Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Γέλιο και ανέκδοτα ως "μίμησις φαυλοτέρων";





Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο Η πίπα του Στάλιν και άλλα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα, του Γιώργου Τσακνιά (Κίχλη, 2017), που το αφιερώνει μάλιστα στον πατέρα του Σπύρο Τσακνιά "που αγαπούσε τα ανέκδοτα". Έχει συγκεντρώσει σημαντικό αριθμό ανεκδότων που αφορούν όλες τις περιόδους της Σοβιετικής εξουσίας και όλους τους ηγέτες, όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Ανατολικής Γερμανίας κ.ά. Υπάρχουν ανέκδοτα που στην αφετηρία τους γράφτηκαν για άλλες καταστάσεις και για άλλα πρόσωπα, στην πορεία όμως προσαρμόστηκαν και διαδόθηκαν ως ανέκδοτα για τα κράτη αυτά.

Πέρα όμως από τα ίδια τα ανέκδοτα - που για να είμαι ειλικρινής δεν μου κάνουν και ιδιαίτερη εντύπωση, ίσως γιατί έχουν ήδη ακουστεί πολύ, ίσως γιατί προσωπικά δεν έχω και καλή σχέση με τα ανέκδοτα, ίσως και γιατί πικραίνομαι με τις (δυστυχώς) αλήθειες που κρύβουν και ταυτόχρονα ομολογούν με τον τρόπο τους -, αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι το εισαγωγικό κείμενο του Τσακνιά, με το οποίο επιχειρεί να περιγράψει και να ερμηνεύσει το φαινόμενο συνολικά, τους λόγους εξάπλωσης των ανεκδότων αυτού του είδους, τους συντελεστές και τις περιστάσεις που τα αφορούν.

Τα ανέκδοτα αυτά, γράφει ο Τσακνιάς, δεν συνιστούσαν επανάσταση, ούτε αντιστασιακή πράξη, αποτελούσαν όμως "βαλβίδα εκτόνωσης του ατμού της αγανάκτησης - και, υπ' αυτή την έννοια, αποτελούσαν μια δικλείδα ασφαλείας και για το καθεστώς". Επίσης, απαντούσαν στην πίεση του καθεστώτος "να ρυθμίσει τη ζωή και την καθημερινότητα των πολιτών, να τους επιβάλει τη δική του ηθική και τη δική του αισθητική, να ελέγξει τις σκέψεις τους". Η αλλοίωση της γλώσσας με πλήθος νεολογισμών και νέων πρακτικών ήταν ένα ακόμη στοιχείο που προκαλούσε αντιπάθεια και την εντύπωση "εκχυδαϊσμού της ρωσικής γλώσσας και του πολιτισμού της καθημερινότητας" (έπρεπε, για παράδειγμα, να χρησιμοποιούν τις προσφωνήσεις σύντροφε/συντρόφισσα, αντί κύριος/κυρία). 

Τέλος, "η διαρκής κατασκευή εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών" ήταν στοιχείο που προκαλούσε τη σάτιρα και τη χλεύη. Κι εδώ κανείς δεν μπορεί να μην παραδεχτεί τις αντιφάσεις του συστήματος, όπου από τη μια είναι αλήθεια ότι υπήρχαν εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί και υπήρχε ανάγκη επαγρύπνησης και περιφρούρησης, από την άλλη όμως αυτή η στοχοποίηση κάθε φωνής που νόμιζαν ότι είναι εχθρική και που οδήγησε σε φυλακίσεις και εκτελέσεις χιλιάδων ανθρώπων που πολύ εύκολα ονόμαζαν αντιφρονούντες, κάθε άλλο παρά ανταποκρινόταν στο αίσθημα της δικαιοσύνης, της ισονομίας και της ελευθερίας των πολιτών, το οποίο εξάλλου και επικαλούνταν.

Στα πολιτικά αυτά ανέκδοτα, ο Τσακνιάς παρατηρεί αυτοσαρκασμό κι επικαλείται γι' αυτό πρόσφατες έρευνες κοινωνικών ανθρωπολόγων που τα προσεγγίζουν, όχι μόνο ιστορικά, αλλά και με όρους της θεωρίας του χιούμορ και τα διαφοροποιούν από τη σάτιρα. Και μάλιστα τα συνδέουν με τη λαϊκή και λογοτεχνική παράδοση των Ρώσων, εντοπίζοντας σε αυτά στοιχεία όπως "το παραδοσιακό και ταυτόχρονα ιδιοφυές χιούμορ του Γκόγκολ", [...], το εξπρεσιονιστικό γέλιο του Ντοστογιέφσκι, τη λεπτή ειρωνεία του Τσέχοφ", όπου και στους τρεις παρατηρούμε το αίτημα για δικαιοσύνη, αλλά και τον αυτοσαρκασμό.

Γενικά, όμως, γιατί γελάμε; Διαβάζοντας τον Τσακνιά, θυμήθηκα τον Μπεργκσόν, που διάβασα πριν ένα χρόνο.




"Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι αυτά που μας κάνουν να γελάμε είναι τα ελαφρά ελαττώματα των ομοίων μας. Παραδέχομαι ότι η άποψη αυτή κρύβει μεγάλο μέρος αλήθειας, ωστόσο δεν μπορώ να τη θεωρήσω εντελώς ακριβή." Έτσι γράφει ο Ανρί Μπεργκσόν (ή και Μπερξόν, στη γλώσσα του Henri Bergson), Γάλλος φιλόσοφος των αρχών του 20ου αιώνα, στο κλασικό βιβλίο του "Το γέλιο" (ελληνική έκδοση το 1998 από τον Εξάντα σε μετάφραση Βασίλη Τομανά, ο οποίος σημειώνει μάλιστα ότι η πρώτη μετάφραση του έργου στα ελληνικά έγινε το 1914 από τον Καζαντζάκη). Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1900. Όπως σημειώνει στο παράρτημα της τρίτης έκδοσης του 1924 ο συγγραφέας, με το βιβλίο αυτό θέλησε να καθορίσει τις μεθόδους κατασκευής του αστείου, αλλά ταυτόχρονα έψαξε να βρει ποια είναι η πρόθεση της κοινωνίας όταν γελά. 

"Γιατί είναι πολύ εκπληκτικό το γεγονός ότι γελάμε, και η μέθοδος εξήγησης για την οποία μίλησα παραπάνω δεν διασαφήνισε το μικρό αυτό μυστήριο. Δεν καταλαβαίνω, λόγου χάρη, γιατί η «δυσαρμονία» ως δυσαρμονία θα προκαλέσει σ’ αυτούς που τη βλέπουν μια ειδική εκδήλωση όπως το γέλιο, ενώ τόσες άλλες ιδιότητες, προτερήματα ή μειονεκτήματα, αφήνουν απαθείς τους μυώνες του προσώπου του θεατή τους.

Μένει λοιπόν να ψάξουμε να βρούμε ποια είναι η ειδική αιτία δυσαρμονίας που δίνει κωμικό αποτέλεσμα· και δεν την έχουμε βρει πραγματικά, παρά μόνο αν μπορούμε να εξηγήσουμε μ' αυτή γιατί σε παρόμοιες περιπτώσεις η κοινωνία αισθάνεται υποχρεωμένη να εκδηλωθεί. Χρειάζεται να υπάρχει μέσα στην αιτία του κωμικού κάτι το ελαφρώς προσβλητικό (και μάλιστα το ιδιαίτερα προσβλητικό) για την κοινωνική ζωή, αφού η κοινωνία απαντά σ' αυτό με μια χειρονομία που μοιάζει πολύ με αμυντική δράση, με μια χειρονομία που προκαλεί ελαφρώς το φόβο. Ακριβώς αυτά, όλα αυτά, θέλησα να εξηγήσω."

Για να καταλάβουμε το γέλιο, γράφει ο Μπεργκσόν, "πρέπει να το τοποθετήσουμε στο φυσικό του περιβάλλον, που είναι η κοινωνία". Γράφει επίσης ότι το γέλιο "οφείλει να είναι κάτι σαν κοινωνική χειρονομία" και ότι "διορθώνει τα ήθη". Να μια ... καθόλου απίθανη ερμηνεία και για τα πολιτικά ανέκδοτα που είδαμε στο προηγούμενο βιβλίο.



Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο βιβλίο του Τσακνιά, και χωρίς άλλες ερμηνείες, να σημειώσω ότι οι ιστορίες (ανέκδοτα) συνοδεύονται από εξαιρετικά σκίτσα που η πηγή τους αναφέρεται στο τέλος. Ανάμεσά τους και τρία σκίτσα του Μίσκα Κούκιν (Mischka Kukin), ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ο Σιμόν Βίζενταλ (Simon Wiesenthal) για το βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1962 με τίτλο "Humor hinter dem Eisernen Vorhang" (Χιούμορ πίσω από το Σιδηρούν παραπέτασμα). [Για την ιστορία να σημειώσω επίσης ότι ο Βίζενταλ ήταν Εβραίος από την Αυστρία, φυλακίστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέζησε και έταξε σκοπό της ζωής του τη συλλογή πληροφοριών για τον εντοπισμό και την καταδίκη των ναζί εγκληματιών. βλ. Vienna Wiesenthal Institute for Holocaust Studies (VWI) και Simon Wiesenthal Center].

Και τα υπόλοιπα σκίτσα βέβαια δεν υστερούν, όπως το παρακάτω του Ντέιβιντ Λεβίν με τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ, για τον οποίο τα ανέκδοτα σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν τα όλο και περισσότερα παράσημα που "κοσμούσαν" το στέρνο του.




Εν κατακλείδι, τα δύο βιβλία είναι πολύ ενδιαφέροντα και μπορεί κανείς να βρει κοινά στοιχεία - αν και είναι γραμμένα σε διαφορετικές εποχές και έχουν διαφορετικό κεντρικό στόχο - στο πλαίσιο της θεωρίας του χιούμορ όπως αναφέραμε παραπάνω (και χωρίς να είμαι, βέβαια, ειδική στη θεωρία αυτή!). Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω ένα ακόμη βιβλίο που ανακάλυψα την τελευταία στιγμή και νομίζω θα έχει εξίσου πολύ ενδιαφέρον. Πρόκειται για το "Πιερότοι ποιητές στην εποχή της παρακμής: Το γέλιο ως επιθανάτιος ρόγχος" του Δημήτρη Πολυχρονάκη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2015). Ενδιαφέρων τίτλος. Και πάνω που τέλειωσε η Αποκριά (ή η Απόκρεως;).



Όσο για τον τίτλο της ανάρτησης, η φράση "μίμησης φαυλοτέρων" είναι από τον Αριστοτέλη, ο οποίος στην Ποιητική διατυπώνει τον ορισμό της κωμωδίας ως εξής:

Ἡ δὲ κωμῳδία ἐστὶν ὥσπερ εἴπομεν μίμησις φαυλοτέρων μέν, οὐ μέντοι κατὰ πᾶσαν κακίαν, ἀλλὰ τοῦ αἰσχροῦ ἐστι τὸ γελοῖον μόριον. τὸ γὰρ γελοῖόν ἐστιν ἁμάρτημά τι καὶ αἶσχος ἀνώδυνον καὶ οὐ φθαρτικόν, οἷον εὐθὺς τὸ γελοῖον πρόσωπον αἰσχρόν τι καὶ διεστραμμένον ἄνευ ὀδύνης...

(Και η μετάφραση από τον Δ. Λυπουρλή: Η κωμωδία, όπως το έχουμε ήδη πει, είναι μίμηση ανθρώπων χειρότερων από τον μέσο όρο των συνηθισμένων καθημερινών ανθρώπων, όχι όμως ενσχέσει με κάθε είδος κακίας, αλλά μόνο ενσχέσει με την ασχήμια, της οποίας μέρος είναι καθετί που, ως καταγέλαστο, προκαλεί το γέλιο. Ό,τι, πράγματι, προκαλεί το γέλιο είναι μια λαθεμένη συμπεριφορά ή μια ασχήμια που δεν προξενεί πόνο ή βλάβη· μια κωμική μάσκα, επιπαραδείγματι, είναι άσχημη ή αποτροπιαστική χωρίς να προξενεί πόνο... Πηγή εδώ).

Βρήκα να ταιριάζει στο θέμα μας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου