Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Παιδονόμος, ο επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων, δηλαδή... ο μπέιμπι σίτερ

Παιδονόμος, διαβάζω στο λεξικό Δημητράκου, είναι "ο εκ διορισμού επιμελούμενος της ευταξίας των παίδων εν ταις οδοίς και τω σχολείω".

Με αφορμή την όλη κουβέντα για παιδονόμους και παιδονομία ύστερα από την παρέμβαση της αστυνομίας σε δυο κινηματογράφους της Αθήνας, με εντολή της Υπουργού Πολιτισμού(!), για να αποτρέψουν νέους κάτω των 18 ετών να παρακολουθήσουν την ταινία "Τζόκερ", θυμήθηκα τον παιδονόμο στα Χανιά. Γύριζε στα σχολεία της Κοραή μα και σ' όλη την πόλη με ποδήλατο, ήταν αυστηρός, βλοσυρός, κι αλίμονο στα κορίτσια αν φορούσαμε μίνι, αν η ποδιά μας ήταν κοντή,  αλίμονο αν οι μαθητές και οι μαθήτριες της πόλης κάναμε κάτι "μη πρέπον", κάτι εκτός τάξης και ασφάλειας, ήταν τα χρόνια της δικτατορίας, τάξις και ηθική το απαιτούμενο, οι λογής ιεροδιδάσκαλοι έκαναν τη δουλειά τους.

Αλλά, για να μην μείνω στις τοποθετήσεις, προτίμησα να παραθέσω ένα αφήγημα του Χαράλαμπου Μπουρνάζου, γραμμένο στο κρητικό ιδίωμα με μπόλικη κωμική και σατιρική διάθεση, που δημοσιεύτηκε πριν από χρόνια στα Χανιώτικα Νέα. Το αντιγράφω από το φύλλο της εφημερίδας 18 Μαρτίου 2014 (http://www.haniotika-nea.gr/o-chiros-o-sakorafos-o-pedonomos-ke-methisi-tou/).

Και παρακαλώ, αν εντοπίσετε ομοιότητες με αυτά που ζούμε στις μέρες μας, αδικείτε τον καημένο τον Σακόραφο. Αλλιώτικος ο πολιτισμός των ημερών...




Ο χοίρος ο Σακόραφος ο «παιδονόμος» και το… μεθύσι του

Την Αλισάβη, τη γυναίκα του Γαβρίλου του Σκορπιού (Σκορπιουδάκη τονε γράφανε στο μητρώο), τηνε λέγανε οι χωριανοί «κουνέλα», γιατί σαν την κουνέλα όλα γέννα – 12 για την ώρα είχε γεννημένα, ούλα σερνικά, τα τέσσερα δίδυμα, από 11 ως 2 χρονώ το πλιά μικιό. Μα τα κοπέλια, αντίς να τα λένε, όπως άρμοζε στην περίσταση, Κουνελάκια ή Σκορπιουδάκια, τα βγάλανε Σακοραφάκια, και νάτε το γιατί:
Τα καλοκαίρια που η Αλισάβη επήγαινε και δούλευε σε ξένα χωράφια κι έλειπε ολημερίς τση μέρας, εφόρτωνε το πρωί τα κοπέλια, όσα χωρούσαν στσι δυο κοφινίδες του γαϊδάρου του Μπουρίκο, το πλια μικιό το ’παιρνε στη ράχη της και στα μεγαλύτερα έδουδε ένα καλάμι γι’ άλογο, τάβανε μπροσταρόκριγιους στην πομπή και τα πήγαινε στσι Μαραθομούρες σε μια χωράφα, γονική της προύκα, μισή λιόφυτο, μισή αμπέλι. Εκειδά τα ξεφόρτωνε και τα παρέτα, μαζί με το χοίρο που τον άφηνε να τρώει πεσμένα σύκα κι απίδια. Αμολητά τ’ άφηνε και τα κοπέλια, να κόβουνε μοναχά τους σύκα, σταφύλια, μούρνα, βάτσινα. Τον Μπουρίκο τον έδενε σε μιαν ελιά για να ’χει δροσιό και του ’ριχνε ένα μάτσο ξενικοσταριές.

Ο χοίρος ο παιδονόμος
Και το χωρατό ήτονε πως το γουρούνι έκανε τον… παιδονόμο· τη μπέιμπυ σίτερ, που λένε κι οι Ευρωπαίοι! Γιατί, μαθημένο ως ήτονε το έξυπνο και καλοσυνάτο ζωντανό να θωρεί ούλη μέρα τα κοπέλια, εσυνήθισε την παρέαν τωνε, κι ως εβγαίνανε από τα χωράφια, εφώνιαζε σα να το ’σφαζες! Κι όσοι χωριανοί, από τα γειτονικά χωράφια –γιατί τότες οι ανθρώποι δουλεύανε στα χωράφια για να βγάλουνε το ψωμί τους– γροικούσανε τσι φωνές του χοίρου, καταλαβαίνανε κι ελέγανε πως:
«Τα προκομμένα τσ’ Αλισάβης επήρανε πάλι τσι δρόμους αδέσποτα!». Και τωνε φωνάζανε να μπούνε γρήγορις στ’ αμπέλι, γιατί θα πάνε με μια βέργα να τα βιτσίσουνε στον πισινό τωνε το γδυμνό. Κι εκείνα φοβούντανε τη βίτσα κι εγυρίζανε αμέσως στην παιδική τωνε χαρά, κι ευθύς εκαταλάγιαζε κι ο χοίρος, που τα καλωσόριζε με τη γλώσσα του και την ορά του, που την έκανε δαχτυλίδια.

Γι’ αυτήνα την επιστασία των κοπελιώ βαφτίσανε το χοίρο του Σκορπιού, Σακόραφο. Τον ονοματίσανε δηλαδή με τ’ όνομα του επιστάτη του σχολειού, που κι αυτός, ως εσκαρφαλώνανε τα δασκαλάκια στο διάλειμμα το μπεντένι του περίβολου για να βγούνε όξω στην αλάνα, εσφύριζε με τη σφυρίχτρα του και τ’ αναμάζωνε μέσα, βιτσίζοντάς τα με την κυδωνόβεργα στον πισινό. Κι από τον καινούργιο μας, τον τετράποδο Σακόραφο, τα βγάλανε τα κοπέλια Σακοραφάκια!
Το ρούχο τωνε ήτονε ένα φαντό ποκαμισάκι πούφτανε ως το μπιρμπιτσόλι ντως, έτσα που τα πράματά τους, ξεβράκωτα ως ήταν τα πλια μικιά, εκκρέμουνταν γδυμνά κι ελεύθερα να κάνουν το νερό τους, ψιλό, χοντρό, ό,τι ώρα είχανε την ανάγκη.

Τα κοπέλια αμολημένα, πεινασμένα ως ήτονε, επέφτανε στα σταφύλια, σύκα, βάτσινα, μούρνα, ξινόμουρνα κι επασαλείφανε χέρια και μούτρα που τα βάφανε μενεξελιά. Και το χωρατό ήταν τότες που τα ’δε μια Αμερικάνα περιηγήτρια σε τέτοια χάλι, γδυμνά τα μικιά και πασαλειμμένα και με το εργαλείο τους πεταμένο όξω σαν τον πύρο του βαρελιού, κι είπε: «Τ’ αγγελούδια μου!». Τα φωτογράφισε μάλιστα τα χερουβείμ του παραδείσου του Σκορπιού, γιατί, λέει ίδια κι απαράλλαχτα ήτονε με τσι ζωγραφιές του Μεγάλου Πέτρου τσ’ εκκλησίας του Πάπα. Έγραψε μάλιστα και στη φωτογραφία που έμπεψε τσ’ Αλισάβης, μαζί μ’ ένα εκατοδόλαρο: «Στα χαριτωμένα αγγελούδια μου». Μάριον Τζόνσον, υπογραφή. Για να θυμούνται ως τα γεράματά τους την παράδεισο του Σκορπιού με τα παραδείσια ζώα, το γάιδαρο τον Μπουρίκο, το χοίρο το Σακόραφο, τσ’ αρκάλους, τσι ζουρίδες, τσι καλογιαννούδες και τσι κατσοχοίρους!

Κι οι χωριανοί, που τέτοιαν ευκαιρία δεν την αφήνουνε βέβαια να πάει χαμένη, μετονομάσανε πάλι τα κοπελάκια, από Σακοραφάκια, Αγγελουδάκια. Μικιά Αγγελουδάκια λέγανε το Στελιό, το Μανωλιό, το Μανουσιό και τ’ αποδέλοιπα, και το πλια μεγάλο, το Μιχαήλο, Αρχάγγελο Μιχαήλο το βγάλανε! Κι άκουες κι έλεγες κι αμάρταινες άθελά σου, για το που γίνηκε Σακόραφος κι ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Κι ο Σκορπιός, σαν τ’ άκουε, άφριζε από τη μάνητά του, να τ’ αλλάξουνε τ’ όνομα τσ’ οικογένειάς του!

