Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εβραίοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Παιδιά, μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Εικονογράφηση από το βιβλίο της Maria Popova
(Πηγή εδώ)

Η Helen Fagin είναι Εβραία της Πολωνίας, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, ομότιμη καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι. Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1918 στο Radomsko και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Jagiellonian της Κρακοβίας. Στα 21 της φυλακίστηκε στο γκέτο του Ραντόμσκο και στη συνέχεια της Βαρσοβίας, οι γονείς της οδηγήθηκαν στην Τρεμπλίνκα και δεν γύρισαν ποτέ, η ίδια μαζί με τις αδελφές της κατάφεραν να δραπετεύσουν και μετά από περιπλάνηση στην Ευρώπη βρέθηκαν στις ΗΠΑ to 1946. Το οικογενειακό της όνομα ήταν Neimark, το Fagin ήταν το επώνυμο του συζύγου της Sidney Fagin που γνώρισε στη Νέα Υόρκη to 1947. Συνέχισε τις σπουδές της, έγινε καθηγήτρια Πανεπιστημίου και αφιερώθηκε στον αγώνα να μην σβήσουν οι μνήμες από τη ναζιστική θηριωδία και το Ολοκαύτωμα.

Εικονογράφηση από το βιβλίο της Πόποβα
(Πηγή εδώ)

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, αναφέρομαι σε μια επιστολή που απηύθυνε σε παιδιά και νέους για το πώς το διάβασμα και οι ιστορίες έδωσαν ελπίδα στα παιδιά που ήταν φυλακισμένα στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ήδη, είχε διηγηθεί πώς στο γκέτο είχε δημιουργήσει ένα σχολείο όπου δίδασκε στα κορίτσια, χωρισμένα σε ομάδες 5-6 ατόμων, όσα θυμόταν από το σχολείο που εκείνη είχε μάθει πριν από τον πόλεμο και πώς, διαβάζοντας μια πολωνική μετάφραση από τα "Ανεμοδαρμένα ύψη", βοήθησε αυτήν και τις μαθήτριές της να ονειρευτούν έναν άλλο κόσμο έξω από τη φριχτή πραγματικότητα του γκέτο. Αυτό το ονόμασε "πολιτισμική αντίσταση" (cultural resistance).

Η Μαρία Πόποβα της ζήτησε να γράψει την ιστορία αυτή σε ένα γράμμα για τους νέους και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο της A Velocity of Being: Letters to a Young Reader. Θα κάνω μια απόπειρα να μεταφέρω στα ελληνικά απόσπασμα από το γράμμα της σπουδαίας αυτής γυναίκας:

Πώς τα βιβλία σώζουν ζωές: η Helen Fagin διαβάζει το γράμμα της για το βιβλίο της Πόποβα.
Το διάβασε σε εκδήλωση για το βιβλίο, στις 15 Δεκεμβρίου 2018, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ν. Υόρκης.
Δίπλα, το σκίτσο της Ingrid Gordon που συνοδεύει το γράμμα στο βιβλίο

Αγαπητέ φίλε, αγαπητή φίλη

Θα μπορούσες να φανταστείς έναν κόσμο χωρίς πρόσβαση στο διάβασμα, στη μάθηση, στα βιβλία;

Στα είκοσι ένα μου, σύρθηκα στο γκέτο της Πολωνίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπου αν σ' έπιαναν να διαβάζεις οτιδήποτε απαγορευόταν από τους Ναζί σήμαινε, στην καλύτερη περίπτωση σκληρή εργασία, στη χειρότερη θάνατο.

Εκεί, λειτούργησα ένα κρυφό σχολείο, δίνονταν την ευκαιρία στα Εβραιόπουλα να πάρουν τη βασική εκπαίδευση που τους αρνούνταν οι απαγωγείς τους. Σύντομα όμως αισθάνθηκα ότι διδάσκοντας σε αυτές τις ευαίσθητες νεανικές ψυχούλες Λατινικά και μαθηματικά τους έκλεβα από κάτι πιο θεμελιώδες - αυτό που είχαν ανάγκη δεν ήταν η στεγνή πληροφορία αλλά η ελπίδα, αυτό που μεταφέρεται μέσα από έναν κόσμο του ονείρου.

Μια μέρα, ένα κορίτσι, λες και μάντεψε τις σκέψεις μου, με θερμοπαρακάλεσε: "Θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μας πεις ένα βιβλίο;"

Είχα περάσει την προηγούμενη νύχτα διαβάζοντας τα "Ανεμοδαρμένα ύψη" - ένα από τα λίγα βιβλία που κυκλοφορούσαν λαθραία ανάμεσα σε ανθρώπους εμπιστοσύνης μέσω ενός υπόγειου καναλιού, με τον λόγο της τιμής τους ότι θα διαβάζουν μόνο νύχτα, στα κρυφά. Κανείς δεν επιτρεπόταν να κρατήσει ένα βιβλίο παραπάνω από μία νύχτα - έτσι, και αν είχαν προδοθεί, το βιβλίο θα είχε ήδη αλλάξει χέρια μέχρι να έρχονταν για έρευνα.

Η Έλεν αρχίζει να διαβάζει το βιβλίο, τα κορίτσια άκουγαν με πολλή ζωντάνια, μοιράζονταν τους ρόλους, πότε Σκάρλετ και πότε Μέλανι, ανάλογα με το ποια φαντάζονταν ομορφότερη. Ένα χλωμό κορίτσι με πράσινα μάτια την κοίταξε μ' ένα χαμόγελο μες στο δάκρυ:

Σ' ευχαριστούμε τόσο πολύ γι' αυτό το ταξίδι σ' έναν άλλο κόσμο. Θα μπορούσαμε σε παρακαλώ να το ξανακάνουμε σύντομα;

Όμως, η ζωή στο γκέτο συνεχίστηκε και τα περισσότερα κορίτσια έπεσαν θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Συνεχίζει η Έλεν:

Από τα 22 κορίτσια του κρυφού σχολειού, μόνο τα τέσσερα επέζησαν. Το χλωμό κορίτσι με τα πράσινα μάτια ήταν ένα από αυτά.

Πολλά χρόνια αργότερα. κατάφερα τελικά να την εντοπίσω και συναντηθήκαμε στη Νέα Υόρκη. Μια από τις μεγαλύτερες ανταμοιβές στη ζωή μου θα παραμείνει η ανάμνηση της συνάντησής μας, όταν με σύστησε στον σύζυγό της ως "την πηγή των ελπίδων μου και των ονείρων μου στην εποχή της ολικής στέρησης και αποκτήνωσης".

Υπάρχουν φορές που τα όνειρα μάς κρατούν περισσότερο από τα γεγονότα. Το να διαβάσεις ένα βιβλίο και ν' αφηγηθείς μια ιστορία σημαίνει ότι διατηρείς την ανθρωπότητά μας ζωντανή.

Με εκτίμηση

Helen Fagin


Ολόκληρο το αγγλικό κείμενο θα το βρείτε εδώ


Η Helen Fagin πριν από ένα χρόνο, όταν έκλεινε τα εκατό!
(Πηγή και περισσότερες πληροφορίες εδώ)
Στη σελίδα http://www.cell2soul.org/issues/article.php?issue_dir=v1/i3&article_num=a5 διαβάζουμε κάποιους στίχους της Helen Fagin που, όπως η ίδια έλεγε, έγραψε πριν από πολύ πολύ καιρό, τότε που οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές. Διαβάζουμε στα λόγια της την απόγνωση και το παράπονο, μαζί την ελπίδα και την υπόσχεση του νέου ανθρώπου ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη. Ας δοκιμάσω ν' αποδώσω κάποιους:

Ένα μικρό γκρίζο γατάκι -
πόσο πιο τυχερό από μένα είναι:
δραπετεύει μέσα από μια τρύπα
στον τοίχο του γκέτο.

Κι εγώ;
Πρέπει να περιμένω να πεθάνω.
(1958)




Δυο λόγια και για το βιβλίο, που κατά τη γνώμη μου θα αξίζει να διαβάσουμε ολόκληρο. Έχει τον τίτλο "A Velocity of Being: Letters to a Young Reader". Η Maria Popova (η μία από τις δύο επιμελήτριες, η άλλη είναι η Claudia Bedrick) ήδη δίνει πολλές πληροφορίες στο εξαιρετικό ιστολόγιό της https://www.brainpickings.org/2018/11/20/a-velocity-of-being-letters-to-a-young-reader/

Το βιβλίο περιέχει 121 επιστολές από γνωστούς ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών, της διανόησης γενικότερα που απευθυνόμενοι/ες σε αναγνώστες και αναγνώστριες νεαρής ηλικίας αναλύουν και υποστηρίζουν με τον ιδιαίτερο λόγο τους τη συμβολή των βιβλίων και της ανάγνωσης στη δημιουργία καλύτερων ανθρώπων. (Ήδη σε πιο πρόσφατη ανάρτησή της αναφέρεται επίσης στην επιστολή του γνωστού και στην Ελλάδα από τις πολλές μεταφράσεις βιβλίων του Alain de Botton.). Μακάρι το βιβλίο της Πόποβα να μεταφραστεί στα ελληνικά.

Αλήθεια, πώς μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Παιδιά, μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Όνειρο αγγελικό, του Αντόν Ρουμπινστάιν


Ο Αντόν Ρουμπινστάιν ήταν Ρώσος συνθέτης και πιανίστας, που γεννήθηκε το 1829 στη σημερινή Μολδαβία και πέθανε το 1894. Οι γονείς του ήταν Εβραίοι, ασπάστηκαν τον χριστιανισμό όταν ήταν μικρός (εποχή τσάρου Νικολάου Α', διωγμοί των Εβραίων), ο ίδιος αργότερα δήλωνε άθεος. Ο πατέρας του είχε εργοστάσιο μολυβιών στη Μόσχα και η μητέρα του ήταν σπουδαία μουσικός και η πρώτη του δασκάλα στο πιάνο. Ο Ρουμπινστάιν ήταν κι αυτός καθηγητής μουσικής, δάσκαλος μάλιστα του Τσαϊκόφσκι στη σύνθεση. Ήταν επίσης ο ιδρυτής του Ωδείου της Αγίας Πετρούπολης (ο αδελφός του δε Νικολάι ίδρυσε το Ωδείο Μόσχας).

Θεωρείται ένας από τους τρεις σπουδαίους πιανίστες του 19ου αιώνα, μαζί με τον Σοπέν από την Πολωνία και τον Λίστ από την Ουγγαρία, ο λιγότερο πάντως γνωστός, αν και η καριέρα του άρχισε πολύ νωρίς· ήδη στα δέκα του χρόνια είχε την πρώτη δημόσια εμφάνιση ως πιανίστας, ενώ στα 14 κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο, μια μελέτη για πιάνο πάνω στο ποιητικό θέμα του Undine (δημοφιλές γερμανικό παραμύθι γραμμένο από τον Friedrich de la Motte Fouqué, στο οποίο έχουν βασιστεί μουσικά, κινηματογραφικά, εικαστικά και άλλα έργα).

Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια με τα οποία περιγράφει τον εαυτό του στο βιβλίο του με σκέψεις και αφορισμούς που κυκλοφόρησε στη Λειψία το 1897 με τον γερμανικό τίτλο Gedanken-Korb και το 1901 στα γαλλικά ως Pensées et Aphorismes d'Antoine Rubinstein (το αντιγράφω από τη Βικιπαίδεια):

Οι Ρώσοι με λένε Γερμανό, οι Γερμανοί με αποκαλούν Ρώσο, οι Εβραίοι Χριστιανό και οι Χριστιανοί, Εβραίο. Οι πιανίστες με θεωρούν συνθέτη και οι συνθέτες, πιανίστα. Οι κλασικιστές με αποκαλούν φουτουριστή και οι φουτουριστές με θεωρούν αντιδραστικό. Το συμπέρασμά μου είναι ότι δεν είμαι ούτε ψάρι ούτε πουλί, ... ένα θλιβερό άτομο.




Από τα έργα του (για τα οποία υπάρχουν πολλές πληροφορίες και στο Διαδίκτυο) γνωρίζω και ξεχωρίζω το Rêve Angélique ("Όνειρο αγγελικό") από το έργο του Kamennoi-Ostrow Opus 10 No. 22. Στο πρώτο βίντεο ακούμε μια εκτέλεση του κομματιού από τη Philharmonia Slavonica, ενώ στο δεύτερο ακούγεται μόνο πιάνο και παίζει ο Φινλανδός δεξιοτέχνης Jouni Somero.

Υπάρχει μάλιστα και μια ερμηνεία για το λόγο που ο Ρουμπινστάιν έγραψε το συγκεκριμένο έργο. Kamennoi-Ostrow είναι το νησί Kamennoi, ένα από τα πάμπολλα νησιά πάνω στον ποταμό Νέβα που αποτελούν την Αγία Πετρούπολη. Βρήκα αναφορές του 19ου αιώνα για το νησί στο βιβλίο "The land of Thor." του αμερικανού ιρλανδικής καταγωγής περιηγητή και συγγραφέα John Ross Browne (1867). Εκεί περιγράφεται ως όμορφο χωριό θερινών κατοικιών με ποικίλες δυνατότητες διασκέδασης για κάθε αργόσχολο, όπως χορό, μουσική, τσάι, καφέ, ζαχαροπλαστεία, τυχερά παιγνίδια κτλ. 

Νέοι χωρικοί από τα νησιά του Νέβα στην περιοχή της Αγίας Πετρούπολης,
όπως τους είδε και τους ζωγράφισε ο Browne

Επιστρέφοντας όμως στον Ρουμπινστάιν, στο περιοδικό Etude Magazine, τεύχος Απριλίου του 1912, δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο Why Rubinstein Wrote "Kamennoi Ostrow" (Γιατί ο Ρουμπινστάιν έγραψε το "Kamennoi Ostrow"), στο οποίο μεταφέρεται μια ποιητική εικόνα του νησιού όπου τα κουδουνίσματα από τις καμπάνες ηχούν μελωδικά στ' αυτιά του επισκέπτη και τον κάνουν να πιστεύει πως "η Αρκαδία είναι στη Ρωσία και όχι στην Ελλάδα". Έτσι και ο Ρουμπινστάιν, όταν βρέθηκε στο νησί, μαγεύτηκε από τις μελωδίες αυτές και γυρνώντας στο σαλέ της Μεγάλης Δούκισσας Ελένας, της οποίας ήταν φιλοξενούμενος, έγραψε την περίφημη αυτή σύνθεση.

Όμως, γιατί θυμήθηκα σήμερα τον Αντόν Ρουμπινστάιν. Πρέπει να πω ότι τον γνώρισα από αναφορά σε βιβλίο της Χανιώτισσας συγγραφέα Κλεοπάτρας Πρίφτη (είχα ξαναγράψει εδώ). Συγκεκριμένα, στο βιβλίο της Από τα σημειωματάρια μου : εννιά ιστορίες (Σύγχρονη Εποχή, 1978), σε μια από τις ιστορίες αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια στα Χανιά και στις μουσικές σπουδές της στο Ωδείο Χανίων. Το μόνο μουσικό κομμάτι που θυμάται από το Ωδείο Χανίων τόσο έντονα, γράφει, είναι το "Αγγελικό όνειρο" του Αντόν Ρουμπινστάιν. Ήταν το κομμάτι που είχε παίξει η φίλη της η Τζένη, η Εβραιοπούλα, ντυμένη κάτασπρα. Και...


Ήταν οι τελευταίες εξετάσεις στο Ωδείο... Κι ήρθε ο χαλασμός. Φάνηκε το Άγριο πρόσωπο του ανθρώπου... τα παραθύρια σκοτείνιασαν, οι καρδιές σφίχτηκαν, τα χαμόγελα χάθηκαν...

Κανείς δε σώθηκε, ούτε η Τζένη και η αδελφή της η Τζούλια, ούτε ο γέρος Όσμου, ούτε η Εσθήρ, ούτε η Ζιζέλα...
Ήταν καλοκαίρι του 1944, τους μάζεψαν στην Αγιά και από κει στο πλοίο Ταναϊς· στ' ανοιχτά της Μήλου, το βύθισαν το πλοίο. Κανείς δε σώθηκε.


Τους πνίξανε στη μέση του πελάγους!

Και γράφει ακόμη:


Ένας άγγελος κάθεται στην ακροθαλασσιά κι ακούει το κύμα που σπα, απαλά-απαλά. Τραγουδά τη χαρά του κόσμου τούτου και κλαίει... Κλαίει γιατί έχει φτερά, γιατί είναι Άγγελος και ποτέ δε θα χαρεί τις χαρές του ανθρώπου.


Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπατούτες, κράτησα την αναπνοή μαγεμένη, κι ένιωσα όλο τον πόνο του Άγγελου και λυπήθηκα τον Άγγελο που θα μείνει στερημένος αιώνια απ' τις χαρές του κόσμου τούτου... θυμήθηκα τα νεκρά παιδιά που όμοια με τον Άγγελο θα κλαίνε αιώνια όσα στερήθηκαν!


27 Ιανουαρίου σήμερα, παγκόσμια ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, γι' αυτούς που πνίξανε στη μέση του πελάγους, γι' αυτούς που κουβαλούνε μνήμες κι έναν αριθμό στο χέρι, γι' αυτούς που τους έκλεψαν την εφηβεία, γι' αυτούς που γνώρισαν την τραυματισμένη πραγματικότητα της φρίκης του ναζισμού, για όλους εμάς που αντιστεκόμαστε στη δολοφονία της μνήμης...

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Μπερλίν, της Άντζη Σαλταμπάση: αναζητώντας τις μνήμες μιας πόλης


Περιεργαζόμενη το βιβλίο πριν ξεκινήσω την ανάγνωση, διάβασα για το εξώφυλλο: "Μνημείο της Nelly Sachs στο Βερολίνο". Πάλι η Νέλλυ Ζακς μπροστά μου, τον τελευταίο καιρό βρέθηκε πολλές φορές στα διαβάσματά μου. Γερμανίδα ποιήτρια, γεννημένη στο Βερολίνο από Εβραίους γονείς, πρόλαβε να φύγει το 1940 στη Σουηδία· πιστή φίλη του ποιητή Πάουλ Τσέλαν, πληγωμένες υπάρξεις και οι δύο, χτυπημένες από την "τραυματισμένη πραγματικότητα" της φρίκης του ναζισμού. Έτσι περιγράφει τη συνάντηση των δύο ποιητών ο Κώστας Νασίκας στο εξαιρετικό βιβλίο του "Εξορίες γλώσσας". Ποιήματά της βρήκα πως υπάρχουν στο βιβλίο "Τέσσερις νομπελίστες ποιητές: Nelly Sachs, Jaroslav Seifert, Günter Grass, Elfriede Jelinek", Λεξίτυπον 2007 (σε μετάφραση και ανθολόγηση από Σωτήρη Γυφτάκη). Δεν το έχω ξεφυλλίσει, βρήκα όμως ποιήματά της στην ανθολογία της Μαρίας Λαϊνά "Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα: Επιλογή από ελληνικές μεταφράσεις" (Ελληνικά γράμματα, 2007, με μια παρατήρηση ότι δίνονται τα ονόματα των μεταφραστών, όχι όμως και η πηγή δημοσίευσης των μεταφράσεων). Το μνημείο που φωτογράφισε η Σαλταμπάση για το εξώφυλλο του βιβλίου της είναι το μνημείο του Ολοκαυτώματος και βρίσκεται στο πάρκο Koppenplatz του Βερολίνου, πολύ κοντά στην πλατεία Rosenthaler.

Αλλά νομίζω ξεστράτισα, αφορμή το βιβλίο της Άντζη Σαλταμπάση Μπερλίν (Πόλις, 2017). Τη Σαλταμπάση την έχω συναντήσει ως μεταφράστρια πριν από λίγα χρόνια, αρχικά στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο "Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933" του Χάινριχ Βίνκλερ. Τώρα, μας συστήνεται και ως συγγραφέας η ίδια, με μια πρωτοπρόσωπη αφηγηματική περιήγηση στην πόλη του Βερολίνου, στους χώρους και στην ιστορία του, με έμφαση στον όλεθρο του Ολοκαυτώματος και στις μικροϊστορίες των Εβραίων που κάποτε έζησαν σ' αυτή την πόλη.

Η συγγραφέας, ως δημοσιογράφος, αναζητεί και παρακολουθεί τις τύχες απλών ανθρώπων που ζούσαν στο Βερολίνο από τη δεκαετία του '30 ή και παλιότερα και που είτε χάθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης ή κάποιοι πρόλαβαν να ξεφύγουν και βρέθηκαν στην Αμερική, στο Ισραήλ ή αλλού.

"Νεκρές και σχεδόν νεκρές" γυναίκες στο Ράβενσμπρουκ
Θέμα της η μνήμη· αυτή που καταγράφεται και στο σπαρακτικά αποκαλυπτικό, μνημειώδες εννιάωρο ντοκιμαντέρ του Κώντ Λανζμάν Σοά, που σκηνές του θυμάται καθώς το πούλμαν τους πηγαίνει για επίσκεψη στο γυναικείο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ. Και τι ειρωνεία, εκεί δίπλα στο στρατόπεδο σχεδίαζαν να χτίσουν ένα πολυκατάστημα· ειρωνεία ή μάλλον κυνισμός θα έλεγα καλύτερα. Ευτυχώς για τον σεβασμό στη μνήμη, τη συλλογική και την ατομική, για την κοινωνική μνήμη, το σούπερ μάρκετ δεν έγινε, μάλλον δεν λειτούργησε ποτέ σ' εκείνη τη θέση, όπως μας πληροφορεί και φυλλάδιο της πόλης (η συγγραφέας, πάντως, μας πληροφορεί πως έγινε τελικά στην άλλη άκρη της πόλης, δίπλα στο νεκροταφείο, εκεί που, όπως είπε ένας φύλακας του νεκροταφείου, έκαιγαν τα πτώματα πριν το στρατόπεδο αποκτήσει τους δικούς του φούρνους!). 

Ψάχνει τι απέγιναν οι Εβραίοι της πόλης, αλλά και ποια ήταν η στάση των υπόλοιπων κατοίκων της, των Γερμανών, των φίλων, των γειτόνων· άλλοι δεν μιλάνε, άλλοι δεν γνωρίζουν, άλλοι δεν έμαθαν ποτέ και άλλοι ξέχασαν. Επισκέπτεται σπίτια που κάποτε έζησαν εβραϊκές οικογένειες μαζί με τη φίλη της την Γκαμπριέλε· η φίλη της ανήκει σε μια πρωτοβουλία Γερμανών που προσπαθούν να ζωντανέψουν, να καλλιεργήσουν και να διατηρήσουν τη συλλογική μνήμη, τοποθετώντας τις Stolpersteine (στόλπερστάινε) μπροστά από τέτοια σπίτια. Λίθους μνήμης τα λέει ή πέτρες που σκοντάφτεις πάνω τους, κι έτσι αναγκάζεσαι να μάθεις για την ιστορία του συγκεκριμένου σπιτιού, την ιστορία κάποιων ανθρώπων που έζησαν εκεί και, βέβαια, για το Ολοκαύτωμα, τη Σοά, τον μαζικό αφανισμό εκατομμυρίων ανθρώπων που σχεδίασαν και πραγματοποίησαν οι ναζί στα μέσα του 20ου αιώνα.

Λίθοι μνήμης έχουν τοποθετηθεί σε διάφορα σημεία της Θεσσαλονίκης, μια πόλη 
απ' όπου πολλές χιλιάδες Εβραίων κατοίκων της εξοντώθηκαν από τους Ναζί
Ψάχνει και συζητά με ιδιαίτερη ευαισθησία για τους Εβραίους, για τους Εβραίους της Γερμανίας τη νοιάζει περισσότερο σε τούτο το βιβλίο, μα και για τους Εβραίους της Ελλάδας έχει την πίκρα της. Κι όταν τη ρωτούν πώς γίνεται να είναι ο άντρας της Έλληνας Εβραίος, και τη ρωτούν αν είναι "κανονικός ή αφομοιωμένος" κι αν υπάρχουν Εβραίοι στην Ελλάδα, γράφει:

Ε ναι, ναι, υπήρχαν κάποτε, μετά έμειναν ελάχιστοι, έτσι ήθελα να απαντήσω, αλλά δεν το έκανα και πώς μπορούσα άλλωστε, ποιος μπορεί να μιλήσει τόσο σκληρά και να πει ότι φυσικά και υπήρχαν πολλοί Εβραίοι στην Ελλάδα, αλλά οι περισσότεροι έγιναν στάχτη. Όσο δε για το αφομοιωμένος, φυσικά είχαν δίκιο, αφομοιωμένοι είναι οι Εβραίοι στην Ελλάδα, κρυμμένοι για να μην ερεθίζουν τα αντισημιτικά αισθήματα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

Την κατατρώει η Γερμανία και οι σύγχρονοι Γερμανοί· πώς προσλαμβάνουν εκείνο το τραύμα, είναι αλήθεια τραύμα γι' αυτούς το Ολοκαύτωμα; Μερικοί ρίχνουν την ευθύνη στους ίδιους τους Εβραίους. "Θα ήθελα να μπορώ κι εγώ να κάνω αυτό το σχόλιο", της είπε Γερμανός φίλος, πολιτικοποιημένος σοσιαλδημοκράτης και ειρηνιστής, όταν εκείνη του είπε χαριτωμένα για έναν Εβραίο φίλο της που άνοιξε μαγαζί και ότι νιώθει χαρούμενος γιατί ξύπνησε μέσα του ο Εβραίος έμπορος. Αυτός νομίζει πως οι Εβραίοι δεν τους επιτρέπουν να μιλούν ελεύθερα. Δεν ήταν πάντα καλές οι συμπεριφορές απέναντι στους Εβραίους, της είπαν κάποιοι απόγονοι εβραϊκών οικογενειών του Βερολίνου· ας ήταν Εβραίοι Γερμανοί, πάλι σαν εβραιόπουλα ξεχώριζαν τα παιδιά στο σχολείο και ήταν ανεπιθύμητα.

Πολλές οι ιστορίες για παιδιά που εξοντώθηκαν και άλλες τόσες σημερινές προσπάθειες μαθητών σε γερμανικά σχολεία να ανακαλύψουν την ιστορία του σχολείου τους εκείνη τη ζοφερή εποχή και να ξεθάψουν μνήμες παιδιών που φοιτούσαν τότε. Συγκινητική η ιστορία των έντεκα Εβραιόπουλων από το γυμνάσιο Χέρμαν Έλερ στο Στέγκλιτς.

 Άλλοι νιώθουν οι ίδιοι ενοχές, άλλοι αρνούνται ότι γνώριζαν ή ότι γειτόνεψαν με Εβραίους.

Τα αισθήματα μιας ξένης στη Γερμανία είναι ανάκατα, αγαπά την πόλη, αναγνωρίζει τα χαρίσματα των ανθρώπων της, αλλά άλλο τόσο τους δίνει, με παρρησία θα έλεγα, χαρακτηρισμούς κάθε άλλο παρά κολακευτικούς πάντα. Κι εμείς, επηρεασμένοι μάλιστα από τις τρέχουσες καταστάσεις της κρίσης και από τις συμπεριφορές κάποιων επώνυμων ανθρώπων αλλά και μέσων ενημέρωσης από τη χώρα αυτή, κάποιες φορές νιώθουμε και δικαιωμένοι για τυχόν αντιδράσεις μας. Βέβαια, δεν είμαι από αυτούς που θα συμφωνούσαν για τη συνολική καταδίκη του γερμανικού λαού, του οποίου εκτιμώ και αναγνωρίζω αρετές και ικανότητες, όμως δεν μπορώ και να μην παραδεχτώ πως κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που έδωσε νιώθω να ταιριάζουν στα γενικά χαρακτηριστικά τους (όπως τα αντιλαμβάνομαι, φυσικά).

Όταν μάλιστα χρησιμοποιεί το παράδειγμα της συμπεριφοράς αστυνομικών απέναντι σε κατοίκους που δείχνουν "ξένοι", ακόμη κι αν έχουν γερμανική υπηκοότητα, μ' εκείνο το ανατριχιαστικό ερώτημα "Geboren?" και με την κατάταξη στην κατηγορία "Migrationshintergrund", όχι όμως αν έχουν γεννηθεί π.χ. στην Ολλανδία (όπου θεωρούνται και πάλι "άριοι", συμπεραίνει η συγγραφέας), τότε σκέφτομαι τα δικά μας, και τους μπαρμπάδες μου που είχαν μεταναστεύσει αρχές δεκαετίας του '60 στη Γερμανία και όλους αυτούς τους ταλαίπωρους ανθρώπους που φτάνουν στη χώρα μας αναζητώντας μια καλύτερη ζωή... Αλλά, όπως τόσο καλά το είχε πει η Ανέτ Βιβιορκά που την αναφέρει η συγγραφέας, "το Άουσβιτς είναι μια μετωνυμία για όλα" (είχα κάνει αναφορά εδώ).

Το βιβλίο τελειώνει με μια εκδρομή στο Νησί των Παγωνιών, τον μικρό παράδεισο που θυμίζει τις παραστάσεις έργων του Ρακίνα, αλλά και την τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων του '36, τότε που το ζεύγος Γκέμπελς υποδεχόταν τον κόσμο, την ίδια ώρα που "κρατούμενοι ξεχέρσωναν το δάσος Ζάξενχάουζεν για το μελλοντικό στρατόπεδο, και εξακόσιοι Σίντι και Ρομά κλείνονταν σε ένα Τσιγκόινερ Λαγκερ στα ανατολικά της πόλης" και με μια αναφορά στην Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν, όπου "ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ...". (Και τι σύμπτωση: για τους Ολυμπιακούς του '36 είχα σχόλιο από τον Χάρη Κουρή σε πρόσφατη ανάρτηση σχετικά με τη γλώσσα και την ορολογία στη λογοτεχνία).

Η συνέχεια στο βιβλίο, η μνήμη και οι μνήμες, οι ατομικές και οι συλλογικές, η κοινωνική μνήμη, αυτό είναι το θέμα του, μακάρι να μην ήταν (είναι) και το ζητούμενο της εποχής μας.. 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Όνειρο αγγελικό για τα παιδάκια που πνίξαμε στη μέση του πελάγους!

Ένας άγγελος κάθεται στην ακροθαλασσιά κι ακούει το κύμα που σπά, απαλά-απαλά. Τραγουδά τη χαρά του κόσμου τούτου και κλαίει... Κλαίει γιατί έχει φτερά, γιατί είναι Άγγελος και ποτέ δε θα χαρεί τις χαρές του ανθρώπου.




Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπατούτες, κράτησα την αναπνοή μαγεμένη, κι ένιωσα όλο τον πόνο του Άγγελου και λυπήθηκα τον Άγγελο που θα μείνει στερημένος αιώνια απ' τις χαρές  του κόσμου τούτου... θυμήθηκα τα νεκρά παιδιά που όμοια με τον Άγγελο θα κλαίνε αιώνια όσα στερήθηκαν!

Ντρέπουμαι πούτρωγα ψωμί κι αυτοί δεν είχαν.
Ντρέπουμαι που πλάγιαζα σε στρώμα κι αυτοί στις πέτρες.
Ντρέπουμαι πούμουνα ντυμένη κι αυτοί γυμνοί.
Ντρέπουμαι πούμουνα στη σκιά κι αυτοί στον ήλιο.
Ντρέπουμαι πούμαι άνθρωπος

Ντρέπουμαι!
Δεν είναι δικά μου τα παραπάνω λόγια. Και δεν είναι σημερινά. Μα είναι τόσο σημερινά! 
Είναι γραμμένα από την Κλεοπάτρα Πρίφτη σε μια από τις εννιά ιστορίες από τα σημειωματάριά της και αναφέρεται στο μόνο μουσικό κομμάτι που θυμάται από το Ωδείο Χανίων τόσο έντονα, το "Αγγελικό όνειρο" του Αντόν Ρουμπινστάιν. Ήταν το κομμάτι που είχε παίξει η φίλη της η Τζένη, η Εβραιοπούλα, ντυμένη κάτασπρα. 

Ήταν οι τελευταίες εξετάσεις στο Ωδείο... Κι ήρθε ο χαλασμός. Φάνηκε το Άγριο πρόσωπο του ανθρώπου... τα παραθύρια σκοτείνιασαν, οι καρδιές σφίχτηκαν, τα χαμόγελα χάθηκαν...

Κανείς δε σώθηκε, ούτε η Τζένη και η αδελφή της η Τζούλια, ούτε ο γέρος Όσμου, ούτε η Εσθήρ, ούτε η Ζιζέλα...
Ήταν καλοκαίρι 1944, τους μάζεψαν στην Αγιά και από κεί στο πλοίο Ταναϊς για να τους πάνε στη Γερμανία (μήπως μας θυμίζει κάτι αυτό; τότε ήταν οι ναζί, τώρα;) Στ' ανοιχτά της Μήλου, το βύθισαν το πλοίο. Κανείς δε σώθηκε από τους Εβραίους.

Τους πνίξανε στη μέση του πελάγους!

Ούτε τα μικρά αδελφάκια Αϊλάν και Γκαλίπ απ' το Κομπάνι, ούτε τ' άλλα τρία παιδάκια ... κανένα παιδί δε σώθηκε!

Τα πνίξαμε στη μέση του πελάγους!

Ντρέπουμαι!
Αν πω λυπάμαι, θα υποκρίνομαι.
Ντρέπουμαι!
Ντρέπουμαι!

-------------------------
[Η Κλεοπάτρα Πρίφτη πέθανε πρόσφατα κι ετοίμαζα να γράψω δυο λόγια, της το χρωστάω]

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

"Κλεμμένη εφηβεία" του Στανισλάς Τόμκιεβιτς: Μια σιωπή 50 χρόνων ύστερα από το απόλυτο κακό στο σύγχρονο πολιτισμό μας

"Η κλεμμένη εφηβεία", University Studio Press, 2012
 (μετάφραση από τον Γρηγόρη Αμπατζόγλου και επιμέλεια από τον ίδιο και τον Δημήτρη Πλουμπίδη)

Ήταν συγκλονιστική η ανάγνωση του βιβλίου του Πολωνοεβραίου ψυχίατρου Stanislas Tomkiewicz, που στα εφηβικά του χρόνια έζησε στο γκέτο της Βαρσοβίας, δραπέτευσε από το τρένο που τους πήγαινε στην εξόντωση, κλείστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Bergen-Belsen και, τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες, φυματικός,  βρέθηκε το 1945 στη Γαλλία, όπου σπούδασε κι έζησε μέχρι το θάνατό του το 2003. 

Για πενήντα χρόνια σιώπησε, έγινε ένας διεθνώς αναγνωρισμένος ψυχίατρος, ενσωματώθηκε στη γαλλική κοινωνία, έγινε ακτιβιστής (μέλος του ΚΚΓ στην αρχή), χωρίς να έχει πει κουβέντα για τα χρόνια που έζησε στην Πολωνία μέχρι το 1945. Το βιβλίο είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση, μια εξομολόγηση, ένα βιβλίο για τη μνήμη και την απώθηση.

Γιατί σιωπούσε όμως τόσα χρόνια;

Ένιωθα, γράφει, ντροπή που δεν υπέφερα αρκετά, ζύγιζα 39 κιλά, ενώ ο άλλος (ο καλός του φίλος Mathias) ζύγιζε μόνο 26! Σιώπησε, λέει, όχι τόσο για τα φριχτά πράγματα που έζησε στα στρατόπεδα, αλλά «κυρίως λόγω του μαζικού χαρακτήρα που είναι κάτι που δεν έχει προϋπάρξει, των δολοφονιών που πραγματοποιήθηκαν στην Πολωνία, 90% του εβραϊκού πληθυσμού (3 εκ. άνθρωποι, χωρίς να μετράμε τα 2 εκ. των Πολωνών που δεν ήταν Εβραίοι)».

Άλλοι τα 'χαν πει ήδη και καλύτερα, λέει ο Τόμκιεβιτς, ο Πρίμο Λέβι, ο Χόρχε Σεμπρούν και τόσοι άλλοι, αλλά και η αδερφή του η ίδια. Στο δίλημμα του Σεμπρούν «Η τροφή ή η ζωή», προτίμησε το δεύτερο, επέλεξε να σιωπήσει, να στραφεί στο μέλλον, να θεραπευτεί για να θεραπεύσει. Η σιωπή αγκάλιασε και όλη την παιδική του ηλικία.

«Άγγιζε ακόμα και το ταγκό το οποίο λάτρευα όταν ήμουν παιδί και το οποίο θεωρούσα ότι πέθανε με τον πόλεμο

Ένιωθε σαν να είχε λησμονήσει ακόμη και τον Janusz Korczak, τον σπουδαίο παιδαγωγό και γιατρό (που ήθελε να του μοιάσει μάλιστα) και που τον είχε συνδέσει με τα αγαπημένα του παιδικά βιβλία Roi Mathias 1er  και Le petite Revue (ήταν περιοδικό από παιδιά για παιδιά που εκδιδόταν στην Πολωνία μέχρι το 1939 που οι Ναζί το σταμάτησαν). Ο Γιάνους Κόρτσακ διηύθυνε ένα ορφανοτροφείο φτωχών παιδιών στη Βαρσοβία και στο γκέτο στη συνέχεια και ο Τόμκιεβιτς θυμάται που οι πλούσιοι Εβραίοι του γκέτο συγκέντρωναν βοήθεια για το ίδρυμα. Οδηγήθηκε στο στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα μαζί με τα 200 παιδιά του ορφανοτροφείου και πέθανε τον Αύγουστο του 1942. Γράφει γι' αυτόν σε πολλά σημεία της εξομολόγησής του, άλλωστε για πολλά χρόνια ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Korczak. Ο Κόρτσακ ήταν ο πρόδρομος του κινήματος για τα δικαιώματα του παιδιού, ήταν αυτός που από τις αρχές του αιώνα είχε μιλήσει για το σεβασμό στο παιδί. Μιλώντας για τον Κόρτσακ, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη βία των παιδιών των προαστίων, η οποία "δεν οφείλεται σε χαλαρότητα των γονιών, αλλά στην καταστροφή της οικογένειας και των κοινωνικών δεσμών από μια κοινωνία όπου το κέρδος είναι σήμερα η μόνη της αξία". 

Γράφει για την πλατεία μετεπιβίβασης, τον προθάλαμο του θανάτου, την Umschlangplatz. Τελευταία φορά βρέθηκε εκεί στις 2 Μαϊου 1943, μαζί με τους γονείς του, το γαμπρό του, τον αδελφό του και τη νύφη του. Εκείνος πήδηξε από το τρένο, οι γονείς του θανατώθηκαν μερικούς μήνες αργότερα, "γαζώθηκαν μ' ένα μυδράλιο". 

Χρειάστηκαν 30 χρόνια για να μιλήσει ο Τόμκιεβιτς πρώτη φορά σ’ ένα μαγνητόφωνο γι' αυτό που τον βασάνιζε πάντα, που ήταν ο πιο μεγάλος τραυματισμός του, για την εγκατάλειψη των γονιών του μέσα στο τρένο, τότε που αποφάσισε να πηδήξει και να γλυτώσει από τη βέβαιη εξόντωση. Και πέρασαν ακόμη 18 για να ξαναμιλήσει. Κι από τότε δεν σταμάτησε να μιλά. Έκανε και βίντεο, όπως με τον Σπήλμπεργκ και με την Ανέτ Βιβιόρκα στο Yale (στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος με τον τίτλο Fortunoff Video Archive for Holocaust Testimonies).

Γράφει για τις επιστημονικές και επαγγελματικές του αναζητήσεις μέχρι που επέλεξε την ψυχοθεραπεία, "τη σχέση και τον αγώνα για την ευζωία των ατόμων που είναι επίκαιρα και παρόντα". Κρατώ κάποια σημεία από τις θέσεις που διατυπώνει, αλλά και από το συνοδευτικό κείμενο των επιμελητών, και χωρίς να είμαι ειδική ώστε να μπορώ να αξιολογήσω σε βάθος, κρίνω όμως πως σίγουρα οι αναζητήσεις και οι επιλογές του είχαν επηρεαστεί από την εμπειρία των νεανικών του χρόνων, από την εφηβεία που του είχε κλέψει η ναζιστική θηριωδία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα παιδιά και τους νέους κι ένιωθε ένα αίσθημα ευτυχίας όταν έβλεπε ν' ανθίζουν στη θέση του νέοι που η ζωή τούς είχε κλέψει την παιδική ηλικία. Ασχολήθηκε με τον εξανθρωπισμό της ψυχιατρικής νόσου, ενώ το 1968 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μάχιμης ψυχιατρικής.

Αναφέρεται στην έννοια της ανθεκτικότητας (resilience - προσαρμοστικότητα;), την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να αντιστέκεται στα γυρίσματα της ζωής, ακόμη και στα πιο βαριά. Και αναφέρεται επίσης στην ενοχή, και στο μίσος, στη μάχη ενάντια στο μίσος. Και για τα παιδιά των επιζώντων, τι μπορεί να γίνει; Να μαθαίνουν ή να σιωπούν; Να σιωπούν για να προστατεύονται; Με μια "αληθινή δολοφονία της μνήμης;" Και η δική του σιωπή τι ήταν; Μήπως μπόρεσε "να συμφιλιώσει μνήμη και προστασία;"

Ερωτήματα που σίγουρα υπάρχουν. Και που μ' αυτά ασχολούνται οι ... πιο ειδικοί.






"...η ίδια η μεταπολεμική πορεία των επιζώντων αποτελεί μια διαρκή αναμέτρηση ζωής και θανάτου, απώλειας και ανάκτησης, παρελθόντων (νοσταλγικών, ηρωικών, τραυματικών) και μέλλοντος..."

Αυτά γράφει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Αντωνίου, παρουσιάζοντας το βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε "Αυτοί που επέζησαν: Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940" (Πόλις, 2014) στην Εφημερίδα των Συντακτών του περασμένου Σαββάτου.


Και βέβαια, το βιβλίο πρέπει να έχει πολύ ενδιαφέρον. Να σημειώσω μάλιστα ότι ο Τόμκιεβιτς αναφέρεται στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που γνώρισε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν (σε αυτό αναφέρεται και η Μπενβενίστε) κι ανάμεσά τους τη Nora Saporta, με την οποία κράτησε φιλία για όλη τη ζωή. (Πρόκειται για τη Νόρα Νεχαμά, σύζυγο του σημαντικού αρχιτέκτονα Ισαάκ Σαπόρτα. Βλέπε ενδεικτικές αναφορές στα άρθρα του Ριζοσπάστη και της Καθημερινής, καθώς και στην ιδιαίτερης αξίας εργασία του καθηγητή Γ. Σαρηγιάννη για την Αριστερή Ιδεολογία στην Πολεοδομία στην Ελλάδα, από το 1960 ως το 1990.)
  
Έγραψα παραπάνω για τα ερωτήματα. Υπάρχουν ερωτήματα όπως φαίνεται, κάποιοι μιλούν ακόμη για άρνηση του Ολοκαυτώματος, εξάλλου και ο ορισμός της 27ης Ιανουαρίου ως ημέρας μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος ήρθε πολύ αργά, 60 χρόνια από το 1945! Και είναι η 27η Ιανουαρίου η μέρα απελευθέρωσης του Άουσβιτς, του Άουσβιτς που "είναι μια μετωνυμία για όλα", όπως είπε σε συνέντευξή της η Ανέτ Βιβιορκά και δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής, 1 Φεβρουαρίου 2015. Το Άουσβιτς είναι το σύμβολο του Απόλυτου Κακού, είπε. (Μικρή προσωπική καταγραφή είχα κάνει εδώ)

Η Βιβιόρκα είναι στορικός και ομότιμη διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας. Ίσως την ξέρουμε ακόμη περισσότερο από το βιβλίο της "Το Άουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου" (Πόλις, 2013). 






Απόψε όμως ήταν στην Αθήνα και πήρε μέρος σε μια συζήτηση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε συνεργασία με το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος, Η συζήτηση είχε τον τίτλο «Ολοκαύτωμα και μνήμη» και συμμετείχαν επίσης ο Μαρκ Βάιτσμαν, διευθυντής Εταιρικής Επικοινωνίας του Κέντρο Simon Wiesenthal Center και πρόεδρος της Επιτροπής για την Άρνηση του Ολοκαυτώματος και τον Αντισημιτισμό της Διεθνούς Συμμαχίας για την Ανάμνηση του Ολοκαυτώματος και η Οντέτ Βαρών-Βασάρ, ιστορικός, καθηγήτρια στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, ενώ συντόνιζε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος του Eφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. (παρακολούθησα ζωντανή αναμετάδοση της συζήτησης, κρίμα όμως που δεν υπάρχει δυνατότητα ετεροχρονισμένης παρακολούθησης για όσους δεν μπόρεσαν). Η συζήτηση είχε ενδιαφέρον, φάνηκε κάποια στιγμή πως υπάρχουν και κάποια ζητήματα/ερωτήματα, ίσως άλυτα ακόμη ή διαφορετικών κατευθύνσεων, όμως θα κρατήσω την τελευταία φράση του Στ. Ζουμπουλάκη, ο οποίος, δεινός πολέμιος του φασισμού και του αντισημιτισμού, είπε για κλείσιμο της συζήτησης:

"Να μην αφήσουμε τους αντισημίτες σε χλωρό κλαρί".

Προφανώς και είχε πολλούς αποδέκτες η φράση του. Και έχει πολλαπλή σημασία η αναφορά του, τόσο για μέσα, τα δικά μας, όσο και για έξω, για τον κόσμο που σπαράσσεται και χάνεται από φανατισμούς, μισαλλοδοξίες, παραλογισμούς, ανοησίες. 

Όχι άλλες κλεμμένες εφηβείες. Όχι άλλα κλεμμένα νιάτα!

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Κουβαλώντας μνήμες και έναν αριθμό στο χέρι!




"Πριν 69 χρόνια στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Άουσβιτς-Μπίρκενάου. Η 27η Ιανουαρίου ορίστηκε ως παγκόσμια μέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος.". Έτσι τελειώνει το εξαιρετικό κείμενό του στη χθεσινή Αυγή ο Βιβλιοθηκάριος. 

Και υπολογίζω πως είναι 39 ολόκληρα χρόνια από την πρώτη μου επίσκεψη στο κολαστήριο του Άουσβιτς-Μπίρκενάου! 

Ήμουν δευτεροετής φοιτήτρια στο Πολυτεχνείο στους Χημικούς Μηχανικούς και στο πλαίσιο του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών της IAESTE, είχα επιλέξει να πάω σε ένα εργοστάσιο ελαστικών στην Κρακοβία. Θα έμενα εκεί 40 μέρες. Ήταν καλοκαίρι του 1975. Πρώτη φορά θα έβγαινα από την Ελλάδα, πήγα με τρένο, το ταξίδι κράτησε τρεις μέρες.

Την πρώτη μέρα που πήγα στο εργοστάσιο, ανέλαβε ο Τεχνικός Διευθυντής να με ξεναγήσει. Ήταν ένας συμπαθητικός μεσήλικας άντρας, μάλλον κοντός και μάλλον σοβαρός (έτσι τουλάχιστον έδειχνε στα μάτια ενός εικοσάχρονου τότε κοριτσιού). Μιλούσε Γερμανικά, σε αυτά συνεννούμασταν. Μόλις με χαιρέτησε, τράβηξε το μανίκι του ψηλά και μου έδειξε, εκεί κοντά στον αγκώνα, έναν αριθμό! Δεν μπορώ να πω ότι πολυκατάλαβα αμέσως. Μου εξήγησε. 


Η αυλή στο μπλοκ του θανάτου

Κάποια μέρα μας πήγαν να δούμε από κοντά το μέρος που οι άνθρωποι, στην αρχή ήταν αριθμοί και ύστερα γίνονταν στάχτες. Δεν έχει νόημα να πω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει μεγαλύτερη θηριωδία, αν ήταν ή όχι το χειρότερο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί πάντως είδα τους φούρνους, είδα τους θαλάμους αερίων, είδα τα κρεματόρια, είδα τα ηλεκτροφόρα σύρματα, είδα τα νοσοκομεία που έκαναν τα πειράματά τους τα ανθρωπόμορφα τέρατα του ναζισμού. Είδα τις προθήκες με τα ρούχα των κρατουμένων, είδα τις προθήκες με τα κατσαρολικά τους. Και είδα τις προθήκες με τα παιχνίδια των παιδιών. Γιατί υπήρχαν και παιδιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σαν τη Ruth Kluger που γράφει ο Βιβλιοθηκάριος, και σαν το μικρό αγοράκι στην ταινία του Μπενίνι. Και υπήρχαν παιδιά που περιμένανε τους γονείς τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν τον Φρανσουά Μασπερό (αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο του "Οι μέλισσες και η σφήκα", Σοκόλης 2005).


Ο φούρνος στο κρεματόριο!
Ο θάλαμος αερίων!
Το Νοσοκομείο!
Και ηλεκτροφόρα σύρματα παντού!
Και άλλοι πολλοί, χιλιάδες, που έζησαν στο πετσί τους τη θυριωδία του ναζισμού. Και υπήρξαν αυτοί που δεν άντεξαν το βάρος της μνήμης. Όπως ήταν ο Primo Levi (να προτείνω ένα ίσως λιγότερο γνωστό, αλλά εξίσου εξαιρετικό, "Τα τελευταία Χριστούγεννα του πολέμου", Καστανιώτης 2005) και όπως ήταν ο Jean Amery (με το αριστουργηματικό "Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση", Άγρα 2010). Να προσθέσω εδώ και τον Χόρχε Σεμπρούν, που τον ανέφερε στο σχόλιό του στην προηγούμενη ανάρτησή μου ο Βιβλιοθηκάριος. Ο Σεμπρούν είχε επίσης βρεθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το γράμμα που του είχε στείλει το 1943 η εκδότρια Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ με τίτλο "Για μια προϋπόθεση της γραφής" δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Του το διάβασε η ίδια η Μαγνύ το 1945, μόλις είχε επιστρέψει από το Μπούχενβαλντ, και της χτύπησε την πόρτα μιά μέρα πριν τη Χιροσίμα (όπως σημειολογικά παρατηρεί ο ίδιος). Αυτά διηγείται ο εξόριστος Ισπανός συγγραφέας στον πρόλογο για το βιβλιαράκι με τον τίτλο αυτό που εκδόθηκε τελικά το 1947. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 2001 ("Η προϋπόθεση της γραφής: Γράμμα της Κλωντ Εντμόντ Μαγνύ προς τον Χόρχε Σεμπρούν", Ολκός 2001).
Οι φωτογραφίες είναι όλες από το φωτογραφικό άλμπουμ που αγόρασα τότε και περιέχει φωτογραφίες του Πολωνού φωτογράφου Adam Kaczkowski (1917-1995). Είχε εκδοθεί από το Κρατικό Μουσείο του Άουσβιτς (Państwowe Muzeum w Oświęcimiu) μάλλον γύρω στο 1970.

Υστερόγραφο

Η παραμονή μου στην Κρακοβία ήταν πάντως ευχάριστη. Κατά την καθημερινή μου μετάβαση στο εργοστάσιο, περνούσα από ένα άλλο, που μύριζε σοκολάτα, κάτι σαν την ΊΟΝ στην Πειραιώς δηλαδή. Το θυμήθηκα όταν μας πήγαν επίσκεψη κάποια φορά με τη Σχολή. Από το ίδιο το αντικείμενο μέσα στο εργοστάσιο ελαστικών της Κρακοβίας, το μόνο που θυμάμαι είναι η πρώτη επικοινωνία με τους Πολωνούς φοιτητές που επίσης έκαναν την πρακτική τους εκεί: με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο με μια μεγάλη μπανιέρα και μου έδειξαν πώς δοκιμάζεται η αντοχή των προφυλακτικών (ήταν ένα από τα προϊόντα που παρήγαγε το εργοστάσιο). Τα γέμιζαν λοιπόν νερό, πολύ νερό κτλ κτλ. Οι δοκιμές αυτές επαναλαμβάνονταν συχνά.  Είμασταν όλοι παιδιά...

Επίσης, στην Κρακοβία γνώρισα τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Θυμάμαι την Ελένη Νοικοκύρη, μια, όχι ψηλή, καλοφτιαγμένη, μεσόκοπη γυναίκα, που είχε κάνει αντάρτισσα στον ΕΛΑΣ και στο σπίτι της είχε φωτογραφία της με στολή και ντουφέκι. Γνώρισα κι άλλους, είχε πολλούς η ελληνική κοινότητα και οι περισσότεροι δούλευαν στα εργοστάσια της Νόβα Χούτα που ήταν στην άκρη της πόλης (όταν ξαναπήγα το 1999, η εικόνα της περιοχής αυτής ήταν πολύ διαφορετική).

Πήγα και στο ελληνικό χωριό προς τα ανατολικά, ανέβηκα στο Ζακοπάνε το βουνό, πήγα στο αλατορυχείο της Βιελίτσκα. 

Αφήνω τελευταία την Κρακοβία γιατί είναι η πόλη που μου αρέσει πολύ. Ίσως γιατί ήταν ο πρώτος μου ταξιδιωτικός προορισμός. Ίσως γιατί οι παραστάσεις με έφεραν πιο κοντά στην πραγματικότητα και στην αξία της μνήμης. Ήταν οι παραστάσεις από την επίσκεψη στο Άουσβιτς. Αλλά ήταν και η καθημερινή μου συνάντηση για ένα μήνα με έναν "κανονικό" άνθρωπο που όμως είχε ανεξίτηλο αριθμό στο χέρι, ήταν έτσι σημαδεμένος, αλλά κι ευτυχώς ζωντανός...

Λίγοι επέστρεψαν από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ένας απ' αυτούς που δε γύρισαν ήταν και ο αδερφός του πατέρα μου, ο Αντώνης, ήταν δεν ήταν 20 χρονώ όταν τον πήραν για καταναγκαστική εργασία. Ο καημός της μάνας τους που δεν έσβησε ποτέ! 

Ποιος μπορεί να μιλάει τώρα για αυτά τα τέρατα και να μην ανατριχιάζει!