Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

"Γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει..."

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου `πες πως το Μάρτη
σ’ άλλους παραλλήλους θα `χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου `πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ’ άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ’ τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ’ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής




Κι επειδή η θλίψη από το φευγιό του Θάνου Μικρούτσικου είναι μεγάλη και πώς να την εκφράσω, επέλεξα να κάνω μικρή αναφορά στον Νίκο Καββαδία που τη γνωριμία με το έργο του σε μεγάλο βαθμό την χρωστάμε σ' εκείνον. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του '70, ήδη τραγουδούσαμε "έτσι πρέπει να γίνει κι έτσι θα γίνει" στις συγκεντρώσεις και στις πορείες (από τον δίσκο με τα Πολιτικά Τραγούδια), ο Θάνος Μικρούτσικος με τη Μαρία Δημητριάδη μας ένωναν (κι ας μην είμασταν στενά στην ίδια παράταξη, κομματικά, πάντα όμως στην αριστερά, κι αυτό έχει τη σημασία του) κι εμφανίστηκε ο Σταυρός του Νότου, κι ένας ποιητής-ναυτικός, ο Νίκος Καββαδίας κι ένα λεξιλόγιο παράξενο, ιδιαίτερο, πολύ συχνά άγνωστο. Ο δίσκος κόσμησε τις δισκοθήκες μας, όπως εξάλλου όλο το έργο του Μικρούτσικου.

Κι έτσι, μαζί με τον  Θάνο Μικρούτσικο, που έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των νέων δρόμων στα μουσικά πράγματα του τόπου μας, είχαμε να γνωρίσουμε και τον  Νίκο Καββαδία μέσα από τον ιδιαίτερο πεζό και ποιητικό λόγο του. Κι εμείς διαβάσαμε και τραγουδήσαμε το έργο του, πολύ συχνά χωρίς να γνωρίζουμε καλά καλά τις σημασίες λέξεων που χρησιμοποιεί, ενώ έγιναν μελέτες και αναλύσεις για την ιδιότυπη αυτή γλώσσα. Ο φιλόλογος Γιώργος Τράπαλης ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό και πριν από χρόνια κυκλοφόρησε γλωσσάριο με τις λέξεις και τους όρους που χρησιμοποιεί ο Καββαδίας στο έργο του. 

Το 2017, στην ανοιχτή συζήτηση με θέμα "Γλώσσα και ορολογία στη Λογοτεχνία" που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) στο πλαίσιο του 11ου Συνεδρίου της, ο Γιώργος Τράπαλης μίλησε με θέμα "Γλωσσικές ιδιαιτερότητες και δυσκολίες στο έργο του Νίκου Καββαδία", όπου είπε ανάμεσα στ' άλλα:

Στον μελετητή του έργου του Καββαδία –αλλά και στον ψαγμένο αναγνώστη- η παροχή πληροφοριών για τα ονόματα παίζει καθοριστικό ρόλο, επειδή επιτρέπει συσχετισμούς με πραγματικά γεγονότα της ζωής του αλλά και την ερμηνεία περιστατικών που αποτελούν σημαντικά δομικά στοιχεία των έργων του. Χάρη στη μελέτη των ονομάτων αναδεικνύονται χαρακτηριστικά του καββαδιακού έργου που η ανάγκη για επιφανειακές ταξινομήσεις έχει ισοπεδώσει και αγνοήσει. Η ευκολία με την οποία ο Καββαδίας χαρακτηρίζεται «ποιητής της θάλασσας» («των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων») δείχνει ότι δεν έχει κατανοηθεί ο τρόπος που ο Καββαδίας αντιλαμβάνεται και ορίζει τη θάλασσα και το καράβι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συνήθως η εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιον που ύμνησε απλώς τα θαλασσινά ταξίδια και τον ναυτικό κόσμο.

Η μελέτη της γλώσσας του Καββαδία συμβάλλει το δίχως άλλο στην τεκμηρίωση όσων έχουν υποστηρίξει έγκυροι μελετητές του (Σωνιέ, Μικέ, Καλοκύρης κ.ά.), ότι ο κόσμος του πόρρω απέχει από τα στερεότυπα που διαβάζουμε και ακούμε συνήθως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εντυπωσιακά συχνή αναφορά σε ονόματα φαρμάκων και ασθενειών. Αναζητώντας ο μελετητής πληροφορίες διαπιστώνει ότι, εκτός από τις ρητές αναφορές, το έργο του είναι γεμάτο έμμεσες αναφορές κυρίως στη σύφιλη, στα συμπτώματα και τις συνέπειές της. Και κοντά σε αυτή, διαπιστώνει μεγάλο αριθμό αναφορών στο κόκκινο και τις αποχρώσεις του, κάτι που συνδέεται ευθέως τελικά με τη ροδόχρου εμφάνιση της σύφιλης αλλά και με τα κόκκινα φανάρια των πορνείων, το βάψιμο των γυναικών, ακόμα και με το υπερμαγγανικό κάλιο («το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου» στο ποίημα «Πικρία») που χρησιμοποιούσαν για τοπική αντισηψία οι πόρνες. Υπό το πρίσμα αυτό οι αναφορές του Καββαδία στο κόκκινο, στο πορφυρό, στο rosso romano κ.ά. αποκτούν άλλη διάσταση και κατευθύνουν αλλού την προσπέλαση του περιεχομένου από τη συνήθη οπτική της επιδίωξης μιας γλωσσικής ποικιλίας, πρωτοτυπίας και έκπληξης.

Επίσης, η διαπίστωση ότι υπάρχουν πάμπολλες γλωσσικές αναφορές σε θέματα που σχετίζονται με τη σωματική φθορά, την αναπηρία και τον θάνατο, ειδικά τον πνιγμό, τον φόνο και την αυτοκτονία, καθοδηγεί τον μελετητή και τον αναγνώστη να ανακαλύψει πώς αυτά τα στοιχεία δημιουργούν τελικά μια άλλη ατμόσφαιρα από αυτή του απλού ταξιδιού και της φυγής, στην οποία συνήθως μένει ο αναγνώστης. Μια ατμόσφαιρα σήψης που σχετίζεται ευθέως με το αίσθημα ενοχής που διέπει το έργο του.



Έτσι, ο Τράπαλης μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον Καββαδία πιο βαθιά, όχι ως απλό, περιγραφικό "ποιητή της θάλασσας", αλλά ως έναν στοχαστικό περιηγητή και καταγραφέα μιας ανθρώπινης κατάστασης, αυτής "των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων". 

Να γιατί ταίριαξε στον Θάνο Μικρούτσικο η ποίηση του Νίκου Καββαδία, ήταν κι αυτός ένας στοχαστικός περιηγητής και καταγραφέας της ανθρώπινης κατάστασης, συνομιλούσε με άλλους στοχαστές μέσα από τη μουσική του. Τους φαντάζομαι να συναντιούνται στον Σταυρό του Νότου, τον μικρό φωτεινό αστερισμό, βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό,

κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2019

Ο πατέρας μου δεν σκάμπαζε από μουσική




Ήθελα να μάθω μουσική, πάντα μου άρεσε η μουσική, πήγα στο Ωδείο Χανίων να κάνω κλασσική κιθάρα. Ο πατέρας μου δέχτηκε να πάρουμε κιθάρα, την καλύτερη, την παραγγείλαμε στην Αθήνα, έκανε 25.000 δραχμές, πάρα πολλά για εκείνη την εποχή. Ήταν λίγο πριν τη μεταπολίτευση. Είχα μπει στο Πολυτεχνείο, έμαθα μερικά ακομπανιαμέντα, αγαπημένο κομμάτι το «Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι», τα πρώτα χρόνια στις παρέες την είχα συντροφιά, δυστυχώς όμως οι ασχολίες της εποχής απορρόφησαν όλο τον χρόνο μου και η κιθάρα πέρασε σε δεύτερη μοίρα μέχρι που πια δυσκολευόμουν να την πιάσω σωστά. Η φωτογραφία που την απαθανάτισε είναι αυτή της γιαγιάς Κουκουβιτομαρίας να την κρατά λες και παίζει στ’ αλήθεια. Τόσο το χαιρόταν η καημένη. Το αστείο στην οικογένεια ήταν ότι προσπάθησα να φέρω και τον μικρό αδερφό μου στην κιθάρα, μάταιος κόπος, ήταν ανεπίδεκτος...Τώρα, η κιθάρα, ξεκούρντιστη, με τις μισές χορδές να λείπουν, μένει ξαπλωμένη στο πάνω μέρος του σύνθετου. Τι κρίμα! 

Ο πατέρας μου δεν σκάμπαζε από μουσική. Ένας λαϊκός άνθρωπος της δουλειάς ήταν, «πατρός σιδηρουργού» γράφει το ενδεικτικό του νηπιαγωγείου, έτσι κατάλαβε η νηπιαγωγός φαίνεται όταν της είπαν ότι η δουλειά του ήταν να γυρίζει σίδερα για τις οικοδομές, μάστορας καλός, τα χέρια του μονίμως σκασμένα, ανοιχτές πληγές. 