«Ένα όνομα, μωρέ, έχει ο καθένας», έλεγε κι έδερνε σαν εμέθυε την Αλισάβη, γιατί εκείνη από τη χαρά τζη έδειξε τη φωτογραφία των Αγγέλων στσι γειτόνισσες κι εμαθεύτηκε στο χωριό. Πράμα συνηθισμένο βέβαια αυτά τα ξυλοφορτώματα, το καλοκαίρι μάλιστα που αποσπερίζανε οι χωριανοί σ’ αυλές και γειτονιές κι ο Σκορπιός εμέθυε κι αρχίνιζε την Αλισάβη στσι ραβδές, κι αυτή για να σωθεί εκάλιε σε βοήθεια τσι γειτόνους, κι εκείνοι, που την αγαπούσαν, εγλακούσαν να τηνε ξεμιστέψουν. Μια βολά μάλιστα, που μέθυσε πάλι, πήρε μια παλιά ξιφολόγχη, φοβερίζοντας πως θα σφάξει την Αλισάβη που του γέννησε τόσανα στόματα και πού θα το βρίσκει το ψωμί να τα ταΐζει… Επρόκαμε όμως ο Μανουσιός Άγγελος κι εδραπέτεψε από το παραθυράκι τ’αχουριού κι έπαιξε την καμπάνα τ’ Αη-Γιαννιού, κι επήγε τότες το μισό χωριό με ραβδιά και τον ευρήκανε τον Σκορπιό με «μάχαιραν αμφίστομον», ως είπε ο Παπά-Ευλάμπιος, να φοβερίζει πως θα τσι σφάξει ούλους. Κι είπε τότες ο παπάς:

«Ετούτος, χωριανοί, είναι ο ίδιος ο Ηρώδης, ο θηριώδης, και θαν αρχινίξει σφαγή νηπίων!».
Μα τον άκουσε ο Σκορπιός κι επροσβλήθηκε, κι είπε του παπά πώς είναι ο Αρχάγγελος Γαβρίλης, που ίδια κι απαράλλαχτα βαστά τη σπάθα στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών. Τούπε τότες κι ο παπάς για να τονε μερέψει:

«Ναίσκε, ο Αρχάγγελος Γαβρίλης είσαι, κι όι ο βερζεβούλης ο Ηρώδης, μόνο να καταλαγιάξεις και να μη φοβερίζεις την Αλισάβη και τα κοπέλια».

Κι ησύχασε ο Σκορπιός. Μόνο που από τότες το χωριό είχε –Θεέ μου συγχώρεσέ με– τέσσερις Αρχαγγέλους: τον Γαβρίλο το Σκορπιό, το Μιχαήλο τον μικιό Σκορπιό κι άλλους δύο ζωγραφιστούς Μιχαήλ και Γαβριήλ, στο τέμπλο τσ’ εκκλησίας των Ταξιαρχών.

Το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως

Και σαν να μην μας εφτάνανε τα μεθύσια του Γαβρίλο, εμέθυσε μιαν αργαδινή κι ο χοίρος ο Σακόραφος. Και να τε πως εγινήκανε τα πράματα:

Ζέστη, απού’ σκα ο τζίτζιρας είχε κείνη την ημέρα και τ’ αγγελούδια πάντα σ’ εκδρομή στσι Μαραθομούρες, με την παραμάνα τους τον χοίρο, που αμολητό ως τον είχανε στη χωράφα, έτρωε σύκα κι απίδια που πέφτανε από τα δεντρά, μα νερό βέβαια δεν είχε. Κι ως εγυρίσανε το βράδυ στο σπίτι, εμπήκε ο χοίρος στο κατώι όπου ήταν η βαρέλα του κρασιού, κι επήγε να ξυστεί στην κάνουλα. Μα με το πήγαιν’-έλα τση ράχης ντου άνοιξε η κάνολα κι επλημμύρισε το κατώι κρασί. Και κορακιασμένος από τη δίψα, ως ήτονε, αρχίνιξε να πίνει, ώστενα που εγίνηκε σκνίπα στο μεθύσι. Κι έτσα ξεκουτουνιασμένος εβγήκε στο τσαρσί και χοροπήδα κι εγιουρούντα στσ’ ανθρώπους, σαν το λιονταρή. Κι είπε τότες ο Μπουρδελέτζος ο Κωστής:

«Ελύσσιαξε, μωρέ, ο χοίρος ο Σακόραφος και θα μασέ καταλύσει!».

Τέτοιο πράμα δε μας είχε ξανασυμβεί, κι όπως δεν εκατέχαμε το αίτιο για τα καμώματα του γουρουνιού, γιατί μόνο αργά το μάθαμε από το Σκορπιό, εμιστοπιστέψαμε το Χρουσό το ζαβό, τον Ονειροκρίτη, ως το λέγαμε, γιατί εξήγα και τα ονείρατα, που είπε πως:
«Ετούτονά δα ’ναι, κακονίζικα, το θερίον τσ’ Αποκαλύψεως!».

Κι ένα-δυο γυναίκες εκάμανε το σταυρόν τους, κι είπανε και το «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Μα ως επήγε ο χοίρος να γιουρουντίξει του Γιώργη του Καραγκιουλέ, δεν τάχασε ο Καραγκιουλές, μηδέ πίστεψε πως είναι το τέρας τσ’ Αποκάλυψης, μα του’ δωκε μια χουρχουδέ με τη φορφωτήρα του γαϊδάρου του και τον εσιχτίρισε:
«Aσιχτίρ, Σακόραφε, που θα μου κάνεις εμένα το νταή!».

Μ’ αυτά τα σιχτιρίσματα του Καραγκιουλέ μάς τα μπλέξανε πάλι χειρότερα τα πράματα. Γιατί, στην ώρ’ απάνω, το ’καμε ο δαίμονας να περνά με τη δικολογιά του από την πλατέα ο αληθινός Σακόραφος, ο παιδονόμος του σχολειού. Κι επροσβλήθηκε βέβαια ο άνθρωπος κι είπε του Καραγκιουλέ ν’ αναμαζώξει τη γλώσσαν του ο ανεμογάμης. Κι εχύμηξε ο γεις τ’ αλλουνού και με τσ’ αμπωχτές τωνε φουκαρώσανε στο διπλανό καφενείο του Φραγκιού, και νταραγκουνήσανε την κονσόλα με τ’ ανθοδοχείο τση Φραγκιούδαινας κι έπεσε στσι κεφαλές τωνε το γυαλί με τα πούλουδα και τα νερά και τσι ’καμε σιχριντί μπερμπελέσι. Εμπήκανε ωστόσο στο χορό, για να υπερασπιστούνε το Σακόραφο, η δικολογιά του και ο παπάς, γιατί του κατέβαζε ο Καραγκιουλές τα εικονίσματα με τα γαμοσταυρίδια του, κι όξω στην πλατέα αρχινίξανε το χαβαλέ τους τα κοπέλια, που βολοσέρνανε μια λαμαρίνα, κι εκάνανε ένα διαόλου γουργουλέ απού ξεσήκωσε το χωριό στο πόδι κι εκατέβηκε συγκλώναρο στο τσαρσί. Και καλά που μπήκανε στη μέση οι γυναίκες, που φωνάζανε στσ’ άντρες τωνε:
«Για όνομα του Θεού, κάμετε!».

Εφοβέρισε κι ο παπάς πώς θα κάμει γενικόν αφορεσμό, σα δε φοβούνται οι γουρσουλαμάδες τσ’ Αγίους να βλαστημούνε σαν τζι Χαλιχούτηδες, όξω από την εκκλησία των Ταξιαρχών. Κι ετσά καταλαγιάξανε.

Μα ο άλλος Σακόραφος, ο χοίρος, δεν είχε ησυχασμό, γιατί, εξόν το μεθύσι του, τον είχε ζωγλάνει η φορφωτήρα που του’ παιξε ο Καραγκιουλές. Μα ’μπεψε ο Θεός και φάνηκε τ’αφεντικό του ο Σκορπιός, που μας εφώναξε να μην το πειράξομε το ζώο, γιατί δεν είν’ ευτό δαιμονισμένο, παρά ’ναι μεθυσμένο, κι ό,τι κάνει το μεθύσι του το κάνει.

«Αφερίμ, μωρέ», του ’πε τότες ο παπα-Ευλάμπιος. «Δε μας έφτανες του λόγου σου, τζιλικουντάνη, παρά θάν’ έχομε ’δα και τα μεθύσια του χοίρου σου!».

Μα με το να δει το γουρούνι τ’ αφεντικό του, εμέρεψε κι έθεκε να κοιμηθεί στο πεζοδρόμι, κι άνθρωπος δεν το πείραξε, γιατί φοβούμασταν μην ξυπνήσει και τ’ απανωδιώξει και μάσε γιουρουντήξει πάλι…

Φιλώ σας κατακούτελα
Ο ΓΕΡΩ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
και ο γραμματικός του
Χαράλαμπος Μπουρνάζος



Και μια τελευταία σημείωση: Στο Λεξικό Δημητράκου βρίσκω επίσης τον γυναικονόμο, που είναι "ο άρχων εν Αθήναις εντεταλμένος ειδικώς την εποπτείαν των ηθών και της ευκοσμίας των γυναικών". 
Δίνω ιδέες;

2 σχόλια: