Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

"Γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει..."

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου `πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής




Κι επειδή η θλίψη από το φευγιό του Θάνου Μικρούτσικου είναι μεγάλη και πώς να την εκφράσω, επέλεξα να κάνω μικρή αναφορά στον Νίκο Καββαδία που τη γνωριμία με το έργο του σε μεγάλο βαθμό την χρωστάμε σ' εκείνον. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του '70, ήδη τραγουδούσαμε "έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι θα γίνει" στις συγκεντρώσεις και στις πορείες (από τον δίσκο με τα Πολιτικά Τραγούδια), ο Θάνος Μικρούτσικος με τη Μαρία Δημητριάδη μας ένωναν (κι ας μην είμασταν στενά στην ίδια παράταξη, κομματικά, πάντα όμως στην αριστερά, κι αυτό έχει τη σημασία του) κι εμφανίστηκε ο Σταυρός του Νότου, κι ένας ποιητής-ναυτικός, ο Νίκος Καββαδίας κι ένα λεξιλόγιο παράξενο, ιδιαίτερο, πολύ συχνά άγνωστο. Ο δίσκος κόσμησε τις δισκοθήκες μας, όπως εξάλλου όλο το έργο του Μικρούτσικου.

Κι έτσι, μαζί με τον  Θάνο Μικρούτσικο, που έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των νέων δρόμων στα μουσικά πράγματα του τόπου μας, είχαμε να γνωρίσουμε και τον  Νίκο Καββαδία μέσα από τον ιδιαίτερο πεζό και ποιητικό λόγο του. Κι εμείς διαβάσαμε και τραγουδήσαμε το έργο του, πολύ συχνά χωρίς να γνωρίζουμε καλά καλά τις σημασίες λέξεων που χρησιμοποιεί, ενώ έγιναν μελέτες και αναλύσεις για την ιδιότυπη αυτή γλώσσα. Ο φιλόλογος Γιώργος Τράπαλης ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό και πριν από χρόνια κυκλοφόρησε γλωσσάριο με τις λέξεις και τους όρους που χρησιμοποιεί ο Καββαδίας στο έργο του. 

Το 2017, στην ανοιχτή συζήτηση με θέμα "Γλώσσα και ορολογία στη Λογοτεχνία" που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) στο πλαίσιο του 11ου Συνεδρίου της, ο Γιώργος Τράπαλης μίλησε με θέμα "Γλωσσικές ιδιαιτερότητες και δυσκολίες στο έργο του Νίκου Καββαδία", όπου είπε ανάμεσα στ' άλλα:

Στον μελετητή του έργου του Καββαδία –αλλά και στον ψαγμένο αναγνώστη- η παροχή πληροφοριών για τα ονόματα παίζει καθοριστικό ρόλο, επειδή επιτρέπει συσχετισμούς με πραγματικά γεγονότα της ζωής του αλλά και την ερμηνεία περιστατικών που αποτελούν σημαντικά δομικά στοιχεία των έργων του. Χάρη στη μελέτη των ονομάτων αναδεικνύονται χαρακτηριστικά του καββαδιακού έργου που η ανάγκη για επιφανειακές ταξινομήσεις έχει ισοπεδώσει και αγνοήσει. Η ευκολία με την οποία ο Καββαδίας χαρακτηρίζεται «ποιητής της θάλασσας» («των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων») δείχνει ότι δεν έχει κατανοηθεί ο τρόπος που ο Καββαδίας αντιλαμβάνεται και ορίζει τη θάλασσα και το καράβι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συνήθως η εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιον που ύμνησε απλώς τα θαλασσινά ταξίδια και τον ναυτικό κόσμο.

Η μελέτη της γλώσσας του Καββαδία συμβάλλει το δίχως άλλο στην τεκμηρίωση όσων έχουν υποστηρίξει έγκυροι μελετητές του (Σωνιέ, Μικέ, Καλοκύρης κ.ά.), ότι ο κόσμος του πόρρω απέχει από τα στερεότυπα που διαβάζουμε και ακούμε συνήθως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εντυπωσιακά συχνή αναφορά σε ονόματα φαρμάκων και ασθενειών. Αναζητώντας ο μελετητής πληροφορίες διαπιστώνει ότι, εκτός από τις ρητές αναφορές, το έργο του είναι γεμάτο έμμεσες αναφορές κυρίως στη σύφιλη, στα συμπτώματα και τις συνέπειές της. Και κοντά σε αυτή, διαπιστώνει μεγάλο αριθμό αναφορών στο κόκκινο και τις αποχρώσεις του, κάτι που συνδέεται ευθέως τελικά με τη ροδόχρου εμφάνιση της σύφιλης αλλά και με τα κόκκινα φανάρια των πορνείων, το βάψιμο των γυναικών, ακόμα και με το υπερμαγγανικό κάλιο («το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου» στο ποίημα «Πικρία») που χρησιμοποιούσαν για τοπική αντισηψία οι πόρνες. Υπό το πρίσμα αυτό οι αναφορές του Καββαδία στο κόκκινο, στο πορφυρό, στο rosso romano κ.ά. αποκτούν άλλη διάσταση και κατευθύνουν αλλού την προσπέλαση του περιεχομένου από τη συνήθη οπτική της επιδίωξης μιας γλωσσικής ποικιλίας, πρωτοτυπίας και έκπληξης.

Επίσης, η διαπίστωση ότι υπάρχουν πάμπολλες γλωσσικές αναφορές σε θέματα που σχετίζονται με τη σωματική φθορά, την αναπηρία και τον θάνατο, ειδικά τον πνιγμό, τον φόνο και την αυτοκτονία, καθοδηγεί τον μελετητή και τον αναγνώστη να ανακαλύψει πώς αυτά τα στοιχεία δημιουργούν τελικά μια άλλη ατμόσφαιρα από αυτή του απλού ταξιδιού και της φυγής, στην οποία συνήθως μένει ο αναγνώστης. Μια ατμόσφαιρα σήψης που σχετίζεται ευθέως με το αίσθημα ενοχής που διέπει το έργο του.



Έτσι, ο Τράπαλης μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Καββαδία πιο βαθιά, όχι ως απλό, περιγραφικό "ποιητή της θάλασσας", αλλά ως έναν στοχαστικό περιηγητή και καταγραφέα μιας ανθρώπινης κατάστασης, αυτής "των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων". 

Να γιατί ταίριαξε στον Θάνο Μικρούτσικο η ποίηση του Νίκου Καββαδία, ήταν κι αυτός ένας στοχαστικός περιηγητής και καταγραφέας της ανθρώπινης κατάστασης, συνομιλούσε με άλλους στοχαστές μέσα από τη μουσική του. Τους φαντάζομαι να συναντιούνται στον Σταυρό του Νότου, τον μικρό φωτεινό αστερισμό, βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό,

κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2019

Ο πατέρας μου δεν σκάμπαζε από μουσική




Ήθελα να μάθω μουσική, πάντα μου άρεσε η μουσική, πήγα στο Ωδείο Χανίων να κάνω κλασσική κιθάρα. Ο πατέρας μου δέχτηκε να πάρουμε κιθάρα, την καλύτερη, την παραγγείλαμε στην Αθήνα, έκανε 25.000 δραχμές, πάρα πολλά για εκείνη την εποχή. Ήταν λίγο πριν τη μεταπολίτευση. Είχα μπει στο Πολυτεχνείο, έμαθα μερικά ακομπανιαμέντα, αγαπημένο κομμάτι το «Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι», τα πρώτα χρόνια στις παρέες την είχα συντροφιά, δυστυχώς όμως οι ασχολίες της εποχής απορρόφησαν όλο τον χρόνο μου και η κιθάρα πέρασε σε δεύτερη μοίρα μέχρι που πια δυσκολευόμουν να την πιάσω σωστά. Η φωτογραφία που την απαθανάτισε είναι αυτή της γιαγιάς Κουκουβιτομαρίας να την κρατά λες και παίζει στ’ αλήθεια. Τόσο το χαιρόταν η καημένη. Το αστείο στην οικογένεια ήταν ότι προσπάθησα να φέρω και τον μικρό αδερφό μου στην κιθάρα, μάταιος κόπος, ήταν ανεπίδεκτος...Τώρα, η κιθάρα, ξεκούρντιστη, με τις μισές χορδές να λείπουν, μένει ξαπλωμένη στο πάνω μέρος του σύνθετου. Τι κρίμα! 

Ο πατέρας μου δεν σκάμπαζε από μουσική. Ένας λαϊκός άνθρωπος της δουλειάς ήταν, «πατρός σιδηρουργού» γράφει το ενδεικτικό του νηπιαγωγείου, έτσι κατάλαβε η νηπιαγωγός φαίνεται όταν της είπαν ότι η δουλειά του ήταν να γυρίζει σίδερα για τις οικοδομές, μάστορας καλός, τα χέρια του μονίμως σκασμένα, ανοιχτές πληγές. 

Δεν σκάμπαζε από μουσική, τραγουδούσε όμως στις παρέες, τότε τα τραγούδια της τάβλας ήταν απαραίτητο στοιχείο στις συντροφιές, αγαπημένο του ριζίτικο ήταν τ' «Αγρίμια κι αγριμάκια μου»· του άρεσε όμως πολύ και η Μαρίζα, η Μαρίζα Κωχ, πώς χαιρόταν να την ακούει, σαν παιδί έκανε· κι όταν ήρθαν τα εγγόνια και πήραμε εκείνους τους καταπληκτικούς δίσκους με τα παιδικά τραγούδια, γινόταν παιδί κι αυτός. 

Πώς τα σκέφτομαι μέρες που είναι. Αφορμή ένα πολύ όμορφο παλαιότερο κείμενο του Χαράλαμπου Τσαγκατάκη στο pancreta στη μνήμη του δικού του πατέρα. Ο δικός μου έφυγε τέτοιες μέρες. Ήταν μόνο 74, έφυγε σαν σήμερα πριν από 19 χρόνια. 

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Οι κληρονόμοι της μάνας είναι τα πράγματα

Οι κληρονόμοι της μάνας 
είναι τα πράγματα
μα εγώ τρίβω τη μουσούδα μου στα πράγματα
σα γάτα που λέρωσε στο σαλόνι
καταπίνω μετανοιωμένη
τα σάλια και τα αλάτια μου
και τρέχω να κρυφτώ στην πάνω σκάλα
το μεγάλο αιλουροειδές
την ανεβαίνω με κουτρουβαλάει
τη σκαρφαλώνω και με φτύνει
Κάηκε το πλατύσκαλο
κοπήκαν τα σκοινιά
Μαζεύτηκαν στην άκρη της τρύπας
τα φοβερά σκαθάρια
Μάνα κινδυνεύω
Αιωνία σου η μνήμη
Κινδυνεύω πολύ
Αιωνία σου η μνήμη


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από τη συλλογή Ποίηση 1963-2011, Καστανιώτης, 2015.

Στη μνήμη της μάνας μου που έφυγε πέρυσι τέτοια μέρα. 
Και ναι, κληρονόμοι της είναι και τα πράγματα που τη θυμίζουν...


Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2019

Και επι γης ειρήνη




Χριστούγεννα 

                της Κατίνας Παϊζη

Χριστουγεννιάτικες καμπάνες θ’ αντηχήσουν
απόψε τα μεσάνυχτα, και τ’ άστρα
στο λίκνο του Χριστού θα γονατίσουν.
Κι οι ταπεινοί ποιμένες χιονισμένοι
τα δώρα τους στα πόδια Του θ’ αφήσουν.

Χριστουγεννιάτικες καμπάνες, στη γαλήνη
της νύχτας η γλυκόλαλη φωνή σας,
σάλπισμα πανανθρώπινο να γίνει,
χαρούμενα κάθε καρδιά να ψάλει
με τους αγγέλους: «Και επί γης ειρήνη».


Και επί γης ειρήνη. Και να που η ειρήνη είναι πάλι, όπως και πάντα, μια απαίτηση!

Καλά Χριστούγεννα!

-------------------------------------------------------------------

Η Κατίνα Παϊζη ήταν ποιήτρια από την Κρήτη, γεννημένη στο Ηράκλειο, αδελφή της σπουδαίας ηθοποιού Αλέκας Παϊζη. Για την Κατίνα είχα διαβάσει στο βιβλίο "Κατίνα Παΐζη: πόσο πολύ σ' αγάπησα", που ανθολόγησε και επιμελήθηκε η Νίκη Τρουλλινού. Και τώρα, από τον καινούριο χρόνο, ανεβαίνει θεατρική παράσταση, πάλι με δικά της κείμενα, για τις δύο αδελφές Παϊζη. Σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Δεν είναι έγκλημα πάθους ή τιμής, είναι γυναικοκτονία!





Χθες στην Αλικαρνασσό, προ καιρού στην Κίσσαμο, πέρσι στη Ρόδο, τα ίδια στην Ινδία, στην Τουρκία, στην Ισπανία, στη Χιλή, στη Μάλτα, στη Ρωσία, στις ΗΠΑ και τελειωμό δεν έχουν.



Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: ένα ποιητικό κείμενο του Αλμπέρ Καμύ



"Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο· με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. Ύστερα ξεχνώ και χαμογελώ σ' εκείνον που με βρίζει...

Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. … 

Στη Νέα Υόρκη μερικές ημέρες, χαμένος στο βάθος αυτών των πέτρινων ή ατσαλένιων πηγαδιών όπου στο εσωτερικό τους περιπλανώνται εκατομμύρια άνθρωποι, έτρεχα από το ένα στο άλλο χωρίς να διακρίνω τον πάτο τους, εξαντλημένος, μέχρις ότου στηρίχθηκα πάνω στην ανθρώπινη μάζα που έψαχνε μια διέξοδο. Τότε πνιγόμουν και από τον πανικό μου ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω. Αλλά κάθε φορά κάποιο μακρινό κάλεσμα από ένα ρυμουλκό μου υπενθύμιζε ότι αυτή η πόλη, στέρνα ξερή, ήταν ένα νησί και ότι στην άκρη του το νερό της βάφτισής μου με περίμενε, μαύρο και βρώμικο νερό γεμάτο από κούφιους φελλούς. 

Έτσι εγώ που δεν έχω τίποτα δικό μου, που χάρισα την περιουσία μου, που κατασκηνώνω κοντά σε όλα μου τα σπίτια, νιώθω πλήρης όταν το θέλω, αποπλέω οποιαδήποτε ώρα και η απελπισία με αγνοεί. Δεν υπάρχει πατρίδα για τον απελπισμένο. Ξέρω ότι η θάλασσα προπορεύεται ή με ακολουθεί. Έχω μια τρέλα έτοιμη για όλα. Αυτοί που αγαπιόνται και χώρισαν μπορούν να ζήσουν μέσα στον πόνο, αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι απελπισία: γνωρίζουν ότι η αγάπη υπάρχει. Να γιατί υποφέρω από την εξορία με τα μάτια στεγνά. Ακόμα περιμένω. Στο τέλος έρχεται μια ημέρα..."





Συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στον Καμύ παρουσιάζοντας λιγότερο γνωστά ή προβεβλημένα στην Ελλάδα βιβλία του, θ' αναφερθώ στο βιβλίο με τίτλο "Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: Ημερολόγιο καταστρώματος". Εκδόθηκε το 2000 στην Κέρκυρα από τον Απόστροφο, ένα σημαντικό εκδοτικό και βιβλιοπωλείο που δυστυχώς έκλεισε (είχα γράψει ακριβώς πριν από ένα χρόνο εδώ).

Όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Χρήστος Σαλταπήδας, το κείμενο αυτό γράφτηκε στη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε για πρώτη φορά ο Καμύ στη Βόρεια και Νότια Αμερική το 1946· γι' αυτό και ο υπότιτλος είναι "ημερολόγιο καταστρώματος". Δημοσιεύτηκε το 1951 στο γαλλικό περιοδικό "N.R.F.", ενώ αργότερα ενσωματώθηκε στους "Γάμους" και το "Καλοκαίρι".

Ο Καμύ σε αυτό το κείμενο δεν ασχολείται με τις πόλεις που επισκέφτηκε, εκτός από την παραπάνω μικρή αναφορά στη Νέα Υόρκη, αλλά στους ωκεανούς που διέσχισε, Ειρηνικό και Ατλαντικό. Η θάλασσα ήταν το αγαπημένο θέμα του Καμύ. Και όπως γράφει ο μεταφραστής, ο Καμύ ταύτιζε τη θάλασσα με τη μητέρα του, ερμηνεύοντας τη σχέση αυτή και από την ομοφωνία των γαλλικών λέξεων (mer και mère αντίστοιχα). "Όπως και η μητέρα του Καμύ έτσι και η θάλασσα είναι ήσυχη, τρυφερή, βαθυστόχαστη, απλησίαστη και σιωπηλή."

"Με όλα τα πανιά ανοιχτά", Ρίο, Ουρουγουάη, Γη του Πυρός, Χιλή, νησιά Κεργκούλεν...

Γυρνώντας πάλι στον μεταφραστή που έτσι τελειώνει τον πρόλογο:

"Πρόκειται για το τελευταίο ποιητικό κείμενο που θα γράψει ο Καμύ, γιατί σχεδόν αμέσως μετά τη δημοσίευσή του θα αρχίσει ο πόλεμος της Αλγερίας, που θα αποτελέσει την αιτία της 'προσωπικής τραγωδίας' του. Πράγματι, μετά από αυτό το δοκίμιο η ποίηση θα δώσει τη θέση της στην τραγωδία και στο παράλογο".

