Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο - Γιώργος Σεφέρης




Β'

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί·
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο                                                  5
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα                                                          10
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού—το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.


Γ'

Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα                    5
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·                                                10
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές                                          15
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.





Οι παραπάνω στίχοι του Γιώργου Σεφέρη είναι από το Θερινό Ηλιοστάσι, ένα από τα Τρία κρυφά ποιήματα. Τα έγραψε τον Δεκέμβριο του 1966. Σε λίγους μήνες επιβλήθηκε η δικτατορία και "τ' όνειρο ξεπέφτει στο βραχνά". Δυο χρόνια αργότερα, στις 28 Μαρτίου του 1969, ο ποιητής, με ηχογραφημένο μήνυμά του που ακούστηκε μέσω του BBC σε όλο τον κόσμο, καταγγέλλει τη δικτατορία και τονίζει πως είναι εθνική επιταγή να σταματήσει αυτή η ανωμαλία. Είπε τότε:

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.

Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ως τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτοια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.

Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

--------------------------------------------

Σημειώσεις

1.    Τα ποιήματα είναι από τη συγκεντρωτική έκδοση "Γιώργος Σεφέρης: Ποιήματα", (Ίκαρος 1998, 19η έκδοση), όπου η επιμέλεια και οι σημειώσεις είναι του Γ.Π. Σαββίδη.

2.   Η πρώτη εικόνα είναι ο πίνακας "Η Πτώση του Ίκαρου" του Πίτερ Μπρίγκελ (Peter Bruegel, 1525-1569). Πηγή της εικόνας: https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pieter_Bruegel_de_Oude_-_De_val_van_Icarus.jpg. Όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης Γ.Π.Σαββίδης, η κ. Σεφέρη τον πληροφόρησε πως όταν έγραφε τους στίχους 10-12 στο Β' είχε κατά νου αυτό τον πίνακα όπως τον περιγράφει ο ποιητής W.H.Auden στο ποίημά του "Musée des Beaux Arts" (το έχει μεταφράσει ο Σεφέρης).

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν...




ΠΟΙΗΤΗΣ

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ' μιά Κόρη κ' έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα·
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,
εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους·
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·
γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.

Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,
κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.

Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.
Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' Άστρη εγεννήσαν,
μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει
να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.

Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα'.
Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
Λίγη αφορμή'το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ' εκέντα μοναχός του.
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,
μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
μα πάντα ο νους κ' η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν' αλαφρύνει,
και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,
είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο·
όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
ήλεγε· "Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα"·
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.
T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.
Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

EPΩTOKPITOΣ

Λέγει· "Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,
γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν' αφορμίσω.
Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6 τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,
κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,
κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,
και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."
......................................................................................


Ημέρα της ποίησης σήμερα και θυμούμαι τον πατέρα μου να λέει μια φορά πως "τα παλιά τα χρόνια, ούλοι οι μεγαλύτεροι στο χωριό κατέχανε τον Ερωτόκριτο". Του κύκλου τα γυρίσματα...


Το εξώφυλλο του Ερωτόκριτου στην έκδοση του 1859


Το εξώφυλλο του Ερωτόκριτου στην έκδοση του 1915 


Πρόσωπα τα ομιλούντα εις τούτο το ποίημα.
(Από την έκδοση του 1859)


Έτος Ερωτόκριτου το 2019. Ας είναι αυτή η ανάρτηση η πρώτη μου αναφορά στον Ποιητή Βιτζέντζο απ' τη γενιά Κορνάρο και στο Ποίημα που τους στίχους του "γι' αυτούς που τους διαβάζουσι, καλά να τους γρικούσι".

................................................................................................................

Σημειώσεις

1. Οι παραπάνω εικόνες είναι από τις εκδόσεις του Ερωτόκριτου του 1859 και του 1915. Η δεύτερη μάλιστα συνοδεύεται από κείμενα των Ξανθουδίδη και Χατζηδάκη που την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τιτλοφορείται ως "Ερωτόκριτος / Βιτζέντζου Κορνάρου, έκδοσις κριτική γενομένη επί τη βάσει των πρώτων πηγών μετ' εισαγωγής, σημειώσεων & γλωσσαρίου υπό Στεφάνου Α. Ξανθουδίδου; η επισυνάπτονται πραγματεία του καθηγητού της γλωσσολογίας Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι περί της γλώσσης και γραμματικής του Ερωτόκριτου και οκτώ φωτοτυπικοί πίνακες εκ του χειρογράφου". Η αντιγραφή έγινε από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκης Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης (https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/8/b/a/metadata-70-0000262.tkl  και https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/2/3/2/metadata-01-0002569.tkl αντίστοιχα).

2. Το κείμενο του ποιήματος είναι αντιγραφή από τον ιστότοπο του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=20.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Η Ανατομία της μουσικής από τον Μίκη

΄


Στον χώρο της μουσικής σύνθεσης υπάρχουν μια σειρά παραγόντων, μια σειρά προϋποθέσεων που πρέπει να εναρμονίζονται. Κατ' αρχήν πρέπει να υπάρχει η έμπνευση. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η βασική λειτουργία. Είναι ο σπόρος σε σχέση με τον φυτικό και το σπέρμα σε σχέση με τον ζωικό κόσμο.

Στη λειτουργία της μουσικής, η έμπνευση εμφανίζεται σαν μια ηχητική ενόραση, σαν ένα ηχητικό σχήμα· ακόμα ακόμα και σαν μια ηχητική διάθεση. Πού βρίσκεται ο ήχος; Ο ήχος βρίσκεται μέσα στο μυαλό, στη φαντασία του συνθέτη. Τον "ακούει", όπως ακούμε μέσα μας τα λόγια από κάποιο ποίημα ή κάποιο γνωστό κείμενο.

Αυτό το ηχητικό σχήμα παρουσιάζεται κατ' αρχήν 'άμορφο και αόριστο. Σαν μια διάθεση συναισθηματική-ψυχική. Σαν ένας ακαθόριστος ζωγραφικός πίνακας φτιαγμένος με ηχητικά χρώματα. Και όταν λέμε χρώματα, εννοούμε πραγματικά χρώματα. Σαν να υπάρχει δηλαδή πράσινος, κόκκινος, γαλάζιος ήχος.
...

Έτσι αρχίζει ο Μίκης Θεοδωράκης το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του "Ανατομία της Μουσικής" (Γνώσεις, 1990). Το βιβλίο αποτελείται από 19 κεφάλαια. Τα τρία πρώτα κεφάλαια είναι το περιεχόμενο δύο διαλέξεων που έδωσε για την παρουσίαση της Τρίτης Συμφωνίας του, στις 7 Μαρτίου 1983 στα Χανιά και στις 26 Απριλίου του ίδιου χρόνου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ξεκινά σ' αυτά με την έμπνευση, το περιεχόμενο, τη μορφή, την κοινωνική και ιστορική σημασία της και με την αναδρομή στη δική του εμπλοκή με τον κόσμο της μουσικής, με τη μονοφωνική, τη συμφωνική και την έντεχνη λαϊκή περίοδο.

Συνεχίζει με τη λαϊκή και έντεχνη μουσική, με την απόλυτη μουσική, τη μελωδία και τη φούγκα, με τη συμφωνική μουσική, το γερμανικό πνεύμα και τον ιταλικό αισθησιασμό, με το Διονυσιακό και το Απολλώνιο πνεύμα, με τους συλλαβιστές, την ολιγαρχία και  την αβάν-γκαρντ, με την ηλεκτρονική μουσική, με τη μουσική ως κοινωνικό φαινόμενο, με την παγκόσμια μουσική, με τη μυθολογία της μουσικής, με τους ποιητές, με την καταναλωτική τέχνη, με τη δημοτική και βυζαντινή μουσική· πολλές αναφορές σε μουσικούς για κάθε περίπτωση και διάχυτη παντού η ιδιαίτερη συμπάθεια, αγάπη στον Στραβίνσκι, το μεγάλο Ρώσο συνθέτη όπως και ο ίδιος τον αποκαλεί.

Πλούσιο το περιεχόμενο, αναφέρεται σε όλα τα θεωρητικά ζητήματα στο πεδίο της Μουσικής, όχι με διδακτικό, "ακαδημαϊκό" τρόπο, αλλά όπως νομίζει ότι θα γίνει κατανοητό. Και είναι, πράγματι, ένα βιβλίο που εύκολα διαβάζεται, όχι μόνο από μουσικούς, αλλά καθένα και καθεμιά μας που λίγο αγαπάμε τη μουσική. Δίνει στοιχεία από την προσωπική πορεία του και καταθέτει τις ιδεολογικές θέσεις του για την εξέλιξη, τις επιδράσεις, το ρόλο της μουσικής στις διάφορες εποχές. Κάνει εκτεταμένη αναφορά στην έντεχνη μουσική που την αντιπαραβάλλει με την ατονική, ενώ έχει μεγάλα κομμάτια αφιερωμένα στην ποίηση, με έμφαση στον Σολωμό που θεωρεί πρωτεργάτη της σύγχρονης ελληνικής ποίησης (είναι για μας, γράφει, ό,τι ο Μπαχ για τους Γερμανούς), χρησιμοποιεί μάλιστα αποσπάσματα από το σχετικό δοκίμιο του Βάρναλη "ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική".


Σχεδίασμα του βιβλίου γραμμένο σε φύλλα από σημειωματάριο ξενοδοχείου (Πηγή: http://www.mikistheodorakis.gr/el/music/analysis/?st=90&nid=4553)
Γράφει για την έμπνευση, την "ψυχική διαταραχή" όπως την αποκαλεί ο Στραβίνσκι (τον οποίο πολύ συχνά ανακαλεί):

Το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ψυχική ευφορία και ένα αίσθημα αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα. Ακόμα και τα πιο σημαντικά πράγματα ή γεγονότα μονομιάς χάνουν τη σημασία τους, μικραίνουν, γίνονται αδιάφορα.Υπάρχει ένα στοιχείο διαχρονικό,  υπάρχει κάποιο μέγεθος πνευματικό, υπάρχει μια βαθιά χαρά που φωτίζει με άπλετο φως νου και ψυχή, καμιά φορά τόσο εκτυφλωτικά ώστε όλα τα υπόλοιπα γύρω να γίνονται σκοτεινά και δυσδιάκριτα. Εφήμερα. Γνωρίζω τότε ότι ήρθε η στιγμή της δημιουργίας...

Γράφει πολλά για τη μουσική έμπνευση που βρίσκεται στη ρίζα κάθε μουσικού έργου.Ακολουθεί "η εξόρυξη της πρώτης ύλης που είναι το μουσικό μοτίβο". Και ύστερα έρχεται "η παραπέρα μετάπλαση-μορφοποίηση της αρχέγονης μουσικής" που εξαρτάται από το κοινωνικό περιβάλλον, δηλαδή "την πνευματική, πολιτιστική, στάθμη της συγκεκριμένης κοινωνίας όπου γεννήθηκε και ζει ο συνθέτης". Η έμπνευση, γράφει, μπορεί να είναι αυθόρμητη ή λειτουργική. Όσο για το όνειρο...

Έχω κι εγώ μια εμπειρία συγκλονιστική. Ήταν την εποχή που έμενα στο υπόγειο του Μιχάλη κατσαρού στο Χαλάνδρι, αμέσως μετά τη Μακρόνησο, στα 1950-52. Κάποια νύχτα άκουσα με όλες του τις λεπτομέρειες ένα ολόκληρο συμφωνικό έργο για πιάνο και ορχήστρα. Νομίζω όμως ότι πίστευα πως δεν ήταν δικό μου. Ήταν του Σκαλκώτα ή του καλομοίρη. Κατάπληκτος και μαγεμένος έβλεπα σαφώς τον μαέστρο, τον πιανίστα, την ορχήστρα. Ήσαν όλοι ξένοι. Η μουσική ήταν πρωτότυπη. Κι εγώ θαύμαζα και ζήλευα τους υποθετικούς συνθέτες. Όμως για μια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το έργο αυτό ήταν δικό μου. Μια απέραντη ψυχική ευφορία με κατέλαβε και θα πρέπει να γελούσα στο όνειρό μου. Το πρωί θυμόμουν σαφώς όλες τις λεπτομέρειες της σύνθεσης. Στη συνέχεια και για πολλά χρόνια προσπάθησα να βάλω στο χαρτί ό,τι μπόρεσα να συγκρατήσω. Ίσως ακόμα και σήμερα να υπάρχουν κατάλοιπα από κείνη τη συγκλονιστική βραδιά.

"Εκείνο που μου έκανε την πιο μεγάλη εντύπωση [στη Λέσβο όπου έμεινε μέχρι τα πέντε] ήταν η γαλάζια θάλασσα
και το άσπρο πλοίο Αλμπέρτα που που δυο φορές τη βδομάδα περνούσε μπροστά από το σπίτι μας"
(Πηγή φωτογρ. https://i.pinimg.com/originals/e5/4b/d9/e54bd9ec55a1427523adde9ba577d375.jpg)

Κάνοντας αναδρομή στην εξέλιξη της μουσικής, αναφέρεται στη μονοφωνική περίοδο, περνά στην Αναγέννηση με τη συμφωνική, αρχικά θρησκευτικού περιεχομένου με Χαίντελ και Μπαχ και στη συνέχεια με Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, σημειώνοντας ότι "η συμφωνική μουσική αποτελεί καθαρά ταξικό φαινόμενο, από την άποψη ότι δημιουργείται αποκλειστικά μέσα στις κοινωνικές νησίδες των ταξικά προνομιούχων κύκλων της κάθε εποχής". Και αναφέρει χαρακτηριστικά το παράδειγμα της Ελλάδας όπου η μοναδική συμφωνική ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών ήταν ιδιωτική, ανήκε στις "περίφημες 100 οικογένειες" όπως γράφει (του Συλλόγου Αθηναίων) και είχε κανονισμό που δεν επέτρεπε την εκτέλεση έργων Ελλήνων συνθετών. Αυτό σταμάτησε όταν ο Φ. Οικονομίδης κατάφερε τον "φιλόμουσο Γερμανό γκαουλάιτερ στα 1941-42 να υπογράψει " το διάταγμα κρατικοποίησης της ορχήστρας.

Ξεκίνησε γράφοντας συμφωνική μουσική και μόνο από τη δεκαετία του '60 στράφηκε στην έντεχνη λαϊκή, αναζητώντας νέες φόρμες, αλλά και κάτω από την επίδραση, θα έλεγα εγώ, των κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων της εποχής και έχοντας ως δεδομένο ότι πάντα ήταν σκεπτόμενος και ανήσυχος. Έγραψε τον Επιτάφιο, συνέχισε με "μετασυμφωνική μουσική" - λαϊκό ορατόριο, Άξιον εστί, Πνευματικό εμβατήριο, Κάντο Χενεράλ - που τη διακρίνει από τη συμφωνική γιατί περιέχει λαϊκό τραγούδι, λαϊκά όργανα και λαϊκούς τραγουδιστές, συμφωνικά όργανα, χορωδιακά σύνολα, ποιητικό κείμενο. Έγραψε στη φόρμα "τραγούδι-ποταμός", Επιφάνεια Αβέρωφ, Κατάσταση πολιορκίας.



Αναφέρεται στην Τρίτη Συμφωνία του βασισμένη στο έργο του Σολωμού "η Τρελή Μάνα" (παρεμβάλλοντας τρεις βυζαντινές μελωδίες και τον στίχο του Καβάφη "Δεν έχει πλοίο διά σε, δεν έχει οδό"). Την έγραφε, λέει, σαράντα χρόνια, αρχίζοντας από τις αρχές της δεκαετίας του '40,  από τον κήπο του στον Γαλατά Χανίων, μια κοιτάζοντας τα Λευκά Όρη "μεγαλόπρεπα, μακρινά, τυραννικά", την άλλη στρέφοντας το βλέμμα "στο απέραντο Κρητικό Πέλαγος".

Η κοινωνική και πολιτική διάσταση στον τρόπο που σκέφτεται και γράφει μουσική, έντεχνη ή συμφωνική, είναι φανερή σε όλο το βιβλίο. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν η ανάλυση των συμφωνικών του έργων, η σημασία και ο συμβολισμός των ποιητικών κειμένων που έχει χρησιμοποιήσει, η δική του ευαισθησία να αφουγκράζεται τα μηνύματα και τους τριγμούς των καιρών. Όπως έγινε με το ποίημα του φίλου του και συνεξόριστου στη Μακρόνησο Γιώργου Κουλούκη για τη νεαρή αντάρτισσα Αθηνά που εκτελέστηκε στην Τρίπολη το 1948, που συμπεριέλαβε στην Εβδόμη Συμφωνία του.

Γράφει κι άλλα, για τη γερμανική και την ιταλική μουσική, για την ατονική μουσική και τον Σένμπεργκ, για τις εθνικές σχολές, τη γαλλική, τη ρωσική, για τη μουσική στις χώρες της Αφρικής και τη δημιουργία της λαϊκής μουσικής, για τα εμπόδια που βρήκε (όπως την άρνηση των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα το 1952 να του δώσουν τη δυνατότητα να ταξιδέψει στην Αμερική για να διευθύνει έργο του ο Μητρόπουλος), για τον Μάλερ, τον Σοστακόβιτς, τον Ντεμπισύ και πολλούς άλλους, για τον Σκαλκώτα τον αγνοημένο από τους συμπατριώτες του, για πολλά που θα χρειάζονταν πολλές αράδες ακόμη. Θα μείνω μόνο  σ' αυτό που γράφει:

"Η λαϊκή τέχνη, και πιο ειδικά η μουσική, χρειάζεται κοινωνικές συνθήκες που να εξασφαλίζουν την ελεύθερη συνείδηση".

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Η αναπληρωτής υπουργός πραγματοποιεί επίσκεψη!


Βάσω Κατράκη, Κορίτσι με περιστέρι, 1979, χάραξη σε πέτρα, 105 x 73 εκ.
© Σπύρος Κατράκης και Ιωάννα-Μαριάννα Κατράκη-Δεσποτίδη
(από την Έκθεση "Πνοή στην πέτρα" στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης το 2010)


"Επίσημη επίσκεψη στη Βόρεια Μακεδονία πραγματοποιεί η αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών..."

8 Μαρτίου 2019, στο βραδινό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ1.

Μα πώς είναι δυνατόν, σκέφτηκα, είναι και μέρα της γυναίκας, και η δημοσιογράφος που το είπε μου είναι πολύ συμπαθής, θα της ξέφυγε μάλλον ή θα της το έδωσαν έτσι γραμμένο και δεν πρόλαβε ν' αντιδράσει διορθώνοντάς το, όπως γίνεται και με πολλά άλλα λάθη στον τηλεοπτικό λόγο. Έτσι σκεφτόμουν, προσπαθώντας να επικρατήσει η ανοχή στα γλωσσικά λάθη που πολύ πολύ συχνά ακούγονται στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο.

Το ξανασκέφτηκα όμως, δεν είναι δυνατόν, έστω στις 8 του Μάρτη, έστω για τη σημειολογία του πράγματος, μέρα που είναι... Άσε που το βραδινό πρόγραμμα και της δημόσιας τηλεόρασης για τη μέρα ήταν φτωχότατο, χωρίς φαντασία, χωρίς έμπνευση, χωρίς καμιά σκέψη για κάτι διαφορετικό από τα τετριμμένα. Η ΕΡΤ1 δεν σκέφτηκε ν' αφιερώσει το δίωρο των συζητήσεων της εκπομπής "Επόμενη μέρα" στο θέμα της ημέρας, αλλά ούτε και βρήκε καμιά γυναίκα πολιτικό ή επιστήμονα έστω και για τα θέματα που επέλεξε γι' απόψε. Κρίμα, πολύ κρίμα! Και βέβαια, κάνω αυτά τα σχόλια για μια τηλεόραση που παρακολουθώ, υποστηρίζω (από πάντα) και που παραδέχομαι ότι κάνει σοβαρές προσπάθειες βελτίωσης.

Αλλά, ας επιστρέψω στο αρχικό θέμα. Μετά την αρχική έκπληξη από το ... γλωσσικό ατόπημα της παρουσιάστριας, αναζήτησα στο Διαδίκτυο πόσες φορές απαντούν οι φράσεις "η αναπληρωτής Υπουργός" και " η αναπληρώτρια Υπουργός". Για την πρώτη βρήκα 21.000 αποτελέσματα και για τη δεύτερη 152.000. Ησύχασα, κάπως.

Η χρήση του θηλυκού γραμματικού γένους στον δημόσιο λόγο είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει πολλές φορές και πολύ περισσότερο για τα ουσιαστικά που αναφέρονται στην επαγγελματική ή πολιτική ιδιότητα των γυναικών. Στην Ελλάδα, η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων κυκλοφόρησε το 2018 τον Οδηγό χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα διοικητικά έγγραφα, αφού είχε ήδη από νωρίτερα ασχοληθεί με το θέμα και είχε εκδόσει σχετική εγκύκλιο το 2016. Ενώ και το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας κυκλοφόρησε το 2018 τον Οδηγό προς τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας για την εξάλειψη του σεξισμού και των έμφυλων διακρίσεων. Το παράδειγμα της αναπληρωτή υπάρχει και στα δύο έγγραφα. Θα μπορούσε να υπάρχει κάποια ανοχή όταν χρησιμοποιούνται μαζί και τα δύο γένη (με ερωτηματικό κι αυτό, και υπάρχει πολλή σχετική ανάλυση, οι παραπάνω οδηγοί εξάλλου προβλέπουν τη χρήση και των δύο και έχουν διατυπωμένους κανόνες γι' αυτό), όταν όμως γίνεται αναφορά μόνο σε γυναίκα, αλήθεια γιατί να είναι αναπληρωτής και όχι αναπληρώτρια;

Η Άννα Φραγκουδάκη δίνει πολύ παραστατικά την απάντηση με το ερώτημα: "Γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες, παρά μόνο χορεύτριες;", όπως τιτλοφορούσε άρθρο της στο φεμινιστικό περιοδικό "Δίνη" το 1989, αναφερόμενη στον τρόπο που η χρήση της γλώσσας συμμετέχει και συμβάλλει στη συντήρηση της άνισης κοινωνικής τοποθέτησης και ιεράρχησης των φύλων.

   

Ο λόγος, γράφει η Φραγκουδάκη (1993), δεν είναι μόνο κώδικας του γύρω κόσμου. Είναι βασικά πράξη κοινωνική, είναι μία ικανότητα συμβολισμού από την οποία πηγάζει η κοινωνική ζωή. Η γλώσσα δεν είναι μόνο το σημείο συνάντησης των ανθρώπων (επικοινωνία), αλλά επιβάλλει συγκεκριμένες μορφές σε αυτήν τη συνάντηση. Επιβάλλει όρους στην κοινωνική ζωή και στις κοινωνικές σχέσεις και προϋπόθεση για την ύπαρξη της.

Επειδή μάλιστα η προτίμηση (επιλογή) χρήσης του αρσενικού γένους αποδίδεται συχνά στο γλωσσικό αίσθημα, η ίδια σημειώνει ότι αυτό δεν οφείλεται σε γλωσσικούς λόγους (Φραγκουδάκη, 2005). Γράφει:

Για την αδυναμία κατασκευής ορισμένων και μόνο θηλυκών δεν ευθύνεται το «γλωσσικό» αίσθημα, που διαμορφώνουν κανόνες γλωσσικοί. Eυθύνεται το νόημα των λέξεων που στη θηλυκή τους μορφή νομιμοποιούν την κατοχή από τις γυναίκες επαγγελματικών ιδιοτήτων με κύρος και τίτλων εξουσίας. H δυσκολία άλλωστε κατασκευής του θηλυκού στην ιστορική εξέλιξη της γλώσσας δεν έτυχε ποτέ να αφορά γυναικείες κοινωνικές ιδιότητες ταιριαστές με την ταξινόμηση των φύλων, όπως αγρότισσα, υπηρέτρια, νοσοκόμα, καθαρίστρια, ζητιάνα, τηλεφωνήτρια, μοδίστρα, πωλήτρια, νοικοκυρά, μαγείρισσα, εργάτρια, ράφτρα, τραγουδίστρια, κεντήστρα, κομμώτρια, πλύστρα, δασκάλα… H δυσκολία εμφανίζεται πάντα στις ιδιότητες που δεν είναι για τις γυναίκες κοινωνικά αποδεκτές, όπως γιατρέσα, δικηγορέσα, μηχανική, τοπογράφισσα, αεροπόρισσα, χειρουργέσα, οικονομολόγισσα, υδραυλική, ηλεκτρολόγισσα, οδηγήτρια [αυτοκινήτου], αστυνόμισσα, πυροσβέστρια, γυναικολόγισσα, τραπεζήτρια, χρηματίστρια, εργολάβισσα, επιστημόνισσα... και εμφανίζεται επίσης σε όλους τους τίτλους εξουσίας όπου πάλι το θηλυκό «ακούγεται» στρεβλό και ανώμαλο, όμως η «ανωμαλία» δεν ανήκει στις λέξεις αλλά στα νοήματα. «Aνώμαλα» στην ακοή των χρηστών δεν είναι τα σημαίνοντα αλλά τα σημαινόμενα, Yπουργέσα, Bουλεύτρια, Προεδρέσα, Διοικήτρια είναι σημασίες αντίθετες με την τάξη του κόσμου. Aντιστέκονται οι ομιλητές στην κατασκευή τέτοιου είδους λέξεων, γιατί η χρήση τους θα παρήγαγε ισχυρά μηνύματα νομιμοποίησης της θηλυκής εκδοχής των τίτλων εξουσίας. Aντιστέκονται αποκλειστικά και μόνο, επειδή υπερασπίζονται (συχνά ασυνείδητα) την τάξη των πραγμάτων, την ταξινόμηση των κοινωνικών φύλων, με τρόπο έμμεσο και αόρατο, άρα πολύ δύσκολο να γίνει αντιληπτός.

Από τις πολλές αναφορές στην ελληνική βιβλιογραφία για το ζήτημα αυτό, θα συμπληρώσω μόνο με την πολύ ενδιαφέρουσα εργασία των Μενεγάκη - Ευθυμίου με τίτλο "Εξουσία και γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μια προσέγγιση" (2009), στην οποία αποτυπώνουν την υπάρχουσα κατάσταση με πολλές αναφορές άλλων, παλιότερων ή σύγχρονων, ερευνητών και ερευνητριών και με πολλά παραδείγματα. Υπογραμμίζουν ότι στη σημερινή Ελλάδα η γλώσσα ανθίσταται σθεναρά στην αποτύπωση της νέας πραγματικότητας και κάνουν λόγο για την "αμηχανία της γραμματικής μπροστά στα γυναικεία αξιώματα" (κάτι που ίσως θα προβλημάτιζε την Φραγκουδάκη αν υποτεθεί ότι η διατύπωση αυτή αποδίδει την ευθύνη στη γλώσσα την ίδια). Και καταλήγουν:

Αποτελεί επομένως ένα ισχυρό προπύργιο των συντηρητικών και αντιδραστικών (έστω και υποσυνείδητα) δυνάμεων της κοινωνίας για τη διαιώνιση της ανισότητας των φύλων. Δεν θα πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε τη στάση των ίδιων των Ελληνίδων, οι οποίες είτε αδιαφορούν θεωρώντας το ζήτημα της γλώσσας αμελητέο, είτε προτιμούν συνειδητά να διατηρούν τους αρσενικούς τύπους των αξιωμάτων που κατέχουν. Κατά την αντίληψή τους, ο τίτλος τους θα υποβαθμιζόταν εάν έχανε την αρσενική του μορφή. Ενώ, π.χ. ουδείς διανοήθηκε να θέσει ποτέ θέμα ότι το εφέτης ομοιοκαταληκτεί με το υπηρέτης, η γυναίκα φοβάται μήπως το εφέτρια παραπέμπει στο υπηρέτρια. Πρόκειται για το φαινόμενο που η Deborah Cameron, ονομάζει γυναικεία αλλοτρίωση μέσω του “ηγεμονικού λόγου”, των δομών δηλαδή που αναπαράγουν τα υποκείμενα και οι οποίες είναι φορείς της κυρίαρχης ιδεολογίας. 
Κατά τη γνώμη μας, η αντίσταση στην αποδοχή της ίσης πρόσβασης των δύο φύλων στα κέντρα εξουσίας ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αργή προσαρμογή της γλώσσας στα νέα έμφυλα δεδομένα και, σε τελευταία ανάλυση, αποτελεί πηγή αβεβαιότητας ως προς τους γραμματικούς κανόνες. Διότι, όπως εύστοχα έγραφε ο γάλλος στοχαστής του Διαφωτισμού Ντεστύτ ντε Τρασύ: “Η ανακρίβεια στη διατύπωση των νοημάτων γεννιέται πάντοτε από τη σύγχυση των ιδεών”.



Οι τελευταίες έχουν συγγράψει επίσης ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο "Όταν οι γυναίκες της Γαλλίας αναζητούσαν το όνομα... ή Γιατί η γλώσσα τις ήθελε αόρατες" (Λιβάνης, 2009). Έχουν ως αφετηρία ότι η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη, αλλά ένα διαρκώς εξελισσόμενο σημειωτικό σύστημα που συνιστά μορφή κοινωνικοπολιτισμικής πρακτικής, τόπο ιδεολογικών συγκρούσεων, φορέα πολιτισμού και παράγοντα συγκρότησης ταυτοτήτων. Με αυτά ως (ιδεολογικά και επιστημονικά) δεδομένα, παρουσιάζουν τους αγώνες των γυναικών της Γαλλίας για ισότητα και δικαιοσύνη, εξετάζοντας ιδιαίτερα τη διάσταση του λόγου "διότι επιτρέπει την ανάδειξη υπόγειων τρόπων δράσης των κοινωνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων".

Έτσι, κάνουν αναδρομή στο χρόνο, ξεκινώντας από τη Γαλλική Επανάσταση και φτάνουν στις μέρες μας. Μαθαίνουμε για την Ολέμπ ντε Γκουζ (174801793), που τόνισε "τη συνάφεια ανάμεσα στο πολιτικό και το γλωσσικό πεδίο" και επαναδιατύπωσε τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη δίνοντας τον τίτλο  Διακήρυξη των δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτιδας για να καταγγείλει την υποκρισία των επαναστατών (homme / femme).

Αναφέρονται στον Σαρλ Φουριέ, τον "μεγαλύτερο κοινωνικό οραματατιστή του γαλλικού 19ου αιώνα", ο οποίος εισήγαγε το νεολογισμό πλανητάρχισσα, στον Σαιν Σιμόν και τις σενσιμονίστριες, στη Φλορά Τριστάν (1803-1844) που είπε "για ν' αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει πρώτα να ονομάσουμε τα πράγματα και τα πρόσωπα", και σε πολλά ακόμη πρόσωπα, άντρες και γυναίκες, που τοποθετήθηκαν στο ζήτημα και διεκδίκησαν τη διακριτή παρουσία της γυναίκας μέσα και από τον λόγο και τη χρήση της γλώσσας. Δεν παραλείπουν δε να σημειώσουν ότι πολύ νωρίτερα, οι Βολταίρος και Ρουσσώ είχαν ήδη τοποθετηθεί θετικά και είχαν χρησιμοποιήσει τους θηλυκούς τύπους professeuse (καθηγήτρια) και peintress (ζωγράφος) αντίστοιχα.

Έχουν πολύ ενδιαφέρον τα παραδείγματα που αναφέρονται στις προσπάθειες αναζήτησης θηλυκών τύπων στα νέα κυρίως επαγγέλματα στα οποία εισέρχονταν οι γυναίκες από τον 19ο αιώνα. Εξίσου ενδιαφέρον έχει η αρνητική στάση και η επιμονή της Γαλλικής Ακαδημίας να μην αποδέχεται τη χρήση θηλυκών τύπων. Παραπέμπουν δε, χαρακτηριστικά, στον ακαδημαϊκό και ποιητή Λεκόντ ντε Λιλ, που το 1891 δημοσίευσε ένα κείμενο στο οποίο καταδεικνύεται όλος ο συντηρητισμός και πουριτανισμός των Γάλλων ακαδημαϊκών. Στο κείμενο αυτό, γράφει ανάμεσα στα άλλα ότι "η Ακαδημία είναι επιφορτισμένη όχι να καινοτομεί αλλά να συντηρεί [και ότι] δεν οφείλει να δημιουργεί νέες λέξεις αλλά να συλλέγει εκείνες που ανήκουν ήδη στη γλώσσα".

Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η αρνητική αυτή στάση της Γαλλικής Ακαδημίας κάμφθηκε μόλις φέτος, αφού στις 28 Φεβρουαρίου αυτού του χρόνου αποδέχτηκαν (ή παραδέχτηκαν;) οι Γάλλοι Αθάνατοι ότι η γλώσσα εξελίσσεται και ότι οι αγώνες για ισότητα περνούν και μέσα από τη χρήση της γλώσσας και ... επιτέλους ενέκριναν (!) τη θηλυκοποίηση των ουσιαστικών που αποδίδουν τίτλους επαγγελμάτων!

Σε κάθε περίπτωση, το παραπάνω βιβλίο έχει πολύ ενδιαφέρον και αξίζει να διαβαστεί. Υπάρχουν εξάλλου ομοιότητες στη γραμματική με τη δική μας γλώσσα και οπωσδήποτε οι αναλύσεις και τα παραδείγματά του μπορούν να δώσουν απαντήσεις και σε δικούς μας προβληματισμούς.

Έχουμε κι εμείς ανοιχτά ζητήματα. Έχουν γραφτεί πολλά, αλλά και πάλι ο χρόνος θα δείξει αν θα επικρατήσει βουλεύτρια ή βουλευτίνα, βιβλιοθηκάριος ή βιβλιοθηκαρίνα(!), δικάστρια ή δικαστίνα, επιστήμονας ή επιστημόνισσα κτλ. κτλ.

Στο μεταξύ, η αναπληρώτρια Υπουργός επέστρεψε από το ταξίδι της...


Σημειώσεις
  • Φραγκουδάκη, Α.(1989). Γλώσσα λανθάνουσα 3: ή γιατί δεν υπάρχουν βουλεύτριες παρά μόνο χορεύτριες», Δίνη, 4, σ. 42-44.
  • Φραγκουδάκη, Α. (1993), Γλώσσα και ιδεολογία. Κοινωνιολογική προσέγγιση της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Οδυσσέας. (1η έκδοση: 1987)
  • Φραγκουδάκη, Α. (2005). Η χρήση της γλώσσας και οι κυρίαρχες ιδέες: σχολιασµός της πεποίθησης για τη γλωσσική αλλαγή που “εµποδίζει” η ίδια η γλώσσα. Στο: Επιστηµονικό Συµπόσιο, Χρήσεις της Γλώσσας, (3-5 Δεκεµβρίου 2004), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισµού και Γενικής Παιδείας, (Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη), Αθήνα, σ. 235-248.
  • Menegaki, M. & Efthymiou, L. (2009). Εξουσία και γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Μια προσέγγιση. In E. Close, G. Couvalis, G. Frazis, M. Palaktsoglou, and M. Tsianikas (eds.) "Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University June 2007", Flinders University Department of Languages - Modern Greek: Adelaide, 449-466. (https://dspace.flinders.edu.au/xmlui/handle/2328/8106).