Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Ο Μίκης για τον Γιάννη Χρήστου




Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;
τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.


Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ’ αστέρια
ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ’ τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε
τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών
ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν
κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά
σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια
είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό το πουλί
χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες
ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν
έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί
ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του
πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία
επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα
σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν να γγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη
στρώνοντας το πέλαγο ώς πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα — ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.


Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου
χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών
τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…



Το παραπάνω ποίημα "Raven” του Γιώργου Σεφέρη μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και αφιέρωσε στον Γιάννη Χρήστου όταν πέθανε το 1970 (σκοτώθηκε μαζί με τη γυναίκα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα). Γράφει στο βιβλίο του «Ανατομία της Μουσικής» (είχα γράψει συνολικά για το βιβλίο εδώ):

[…] Βρισκόμουν τότε στον Ωρωπό και συγκλονίστηκα. Του αφιέρωσα το «Raven» ως ελάχιστο δείγμα αγάπης και εκτίμησης.

Στις 20 Απριλίου του 1967, την παραμονή της δικτατορίας, μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Όπως είναι γνωστό, το καλοκαίρι του 1967 θα παρουσιάζαμε στον Λυκαβηττό έργα μετασυμφωνικής μουσικής (λαϊκά ορατόρια) διαφόρων Ελλήνων συνθετών και ανάμεσά τους και του Γιάννη Χρήστου, που με εξουσιοδότησε να αναφέρω στην πρες-κόνφερανς που θα έδινα την επομένη, δηλαδή την 21η Απριλίου, ότι θα παρουσίαζε έργο του (Ορατόριο) ειδικά γραμμένο για μας.

Λίγο καιρό πριν είχε έλθει σπίτι μου, μαζί με τον φίλο συνθέτη Νίκο Μαμαγκάκη, για να μου πει ότι άκουσε το «Άξιον Εστί» και ότι αρχίζει να πιστεύει ότι ο δρόμος αυτός οδηγεί προς κάποια λύση…

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο Χρήστου, όπως κάθε δημιουργός, έψαχνε, δραματικά θα λέγαμε, να βρει τη «λύση» μέσα στο χάος που είναι η σύγχρονη μουσική. Γνήσιος συνθέτης με δημιουργικούς χυμούς, φιλοδοξούσε να συνθέσει έργα ζωντανά και όχι ρομπότ ή Φράνκεστάιν… Έθετε ίσως και αυτός το ερώτημα: «Για ποιον γράφω; Με ποιον θέλω να συνομιλήσω; Σε ποιον απευθύνομαι;» 


Ο Μίκης αυτά τα ερωτήματα έθετε ο ίδιος στη ζωή του και στο έργο του. Σήμερα κλείνει τα 94. Νάναι καλά και να ξεπεράσει τα εκατό!

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Ο Μίκης για τον Νίκο Σκαλκώτα


Tο Ζαχαροπλαστείο "Πέτρογραδ" της οικογένειας Γιάκοβλεφ. 
Ανοιξε το 1935 στην οδο Σταδίου 29 και έκλεισε το 1969. (Πηγή)


Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο βιβλίο του «Ανατομία της Μουσικής» (είχα γράψει εδώ), κάνει εκτενή αναφορά στον Νίκο Σκαλκώτα, τον οποίο αγαπά και κάνει παρέα μέχρι τον θάνατό του (ήταν μόλις 25 χρονών τότε ο Μίκης) παρότι δεν δείχνει να τρέφει τα ίδια φιλικά αισθήματα για όλη τη μουσική του και για το ρεύμα της «πρωτοποριακής» μουσικής, που εκπροσωπείται τότε κυρίως από τον Σένμπεργκ (για τον οποίο, μάλιστα, γράφει ότι η συμβολή του περιορίζεται «στην προσφορά νέων αρμονικών και μελωδικών τρόπων… παρά στην ίδια τη δημιουργία»). Ας αφήσουμε όμως στους ειδικούς τη μουσική αποτίμηση και ας δούμε την πιο προσωπική προσέγγιση του Μίκη για τον άνθρωπο και μουσικό Σκαλκώτα.

[…] Μέχρι προχτές ζούσε ανάμεσά μας ο σιωπηλός συνθέτης. Πού ήσαν τότε οι φίλοι του νεκρού Σκαλκώτα; Μήπως δεν ήταν γνωστό σε όλους το πλούσιο έργο του, το βάθος του χαρακτήρα του, η σοβαρότητα της μόρφωσής του; Κι όμως ο Σκαλκώτας ξεχάστηκε πίσω απ’ το τελευταίο αναλόγιο της Κρατικής, ως την ώρα που έσβησε πάνω στην ακμή της ηλικίας του. Θλιβερή κοινωνία, θλιβεροί «φίλοι», ν’ αγαπούνε πιότερο τους νεκρούς από του ζωντανούς.

Τον θυμάμαι τον Νίκο Σκαλκώτα όταν πηγαίναμε μαζί στο ζαχαροπλαστείο της οδού Σταδίου «Πέτρογκραντ», ιδιοκτησίας του συνθέτη ελαφράς μουσικής Νίκυ Γιάκοβλεφ. Πεινασμένοι περιμέναμε στο γωνιακό τραπεζάκι να μας φέρει από μια μπύρα και ένα πιροσκί. Αυτή ήταν η αμοιβή μας! Μετά ο Γιάκοβλεφ καθόταν στο πιάνο και αφηνόταν στους αυτοσχεδιασμούς. Ήθελε να γράψει κοντσέρτο για πιάνο. Μόνο που δεν ήξερε καλά μουσική. Έτσι εμείς, ο Σκαλκώτας κι εγώ, σημειώναμε στο πεντάγραμμο ό,τι μπορούσαμε. Αυτή η χαμάλικη δουλειά του Σκαλκώτα ήταν τεράστια. Μπορούσε να δουλεύει νύχτες ολόκληρες νηστικός για λογαριασμό ξένων προκειμένου να κερδίσει λίγες δραχμές. Την ημέρα πήγαινε στις πρόβες της Κρατικής. Σιωπηλός, θα ’λεγα φοβισμένος, σπάνια μιλούσε. Πάντα ευγενικός μέχρι υπερβολής. Δεχόταν με χαμόγελο τις ειρωνείες που του πετούσαν «ευγενικά» οι συνάδελφοί του σε κάθε πρώτη εκτέλεση έργου του.

Και όταν πέθανε ξαφνικά, η ορχήστρα τήρησε ενός λεπτού σιγή για τον «τύπο αυτόν που χάθηκε», όπως είπαν τότε κάποια επίσημα χείλη… Πού ήσαν, αλήθεια, όλον αυτόν τον καιρό οι φίλοι του ζωντανού Σκαλκώτα;

Μπορώ να πω ότι αγαπούσα πολύ τον Σκαλκώτα κι εκείνος με τιμούσε με την αγάπη και τη φιλία του. Ίσως να ήμουν απ’ τους ελάχιστους που μαζί τους κουβέντιαζε για το έργο του και συχνά με καλούσε στο σπίτι του να δω τις παρτιτούρες που έγραφε εκείνη την εποχή. Ήξερα ότι είχε πολύ δυνατό αυτί. Η τεχνική του ήταν άρτια. Πολλές φορές όμως του παρατήρησα ότι φόρτωνε υπερβολικά την ορχήστρα του. Κάθε μέρα έβλεπα νέες γραμμές. Ένα πυκνό, όλο και πιο πυκνό κοντραπούντο. Όταν παίζαμε το έργο στην Κρατική – έπαιζα τότε κι εγώ – με τις λίγες πρόβες και το σχετικά χαμηλό επίπεδο πολλών μουσικών, ακούγονταν όλα μπερδεμένα, χαοτικά. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτό η αιτία. Για μένα, έφταιγε κυρίως το γράψιμο. Ήμουν σίγουρος ότι από ένα σημείο και πέρα δεν τον ενδιέφερε τόσο το ακουστικό φαινόμενο, αλλά πιο πολύ το γεγονός ότι όλες αυτές οι γραμμές υπήρχαν σαν σκέψεις, σαν ιδέες επάνω στο χαρτί.

Είχαν διατυπωθεί, στριμωγμένες θα ‘λεγες από μια εσωτερική διανοητική και ψυχική αναγκαιότητα να ζήσουν ιδανικά – υποκειμενικά – φυλακισμένες στο πεντάγραμμο, κάθε μία γραμμή με τη δική της ιστορία. […]


Και συνεχίζει παρακάτω μ’ ένα σημείωμα που είχε δημοσιεύσει στις 2 Νοεμβρίου του 1952 στην «Προοδευτική Αλλαγή»:

Εκείνος που θα ήθελε να έχει μια άμεση και γνήσια επαφή με ό,τι ονομάζουμε στη μουσική «φορμαλισμό», δεν έχει παρά ν’ ακούσει το “Largo Ostinato” του Νίκου Σκαλκώτα… Το έργο του, πολυσύνθετο, πλατύ, δε βρήκε στον καιρό του αξιόλογη απήχηση εξόν απ’ τους «χορούς» του.

Δεν είναι, όμως, που η εποχή του δεν τον κατάλαβε. Η αιτία βρίσκεται μέσα στις ίδιες του τις συνθέσεις, με το ακαθόριστο, το σκοτεινό τους περιεχόμενο, την εγκεφαλική τους διάθεση, τον μηδενιστικό τους προσανατολισμό.

Ναι ο Σκαλκώτας ήταν ένας φορμαλιστής. Η λεπτή, η τρομακτικά ευαίσθητη φύση του, τυλίχτηκε ασφυκτικά απ’ τους πλοκάμους μιας σαπισμένης, δίχως ορίζοντα εποχής. Η σκληρότητα και η αδιαφορία των ανθρώπων τον ανάγκασε να κλειστεί στον εαυτό του. Και όταν ακόμα σου μιλούσε, η φωνή του έπαιρνε έναν σιγανό, φοβισμένο τόνο, τα λόγια του με δυσκολία φτάνανε στ’ αυτιά σου. […]


Ήταν τότε 27 χρονών ο Μίκης, αγαπούσε τον Νίκο Σκαλκώτα και τον θεωρούσε «τραγική μορφή». Καταλήγοντας, ξεχωρίζει τον Σκαλκώτα και τον Χρήστου από «το κύκλωμα της λεγόμενης πρωτοποριακής μουσικής», όπως, λέει, εννοούν κάποιοι «ιδιόρρυθμοι εγκέφαλοι» την «κάθε είδους εκκεντρικότητα». Αυτοί, γράφει, «αποδείξανε ότι είναι γνήσιοι μουσικοί, γνήσιοι καλλιτέχνες και γνήσιοι δημιουργοί».

Με αφορμή, και όχι μόνο, το Έτος Σκαλκώτα που γιορτάζουμε φέτος.

.................................................

Σημειώσεις:
Πληροφορίες για το ζαχαροπλαστείο Πέτρογκραντ υπάρχουν στις ιστοσελίδες:
Λίστα με τα τραγούδια του Γιάκοβλεφ βρίσκεται στην ιστοσελίδα
https://palia.kithara.gr/index.php?cmd=ci&cre=ciakpblev%20niku.
Η "Προοδευτική Αλλαγή" ήταν πρωινή ημερήσια εφημερίδα της Αριστεράς. Είχε ως υπότιτλο "Δημοκρατία - Ελευθερία - Δικαιοσύνη".

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Η Μάντα, ο Απόστολος και η Δόμνα


Ένας μήνας πέρασε από το πρόωρο φευγιό της Μάντας. Ήταν γεννημένη στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου του 1955, σημαδιακή μέρα θάλεγε κανείς, μα καθόλου τυχερή για την ίδια. Ήταν κόρη της Άννας και του Νίκου Σολωμού, δυο αγωνιστών της Αριστεράς, από τα πολύ νεανικά τους χρόνια μέχρι το τέλος, δυο σπουδαίων ανθρώπων. Για την Άννα έχω γράψει κι άλλες φορές, είχε για μένα καθοριστική συμβολή στην επαγγελματική αλλά και προσωπική μου ζωή (ενδεικτικά εδώ και εδώ, όπως και εδώ για τη φίλη της, την «κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερή της» Νίνα Σκανδάλη). 

Όπως είπε ο αδελφός της Μάντας, ο Μάκης Σολωμός (μουσικολόγος, μελετητής του Ξενάκη και καθηγητής Πανεπιστημίου στη Γαλλία) στην πολιτική κηδεία που πολύ όμορφα και σεμνά επιμελήθηκε, τρία χρόνια μετά τη γέννηση της Μάντας, το 1958, και λίγο μετά την πρωτοφανή νίκη της ΕΔΑ στις εκλογές όπου έγινε αξιωματική αντιπολίτευση, άρχισαν οι διώξεις των αριστερών, μαζί και των γονιών τους, ο ίδιος δεν είχε ακόμα γεννηθεί, εξορίες, φυλακές, ανακρίσεις… 

Και ήρθε η δικτατορία, η Άννα βρέθηκε στον Ιππόδρομο, ύστερα εξορία στη Γυάρο κι ύστερα στις φυλακές Αλικαρνασσού, είχε μαζί της και τον πεντάχρονο Μάκη, η Μάντα έμενε με θείες της. Δύσκολη εποχή για τη Μάντα, αρχές εφηβείας, οι γονείς κυνηγημένοι, δύσκολα τα πρώτα 2-3 χρόνια μέχρι την επανένωση της οικογένειας στο Παρίσι και τη διαμονή ως το τέλος της δικτατορίας. Η Μάντα είχε πια μεγαλώσει, ήταν μια κοπέλα με πολλή κουλτούρα και με πολλές ανησυχίες· ενταγμένη στην Αριστερά πάντα, πάσχιζε να βρίσκει το δρόμο της με τη συνδρομή της οικογένειας και των φίλων της. Είχε ατυχίες στο διάβα της ζωής της και είχε μια περηφάνια που μερικές φορές σε δυσκόλευε να την προσεγγίσεις λίγο περισσότερο. Όπως είπε όμως στον πολύ συγκινητικό και αγαπητικό χαιρετισμό της και η έφηβη κόρη του Μάκη, η Ειρήνη, «να χαιρόμαστε που τη γνωρίσαμε». 

Ανάμεσα στις ομιλίες, ο Μάκης είχε φροντίσει ν’ακούγονται μουσικά κομμάτια που άρεσαν στη Μάντα ιδιαίτερα. Μίλησαν φίλοι της παλιοί και τωρινοί, όλοι «ψυχικά νοσούντες» σίγουρα, όπως και η ίδια. Γιατί αυτό συνάγεται από τα λόγια της νεαρής κυρίας Δόμνας Μιχαηλίδου, αναφερόμενη στο βιβλίο που έγραψε ο κύριος Απόστολος Δοξιάδης μαζί με τον, μακαρίτη πλέον, Σταύρο Τσακυράκη «Από πού κι ως πού είναι όλοι οι αγώνες δίκαιοι;». Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι η άποψη του Απόστολου Δοξιάδη που βιάστηκε μάλιστα να πάρει πάνω του όλη την ευθύνη των λόγων της κυρίας Μιχαηλίδου. Είναι ότι μια νέα κοπέλα, με «πλούσιο βιογραφικό», μόλις στα τριάντα της, χωρίς προσωπικά βιώματα, αλλά και - στο κάτω κάτω - χωρίς ειδικές σπουδές ψυχολογίας/ψυχιατρικής, έχει άποψη και λέει ότι «…είχαμε μια αγιοποίηση του αγώνα της δικτατορίας…» και παρακάτω, μιλά, προβληματισμένη κιόλας, για «τη μετατροπή σε μια ψυχική νόσο, η οποία πολύ φοβάμαι πως είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο…», λέει κι άλλα, για τη συλλογική μνήμη, για την ιστορικότητα, για έννοιες όπως «ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς», πάει και ακόμη πιο πίσω, για τα μετεμφυλιακά χρόνια όπου η Δεξιά δεν κατάφερε, λέει, σε ιδεολογικό επίπεδο να χειριστεί τη νίκη της στον εμφύλιο (αναρωτιέμαι, αυτό τι είναι, αυτοκριτική γιατί δεν έκαναν κι άλλα και χειρότερα ή αυτοκριτική γιατί δεν κατάφεραν να σβήσουν από τον χάρτη τους αριστερούς και την αριστερά συνολικά, αυτό δηλαδή που χωρίς πολλές «θεωρητικούρες» επαναλαμβάνουν συνεχώς ο Βορίδης και άλλοι τινές…). 

Τα παραπάνω δεν είναι αποσπάσματα που αδικούν τις συνολικές απόψεις της κυρίας Δόμνας Μιχαηλίδου, σημερινής υφυπουργού Εργασίας, κάθε άλλο. Καλείται τώρα, η κυρία Δόμνα Μιχαηλίδου, μια νέα γυναίκα, ένα φρέσκο πολιτικό πρόσωπο, με αρμοδιότητες και ευθύνες σε ευαίσθητο υπουργικό θώκο, να διαχειριστεί τα λόγια της και να χειριστεί τους χιλιάδες ανθρώπους από όλες τις ιδεολογικές τάσεις και παρατάξεις, που υποχρεώθηκαν στη σιωπή, που κυνηγήθηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, ωθήθηκαν σε αναγκαστική μετανάστευση και που, ούτε λίγο ούτε πολύ, χαρακτηρίζονται ως ψυχικά νοσούντες. 

Βαρύ το φορτίο κυρία Μιχαηλίδου. Μπορείτε να το σηκώσετε; Μπορείτε να το πάτε και παραπέρα; Αν ζούσε η Μάντα, θα είχε να σας πει δυο λόγια, θα σας έλεγε πώς έζησε εκείνα τα εφτά μαύρα χρόνια και πώς ένιωθε εκείνη όταν ήταν στην ηλικία σας.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό





Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό
Ζούσαν κάτι φουκαράδες, οι ραγιάδες
Κοτσαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες 
κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα

Τη δεκάτη ο τσιφλικάς, δως του κόψιμο ο πασάς
κι υπαγόρευε το ράσο, σφάξε με αγάμ' ν' αγιάσω
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού πίναν το αίμα του λαού 
Αφού τότε τσιφλικάδες ήσανε οι μπουρζουάδες 
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες 
Κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα


(Στίχοι: Μήτσος Ευθυμιάδης Μουσική: Χρήστος Λεοντής Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς. Το κομμάτι είναι απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μήτσου Ευθυμιάδη: "Προστάτες", που ανέβηκε στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης το 1975, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν).
 
Σε μια παρουσίαση πριν από μερικά χρόνια, ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής σημείωσε (με νόημα;) ότι ... καμιά φορά η ιστορία μπορεί και να επαναλαμβάνεται. Δεν το ευχόμαστε. Καλή μας τύχη! 
 

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Έτσι μύριζε το ύστερα από μια μικρή ανοιξιάτικη βροχή: από τον Μίκη στη Μυρτώ





Στη Μυρτώ

22.ΙV.46


Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη
Κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι
με τις ρίζες γιομάτες από χώμα
να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.

Σου είπα πως όταν ήμουνα παιδί
μου άρεσε να τυλίγομαι μες στο χώμα
και να μιλώ με τις μακριές σκουληκαντέρες
για τα μυστικά της γης.
Μου φέρνει η κάθε μια κι από ‘να μήνυμα
κι η φωνίτσα τους χάνεται μες στο θόρυβο
που κάνουν οι λογής-λογής ρίζες
καθώς χώνουνται όλο και βαθύτερα μες στη γης.
Πώς τρομάζαμε όταν έσκαγε κάποιος σπόρος
και ξεπήδαγε καινούριο φυτό...

Όχι δε μου άρεσε να κοιτάζω τ’ αστέρια
μου φαίνονταν σαν πολύ μακρινά και ξένα
ο Ήλιος μου αρέσει πιο πολύ
ιδίως όταν το καλοκαίρι οι αχτίδες του
χορεύουν πάνω στο δέρμα
τραγουδώντας ένα παράξενο τραγούδι
που τα λόγια του χάνουνται τώρα
βαθειά μες στη μνήμη μου.
............................................


Στο παραπάνω ποίημα, αφιερωμένο σε μια Μυρτώ, ο συντάκτης του ήταν μόλις 21 ετών και υπογράφει ως Μιχ. Γ. Θεοδωράκης. Προφανώς είναι ο Μίκης και το ποίημα το αφιερώνει στην αγαπημένη του Μυρτώ, τότε φοιτήτρια Ιατρικής. Ολόκληρο το ποίημα εδώ: http://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4493.

Της έχει επίσης αφιερώσει τέσσερα τραγούδια σε ποίηση δική του και του Λορέντζου Μαβίλη. Διαβάζουμε για το έργο αυτό από το κανάλι του Γιώργου Βιδάκη στο youtube:

Ο κύκλος τραγουδιών Έρως και θάνατος, είναι ένα από τα πλέον προσωπικά του συνθέτη. Πρόκειται για τέσσερα τραγούδια αφιερωμένα στη Μυρτώ Αλτίνογλου, σύντροφο ζωής του δημιουργού. Το πρώτο, Απρίλης, το συνέθεσε σε δικούς του στίχους στις 8 Απριλίου 1945, όπως αποκαλύπτει η ιδιόχειρη αφιέρωσή του, περιμένοντας τη Μυρτώ στη στροφή της Νέας Σμύρνης. Το δεύτερο, το Αν Γυρεύεις απ’ τον Ήλιο τη Χαρά, γεννήθηκε λίγες μέρες αργότερα, πάλι σε στίχους δικούς του. Και τα δυο είναι αμιγώς ερωτικά. Όταν το 1948, εκτοπισμένος στη Δάφνη της Ικαρίας, γνώρισε τα σονέτα του Λορέντζου Μαβίλη (1860-1912), μελοποίησε δυο από αυτά, που γράφτηκαν το 1896: το Έρως και θάνατος και τη γνωστή Λήθη (Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε...), η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο μουσικού πόθου και άλλων Ελλήνων συνθετών.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Η εξόντωση από τους Ναζί των 82 παιδιών του Λίντιτσε τον Ιούλιο του 1942: αφιερωμένο στα παιδιά που εμφανίζονται σε προεκλογικό σποτ


Η εξόντωση των 82 παιδιών του Λίντιτσε τον Ιούλιο 1942 - έργο της Marie Uchytilova

Για να μην ξεχνιόμαστε. Εξόντωσαν τους άντρες του χωριού, έκλεισαν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μάζεψαν τα παιδιά, κάποια τα έστειλαν σε γερμανικές οικογένειες να γίνουν γνήσια γερμανάκια της άριας φυλής, τα υπόλοιπα 82, 42 κορίτσια και 40 αγόρια, 1-16 χρονών, τα εξόντωσαν με δηλητηριώδη αέρια. Και η αιτία, ή μάλλον η αφορμή; Η θανάτωση του Reinhard Heydrich, ανώτατου στελέχους των Ες Ες, δεύτερου στην ιεραρχία μετά τον Χίμλερ, του δήμιου (henker) όπως ήταν γνωστός, του εμπνευστή της Τελικής Λύσης.

Και πού έγινε; Στην Κάνδανο; Στη Βιάννο; Στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο; Στο Οραντούρ ή στο Μαρσουλά; Έγινε στο μικρό χωριό Λίντιτσε 20 χιλιόμετρα έξω από την Πράγα. Πόσο μοιάζουν οι ιστορίες... Το χωριό ερήμωσε. 



Το 1943, ο Τσέχος μουσικός Bohuslav Martinů συνέθεσε ένα μικρό ορχηστρικό έργο 8 λεπτών στη μνήμη των παιδιών του Λίντιτσε.

Τα παιδιά του Λίντιτσε με το δάσκαλό τους, δυο μέρες πριν από τη σφαγή του 1942 (Πηγή)

Το χωριό ερήμωσε το 1942. Προς τα τέλη της δεκαετίας του '60, η Τσέχα γλύπτρια Marie Uchytilova φιλοτέχνησε τις 82 φιγούρες των παιδιών του Λίντιτσε και το χωριό ξαναζωντάνεψε σαν ένα υπαίθριο μουσείο για να κρατά τη μνήμη ξύπνια, ζωντανή. Θυμήθηκα τα στοιβαγμένα παιδάκια στο καμιόνι να οδηγούνται στο δάσος για εκτέλεση μια νύχτα του 41 σ' ένα χωριό της Ουκρανίας, έτσι όπως τα περιγράφει ο Πιέρ Πεζί στο "Γέλιο του δράκου". Η κτηνωδία του φασισμού δεν έχει όρια.

Πόσο λυπάμαι που βλέπω το προεκλογικό σποτ της Χρυσής Αυγής να το υποστηρίζουν παιδιά, είναι παιδιά στην ίδια ηλικία με αυτά που εξοντώθηκαν με αέρια, έτσι χωρίς λόγο, γιατί ήταν εβραιάκια, γιατί δεν ανήκαν στην άρια φυλή, γιατί δεν ήταν χριστιανάκια, γιατί ήταν ξένα, έτσι όπως βάζουν στο στόμα των σημερινών αυτών παιδιών να λένε, μίσος και χολή και ψέματα γεμίζουν την εύπλαστη ψυχή τους. Τι κρίμα!

Παιδιά,  ο φασισμός και ο ναζισμός δεν έχουν θέση στην καρδιά σας. Σκεφτείτε τα παιδιά του Lidice. Ήταν μια μέρα σαν και σήμερα που οι ναζί τα εξόντωσαν σε θαλάμους αερίων! Γιατί;

Τα παιδιά του Lidice