Δεν σκάμπαζε από μουσική, τραγουδούσε όμως στις παρέες, τότε τα τραγούδια της τάβλας ήταν απαραίτητο στοιχείο στις συντροφιές, αγαπημένο του ριζίτικο ήταν τ' «Αγρίμια κι αγριμάκια μου»· του άρεσε όμως πολύ και η Μαρίζα, η Μαρίζα Κωχ, πώς χαιρόταν να την ακούει, σαν παιδί έκανε· κι όταν ήρθαν τα εγγόνια και πήραμε εκείνους τους καταπληκτικούς δίσκους με τα παιδικά τραγούδια, γινόταν παιδί κι αυτός. 

Πώς τα σκέφτομαι μέρες που είναι. Αφορμή ένα πολύ όμορφο παλαιότερο κείμενο του Χαράλαμπου Τσαγκατάκη στο pancreta στη μνήμη του δικού του πατέρα. Ο δικός μου έφυγε τέτοιες μέρες. Ήταν μόνο 74, έφυγε σαν σήμερα πριν από 19 χρόνια. 

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Οι κληρονόμοι της μάνας είναι τα πράγματα

Οι κληρονόμοι της μάνας 
είναι τα πράγματα
μα εγώ τρίβω τη μουσούδα μου στα πράγματα
σα γάτα που λέρωσε στο σαλόνι
καταπίνω μετανοιωμένη
τα σάλια και τα αλάτια μου
και τρέχω να κρυφτώ στην πάνω σκάλα
το μεγάλο αιλουροειδές
την ανεβαίνω με κουτρουβαλάει
τη σκαρφαλώνω και με φτύνει
Κάηκε το πλατύσκαλο
κοπήκαν τα σκοινιά
Μαζεύτηκαν στην άκρη της τρύπας
τα φοβερά σκαθάρια
Μάνα κινδυνεύω
Αιωνία σου η μνήμη
Κινδυνεύω πολύ
Αιωνία σου η μνήμη


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, από τη συλλογή Ποίηση 1963-2011, Καστανιώτης, 2015.

Στη μνήμη της μάνας μου που έφυγε πέρυσι τέτοια μέρα. 
Και ναι, κληρονόμοι της είναι και τα πράγματα που τη θυμίζουν...


Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2019

Και επι γης ειρήνη




Χριστούγεννα 

                της Κατίνας Παϊζη

Χριστουγεννιάτικες καμπάνες θ’ αντηχήσουν
απόψε τα μεσάνυχτα, και τ’ άστρα
στο λίκνο του Χριστού θα γονατίσουν.
Κι οι ταπεινοί ποιμένες χιονισμένοι
τα δώρα τους στα πόδια Του θ’ αφήσουν.

Χριστουγεννιάτικες καμπάνες, στη γαλήνη
της νύχτας η γλυκόλαλη φωνή σας,
σάλπισμα πανανθρώπινο να γίνει,
χαρούμενα κάθε καρδιά να ψάλει
με τους αγγέλους: «Και επί γης ειρήνη».


Και επί γης ειρήνη. Και να που η ειρήνη είναι πάλι, όπως και πάντα, μια απαίτηση!

Καλά Χριστούγεννα!

-------------------------------------------------------------------

Η Κατίνα Παϊζη ήταν ποιήτρια από την Κρήτη, γεννημένη στο Ηράκλειο, αδελφή της σπουδαίας ηθοποιού Αλέκας Παϊζη. Για την Κατίνα είχα διαβάσει στο βιβλίο "Κατίνα Παΐζη: πόσο πολύ σ' αγάπησα", που ανθολόγησε και επιμελήθηκε η Νίκη Τρουλλινού. Και τώρα, από τον καινούριο χρόνο, ανεβαίνει θεατρική παράσταση, πάλι με δικά της κείμενα, για τις δύο αδελφές Παϊζη. Σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Δεν είναι έγκλημα πάθους ή τιμής, είναι γυναικοκτονία!





Χθες στην Αλικαρνασσό, προ καιρού στην Κίσσαμο, πέρσι στη Ρόδο, τα ίδια στην Ινδία, στην Τουρκία, στην Ισπανία, στη Χιλή, στη Μάλτα, στη Ρωσία, στις ΗΠΑ και τελειωμό δεν έχουν.



Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: ένα ποιητικό κείμενο του Αλμπέρ Καμύ



"Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο· με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. Ύστερα ξεχνώ και χαμογελώ σ' εκείνον που με βρίζει...

Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. … 

Στη Νέα Υόρκη μερικές ημέρες, χαμένος στο βάθος αυτών των πέτρινων ή ατσαλένιων πηγαδιών όπου στο εσωτερικό τους περιπλανώνται εκατομμύρια άνθρωποι, έτρεχα από το ένα στο άλλο χωρίς να διακρίνω τον πάτο τους, εξαντλημένος, μέχρις ότου στηρίχθηκα πάνω στην ανθρώπινη μάζα που έψαχνε μια διέξοδο. Τότε πνιγόμουν και από τον πανικό μου ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω. Αλλά κάθε φορά κάποιο μακρινό κάλεσμα από ένα ρυμουλκό μου υπενθύμιζε ότι αυτή η πόλη, στέρνα ξερή, ήταν ένα νησί και ότι στην άκρη του το νερό της βάφτισής μου με περίμενε, μαύρο και βρώμικο νερό γεμάτο από κούφιους φελλούς. 

Έτσι εγώ που δεν έχω τίποτα δικό μου, που χάρισα την περιουσία μου, που κατασκηνώνω κοντά σε όλα μου τα σπίτια, νιώθω πλήρης όταν το θέλω, αποπλέω οποιαδήποτε ώρα και η απελπισία με αγνοεί. Δεν υπάρχει πατρίδα για τον απελπισμένο. Ξέρω ότι η θάλασσα προπορεύεται ή με ακολουθεί. Έχω μια τρέλα έτοιμη για όλα. Αυτοί που αγαπιόνται και χώρισαν μπορούν να ζήσουν μέσα στον πόνο, αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι απελπισία: γνωρίζουν ότι η αγάπη υπάρχει. Να γιατί υποφέρω από την εξορία με τα μάτια στεγνά. Ακόμα περιμένω. Στο τέλος έρχεται μια ημέρα..."





Συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στον Καμύ παρουσιάζοντας λιγότερο γνωστά ή προβεβλημένα στην Ελλάδα βιβλία του, θ' αναφερθώ στο βιβλίο με τίτλο "Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: Ημερολόγιο καταστρώματος". Εκδόθηκε το 2000 στην Κέρκυρα από τον Απόστροφο, ένα σημαντικό εκδοτικό και βιβλιοπωλείο που δυστυχώς έκλεισε (είχα γράψει ακριβώς πριν από ένα χρόνο εδώ).

Όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Χρήστος Σαλταπήδας, το κείμενο αυτό γράφτηκε στη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε για πρώτη φορά ο Καμύ στη Βόρεια και Νότια Αμερική το 1946· γι' αυτό και ο υπότιτλος είναι "ημερολόγιο καταστρώματος". Δημοσιεύτηκε το 1951 στο γαλλικό περιοδικό "N.R.F.", ενώ αργότερα ενσωματώθηκε στους "Γάμους" και το "Καλοκαίρι".

Ο Καμύ σε αυτό το κείμενο δεν ασχολείται με τις πόλεις που επισκέφτηκε, εκτός από την παραπάνω μικρή αναφορά στη Νέα Υόρκη, αλλά στους ωκεανούς που διέσχισε, Ειρηνικό και Ατλαντικό. Η θάλασσα ήταν το αγαπημένο θέμα του Καμύ. Και όπως γράφει ο μεταφραστής, ο Καμύ ταύτιζε τη θάλασσα με τη μητέρα του, ερμηνεύοντας τη σχέση αυτή και από την ομοφωνία των γαλλικών λέξεων (mer και mère αντίστοιχα). "Όπως και η μητέρα του Καμύ έτσι και η θάλασσα είναι ήσυχη, τρυφερή, βαθυστόχαστη, απλησίαστη και σιωπηλή."

"Με όλα τα πανιά ανοιχτά", Ρίο, Ουρουγουάη, Γη του Πυρός, Χιλή, νησιά Κεργκούλεν...

Γυρνώντας πάλι στον μεταφραστή που έτσι τελειώνει τον πρόλογο:

"Πρόκειται για το τελευταίο ποιητικό κείμενο που θα γράψει ο Καμύ, γιατί σχεδόν αμέσως μετά τη δημοσίευσή του θα αρχίσει ο πόλεμος της Αλγερίας, που θα αποτελέσει την αιτία της 'προσωπικής τραγωδίας' του. Πράγματι, μετά από αυτό το δοκίμιο η ποίηση θα δώσει τη θέση της στην τραγωδία και στο παράλογο".

Και ο Καμύ:

"... Γλυκειά αγωνία της ύπαρξης, θαυμάσιο γειτνίασμα μ' έναν κίνδυνο του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα. Ζω, μήπως σημαίνει να τρέχω ξωπίσω από τον χαμό μου; Χωρίς καθυστέρηση, ξανά ας τρέξουμε ξωπίσω από τον χαμό μας.

Πάντα είχα την εντύπωση ότι ζούσα στα βάθη της θάλασσας, απειλούμενος, στην καρδιά μιας βασιλικής ευτυχίας".

............................................................................................................
Σημείωση: Στο παραπάνω βίντεο η ηθοποιός και μοντέλο Clara Paget διαβάζει ένα απόσπασμα από το έργο του Καμύ σε μια μικρού μήκους ταινία του Άγγλου ηθοποιού, σκηνοθέτη και φωτογράφου Tom Beard (1965-2015). Πληροφορίες περιέχονται και στο Lifo 15-1-2018.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Εξέγερση στις Αστούριες και Η καλή και η ανάποδη: Δυο πρώιμα έργα του Αλμπέρ Καμύ





Είχα διαβάσει πέρσι το όμορφο βιβλίο της Καουτέρ Αντιμί "Τα πλούτη μας", με αναφορά στο ιστορικό βιβλιοπωλείο "Τα αληθινά πλούτη" του Εντμόν Σαρλό που βρισκόταν στο Αλγέρι από τη δεκαετία του '30. Όπως έγραφα τότε

"Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο τα Αληθινά Πλούτη, εκεί εκδόθηκαν τα πρώτα βιβλία του νεαρού Καμύ, που τον βλέπουμε συχνά στο πατάρι, αναζητώντας την ησυχία του βιβλιοπωλείου, να γράφει δικά του κείμενα ή να διορθώνει προς έκδοση βιβλία του εκδοτικού. Ποδαρικό εξάλλου έγινε με το θεατρικό έργο του Καμύ "Εξέγερση στις Αστούριες" που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1936".

Αναζήτησα και διάβασα τα πρώτα εκείνα βιβλία του Καμύ. Το ένα ήταν το θεατρικό έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" και το  άλλο η συλλογή διηγημάτων "Η καλή και η ανάποδη".


Το έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" (εκδ. Κατσάνος, 1989, εξαντλημένο, το δανείστηκα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων) γραμμένο το 1936, αναφέρεται στην εξέγερση των Ισπανών ανθρακωρύχων από την περιοχή της Αστούριας το 1934 ενάντια στη Β' Ισπανική Δημοκρατία. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα, χιλιάδες νεκροί και τραυματίες (ανάμεσά τους και η αναρχική επαναστάτρια Άιντα δε λα Φουέντε για την οποία μιλά το παραπάνω βίντεο). Η εξέγερση διήρκεσε από τις 5 μέχρι τις 19 Οκτωβρίου του 1934 (Η Άιντα δολοφονήθηκε στις 13 Οκτωβρίου).

Ο μεταφραστής Βασίλης Τομανάς, στην εισαγωγή του βιβλίου, γράφει για τα γεγονότα εκείνα και για το Θέατρο Εργασίας που ίδρυσε ο Καμύ το 1936, στα 23 του (ήταν γεννημένος το 1913), μαζί με άλλους τρεις φίλους του.  

Ο Καμύ, από τα πρώτα νεανικά χρόνια του, ήταν ένας ιδεολόγος της δημοκρατίας, ένας στρατευμένος διανοούμενος, με ευαισθησία και άμεσα αντανακλαστικά απέναντι στην ανελευθερία, στη φτώχεια, στη βία, στον αυταρχισμό, στην έλλειψη δημοκρατίας, και αυτό έδειξε και στο πρώτο του αυτό έργο, όταν σε λιγότερο από δύο χρόνια από την εξέγερση στις Αστούριες έγραψε έργο γι' αυτήν. Να σημειώσω εδώ ότι αξίζει να διαβάσει κανείς και τον "Επαναστατημένο άνθρωπο" που κυκλοφόρησε το 1951.

(Ενδεικτικές πηγές με πληροφορίες για το θεατρικό έργο και για την εξέγερση είναι εδώ και εδώ). 




Για το δεύτερο βιβλίο του Καμύ, "Η καλή και η ανάποδη", βρήκα στα βιβλιοπωλεία την έκδοση του Καστανιώτη (2000) με μεταφράστριες τις  Νίκη Καρακίτσου - Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου - Ρομπλέν. Παλιότερα είχε κυκλοφορήσει και από την Αστάρτη σε μετάφραση Θανάση Νιάρχου (1981).

Το "Η καλή και η ανάποδη" περιλαμβάνει πέντε σύντομα κείμενα και στην πραγματικότητα αποτελεί  το πρώτο βιβλίο του Καμύ, αφού, όπως ο ίδιος σημειώνει στην Εισαγωγή, τα δοκίμια αυτά γράφτηκαν το 1935 και 1936. Όπως αναφέρει η Αντιμί στο βιβλίο της "Τα Πλούτη μας", το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά στην Αλγερία σε 350 αντίτυπα από τον Εντμόν Σαρλό (επιβεβαιώνεται και από την Εισαγωγή του ίδιου). Αρνιόταν να το επανεκδώσει, χαρακτηρίζοντάς το αδέξιο,όμως τελικά εκδόθηκε το 1958 στη Γαλλία πια. Η εισαγωγή που έγραψε για την έκδοση του '58, είναι ένα σπουδαίο κείμενο στοχασμού και αναστοχασμού για τη ζωή του και τη στάση του στα πράγματα. Γράφει:

[...] η φτώχεια δεν υπήρξε ποτέ δυστυχία για μένα: το φως σκόρπιζε πάνω της τα πλούτη του. Φώτιζε ακόμα και τις επαναστάσεις μου. Ήταν σχεδόν πάντοτε - νομίζω πως μπορώ να το πω με ειλικρίνεια - επαναστάσεις για όλους και για ν' ανυψωθεί η ζωή όλων μέσα στο φως.
....................................
Από την εποχή που γράφτηκαν τούτες οι σελίδες, ωρίμασα και πέρασα από πολλές δοκιμασίες. Έμαθα πολλά για τον εαυτόμου, συνειδητοποιώντας τα όρια κι όλες σχεδόν τις αδυναμίες μου. Έμαθα λιγότερα για τους άλλους, γιατί είμαι πιο περίεργος για τη μοίρα τους απ 'ο,τι για τις αντιδράσεις τους, και τα πεπρωμένα των ανθρώπων λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.[...]

Τα ίδια τα κείμενα του βιβλίου - δοκίμια τα ονομάζει ο ίδιος, μικρά διηγήματα θα τα έλεγα -, αν και όντως είναι σε πρωτόλεια μορφή, δείχνουν ότι ο νεαρός Αλγερινός Καμύ είναι άνθρωπος με αγάπη, με ευαισθησία, με έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Οι τίτλοι τους είναι: Η ειρωνεία, Μεταξύ ναι και όχι, Με το θάνατο στην ψυχή, Αγάπη για τη ζωή και Η καλή και η ανάποδη

Όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, 

Το ''Η καλή και η ανάποδη'' είναι το πρώτο βιβλίο του Καμύ και τροφοδότης - όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε στο τέλος της ζωής του - όλων των κατοπινών του έργων. Περιδιαβάζοντας από την αλγερινή γειτονιά της Μπελκούρ μέχρι την Πράγα ή τις Βαλεαρίδες νήσους, ο Καμύ ξεδιπλώνει τα θέματα που θα τον απασχολήσουν σ' όλη του τη ζωή, προσπαθώντας να περιγράψει «τη θαυμαστή σιωπή μιας μάνας και την προσπάθεια ενός άντρα να ξαναβρεί μια δικαιοσύνη ή μια αγάπη που να εξισορροπεί τούτη τη σιωπή...» 

Ξεχωρίζω το διήγημα "Η ειρωνεία" στο οποίο διαπραγματεύεται τη μοναξιά των γερόντων, την προσποίηση για να μη μένουν μόνοι, την απαίτηση για αγάπη, αλλά και την αδιαφορία των γύρων τους και την υποκρισία τους τελικά μπροστά στο θάνατο. Και τελειώνει έτσι ο νεαρός ευαίσθητος Καμύ:

Άραγε όλα αυτά δε συμφιλιώνονται; Ωραία αλήθεια! Μια γυναίκα που την εγκαταλείπουν για να΄πάνε στον κινηματογράφο, ένας γέρος που δεν τον ακούνε πια, ένας θάνατος που δεν αντισταθμίζει τίποτα, κι ύστερα, από την άλλη πλευρά, όλο το φως του κόσμου. Τι γίνεται αν τα δεχτούμε όλα; Πρόκειται για τρία όμοια πεπρωμένα κι όμως διαφορετικά. Ο θάνατος για όλους, μα για τον καθένα ο δικός του θάνατος. Και τελικά, ο ήλιος μάς ζεσταίνει, παρ' όλα αυτά, τα κόκαλα.

Και τελικά, ο Αλμπέρ Καμύ διαρκώς αναζητούσε το φως. Το ομολογει στο ομώνυμο του τίτλου τελευταίο κείμενο του βιβλίου:

Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει, και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. 


Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Βρετανία, η "ντελικάτη" χώρα




Είναι σήμερα οι κρίσιμες εκλογές στη Μεγάλη Βρετανία, αβέβαιο το αποτέλεσμα και αβέβαιο το μέλλον της μεγάλης αυτής χώρας. Αν και συχνά την κατηγορούμε ότι θέλει να έχει την αίγλη της χώρας ιδιοκτήτριας (αποικιοκρατία, Βρετανική Κοινοπολιτεία), που θέλει να ξεχωρίζει, που ακόμη και στην Ευρώπη ήθελε πάντα να είμαστε και μαζί και χώρια, δεν παύει να είναι ταυτόχρονα και μια αγαπημένη χώρα. Τι κι αν η πρώτη κουβέντα των Άγγλων που άκουσα, πολλά χρόνια πριν, το 1982, όταν πήγα σε σεμινάριο στο Λονδίνο και με ρώτησαν με ποια εταιρεία ταξίδεψα και γω τους απάντησα "με την Ολυμπιακή", με ρώτησαν μ' εκείνο το αγγλικό χιούμορ, που ακόμη δεν ξέρω αν ήταν χιούμορ ειρωνείας ή αμηχανίας: "και δεν πέσατε;". 

Τόποι με φυσικές ομορφιές και η Αγγλία και η Ουαλία και η Σκωτία, με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και τον δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμό (δεν έχω ταξιδέψει στην Ιρλανδία και στο μυαλό μου δεν ξεχωρίζουν τα δύο μέρη). Χώρα που έδωσε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους, που γέννησε μεγάλες ιδέες, που γέννησε τον Σέξπηρ, χώρα απ' όπου ξεκίνησε η βιομηχανική επανάσταση και ξεπήδησε το εργατικό κίνημα. Πολιτικοί, μουσικοί, ποιητές, πεζογράφοι, φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, μηχανικοί, ελληνιστές και φιλέλληνες (πολλοί και πολύ), τι να πούμε και τι ν' αφήσουμε.


Αντί άλλων, παίρνω το θάρρος ν' αντιγράψω το ποίημα του Μπόρχες για την τρυφερή Αγγλία, την ντελικάτη χώρα, το "συγκεκριμένο νησί" (A cierta isla), που μετέφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής και ανάρτησε χθες στο ιστολόγιό του (https://alonakitispoiisis.blogspot.com/2019/12/blog-post_11.html). Δίνει τον τίτλο "Απευθύνομαι σ' ένα συγκεκριμένο νησί".

Πώς να σε υμνήσω, τρυφερή μου Αγγλία;
Προφανώς και δεν μου επιτρέπεται να δοκιμάσω
την επισημότητα και τον σάλο της ωδής,
που απάδει στη δική σου αιδημοσύνη.
Δεν θα μιλήσω για τις θάλασσές σου,
που είναι η Θάλασσα όλη,
ούτε για την αυτοκρατορία που κατίσχυσε, ω νησί μου οικείο,
επί της απευθείας των άλλων.
Απλώς και με χαμηλή τη φωνή μου
θ’ αναφέρω εν συνεχεία ορισμένα σύμβολα:
την Αλίκη, που υπήρξε όνειρο του Κόκκινου Βασιλιά,
που υπήρξε όνειρο του Κάρολ, που είμαι εγώ ως όνειρο,
τη γεύση του τσαγιού και των γλυκών,
έναν λαβύρινθος μέσα στον κήπο,
κάποιο ρολόι ηλιακό,
κάποιον άντρα που εκπλήσσεται (και σε κανέναν
δεν λέει πως εκπλήσσεται)
απ’ την Ανατολή και από τις παγωμένες μοναξιές
που ουδέποτε είδε ο Κόλριτζ
και τα έκλεισε όλα σε λέξεις μέσα ακριβέστατες,
τον θόρυβο της βροχής, που δεν αλλάζει,
το χιόνι στα μάγουλα,
τον ίσκιο του αγάλματος του Σάμιουελ Τζόνσον,
τον ήχο ενός λαούτου που επιμένει ν’ ακούγεται
ακόμα κι όταν κανείς δεν το ακούει,
το κρύσταλλο ενός καθρέφτη που αντικατόπτρισε
το τυφλό βλέμμα του Μίλτωνος,
την ασίγαστη αγρυπνία κάποιας πυξίδας,
το Βιβλίο των Μαρτύρων,
το χρονικό των ζοφερών γενεών,
τις τελευταίες σελίδας κάποιας Βίβλου,
τη σκόνη κάτω από το μάρμαρο,
των χαραμάτων τη μυστικοπάθεια.
Εδώ είμαστε οι δυό μας, ω νησί μυστικό,
κανείς δεν μας ακούει.
Μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος
σιωπηλά μοιραζόμαστε πράγματα αγαπημένα.


Πόσο όμορφα το αποδίδει ο Κεντρωτής, τη νιώθει κι εκείνος αγαπημένη χώρα όταν τη λέει "τρυφερή μου Αγγλία" αποδίδοντας το "delicada Inglaterra" του άλλου ποιητή. Μεταξύ λυκαυγούς και λυκόφωτος σιωπηλά μοιραζόμαστε πράγματα αγαπημένα... Και κάποια σύμβολα, όπως την Αλίκη του Κάρολ, τη γεύση του τσαγιού, τον θόρυβο της σκιάς, τη σκόνη κάτω από το μάρμαρο, των χαραμάτων τη μυστικοπάθεια. 

Κι άλλα πολλά.

Good morning Britain. Schock the establishemnt. Vote for Hope!

Σε αναμονή...

...................................................................
Σημ. Στο παραπάνω βίντεο ακούγεται το έργο του Άγγλου συνθέτη Ralph Vaughan Williams "English Folk Song Suite".

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο: η ιστορία της Πορτογαλίας σε τρεις γενιές





Ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει είναι το βιβλίο "Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο" του Πορτογάλου συγγραφέα Joao Ricardo Pedro (εκδ. Πόλις 2019 σε μετάφραση Αριάδνης Μοσχονά). Το βιβλίο πήρε το βραβείο Prémio LeYa το 2011, που είναι το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Πορτογαλίας.
Κι
Ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η ιστορία της Πορτογαλίας από τις αρχές του 20ου αιώνα, ξεκινώντας από τον παππού Αουγκούστο Μέντες, τον γιατρό που βρέθηκε νεαρός σ' ένα απομακρυσμένο χωριό κι έφτιαξε τη ζωή του, στο γιο του Αντόνιο που πάει στην (αποικία) Αγκόλα να πολεμήσει και νιώθει στο πετσί του τη σκληρότητα του (άδικου) πολέμου και στον εγγονό Ντουάρτε, τον πιανίστα, που ήθελε να μάθει τι έγινε στις 12 Μαρτίου του 1968 και μπήκαν ζωύφια κάτω από το δέρμα των ποδιών του πατέρα του. Και η ιστορία του νεαρού Σελεστίνο και άλλες ιστορίες των κατοίκων στο χωριό που μένει ο γιατρός με την οικογένειά του.

Η αποικιοκρατία των Πορτογάλων στην Αφρική και η δικτατορία του Σαλαζάρ είναι οι δυο μαύρες κηλίδες που έγιναν πληγές και στιγμάτισαν τις ζωές των ηρώων του Πέδρο, όπως στην πραγματική ζωή όλου του Πορτογαλικού λαού.

Το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, όσο κι αν υπάρχουν κάποια σημεία που ίσως μπορεί να δυσκολέψουν ή να κουράσουν την ανάγνωση με τις χρονικές εναλλαγές από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Έχει πλοκή, βρίσκει κανείς ενδιαφέροντα στοιχεία της πορτογαλικής ιστορίας. Κι επίσης, το ξέρατε ότι ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας έγινε το 1910; Εμείς εδώ, έναν αιώνα μετά και δεν το συζητάμε.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Είναι μηχανολόγος μηχανικός με προϋπηρεσία στις τηλεπικοινωνίες. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Όπως διάβασα στην αγγλική έκδοση της El Pais, όταν το 2008 απολύθηκε από τη δουλειά του, άνεργος και απελπισμένος, με δυο μικρά παιδιά στην οικογένεια, με τη χώρα του σε βαθιά οικονομική κρίση, βρήκε τον τρόπο ν' αντιδράσει και στρώθηκε στο γράψιμο. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο και φαίνεται ότι η συγγραφική πορεία του συνεχίζεται. 

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Προσπάθησα να σ` αρνηθώ μα δεν εβρήκα τρόπο ...




Προσπάθησα να σ` αρνηθώ
μα δεν εβρήκα τρόπο

γιατί η καρδιά μου σ` έκλεισε 
στον πιο βαθύ της τόπο. 

Όταν τον κόσμο στερηθώ 
και τη ζωή μου χάσω
τότε μονάχα πίστεψε 
πως θέλω σου ξεχάσω.





----------------------------------------------------------------------------------------

Το παραπάνω Κρητικό τραγούδι επιγράφεται ως "Βαρύς Πισκοπιανός" και είναι σε στίχους Θανάση Σκορδαλού και μουσική του Γιάννη Μπερνιδάκη. Στο πρώτο βίντεο, ακούγεται σε ηχογράφηση από το 1949 ή 1950 (https://www.youtube.com/watch?v=nFRQpbh0SFI). Το ίδιο τραγούδι ακούγεται από τον Μίλτο Πασχαλίδη στο δεύτερο βίντεο (https://www.youtube.com/watch?time_continue=45&v=x_DO-P5lhJw). 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Στενεύουν τα περάσματα ...



Τα λόγια μου της νύχτας μετανάστες
σε δρομολόγια χωρίς επιστροφή
άσ’ τις πλατείες να βογκούν σου λέω άστες
ίσως με βρεις μες στην επόμενη στροφή

Στενεύουν τα περάσματα
οι φίλοι μου φαντάσματα
κι η πόλη μοιάζει γενικώς
τάφος οικογενειακός
Ένας Στρυμόνας και βουλιάζω στα νερά
όπως ψαράς μέσα στη λάσπη της Κερκίνης
οιωνοσκόπος με σημάδια φανερά
χάθηκα πάλι μες στο πρόσωπο εκείνης

Στενεύουν τα περάσματα
οι φίλοι μου φαντάσματα
κι η πόλη μοιάζει γενικώς
τάφος οικογενειακός

Ματώνει στα Κυβέλεια η οθόνη
κι εγώ ρεμβάζω σε πεδία αχανή
στο Μιραμάρε κολυμπούσες πάντα μόνη
και ο Ματθαίος έχει χρόνια να φανεί

Στενεύουν τα περάσματα
οι φίλοι μου φαντάσματα
κι η πόλη μοιάζει γενικώς
τάφος οικογενειακός



(Τον Τυμβωρύχο τραγουδά η Δήμητρα Γαλάνη, σε μουσική του Θάνου Μικρούτσικου και λόγια του Κώστα Λαχά, Θεσσαλονικιού ποιητή και ζωγράφου, 1936-2014).

Στη μνήμη του Γιάννη Καραμπάση, του παλιού φίλου και συναδέλφου/συνοδοιπόρου στις "λεωφόρους της πληροφόρησης", που έφυγε πριν από ένα μήνα, και μας έκανε να θυμηθούμε τις συνεργασίες της δεκαετίας του '80 που έγιναν φιλίες, που έγιναν παρέες που έγραψαν ιστορία...

Ο Γιάννης ήταν στην αρχική ομάδα που έστησε την πρωτοποριακή για την εποχή εκείνη μονάδα επιγραμμικής ανάκτησης πληροφοριών (online information retrieval) μαζί με τη Λέλα, τον Φίλιππο,  τη Δέσποινα, τη Μαργαρίτα, τη Μαρία (έφυγε κι αυτή νωρίτερα) κ.ά. με επικεφαλής τον Βαγγέλη. Από το 1983 που έγινε η σύνδεση με διεθνείς βάσεις δεδομένων (μέσω Hellaspac), η Μονάδα εκείνη παρείχε υπηρεσίες βιβλιογραφικής πληροφόρησης σε όλη την ερευνητική κοινότητα και έδωσε τη δυνατότητα του ανοίγματος στη διεθνή επιστημονική παραγωγή. Με τους ανθρώπους αυτούς με συνέδεσε μια μακρά φιλία και για το λόγο ότι αντίστοιχη υπηρεσία παρείχα στη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ για τους μηχανικούς, επίσης από το 1983, με τις δικές μας μικρές δυνάμεις.

Σιγά σιγά τα πράγματα άλλαξαν, εξελίχτηκαν, κάποιοι από τους πιονιέρους εκείνους του online εδώ και χρόνια δεν είναι στο ΕΚΤ, πρέπει όμως να πω ότι οι άνθρωποι αυτοί, με την ενεργητικότητα, τη γνώση και την αυταπάρνηση, έγραψαν ιστορία. Ο Γιάννης ήταν χημικός στις βασικές σπουδές, ένας πανέξυπνος, σπιρτόζος άνθρωπος. Και καλός μάγειρας, μας έκανε συχνά τραπέζια και θυμάμαι το ρύζι στο φούρνο, εκεί το έφαγα για πρώτη φορά.

Ο Γιάννης ήταν ο πρώτος που την έκανε από το ΕΚΤ. Και τώρα, την έκανε για πάντα. Την έκανε πολύ νωρίς γμτ... 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Παιδονόμος, ο επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων, δηλαδή... ο μπέιμπι σίτερ

Παιδονόμος, διαβάζω στο λεξικό Δημητράκου, είναι "ο εκ διορισμού επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων εν ταις οδοίς και τω σχολείω".

Με αφορμή την όλη κουβέντα για παιδονόμους και παιδονομία ύστερα από την παρέμβαση της αστυνομίας σε δυο κινηματογράφους της Αθήνας, με εντολή της Υπουργού Πολιτισμού(!), για να αποτρέψουν νέους κάτω των 18 ετών να παρακολουθήσουν την ταινία "Τζόκερ", θυμήθηκα τον παιδονόμο στα Χανιά. Γύριζε στα σχολεία της Κοραή μα και σ' όλη την πόλη με ποδήλατο, ήταν αυστηρός, βλοσυρός, κι αλίμονο στα κορίτσια αν φορούσαμε μίνι, αν η ποδιά μας ήταν κοντή,  αλίμονο αν οι μαθητές και οι μαθήτριες της πόλης κάναμε κάτι "μη πρέπον", κάτι εκτός τάξης και ασφάλειας, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας, τάξις και ηθική το απαιτούμενο, οι λογής ιεροδιδάσκαλοι έκαναν τη δουλειά τους.

Αλλά, για να μην μείνω στις τοποθετήσεις, προτίμησα να παραθέσω ένα αφήγημα του Χαράλαμπου Μπουρνάζου, γραμμένο στο κρητικό ιδίωμα με μπόλικη κωμική και σατιρική διάθεση, που δημοσιεύτηκε πριν από χρόνια στα Χανιώτικα Νέα. Το αντιγράφω από το φύλλο της εφημερίδας 18 Μαρτίου 2014 (http://www.haniotika-nea.gr/o-chiros-o-sakorafos-o-pedonomos-ke-methisi-tou/).

Και παρακαλώ, αν εντοπίσετε ομοιότητες με αυτά που ζούμε στις μέρες μας, αδικείτε τον καημένο τον Σακόραφο. Αλλιώτικος ο πολιτισμός των ημερών...




Ο χοίρος ο Σακόραφος ο «παιδονόμος» και το… μεθύσι του

Την Αλισάβη, τη γυναίκα του Γαβρίλου του Σκορπιού (Σκορπιουδάκη τονε γράφανε στο μητρώο), τηνε λέγανε οι χωριανοί «κουνέλα», γιατί σαν την κουνέλα όλα γέννα – 12 για την ώρα είχε γεννημένα, ούλα σερνικά, τα τέσσερα δίδυμα, από 11 ως 2 χρονώ το πλιά μικιό. Μα τα κοπέλια, αντίς να τα λένε, όπως άρμοζε στην περίσταση, Κουνελάκια ή Σκορπιουδάκια, τα βγάλανε Σακοραφάκια, και νάτε το γιατί:
Τα καλοκαίρια που η Αλισάβη επήγαινε και δούλευε σε ξένα χωράφια κι έλειπε ολημερίς τση μέρας, εφόρτωνε το πρωί τα κοπέλια, όσα χωρούσαν στσι δυο κοφινίδες του γαϊδάρου του Μπουρίκο, το πλια μικιό το ’παιρνε στη ράχη της και στα μεγαλύτερα έδουδε ένα καλάμι γι’ άλογο, τάβανε μπροσταρόκριγιους στην πομπή και τα πήγαινε στσι Μαραθομούρες σε μια χωράφα, γονική της προύκα, μισή λιόφυτο, μισή αμπέλι. Εκειδά τα ξεφόρτωνε και τα παρέτα, μαζί με το χοίρο που τον άφηνε να τρώει πεσμένα σύκα κι απίδια. Αμολητά τ’ άφηνε και τα κοπέλια, να κόβουνε μοναχά τους σύκα, σταφύλια, μούρνα, βάτσινα. Τον Μπουρίκο τον έδενε σε μιαν ελιά για να ’χει δροσιό και του ’ριχνε ένα μάτσο ξενικοσταριές.

Ο χοίρος ο παιδονόμος
Και το χωρατό ήτονε πως το γουρούνι έκανε τον… παιδονόμο· τη μπέιμπυ σίτερ, που λένε κι οι Ευρωπαίοι! Γιατί, μαθημένο ως ήτονε το έξυπνο και καλοσυνάτο ζωντανό να θωρεί ούλη μέρα τα κοπέλια, εσυνήθισε την παρέαν τωνε, κι ως εβγαίνανε από τα χωράφια, εφώνιαζε σα να το ’σφαζες! Κι όσοι χωριανοί, από τα γειτονικά χωράφια –γιατί τότες οι ανθρώποι δουλεύανε στα χωράφια για να βγάλουνε το ψωμί τους– γροικούσανε τσι φωνές του χοίρου, καταλαβαίνανε κι ελέγανε πως:
«Τα προκομμένα τσ’ Αλισάβης επήρανε πάλι τσι δρόμους αδέσποτα!». Και τωνε φωνάζανε να μπούνε γρήγορις στ’ αμπέλι, γιατί θα πάνε με μια βέργα να τα βιτσίσουνε στον πισινό τωνε το γδυμνό. Κι εκείνα φοβούντανε τη βίτσα κι εγυρίζανε αμέσως στην παιδική τωνε χαρά, κι ευθύς εκαταλάγιαζε κι ο χοίρος, που τα καλωσόριζε με τη γλώσσα του και την ορά του, που την έκανε δαχτυλίδια.

Γι’ αυτήνα την επιστασία των κοπελιώ βαφτίσανε το χοίρο του Σκορπιού, Σακόραφο. Τον ονοματίσανε δηλαδή με τ’ όνομα του επιστάτη του σχολειού, που κι αυτός, ως εσκαρφαλώνανε τα δασκαλάκια στο διάλειμμα το μπεντένι του περίβολου για να βγούνε όξω στην αλάνα, εσφύριζε με τη σφυρίχτρα του και τ’ αναμάζωνε μέσα, βιτσίζοντάς τα με την κυδωνόβεργα στον πισινό. Κι από τον καινούργιο μας, τον τετράποδο Σακόραφο, τα βγάλανε τα κοπέλια Σακοραφάκια!
Το ρούχο τωνε ήτονε ένα φαντό ποκαμισάκι πούφτανε ως το μπιρμπιτσόλι ντως, έτσα που τα πράματά τους, ξεβράκωτα ως ήταν τα πλια μικιά, εκκρέμουνταν γδυμνά κι ελεύθερα να κάνουν το νερό τους, ψιλό, χοντρό, ό,τι ώρα είχανε την ανάγκη.

Τα κοπέλια αμολημένα, πεινασμένα ως ήτονε, επέφτανε στα σταφύλια, σύκα, βάτσινα, μούρνα, ξινόμουρνα κι επασαλείφανε χέρια και μούτρα που τα βάφανε μενεξελιά. Και το χωρατό ήταν τότες που τα ’δε μια Αμερικάνα περιηγήτρια σε τέτοια χάλι, γδυμνά τα μικιά και πασαλειμμένα και με το εργαλείο τους πεταμένο όξω σαν τον πύρο του βαρελιού, κι είπε: «Τ’ αγγελούδια μου!». Τα φωτογράφισε μάλιστα τα χερουβείμ του παραδείσου του Σκορπιού, γιατί, λέει ίδια κι απαράλλαχτα ήτονε με τσι ζωγραφιές του Μεγάλου Πέτρου τσ’ εκκλησίας του Πάπα. Έγραψε μάλιστα και στη φωτογραφία που έμπεψε τσ’ Αλισάβης, μαζί μ’ ένα εκατοδόλαρο: «Στα χαριτωμένα αγγελούδια μου». Μάριον Τζόνσον, υπογραφή. Για να θυμούνται ως τα γεράματά τους την παράδεισο του Σκορπιού με τα παραδείσια ζώα, το γάιδαρο τον Μπουρίκο, το χοίρο το Σακόραφο, τσ’ αρκάλους, τσι ζουρίδες, τσι καλογιαννούδες και τσι κατσοχοίρους!

Κι οι χωριανοί, που τέτοιαν ευκαιρία δεν την αφήνουνε βέβαια να πάει χαμένη, μετονομάσανε πάλι τα κοπελάκια, από Σακοραφάκια, Αγγελουδάκια. Μικιά Αγγελουδάκια λέγανε το Στελιό, το Μανωλιό, το Μανουσιό και τ’ αποδέλοιπα, και το πλια μεγάλο, το Μιχαήλο, Αρχάγγελο Μιχαήλο το βγάλανε! Κι άκουες κι έλεγες κι αμάρταινες άθελά σου, για το που γίνηκε Σακόραφος κι ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Κι ο Σκορπιός, σαν τ’ άκουε, άφριζε από τη μάνητά του, να τ’ αλλάξουνε τ’ όνομα τσ’ οικογένειάς του!

«Ένα όνομα, μωρέ, έχει ο καθένας», έλεγε κι έδερνε σαν εμέθυε την Αλισάβη, γιατί εκείνη από τη χαρά τζη έδειξε τη φωτογραφία των Αγγέλων στσι γειτόνισσες κι εμαθεύτηκε στο χωριό. Πράμα συνηθισμένο βέβαια αυτά τα ξυλοφορτώματα, το καλοκαίρι μάλιστα που αποσπερίζανε οι χωριανοί σ’ αυλές και γειτονιές κι ο Σκορπιός εμέθυε κι αρχίνιζε την Αλισάβη στσι ραβδές, κι αυτή για να σωθεί εκάλιε σε βοήθεια τσι γειτόνους, κι εκείνοι, που την αγαπούσαν, εγλακούσαν να τηνε ξεμιστέψουν. Μια βολά μάλιστα, που μέθυσε πάλι, πήρε μια παλιά ξιφολόγχη, φοβερίζοντας πως θα σφάξει την Αλισάβη που του γέννησε τόσανα στόματα και πού θα το βρίσκει το ψωμί να τα ταΐζει… Επρόκαμε όμως ο Μανουσιός Άγγελος κι εδραπέτεψε από το παραθυράκι τ’αχουριού κι έπαιξε την καμπάνα τ’ Αη-Γιαννιού, κι επήγε τότες το μισό χωριό με ραβδιά και τον ευρήκανε τον Σκορπιό με «μάχαιραν αμφίστομον», ως είπε ο Παπά-Ευλάμπιος, να φοβερίζει πως θα τσι σφάξει ούλους. Κι είπε τότες ο παπάς:

«Ετούτος, χωριανοί, είναι ο ίδιος ο Ηρώδης, ο θηριώδης, και θαν αρχινίξει σφαγή νηπίων!».
Μα τον άκουσε ο Σκορπιός κι επροσβλήθηκε, κι είπε του παπά πώς είναι ο Αρχάγγελος Γαβρίλης, που ίδια κι απαράλλαχτα βαστά τη σπάθα στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών. Τούπε τότες κι ο παπάς για να τονε μερέψει:

«Ναίσκε, ο Αρχάγγελος Γαβρίλης είσαι, κι όι ο βερζεβούλης ο Ηρώδης, μόνο να καταλαγιάξεις και να μη φοβερίζεις την Αλισάβη και τα κοπέλια».

Κι ησύχασε ο Σκορπιός. Μόνο που από τότες το χωριό είχε –Θεέ μου συγχώρεσέ με– τέσσερις Αρχαγγέλους: τον Γαβρίλο το Σκορπιό, το Μιχαήλο τον μικιό Σκορπιό κι άλλους δύο ζωγραφιστούς Μιχαήλ και Γαβριήλ, στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών.

Το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως

Και σαν να μην μας εφτάνανε τα μεθύσια του Γαβρίλο, εμέθυσε μιαν αργαδινή κι ο χοίρος ο Σακόραφος. Και να τε πως εγινήκανε τα πράματα:

Ζέστη, απού’ σκα ο τζίτζιρας είχε κείνη την ημέρα και τ’ αγγελούδια πάντα σ’ εκδρομή στσι Μαραθομούρες, με την παραμάνα τους τον χοίρο, που αμολητό ως τον είχανε στη χωράφα, έτρωε σύκα κι απίδια που πέφτανε από τα δεντρά, μα νερό βέβαια δεν είχε. Κι ως εγυρίσανε το βράδυ στο σπίτι, εμπήκε ο χοίρος στο κατώι όπου ήταν η βαρέλα του κρασιού, κι επήγε να ξυστεί στην κάνουλα. Μα με το πήγαιν’-έλα τση ράχης ντου άνοιξε η κάνολα κι επλημμύρισε το κατώι κρασί. Και κορακιασμένος από τη δίψα, ως ήτονε, αρχίνιξε να πίνει, ώστενα που εγίνηκε σκνίπα στο μεθύσι. Κι έτσα ξεκουτουνιασμένος εβγήκε στο τσαρσί και χοροπήδα κι εγιουρούντα στσ’ ανθρώπους, σαν το λιονταρή. Κι είπε τότες ο Μπουρδελέτζος ο Κωστής:

«Ελύσσιαξε, μωρέ, ο χοίρος ο Σακόραφος και θα μασέ καταλύσει!».

Τέτοιο πράμα δε μας είχε ξανασυμβεί, κι όπως δεν εκατέχαμε το αίτιο για τα καμώματα του γουρουνιού, γιατί μόνο αργά το μάθαμε από το Σκορπιό, εμιστοπιστέψαμε το Χρουσό το ζαβό, τον Ονειροκρίτη, ως το λέγαμε, γιατί εξήγα και τα ονείρατα, που είπε πως:
«Ετούτονά δα ’ναι, κακονίζικα, το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως!».

Κι ένα-δυο γυναίκες εκάμανε το σταυρόν τους, κι είπανε και το «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Μα ως επήγε ο χοίρος να γιουρουντίξει του Γιώργη του Καραγκιουλέ, δεν τάχασε ο Καραγκιουλές, μηδέ πίστεψε πως είναι το τέρας τσ’ Αποκάλυψης, μα του’ δωκε μια χουρχουδέ με τη φορφωτήρα του γαϊδάρου του και τον εσιχτίρισε:
«Aσιχτίρ, Σακόραφε, που θα μου κάνεις εμένα το νταή!».

Μ’ αυτά τα σιχτιρίσματα του Καραγκιουλέ μάς τα μπλέξανε πάλι χειρότερα τα πράματα. Γιατί, στην ώρ’ απάνω, το ’καμε ο δαίμονας να περνά με τη δικολογιά του από την πλατέα ο αληθινός Σακόραφος, ο παιδονόμος του σχολειού. Κι επροσβλήθηκε βέβαια ο άνθρωπος κι είπε του Καραγκιουλέ ν’ αναμαζώξει τη γλώσσαν του ο ανεμογάμης. Κι εχύμηξε ο γεις τ’ αλλουνού και με τσ’ αμπωχτές τωνε φουκαρώσανε στο διπλανό καφενείο του Φραγκιού, και νταραγκουνήσανε την κονσόλα με τ’ ανθοδοχείο τση Φραγκιούδαινας κι έπεσε στσι κεφαλές τωνε το γυαλί με τα πούλουδα και τα νερά και τσι ’καμε σιχριντί μπερμπελέσι. Εμπήκανε ωστόσο στο χορό, για να υπερασπιστούνε το Σακόραφο, η δικολογιά του και ο παπάς, γιατί του κατέβαζε ο Καραγκιουλές τα εικονίσματα με τα γαμοσταυρίδια του, κι όξω στην πλατέα αρχινίξανε το χαβαλέ τους τα κοπέλια, που βολοσέρνανε μια λαμαρίνα, κι εκάνανε ένα διαόλου γουργουλέ απού ξεσήκωσε το χωριό στο πόδι κι εκατέβηκε συγκλώναρο στο τσαρσί. Και καλά που μπήκανε στη μέση οι γυναίκες, που φωνάζανε στσ’ άντρες τωνε:
«Για όνομα του Θεού, κάμετε!».

Εφοβέρισε κι ο παπάς πώς θα κάμει γενικόν αφορεσμό, σα δε φοβούνται οι γουρσουλαμάδες τσ’ Αγίους να βλαστημούνε σαν τζι Χαλιχούτηδες, όξω από την εκκλησία των Ταξιαρχών. Κι ετσά καταλαγιάξανε.

Μα ο άλλος Σακόραφος, ο χοίρος, δεν είχε ησυχασμό, γιατί, εξόν το μεθύσι του, τον είχε ζωγλάνει η φορφωτήρα που του’ παιξε ο Καραγκιουλές. Μα ’μπεψε ο Θεός και φάνηκε τ’αφεντικό του ο Σκορπιός, που μας εφώναξε να μην το πειράξομε το ζώο, γιατί δεν είν’ ευτό δαιμονισμένο, παρά ’ναι μεθυσμένο, κι ό,τι κάνει το μεθύσι του το κάνει.

«Αφερίμ, μωρέ», του ’πε τότες ο παπα-Ευλάμπιος. «Δε μας έφτανες του λόγου σου, τζιλικουντάνη, παρά θάν’ έχομε ’δα και τα μεθύσια του χοίρου σου!».

Μα με το να δει το γουρούνι τ’ αφεντικό του, εμέρεψε κι έθεκε να κοιμηθεί στο πεζοδρόμι, κι άνθρωπος δεν το πείραξε, γιατί φοβούμασταν μην ξυπνήσει και τ’ απανωδιώξει και μάσε γιουρουντήξει πάλι…

Φιλώ σας κατακούτελα
Ο ΓΕΡΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
και ο γραμματικός του
Χαράλαμπος Μπουρνάζος



Και μια τελευταία σημείωση: Στο Λεξικό Δημητράκου βρίσκω επίσης τον γυναικονόμο, που είναι "ο άρχων εν Αθήναις εντεταλμένος ειδικώς την εποπτείαν των ηθών και της ευκοσμίας των γυναικών". 
Δίνω ιδέες;

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Η μπαλάντα του ξενιτεμένου, του Νάνου Βαλαωρίτη



Η μπαλάντα του ξενιτεμένου

                                            για τον Κωσταντίνο Ν.

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.

Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;

Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.

Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.

Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.

Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.
6.5.1983
(Από τα "Ανιδεογράμματα", Καστανιώτης, 1996).


Ξεφυλλίζοντας από το Διαδίκτυο το βιβλίο για τη γενιά μπιτ στο Σαν Φρανσίσκο (Φερλινγκέτι, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ κ.ά. κι ανάμεσά τους ο Νάνος Βαλαωρίτης) με τίτλο The Beat Generation in San Francisco: A Literary Tour, διαβάζω ότι τον Απρίλιο του 1972 το βιβλιοπωλείο και εκδοτικό City Lights διοργάνωσε ποιητική βραδιά με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ελληνική αντίσταση απέναντι στο χουντικό καθεστώς, με την παρουσία συγγραφέων και από την Ελλάδα. Στην εκδήλωση συμμετείχαν πολλοί εκπρόσωποι της γενιάς μπίτ της πόλης και ανάμεσά τους ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο Λώρενς Φερλινγκέτι. Ο τελευταίος, μάλιστα, διάβασε το ποίημά του "40 αλλόκοτες ερωτήσεις για το καθεστώς στην Ελλάδα και ένας λυγμός για ελευθερία", όπου μια ερώτηση ήταν: "Από πού θα πάρουμε το πλοίο για την Πολιτεία του Πλάτωνα;"

Από πού;

................................................................................................

Σημείωση: Είχα ήδη γράψει και παλιότερα (εδώ και εδώ) για τον Αμερικανό προοδευτικό ποιητή και διανοούμενο Λώρενς Φερλινγκέτι και για το City Lights, το ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο και εκδοτικό που άνοιξε ο ίδιος το 1953 και λειτουργεί ακόμη.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

Ο Μπαλζάκ περί δημοσιογραφίας και ελευθερίας του Τύπου




Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον μα και επίκαιρο ένα κείμενο του Μπαλζάκ για τη δημοσιογραφία γραμμένο το 1842, όπως το μετέφρασε ο Κώστας Κουτσουρέλης. Το αντέγραψα από το ιστολόγιο του Νέον Πλανόδιον που διευθύνει ο ίδιος. 

Μπαλζάκ, Περί δημοσιογραφίας 

Τον Τύπο τον εξολοθρεύεις με τον ίδιο τρόπο που εξολοθρεύεις μια κοινωνία: αφήνοντάς τον ολότελα ελεύθερο. 

Eφημερίδα που δεν αυξάνει τους συνδρομητές της, όσους και να ’χει βρίσκεται σε παρακμή. 

Χτύπα πρώτα, εξηγείς μετά. Το δυσφημίζειν και το συκοφαντείν δεν είναι ποινικώς κολάσιμα.

Με τα δώδεκα ή δεκαπέντε φράγκα του τον μήνα ο συνδρομητής τιμά το «Γνώμη μας είναι φυσικά η δική σας».

Ελεύθερος είναι ο Τύπος μόνο απέναντι στους αδύναμους και τους απροστάτευτους.

Ο Τύπος μοιάζει με γυναίκα: υπέροχη όταν ψεύδεται, δεν παραιτείται μέχρι να αναγκαστείς να την πιστέψεις. Και το κοινό, σαν αγαθιάρης σύζυγος, πάντα υποκύπτει. 

Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Monographie de la presse parisienne, 1843 (μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης).

Τα σχόλια περιττεύουν. 
Ενδιαφέρον και το αξίωμα κάτω από την εικόνα, μια από τις πολλές χαρακτηριστικές εικόνες του πρωτότυπου βιβλίου. Σήμερα, στην τηλεόραση σίγουρα, αντί για κρινολίνα συναντάμε "γλάστρες" (Ξεφυλλίστε ολόκληρο το βιβλίο εδώ). 

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Της αγάπης την ουσία τη μετρώ στην απουσία


Της αγάπης την ουσία
τη μετρώ στην απουσία


Πόση αλήθεια κρύβουν τα λόγια τούτα που έγραψε ο Μίλτος Πασχαλίδης και τραγούδησε ο αγαπητός μας Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Και τώρα, η απουσία του Λαυρέντη, η ξαφνική, η παντοτινή, μας γεμίζει θλίψη και παράπονο και ανασφάλεια. 

Όμως, ας αφήσουμε τους πολύ κοντινούς του ανθρώπους να νιώσουν αυτή την ουσία της αγάπης από την απουσία του, είναι γι' αυτούς και γι' αυτές πόνος αβάσταχτος, η απουσία του θ' αναμετρηθεί με την ουσία της αγάπης, είναι αλήθεια.

Κι εμείς προσπαθούμε να δεχτούμε την απουσία, θα θυμόμαστε όμως το γέλιο του, εκείνο το μόνιμο καλοσυνάτο χαμόγελο και θα τραγουδάμε τα τραγούδια του. Βλέπω εικόνες από τη συναυλία στο Λυκαβηττό του 2008, εκατοντάδες ο κόσμος όρθιοι, νέοι οι περισσότεροι, έχουν ξεσηκωθεί, τραγουδούν και χοροπηδούν. Ας θυμόμαστε τον Λαυρέντη έτσι, όπως τότε, όπως κάθε φορά, ας τραγουδήσουμε τώρα τον Τούρκο στο Παρίσι (μουσική δική του, στίχοι του Ισαάκ Σούση).
Καλό σου ταξίδι τερμίτη Λαυρέντη!



Μου γράφεις δε θα `ρθεις για διακοπές
χρωστάς μαθήματα μου λες
φωτογραφίες στέλνεις απ’ το Λούβρο
και άλλες με τον γάτο σου τον Τούρκο
ο Τούρκος να πηδάει στα σκαλιά
και ύστερα παιχνίδια να σου κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
στη γάμπα σου να τρέμει μια ουρά
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Μου γράφεις πως σου έλειψα πολύ
μου στέλνεις χάρτινο φιλί
το χρόνο σου μετράς για το πτυχίο
το γράμμα μου σου φάνηκε αστείο
κι ο Τούρκος στη μοκέτα αραχτός
φιλίες με τους Γάλλους σου να πιάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει
να πίνει και να τρώει ό,τι τρως
αυτός ο Τούρκος Τούρκο θα με κάνει

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Συγχώρα με που γίνομαι μικρός
μα η ανάγκη να σε νιώσω είναι μεγάλη
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι
μακριά σου νιαουρίζω μοναχός
μα c’ est la vie που λένε και οι Γάλλοι

Ζηλεύω το μικρό σου το γατί
στα πόδια σου κοιμάται όταν διαβάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις
δεν ξέρω αν κοιμάστε και μαζί
ή μ’ άλλον στο κρεβάτι τον αλλάζεις

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

Το Διεθνές Συνέδριο Βιβλιοθηκών της IFLA στην Αθήνα




Ξεκινά σήμερα τις εργασίες του στην Αθήνα το 85ο Συνέδριο της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ενώσεων Βιβλιοθηκών και Ιδρυμάτων IFLA (International Federation of Library Associations and Institutions) με την υποστήριξη της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ) και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας. Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και θα διαρκέσει μέχρι την Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019.

Θέμα του είναι “Libraries: dialogue for change” (Βιβλιοθήκες: διάλογος για αλλαγή). Γίνεται αντιληπτό ότι το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού είναι υπαρκτός ο προβληματισμός για τον ρόλο των βιβλιοθηκών στη σημερινή εποχή. Η εποχή μας δεν χαρακτηρίζεται απλώς από την τεχνολογική επανάσταση με την εξέλιξη των τεχνολογιών πληροφορικής και πληροφόρησης, όπως σημειώναμε πριν από μερικές δεκαετίες και όπου οι βιβλιοθήκες ήταν πρωτοπόρες στην αξιοποίηση αλλά και στη συμβολή της περαιτέρω ανάπτυξής τους· σήμερα, οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών αναπτύσσονται συνεχώς και εξελίσσονται ταχύτατα, όμως αυτό που κυριαρχεί (λόγω και αυτών των τεχνολογικών επιτευγμάτων) είναι η δυνατότητα διάχυσης της πληροφόρησης από ποικίλα και διαφορετικά μέσα, θα έλεγα η πραγματική πληροφοριακή έκρηξη (σε σύγκριση με αυτά που λέγαμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αναφερόμενοι στην εκθετική ανάπτυξη της, επιστημονικής κυρίως, πληροφόρησης). Γι’ αυτό θα έλεγα καλύτερα ότι γενικά κυριαρχεί η δυνατότητα διάχυσης κάθε πληροφόρησης με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιαδήποτε μορφή, με κάθε μέσον και με οποιαδήποτε κριτήρια ποιότητας. 

Έτσι, συχνά ακούγεται ο προβληματισμός «και τι χρειάζονται πλέον οι βιβλιοθήκες, αφού όλα τα βρίσκω στο Διαδίκτυο;». Θα απαντούσα ότι δεν είναι έτσι βέβαια, ότι οι βιβλιοθήκες έχουν ως βασικό ρόλο και χαρακτηριστικό την οργανωμένη διαχείριση της ανθρώπινης γνώσης και ότι οι βιβλιοθήκες είναι οι θεσμοί που (από πάντα) έχουν ως κύριο αντικείμενο ενασχόλησης την αλυσίδα διαχείρισης των πληροφοριών (αναζήτηση, ανάκτηση, απόκτηση, συλλογή, επεξεργασία, καταχώριση, αποθήκευση, διάθεση, δημοσιοποίηση, αξιολόγηση), αυτό, δηλαδή, που και σήμερα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, όπως έθιξα και παραπάνω. Θα μπορούσα σε άλλη ανάρτηση να αναλύσω περισσότερο αυτή τη θέση, αλλά και το Διεθνές Συνέδριο της Αθήνας σε αυτά τα ζητήματα ακουμπά, έχοντας βέβαια ως δεδομένο ότι οι βιβλιοθήκες έχουν ρόλο, αλλά ταυτόχρονα και την υποχρέωση ή ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα της εποχής, τεχνολογικά, κοινωνικά, πολιτισμικά κτλ. 

Όπως διαβάζουμε στο Δελτίο Τύπου της ΕΕΒΕΠ

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συνέδρων θα βρεθούν για επτά ημέρες ζητήματα όπως: η στάση των βιβλιοθηκών και της IFLA απέναντι σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές, η συμβολή της τεχνολογίας στην ανοιχτή προσβασιμότητα στην πληροφορία, ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην ανάπτυξη της έρευνας και των επιστημών, αλλά και στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής (υγεία, βιοεπιστήμες). Εξάλλου, στις θεματικές του συνεδρίου διερευνάται και ο νέος ρόλος των βιβλιοθηκονόμων για την προώθηση της ερευνητικής διαδικασίας, αλλά και η ευελιξία που πρέπει πλέον να διαθέτουν στα νέα τεχνολογικά δεδομένα, προκειμένου να είναι σε θέση να αλληλεπιδρούν με την κοινωνία μέσω αποτελεσματικών μεθόδων διάχυσης της γνώσης.

Είναι μεγάλο και σημαντικό συνέδριο, ήταν φιλόδοξη η πρωτοβουλία ανάληψης αυτής της διοργάνωσης, νομίζω όμως και ελπίζω ότι το μεράκι των ελληνικών φορέων που είχαν την τόλμη, με τη συνεισφορά των 250 εθελοντών και με την οικονομική υποστήριξη αρκετών ιδρυμάτων και εταιρειών, θα έχει αποτελέσματα και ότι το συνέδριο θα δώσει θετικά και χρήσιμα στοιχεία και για τον τόπο μας, για τις βιβλιοθήκες και, κυρίως, για τη δυνατότητα αλλά και την ανάγκη οι βιβλιοθήκες να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στα εκπαιδευτικά, κοινωνικά, πολιτισμικά κ.ά. ζητήματα που μας αφορούν. Άποψή μου είναι ότι έχουμε βιβλιοθήκες, ότι τα τελευταία 50 χρόνια οι ελληνικές βιβλιοθήκες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο και δεν υστερούν (λειτουργικά, τεχνολογικά κτλ.) από βιβλιοθήκες άλλων χωρών, ότι οι βιβλιοθηκονόμοι και μάλιστα οι νέες γενιές βιβλιοθηκονόμων είναι εκπαιδευμένοι και εξαιρετικά ενημερωμένοι γύρω από τις διεθνείς εξελίξεις· δεν είμαι όμως σίγουρη ότι ο βαθμός προσέγγισης χρηστών (επισκεπτών) είναι ανάλογος και αυτό δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, μόνο (ή τόσο) στις βιβλιοθήκες και το προσωπικό τους, αλλά είναι γενικότερο ζήτημα που αφορά την οικογένεια, το σχολείο, την Πολιτεία, δηλαδή την ευαισθησία όλων μας απέναντι στο θεσμό της βιβλιοθήκης, την ανάγκη μας να επισκεφθούμε και να χρησιμοποιήσουμε μια βιβλιοθήκη – όταν μάλιστα πλέον και … τα παιδιά κάνουν τις εργασίες τους με υλικό από το Διαδίκτυο! 

Πολλά ζητήματα, σκόρπιες σκέψεις, εξάλλου έχω γράψει κι άλλες φορές απόψεις μου (βλ. βιβλιοθήκες). Σήμερα είναι η πρώτη μέρα ενός μεγάλου σημαντικού Συνεδρίου, στο τέλος θα περιμένουμε και τα ειδικότερα συμπεράσματα. Το Συνέδριο είναι και μια γιορτή, είναι μια ευκαιρία συνάντησης ανθρώπων από όλα τα μέρη της γης, θα συμμετάσχουν 3.500 σύνεδροι από 135 χώρες, ευτυχώς, δεν υπάρχουν ζητήματα διακρίσεων, η IFLA είναι φορέας με δημοκρατικές, ανθρωπιστικές ευαισθησίες (θα μπορούσε, αλήθεια, να είναι διαφορετικά για έναν θεσμό σχετικό με βιβλιοθήκες, όταν η βιβλιοθήκη είναι η ίδια φορέας δημοκρατίας ως φορέας γνώσης και πληροφορίας;). Έχω αντίστοιχη εμπειρία από τη συμμετοχή μου στο 62ο Συνέδριο το 1996 στο Πεκίνο (όπου, μάλιστα, συμμετείχα σε μια συζήτηση για την γκρίζα βιβλιογραφία στην επιστήμη και την τεχνολογία, τη βιβλιογραφία που δεν εκδίδεται από τυπικούς εμπορικούς εκδοτικούς φορείς, ενώ σε πόστερ παρουσίασα το σύστημα εικονικών βιβλιοθηκών του ΤΕΕ). Ήταν και τότε μια γιορτή και ήταν επίσης μια ευκαιρία γνωριμίας με τη χώρα φιλοξενίας. Έτσι και τώρα. Ας ευχηθούμε καλή επιτυχία και βέβαια καλή δύναμη στους διοργανωτές. 

Περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο: https://2019.ifla.org/