σάνγκο στην αυλή. Δεν μου έδεσαν κανένα κόκαλο στο λαιμό, όπως συνηθιζόταν παλιότερα, με υποχρέωσαν όμως να γράψω χίλιες φορές «Δεν θα ξαναμιλήσω σάνγκο». Δεν μπορώ ν’ αγαπήσω μια γλώσσα που με αναγκάζει να σιωπώ.

Κι όταν η γυναίκα του Γάλλου πρέσβη ρώτησε αν είναι αληθινή γλώσσα τα σάνγκο, πήρε την απάντηση από τον συγγραφέα:

Μπορεί να μην είναι αληθινή γλώσσα, κυρία μου, αλλά τη χρησιμοποιούμε εδώ και τόσο καιρό που δεν μας απασχολεί πια αυτό το θέμα.

Εκφράζει την αγωνία, τον πόνο των ντόπιων που χάνεται η γλώσσα τους, θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες, να γράψουν κάτι στη γλώσσα τους. Γιατί, λέει ο συγγραφέας, «οι λαοί που έχασαν τη γλώσσα τους είναι ανίκανοι να προστατέψουν τον εαυτό τους».

Ας μεταφέρω εδώ λίγα σάνγκο, ξεκινώντας από το κοντορο-βα που θα πει αποικία, κατά λέξη "χώρα υπηρεσίας".

Και λίγα ακόμη:

σινγκιλι μινγκι   →   ευχαριστώ
γκουε νζονι   →   πήγαινε καλά (να είσαι καλά)
μπι γιε μο μινγκι   →   σαγαπώ πολύ
μο νζερε να λε τι μπι   →   αρέσεις στα μάτια μου (μου αρέσεις)
μπε τι μπι α γιεκε τι μο   →   η καρδιά μου σου ανήκει
ντολι     →  ελέφαντας 
αντολι    →   ελέφαντες
μπε    →  καρδιά
μπεαφρικα    →  κεντροαφρικανική δημοκρατία
νγκου τι νζαπα    →   βροχή
κεκερεκε    →   αύριο
γκι    →   μόνο
γκιριρι    →   άλλοτε
λο    →  αυτός
πεπε    →   δεν
αουε πεπε    →   δεν τελείωσε
μπασαμπαρα    →   επτά

Και τώρα να συστηθούμε κύριε Αλεξάκη:

μπι κατερινα   →   εγώ Κατερίνα
μο βασιλης   →   εσύ  Βασίλης

Διαβάζοντας το βιβλίο του Αλεξάκη, δεν μπορώ να μη σκεφτώ και άλλα γραφτά για τη γλώσσα και τις λέξεις, λίγα για την ώρα, απλές αναφορές για γλώσσες.

Για τις γλώσσες που σβήνουν, όπως τα αρβανίτικα που δοκίμασε να μιλήσει στη γλώσσα των γονιών του ο νέος (και γι' αυτό ακόμη πιο σπουδαίο το εγχείρημά του) Δημοσθένης Παπαμάρκος στο Γκιακ, θέλοντας να κρατήσει λίγα στοιχεία όχι μόνο της ίδιας γλώσσας αλλά του πολιτιστικού και ιστορικού στοιχείου που κουβαλάει.

Ή καλύτερα, για γλώσσες που απαγορεύονται, απαγορεύεται το ομιλείν, όπως επιγράφει το βιβλίο του ο Σλοβένος συγγραφέας Μπόρις Πάχορ, αναφερόμενος στις απαγορεύσεις των Σλοβένων της Τεργέστης από τους Ιταλούς.

Όπως έγινε και με τα γκρέκο ή γκρεκάνικα της Καλαβρίας και των άλλων περιοχών της Κάτω Ιταλίας για τα οποία η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, έκανε μια ωραία τοποθέτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, με την ανάρτηση Οι Ποτέμκιν της Μεγάλης Ελλάδας (της Μαριάννας Κατσογιάννου).

Σε πρόσφατη ανάρτηση του ηλεκτρονικού περιοδικού Νέον Πλανόδιον, διαβάζω το άρθρο "Η μετανάστρια γλώσσα" της Χιλιανής ποιήτριας και εικαστικού Σεσίλια Βικούνια (σε μετάφραση από την Έλενα Σταγκουράκη, το αγγλικό κείμενο εδώ) με αφορμή τη συμμετοχή της στη documenta 14 στην Αθήνα. Παρότι δεν συμφωνώ με την ετυμολογία που χρησιμοποιεί για τη λέξη immigrant, αλλά την αποδέχομαι ως αφορμή ποιητικής ερμηνείας ενός κοινωνικού φαινομένου, ξεχωρίζω τις αναφορές της στη γλώσσα και τις λέξεις για να ερμηνεύσει αισθήματα, φαινόμενα και καταστάσεις. Η ζωή είναι γλώσσα, λέει και παραπέμπει στον Οκτάβιο Παζ:

Δεν βλέπω με τα μάτια:
Μάτια μου, οι λέξεις.


Έργο της Cecilia Vicuña (Πηγή εδώ)

Αυτό δοκίμασε και ο Βασίλης Αλεξάκης μαθαίνοντας τη γλώσσα σάνγκο. Η ζωή είναι γλώσσα και λέξεις. Ή, πάλι όπως το είπε ο Οκτάβιο Παζ:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγγελος Σικελιανός και τα παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίησή του



Χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα,
όσα σωρεύει το πουλί στου δάσου τη μαυρίλα

και πηγαινόρχεται αστραπή, στη γη ν' αδράξει κάτου
μια λαμπερή αλογότριχα, λίγο μαλλί προβάτου!

Έτσι αρχίζει το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού, το "δυσκολότερο ποίημα στην ελληνική γλώσσα", όπως είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης, το "μεγαλύτερο (με τις δυο σημασίες) ή ωραιότερο ποίημα", όπως έγραφε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στον Πρόλογο της Ανθολογίας που επιμελήθηκε και κυκλοφόρησε ο Ίκαρος το 1998. Αναλύοντας την άποψή του για το ποίημα και τις δυσκολίες του, ο Λορεντζάτος αναφέρεται στη γλώσσα και πώς αυτή μεταφέρει, αν μεταφέρει, όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της ποίησης όταν μεταφράζεται, δίνοντας μάλιστα και ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μετάφραση των παραπάνω στίχων στα γαλλικά από έκδοση του 1944 (που είχε γίνει με τη βοήθεια του Τάκη Παπατσώνη). 

Flocons, duvets, graines ailées, brindilles, petites feuilles,
tout le butin de l' oiseau sillonant comme l
' éclair

l' obscurité de la forêt pour dérober, rasant le sol,
un brin brillant de cheval, un brin, de laine de brebis.

Γράφει:

Η μετάφραση αυτή αποτελεί μια απόδειξη πως ο Σικελιανός, όπως και ο Σολωμός, δε μεταφράζονται. Μπορείς να μεταφράσεις το γράμμα, αλλά όχι το πνεύμα της γλώσσας τους. Τόσο ταυτισμένοι βρίσκονται με το πνεύμα της γλώσσας της ελληνικής. Κάθε γλώσσα, σε ορισμένες κορυφαίες στιγμές της, εκφράζει ένα πνεύμα αποκλειστικά δικό της, που καμιά άλλη γλώσσα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει. Καμιά μεταφραστική δεινότητα δεν μπορεί να μεταφέρει τότε, μαζί με το γράμμα ή τις λέξεις, και το πνεύμα της γλώσσας αυτής σε άλλη γλώσσα. Κάθε γλώσσα είναι, από την άποψη αυτή, ένας κόσμος χωριστός...

Δυο κόσμοι χωριστοί για τον Λορεντζάτο οι στίχοι του Σικελιανού και οι μεταφρασμένοι στην άλλη γλώσσα, τόσο μάλιστα που "όσο κοντύτερα πηγαίνομε στο γράμμα, τόσο χάνομε το πνεύμα". Παιχνίδια παράξενα μας παίζουν οι λέξεις, λέει. 

Αλλά, ας αφήσουμε την ανάλυση αυτή κι ας χαρούμε το ίδιο το ποίημα, που το νόημα του "δε μαθαίνεται με νήμα λογικό, μαθαίνεται με την αγάπη και το δόσιμο, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ωσότου η αρχή του, το Χνούδια και πούπουλα, αφομοιωθεί, μια μέρα, και γίνει αυτοματισμός..."

...................
Και ιδές... Ανθοί αναπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια·

στα χρυσοπράσινα έλατα αν ο ήλιος, σε μια στάλα,
φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πυρρή διχάλα,

και μια ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει,
τ' άγια φαράγγια που κρατούν ολοχρονίς το χιόνι·
..........................
Τ' άσωτου γύρα μου καημού κι αν αργοσβηέται η μνήμη,
σαν η σελήνη που απ' αυγής, αχνόθωρον ασήμι,

μες στη γαλάζιαν άβυσσο της μέρας απομένει
από τον κόσμο ακοίταχτη κι απολησμονημένη,

μικρούλα πνοή, τον πρώτο αφρό στα πέλαα που σηκώενι,
πλατιά ανοιγμένα τα φτερά μεσούρανα μου ορθώνει!
..........................

Παιχνίδια με τις λέξεις. Με τα γράμματα και με τα νοήματα. Πλούτος και αφθονία λέξεων. Όπως το βλησίδι, ακριβώς έτσι το ορίζει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στο γλωσσάρι που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου. Λέει ο ποιητής:

Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·
εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!

Ο Σαραντάκος περιλαμβάνει το βλησίδι στις "Λέξεις που χάνονται", ενώ παραπέμπει σε αποσπάσματα που το έχει συναντήσει από κείμενα των Μακρυγιάννη, Καρκαβίτσα και Βλαχογιάννη. Η αλήθεια είναι ότι δεν το βρήκα στα λεξικά Μπαμπινιώτη και Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη), ενώ περιέχεται στα λεξικά Δημητράκου και Πάπυρου και ορίζεται ως θησαυρός, πλούτος, κόσμημα, αφιέρωμα. Η γραφή του είναι με ήτα, βλησίδι, προερχόμενο από το βάλλω, στον Πάπυρο αναφέρεται και ο τύπος με ύψιλον, βλυσίδι, ως υποκοριστικό του αρχαίου βλύσις (ανάβλυση), χωρίς όμως να επικρατεί.

Το λήμμα για το βλησίδι στο Λεξικό Δημητράκου

Παιχνίδια με τις λέξεις στην ποίηση του μεγάλου Άγγελου Σικελιανού. Εκείνου, που στις 28 Φλεβάρη του 43 αναφώνησε πάνω από το φέρετρο του άλλου μεγάλου Κωστή Παλαμά "Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!"

Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στις 19 Ιουνίου 1951. 

Γλυκό μου εσύ μνημόσυνο, πένθος χαρμόσυνό μου,
την ώρα τούτη, ά, πώς κρατώ σφιχτά τον ουρανό μου!