Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

Τρένα...


Συλλογιέμαι τα τρένα που τρέχουν προς το τίποτα
Τη θάλασσα που αιώνια επιστρέφει…


(Από «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου», του Τάσου Λειβαδίτη. Ο ποιητής έφυγε σαν σήμερα το 1988.)


Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου...


(Από το ποίημα "Βράδυ" του Κώστα Καρυωτάκη. Ο ποιητής γεννήθηκε σαν σήμερα το 1896).


3 σχόλια:

  1. " (...) σάν τό πράσινο φῶς ἑνός ἀθόρυβου τραίνου πού ἔρχεται νά μέ πάρει
    μέ τά μαντίλια μου, τά στραβοπατημένα μου παπούτσια, τή μαύρη
    τσάντα μου, τά ποιήματά μου,
    χωρίς καθόλου βαλίτσες — τί νά τίς κάνεις;
    Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου."
    Γιάννη Ρίτσου, από τη Σονάτα του σεληνόφωτος

    Και μια και τους φέρανε κοντά οι στίχοι τους, ας μου συγχωρεθεί η κατάχρηση του χώρου, για ένα ποίημα που γράφει ο Ρίτσος ακριβώς ένα χρόνο μετά το θάνατο του Λειβαδίτη, ένα γράμμα για τον "αδελφό" του, όπως λέει:
    " Στον αδελφό μου
    ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

    Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν.
    Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν
    μες στο νυχτερινό ψιλόβροχο. Στάθηκες λίγο
    με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι
    κάτω απ’ το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου
    ακούγοντας απ’ τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων,
    και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που ’χες αγαπήσει,
    και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των
    απεργών οικοδόμων,
    ήσυχος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος
    στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας
    που ’χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα
    αποκοιμήθηκες σ’ ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας
    πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται
    κι ούτε πεθαίνουν.
    Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
    έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο
    κλεισμένη πόρτα;

    Αθήνα, 30 Χ – 9 ΧΙ. 89
    Γιάννης Ρίτσος

    Πολλούς χαιρετισμούς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
    δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
    Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
    το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
    Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
    κάθε χειρονομία σου σαν να γκρεμίζεις την αδικία.
    Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
    Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
    αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
    μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
    αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
    έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
    εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’τις οβίδες.
    Δεν έχεις καιρό
    δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
    αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

    Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
    μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
    Δε θα διστάσεις.
    Θ’ απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
    θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
    για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
    Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
    Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν’ άστρο, να ονειρεύεσαι
    είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
    να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
    Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
    γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
    αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

    Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
    μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
    μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο.
    Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
    θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
    Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
    θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
    απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
    Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
    δε θα γερνάς.
    Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
    αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουμε στον κόσμο
    αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

    Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
    θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
    Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
    θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη
    σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
    Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
    να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
    σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκερο το μέλλον.
    Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
    εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
    Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

    Tάσος Λειβαδίτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Με συγκινήσατε, για κάποιο λόγο ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν πάντα ο ποιητής που μου έλεγε κάτι περισσότερο, αν δείτε και τα ποιήματα που είχα κατά καιρούς αναρτήσει. Ήταν ο ποιητής που έλεγε τις μικρές και μεγάλες καθημερινές αλήθειες μας. Για δείτε τα δυο "αντικριστά" ποιήματα για τον διάλογο που είναι ή δεν είναι αιώνιος (γυναικεία ματιά θα πείτε; όχι, βέβαια, μόνο αυτό...).
    Όσο για τον Ρίτσο αγαπητέ Διονύση, νιώθω πως όσο και να τον είχα διαβάσει από χρόνια πολλά, άρχισα να τον γνωρίζω και να τον νιώθω περισσότερο αφού διάβασα το Τροχιές σε διασταύρωση με τις επιστολές που αντάλλασσε με τον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου. Ίδια και το ποίημα για τον άλλο αδελφό του, τον Λειβαδίτη. Άραγε τι εννοεί όταν του γράφει:
    Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
    έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο
    κλεισμένη πόρτα;

    Και άραγε, αγαπητέ Ευρυτάνα, πού είναι εκείνη η "ηρωική" εποχή που
    αν ήθελες να λέγεσαι άνθρωπος
    μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου...

    Σας ευχαριστώ και τους δύο για τις ταιριαστές παρεμβάσεις σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή