Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020

Ουρανός από στάχτη: η Νίκη Τρουλλινού ως ληξίαρχος της μνήμης και των οραμάτων


Η έλλειψη οράματος κουβαλάει μιαν αφόρητη μοναξιά, μια μοναξιά που φέρνει φόβο, γράφει στο ηλεκτρονικό μήνυμά της η Θάλεια, αναφερόμενη στις «Ζωές των άλλων», την εκπληκτική γερμανική ταινία που σε όλους μας έφερε τις ίδιες πικρές και αναστοχαστικές σκέψεις.

Η Θάλεια είναι η πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Νίκης Τρουλλινού "Ουρανός από στάχτη" (Ποταμός, 2020). Είναι από την Κρήτη, από το Ηράκλειο συγκεκριμένα, καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα, κάτοικος Εξαρχείων (ιδιαίτερη η αγάπη της Τρουλλινού για την περιοχή των Εξαρχείων, αναφορές βρίσκονται συνεχώς στα βιβλία της).

Η Θάλεια συνομιλεί, ανταλλάσσοντας ηλεκτρονικά μηνύματα, με τον Τηλέμαχο, που είναι θείος της, αν και μικρότερος στην ηλικία, υπήρξε κάποτε και εραστής, και που είναι στέλεχος σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με μια ζωή γεμάτη συσκέψεις και ταξίδια, ένας «πολυάσχολος τεχνοκράτης του κέντρου της Ευρώπης». Κι όμως ούτε αυτοί οι τεχνοκράτες μπόρεσαν να προβλέψουν ούτε να δαμάσουν το ηφαίστειο «με το παράξενο όνομα» που απλώθηκε στον ουρανό της Ευρώπης την Άνοιξη του 2010. Αρχή της οικονομικής κρίσης για την Ευρώπη, η Ισλανδία έχει ήδη περάσει από το στάδιο αυτό, έχει πονέσει, έχει πτωχεύσει, και τώρα εκδικείται.

Αλήθεια, η Ισλανδία εκδικείται ή η φύση η ίδια; Να μια κουβέντα που είναι πάλι τόσο επίκαιρη. Την κάνουμε τόσο συχνά, αλλά μέχρι εκεί. Τι κι αν η εκδίκηση λέγεται Αϊγιαφγαϊλαγιέκουλ (τόσο παράξενο για τη δική μας – γλωσσική και όχι μόνο – κανονικότητα είναι το όνομα του ισλανδικού ηφαιστείου), τι κι αν λέγεται φονική φωτιά στο Μάτι το 2018, φονική φωτιά στην Ηλεία το 2007, φονική φωτιά στην Πεντέλη το 1997, τι κι αν λέγεται πλημμύρες στη Μάνδρα το 2017, πλημμύρες στην Εύβοια το 2020, πλημμύρες στον Ποδονίφτη το 1994 (ποιος τις θυμάται αλήθεια…), τι κι αν λέγεται κορονοϊός το 2020… Τι σύμπτωση, αλήθεια, δέκα χρόνια από την έκρηξη του ηφαιστείου, μια άλλη έκρηξη δοκιμάζει όλο τον κόσμο ή, καλύτερα, σ’ αυτήν εδώ η φύση δοκιμάζει τις αντοχές της…

Μπορεί η καταστροφή να είναι τόσο όμορφη; ρωτά η Θάλεια τον Τηλέμαχο, κι εκείνος απαντά: Στη φύση, ναι. Κι εκείνη φτάνει τις περιγραφές εικόνων μέχρι την Πομπηία, εικόνες όπως τις θυμάμαι κι εγώ από εκείνη τη ζωντανή νεκρόπολη στη μοναδική φορά που την επισκέφτηκα πριν από πολλά χρόνια:

Ανάγλυφα κορμιά, πτυχώσεις από τα ιμάτια, οι ίδιοι εκείνοι που λάμπρυναν την Τέχνη στις τοιχογραφίες της πόλης τους, οι ίδιοι που έπιναν και γλεντούσαν στους ανασκαμμένους δρόμους της Πομπηίας. Ήταν άραγε πλεονέκτες και κείνοι;

Πλεονέκτες; Ε όχι δα, ο τεχνοκράτης των Βρυξελλών διορθώνει την «μεταφυσική» φίλη του: «συνδέεις την πλεονεξία με τη φυσική καταστροφή;»

Η Θάλεια είναι φιλόλογος σε γυμνάσιο. Τα παιδιά τρελαμένα με το ηφαίστειο. Η Ευρώπη όλη έχει παραλύσει κι εκείνα λες το απολαμβάνουν: «μα κυρία, τα πρωτόκολλα της σύγχρονης επιστήμης δεν προβλέπουν τον έλεγχο της Φύσης;», της λένε και ξεκαρδίζονται. Και τότε ακούγεται «το ατακτούλικο του τελευταίου θρανίου»:

Ρε κουφάλες δεν τα ελέγχετε όλα!

Δεν τα ελέγχουν; Ε και; Ακούστε μάθημα ιστορίας και γεωγραφίας μαζί. Κοντά τρεις εκατοντάδες νεκροί και αγνοούμενοι σε ανθρακωρυχείο του Βελγίου, ήταν Αύγουστος ’56 ή ’57, όλοι μετανάστες. Μαρσινέλ το μέρος.[1] Ανάμεσά τους κι ο Χαράλαμπος από την Πόμπια, Αρετή λέγαν την καλή του. Ποια ποινή επιδικάστηκε στον υπεύθυνο; 300 σημερινά ευρουλάκια. Το σημερινό μάθημα της καθηγήτριας Θάλειας: Μετανάστευση, η μυστική ιστορία της Ευρώπης. Άλλη μια ευκαιρία για τη συγγραφέα να μιλήσει για την πολιτική, για την Ευρώπη, για την ευρωπαϊκή αισιοδοξία του ’91 και την αυταπάτη, για την «βρυξελλιώτικη νομενκλατούρα», για τους ναζί («συνεπικουρούμενοι από τη σιωπή μιας ολόκληρης κοινωνίας»), για την πλατεία Μπέμπελ του Βερολίνου που έριχναν στην πυρά Κανέτι, Μούζιλ, Μαν, Ροτ, Μπρεχτ και όλη τη γερμανόφωνη λογοτεχνία της εποχής, για την Κρουπ που οδήγησαν στην κρεατομηχανή του πολέμου (μην ξεχνάμε και την Ζίμενς, συμπληρώνω εγώ)…

Η Κρήτη, το Ηράκλειο, ο κόσμος, η Θάλεια, ο Τηλέμαχος, οι μεγάλες πια γυναίκες της οικογένειας η Ερασμία και η Θεοδοσία, με βοηθό τη Νατάλια από το Ντονέτσκ, που ζουν σε μια πολυκατοικία (από αντιπαροχή) στη γειτονιά της Βαλιδέ Σουλτάνας (το οθωμανικό παρελθόν παρόν στην ιστορία της πόλης) και η ιστορία της οικογένειας, η κρητική οικογένεια, τα σόγια, η εξιστόρηση από τη γιαγιά Αργυρή παλιά δασκάλα, και το απόσταγμα:

Έγραψα όσα μπορούσα… Δεν είναι πάντα εύκολο… Βεβαίως. Σιγά που θα γκρέμιζες το μύθο του σογιού.

Κι ο μύθος του σογιού καλά κρατεί. Κι ας δοκιμάζει να τον αποδομήσει η εγγονή, η Θάλεια. "Οι οικογένειες της Κρήτης, οι οικογένειες παντού, τα μυστικά και οι ψίθυροι..."

Η ιστορία και η πολιτική δεν λείπουν από την ιστορία της οικογένειας, ο Βενιζέλος, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί, ο Στεργιάδης, οι αριστεροί διωγμένοι και αντάρτες στον Ψηλορείτη...

Περιπλάνηση στην πόλη, το Ηράκλειο, τη δεύτερη αγαπημένη της συγγραφέα μετά τη γενέθλια τα Χανιά· η Τρουλλινού το αγαπά πολύ το Ηράκλειο, είναι ζωντανή παρουσία στα δρώμενα και στην ιστορία του κι έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της δημιουργίας της στην ανάδειξη ξεχωριστών στοιχείων της πόλης. Το κάνει και σε τούτο το βιβλίο.

Περιπλάνηση και στις πόλεις της Ευρώπης. Η Τρουλλινού είναι μια φλανέρ, ταξιδεύει και παρατηρεί σημεία που συχνά ξεφεύγουν από το μάτι των τουριστικών οδηγών και τις φωτογραφικές μηχανές των μυριάδων ταξιδιωτών (δεν θα ξεχάσω από τα πολλά εκείνη την ωραία περιγραφή στο προηγούμενο βιβλίο της Με θέα στο Λεβάντε για το κατώφλι της Αγιά Σοφιάς όπου "τα δεκάδες εκατομμύρια πόδια που το πάτησαν ... το έτριψαν... το μετέτρεψαν από έργο Τέχνης σε έργο Ζωής, δηλαδή Τέχνης πάλι"). 

Κι εδώ μας δίνει πάλι τέτοιες εικόνες. Δίνει μια εξαιρετική τοιχογραφία των γειτονιών της Αθήνας και ιδιαίτερα των Εξαρχείων. Και από τις μυρωδάτες νεραντζιές της Διδότου, πετιέται στην Αντιβουνιώτισσα της Κέρκυρας με τις παλιές εικόνες του Κλώντζα και του Δαμασκηνού κι από κει στις "μεγάλες πολιτείες του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης". Και πάει στην ενιαία Γερμανία που "ναρκισσεύεται στα αμπέλια της και αγοράζει φτηνά ό,τι απόμεινε από την πάλαι ποτέ κραταιά βιομηχανία των Όστις" (ποιος ήταν ο μεσίτης αυτό δεν γράφεται στη Λογοτεχνία, συμπληρώνει με τον πάντα θαρραλέο λόγο της η συγγραφέας). Και γυρνά πίσω στο Δυτικό Βερολίνο, εκεί που άκουσε για πρώτη φορά μουσική με στίχους στα γίντις από μια μπάντα με Εσκεναζίμ νεαρούς που έπαιζαν ακορντεόν και τραγουδούσαν, κάτω από την ίδια τέντα "που ο Βέντερς γύρισε την ταινία O YES", την αγαπημένη της· στο Δυτικό Βερολίνο "μ’ εκείνο το εμμονικό προαίσθημα μιας εποχής που τελειώνει".

Ταξιδεύει στην αγαπημένη μου Κρακοβία (η πρώτη μου ταξιδιωτική εμπειρία το ‘75) και βλέπει "τον μουσικό με την τρομπέτα στην κορφή του καμπαναριού να μετρά τις ώρες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα". [2]  Κι ύστερα βλέπει καμιόνια και στοιβαγμένους γέροντες, σοφούς γιατρούς και τις κόρες του ράφτη της γωνίας, τις εύπορες κυρίες με τα καπελίνα τους και τις υπηρέτριες στριμωγμένες στο σίδερο της άκρης «μια ολόκληρη κοινωνία με όλα κείνα που την ενώνουν και τη χωρίζουν πάνω σε φορτηγά προς τον όλεθρο». Στην έξοδο από το Μπίρκεναου μια γυναίκα από το Ρέθυμνο έβγαλε σταφίδες και ρακί, χοές στη μνήμη όλων των χαμένων.

Είναι η νοσταλγία των ταξιδιών που τρώει τη Θάλεια; Είναι η αίσθηση του επείγοντος, οι αλλαγές που έρχονται και που μας ξεπερνούν, γράφει.

Ο συγγραφέας, λέει, είναι ληξίαρχος της μνήμης, είναι επεξεργαστής της μνήμης, είναι παραγωγός φρέσκιας μνήμης από παλιά υλικά, αντιγράφοντας, όπως σημειώνει, τον Δ.Κ.[3] Αυτό ακριβώς κάνει η Νίκη Τρουλλινού και το κάνει τόσο καλά, το κάνει όταν αναφέρεται στους τόπους και όταν αναφέρεται στα γεγονότα και στους ανθρώπους. Την χαρακτηρίζει η παρατήρηση της παραμικρής λεπτομέρειας, αυτό που φαίνεται κι αυτό που είναι από κάτω. Βρίσκει αφορμή από τα πράγματα που παρατηρεί, από ανθρώπους, καταστάσεις και γεγονότα για να κάνει τα, συχνά καυστικά αλλά πάντα εύστοχα, θαρραλέα σχόλιά της.

Και σ’ όλη αυτή την περιπλάνηση, σαν κεντρική ιδέα πλανιέται η ερώτηση που απευθύνει σ’ ένα από τα μηνύματά της η Θάλεια στον Τηλέμαχο:

«Πού πάει η Ευρώπη που ονειρευτήκαμε;»

Κι ύστερα, σκέψεις, λόγια βαλμένα σε μικρές ενότητες, σαν παρατηρήσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας που νιώθει την ανάγκη να καταθέσει, νομίζεις διακόπτοντας τη ροή της ιστορίας της και τα μηνύματα στον Τηλέμαχο· ή μήπως είναι μέρος της ιστορίας; Είναι οι σκόρπιες σημειώσεις της Θάλειας, μιας γυναίκας που μεγαλώνει, ωριμάζει, ασπρίζουν τα μαλλιά της, και οι μνήμες ανακατεύονται με τις σημειώσεις.

Κι ύστερα, η επιστροφή στις ρίζες. Γιατί αλήθεια; Νίκησαν η μοναξιά, η απογοήτευση κι ο φόβος; Η Ιστορία, γράφει, «μας είχε ξεχάσει στη βολή μας, μας ξαναθυμήθηκε με βία και πείσμα – τη φωνάξαμε κι εμείς, δεν αντέχουμε χωρίς την απαισιόδοξη εκδοχή της».

Η Νίκη Τρουλλινού παίζει με το στυλ γραφής, γράφει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μα δοκιμάζει και τριτοπρόσωπη κάποια στιγμή, γράφει για τα χρόνια της κρίσης που όλα ήρθαν τα πάνω κάτω και γράφει για όλους εμάς που κοιτάμε όλα να περνούν μπροστά από τις οθόνες μας, κι εμείς

αλαλία, ουσιαστικό με δύο λάμδα, λέξη που θέλει να ουρλιάξει

Επειδή στο τέλος με αναζητάς την αναγνώστρια (τον αναγνώστη), εδώ είμαι· κρατώ το βιβλίο σου· δεν μπορώ να ουρλιάξω· δεν ξέρω αν θέλω να ουρλιάξω· συλλογιέμαι· αναστοχάζομαι. Τι μέρα η σημερινή: 21 Αυγούστου του 1866 ξεκίνησε η επανάσταση για την απελευθέρωση της Κρήτης (1866-18969), 21 Αυγούστου 1916 ξεσηκώνονται οι μεταλλωρύχοι της Σερίφου, 21 Αυγούστου του 1968 η Πράγα. 

Τι καλοκαίρι κι αυτό...

Αύγουστος του 2020


[1] Πιο συγκεκριμένα, ήταν 8 Αυγούστου του 1956, 262 οι νεκροί, εργάτες ανθρακωρύχοι, μετανάστες από 15 χώρες (περισσότερα εδώ και εδώ). Ας θυμηθούμε και το τραγούδι του Καζαντζίδη σε στίχους Κώστα Βίρβου "Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές".

[2] Κι εγώ θυμούμαι στο ταξίδι του ’99 να περπατώ στο κάστρο της πόλης και ν’ ακούω μια μουσική π’ απλώνεται σ’ όλο το λόφο και αναζητώντας από πού έρχεται ανακάλυψα ένα όμορφο μικρό δισκάδικο σε μια τρύπα του λόφου κι αγόρασα τον δίσκο. Ήταν το Rondò Veneziano. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους δίσκους (κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1980) της ομώνυμης ιταλικής ορχήστρας δωματίου που ίδρυσε ο Gian Piero Reverberi το '79 (ο οποίος υπογράφει και τη μουσική της ορχήστρας) και εξειδικεύεται σε μουσική μπαρόκ. Ένα δείγμα από τον δίσκο εδώ με το πρώτο κομμάτι που επίσης ονομάζεται Rondo Veneziano.

[3] Στο Σώμα Νέων Ελληνικών Κειμένων που έχει συγκεντρωθεί στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα  βρήκα το κείμενο του Δημοσθένη  Κούρτοβικ με τίτλο «Η τυφλή μνήμη μας», όπου κι αυτός περιδιαβαίνει πόλεις, δημοσιευμένο στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων, 15-3-2003.