Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χανιώτικα Νέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χανιώτικα Νέα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Μνήμη Εμμανουήλ Κριαρά: άλλο ένα ενδιαφέρον άρθρο του Γ. Πιτσιτάκη


Ο Μαν. Κριαράς με φίλους του στα Χανιά την περίοδο 1924-1925.

Μαν. Κριαράς-Κριτική βιβλίου: «Οι νέοι διηγηματογράφοι» στο φως ξανά, 91 χρόνια μετά

Γράφει ο Γιώργος Πιτσιτάκης
Δάσκαλος-Ιστορικός ερευνητής


Ένα χρόνο μετά την εκδημία του μεγάλου Δασκάλου και στη μνήμη του, ανασύρουμε από την αφάνεια και τη λήθη άλλο ένα κείμενό του βιβλιοκριτικής. Θυμίζουμε ότι πέρυσι είχαμε φέρει στο φως το πρώτο νεανικό του διήγημα με τίτλο «Τέτοια ζωή» [1].

Στο δεύτερο τεύχος του «Αυγερινού» που κυκλοφόρησε το Δεκαπενταύγουστο του1924, ο 18χρονος Μανώλης Κριαράς που μόλις είχε αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο και ήταν υπεύθυνος – «εισηγητής επί της ύλης» του περιοδικού που εξέδιδε ο Κρητικός Φιλολογικός Σύλλογος, στη στήλη «Νέα Βιβλία» δημοσιεύει κριτική στη νέα ανθολογία του Αδαμάντιου Παπαδήμα που εκδόθηκε το 1923 και η οποία παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το κείμενο που παραθέτουμε, ικανοποιώντας και την εκφρασμένη παλαιότερα επιθυμία του φίλου και συναδέλφου Βαγγέλη Κακατσάκη, είναι το παρακάτω [2]:



«ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ: Επιμέλεια Α. Παπαδήμα. Εκδοτικός Οίκος “Αθηνά”, Ευριπίδου 6. Αθήναι 1924:  

Ιδού ένα βιβλίο που από καιρό έπρεπε νάχε εκδοθή. Ανθολογίες των νέων ποιητών μας έχουμε δη μερικές ίσαμε τώρα∙ μια ανθολογία των Νέων διηγηματογράφων μας χρειαζότανε κιαυτή την αποχτήσαμε σήμερα χάρη στο ζήλο για την τέχνη του νέου μας διηγηματογράφου μας κ. Αδ. Παπαδήμα, στον οποίον χρεωστούμε την επιμέλεια της συλλογής.

Προτού να μπω στην κριτική του έργου των νέων μας Διηγηματογράφων μου φαίνεται σκόπιμο να εκθέσω μερικές ιδέες μου σχετικές με την ύπαρξην της τέχνης. Διαφωνώ με τον κ. Παρορίτη, που νομίζει πως τέχνη θα πη μόνο – τονίζω τη λέξη μόνο – να γράφη κανείς προπαγανδίζοντας για τις νέες ιδέες και τάσεις, που τείνουν να ξαπλωθούνε σ’ ολάκαιρη την κοινωνία μας. Για μένα τέχνη θα πη μορφή. Δεν εξετάζω τα ελατήρια που κινούν ένα συγγραφέα στη συγγραφή ενός έργου του∙ εξετάζω μονάχα αν η μορφή που δίνει στα δημιουργήματά του είνε τεχνική∙ και τότε λέγω πως το έργο του εκείνο είνε έργο τέχνης. Δεν πρέπει – σύμφωνα με τα παραπάνω – ν’ αρνηθούμε τον τίτλο του καλλιτέχνη ούτε από το Βαλαωρίτη επειδή είναι ρομαντικός και δε θυσιάζει στο βωμό της κοινωνικής τέχνης, ούτε κι απ’ αυτό τον Παπαρρηγόπουλο που αν δεν είναι βαθιά πατριδολάτρης, μόλα ταύτα μένει ένας απ’ τους καλύτερους ρομαντικούς ποιητές της εποχής του.

Στην παραπάνω μου θεωρία στηριζόμενος θα πω σχετικά με το έργο των Νέων μας Διηγηματογράφων λόγια πολύ επαινετικά γι’ αυτούς – τουλάχιστο για τους περισσότερους.

Πολλά ταλέντα δεν είναι τελείως εξελιγμένα∙ μας αφήνουν όμως με την ελπίδα πως δε θ’ αργήσουν να σχηματιστούνε ολότελα και να εξελιχθούνε σε δυνατούς διηγηματογράφους.

Ας πούμε μερικά ονόματα: ο Μπατιστάτος – που δυστυχώς τώρα τελευταία πέθανε - , ο Π. Ταγκόπουλος, ο Π. Πικρός, ο Παπαδήμας, ο Φρέρης, ο Νικολαΐδης, ο Λαπαθιώτης, ο Φωτάκης , ο Μίχας κι άλλοι.

Έχουμε μονάχα να παρατηρήσουμε τα εξής στον επιμελητή της Ανθολογίας: Πώς δεν εφρόντισε, ώστε μερικοί συγγραφείς ν’ αντιπροσωπεύουνται από χαραχτηριστική τους δουλειά. Ένας απ’ αυτούς τους αδικημένους στη συλλογή είνε κι ο κ. Φρέρης, γιατί όσο καλό και τεχνικό κι αν είναι το δημοσιευόμενό του διήγημα, όμως είναι αδύνατο να φτάση στη δύναμη άλλα του έργα και μάλιστα το “guardae passa” , που αξιόλογα μπορούσε να μπη στην Ανθολογία.

Ακόμη κ’ έν’ άλλο: Με μεγάλη μας λύπη βλέπουμε πως απ’ τα ονόματα των Διηγηματογράφων λείπει ένας δυνατώτατος στο χειρισμό της πέννας τόσο στο διήγημα, όσο και στο ποίημα∙ κι αυτός είναι ο κ. Λ. Κουκούλας. Δε μπορούμε παρά να διαμαρτυρηθούμε γι’ αυτό, που αναμφισβήτητα μένει στο παθητικό του κ. Παπαδήμα. Κλείνω το πρόχειρό μου σημείωμα, με την ελπίδα πως οι Νέοι μας θα εξελιχθούν αργότερα σε δυνατούς χειριστές της πέννας».

ΜΑΝ. Γ. ΚΡΙΑΡΑΣ

Στο παραπάνω κείμενο – «πρόχειρο σημείωμα», όπως το ονομάζει ο ίδιος που όμως μόνο τέτοιο δεν είναι, του δεκαοχτάχρονου Κριαρά, θα επιχειρήσουμε να καταθέσουμε μερικές σκέψεις και ορισμένα σχόλια: 

1. Είναι εμφανής και εντυπωσιακή η ευρυμάθεια και η γνώση του νεαρού Κριαρά για τα τεκταινόμενα στο χώρο της λογοτεχνίας και του πνεύματος. Φαίνεται ότι ο καθηγητής του, φιλόλογος Ιωάννης Μοσχόπουλος είχε κάνει πολύ καλή δουλειά και ο νεαρός Κριαράς αποδεικνύεται μέγας βιβλιοφάγος. Στην αυτοβιογραφία του, σχετικά με το θέμα, αναφέρει: 

«[…] Παρακινημένος απ’ αυτόν (τον Μοσχόπουλο) διάβαζα λογοτεχνικά και ποικίλα κοινωνικά και πολιτικά βιβλία, που έπαιξαν το ρόλο τους στην πρώτη πνευματική μου διαμόρφωση […]». Και παρακάτω: «[…] Ιδίως στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου μερικοί από τους συμμαθητές μου διαβάζαμε με ενδιαφέρον νεοελληνικά, αλλά και ξένα λογοτεχνήματα […]». Λίγο πιο κάτω τονίζει: «[…] Είχα πάντα την τάση να επεκτείνομαι ως προς τα διαβάσματα και πέρα από τις σχολικές υποχρεώσεις […]» και συνεχίζει∙ «[…] Ο δικός μου δημοτικισμός συγκεκριμένα αρχίζει […] με μερικά ακόμη διαβάσματα της εποχής. Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας, Παλαμάς, τα “Χαμένα Κορμιά” του Πέτρου Πικρού, Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, “Η Ζωή εν Τάφω” του Στράτη Μυριβήλη. Διάβαζα και άλλα κοινωνιολογικά και φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλία. Μας διασφάλιζε τότε – όσο γινόταν – και η Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη Φέξη (εκδοτική σειρά που κυκλοφορούσε από τον εκδοτικό οίκο Φέξη με μεταφράσεις σημαντικών συγγραμμάτων ξένων κυρίως συγγραφέων, ποικίλου περιεχομένου και ποικίλης ιδεολογίας […]» [3] 

2. Ξαφνιάζει πως σε τέτοια ηλικία φαίνεται να έχει ήδη διαμορφώσει απόψεις και ιδέες για την τέχνη τις οποίες θαρραλέα εκθέτει και με τόλμη υπερασπίζεται. Προκαλεί αίσθηση η ανάγκη του να πάρει θέση σε ζητήματα αισθητικής και τέχνης σε ένα σύντομο σημείωμα βιβλιοκριτικής. Ο μανιχαϊστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα ζητήματα της τέχνης – «για μένα τέχνη θα πη μορφή» - αλλά και η έκφραση της απόλυτης αντίθεσης του στο έργο μα και στο πρόσωπο του προοδευτικού σοσιαλιστή λογοτέχνη Κώστα Παρορίτη [4] – γιατί όχι στους Κων. Χατζόπουλο, Κων. Θεοτόκη, Δημοσθ. Βουτυρά, Πέτρ. Πικρό; - επιβεβαιώνει τον Γιώργο Θεοτοκά που έγραψε: 

«Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων διανοουμένων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου». Τον τρόπο αυτό σκέψης του νεαρού Κριαρά, λάτρη του Παλαμά, δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε μόνο στην ηλικία, χωρίς να εξετάσουμε το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πνευματικό, λογοτεχνικό περιβάλλον της εποχής στη χώρα μας και ευρύτερα. Ιστορικά γεγονότα στις αρχές  του 20ου αιώνα, όπως οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, η Μικρασιατική καταστροφή, η αστική αναγεννητική προσπάθεια του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο Εθνικός Διχασμός, , αλλά και η γέννηση και ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη λογοτεχνία κατά την περίοδο αυτή. 