Και ο Καμύ:

"... Γλυκειά αγωνία της ύπαρξης, θαυμάσιο γειτνίασμα μ' έναν κίνδυνο του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα. Ζω, μήπως σημαίνει να τρέχω ξωπίσω από τον χαμό μου; Χωρίς καθυστέρηση, ξανά ας τρέξουμε ξωπίσω από τον χαμό μας.

Πάντα είχα την εντύπωση ότι ζούσα στα βάθη της θάλασσας, απειλούμενος, στην καρδιά μιας βασιλικής ευτυχίας".

............................................................................................................
Σημείωση: Στο παραπάνω βίντεο η ηθοποιός και μοντέλο Clara Paget διαβάζει ένα απόσπασμα από το έργο του Καμύ σε μια μικρού μήκους ταινία του Άγγλου ηθοποιού, σκηνοθέτη και φωτογράφου Tom Beard (1965-2015). Πληροφορίες περιέχονται και στο Lifo 15-1-2018.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Εξέγερση στις Αστούριες και Η καλή και η ανάποδη: Δυο πρώιμα έργα του Αλμπέρ Καμύ





Είχα διαβάσει πέρσι το όμορφο βιβλίο της Καουτέρ Αντιμί "Τα πλούτη μας", με αναφορά στο ιστορικό βιβλιοπωλείο "Τα αληθινά πλούτη" του Εντμόν Σαρλό που βρισκόταν στο Αλγέρι από τη δεκαετία του '30. Όπως έγραφα τότε

"Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο τα Αληθινά Πλούτη, εκεί εκδόθηκαν τα πρώτα βιβλία του νεαρού Καμύ, που τον βλέπουμε συχνά στο πατάρι, αναζητώντας την ησυχία του βιβλιοπωλείου, να γράφει δικά του κείμενα ή να διορθώνει προς έκδοση βιβλία του εκδοτικού. Ποδαρικό εξάλλου έγινε με το θεατρικό έργο του Καμύ "Εξέγερση στις Αστούριες" που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1936".

Αναζήτησα και διάβασα τα πρώτα εκείνα βιβλία του Καμύ. Το ένα ήταν το θεατρικό έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" και το  άλλο η συλλογή διηγημάτων "Η καλή και η ανάποδη".


Το έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" (εκδ. Κατσάνος, 1989, εξαντλημένο, το δανείστηκα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων) γραμμένο το 1936, αναφέρεται στην εξέγερση των Ισπανών ανθρακωρύχων από την περιοχή της Αστούριας το 1934 ενάντια στη Β' Ισπανική Δημοκρατία. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα, χιλιάδες νεκροί και τραυματίες (ανάμεσά τους και η αναρχική επαναστάτρια Άιντα δε λα Φουέντε για την οποία μιλά το παραπάνω βίντεο). Η εξέγερση διήρκεσε από τις 5 μέχρι τις 19 Οκτωβρίου του 1934 (Η Άιντα δολοφονήθηκε στις 13 Οκτωβρίου).

Ο μεταφραστής Βασίλης Τομανάς, στην εισαγωγή του βιβλίου, γράφει για τα γεγονότα εκείνα και για το Θέατρο Εργασίας που ίδρυσε ο Καμύ το 1936, στα 23 του (ήταν γεννημένος το 1913), μαζί με άλλους τρεις φίλους του.  

Ο Καμύ, από τα πρώτα νεανικά χρόνια του, ήταν ένας ιδεολόγος της δημοκρατίας, ένας στρατευμένος διανοούμενος, με ευαισθησία και άμεσα αντανακλαστικά απέναντι στην ανελευθερία, στη φτώχεια, στη βία, στον αυταρχισμό, στην έλλειψη δημοκρατίας, και αυτό έδειξε και στο πρώτο του αυτό έργο, όταν σε λιγότερο από δύο χρόνια από την εξέγερση στις Αστούριες έγραψε έργο γι' αυτήν. Να σημειώσω εδώ ότι αξίζει να διαβάσει κανείς και τον "Επαναστατημένο άνθρωπο" που κυκλοφόρησε το 1951.

(Ενδεικτικές πηγές με πληροφορίες για το θεατρικό έργο και για την εξέγερση είναι εδώ και εδώ). 




Για το δεύτερο βιβλίο του Καμύ, "Η καλή και η ανάποδη", βρήκα στα βιβλιοπωλεία την έκδοση του Καστανιώτη (2000) με μεταφράστριες τις  Νίκη Καρακίτσου - Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου - Ρομπλέν. Παλιότερα είχε κυκλοφορήσει και από την Αστάρτη σε μετάφραση Θανάση Νιάρχου (1981).

Το "Η καλή και η ανάποδη" περιλαμβάνει πέντε σύντομα κείμενα και στην πραγματικότητα αποτελεί  το πρώτο βιβλίο του Καμύ, αφού, όπως ο ίδιος σημειώνει στην Εισαγωγή, τα δοκίμια αυτά γράφτηκαν το 1935 και 1936. Όπως αναφέρει η Αντιμί στο βιβλίο της "Τα Πλούτη μας", το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά στην Αλγερία σε 350 αντίτυπα από τον Εντμόν Σαρλό (επιβεβαιώνεται και από την Εισαγωγή του ίδιου). Αρνιόταν να το επανεκδώσει, χαρακτηρίζοντάς το αδέξιο,όμως τελικά εκδόθηκε το 1958 στη Γαλλία πια. Η εισαγωγή που έγραψε για την έκδοση του '58, είναι ένα σπουδαίο κείμενο στοχασμού και αναστοχασμού για τη ζωή του και τη στάση του στα πράγματα. Γράφει:

[...] η φτώχεια δεν υπήρξε ποτέ δυστυχία για μένα: το φως σκόρπιζε πάνω της τα πλούτη του. Φώτιζε ακόμα και τις επαναστάσεις μου. Ήταν σχεδόν πάντοτε - νομίζω πως μπορώ να το πω με ειλικρίνεια - επαναστάσεις για όλους και για ν' ανυψωθεί η ζωή όλων μέσα στο φως.
....................................
Από την εποχή που γράφτηκαν τούτες οι σελίδες, ωρίμασα και πέρασα από πολλές δοκιμασίες. Έμαθα πολλά για τον εαυτόμου, συνειδητοποιώντας τα όρια κι όλες σχεδόν τις αδυναμίες μου. Έμαθα λιγότερα για τους άλλους, γιατί είμαι πιο περίεργος για τη μοίρα τους απ 'ο,τι για τις αντιδράσεις τους, και τα πεπρωμένα των ανθρώπων λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.[...]

Τα ίδια τα κείμενα του βιβλίου - δοκίμια τα ονομάζει ο ίδιος, μικρά διηγήματα θα τα έλεγα -, αν και όντως είναι σε πρωτόλεια μορφή, δείχνουν ότι ο νεαρός Αλγερινός Καμύ είναι άνθρωπος με αγάπη, με ευαισθησία, με έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Οι τίτλοι τους είναι: Η ειρωνεία, Μεταξύ ναι και όχι, Με το θάνατο στην ψυχή, Αγάπη για τη ζωή και Η καλή και η ανάποδη

Όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, 

Το ''Η καλή και η ανάποδη'' είναι το πρώτο βιβλίο του Καμύ και τροφοδότης - όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε στο τέλος της ζωής του - όλων των κατοπινών του έργων. Περιδιαβάζοντας από την αλγερινή γειτονιά της Μπελκούρ μέχρι την Πράγα ή τις Βαλεαρίδες νήσους, ο Καμύ ξεδιπλώνει τα θέματα που θα τον απασχολήσουν σ' όλη του τη ζωή, προσπαθώντας να περιγράψει «τη θαυμαστή σιωπή μιας μάνας και την προσπάθεια ενός άντρα να ξαναβρεί μια δικαιοσύνη ή μια αγάπη που να εξισορροπεί τούτη τη σιωπή...» 

Ξεχωρίζω το διήγημα "Η ειρωνεία" στο οποίο διαπραγματεύεται τη μοναξιά των γερόντων, την προσποίηση για να μη μένουν μόνοι, την απαίτηση για αγάπη, αλλά και την αδιαφορία των γύρων τους και την υποκρισία τους τελικά μπροστά στο θάνατο. Και τελειώνει έτσι ο νεαρός ευαίσθητος Καμύ:

Άραγε όλα αυτά δε συμφιλιώνονται; Ωραία αλήθεια! Μια γυναίκα που την εγκαταλείπουν για να΄πάνε στον κινηματογράφο, ένας γέρος που δεν τον ακούνε πια, ένας θάνατος που δεν αντισταθμίζει τίποτα, κι ύστερα, από την άλλη πλευρά, όλο το φως του κόσμου. Τι γίνεται αν τα δεχτούμε όλα; Πρόκειται για τρία όμοια πεπρωμένα κι όμως διαφορετικά. Ο θάνατος για όλους, μα για τον καθένα ο δικός του θάνατος. Και τελικά, ο ήλιος μάς ζεσταίνει, παρ' όλα αυτά, τα κόκαλα.

Και τελικά, ο Αλμπέρ Καμύ διαρκώς αναζητούσε το φως. Το ομολογει στο ομώνυμο του τίτλου τελευταίο κείμενο του βιβλίου:

Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει, και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. 


Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Βρετανία, η "ντελικάτη" χώρα




Είναι σήμερα οι κρίσιμες εκλογές στη Μεγάλη Βρετανία, αβέβαιο το αποτέλεσμα και αβέβαιο το μέλλον της μεγάλης αυτής χώρας. Αν και συχνά την κατηγορούμε ότι θέλει να έχει την αίγλη της χώρας ιδιοκτήτριας (αποικιοκρατία, Βρετανική Κοινοπολιτεία), που θέλει να ξεχωρίζει, που ακόμη και στην Ευρώπη ήθελε πάντα να είμαστε και μαζί και χώρια, δεν παύει να είναι ταυτόχρονα και μια αγαπημένη χώρα. Τι κι αν η πρώτη κουβέντα των Άγγλων που άκουσα, πολλά χρόνια πριν, το 1982, όταν πήγα σε σεμινάριο στο Λονδίνο και με ρώτησαν με ποια εταιρεία ταξίδεψα και γω τους απάντησα "με την Ολυμπιακή", με ρώτησαν μ' εκείνο το αγγλικό χιούμορ, που ακόμη δεν ξέρω αν ήταν χιούμορ ειρωνείας ή αμηχανίας: "και δεν πέσατε;". 

Τόποι με φυσικές ομορφιές και η Αγγλία και η Ουαλία και η Σκωτία, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και τον δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό (δεν έχω ταξιδέψει στην Ιρλανδία και στο μυαλό μου δεν ξεχωρίζουν τα δύο μέρη). Χώρα που έδωσε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους, που γέννησε μεγάλες ιδέες, που γέννησε τον Σέξπηρ, χώρα απ' όπου ξεκίνησε η βιομηχανική επανάσταση και ξεπήδησε το εργατικό κίνημα. Πολιτικοί, μουσικοί, ποιητές, πεζογράφοι, φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, μηχανικοί, ελληνιστές και φιλέλληνες (πολλοί και πολύ), τι να πούμε και τι ν' αφήσουμε.


Αντί άλλων, παίρνω το θάρρος ν' αντιγράψω το ποίημα του Μπόρχες για την τρυφερή Αγγλία, την ντελικάτη χώρα, το "συγκεκριμένο νησί" (A cierta isla), που μετέφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής και ανάρτησε χθες στο ιστολόγιό του (https://alonakitispoiisis.blogspot.com/2019/12/blog-post_11.html). Δίνει τον τίτλο "Απευθύνομαι σ' ένα συγκεκριμένο νησί".

Πώς να σε υμνήσω, τρυφερή μου Αγγλία;
Προφανώς και δεν μου επιτρέπεται να δοκιμάσω
την επισημότητα και τον σάλο της ωδής,
που απάδει στη δική σου αιδημοσύνη.
Δεν θα μιλήσω για τις θάλασσές σου,
που είναι η Θάλασσα όλη,
ούτε για την αυτοκρατορία που κατίσχυσε, ω νησί μου οικείο,
επί της απευθείας των άλλων.
Απλώς και με χαμηλή τη φωνή μου
θ’ αναφέρω εν συνεχεία ορισμένα σύμβολα:
την Αλίκη, που υπήρξε όνειρο του Κόκκινου Βασιλιά,
που υπήρξε όνειρο του Κάρολ, που είμαι εγώ ως όνειρο,
τη γεύση του τσαγιού και των γλυκών,
έναν λαβύρινθος μέσα στον κήπο,
κάποιο ρολόι ηλιακό,
κάποιον άντρα που εκπλήσσεται (και σε κανέναν
δεν λέει πως εκπλήσσεται)
απ’ την Ανατολή και από τις παγωμένες μοναξιές
που ουδέποτε είδε ο Κόλριτζ
και τα έκλεισε όλα σε λέξεις μέσα ακριβέστατες,
τον θόρυβο της βροχής, που δεν αλλάζει,
το χιόνι στα μάγουλα,
τον ίσκιο του αγάλματος του Σάμιουελ Τζόνσον,
τον ήχο ενός λαούτου που επιμένει ν’ ακούγεται
ακόμα κι όταν κανείς δεν το ακούει,
το κρύσταλλο ενός καθρέφτη που αντικατόπτρισε
το τυφλό βλέμμα του Μίλτωνος,
την ασίγαστη αγρυπνία κάποιας πυξίδας,
το Βιβλίο των Μαρτύρων,
το χρονικό των ζοφερών γενεών,
τις τελευταίες σελίδας κάποιας Βίβλου,
τη σκόνη κάτω από το μάρμαρο,
των χαραμάτων τη μυστικοπάθεια.
Εδώ είμαστε οι δυό μας, ω νησί μυστικό,
κανείς δεν μας ακούει.
Μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος
σιωπηλά μοιραζόμαστε πράγματα αγαπημένα.


Πόσο όμορφα το αποδίδει ο Κεντρωτής, τη νιώθει κι εκείνος αγαπημένη χώρα όταν τη λέει "τρυφερή μου Αγγλία" αποδίδοντας το "delicada Inglaterra" του άλλου ποιητή. Μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος σιωπηλά μοιραζόμαστε πράγματα αγαπημένα... Και κάποια σύμβολα, όπως την Αλίκη του Κάρολ, τη γεύση του τσαγιού, τον θόρυβο της σκιάς, τη σκόνη κάτω από το μάρμαρο, των χαραμάτων τη μυστικοπάθεια. 

Κι άλλα πολλά.

Good morning Britain. Schock the establishemnt. Vote for Hope!

Σε αναμονή...

...................................................................
Σημ. Στο παραπάνω βίντεο ακούγεται το έργο του Άγγλου συνθέτη Ralph Vaughan Williams "English Folk Song Suite".

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο: η ιστορία της Πορτογαλίας σε τρεις γενιές





Ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει είναι το βιβλίο "Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο" του Πορτογάλου συγγραφέα João Ricardo Pedro (εκδ. Πόλις 2019 σε μετάφραση Αριάδνης Μοσχονά). Το βιβλίο πήρε το βραβείο Prémio LeYa το 2011, που είναι το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Πορτογαλίας.

Ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η ιστορία της Πορτογαλίας από τις αρχές του 20ου αιώνα, ξεκινώντας από τον παππού Αουγκούστο Μέντες, τον γιατρό που βρέθηκε νεαρός σ' ένα απομακρυσμένο χωριό κι έφτιαξε τη ζωή του, στο γιο του Αντόνιο που πάει στην (αποικία) Αγκόλα να πολεμήσει και νιώθει στο πετσί του τη σκληρότητα του (άδικου) πολέμου και στον εγγονό Ντουάρτε, τον πιανίστα, που ήθελε να μάθει τι έγινε στις 12 Μαρτίου του 1968 και μπήκαν ζωύφια κάτω από το δέρμα των ποδιών του πατέρα του. Και η ιστορία του νεαρού Σελεστίνο και άλλες ιστορίες των κατοίκων στο χωριό που μένει ο γιατρός με την οικογένειά του.

Η αποικιοκρατία των Πορτογάλων στην Αφρική και η δικτατορία του Σαλαζάρ είναι οι δυο μαύρες κηλίδες που έγιναν πληγές και στιγμάτισαν τις ζωές των ηρώων του Πέδρο, όπως στην πραγματική ζωή όλου του Πορτογαλικού λαού.

Το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, όσο κι αν υπάρχουν κάποια σημεία που ίσως μπορεί να δυσκολέψουν ή να κουράσουν την ανάγνωση με τις χρονικές εναλλαγές από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Έχει πλοκή, βρίσκει κανείς ενδιαφέροντα στοιχεία της πορτογαλικής ιστορίας. Κι επίσης, το ξέρατε ότι ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας έγινε το 1910; Εμείς εδώ, έναν αιώνα μετά και δεν το συζητάμε.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Είναι μηχανολόγος μηχανικός με προϋπηρεσία στις τηλεπικοινωνίες. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Όπως διάβασα στην αγγλική έκδοση της El Pais, όταν το 2008 απολύθηκε από τη δουλειά του, άνεργος και απελπισμένος, με δυο μικρά παιδιά στην οικογένεια, με τη χώρα του σε βαθιά οικονομική κρίση, βρήκε τον τρόπο ν' αντιδράσει και στρώθηκε στο γράψιμο. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο και φαίνεται ότι η συγγραφική πορεία του συνεχίζεται.