Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

Της Πικρίας χώρας τα παραμύθκια εν έχουν τέλος: η συγκλονιστική γραφή της Κωνστάντιας Σωτηρίου


 

 - Ήταν, λαλεί, κάποτε θκυό αδέλφκια.

- Αδέλφκια που τα αλήθκεια αλήθκεια.

- Αδέλφκια μα εμαλλώσαν.

....................................................

Έτσι θα μπορούσε ν' αρχίσει το παραμύθι για έναν τόπο όπου ζούσαν δυο αδέρφια κι όπου πέθανε το ένα κι ύστερα το άλλο κι όπου ...

Εμάς στο χωριό τις χήρες τις είχανε αυστηρά, θυμάσαι, Σπασούλα, που στο χωριό τις χήρες της είχανε αυστηρά; Σαν πέθανε ο άντρας τους και η ζωή τους μαζί του έσβηνε, σαν πεθάνει ο άντρας τους να υπάρχουνε τελειώνανε. Έβαζαν το πένθος όλη τους τη ζωή. Που δεν ήταν ζωή. Κουβαλούσαν κομμάτι από θάνατο, έλεγε η γιαγιά μου. Κουβαλούμε κομμάτι από θάνατο σαν πεθάνει ο άντρας μας. Θυμάσαι, Σπασούλα, τη γιαγιά μου που κουβαλούσε κομμάτι τον θάνατο; Πέθανε ο παππούς όταν η γιαγιά ήτανε κοπέλα. Είκοσι  χρονών η γιαγιά, σκότωσαν τον άντρα της οι αγωνιστές, ότι είχε σχέσεις με τους Εγγλέζους. Τον σκότωσαν με πέτρες. Τον έστησαν κάτω από ένα δέντρο και ερχόταν ένας ένας στο χωριό να ρίξει μία πέτρα. Δεν θυμάμαι τώρα το δέντρο. Νομίζω ήτανε ελιά. Πέρασε όλο το χωριό, έριξε μία πέτρα, έριξε όλο το χωριό στον παππού μια πέτρα, ειδοποίησαν τη γιαγιά ότι ο άντρας της πέθανε, άρχισε να κουβαλά η γιαγιά μια ζωή κομμάτι τον θάνατο. Έπρεπε να βάλει τα μαύρα. Γύρισε στο σπίτι τους καθρέφτες και σαράντα μέρες δεν σκούπισε. Μπάνιο πενήντα μέρες δεν έκανε. Κατσαρόλα να ψήσει φαΐ δεν έβαλε. Τα μαλλιά της τα έκοψε να τα πάρει ο παππούς μαζί του στον Άδη. Σαν πέρασαν οι μέρες, έβαψε όλα τα ρούχα της μαύρα και άρχισε να φορά δύο μαντίλια. Γιατί φορούσε η γιαγιά, Σπασούλα, δύο μαντίλια; Γιατί φορούσε η γιαγιά δύο μαύρα μαντίλια; Επειδή σαν κουβαλάς κομμάτι τον θάνατο, ένα μαντίλι του πένθους δεν μπορεί να το σηκώσει. Γι' αυτό. 

Η Σπασούλα, πούναι τώρα στο φέρετρο και την μοιρολογάνε οι φιλενάδες της, είχε ράψει ένα ωραίο φόρεμα για τη νιόπαντρη που θα 'ρχότανε ο Γιωργάκης, ο άντρας της, ήτανε στα Άδανα  της Τουρκίας, στο στρατόπεδο, έτσι της είχαν πει, δεν κατάφερε να γυρίσει πίσω με τις ανταλλαγές, αλλά εκείνη τον περίμενε, γιαυτό είπε να ράψει εκείνο το φόρεμα το βυσσινί, με το διπλό ντεκολτέ, να μην είναι με τα γκρίζα και η Σπασούλα περίμενε το γιό της, της είχαν προλάβει κάτι πελάτισσες ότι οργανώνεται με τις νέες Εόκες «και να του πει να προσέχει να μην το φάει το κεφάλι του και τελικά αυτοί θα μας φέρουνε τους Τούρκους».

 Η Σπασούλα τους Τούρκους καθόλου δεν τους ήθελε. 

"Ήρθανε, πήραν τα σπίτια μας, μας σκότωσαν, μας έκαναν πρόσφυγες" έλεγε Και ούτε που τους κάναμε και εμείς κακά παραδεχότανε. "Αυτά που μας κάνανε αυτοί πολύ χειρότερα ήταν" έλεγε. Είχε και το θέμα με τον γιο της, που τους κατηγορούσαν ότι έφεραν τους Τούρκους με αυτά που κάνανε, αλλά δεν το παραδεχότανε. Αυτοί θα κάνανε ό,τι κάνανε, αιτίες πολλές είχανε, αφορμή ψάχνανε, έλεγε και τους Τούρκους καθόλου δεν ήθελε, να τους δει δεν μπόραγε. Μέχρι που πήγαμε σε εκείνη την εκδήλωση και την κηδεία. Ήτανε τότε που εμείς βρήκαμε τον Γιωργάκη μας και τον θάψαμε αλλά της Σπασούλας τον γιο της καθόλου δεν βρήκανε.

Και ποιοί είναι θαμμένοι στους  ομαδικούς τάφους; Σηκώθηκε μια Τουρκάλα και μίλησε. Κάτω, λέει, ήτανε θαμμένοι οι Τούρκοι που σκότωναν οι Έλληνες το εξήντα τρία. Κι από πάνω οι Έλληνες που σκότωναν οι Τούρκοι το εβδομήντα τέσσερα.

Πηγάδια βρίσκανε και ξέρες, μας είπε η Τουρκάλα, τόπους που είχαν τρύπες και κοιλώματα, που γέμιζαν παλιά νερό. Ρίχναμε εμείς τους δικούς τους στα πηγάδια μας, έριχναν μετά κι αυτοί τους δικούς μας στον ίδιο τόπο, φύρδην μίγδην τα κόκαλα, κάτω οι Τούρκοι, πάνω οι Έλληνες, ύστερα έρχονταν βροχές, τα πηγάδια γεμίζανε, τα κόκαλα ανακατεύονταν, γι' αυτό θέλανε τώρα τις επιτροπές να κάνουνε ταυτοποίηση, κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος. Κάτσαμε κι εμείς να σκεφτόμαστε ένα πηγάδι γεμάτο κόκαλα ελληνικά και τούρκικα, ανάκατα μέσα στις ξέρες και τα πηγάδια, και στεναχωρηθήκαμε. Είδαμε και την Τουρκάλα που έκλαιγε, σφιχτήκαμε.

Είναι, νομίζω, το πιο συνταρακτικό βιβλίο που διάβασα τη χρονιά που φεύγει, το "Πικρία Χώρα" της Κωνστάντιας Σωτηρίου (Πατάκης, 2019). Η συγγραφέας μιλά με τόλμη για ένα θέμα δύσκολο, πονεμένο, για το Κυπριακό, τους αγνοούμενους και τους σκοτωμένους του, κι από τις δυο πλευρές, όπου η γυναίκα, η μάνα, το παιδί βιώνουν τον ίδιο πόνο της απώλειας σ' όποια μεριά κι αν βρίσκονται. Κι όπου, τελικά, καταλήγουν στον ίδιο λάκκο τα κόκαλά των σκοτωμένων τους και ανακατεύονται και "φίλοι, γινήκανε μαμά, φίλοι γινήκανε".

Η γραφή της είναι πολύ ιδιαίτερη, με συμβολισμούς, με γλώσσα ποιητική και όμορφη, με αφηγηματικό τρόπο παραμυθιού και με ιστορίες παράλληλες ή μήπως ίδιες με άλλο τρόπο καμωμένες. Η ιστορία του Καρλίτο και της Μαρίνας και η ιστορία της Σπασούλας και των φιλενάδων της, η ιστορία της Κύπρου με λόγια "κανονικά" και με λόγια στην κυπριακή διάλεκτο. Συγκλονιστικές αράδες ζωντανεύουν σκηνές σαν από αρχαία τραγωδία.

- Αφήκαν τες μόνες του να κλαίουν.

- Έτσι είν' δαμαί τα δικά μας παραμύθκια.

- Έτσι έν' τα παραμύθκια.

- Της γλυκείας χώρας!

- Της πικρίας χώρας.

- Εν έχουν καλόν τέλος.

- Εν έχουν τέλος.


1 σχόλιο: