Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό





Μια φορά κι έναν καιρό στον τόπο τούτο το μικρό
Ζούσαν κάτι φουκαράδες, οι ραγιάδες
Κοτσαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες 
κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα

Τη δεκάτη ο τσιφλικάς, δως του κόψιμο ο πασάς
κι υπαγόρευε το ράσο, σφάξε με αγάμ' ν' αγιάσω
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
Κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα

Έτσι τρεις από κοινού πίναν το αίμα του λαού 
Αφού τότε τσιφλικάδες ήσανε οι μπουρζουάδες 
Κοτσαμπάσηδες πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες 
Κυβερνούσανε τη χώρα, καλή ώρα


(Στίχοι: Μήτσος Ευθυμιάδης Μουσική: Χρήστος Λεοντής Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς. Το κομμάτι είναι απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Μήτσου Ευθυμιάδη: "Προστάτες", που ανέβηκε στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης το 1975, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν).
 
Σε μια παρουσίαση πριν από μερικά χρόνια, ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής σημείωσε (με νόημα;) ότι ... καμιά φορά η ιστορία μπορεί και να επαναλαμβάνεται. Δεν το ευχόμαστε. Καλή μας τύχη! 
 

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Έτσι μύριζε το ύστερα από μια μικρή ανοιξιάτικη βροχή: από τον Μίκη στη Μυρτώ





Στη Μυρτώ

22.ΙV.46


Θυμάμαι πως μου είπες μια λέξη
Κι εγώ έκοψα λίγο χορτάρι
με τις ρίζες γιομάτες από χώμα
να τρίψω την καρδιά μου να ευωδιάσει.

Σου είπα πως όταν ήμουνα παιδί
μου άρεσε να τυλίγομαι μες στο χώμα
και να μιλώ με τις μακριές σκουληκαντέρες
για τα μυστικά της γης.
Μου φέρνει η κάθε μια κι από ‘να μήνυμα
κι η φωνίτσα τους χάνεται μες στο θόρυβο
που κάνουν οι λογής-λογής ρίζες
καθώς χώνουνται όλο και βαθύτερα μες στη γης.
Πώς τρομάζαμε όταν έσκαγε κάποιος σπόρος
και ξεπήδαγε καινούριο φυτό...

Όχι δε μου άρεσε να κοιτάζω τ’ αστέρια
μου φαίνονταν σαν πολύ μακρινά και ξένα
ο Ήλιος μου αρέσει πιο πολύ
ιδίως όταν το καλοκαίρι οι αχτίδες του
χορεύουν πάνω στο δέρμα
τραγουδώντας ένα παράξενο τραγούδι
που τα λόγια του χάνουνται τώρα
βαθειά μες στη μνήμη μου.
............................................


Στο παραπάνω ποίημα, αφιερωμένο σε μια Μυρτώ, ο συντάκτης του ήταν μόλις 21 ετών και υπογράφει ως Μιχ. Γ. Θεοδωράκης. Προφανώς είναι ο Μίκης και το ποίημα το αφιερώνει στην αγαπημένη του Μυρτώ, τότε φοιτήτρια Ιατρικής. Ολόκληρο το ποίημα εδώ: http://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4493.

Της έχει επίσης αφιερώσει τέσσερα τραγούδια σε ποίηση δική του και του Λορέντζου Μαβίλη. Διαβάζουμε για το έργο αυτό από το κανάλι του Γιώργου Βιδάκη στο youtube:

Ο κύκλος τραγουδιών Έρως και θάνατος, είναι ένα από τα πλέον προσωπικά του συνθέτη. Πρόκειται για τέσσερα τραγούδια αφιερωμένα στη Μυρτώ Αλτίνογλου, σύντροφο ζωής του δημιουργού. Το πρώτο, Απρίλης, το συνέθεσε σε δικούς του στίχους στις 8 Απριλίου 1945, όπως αποκαλύπτει η ιδιόχειρη αφιέρωσή του, περιμένοντας τη Μυρτώ στη στροφή της Νέας Σμύρνης. Το δεύτερο, το Αν Γυρεύεις απ’ τον Ήλιο τη Χαρά, γεννήθηκε λίγες μέρες αργότερα, πάλι σε στίχους δικούς του. Και τα δυο είναι αμιγώς ερωτικά. Όταν το 1948, εκτοπισμένος στη Δάφνη της Ικαρίας, γνώρισε τα σονέτα του Λορέντζου Μαβίλη (1860-1912), μελοποίησε δυο από αυτά, που γράφτηκαν το 1896: το Έρως και θάνατος και τη γνωστή Λήθη (Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε...), η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο μουσικού πόθου και άλλων Ελλήνων συνθετών.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Η εξόντωση από τους Ναζί των 82 παιδιών του Λίντιτσε τον Ιούλιο του 1942: αφιερωμένο στα παιδιά που εμφανίζονται σε προεκλογικό σποτ


Η εξόντωση των 82 παιδιών του Λίντιτσε τον Ιούλιο 1942 - έργο της Marie Uchytilova

Για να μην ξεχνιόμαστε. Εξόντωσαν τους άντρες του χωριού, έκλεισαν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μάζεψαν τα παιδιά, κάποια τα έστειλαν σε γερμανικές οικογένειες να γίνουν γνήσια γερμανάκια της άριας φυλής, τα υπόλοιπα 82, 42 κορίτσια και 40 αγόρια, 1-16 χρονών, τα εξόντωσαν με δηλητηριώδη αέρια. Και η αιτία, ή μάλλον η αφορμή; Η θανάτωση του Reinhard Heydrich, ανώτατου στελέχους των Ες Ες, δεύτερου στην ιεραρχία μετά τον Χίμλερ, του δήμιου (henker) όπως ήταν γνωστός, του εμπνευστή της Τελικής Λύσης.

Και πού έγινε; Στην Κάνδανο; Στη Βιάννο; Στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο; Στο Οραντούρ ή στο Μαρσουλά; Έγινε στο μικρό χωριό Λίντιτσε 20 χιλιόμετρα έξω από την Πράγα. Πόσο μοιάζουν οι ιστορίες... Το χωριό ερήμωσε. 



Το 1943, ο Τσέχος μουσικός Bohuslav Martinů συνέθεσε ένα μικρό ορχηστρικό έργο 8 λεπτών στη μνήμη των παιδιών του Λίντιτσε.

Τα παιδιά του Λίντιτσε με το δάσκαλό τους, δυο μέρες πριν από τη σφαγή του 1942 (Πηγή)

Το χωριό ερήμωσε το 1942. Προς τα τέλη της δεκαετίας του '60, η Τσέχα γλύπτρια Marie Uchytilova φιλοτέχνησε τις 82 φιγούρες των παιδιών του Λίντιτσε και το χωριό ξαναζωντάνεψε σαν ένα υπαίθριο μουσείο για να κρατά τη μνήμη ξύπνια, ζωντανή. Θυμήθηκα τα στοιβαγμένα παιδάκια στο καμιόνι να οδηγούνται στο δάσος για εκτέλεση μια νύχτα του 41 σ' ένα χωριό της Ουκρανίας, έτσι όπως τα περιγράφει ο Πιέρ Πεζί στο "Γέλιο του δράκου". Η κτηνωδία του φασισμού δεν έχει όρια.

Πόσο λυπάμαι που βλέπω το προεκλογικό σποτ της Χρυσής Αυγής να το υποστηρίζουν παιδιά, είναι παιδιά στην ίδια ηλικία με αυτά που εξοντώθηκαν με αέρια, έτσι χωρίς λόγο, γιατί ήταν εβραιάκια, γιατί δεν ανήκαν στην άρια φυλή, γιατί δεν ήταν χριστιανάκια, γιατί ήταν ξένα, έτσι όπως βάζουν στο στόμα των σημερινών αυτών παιδιών να λένε, μίσος και χολή και ψέματα γεμίζουν την εύπλαστη ψυχή τους. Τι κρίμα!

Παιδιά,  ο φασισμός και ο ναζισμός δεν έχουν θέση στην καρδιά σας. Σκεφτείτε τα παιδιά του Lidice. Ήταν μια μέρα σαν και σήμερα που οι ναζί τα εξόντωσαν σε θαλάμους αερίων! Γιατί;

Τα παιδιά του Lidice
 

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Γυρίζει τις πλατείες και ζητιανεύει βλέμματα η Ελένη Μαρινάκη στο "Μετράω ως το δέκα"



... Ύστερα έρχεται να με κοιμίσει. Μετράω ως το δέκα και ξυπνώ...

Μετράει ως το δέκα και θυμίζεται εικόνες από την παιδική της ηλικία. Μετράει ως το δέκα και μας αποκαλύπτει έναν κόσμο που τον έχουμε κι εμείς δίπλα μας, ίδιο κι απαράλλαχτο ή και λίγο διαφορετικό, τι σημασία έχει.

Η Ρίτα όλη μέρα πλένει και καθαρίζει τα πα-
τώματα, ταϊζει την κυρία Αριστέα στο καρο-
τσάκι,  τεντώνει  την μπουγάδα στην   απλώ-
στρα.  Το βράδυ που  τελειώνει τις δουλειές,
ανοίγει  τη  φωτογραφία  στο  ντουλάπι  και
παίζει  τόπι  με τον μικρό Θωμά τον  γιο της
που την περιμένει χρόνια να γυρίσει στο σπί-
τι τους.

Η Ελένη Μαρινάκη περιγράφει καθημερινές εικόνες από το σήμερα και το χθες, το δικό της και τόσο πολύ δικό μας επίσης. Η Ρίτα, τι σημασία έχει από ποια χώρα, είναι η δική μας Αντωνία από τη Βουλγαρία, έπλενε, άπλωνε, καθάριζε, τάιζε την κυρία Ιωάννα μέχρι που η ίδια τη βρήκε μέσα στη μαύρη νύχτα πεθαμένη δεν είχε μικρά παιδιά, να την περιμένουν η Αντωνία, την περίμεναν όμως τα εγγόνια της, και σ' αυτά γύρισε μετά από 20 χρόνια!

Ποιητικά πεζά ή πεζά ποιήματα είναι τα κείμενα της τελευταίας συλλογής της σπουδαίας Χανιώτισσας ποιήτριας Ελένης Μαρινάκη "Μετράω ως το δέκα" (Μελάνι, 2018), αφιερωμένη μάλιστα, νομίζω όχι τυχαία, στην επίσης Χανιώτισσα, κορυφαία συγγραφέα Μάρω Δούκα. (Θυμίζω αντίστοιχα τα ποιήματα του Διονύση Καψάλη στη συλλογή "Μαύρη καγκελόπορτα", εικόνες κι εκεί από το χθες και το σήμερα του ποιητή).

Τα λόγια της είναι σαν να φωτογραφίζουν δικές μας, προσωπικές, μοναδικές στιγμές.

.................... Θυμάμαι εκείνα τα χρυσόχαρ-
τα, περιτυλίγματα από φτηνά σοκολατάκια
που τα μαζεύανε στο  δρόμο τα παιδιά  και
στόλιζαν το δέντρο.

Μνήμες, όνειρα, εικόνες στον ύπνο και στο ξύπνιο, εικόνες και όνειρα που σβήνουν, εικόνες βγαλμένες λες από φιγούρες του Παπαδιαμάντη ή του Βιζυηνού.

Η Θεανώ κοιμάται με  τις κότες  σ' ένα πα-
ράπηγμα. Φορά χειμώνα καλοκαίρι τα ίδια
ρούχα και  στο κεφάλι  της μαύρο  μαντήλι.
.....................................................................
Ένα  πρωί την  πήγαν με το ζόρι στο νοσοκο-
μείο. Δεν την ξανάδα από τότε μα έρχεται κα-
μιά  φορά στον ύπνο και μου ζητά κρύο νερό.

Κι άλλο:

Η Αργυρώ με τα καμένα δάχτυλα έχει καλύ-
βες  στον βυθό, χορταριασμένους  δρόμους
στο λιβάδι. Έχει δωμάτιο τη νύχτα. Δεν ξέρει
να  μιλά σωστά, κάνει  νοήματα  στους  γλά-
ρους,  μοιράζει φέτες το φεγγάρι στα παιδιά
και ονειρεύεται να μην ξυπνήσει. Η Αργυρώ
που δεν ξεχνά.

Κι άλλο:

Λέγανε πως  γεννήθηκε  χωρίς φωνή.  Ήρθε
χειμώνα στο χωριό και κρύφτηκε σε μια γω-
νιά στο χάλασμα..........................................
.........  ....Κάποτε τη συνάντησα κι εγώ  και
τέλειωσε το καλοκαίρι.

Ευαίσθητη και τρυφερή

Τα μεσημέρια της Κυριακής πηγαίνω με τη
θεία  μου  στις φυλακές.  Φορώ το κόκκινο
φουστάνι και την κορδέλα στα μαλλιά. Μοι-
ράζουμε  τσιγάρα  και γλυκά.  Πίσω από τα 
κάγκελα μας πριονίζουν με τα μάτια οι φυ-
λακισμένοι. Λέω  το  ποίημα χωρίς φωνή...

Η Μαρινάκη, είναι σαν να κάνει πράξη αυτό που λέει για τη γενέθλια πόλη μας, τα Χανιά, στη συλλογή “Περνώντας βάφεσαι μπλε”:

Στους δρόμους σου έχουμε ξεχαστεί από καιρό
περιηγητές της παιδικής σου ηλικίας
ερασιτέχνες αλιείς εικόνων
με ήλιο και σκιά
φωτογράφοι της ζωής σου
πλανόδιοι, μικροπωλητές στα πανηγύρια...


Μετρά ως το δέκα και ξυπνά.

Πατώ ένα κουμπί και σβήνει τ' όνειρο.

....................Πάνω στο λόφο ένα μεση-
μέρι την παραδώσαμε στα σύννεφα.

.......................Βγαίνει ξημέρωμα στους
δρόμους και μαζεύει έλεος.

Αν τύχει στο δρόμο να σας κοιτάζει σα χαμένο ένα παιδί, σκεφτείτε τον Ίβο:

Δεν είναι ούτε δώδεκα χρονώ ο Ίβο και ήρθε
από τα βόρεια κρυμμένος σ΄ένα φορτηγό.
.......................................................................
Μ' ένα ξυπόλητο παλτό γυρίζει τώρα στις
πλατείες και ζητιανεύει βλέμματα.

Κοιτάξτε το κι εσείς και χαμογελάστε του...

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

Η Σαπφέτ Νοτερό και τα ... λευκά πανωφόρια



Ήταν μια μέρα σαν τη σημερινή το 1985 που έφυγε η Σαπφώ Νοταρά, η ωραία άσχημη του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Είχε γεννηθεί το 1907, στο Ηράκλειο της Κρήτης ή, κατ' άλλους στα Ιωάννινα. 

Θυμάμαι τη συμμετοχή της στην Πορνογραφία του Μάνου Χατζηδάκη, όπου τραγούδησε μαζί με τον  Ηλία Λιούγκο το τραγούδι "Στην οδό του Μπλαμαντό" (Στίχοι του Jean Paul Sartre σε ελληνική απόδοση από τον Αλέξη Σολομό). 

Στην οδό του Μπλαμαντώ
έχουν στήσει τα πατάρια
και ακονίσαν τα ξινάρια
για να κόψουν τα κεφάλια.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
πάν’ οι δήμιοι στη δουλειά τους
δε σας λέω χωρατό
για να κόψουν Πατριάρχους
και Στρατάρχους και Ναυάρχους.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
φτάνουν οι κυρίες σωρό
οι λουσάτες με τα βέλο
μα τους λείπει το τσερβέλο
και μαζί και το καπέλο.
Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ




Για το δρομάκι του Μπλαμαντό, Rue des Blancs-Manteaux στα γαλλικά, η ιστορία του μας πάει πίσω στον 13ο αιώνα, όπου ήταν αγορά με την Παναγία των Λευκών Πανωφοριών στο κέντρο - 
Notre-Dame-des-Blancs-Manteaux. 

Λένε ότι πήρε την ονομασία από τους ζητιάνους  μοναχούς της περιοχής με τα λευκά πανωφόρια (πληροφορίες στα ελληνικά υπάρχουν εδώ http://katoptra.blogspot.com/2014/12/blog-post_19.html, και πληρέστερη ενημέρωση στα γαλλικά εδώ https://www.wikiwand.com/fr/Blancs-Manteaux).

Το τραγούδι γράφτηκε το 1944 από τον Σαρτρ πάνω σε μουσική του Γάλλου, ουγγρικής καταγωγής, συνθέτη  Joseph Kosma. Το τραγούδησε πρώτη η θρυλική (για μένα τουλάχιστον) Ζυλιέτ Γκρεκό το 1950 (περισσότερα εδώ https://www.wikiwand.com/fr/Rue_des_Blancs-Manteaux_(chanson)).





Ας ξαναγυρίσουμε στη Σαπφώ Νοταρά ή... Σαπφέτ Νοτερό, που λέει ένα άλλο τραγούδι της Πορνογραφίας με τίτλο "Σχόλιο Για Την Περίπτωση Της Σαπφέτ Νοτερό" (το τραγούδησαν ο Λιούγκος με τη Μαριάνα Ευστρατίου (σε στίχους του Άρη Δαβαράκη, εκτέλεση εδώ).

Η εικόνα παραπάνω είναι το σκίτσο της δεσποινίδος Σαπφώς Νοταρά από την παράσταση «Το δικαίωμα της πρώτης νύχτας» που ανέβηκε το 1933 από το Λαϊκό Θέατρο του Βασίλη Ρώτα (πληροφορίες εδώ). Το έργο ήταν του εθνικού ποιητή της Ουκρανίας Τάρας Σεβτσένκο .


Από ένα ψάξιμο στη βιβλιογραφία, βρίσκουμε τη Σαπφώ Νοταρά να παίζει στο Λαϊκό θέατρο του Ρώτα ήδη από το 1931 στο έργο του Ίψεν "Εχθρός του λαού" (μετάφραση/σκηνοθεσία και πρωταγωνιστικός ρόλος από Βασίλη Ρώτα). Τη βρίσκουμε επίσης να παίζει στα Χανιά το 1937 στους "Βρυκόλακες" του Ίψεν με τον θίασο του Κώστα Κροντηρά (όπου έπαιζε και ο Ρώτας). Και φυσικά, η πορεία της ήταν πλούσια μέχρι τέλους. Και να μην ξεχάσουμε, βέβαια, τη συμμετοχή της στη Λιλιπούπολη ως μάγισσα Μπρουνχίλντα.


Στην οδό του Μπλαμαντώ, φτάνουν οι κυρίες σωρό,
οι λουσάτες με τα βέλο, μα τους λείπει το τσερβέλο
και μαζί και το καπέλο!

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Φτωχή Πατρίδα, κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή...


Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! — οι στερνοί.
..............................................................

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:

το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα·
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά

σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.

Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί

στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ —
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.


Απόσπασμα από «Το απομεσήμερο ενός φαύλου» του Γιώργου Σεφέρη, γραμμένο στην πόλη Cava dei Tirreni του Σαλέρνο της Ιταλίας, στις 7 Οκτωβρίου του 1944. Περιέχεται στο "Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄" (Ίκαρος, 1993). 




Είναι, επίσης, το πρώτο τραγούδι στη νέα συλλογή του Νότη Μαυρουδή "Άγρυπνο φεγγάρι" που παρουσιάστηκε χθες βράδυ στον Ιανό. Τραγουδά ο Σωκράτης Μάλαμας. Στο όμορφο βιβλίο-σιντί, περιέχονται όλα τα ποιήματα του δίσκου, έργα των Σαραντάρη, Λαπαθιώτη, Βάρναλη, Πολυδούρη, Καρυωτάκη, Βιζυηνού. Τραγουδούν επίσης Νένα Βενετσάνου, Μόρφω Τσαϊρέλη, Μαρία Θωίδου, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Χρήστος Θηβαίος.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας




..........................

Και Κυριακή.
Πάλι σκοτάδι.


Χαίρετε κύριε Ιάκωβε χαίρετε.

Αυτός που ανακατεύει τα χαρτιά στο τραπέζι απέναντι με την ασήκωτη μάσκα τ’ αστραφτερά του χέρια τα δόντια χαμόγελο χαμόγελο φίλος.

Αυτός που μιλάει και τον ξέρεις δεν ξέρεις ποιος είναι.

Το μαύρο μονοπάτι προκυμαία στη μνήμη. Το σπασμένο φανάρι δεν έχει φανάρι και τούτη η μάντρα πρόχειρος συνοικισμός να προστατέψουμε τα καινούργια πτώματα.

Ξερές αναφορές ξερά υστερόγραφα.

Παγίδες δόκανα καταπαχτές που δεν τις ήξερες δέντρα και μισοσκότεινα αποσπάσματα η τελευταία ζητωκραυγή.

Κι όπως μιλούσαμε ξαφνικά σηκώνεται ο Νικήτας στη μέση της κάμαρας αρπάζει το κεφάλι του σαν τρελός το κεφάλι του έχει πάρει φωτιά τινάζονται πέτρες και σίδερα. Και στάχτη κατόπιν. Που ησυχάζει και ξανακάθεται αμίλητος.

Ύστερα οι νέοι επίδαμνοι οι αγκυλωτοί βασανιστές και η άμυνα γονατισμένη σακατεμένη μη μόναν όψιν.

Ύστερα εκείνο το σύντομο γέλιο όπως ένα ποτήρι που σπάζει.

Ύστερα ο ξεφτισμένος τοίχος οι χαλκάδες στον τοίχο το μυαλό μαλακό μουλιασμένο ματωμένο σφουγγάρι.

Η ενοχή των ενόχων η ενοχή των αθώων.

Η σφαγή των αθώων και το ψέμα ύστερα πάλι το ψέμα η αλήθεια το ψέμα ύστερα η νύχτα κοιμήσου κοιμήσου.

Θα τα ξεχάσεις όλα θα τα ξεχάσεις.

Θα σε σαρώσουν και σένα τα χρόνια σκουπίδι.

Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας.

Μνημεία σιωπηλά που ο κόσμος δεν έχει στάλα νερό.

Τα μεγάλα οράματα των ανθρώπων.

Δρόμοι και χωματόδρομοι πρόχειρα παραπήγματα πιο πίσω οι σκοτεινές ακίνητες τράπεζες.

Πιο πίσω το μαχαίρι καλά τροχισμένο. Χτυπήστε το φίλο σας στο κρυφό μονοπάτι.

Η πλάτη του φίλου σας ξαφνιασμένος σωριάζεται ανάποδα.

Φρικιαστικές ανταποκρίσεις φρικιαστικές σημασίες.

Τα σιδερένια συνθήματα το κατακάθι του σκοταδιού στο σκυλίσιο κεφάλι σου.

Το κατακάθι του έρωτα καθώς οι λέξεις

όπως οι λέξεις

σ’ αυτό το ποίημα το πικρό που γυρίζει ξαφνικά και δαγκώνει την ουρά του.


Τάκη Σινόπουλου "Νύχτες V", από τη συλλογή "Το Χρονικό", Κέδρος, 1975.


Όπως πάντα στην Ιστορία φυσάει διαβολεμένος αέρας...

------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Η παραπάνω εικόνα είναι από τον πίνακα του Βαν Γκογκ "Έναστρη νύχτα" Starry Night. Πληροφορίες για το έργο εδώ και εδώ.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Αναστοχασμός...



Για κάποιο λόγο, τα αποτελέσματα των χθεσινών εκλογών μου έφερε στο νου τους Μοιραίους του Κώστα Βάρναλη, το ποίημα που τραγουδούσαμε στις ταβέρνες εκείνα τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια.

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

Η ποίηση μας δίνει μια ευκαιρία παύσης και αναστοχασμού...


Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

("Μοιραίοι", του Κώστα Βάρναλη. Από την έκδοση με τίτλο "Ποιητικά", Κέδρος 1956, περιλαμβάνει τα μέρη "Το φως που καίει", "Σκλάβοι πολιορκημένοι", "Ποιήματα", αγορασμένο τον Δεκέμβριο του 1974).



Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Τα χέρια της...




Την έφερνα μέχρι το μπάνιο, ακουμπούσε τους αγκώνες στο νιπτήρα για να κρατιέται, δεν μπορούσε να σταθεί, ήθελε όμως να πλένεται, να πλένει το πρόσωπο, να τρίβει τα χέρια το ένα με το άλλο, της άρεσε να τα σαπουνίζει, ένιωθε πως υπήρχε, έκανε μόνη της αυτό που έκανε τόσες και τόσες δεκαετίες, ένιωθε πως ζούσε σαν ένας κανονικός άνθρωπος, κοιταζόταν στον καθρέφτη, ποιος ξέρει τι σκεφτόταν, καμιά φορά κουνούσε το κεφάλι, μια φορά μου είπε "πώς κατάντησα!", της έδινα την πετσέτα να σκουπιστεί, της χτένιζα τα μαλλιά, ένιωθα να μου λέει "άνθρωπος είμαι κι εγώ..."

Α ρε μαμά, κοντεύουν πέντε μήνες...

Από τα χέρα της.
Το στόλισα στη μνήμη της, μέρα της Μητέρας λένε η σημερινή...

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

Α ρε μαμά...


Έβαζες ψεύτικες φωνές,
γελούσες κι έκανες πως κλαις
κι εγώ παιδί, α ρε μαμά.
Πίσω μου τρέχεις μια ζωή
με ένα πιάτο και μια ευχή.
Τότε με κράταγες σφιχτά,
τώρα κοιτάς από μακριά.

Μέσα απ' τα δόντια να μιλάς,
σ' ακούω σαν τώρα, μη με σκας.
Δε θα σε ανεχτεί κανείς,
θα πας χαμένος, θα το δεις, α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Τις πόρτες άνοιγες στο φως,
να μπει ο ήλιος κι ο θεός,
να μας φυλάει, α ρε μαμά.
Τα βράδια ήσουν μια αγκαλιά
κι ανάμεσα απ' τα φιλιά
έκανες τη φωνή λαγού,
το λύκο και την αλεπού.

Και όταν γύριζα αργά,
θα σου τα πάρω τα κλειδιά,
θα βρεις τις πόρτες πια κλειστές,
θα με πεθάνεις, αυτό θες; α ρε μαμά.
Α ρε μαμά.

Ύστερα λόγια στο χαρτί,
συγγνώμη, σ' αγαπώ πολύ,
είμαι εδώ, α ρε μαμά.
Ζωγράφιζες και μια καρδιά,
με νίκαγες με ζαβολιά
κι έβαζες πάντα στο πικάπ το δίσκο με το Άβε Μαρία.
Άβε Μαρία.

Χανόσουνα στη μουσική,
εσύ γινόσουν το παιδί
κι εγώ ένας άγγελος στη γη
να σε προσέχω μια ζωή.

Μαμά που πας;
Που πας μαμά;
Μαμά που πας;



Έτσι τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το τραγούδι για τη Μαμά με τα λόγια του Οδυσσέα Ιωάννου, αποδίδοντας στα ελληνικά το ομώνυμο τραγούδι του Σαρλ Αζναβούρ.



Α ρε μαμά, α ρε μαμά...

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Δος μοι τούτον τον ξένον...


Η Παναγία των άλλων (έργο του Αλέξανδρου Ανδρουλάκη)

…δός μοι τούτον τον ξένον,
τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω·
δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον,

όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους…

Ο Αριμαθαίας Ιωσήφ ζητά από τον Πιλάτο το σώμα του ξένου για να το θάψει. Όπως η Αντιγόνη ζήτησε να θάψει τον αδερφό της. Όμως εδώ ζητά να θάψει τον ξένο, που "ουκ έχει την κεφαλὴν πού κλίναι".  Ύμνος στην ξενοφοβία, στο ξενίζειν πτωχούς και ξένους.

Μακάρι να ήταν τα λόγια τούτα οδηγοί στον κόσμο που ζούμε!

Περιμένοντας ν' ακούσουν τη δέηση υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων προγόνων τους.
Μεγάλη Παρασκευή στο νεκροταφείο του χωριού. 

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Το κούφιο Τίποτε φαιδρό με κορδωμένο βήμα...



Με όλα αυτά απόκαμα, ζητάω να αναπαυτώ στο μνήμα:
Να βλέπω, λέω την αρετή ζητιάνα γεννημένη,
Το κούφιο Τίποτε φαιδρό με κορδωμένο βήμα
Την πίστη την αγνότερη, χυδαία απαρνημένη,

Την τιμημένη Υπεροχή αισχρά παραριγμένη,
Τη Χάρη την παρθενική ωμά ξεπορνεμένη
Την τέλεια Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
Την Αξία από ανάπηρη κυβέρνηση αχρητευμένη,

Την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,
Τη Γνώση από την σχολαστική μωρία περιορισμένη
Την πιο απλή αλήθεια, ηλίθια παρανομασμένη
Την Καλοσύνη στην κυρά-Κακία υποταγμένη.

Με όλα αυτά απόκαμα, δεν θέλω πια να ζήσω
Μόνο που την αγάπη μου πεθαίνοντας πρόκειται να αφήσω.


Είναι το σονέτο 66 του Σαίξπηρ, σε μετάφραση από τον Βασίλη Ρώτα και τη Βούλα Δαμιανάκου.

Σαν σήμερα πέθανε ο Σαίξπηρ. 

Σαν σήμερα και ο Θερβάντες. 

Παγκόσμια ημέρα του βιβλίου η σημερινή. 


Ας ευχηθούμε τουλάχιστον, το νομοσχέδιο για τον Οργανισμό Βιβλίου να πάρει σύντομα το δρόμο για τη Βουλή. 

Κι ας ευχηθούμε να πάψει η Καλοσύνη στην κυρά-Κακία να 'ναι υποταγμένη κι η πιο απλή αλήθεια να 'ναι ηλίθια παρανομασμένη και Το κούφιο Τίποτε να κυκλοφορεί φαιδρό με κορδωμένο βήμα...

.........................................................
Σημ. Η παραπάνω εικόνα του Δον Κιχώτη είναι φωτογραφία από την είσοδο στο εργαστήρι  κουκλοθέατρου Μαιρηβή. Αν έχετε μικρά παιδιά ή εγγόνια, μην χάσετε παράστασή του, εμείς είδαμε τον Φαουστουπή. Έχει όμως και προγράμματα για "μεγάλους".

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Παιδιά, μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Εικονογράφηση από το βιβλίο της Maria Popova
(Πηγή εδώ)

Η Helen Fagin είναι Εβραία της Πολωνίας, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, ομότιμη καθηγήτρια Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι. Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1918 στο Radomsko και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Jagiellonian της Κρακοβίας. Στα 21 της φυλακίστηκε στο γκέτο του Ραντόμσκο και στη συνέχεια της Βαρσοβίας, οι γονείς της οδηγήθηκαν στην Τρεμπλίνκα και δεν γύρισαν ποτέ, η ίδια μαζί με τις αδελφές της κατάφεραν να δραπετεύσουν και μετά από περιπλάνηση στην Ευρώπη βρέθηκαν στις ΗΠΑ to 1946. Το οικογενειακό της όνομα ήταν Neimark, το Fagin ήταν το επώνυμο του συζύγου της Sidney Fagin που γνώρισε στη Νέα Υόρκη to 1947. Συνέχισε τις σπουδές της, έγινε καθηγήτρια Πανεπιστημίου και αφιερώθηκε στον αγώνα να μην σβήσουν οι μνήμες από τη ναζιστική θηριωδία και το Ολοκαύτωμα.

Εικονογράφηση από το βιβλίο της Πόποβα
(Πηγή εδώ)

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, αναφέρομαι σε μια επιστολή που απηύθυνε σε παιδιά και νέους για το πώς το διάβασμα και οι ιστορίες έδωσαν ελπίδα στα παιδιά που ήταν φυλακισμένα στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ήδη, είχε διηγηθεί πώς στο γκέτο είχε δημιουργήσει ένα σχολείο όπου δίδασκε στα κορίτσια, χωρισμένα σε ομάδες 5-6 ατόμων, όσα θυμόταν από το σχολείο που εκείνη είχε μάθει πριν από τον πόλεμο και πώς, διαβάζοντας μια πολωνική μετάφραση από τα "Ανεμοδαρμένα ύψη", βοήθησε αυτήν και τις μαθήτριές της να ονειρευτούν έναν άλλο κόσμο έξω από τη φριχτή πραγματικότητα του γκέτο. Αυτό το ονόμασε "πολιτισμική αντίσταση" (cultural resistance).

Η Μαρία Πόποβα της ζήτησε να γράψει την ιστορία αυτή σε ένα γράμμα για τους νέους και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο της A Velocity of Being: Letters to a Young Reader. Θα κάνω μια απόπειρα να μεταφέρω στα ελληνικά απόσπασμα από το γράμμα της σπουδαίας αυτής γυναίκας:

Πώς τα βιβλία σώζουν ζωές: η Helen Fagin διαβάζει το γράμμα της για το βιβλίο της Πόποβα.
Το διάβασε σε εκδήλωση για το βιβλίο, στις 15 Δεκεμβρίου 2018, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ν. Υόρκης.
Δίπλα, το σκίτσο της Ingrid Gordon που συνοδεύει το γράμμα στο βιβλίο

Αγαπητέ φίλε, αγαπητή φίλη

Θα μπορούσες να φανταστείς έναν κόσμο χωρίς πρόσβαση στο διάβασμα, στη μάθηση, στα βιβλία;

Στα είκοσι ένα μου, σύρθηκα στο γκέτο της Πολωνίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπου αν σ' έπιαναν να διαβάζεις οτιδήποτε απαγορευόταν από τους Ναζί σήμαινε, στην καλύτερη περίπτωση σκληρή εργασία, στη χειρότερη θάνατο.

Εκεί, λειτούργησα ένα κρυφό σχολείο, δίνονταν την ευκαιρία στα Εβραιόπουλα να πάρουν τη βασική εκπαίδευση που τους αρνούνταν οι απαγωγείς τους. Σύντομα όμως αισθάνθηκα ότι διδάσκοντας σε αυτές τις ευαίσθητες νεανικές ψυχούλες Λατινικά και μαθηματικά τους έκλεβα από κάτι πιο θεμελιώδες - αυτό που είχαν ανάγκη δεν ήταν η στεγνή πληροφορία αλλά η ελπίδα, αυτό που μεταφέρεται μέσα από έναν κόσμο του ονείρου.

Μια μέρα, ένα κορίτσι, λες και μάντεψε τις σκέψεις μου, με θερμοπαρακάλεσε: "Θα μπορούσες, σε παρακαλώ, να μας πεις ένα βιβλίο;"

Είχα περάσει την προηγούμενη νύχτα διαβάζοντας τα "Ανεμοδαρμένα ύψη" - ένα από τα λίγα βιβλία που κυκλοφορούσαν λαθραία ανάμεσα σε ανθρώπους εμπιστοσύνης μέσω ενός υπόγειου καναλιού, με τον λόγο της τιμής τους ότι θα διαβάζουν μόνο νύχτα, στα κρυφά. Κανείς δεν επιτρεπόταν να κρατήσει ένα βιβλίο παραπάνω από μία νύχτα - έτσι, και αν είχαν προδοθεί, το βιβλίο θα είχε ήδη αλλάξει χέρια μέχρι να έρχονταν για έρευνα.

Η Έλεν αρχίζει να διαβάζει το βιβλίο, τα κορίτσια άκουγαν με πολλή ζωντάνια, μοιράζονταν τους ρόλους, πότε Σκάρλετ και πότε Μέλανι, ανάλογα με το ποια φαντάζονταν ομορφότερη. Ένα χλωμό κορίτσι με πράσινα μάτια την κοίταξε μ' ένα χαμόγελο μες στο δάκρυ:

Σ' ευχαριστούμε τόσο πολύ γι' αυτό το ταξίδι σ' έναν άλλο κόσμο. Θα μπορούσαμε σε παρακαλώ να το ξανακάνουμε σύντομα;

Όμως, η ζωή στο γκέτο συνεχίστηκε και τα περισσότερα κορίτσια έπεσαν θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Συνεχίζει η Έλεν:

Από τα 22 κορίτσια του κρυφού σχολειού, μόνο τα τέσσερα επέζησαν. Το χλωμό κορίτσι με τα πράσινα μάτια ήταν ένα από αυτά.

Πολλά χρόνια αργότερα. κατάφερα τελικά να την εντοπίσω και συναντηθήκαμε στη Νέα Υόρκη. Μια από τις μεγαλύτερες ανταμοιβές στη ζωή μου θα παραμείνει η ανάμνηση της συνάντησής μας, όταν με σύστησε στον σύζυγό της ως "την πηγή των ελπίδων μου και των ονείρων μου στην εποχή της ολικής στέρησης και αποκτήνωσης".

Υπάρχουν φορές που τα όνειρα μάς κρατούν περισσότερο από τα γεγονότα. Το να διαβάσεις ένα βιβλίο και ν' αφηγηθείς μια ιστορία σημαίνει ότι διατηρείς την ανθρωπότητά μας ζωντανή.

Με εκτίμηση

Helen Fagin


Ολόκληρο το αγγλικό κείμενο θα το βρείτε εδώ


Η Helen Fagin πριν από ένα χρόνο, όταν έκλεινε τα εκατό!
(Πηγή και περισσότερες πληροφορίες εδώ)
Στη σελίδα http://www.cell2soul.org/issues/article.php?issue_dir=v1/i3&article_num=a5 διαβάζουμε κάποιους στίχους της Helen Fagin που, όπως η ίδια έλεγε, έγραψε πριν από πολύ πολύ καιρό, τότε που οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές. Διαβάζουμε στα λόγια της την απόγνωση και το παράπονο, μαζί την ελπίδα και την υπόσχεση του νέου ανθρώπου ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη. Ας δοκιμάσω ν' αποδώσω κάποιους:

Ένα μικρό γκρίζο γατάκι -
πόσο πιο τυχερό από μένα είναι:
δραπετεύει μέσα από μια τρύπα
στον τοίχο του γκέτο.

Κι εγώ;
Πρέπει να περιμένω να πεθάνω.
(1958)




Δυο λόγια και για το βιβλίο, που κατά τη γνώμη μου θα αξίζει να διαβάσουμε ολόκληρο. Έχει τον τίτλο "A Velocity of Being: Letters to a Young Reader". Η Maria Popova (η μία από τις δύο επιμελήτριες, η άλλη είναι η Claudia Bedrick) ήδη δίνει πολλές πληροφορίες στο εξαιρετικό ιστολόγιό της https://www.brainpickings.org/2018/11/20/a-velocity-of-being-letters-to-a-young-reader/

Το βιβλίο περιέχει 121 επιστολές από γνωστούς ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών, της διανόησης γενικότερα που απευθυνόμενοι/ες σε αναγνώστες και αναγνώστριες νεαρής ηλικίας αναλύουν και υποστηρίζουν με τον ιδιαίτερο λόγο τους τη συμβολή των βιβλίων και της ανάγνωσης στη δημιουργία καλύτερων ανθρώπων. (Ήδη σε πιο πρόσφατη ανάρτησή της αναφέρεται επίσης στην επιστολή του γνωστού και στην Ελλάδα από τις πολλές μεταφράσεις βιβλίων του Alain de Botton.). Μακάρι το βιβλίο της Πόποβα να μεταφραστεί στα ελληνικά.

Αλήθεια, πώς μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Παιδιά, μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς βιβλία;

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο - Γιώργος Σεφέρης




Β'

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί·
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο                                                  5
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα                                                          10
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού—το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.


Γ'

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα                    5
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·                                                10
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές                                          15
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.





Οι παραπάνω στίχοι του Γιώργου Σεφέρη είναι από το Θερινό Ηλιοστάσι, ένα από τα Τρία κρυφά ποιήματα. Τα έγραψε τον Δεκέμβριο του 1966. Σε λίγους μήνες επιβλήθηκε η δικτατορία και "τ' όνειρο ξεπέφτει στο βραχνά". Δυο χρόνια αργότερα, στις 28 Μαρτίου του 1969, ο ποιητής, με ηχογραφημένο μήνυμά του που ακούστηκε μέσω του BBC σε όλο τον κόσμο, καταγγέλλει τη δικτατορία και τονίζει πως είναι εθνική επιταγή να σταματήσει αυτή η ανωμαλία. Είπε τότε:

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.

Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ως τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτοια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.

Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

--------------------------------------------

Σημειώσεις

1.    Τα ποιήματα είναι από τη συγκεντρωτική έκδοση "Γιώργος Σεφέρης: Ποιήματα", (Ίκαρος 1998, 19η έκδοση), όπου η επιμέλεια και οι σημειώσεις είναι του Γ.Π. Σαββίδη.

2.   Η πρώτη εικόνα είναι ο πίνακας "Η Πτώση του Ίκαρου" του Πίτερ Μπρίγκελ (Peter Bruegel, 1525-1569). Πηγή της εικόνας: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pieter_Bruegel_de_Oude_-_De_val_van_Icarus.jpg. Όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης Γ.Π.Σαββίδης, η κ. Σεφέρη τον πληροφόρησε πως όταν έγραφε τους στίχους 10-12 στο Β' είχε κατά νου αυτό τον πίνακα όπως τον περιγράφει ο ποιητής W.H.Auden στο ποίημά του "Musée des Beaux Arts" (το έχει μεταφράσει ο Σεφέρης).

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν...




ΠΟΙΗΤΗΣ

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ' μιά Κόρη κ' έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα·
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,
εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους·
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·
γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.

Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,
κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.

Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.
Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' Άστρη εγεννήσαν,
μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει
να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.

Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα'.
Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
Λίγη αφορμή'το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ' εκέντα μοναχός του.
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,
μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
μα πάντα ο νους κ' η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν' αλαφρύνει,
και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,
είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο·
όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
ήλεγε· "Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα"·
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.
T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.
Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

EPΩTOKPITOΣ

Λέγει· "Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,
γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν' αφορμίσω.
Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6 τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,
κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,
κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,
και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."
......................................................................................


Ημέρα της ποίησης σήμερα και θυμούμαι τον πατέρα μου να λέει μια φορά πως "τα παλιά τα χρόνια, ούλοι οι μεγαλύτεροι στο χωριό κατέχανε τον Ερωτόκριτο". Του κύκλου τα γυρίσματα...


Το εξώφυλλο του Ερωτόκριτου στην έκδοση του 1859


Το εξώφυλλο του Ερωτόκριτου στην έκδοση του 1915 


Πρόσωπα τα ομιλούντα εις τούτο το ποίημα.
(Από την έκδοση του 1859)


Έτος Ερωτόκριτου το 2019. Ας είναι αυτή η ανάρτηση η πρώτη μου αναφορά στον Ποιητή Βιτζέντζο απ' τη γενιά Κορνάρο και στο Ποίημα που τους στίχους του "γι' αυτούς που τους διαβάζουσι, καλά να τους γρικούσι".

................................................................................................................

Σημειώσεις

1. Οι παραπάνω εικόνες είναι από τις εκδόσεις του Ερωτόκριτου του 1859 και του 1915. Η δεύτερη μάλιστα συνοδεύεται από κείμενα των Ξανθουδίδη και Χατζηδάκη που την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τιτλοφορείται ως "Ερωτόκριτος / Βιτζέντζου Κορνάρου, έκδοσις κριτική γενομένη επί τη βάσει των πρώτων πηγών μετ' εισαγωγής, σημειώσεων & γλωσσαρίου υπό Στεφάνου Α. Ξανθουδίδου; η επισυνάπτονται πραγματεία του καθηγητού της γλωσσολογίας Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι περί της γλώσσης και γραμματικής του Ερωτόκριτου και οκτώ φωτοτυπικοί πίνακες εκ του χειρογράφου". Η αντιγραφή έγινε από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκης Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης (https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/8/b/a/metadata-70-0000262.tkl  και https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/3/2/metadata-01-0002569.tkl αντίστοιχα).

2. Το κείμενο του ποιήματος είναι αντιγραφή από τον ιστότοπο του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=20.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Η Ανατομία της μουσικής από τον Μίκη

΄


Στον χώρο της μουσικής σύνθεσης υπάρχουν μια σειρά παραγόντων, μια σειρά προϋποθέσεων που πρέπει να εναρμονίζονται. Κατ' αρχήν πρέπει να υπάρχει η έμπνευση. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η βασική λειτουργία. Είναι ο σπόρος σε σχέση με τον φυτικό και το σπέρμα σε σχέση με τον ζωικό κόσμο.

Στη λειτουργία της μουσικής, η έμπνευση εμφανίζεται σαν μια ηχητική ενόραση, σαν ένα ηχητικό σχήμα· ακόμα ακόμα και σαν μια ηχητική διάθεση. Πού βρίσκεται ο ήχος; Ο ήχος βρίσκεται μέσα στο μυαλό, στη φαντασία του συνθέτη. Τον "ακούει", όπως ακούμε μέσα μας τα λόγια από κάποιο ποίημα ή κάποιο γνωστό κείμενο.

Αυτό το ηχητικό σχήμα παρουσιάζεται κατ' αρχήν 'άμορφο και αόριστο. Σαν μια διάθεση συναισθηματική-ψυχική. Σαν ένας ακαθόριστος ζωγραφικός πίνακας φτιαγμένος με ηχητικά χρώματα. Και όταν λέμε χρώματα, εννοούμε πραγματικά χρώματα. Σαν να υπάρχει δηλαδή πράσινος, κόκκινος, γαλάζιος ήχος.
...

Έτσι αρχίζει ο Μίκης Θεοδωράκης το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του "Ανατομία της Μουσικής" (Γνώσεις, 1990). Το βιβλίο αποτελείται από 19 κεφάλαια. Τα τρία πρώτα κεφάλαια είναι το περιεχόμενο δύο διαλέξεων που έδωσε για την παρουσίαση της Τρίτης Συμφωνίας του, στις 7 Μαρτίου 1983 στα Χανιά και στις 26 Απριλίου του ίδιου χρόνου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ξεκινά σ' αυτά με την έμπνευση, το περιεχόμενο, τη μορφή, την κοινωνική και ιστορική σημασία της και με την αναδρομή στη δική του εμπλοκή με τον κόσμο της μουσικής, με τη μονοφωνική, τη συμφωνική και την έντεχνη λαϊκή περίοδο.

Συνεχίζει με τη λαϊκή και έντεχνη μουσική, με την απόλυτη μουσική, τη μελωδία και τη φούγκα, με τη συμφωνική μουσική, το γερμανικό πνεύμα και τον ιταλικό αισθησιασμό, με το Διονυσιακό και το Απολλώνιο πνεύμα, με τους συλλαβιστές, την ολιγαρχία και  την αβάν-γκαρντ, με την ηλεκτρονική μουσική, με τη μουσική ως κοινωνικό φαινόμενο, με την παγκόσμια μουσική, με τη μυθολογία της μουσικής, με τους ποιητές, με την καταναλωτική τέχνη, με τη δημοτική και βυζαντινή μουσική· πολλές αναφορές σε μουσικούς για κάθε περίπτωση και διάχυτη παντού η ιδιαίτερη συμπάθεια, αγάπη στον Στραβίνσκι, το μεγάλο Ρώσο συνθέτη όπως και ο ίδιος τον αποκαλεί.

Πλούσιο το περιεχόμενο, αναφέρεται σε όλα τα θεωρητικά ζητήματα στο πεδίο της Μουσικής, όχι με διδακτικό, "ακαδημαϊκό" τρόπο, αλλά όπως νομίζει ότι θα γίνει κατανοητό. Και είναι, πράγματι, ένα βιβλίο που εύκολα διαβάζεται, όχι μόνο από μουσικούς, αλλά καθένα και καθεμιά μας που λίγο αγαπάμε τη μουσική. Δίνει στοιχεία από την προσωπική πορεία του και καταθέτει τις ιδεολογικές θέσεις του για την εξέλιξη, τις επιδράσεις, το ρόλο της μουσικής στις διάφορες εποχές. Κάνει εκτεταμένη αναφορά στην έντεχνη μουσική που την αντιπαραβάλλει με την ατονική, ενώ έχει μεγάλα κομμάτια αφιερωμένα στην ποίηση, με έμφαση στον Σολωμό που θεωρεί πρωτεργάτη της σύγχρονης ελληνικής ποίησης (είναι για μας, γράφει, ό,τι ο Μπαχ για τους Γερμανούς), χρησιμοποιεί μάλιστα αποσπάσματα από το σχετικό δοκίμιο του Βάρναλη "ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική".


Σχεδίασμα του βιβλίου γραμμένο σε φύλλα από σημειωματάριο ξενοδοχείου (Πηγή: http://www.mikistheodorakis.gr/el/music/analysis/?st=90&nid=4553)
Γράφει για την έμπνευση, την "ψυχική διαταραχή" όπως την αποκαλεί ο Στραβίνσκι (τον οποίο πολύ συχνά ανακαλεί):

Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ψυχική ευφορία και ένα αίσθημα αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα. Ακόμα και τα πιο σημαντικά πράγματα ή γεγονότα μονομιάς χάνουν τη σημασία τους, μικραίνουν, γίνονται αδιάφορα.Υπάρχει ένα στοιχείο διαχρονικό,  υπάρχει κάποιο μέγεθος πνευματικό, υπάρχει μια βαθιά χαρά που φωτίζει με άπλετο φως νου και ψυχή, καμιά φορά τόσο εκτυφλωτικά ώστε όλα τα υπόλοιπα γύρω να γίνονται σκοτεινά και δυσδιάκριτα. Εφήμερα. Γνωρίζω τότε ότι ήρθε η στιγμή της δημιουργίας...

Γράφει πολλά για τη μουσική έμπνευση που βρίσκεται στη ρίζα κάθε μουσικού έργου.Ακολουθεί "η εξόρυξη της πρώτης ύλης που είναι το μουσικό μοτίβο". Και ύστερα έρχεται "η παραπέρα μετάπλαση-μορφοποίηση της αρχέγονης μουσικής" που εξαρτάται από το κοινωνικό περιβάλλον, δηλαδή "την πνευματική, πολιτιστική, στάθμη της συγκεκριμένης κοινωνίας όπου γεννήθηκε και ζει ο συνθέτης". Η έμπνευση, γράφει, μπορεί να είναι αυθόρμητη ή λειτουργική. Όσο για το όνειρο...

Έχω κι εγώ μια εμπειρία συγκλονιστική. Ήταν την εποχή που έμενα στο υπόγειο του Μιχάλη κατσαρού στο Χαλάνδρι, αμέσως μετά τη Μακρόνησο, στα 1950-52. Κάποια νύχτα άκουσα με όλες του τις λεπτομέρειες ένα ολόκληρο συμφωνικό έργο για πιάνο και ορχήστρα. Νομίζω όμως ότι πίστευα πως δεν ήταν δικό μου. Ήταν του Σκαλκώτα ή του καλομοίρη. Κατάπληκτος και μαγεμένος έβλεπα σαφώς τον μαέστρο, τον πιανίστα, την ορχήστρα. Ήσαν όλοι ξένοι. Η μουσική ήταν πρωτότυπη. Κι εγώ θαύμαζα και ζήλευα τους υποθετικούς συνθέτες. Όμως για μια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το έργο αυτό ήταν δικό μου. Μια απέραντη ψυχική ευφορία με κατέλαβε και θα πρέπει να γελούσα στο όνειρό μου. Το πρωί θυμόμουν σαφώς όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης. Στη συνέχεια και για πολλά χρόνια προσπάθησα να βάλω στο χαρτί ό,τι μπόρεσα να συγκρατήσω. Ίσως ακόμα και σήμερα να υπάρχουν κατάλοιπα από κείνη τη συγκλονιστική βραδιά.

"Εκείνο που μου έκανε την πιο μεγάλη εντύπωση [στη Λέσβο όπου έμεινε μέχρι τα πέντε] ήταν η γαλάζια θάλασσα
και το άσπρο πλοίο Αλμπέρτα που που δυο φορές τη βδομάδα περνούσε μπροστά από το σπίτι μας"
(Πηγή φωτογρ. https://i.pinimg.com/originals/e5/4b/d9/e54bd9ec55a1427523adde9ba577d375.jpg)

Κάνοντας αναδρομή στην εξέλιξη της μουσικής, αναφέρεται στη μονοφωνική περίοδο, περνά στην Αναγέννηση με τη συμφωνική, αρχικά θρησκευτικού περιεχομένου με Χαίντελ και Μπαχ και στη συνέχεια με Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, σημειώνοντας ότι "η συμφωνική μουσική αποτελεί καθαρά ταξικό φαινόμενο, από την άποψη ότι δημιουργείται αποκλειστικά μέσα στις κοινωνικές νησίδες των ταξικά προνομιούχων κύκλων της κάθε εποχής". Και αναφέρει χαρακτηριστικά το παράδειγμα της Ελλάδας όπου η μοναδική συμφωνική ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών ήταν ιδιωτική, ανήκε στις "περίφημες 100 οικογένειες" όπως γράφει (του Συλλόγου Αθηναίων) και είχε κανονισμό που δεν επέτρεπε την εκτέλεση έργων Ελλήνων συνθετών. Αυτό σταμάτησε όταν ο Φ. Οικονομίδης κατάφερε τον "φιλόμουσο Γερμανό γκαουλάιτερ στα 1941-42 να υπογράψει " το διάταγμα κρατικοποίησης της ορχήστρας.

Ξεκίνησε γράφοντας συμφωνική μουσική και μόνο από τη δεκαετία του '60 στράφηκε στην έντεχνη λαϊκή, αναζητώντας νέες φόρμες, αλλά και κάτω από την επίδραση, θα έλεγα εγώ, των κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων της εποχής και έχοντας ως δεδομένο ότι πάντα ήταν σκεπτόμενος και ανήσυχος. Έγραψε τον Επιτάφιο, συνέχισε με "μετασυμφωνική μουσική" - λαϊκό ορατόριο, Άξιον εστί, Πνευματικό εμβατήριο, Κάντο Χενεράλ - που τη διακρίνει από τη συμφωνική γιατί περιέχει λαϊκό τραγούδι, λαϊκά όργανα και λαϊκούς τραγουδιστές, συμφωνικά όργανα, χορωδιακά σύνολα, ποιητικό κείμενο. Έγραψε στη φόρμα "τραγούδι-ποταμός", Επιφάνεια Αβέρωφ, Κατάσταση πολιορκίας.



Αναφέρεται στην Τρίτη Συμφωνία του βασισμένη στο έργο του Σολωμού "η Τρελή Μάνα" (παρεμβάλλοντας τρεις βυζαντινές μελωδίες και τον στίχο του Καβάφη "Δεν έχει πλοίο διά σε, δεν έχει οδό"). Την έγραφε, λέει, σαράντα χρόνια, αρχίζοντας από τις αρχές της δεκαετίας του '40,  από τον κήπο του στον Γαλατά Χανίων, μια κοιτάζοντας τα Λευκά Όρη "μεγαλόπρεπα, μακρινά, τυραννικά", την άλλη στρέφοντας το βλέμμα "στο απέραντο Κρητικό Πέλαγος".

Η κοινωνική και πολιτική διάσταση στον τρόπο που σκέφτεται και γράφει μουσική, έντεχνη ή συμφωνική, είναι φανερή σε όλο το βιβλίο. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν η ανάλυση των συμφωνικών του έργων, η σημασία και ο συμβολισμός των ποιητικών κειμένων που έχει χρησιμοποιήσει, η δική του ευαισθησία να αφουγκράζεται τα μηνύματα και τους τριγμούς των καιρών. Όπως έγινε με το ποίημα του φίλου του και συνεξόριστου στη Μακρόνησο Γιώργου Κουλούκη για τη νεαρή αντάρτισσα Αθηνά που εκτελέστηκε στην Τρίπολη το 1948, που συμπεριέλαβε στην Εβδόμη Συμφωνία του.

Γράφει κι άλλα, για τη γερμανική και την ιταλική μουσική, για την ατονική μουσική και τον Σένμπεργκ, για τις εθνικές σχολές, τη γαλλική, τη ρωσική, για τη μουσική στις χώρες της Αφρικής και τη δημιουργία της λαϊκής μουσικής, για τα εμπόδια που βρήκε (όπως την άρνηση των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα το 1952 να του δώσουν τη δυνατότητα να ταξιδέψει στην Αμερική για να διευθύνει έργο του ο Μητρόπουλος), για τον Μάλερ, τον Σοστακόβιτς, τον Ντεμπισύ και πολλούς άλλους, για τον Σκαλκώτα τον αγνοημένο από τους συμπατριώτες του, για πολλά που θα χρειάζονταν πολλές αράδες ακόμη. Θα μείνω μόνο  σ' αυτό που γράφει:

"Η λαϊκή τέχνη, και πιο ειδικά η μουσική, χρειάζεται κοινωνικές συνθήκες που να εξασφαλίζουν την ελεύθερη συνείδηση".