Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

Άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα, η Ελένη



(Από μακριά κιόλας φαινόταν η φθορά — ασοβάντιστοι τοίχοι, πεσμένοι· ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα· τα κάγκελα του μπαλκονιού σκουριασμένα. Μια κουρτίνα σάλευε έξω απ’ το παράθυρο του πάνω πατώματος, κιτρινισμένη, κουρελιασμένη στο κάτω μέρος. Όταν πλησίασε, —δισταχτικός πάντα,— η ίδια εγκατάλειψη στον κήπο: θρασεμένα φυτά, σαρκώδη φύλλα, ακλάδευτα δέντρα· τα σπάνια λουλούδια πνιγμένα στις τσουκνίδες· τα σιντριβάνια χωρίς νερό, μουχλιασμένα· στα ωραία αγάλματα λειχήνες. Μια σαύρα ακινητούσε ανάμεσα στο στήθος μιας νεαρής Αφροδίτης, ζεσταμένη απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ηλιογέρματος. Πόσα χρόνια πριν. Ήταν πολύ νέος τότε· — είκοσι δύο; εικοσιτριώ; Κι εκείνη; Ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις, — ήταν τόσο το φέγγος που ανάδινε, —σε τύφλωνε· σε διαπερνούσε·— δεν ήξερες πια τί ήταν, αν ήταν, αν ήσουν. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Άκουσε απέξω το κουδούνισμα, πολύ μοναχικό, μέσα σ’ ένα γνωστό του χώρο, άγνωστα τώρα διαρρυθμισμένο, με άγνωστες διακλαδώσεις, σε σκοτεινά χρώματα. Αργούσαν ν’ ανοίξουν. Κάποιος έσκυψε απ’ το πάνω παράθυρο. Δεν ήταν αυτή. Μια υπηρέτρια, — πολύ νέα. Σα να γέλασε. Έφυγε απ’ το παράθυρο. Αργούσαν πάλι. Ύστερα βήματα στη μέσα σκάλα. Ξεκλείδωσαν την πόρτα. Ανέβηκε. Μια μυρωδιά από σκόνη, σάπιους καρπούς, στεγνή σαπουνάδα, ούρα. Από δω. Κρεβατοκάμαρα. Ντουλάπα. Μετάλλινος καθρέφτης. Δυο σαραβαλιασμένες σκαλιστές πολυθρόνες. Τσίγκινο τραπεζάκι με φλιτζάνια του καφέ κι αποτσίγαρα. Κι εκείνη; Όχι, όχι, — δεν είναι δυνατόν. Γριά — γριά — εκατό, διακόσω χρονώ. Πριν από πέντε ακόμη χρόνια — Όχι, όχι, Το σεντόνι τρύπιο. Εκεί, ασάλευτη· καθιστή στο κρεβάτι· καμπουριασμένη. Μόνο τα μάτια της —— ακόμη πιο μεγάλα, αυταρχικά, διεισδυτικά, άδεια).
 

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες —κάτι θέλουν να πουν,— ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, —ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού— μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του
και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα· — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα που φοράω στο δείχτη. 

................................................................................
 
Οι νεκροί πια δε μας πονούν, — κι είναι παράξενο — δεν είναι;—
όχι για κείνους τόσο, όσο για μας, — αυτή η ουδέτερη οικειότητά τους
μ’ έναν χώρο που τους έχει αρνηθεί και που αυτοί δε συνεισφέρουν
στα έξοδα της συντήρησής του είτε στην έγνοια της φθοράς του,
αυτοί, συντελεσμένοι κι αμετάβλητοι, μόνον σαν κάπως πιο μεγάλοι.

Αυτό ’ναι κάποτε που μας ξενίζει — η υπερτροφία του αμετάβλητου
κι η σιωπηλή τους αυτάρκεια — όχι αγέρωχη, διόλου· δεν πασχίζουν
να σου επιβάλλουν την ανάμνησή τους, να σου είναι αρεστοί...
 
...................................................................................

Κι εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, — να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου — ; Καμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, ν’ ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών — να πατήσω στον αέρα, — το τρίτο λουλούδι —


(Σώπασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω. Ίσως κοιμήθηκε. Ο άλλος σηκώθηκε. Δεν είπε καληνύχτα. Είχε πια σκοτεινιάσει. Καθώς βγήκε στο διάδρομο, ένιωσε τις δούλες, κολλημένες στον τοίχο, να κρυφακούν. Δε σάλεψαν διόλου. Κατέβηκε τη μέσα σκάλα σα να κατέβαινε σ’ ένα βαθύ πηγάδι, έχοντας την αίσθηση πως δε θα ’βρισκε την πόρτα της εξόδου — καμιά πόρτα. Τα δάχτυλά του, συσπασμένα, έψαχναν κιόλας για το πόμολο. Φαντάστηκε μάλιστα πως τα χέρια του ήταν δυο πουλιά που ασθμαίναν από έλλειψη αέρα, ενώ ταυτόχρονα ήξερε πως τούτη η εικόνα δεν ήταν παρά η έκφραση αυτοσυμπάθειας που αντιπαραθέτουμε συνήθως σ’ έναν αόριστο φόβο. Άξαφνα ακούστηκαν φωνές επάνω. Ανάψανε τα ηλεκτρικά στη σκάλα, στο διάδρομο, στα δωμάτια. Ανέβηκε πάλι. Ήταν βέβαιος τώρα. Η γυναίκα καθιστή στο κρεβάτι, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το μάγουλο στην παλάμη. Οι υπηρέτριες έμπαιναν, έβγαιναν, θορυβούσαν. Κάποιος τηλεφωνούσε στο διάδρομο. Κατάφτασαν κι οι γειτόνισσες. «Αχ, αχ», κάναν, και κάτι κρύβαν κάτω απ’ τα φουστάνια τους. Και πάλι το τηλέφωνο. Ανέβαιναν κιόλας οι αστυφύλακες. Διώξαν τις δούλες και τις γειτόνισσες. Εκείνες πρόφτασαν κι αρπάξαν τα κλουβιά με το καναρίνια, κάτι γλάστρες μ’ εξωτικά φυτά, ένα τρανζίστορ, κάποια ηλεκτρική θερμάστρα. Η μια κρατούσε ένα μεγάλο χρυσό κάδρο. Βάλαν τη νεκρή σ’ ένα φορείο. Ο επικεφαλής σφράγισε το σπίτι —«ώς να βρεθούν οι κληρονόμοι», είπε,— αν και ήξερε πως κληρονόμοι δεν υπάρχουν. Θα ’μενε έτσι σφραγισμένο το σπίτι σαράντα μέρες, κι ύστερα τα υπάρχοντά του —όσα γλιτώσαν— θα βγαίνανε στον πλειστηριασμό προς όφελος του δημοσίου. "Για το Νεκροτομείο", είπε στον οδηγό. Το σκεπασμένο αυτοκίνητο ξεμάκρυνε. Μεμιάς εξαφανίστηκαν όλα. Απόλυτη σιωπή. Αυτός μόνος. Στράφηκε και κοίταξε. Είχε βγει το φεγγάρι. Φωτίζονταν αχνά τα αγάλματα του κήπου — τα αγάλματά της, μόνα, δίπλα στα δέντρα, έξω απ’ το σφραγισμένο σπίτι. Κι ένα ήσυχο, παραπλανητικό φεγγάρι. Πού θα πήγαινε τώρα;)


ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ, ΣΑΜΟΣ, Μάιος – Αύγουστος 1970
 

Γιάννη Ρίτσου, "Ελένη", απόσπασμα. 

Ο ποιητής το γραψε μετά τον θάνατο της αδελφής του Νίνας. Κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 από τον Κέδρο με το χαρακτικό της Βάσως Κατράκη στο εξώφυλλο. Στη συνέχεια περιλήφθηκε στη συλλογή Τέταρτη Διάσταση. (Περισσότερα εδώ).

Αντί άλλων λέξεων, αντιγράφω το παραπάνω στη μνήμη της Ελένης που έφυγε το απόγευμα˙ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα˙ που θα πήγε τώρα;

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Ποιήματα από και για τους φίλους και τις φίλες μου

Παρακάτω μερικά ποιήματα που κατά καιρούς έστειλα ή μου έστειλαν φίλοι μου:


από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου

 
... Άφις τσι μήνες να διαβού, το χρόνο να περάσει,

τ’ άγρια θεριά μερώνουσι με τον καιρό στα δάση·
με τον καιρό τα δύσκολα και τα βαρά αλαφραίνου,
οι ανάγκες, πάθη κι αρρωστιές γιατρεύγουνται και γιαίνου·
με τον καιρό οι ανεμικές κ’ οι ταραχές σκολάζου
και τα ζεστά κρυαίνουσι, τα μαργωμένα βράζου·
με τον καιρόν οι συννεφιές παύγουσι κ’ οι αντάρες
κ’ ευκές μεγάλες γίνουνται με τον καιρό οι κατάρες...



του Τάσου Λειβαδίτη

από το ποίημα «Φυσάει»


"Λοιπόν τι κάνουμε εδώ

και πότε θαλλάξει ο κόσμος
όμως απόψε βιάζομαι να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της νακουμπήσω μια μικρή ανεμώνη
α ωραίο νασαι μοναχός

νασαστε δυό, ναμαστε όλοι"


Ο αιώνιος διάλογος


Κι ο άντρας είπε: πεινώ.

Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.



Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος

Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας μπήκε στο σπίτι.

Η γυναίκα ακούμπησε στο τραπέζι ένα πιάτο φακή.
Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε απ' το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει το λίγο φαΐ που' χε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν ο άντρας της χούφτωσε τα στήθεια.
Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον αποφύγει.
Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
Χωρίς κάν να φιληθούν.

Ο άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια ανοιχτά μές στο σκοτάδι

κι αποκοιμήθηκε .
Η γυναίκα σηκώθηκε αθόρυβα, και πηγαίνοντας στην άκρη της κάμαρας, απόμερα έκλαψε. Έξω, όλο χιόνιζε.



του Μανόλη Αναγνωστάκη

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...


Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους

Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;



Ερήμωνε, της Ζέφης Δαράκη


Να επιμείνουμε στο ακαθόριστο του προορισμού μας

Πρόκειται να κάνουμε ένα πρωινό περίπατο

πρόκειται να μιλήσουμε για ανύπαρκτα γεγονότα, αόριστες πράξεις.
Πρόκειται για πρόσωπα που φανταστήκαμε για λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Πρόκειται να υπερασπιστούμε την πιο ανυπεράσπιστη σιωπή,
να συναντήσουμε τα μάτια που ξενίτεψαν τον ουρανό
να φιληθούμε με όσους μπόρεσαν να μας αγαπήσουν.
Πρόκειται να επιμείνουμε στο ακαθόριστο του προορισμού μας.



Παλιό σπίτι, του Γιώργη Μανουσάκη


Τα χόρτα θρασομάνησαν με το χειμώνα

στον κήπο και στο πλακόστρωτο
τ’ αντικρινού παλιού σπιτιού.
Τα κάγκελα γέρνουν να πέσουν.
Κάθε τόσο ξεκολλούν απ’ το γείσωμα
κομμάτια του σουβά.
Όλα είναι μουσκεμένα κι ετοιμόρροπα
σα να ’χουν μαλακώσει απ’ τη βροχή.
Χτες είδα μια στιγμή

στης πόρτας το άνοιγμα
εκείνην που επιμένει να το κατοικεί.
Των τοίχων οι ρωγμές διακλαδίζουνταν
στο πρόσωπό της, τα βρύα
είχαν απλωθεί στα χέρια της.
Ίσως και να ’ναι ο τελευταίος χειμώνας

που στέκουντ’ όρθιοι χτίσμα κι άνθρωπος.
Μα εκεί που πονεμένος αναστεκόμουν
ά'σου κι ανακορμίζεται η Κόρη!
Κι ευτύς το σπίτι στεριώνει
οι ρωγμές σάν να κλείνουνε πάλι
( μα και τα βρύα, άνθη πώς γίνηκαν?)
Είναι που ξάφνου φανήκαν οι άνθρωποι

(πως το νικήσαν το Κακό ακούστηκε)
και με τα χέρια πιασμένοι ολόγυρα,
το περιδένουν το χάσμα και το σώζουν
την Κόρην γηθοσύνης ρυόμενοι,

Εστιάς γάρ ην πολυσέβαστος!



του Γιάννη Ρίτσου

Απροσάρμοστοι


Τέτοια ζωή μας μέλλονταν, να γράφουμεν επιστολές

που να μη στέλνουμε από μιαν αξήγητη δειλία
μονάχα να τις δένουμε σε κορδελίτσες παρδαλές
και να το βρίσκουμε και τούτο ασήμαντη ασχολία.

Να πάλλεται βαθιά η καρδιά, που άξια είτανε για τα καλά,

κι όμως να ζούμε πάντοτε στη σκοτισμένη αφάνεια·
οι ταπεινοί πατώντας μας να δείχνουν μέτωπο ψηλά
και τα δικά μας άπρεπα να φέρουνε στεφάνια.

Το πρόσωπο μας να φορεί φρίκης γκριμάτσα τραγική,

φιλάρεσκα ν' αφήνουμε να λεν πως μας πηγαίνει
να βλέπουμε να φεύγει η ζωή μακριά μας ξένη, βιαστική
και να περνάμε, αθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Το κάθε τι, και πιο πολύ τ' όνειρο, να μας τυραγνά

τα βλέμματα των διαβατών στα μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι να δείχνουμε κι όμως τα χέρια μας τ' αγνά
να κράτησαν και να κρατούν ακόμα μενεξέδες.

Να λαχταρούμε σαν παιδάκια ευαίσθητα κι ασθενικά

-δικαίωση και παρηγοριά της ζωής μας - την αγάπη
κι αν κάποτε τη βρήκαμε να μας προσμένει μυστικά
όμως το χέρι ν' απλωθεί ζητώντας την εντράπη.

Τα μέτρια ν' αποφεύγουμε μ' αδιάλλαχτην αποστροφή,

αμετανόητοι κυνηγοί του Ωραίου και του Απολύτου
νάναι μας έπαθλο η πληγή, τι μάταιο γνώση μας σοφή
η χρυσή σμίλη δημιουργού, κασμάς του καταλύτου.

Να ξεκινάμε τις αυγές και πάνω μας μαύροι οιωνοί

οι αμφιβολίες να μας κρατούν στην ίδια πάλι θέση
κ' εμείς μ' αηδία να φτύνουμε τον εαυτό μας που θρηνεί
και να φοράμε κόκκινο της ανταρσίας το φέσι.

Τότε να ονειρευόμαστε μιαν αλλαγή κ' ευθύς ξανά

να σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σε ιερή λατρεία του πόνου,
τις ήττες ν' ανεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινά
κι αξιοπρεπώς να παίρνουμε το λάχτισμα και του όνου.

Καχύποπτοι και μίζεροι μέσα στα φρούρια της σιωπής

να κλειδωνόμαστε άβουλοι, να κάνουμ' έτσι χάζι
τον κόσμον εξετάζοντας πίσω απ' τον κύκλο μιας οπής
και, θαρραλέοι, σκιά μικρού πουλιού να μας τρομάζει.

Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί

κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους.

Εχθρούς να υποψιαζόμαστε παντού κ' οι ολόφωτοι ουρανοί

να ισκιώνονται απ' τον ίσκιο μας και, φεύγοντας κινδύνους,
να ζούμε μόνοι πλέκοντας για τους εχθρούς δημίου σκοινί
και να κρεμάμε εμείς εμάς αθώους αντί για κείνους.

από τη Ρωμιοσύνη
..............................

Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.
.................................................................................
Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.
Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.
Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.
.............................. .......................................................
Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.
..................................................................................... 

 

Και βέβαια δεν τελειώνει ο κατάλογος. Αλλά, θα δεν θα παραλείψω να παραθέσω ένα ποίημα - από τα πολλά - που μου έχει στείλει η φίλη μου η Στέλλα. Πρόκειται για το ποίημα του Ρεϋμὸν Κενώ  "Γιὰ μιὰ ποιητικὴ τέχνη" σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη.

 
Ἂχ θεούλη μου, τί ὡραῖα ποὺ θὰ’ ταν νὰ’ γραφα ἕνα ποιηματάκι
Μπά! Νὰ ἕνα ποὺ περνάει τώρα δὰ ἀπὸ μπροστά μου
Ψὶτ ψὶτ ψὶτ
Ἔλα ἐδῶ χρυσό μου νὰ σὲ ἐμπλέξω
Στὸ ἴδιο περιδέραιο μὲ τ’ ἄλλα μου ποιήματα
Ἔλα ἐδῶ νὰ σὲ ἐμπήξω
Στὸ οἰκοδόμημα τῶν Ἁπάντων μου
Ἔλα ἐδῶ νὰ σὲ ἐμπαταδώσω
Καὶ νὰ σὲ ἐνομοιοκαταλήξω
Καὶ νὰ σὲ ἐρρυθμολογήσω
Καὶ νὰ σὲ ἐλλυρικοποιήσω
Καὶ νὰ σὲ ἐμπηγασεύσω
Καὶ νὰ σὲ ἐνστιχώσω
Καὶ νὰ σὲ ἐμπεζολογήσω
 
Νὰ πάρει ἡ εὐχὴ
Τὴν κοπάνησε


Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Οι πεθαμένοι δε θυμούνται...

 



 Θα σας πω - οι πεθαμένοι δε θυμούνται,

κάθονται πλαγιασμένοι σε σκοτεινές σειρές μέσα στη μνήμη μας

σ' ένα ψηλό σανιδένιο πατάρι˙ - λιγάκι αν δεν προσέξεις

λιγάκι να σκοντάψεις, μπορεί και να πέσουν τα μακριά καδρόνια

ολόγυρά σου, να σου φράξουν το δρόμο, να σε φράξουν˙

όμως κ' οι ίδιοι οι πεθαμένοι προσέχουν - το νιώθεις

απ' την ακινησία τους που δεν είναι ακαμψία

.............................................................................................................................

 

Σημείωση

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το ποίημα «Ο τελευταίος και ο πρώτος του Λίντιτσε» του Γιάννη Ρίτσου. Το Λίντιτσε είναι το μαρτυρικό χωριό  της Τσεχίας όπου το καλοκαίρι του 1942 οι Ναζί εξόντωσαν 82 παιδιά (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2019/07/82-1942.html). Ο ποιητής επισκέφθηκε το χωριό σε ένα ταξίδι του στην Τσεχία το 1960 και επιστρέφοντας έγραψε με τον τρόπο του σ' ένα μακροσκελές ποίημα αυτά που ένιωσε.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε ολόκληρο στην Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος 78 τον Ιούνιο του 1961. Οι εικόνες που δημοσιεύονται εδώ είναι η πρώτη και η τελευταία σελίδα του ποιήματος από την Επιθεώρηση Τέχνης .(Σημειώνεται ότι όλα τα τεύχη του περιοδικού έχουν ψηφιοποιηθεί από τα ΑΣΚΙ και είναι ελεύθερα προσβάσιμα από όλους).

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει


Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει.

Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα

γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα

γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα

Πολύ κρύο, πολύ κρύο. Πολύ κρύο εφέτος.

 

Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται

γύρω τους.

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους

έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.

 

Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ’ τη βροχή και την

απόσταση.

Η ανάσα τους είν’ ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,

πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν

και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σαν μητέρα

που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει.

 

Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω –

Ρίχνω και γω καμιά κουβέντα πού και πού

Όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά –

Φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο φως – ξύλο το ξύλο –

Κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το

παραθυρόφυλλο

 

Ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο

Γρασίδι

Και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των

Πεθαμένων.

Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.



Περιμένοντας σε λίγες ώρες την απόφαση για τη δίκη της ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Δεν είναι αθώοι. Οι Ναζί στη φυλακή.

Και ο αγώνας συνεχίζεται...

(Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το ποίημα Καπνισμένο τσουκάλι του Γιάννη Ρίτσου που μελοποιήθηκε από τον Χρήστο Λεοντή. Η αντιγραφή έγινε από την 13η έκδοση του Κέδρου, Απρ. 1977).

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Οι Δώδεκα, του Αλεξάντρ Μπλοκ στη μετάφραση του Πέτρου Κολακλίδη




Βρήκα αφορμή από την πρόσφατη ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου για τον Αλεξάντρ Μπλοκ και το ποίημά του "Δώδεκα" ν' αναφερθώ στην πρώτη μετάφραση του ίδιου ποιήματος στα ελληνικά. Ο Σαραντάκος παραθέτει δύο μεταφράσεις ολόκληρου του ποιήματος, η μία της Ρανέλε και η δεύτερη του Γιώργου Μπλάνα. (1) Παραθέτει επίσης το τελευταίο μέρος του ποιήματος μεταφρασμένο από τον Γιάννη Ρίτσο. (2)

Ο Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μπλοκ (1880-1921) ήταν Ρώσος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, εκπρόσωπος του ρώσικου συμβολισμού. Το ποίημα "Δώδεκα" γράφτηκε τον Ιανουάριο 1918, είναι χωρισμένο σε 12 μέρη και αναφέρεται στους δώδεκα στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που περιπολούν νύχτα στους δρόμους της Πετρούπολης το χειμώνα 1917-18.

Η πρώτη μετάφραση του ποιήματος στα ελληνικά έγινε από τον Πέτρο Κολακλίδη (1920-1985) το 1945· το έχω σε έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του 1997, όπου εκτός από το ποίημα περιλαμβάνεται κατατοπιστικός πρόλογος του μεταφραστή και φιλολογικό επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη που είχε και την επιμέλεια της έκδοσης. (3)

Στο επίμετρο του Ζουμπουλάκη διαβάζω ότι ο Πέτρος Κολακλίδης γεννήθηκε το 1920 στην Κωνσταντινούπολη όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του από την Οδησσό μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και επομένως γνώριζε τη ρωσική γλώσσα ως μητρική του. Ασχολήθηκε με την ελληνική και τη λατινική γραμματεία και είχε ακαδημαϊκή καριέρα, αρχικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1964 στην Αμερική. Χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα στα ποιήματα και τις μεταφράσεις του, προλαβαίνει όμως ... τυχόν παρεξηγήσεις, σημειώνοντας: "την εθεώρησα ως το καταλληλότερον μέσον ποιητικής εκφράσεως, χωρίς τούτο να εμφαίνη τας επί του γλωσσικού ζητήματος πεποιθήσεις μου". Εξάλλου, ο Κολακλίδης είναι και ο δημιουργός του εμβατηρίου "Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει" για το οποίο βραβεύτηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού το 1945. (4)

Ο Κολακλίδης στον πρόλογο κάνει εκτενή αναφορά στη ζωή και το έργο του Μπλοκ. Γράφει για τους Δώδεκα:

"Τα βιώματα, που γέννησε η επανάσταση μεσ' στην ψυχή του Μπλοκ, καρπώθηκαν στο πιο φημισμένο του ποίημα, τους "Δώδεκα", που είναι το "ανώτατο ποιητικό έργο που ενέπνευσε η σοβιετική επανάσταση", καθώς λέει ο Καζαντζάκης. Ο Μπλοκ έγραψε τους Δώδεκα το Γενάρη του 1918. Το ποίημα πήρε τον τίτλο του από τους δώδεκα στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που περιπολούνε στους δρόμους της Πετρούπολης. Αναφέρεται στις μέρες που ακολούθησαν μετά την πτώση του Κερένσκυ, μόλις επικράτησε η επανάσταση, και απαρτίζεται από δώδεκα κομμάτια. Η ουσία του ποιήματος βρίσκεται στο πρώτο κομμάτι, που είναι και το πιο μεγάλο. Δίνει μια συνταραχτικήν εικόνα της ατμόσφαιρας, που είχε τις πρώτες μέρες η μετεπαναστατική Πετρούπολη. Τίποτε δε στέκει στα πόδια του..."

Διαβάζουμε στο πρώτο μέρος:

Βράδυ ολόμαυρο.
Άσπρο χιόνι.
Αέρας, αέρας!
Στα πόδια του δε στέκεται κανένας.
Αέρας, αέρας παντού -
σ' ολάκερο τον κόσμο του Θεού!
..............................................
Κι ο αγέρας μαστιγώνει!
Μήτε παυει η παγωνιά!
Κι ο μπουρζουάς στο μκρύο ζαρώνει
με τη μύτη στο γιακά.
..............................................
Κι ο ρασοφόρος νάτος -
παράμερα τραβά ...
Γιατί όχι πιακεφάτος,
σύντροφε παπά;

Κάποτε, σα γάλλος
φούσκωνε εμπρός,
κι άστραφτε μεγάλος
στην κοιλιά σταυρός.
..................................
Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Μίσος, άσβηστο μίσος
βράζει στα στήθια...
Μαύρο μίσος, άγιο μίσος ...

Σύντροφε! Τα μάτια σου
τέσσερα!

Και συνεχίζει ο Κολακλίδης:


"... Μονάχα οι δώδεκα 'ασυνείδητοι' άνθρωποι, που 'το χιόνι τους τυφλώνει, είτε φέγγει είτε νυχτώνει', που 'τίποτε πια δε λυπούνται κι έχουν για όλα ετοιμαστεί', στάθηκαν και πάνε κόντρα στον άνεμο και στη θύελλα. Πρωτοπαρουσιάζονται στο δεύτερο κομμάτι..."

Τα μέρη τώρα είναι πιο σύντομα και αναφέρονται στις νυχτερινές περιπλανήσεις των στρατιωτών· διαβάζουμε για τον Βάνκα, για τον Πέτχα ή Πετρούχα, για την Κάτκα την πόρνη:

Πετά το χιόνι απ' τον αγέρα,
δώδεκα ανθρώποι πάνε πέρα.
....................................
- Ο Βάνκας πάει στα καπηλειά,
κι έχει την Κάτκα συντροφιά.
.......................................
Κανένα θόρυβος στην πόλη,
γύρω στο Νέβα τι σιωπή,
και δεν υπάρχουν πια αστυνόμοι -
γλέντα, παιδί, χωρίς κρασί!
.......................................
Δίχως τ' άγια να φοβούνται
παν οι δώδεκα μαζί.
Τίποτε πια δε λυπούνται
κι έχουν για όλα ετοιμαστεί...

Τα τουφέκια τους κρατάν,
μπας κι ο εχτρός κάτι σκαρώνει...
Στα σοκάκια απ' όπου  παν,
μον' η θύελλα ξεφαντώνει ...
Μεσ' στα χιόνια όποιος βουλάει -
δίχως μπότα ξεκολλάει ...

Το ποίημα τελειώνει με την εμφάνιση της οπτασίας του Χριστού. Ο μεταφραστής γράφει γι' αυτό: "Για μερικούς κριτικούς η εμφάνιση αυτή έχει μόνο αισθητική σημασία. Άλλοι στην εμφάνιση αυτή στηρίζουν το συσχετισμό των δώδεκα φαντάρων με τους δώδεκα αποστόλους, που τυφλοί κι ασυνείδητοι όπως κι εκείνοι περίμεναν το Χριστό για να τους δείξει το ρόμο της αλήθειας".


... Παν με βήματα βαριά ...
Πίσω - ο σκύλος που πεινά ...
Μπρος - κρατώντας την ακμαία
την αιμάτινη σημαία,
δίχως μάτι να τον φτάνει,
δίχως βόλι να τον πιάνει,
κι απ' τη θύελλα πιο ψηλά
με τα πόδια τ' απαλά,
χιονισμένος, φαρφουρένιος,
σάμπως μαργαριταρένιος,
και ροδοστεφανωτός -
πάει εμπρός - ο Ιησούς Χριστός.

Ο Μπλοκ, λέει ο Κολακλίδης, δεν ήταν μαρξιστής, όμως "είδε στην επανάσταση ένα οριστικό βήμα της Ρωσίας προς την εκπλήρωση των ιστορικών της πεπρωμένων, δηλαδή την μεσσιανική της αποστολή".

Και τελικά

"Ο Μπλοκ στους "Δώδεκα" μήτε δικαιώνει μήτε κατηγορεί την επανάσταση. Εκφράζει απλώς ό,τι αιστάνθηκε, ό,τι είδε, ό,τι "συνέλαβε". Και μπόρεσε να δει και να "συλλάβει" γιατί δεν τρόμαξε και δεν έπαθε παράλυση από τον τρόμο. Η απλή διάλεκτος των στρατιωτών μεταπλασμένη σε στίχους κλασικής έμπνευσης, με ρυθμούς και τραγούδια λαϊκά, κάνει τους "Δώδεκα" έργο καθαρά ρωσικό, μα ταυτόχρονα μέγα και παγκόσμιο..."

Ο Αλεξάντρ Μπλοκ πέθανε το 1921, λίγο μετά την εκτέλεση του φίλου του ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. (5)

Για να επιστρέψω στην αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση, έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις τρεις πλέον μεταφράσεις μαζί (ή και τις τέσσερις μαζί με του Ρίτσου). Ο Ζουμπουλάκης το 1997 έγραφε παραπέμποντας στον Λορεντζάτο ότι "η καλή μετάφραση είναι σπανιότερη από το καλό ποίημα". Δεν είμαι σίγουρη ότι έτσι είναι πάντα, μια μετάφραση μπορεί να θεωρηθεί κάτι σαν ένα καινούριο έργο καμιά φορά, ιδίως στην ποίηση. Δύσκολο το έργο της μετάφρασης στην ποίηση, άξιος σεβασμού και εκτίμησης όποιος δοκιμάζει και δοκιμάζεται...

---------------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

(1) Το έργο σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Γκοβόστη ως επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης.

(2) Η μετάφραση από το Γιάννη Ρίτσο έγινε το 1957 και αποτέλεσε τη συμμετοχή του ποιητή στο αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης για την Οκτωβριανή Εαπανάσταση (για την οποία μάλιστα κυνηγήθηκε). Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου εκδόθηκε αυτοτελώς από τον Κέδρο (πληροφορίες υπάρχουν στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ για τον Γιάννη Ρίτσο, σε πρόσφατο άρθρο του Θανάση Γιούνη στο RedNotebook και σε άρθρο του Δημ. Σκορδίλη στο Kommon).

(3) Αλεξ. Μπλοκ, Οι δώδεκα, Πρόλογος και απόδοση απ’ τα ρωσικά Πέτρου Κολακλίδη, Αθήνα, Τυπογραφικά Καταστήµατα Κ. Λ. Κυριακούλη, 1945.

(4) Μάλιστα, ο Αλέξης Ζήρας, σε βιβλιοκριτική για το βιβλίο της Σοφίας Νικολαίδου "Απόψε δεν έχουμε φίλους" στο περιοδικό "Διαβάζω" (τεύχος 511, Οκτ. 2010), αναφέρεται στο εν λόγω εμβατήριο και προσθέτει σε υποσημείωση: "τους στίχους του εμβατηρίου έγραψε το 1945 ο εξαίρετος λατινιστής Πέτρος Κολακλίδης όντας στρατιώτης ακόμα, προτού απολυθεί και φύγει για τη Γαλλία με το πλοίο Ματαρόα".

(5) Ο Νικολάι Γκουμιλιόφ ανήκε μαζί με την Αχμάτοβα, τον Μπλοκ τον Μπέλι και άλλους ποιητές στην ομάδα των ρώσων συμβολιστών. Ήταν ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κινήματος του ακμεϊσμού μαζί με την Αχμάτοβα, η οποία ήταν και σύντροφός του. Στο βιβλίο του Βόλφγκανγκ Χέσνερ Άννα Αχμάτοβα: Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας (μτφρ. Ανίτα Συριοπούλου και Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μελάνι, 2007, είχα γράψει εδώ), περιέχεται ένα ποίημα γραμμένο το 1913 από τον Μπλοκ και αφιερωμένο στην Αχμάτοβα:

Η ομορφιά είναι τρομακτική - σας λένε.
Σεις όμως ρίχνετε κουρασμένα στους ώμους ένα ισπανικό σάλι
Στα μαλλιά ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
..............................................
Δεν είμαι τόσο απλή ώστε να μην ξέρω πόσο τρομακτική
                                                         είναι η ζωή.