Ο καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ Ευριπίδης Γαραντούδης επισημαίνει στη μελέτη του [5] για τη συγκεκριμένη ανθολογία, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής: 

«[…]οι διηγηματογράφοι, με την εξαίρεση ελάχιστων, προβάλλουν το ψυχολογικό πορτρέτο μιας απογοητευμένης γενιάς, επειδή έρχονται ευθέως αντιμέτωποι με πλήθος εξωτερικές και εσωτερικές αντιξοότητες και αυτές ακριβώς θεματοποιούν: τη φτώχεια, την ανεργία, την κοινωνική διαφθορά και την αδικία, την κοινωνική ανισότητα, την άναρχη ανάπτυξη των πόλεων, την αγεφύρωτη ιδεολογική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους της πόλης και των χωριών, τα συντηρητικά ήθη της υπαίθρου, τη γραφειοκρατία, τον πόλεμο, τη βία, την αρρώστια, τα απορρέοντα από όλα τα παραπάνω αρνητικά συναισθήματα και ψυχολογικά αδιέξοδα. Γι' αυτό τα περισσότερα διηγήματα μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνικά. Ανάμεσά τους δεν λείπουν ορισμένα όπου η ακραία ρεαλιστική περιγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας, επικεντρωμένη στις αποκρουστικές όψεις της, τους δίνει το στίγμα της νατουραλιστικής τεχνοτροπίας […] Στην ανθολογία του Παπαδήμα υπάρχουν, ανεξάρτητα από το θέμα ή την ψυχική διάθεση, ορισμένα διηγήματα που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε συμβολικά ή αισθητιστικά. Αλλά τον κυρίαρχο τόνο δίνουν τα ρεαλιστικά διηγήματα με κοινωνικό προβληματισμό. Μάλιστα η πλειονότητα αυτής της ομάδας διηγημάτων δείχνει ότι τα προβλήματα έχουν κοινωνικές (πολιτικοοικονομικές, ιδεολογικές, ακόμη και ταξικές) ρίζες. Σε λιγοστά διηγήματα εκφράζεται, με άμεσο ή αλληγορικό τρόπο, η πίστη ή η ελπίδα ότι τη λύση στα προβλήματα θα φέρει η κοινωνικοπολιτική αλλαγή, αν και αυτή η αλλαγή μένει ιδεολογικά απροσδιόριστη[…]».

Αυτή η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε σύγχυση και δεν έδινε προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον, είναι βέβαιο ότι είχε επηρεάσει και τον νεαρό Κριαρά. Ανάλογου ύφους, εξάλλου, είναι και το πρώτο του νεανικό διήγημα. Όμως ο Κ. Παρορίτης δεν έμεινε στη μορφή και στην τεχνική του λογοτεχνικού έργου, μα φρόντισε σοβαρά και το περιεχόμενο, που αν ήταν ζωντανό και περιείχε αλήθειες ξυπνούσε συνειδήσεις. Γι’ αυτό το θέμα σε μια κριτική του στο βιβλίο του Θράσου Καστανάκη «Στο Χορό της Ευρώπης» στο περιοδικό «Νουμάς» το 1930, ο ίδιος ο Παρορίτης γράφει: 

«[…] Μα ο κ. Καστανάκης μέσα σ’ αυτή την καλλιτεχνική αποτυχία της Πετρούλας (σ.σ. που πήγε στο Παρίσι να «κάνει θέατρο» και κατάντησε στο τέλος μια μεγαλοκοκότα) βρήκε την ευκαιρία να δείξει την αισχρή εκμετάλλευση που κάνουνε του κοριτσιού διάφοροι τάχατες υποστηριχτές του, στο βάθος όμως αισχροί εκμεταλλευτές του. Κ’ έτσι να μας παρουσιάσει τη σημερινή κοινωνία σαν κοινωνία εκμεταλλευτών, πρόστυχων και κακών ανθρώπων που όχι μόνο σε σπρώχνουν στο γκρεμό μα και χαίρονται άμα σε βλέπουν να κατρακυλάς μέσα βαθιά. Ότι η σημερινή κοινωνία είναι ακριβώς τέτοια, καμιά αμφισβήτηση. Έτσι είναι και χειρότερα ˙ κ’ είναι αξιέπαινος ο κ. Καστανάκης που είχε το θάρρος να το τονίσει. Μα δείγματα εκμετάλλευσης και σκληράδας μπορούσε ο κ. Καστανάκης να βρει αλλού, σε άλλες σφαίρες, πολύ χαρακτηριστικότερα. Η εκμετάλλευση π.χ. του εργάτη δε συγκρίνεται με καμίαν άλλη. Όπως κι αν είναι ο κ. Καστανάκης περιορίζεται να μας ζωγραφίσει μια κατάσταση και είναι ευχαριστημένος γι' αυτό. Πιο βαθιά δεν θέλει να προχωρήσει. Σου παρουσιάζει την εικόνα και συ βγάλε το συμπέρασμά σου. Τέχνη αντικειμενική, σου λένε. Μα εμένα μου φαίνεται πως ο μεγάλος τεχνίτης μπορεί να βρει τον τρόπο και αντικειμενικός να παραμείνει και συνάμα να δείξει και την πηγή του κακού. Στο  έργο του κ. Καστανάκη δεν ξέρουμε που να αποδώσουμε αυτή την αιτία. Γιατί οι άνθρωποι του είναι τόσο κακοί; Τί τους σπρώχνει στο κακό; Η ιδιοσυγκρασία τους, το φυσικό τους, κάτι άλλο βαθύτερο; Άρρωστοι είναι ή θύματα και αυτοί μιας κατάστασης που μας κάνει όλους ψεύτες και κακούς; Γιατί όπως είναι σήμερα η κοινωνία, δεν ξέρει κανείς ποιον πρέπει να κλάψει περσότερο, τον εγκληματία ή το θύμα του; Σ' αυτό το σημείο ο κ. Καστανάκης σωπαίνει. Ίσως μάλιστα χαμογελάει με την απαίτηση μου αυτή όπως γελούνε και όλοι οι Ρωμιοί συνάδερφοί μου που είναι αφοσιωμένοι στην υψηλή λειτουργία της τέχνης έξω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό από το έργο του κ. Καστανάκη, με όλη τη φινέτσα του συγγραφέα στο γράψιμο, δεν αναδίνεται εκείνη η υψηλή τραγική πνοή που περιμέναμε να μας γεννηθεί στο θέαμα ενός ανθρώπου που πέφτει συντριμμένος στον αγώνα του. Κάτι το ξώπετσο υπάρχει που μας αφήνει στο βάθος κρύους.

Να ένας άνθρωπος που ξέρει να γράφει λέμε, μα άλλο περσότερο από αυτό, τίποτα. Θαυμάζουμε το συγγραφέα, όχι το έργο. Γιατί το έργο δείχνει δεξιοτεχνία, δείχνει πως ο συγγραφέας είναι απόλυτα κάτοχος της τέχνης του, μα συγκίνηση καμιά. Μια ιστορία που μας αφήνει ξένους και αδιάφορους.

[…] Μα αν το έργο δεν μας συγκινεί, το ύφος όμως του βιβλίου είναι αξιοπρόσεχτο. Είναι κάτι νεωτεριστικό που πρώτη φορά βλέπουμε στη φιλολογία μας. Ύφος ευρωπαϊκό, μοντέρνο, ραφιναρισμένο. Ύφος μπριγιάντικο, όλο ζωή και κίνηση. Βέβαια όταν κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο παρουσιάζεται στην τέχνη δημιουργείται ένας νέος σταθμός. Και αυτό πρέπει να είναι ο ακοίμητος καημός κάθε αληθινού τεχνίτη. Να φανερώσει κάτι νέο, κάτι ολότελα δικό του. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί σήμερα η παγκόσμια τέχνη. Κυνήγι τρελό. Παντού και προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπάρχει ελπίδα να ανακαλυφτεί κάτι νέο. Από τις χώρες της προϊστορικής εποχής έως τις χώρες των αγρίων και πάλι από την τέχνη των Βυζαντινών έως την τέχνη των μικρών παιδιών. Τα σχεδιάσματα των αγρίων στους βράχους των σπηλαίων, τα παιγνιδίσματα των μικρών παιδιών υψώνονται σήμερα άφοβα σαν πρότυπα και σα σύμβολα καλλιτέχνη. Ντανταϊσμός (δηλαδή τέχνη μικρών παιδιών) είναι σήμερα η τελευταία λέξη της τέχνης. Και που θα πάει και που θα σταματήσει αυτό το τρελό κυνήγι της καινούριας μορφής! Γιατί η ανθρωπότητα διψάει για το νέο σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δράσης. Τέχνη, Θρησκεία, Πολιτεία, Κοινωνία, όλα κλονίζονται, όλα νιώθουνε πως ζυγώνει η ώρα να παραχωρήσουνε τη θέση τους στους νέους θεούς που έρχονται να διαδεχτούνε τους παλιούς. Μα στο τρελό αυτό κυνήγι του καινούριου, άλλοι  αρκούνται να συλλάβουν απλώς μια καινούρια εξωτερική μορφή, άλλοι ένα καινούριο περιεχόμενο. Εμείς  προσωπικά ανήκουμε στους δεύτερους δίχως να παραγνωρίζουμε και την απόλυτη ανάγκη του πρώτου. Γιατί καινούργια μορφή δίχως και καινούργιο περιεχόμενο, μας φαίνεται κάτι δίχως νόημα. Και δυστυχώς όλες οι καινούργιες τεχνοτροπίες σήμερα στη μορφή μόνο αποβλέπουνε. Το περιεχόμενο τους είναι αδιάφορο. Τα μπαγιάτικα φαγιά σερβιρισμένα σε καινούργια πιάτα […]».

3. Οι παρατηρήσεις που κάνει στον επιμελητή της ανθολογίας δείχνουν να είναι εύστοχες. Άλλωστε ο Βελλισάριος Φρέρης ήταν τακτικός συνεργάτης του «Αυγερινού» και ο Λέων Κουκούλας ήταν από τους αγαπημένους συγγραφείς του Κριαρά.

Το εξώφυλλο του Β’ τεύχους του «Αυγερινού», 15-8-1924. (Το χαρακτικό είναι έργο της νεαρής τότε χανιώτισσας καλλιτέχνιδας Καλλιόπης Σήφακα).
Συμπερασματικά μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι με το κείμενο του νεαρού Κριαρά που φέραμε ξανά στο φως μετά από εννιά δεκαετίες, διακρίναμε κάποιες ψηφίδες του παζλ της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών των αρχών του 20ου αιώνα. Τότε που παρά τις όποιες μεταξύ τους ιδεολογικές ή άλλες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, συζητούσαν με δημιουργικό τρόπο στα έντυπα της εποχής με συνέπεια να ωφελείται ο λαός και ιδιαίτερα οι νέοι, φαινόμενο που σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης παρά την αλματώδη αύξηση των Μ.Μ.Ε. τείνει να εκλείψει.   
Τελειώνοντας να τονίσουμε ότι ο επηρεασμός του Μαν. Κριαρά από τις συνθήκες της εποχής και το ανώριμο ακόμη της ηλικίας του δεν τον καθήλωσαν πνευματικά, αντίθετα άνοιξε τα φτερά του, εργάστηκε σκληρά, εξελίχθηκε κι έγινε η κορυφαία προσωπικότητα της Ελληνικής Γραμματείας, ο μεγάλος «Δάσκαλος του Γένους». 

[1] Βλ. ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Κεδρισός»: www.kedrisos.com (τεύχος 2ο, Άνοιξη 2014)
[2] Το κείμενο εκτός του ότι ξαναγράφηκε στο μονοτονικό, είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο.
[3] Για τα παραπάνω αποσπάσματα βλ. Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, σελ. 32-37, έκδ. Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
[4] Ο Κώστας Παρορίτης 1878-1931 (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Λεωνίδα Σουρέα) γεννήθηκε στο Παρόρι ή Παρόρειο του νομού Λακωνίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος, αρχικά στη Σπάρτη και από το 1907 ως το 1916 περίπου στο Σχολαρχείο της Ύδρας. Διηγήματα και άρθρα δημοσίευσε κυρίως στο Νουμά, αλλά και σε έντυπα όπως η Μούσα, ο Πυρσός, το Μικρασιατικό Ημερολόγιο, τα Γράμματα Αλεξανδρείας κ.ά. και αργότερα (μετά το 1920) στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία και Ριζοσπάστης. Με αφετηρία το χώρο του ηθογραφικού διηγήματος και το ρομαντισμό του Wolfgang Goethe, ο Κώστας Παρορίτης οδηγήθηκε στη συνέχεια στη μυθιστορηματική απεικόνιση της ζωής των εσωτερικών μεταναστών και των περιθωριακών τύπων της Αθήνας, με επιρροές από τη γαλλική και ρωσική λογοτεχνική παραγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κινούμενος στο πλαίσιο της κοινωνικά στρατευμένης δημοτικιστικής λογοτεχνίας συγγραφέων όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εργογραφία: 1. Από τη ζωή του δειλινού. Αθήνα, τυπ. Η Νομική, 1906. 2. Οι νεκροί της ζωής. Αθήνα, τυπ. Η Νομική, 1907. 3. Στο άλμπουρο · Ρομάντζο σφουγγαράδικο. Αθήνα, 1910. 4. Το μεγάλο παιδί· Κοινωνικό Ρομάντζο. Αθήνα, Βασιλείου, 1915. 5. Ο πατέρας και άλλα διηγήματα. Αθήνα, έκδοση του βιβλιοπωλείου Γανιάρη και Σίας, 1921. 6. Ο κόκκινος τράγος. Αθήνα, Βασιλείου, 1924. 7. Οι δυο δρόμοι. Αθήνα, τυπ. Κώστα Παπαδογιάννη, 1927.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Το παραπάνω κείμενο μου το έστειλε ο φίλος Γιώργος Πιτσιτάκης από τα Χανιά. Δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο των Χανιώτικων Νέων και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δασκάλου Εμμ. Κριαρά, ένα χρόνο από το θάνατό του. Εδώ αναφέρεται σε κριτική ανθολογίας νέων διηγηματογράφων που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του χανιώτικου περιοδικού "Αυγερινός". Σταθερό και εξαιρετικά παραγωγικό το ενδιαφέρον του φίλου Γιώργου, είχα αναδημοσιεύσει και άλλο κείμενό του για το Δάσκαλο Κριαρά σε προηγούμενη ανάρτηση. Τα κείμενα του Κριαρά, αν και γραμμένα σε νεαρή ηλικία, μαρτυρούν έναν άνθρωπο με εξαιρετική μόρφωση και κρίση ήδη από την πολύ νεαρή ηλικία, όμως η όλη παρουσία και δράση του στα Χανιά εκείνη την περίοδο μαρτυρεί βέβαια και μια πόλη με σημαντική πνευματική άνθηση. 

Κι επειδή σήμερα είναι η Παγκόσμια μέρα των γλωσσών, να θυμίσω ότι ο Εμμ. Κριαράς ήταν και ένας σπουδαίος  "ζηλωτής της γλώσσας". Αύριο θα συνεχίσω με περισσότερα...

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Ο έφηβος Μανώλης Κριαράς στα Χανιά και ο… “Αυγερινός”: ένα ενδιαφέρον άρθρο από τον Γ. Πιτσιτάκη

Το εξώφυλλο του 1ου τεύχους του «Αυγερινού» (1 Αυγούστου 1924)


Γράφει ο Γιώργος Γ. Πιτσιτάκης*


Ο Σύλλογος Νεανικής Δημοσιογραφίας «Τύπος και Ουσία» μετά την ανακοίνωση των διακρίσεων του «1ου Παγκρήτιου Διαγωνισμού Νεανικής Δημοσιογραφίας», στην εκδήλωση που θα γίνει για τα Χανιά στις 25 Απριλίου 2015 (5 μ.μ.) στο Μουσείο Τυπογραφίας, εκτός από τα βραβεία και τους επαίνους στους διακριθέντες, θα δώσει στους μαθητές και στις μαθήτριες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που συμμετείχαν, ένα μικρό βιβλίο που περιέχει το πρώτο εφηβικό διήγημα του μεγάλου Δασκάλου και κορυφαίου δημοτικιστή Μανώλη Κριαρά, γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν. Η καλαίσθητη αυτή έκδοση είναι ευγενική χορηγία των Χανιώτικων Νέων. Με το γεγονός αυτό μας δίνεται η ευκαιρία να γράψουμε «λίγα λόγια» για τα παιδικά, εφηβικά και νεανικά χρόνια του Κριαρά στα Χανιά και τη σχέση του με το περιοδικό «Αυγερινός».
Το 1914 η οικογένεια του 8χρονου Μανώλη Κριαρά μετοίκησε από τον Αδάμαντα της Μήλου στα Χανιά και εγκαταστάθηκε στον Τοπανά στην Παλιά Πόλη. Φοίτησε στις τέσσερις τελευταίες τάξεις του εκεί Δημοτικού Σχολείου με δασκάλους τους Μιχ. Αρπακουλάκη και Παντελή Βαβουλέ. Το 1915 μετακομίζουν στην Καινούργια (Νέα) Χώρα. Τούτο, μου το επιβεβαίωσε ο ίδιος με χειρόγραφη επιστολή του την 19 Φεβρουαρίου 2014, απαντώντας σε δική μου επιστολή που είχα το «θράσος» να του απευθύνω αναζητώντας διευκρινίσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα και απορίες που είχαν σχέση με την έρευνά μου για τον «Αυγερινό». Το 1918 εγγράφεται στο μοναδικό Γυμνάσιο των Χανίων δίπλα στη Δημοτική Αγορά. Επιμελής μαθητής, με την παρότρυνση και τη φροντίδα της μητέρας του έμαθε και γαλλικά. Ταυτόχρονα τα καλοκαίρια εργαζόταν.
Στην αυτοβιογραφία του γράφει: «[…] Πριν εγγραφώ στο Γυμνάσιο ο πατέρας μου είχε φύγει για λόγους επαγγελματικούς στον Πειραιά… Επειδή τα οικονομικά της οικογένειας το απαιτούσαν, πρόθυμα αναλαμβάνω από το καλοκαίρι του 1918 εργασία σε συμβολαιογραφείο των Χανίων (σ.σ. του Γαλάνη) για να συμβάλω, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, στα οικονομικά της οικογένειας. Την εργασία μου σε συμβολαιογραφείο θα την εξακολουθήσω κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της φοίτησής μου στο γυμνάσιο ακόμη και το πρώτο καλοκαίρι μετά την εγγραφή μου στο αθηναϊκό πανεπιστήμιο […]». (1)


1924: Ο Μανώλης Κριαράς καθιστός δεξιά με τους φίλους του, τον Τσιγαλίδη (όρθιος αριστερά) και τους γιους του αγαπημένου του καθηγητή Ιωάννη Μοσχόπουλου τον Κώστα (όρθιος δεξιά) και τον Δημητρό (καθιστός αριστερά).
Στην τρίτη Γυμνασίου ο Κριαράς μαζί με άλλους συμμαθητές του και την καθοδήγηση του εικοσάχρονου καλλιεργημένου πνευματικά και φιλότεχνου κουρέα Αντώνιου Μάλμου (1901-1971) (2), ίδρυσαν έναν πνευματικό όμιλο που τον ονόμασαν «Εγκυκλοπαιδικό Κύκλο των νέων». Αρχηγός ήταν ο Αντώνιος Μάλμος, πρόεδρος ο Ρούσος Κτιστάκης αργότερα σημαντικός δημοσιογράφος και γραμματέας ο Μανώλης Κριαράς.
Κατά τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο είχε σπουδαίους καθηγητές όπως: στα αρχαία ελληνικά τον Εμμανουήλ Γενεράλι που τον «μύησε ενωρίς σε πολλά μυστικά του αρχαίου ελληνικού λόγου και των αρχαίων γραμμάτων», στα μαθηματικά τον Ανδρέα Κνιθάκη, στα φυσικά τον Κωνσταντίνο Σαμιωτάκη, στην ψυχολογία τον Μιχαήλ Αλεξανδρόπουλο και στα φιλολογικά τον Ιωάννη Μοσχόπουλο από τη Μικρά Ασία που πριν δίδασκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης ο οποίος άνοιγε τους πνευματικούς ορίζοντες των μαθητών μυώντας τους με απλό τρόπο στη λογοτεχνία και την πνευματική ζωή και όπως γράφει ο Κριαράς: «[…] Είναι βέβαιο ότι ο δημοτικισμός μερικών από μας τους μαθητές του οφείλεται, σε μεγάλη μοίρα, στη διδασκαλία του[…]» (3).

Από αριστερά ο Μαν. Κριαράς ΤΟ 1924, με το φίλο του Φωκίωνα Φραντζεσκάκη, αργότερα καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Ακαδημαϊκού. 

 Παράλληλα διάβαζε λογοτεχνία και ποικίλα κοινωνικά και πολιτικά βιβλία, που έπαιξαν το ρόλο τους στην πρώτη πνευματική του διαμόρφωση. Στο μέσον της μαθητικής του ζωής πηγαίνει στο νεοϊδρυθέν 2ο Γυμνάσιο που στεγάστηκε «σε άθλιο παλαιό τουρκικό σχολικό κτίριο στη συνοικία Καστέλι των Χανιών», με γυμνασιάρχη τον Εμμ. Γενεράλι, απ’ όπου αποφοίτησε. Στην έρευνά μας για τα νεανικά-μαθητικά έντυπα στην Κρήτη από την περίοδο της Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καταγεγραμμένα ή μη, και φτάνοντας στη δεκαετία 1920-1930, ανασύραμε το νεανικό – λογοτεχνικό περιοδικό «Αυγερινός» που άρχισε να κυκλοφορεί στα Χανιά τον Αύγουστο του 1924. Από τον Απρίλη του 1924, φερέλπιδες νέοι των Χανίων με πνευματικές και λογοτεχνικές ανησυχίες, που ίδρυσαν τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο», είχαν αποφασίσει να εκδώσουν τον «Αυγερινό» (4).
Υπεύθυνος – «εισηγητής επί της ύλης» και «νονός» του περιοδικού, ήταν ο 18χρονος τελειόφοιτος μαθητής του Γυμνασίου, Μανώλης Κριαράς ο οποίος στα τρία πρώτα τεύχη δημοσίευσε σε συνέχειες το διήγημά του «Τέτοια Ζωή!…». Είναι πολύ πιθανόν να είναι το πρώτο του διήγημα που είδε το φως της δημοσιότητας. Ίσως υπάρχουν κι άλλα της νιότης αδημοσίευτα. Ο καθηγητής του Ιωάννης Μοσχόπουλος, επαινούσε τις εκθέσεις του και ο ίδιος γράφει: «[…] Όταν αργότερα έμαθε ότι γράφω και… διηγήματα, στη δημοτική πια, ζήτησε να του τα δώσω να τα κοιτάξει. Δεν το τόλμησα […]». (5)
Σ’ αυτό το πρώτο του διήγημα, ο νεαρός Κριαράς επιβεβαιώνει την κρίση των δασκάλων του ότι «κατέχει πολύ καλά τη γλώσσα». Αποτυπώνει με επιτυχία στον καμβά του την εκτεταμένη φτώχεια των λαϊκών στρωμάτων, την κοινωνική αδικία, τις ταξικές ανισότητες και όλη την περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα. Κεντά με τέχνη τους χαρακτήρες των ηρώων του και τους ίδιους τους τοποθετεί κατάλληλα στο χώρο και στο χρόνο. Τα παραπάνω δεν είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας ενός νέου, αλλά πατούν στέρεα πάνω στο έδαφος της άθλιας για το λαό κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας της Ελλάδας και της Κρήτης των αρχών του 20ού αιώνα.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εθνικός Διχασμός, η αποτυχημένη, επαίσχυντη «εκστρατεία» της Ελλάδας στην Κριμαία, η Μικρασιατική καταστροφή και η έλευση περισσότερων του ενός εκατομμυρίου προσφύγων, είναι τα κορυφαία γεγονότα μεταξύ του 1910 και των αρχών της δεκαετίας του 1920. Τα δάνεια από τους συμμάχους, οι βαριές φορολογίες, ο πληθωρισμός, η μεγάλη πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, με αποκορύφωμα το 1922 με ένα μέτρο απελπισίας, τη διχοτόμηση των χαρτονομισμάτων όπου «…το μισό θεωρήθηκε αναγκαστικό δάνειο, ενώ το άλλο μισό συνέχισε να κυκλοφορεί στο ήμισυ της ονομαστικής του αξίας» (6), έπληξαν τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα τα οποία ζούσαν μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία. «[…] Τα εργατικά στρώματα θα θεωρηθούν ως δυνάμει απειλή του κοινωνικού καθεστώτος και ως δυνητικοί εχθροί του κράτους […]». (7) Εξάλλου, ο ίδιος ο Κριαράς ως έφηβος, είχε ανάλογα οικογενειακά και προσωπικά βιώματα.

Η χειρόγραφη απαντητική επιστολή του υπεραιωνόβιου Νέστορα των ελληνικών γραμμάτων Εμμ. Κριαρά, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. 

Τα βιώματα αυτά, ταυτόχρονα με τα διαβάσματά του, τον οδήγησαν να κατανοήσει, να συνειδητοποιήσει και να καθορίσει, κατά κάποιο τρόπο πολύ νωρίς, με ωριμότητα, τη θέση και τη στάση του απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Θέση και στάση ενός προοδευτικού με σοσιαλιστικές τάσεις νέου, απόλυτα ρεαλιστική, η οποία καταγράφεται προς στο τέλος του διηγήματος με τη φράση: «[…] Θα ’ρχότανε όμως μια μέρα. Θα ’ρχότανε με τον καιρό, άμα θα ωρίμαζε στα κεφάλια των όμοιων του η ιδέα της ισότητας, άμα θα νοιώθανε οι ταλαίπωροι πως έχουν κι αυτοί δικαιώματα στη ζωή, σαν τους … άλλους…[…]».
Το διήγημα «Τέτοια ζωή!…» αποτελεί δείγμα γραφής ενός εφήβου που στις αρχές του εικοστού αιώνα μετουσίωσε σε πεζό λόγο τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, όπως ένας άλλος θα μπορούσε να γράψει ποίηση ή ένας τρίτος να εκφραστεί με τις καλές τέχνες, το οποίο φέρνουμε στο φως ξανά μετά από ενενήντα χρόνια για τους νέους των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα και όχι μόνο.

*δάσκαλος – ιστορικός ερευνητής
Σημειώσεις: 
(1) Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, σελ. 27, έκδ. «Οι φίλοι του περιοδικού ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
(2) Βλ. http://el.wikipedia.org
(3) Εμμ. Κριαράς, όπ. παρ., σελ. 31.
(4) Αρκετοί από τη μεγάλη συντροφιά των νέων του «Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου» και του «Αυγερινού», μεγαλώνοντας εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής του τόπου και της χώρας, που υπηρέτησαν την επιστήμη τους και τον ελληνικό λαό και κάποιοι έδωσαν τη ζωή τους για μια λεύτερη πατρίδα. Εκτός από τον Μανώλη Κριαρά, αναφέρουμε ενδεικτικά: α) Καψωμένος Στέλιος (1907-1978): Φιλόλογος – γλωσσολόγος, καθηγητής Α.Π.Θ. Ένα χρόνο πριν τον Αυγερινό, τον Αύγουστο του 1923 είχε εκδώσει μαζί με το Ρούσο Κτιστάκη το νεανικό-λογοτεχνικό περιοδικό «Λογοτεχνικές Σελίδες». β) Τωμαδάκης Νίκος (1907-1993): Φιλόλογος – βυζαντινολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών. γ) Κτιστάκης Βαγγέλης (1908-1944): Διδάκτορας νομικών σπουδών στη Γερμανία, ήταν προπολεμικά η ψυχή του αντιφασιστικού αγώνα στα Χανιά και ευρύτερα, γραμματέας Κρήτης του ΚΚΕ και μεγαλομάρτυρας της Αντίστασης καθώς εκτελέστηκε με απάνθρωπο τρόπο από τους Γερμανούς κατακτητές στο κολαστήριο της Αγιάς στις 16 Ιούνη του 1944. δ) Σπυριδάκης Γιώργος (1908-1980): Σπούδασε στη Γαλλία φιλοσοφία, έγραψε ποίηση, δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόνης και υπήρξε μορφωτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι. ε) Καλδής Πολυδεύκης (1908-2007): Δικηγόρος με σπουδές στο Παρίσι. στ) Γκανή Ιούλιος: Από την εβραϊκή κοινότητα των Χανίων, φίλος του θεάτρου που στα χρόνια της Κατοχής μαζί με τους άλλους ομοεθνείς του θανατώθηκε στο Άουσβιτς στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί. ζ) Κορνάρος Παναγιώτης (1908-1944): Από το Σφακοπηγάδι Κισάμου. Αγωνιστής δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ριζοσπάστης. Τον φυλάκισε ο δικτάτορας Μεταξάς την 4η Αυγούστου. Την Πρωτομαγιά του 1944 εκτελέστηκε μαζί με άλλους 200 πατριώτες κομμουνιστές από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
(5) Εμμ. Κριαράς, όπ. παρ., σελ. 32.
(6) Κώστας Κωστής, Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας, Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος – 21ος αιώνας, σελ. 572-573, έκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013.
(7) Κώστας Κωστής, όπ. παρ. σελ. 580.
_____________________________________________
Αντιγράφω το παραπάνω πολύ ενδιαφέρον άρθρο από τα χθεσινά Χανιώτικα Νέα (http://www.haniotika-nea.gr/o-efivos-manolis-kriaras-sta-chania-ke-o-avgerinos/), γραμμένο από τον εξαίρετο μελετητή Γιώργο Πιτσιτάκη (Νιοχωρίτη και συμμαθητή μου στο δημοτικό), γιατί δίνει σημαντικά στοιχεία για το μεγάλο δάσκαλο και υπερασπιστή της δημοτικής γλώσσας Εμμανουήλ Κριαρά. Για το δάσκαλο, που έφυγε τον περασμένο Αύγουστο, είχαμε αναρτήσει εδώ, αναδημοσιευμένο από το Ορόγραμμα Σεπτ.-Οκτ. 2014, ενώ το 10ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας που γίνεται το Νοέμβριο 2015 στην Αθήνα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του.
Τις λεζάντες των φωτογραφιών μου τις έστειλε ο συγγραφέας. Επίσης, μου έστειλε ένα κείμενο για τον Εμμ. Κριαρά που είχε δημοσιεύσει στο Β' τεύχος του περιοδικού Λόγου και Τέχνης "Κεδρισός" των Χανίων, συνοδευόμενο από το πρώτο διήγημα του δασκάλου.