Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

4 Δεκέμβρη του 1947 εκτελέστηκε η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη


Η φωτισμένη δασκάλα και λαογράφος Μαρία Λιουδάκη (Πηγή φωτογραφίας)

Ήταν σαν σήμερα, το 1947, που εκτελέστηκαν στο Ηράκλειο της Κρήτης η δασκάλα από τη Λατσίδα Μεραμπέλου (χωριό κοντά στη Νεάπολη Λασιθίου) Μαρία Λιουδάκη και η φίλη της, Μαρία Δρανδάκη, μοδίστρα στο επάγγελμα, από την Ιεράπετρα. Οι δυο γυναίκες είχαν αντιστασιακή δράση και είχαν οργανώσει μαζί με άλλες το γυναικείο τμήμα του ΕΑΜ στην Ιεράπετρα. Ομάδες των Μπαντουβάδων, που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ήταν ο φόβος και ο τρόμος στην Ανατολική Κρήτη, τις συνέλαβαν, τις κατέσφαξαν και σκόρπισαν τα πτώματά τους, που βρέθηκαν και αναγνωρίστηκαν μήνες αργότερα. Ήταν 53 χρονών η Λιουδάκη και 33 η Δρανδάκη.

Η αδελφή της Μαρίας Λιουδάκη, η Χαρά Λιουδάκη, ήταν η αρραβωνιαστικιά του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του γενναίου αγωνιστή, ενός από τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής, που δεν δέχτηκε την "προσφορά" να γλυτώσει από την εκτέλεση στη θέση ενός άλλου (γιατί τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας).[1]

Ένα από τα γράμματα που είχε αφήσει ο Σουκατζίδης πριν από την εκτέλεση ήταν για τη Μαρία:

“Δίδα Μαρία Λιουδάκη. Ιεράπετρα Κρήτης.

Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο θα ζει. Γειά σου, γειά σου λατρευτή μου αδελφούλα. Ναπολέων 1-5-44”.

Ποιος θα το 'λεγε πως σε λίγα χρόνια θα είχε την ίδια τύχη και μάλιστα, με πολύ φριχτό τρόπο και από χέρια ελληνικά...

Η Μαρία Λιουδάκη ήταν σπουδαία επιστημόνισσα. Ήταν δασκάλα και μια από τις σημαντικότερες λαογράφους μας.[2] Είχε βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για τη συλλογή της "Μαντινάδες Κρήτης"[3], είχε γράψει τα παραμύθια "Στου παππού τα γόνατα", "Στης γιαγιάς την αγκαλιά", "Γύρω στο μαγκάλι", ενώ έχει αφήσει πολύ πλούσιο ερευνητικό έργο, σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο ακόμη στο σύνολό του. [4] 

Στην Ανέμη, την ψηφιακή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, απ' όπου αντλούμε θησαυρούς, βρήκα δυο εκδόσεις των μαντινάδων της. Είναι και οι δύο του 1933, έχουν το ίδιο περιεχόμενο και διαφέρουν μόνο στο εξώφυλλο, η μία αποκαλείται λαϊκή έκδοση και η άλλη δεύτερη έκδοση.

"Άφτω και σβύνω και κεντώ, φοβούμαι και τρομάσω,
αποκοτώ κι αγγίζω σου, φεύγω και πάλι αράσω"


"Απάνω στα βουνά δα βγω, με λάφια να κοιμούμαι,
και το δικό σου το κορμί να μην το συλλογούμαι"

Στον πρόλογο η Λιουδάκη αναφέρεται σε όσους τη βοήθησαν στο έργο συλλογής των μαντινάδων με διάφορους τρόπους. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο νεαρό Ναπολέοντα Σουκατζίδη (ήταν γεννημένος το 1909) για τον οποίο γράφει:

"Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες που βρήκε εκείνος..."

Η έκδοση του 1933 κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Αλικιώτη. Το 1936 οι Μαντινάδες εκδόθηκαν  από τον Ελευθερουδάκη. Στη Νέα Εστία (τεύχος 236, Οκτ. 1936) διαβάζουμε άρθρο του Εμμανουήλ Κριαρά, στο οποίο, αφού αναφέρεται στην έκδοση του 1933, παρουσιάζει τη νέα έκδοση "Λαογραφικά Κρήτης. Τόμος Α' Μαντινάδες. Συλλογή και ταξινόμηση Μαρίας Λιουδάκι", διατυπώνοντας ορισμένες παρατηρήσεις, κυρίως γλωσσικού περιεχομένου, αλλά και εκθειάζοντας τη συλλέκτρια Λιουδάκη "για την επιμέλεια και την ευσυνειδησία που επέδειξε στην πραγμάτωση του σκοπού της".

"Κάνε νανά να κοιμηθής, να γοργομεγαλώσης, να βγάλης κλώνους και κλαδιά τον κόσμο να γεμώσης"
Νανούρισμα από τη συλλογή της Μαρίας Λιουδάκη
Ξεφυλλίζω από τη βιβλιοθήκη μου το μικρό, 45 σελίδων, βιβλιαράκι με τίτλο "Νανουρίσματα, Ταχταρίσματα, παιχνιδάκια" που κυκλοφόρησε το 1953 από τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη (ιδρυτής και διευθυντής της οποίας ήταν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης). Γράφει στην αρχή η Φάνη Σαρεγιάννη που είχε και την επιμέλεια της ανθολόγησης:

"Εδώ πρέπει να τονιστή ξεχωριστά η συμβολή της Μαρίας Λιουδάκη με το πλούσιο χειρόγραφο υλικό της από την Κρήτη, που μου το έδωσαν η ίδια και ο Μ. Τριανταφυλλίδης".

Προφανώς, αυτά γράφτηκαν πριν από το 1947. Και πραγματικά, η Λιουδάκη είχε συνεργαστεί στενά με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του '20, και  είχε σίγουρα επηρεαστεί από τις προοδευτικές του ιδέες τόσο στα γλωσσικά όσο και γενικότερα στα εκπαιδευτικά ζητήματα. [5] Μάλιστα στις Μαντινάδες γράφει στον Πρόλογο:

"Την έμπνευση της συλλογής αυτής και την κατανόηση της σημασίας μια τέθιας εργασίας τη χρωστώ στον ευγενέστατο, καλό κι αγαπημένο μου καθηγητή, κ. Μανόλη Τριανταφυλλίδη, γλωσσολόγο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Άρχισα τη συλλογή το 1925, τότε που πρωτογνώρισα τον καλό μου καθηγητή..."

Ο Τριναταφυλλίδης είχε λαογραφικά ενδιαφέροντα, πληροφορία που τη βρίσκω αρχικά στο βιβλίο του Γιώργου Αλισανδράτου "Μανόλης Α.Τριανταφυλλίδης: 1883-1959: Σελίδες από τη ζωή και το έργο του" (Μουσείο Μπενάκη, 2010), με παραπομπή στον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο.



Συγκεκριμένα, στο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας για τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη  (τεύχος 7776, 1 Νοεμβρίου 1959), ο Δημ. Λουκάτος σε άρθρο με τίτλο "Λαογραφικές ώρες με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη" γράφει για τα λαογραφικά ενδιαφέροντα του Τριανταφυλλίδη και για τις συγκεντρώσεις στο σπίτι του της Πατριάρχου Ιωακείμ με πνευματικές κυρίες που καμιά τους δεν ήταν γλωσσολόγος, αλλά όλες τους "έκαναν ή έγραφαν λαογραφία και πάνω σ' αυτή συζητούσαν". Ανάμεσα σ' αυτές ήταν οι Πηνελόπη Δέλτα, Ευδοκία Αθανασούλα, Φωτεινή Τζωρτζάκη, Αγγελική Χατζημιχάλη, Φάνη Σαρεγιάννη κ.ά. συνδεδεμένες με τη Νεοελληνική Βιβλιοθήκη που ανέφερα παραπάνω. Και συνεχίζει:

"Αλλά και τα έξω από τη "Βιβλιοθήκη" του παιδικό - λαογραφικά βιβλία, τα γραμμένα από φίλες και οπαδές του, είχαν πάντα τη σφραγίδα της δικής του αρχικής έμπνευσης και καθοδήγησης. Σημειώνω τα δυο καλά βιβλία της αλησμόνητης Μαρίας Λιουδάκη "Στης γιαγιάς τα γόνατα" (1932)  και "Στου παπού τα γόνατα" (1947), που βγήκαν με τη συζήτηση, την κριτική και την φιλική παρακολούθηση των χειρογράφων τους από τον Τριανταφυλλίδη."

Και αφού κάνει αναφορά στην ιδιαίτερη φιλία του με την Αγγελική Χατζημιχάλη και την Μέλπω Μερλιέ, συμπληρώνει:

"Αλλά και τη Μαρία Λιουδάκη, την καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφο, την έβλεπε σπίτι του σαν κρητικό θησαυρό, χαιρόταν την κουβέντα και την παρουσία της, κι άκουε τις περιγραφές της, σαν να πεζοπορούσε μαζί της στα χωριά και να έμπαινε στα σπίτια της Κρήτης."

Αν διαβάσει κανείς τα βιογραφικά στοιχεία της Λιουδάκη [6], μαζί με το πλούσιο και πολυσχιδές επιστημονικό έργο της, θα βρει κυνηγητά, διώξεις, αποπομπές και τελικά ένα φριχτό τέλος. Γιατί; Γιατί ήταν φίλη με τον Σουκατζίδη, γιατί ήταν αριστερή και γιατί ήταν εαμίτισσα; Ενοχλούσε ο τολμηρός της λόγος, η ευθύτητα, η εντιμότητα, ίσως και η επιστημοσύνη της, η αγάπη της στα παιδιά και στο λαϊκό πολιτισμό;

Και τι ειρωνεία! Στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας, στα παιδιά που νοσηλεύονταν εκεί την περίοδο 1945-48, τότε δηλαδή που η Λιουδάκη κυνηγήθηκε, βασανίστηκε και κατακρεουργήθηκε, διάβαζαν, για να τα γλυκαίνουν, τα παραμύθια της. Αυτό γράφει η Λιλή Αλεβιζάτου στον πρόλογο του βιβλίου που επιμελήθηκε με τίτλο "Από τα παιδιά του πολέμου στον κόσμο των παραμυθιών - Ζωγραφιές από τον παιδικό θάλαμο, Ιπποκράτειο νοσοκομείο 1945-1948" (Εστία, 2007) και στο οποίο περιέχονται παραμύθια της Λιουδάκη μαζί με ζωγραφιές των παιδιών. [7] 


-------------------------------------------------------
Σημειώσεις

[1] Βλέπε περισσότερες πληροφορίες εδώ, καθώς επίσης και σε άρθρο της Ηρακλειώτικης εφημερίδας "Πατρίς" του 2001 με τίτλο "Οι αδελφές Μαρία και Χαρά Λιουδάκη τιμώνται μετά θάνατο από το Δήμο Νεάπολης".

[2] Ο Μανώλης Μιλτ. Παπαδάκης έχει γράψει γι' αυτήν το βιβλίο "Μαρία Λιουδάκι: η ιέρεια της παιδείας", Μορφωτική Στέγη Ιεράπετρας, 1992.

[3] Έχει εκδοθεί επανειλημμένα. Επίσης, ενδεικτικά να αναφέρω ότι πληροφορίες για τη συμβολή της π.χ. στην ερωτική μαντινάδα μας δίνει ο Λενακάκης εδώ, ενώ περιπαικτικές μαντινάδες της δημοσιεύει ο Αλκμάν εδώ

[4] Μια ιδέα για το πλούσιο και σημαντικό έργο της Λιουδάκη μας δίνει και η Αικατερίνη Πολυμέρου - Καμηλάκη, τέως Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, σε ομιλία της στο Α' συνέδριο για την Κίσαμο, τον Οκτώβριο 2016, όπου έκανε αναφορά στη Μαρία Λιουδάκη και στην επιτόπια λαογραφική έρευνα για τη Δυτική Κρήτη και ιδιαίτερα για τα Εννιά Χωριά της Κισάμου που είχε πραγματοποιήσει το 1938. Επίσης, να αναφέρω το Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη της τον Οκτώβριο του 2011 στην Ιεράπετρα με θέμα "Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη”, ενώ εισήγηση θα υπάρχει και στο Συνέδριο που διοοργανώνει τον Φεβρουάριο 2017 ο δήμος Αγίου Νικολάου με θέμα "Γνωριμία με τους συγγραφείς του Δήμου Αγίου Νικολάου και το έργο τους".

[5]  Εκείνη την εποχή υπήρχε ένταση στο εκπαιδευτικό και στο γλωσσικό ζήτημα με αποκορύφωμα τις διώξεις εκπαιδευτικών όπως Δελμούζος, Ιμβριώτη κ.ά. (Μαρασλειακά).

[6] Βλέπε π.χ. το σχετικό λήμμα στη βικιπαίδεια, αλλά και με περισσότερες λεπτομέρειες άρθρο της Μαρίας Ζορμπά-Ροβυθάκη, καθώς και δημοσιεύματα στο Ριζοσπάστη και αλλού.

[7] Οι ζωγραφιές αυτές έχουν δωρηθεί στο Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Ο Μίκης Θεοδωράκης για το Φιρκά στα Χανιά





"[…] Τρεις μέρες περπατούσανε να φτάσουνε στα Χανιά. Μπαίνουν στο φρούριο, το Φιρκά, ανοίγουν τη μεγάλη πόρτα της φυλακής και τους σπρώχνουν στο σκοτάδι. Παλιό βενετσιάνικο κάστρο, στην είσοδο του λιμανιού, με τοίχους φαρδιούς όσο ένα σπίτι, με πολεμίστρες και πύργους, είχε τη φυλακή πέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. […] Σ’ αυτό το φρούριο- φυλακή κλείστηκαν ο ένας μετά τον άλλον όλες οι γενιές των Θεοδωράκηδων και τελευταίος ο παππούς μου, ο Μιχαήλ. Εγώ , πιο τυχερός, υπηρέτησα φαντάρος στα 1951. […]

[…] Ο λογαχός κ. Σαραντινάκης με τοποθέτησε στο Γραφείο Κινήσεως, όπου, εκτός από μένα υπηρετούσε ο δεκανεύς Γιώργος απ’ το Ναύπλιο. Η δουλειά μας ήταν να προμηθεύουμε τους σοφέρ με καύσιμα, να περνάμε τις ποσότητες στα δελτία Κινήσεως και να κρατάμε βιβλίο. Στην αρχή, εγκαταστάθηκα μέσα στο σημαιοστάσιο, και αργότερα, μαζί με το Γιώργο, σ’ ένα δωματιάκι που χτίσανε στο βάθος της ταράτσας ειδικά για μας. Έτσι, όλη την ημέρα βρισκόμουν πάνω απ’ τη θάλασσα. Αριστερά, στο βάθος, το νησάκι Θοδωρού, απέναντι απ’ το χωριό μου. Μπροστά μου το Κρητικό Πέλαγο. Δεξιά ο Φάρος και ακόμα πιο δεξιά το λιμάνι. Όταν αγρίευε η θάλασσα, ο αφρός των κυμάτων μας έλουζε. Σκουπίζαμε την υγρασία απ’ τα πρόσωπα μας και με τη γλώσσα γλείφαμε το αλάτι…Όταν δεν είχαμε δουλειά, καθόμουν μπροστά στις λευκές νότες, προσπαθώντας να συνεχίσω την σύνθεση της “ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ” …Με τις μοτοσικλέτες και τα τζιπ πηγαίναμε συχνά στη Σούδα, στο Μάλεμε και στο Ακρωτήρι για δουλειές. Τις περισσότερες ώρες τις περνάγαμε έξω απ’ το Φρούριο, στην προκυμαία.



Μερικοί ψάρευαν, άλλοι έπιναν μπίρες στα καφενεία κι όταν το βραδάκι άρχιζε ο περίπατος , ντυνόμαστε, χτενιζόμαστε και μπαίναμε και μείς στη σουλάτσα πάνω κάτω πειράζοντας τα κορίτσια, που τα τραβούσε σα μαγνήτης η στολή. Δε λέω. Ήμαστε νέοι, ανέμελοι, γελαστοί. Όμως η στολή είναι το κάτι άλλο… Ποτέ δεν είδα γυναίκες να λιώνουν έτσι, παρά τότε που φόραγα το χακί…Ίσως να τραβούσε το γεγονός ότι ήμαστε ανώνυμοι. Ένα νούμερο… Άρα ελεύθεροι. Άρα ακίνδυνοι, υπεράνω υποψίας για τα ήθη και έθιμα της επαρχιακής πόλης. Άλλωστε, αυτό το γεγονός της ανωνυμίας, του νούμερου έδινε και σε μας ένα διαφορετικό αέρα, που ίσως να ήταν αυτός που γοήτευε και αιχμαλώτιζε τα κορίτσια. Σ’ αυτούς τους περιπάτους, εκείνο που έμεινε ήταν τα σπινθιροβόλα βλέμματα. Η ομορφιά των ματιών . Το κρυφό γέλιο στα ηδονικά χείλη…"


Σαν σήμερα, κάθε χρόνο, γίνονται γιορτές στα Χανιά, κάτω από το Φρούριο Φιρκά στο παλιό λιμάνι, απέναντι από το Φάρο, γιατί εκεί, 1 Δεκεμβρίου 1913, υψώθηκε η ελληνική σημαία και πραγματοποιήθηκε η Ένωση, η ένωση της Κρήτης με τη "Μητέρα Ελλάδα" όπως λέγαμε στο σχολείο. Ο Φιρκάς έχει λοιπόν για μας τους Κρητικούς, και ιδίως τους Χανιώτες, μια ξεχωριστή σημασία, ένα δέος, αλλά και μια ξεχωριστή ομορφιά. 

Για τη μέρα, προτίμησα να παραθέσω ένα κείμενο με αναφορά στο Φιρκά, γραμμένο από το Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν στρατώνας και φυλακή και εκεί, το 1951, ο Μίκης Θεοδωράκης στάλθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του μετά την εξορία του στη Μακρόνησο. Εκεί (ξανα)έγραψε μάλιστα και την Πρώτη Συμφωνία του, που τις παρτιτούρες της είχε χάσει κατά την εξορία του στη Μακρόνησο το 1948 (βλ. περισσότερα εδώ).

Το κείμενο προέρχεται από την αυτοβιογραφία του Μίκη «Οι Δρόμοι τον Αρχάγγελου». Για την αποψινή ανάρτηση, το αντέγραψα από το Λεύκωμα με τίτλο "Τα Χανιά στη Λογοτεχνία: 750 χρόνια από την ανοικοδόμησή τους" (ημερολόγιο 2002, επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση, Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων, Δήμος Χανίων, 2002 - ήταν μια πολύ καλή έκδοση, μέρος του λευκώματος μπορεί κανείς να δει στον ιστότοπο του Δήμου Χανίων).

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ύμνος στον Παρθενώνα, του Ασημάκη Πανσέληνου




Του απολύτου ωραίου είσαι κορώνα,
το μάρμαρό σου είν’ άσπιλο σαν κρίνο…
(κάτι αν δεν πω για σένα, ω Παρθενώνα,
σπουδαίος ποιητής πώς θες να γίνω;)

Η Ελλάδα η ιερή κι η θεσπεσία
κοιτάει μια εσένα, μια τον αφαλό της,
όλη των Δυνατών η υποκρισία
έχει ανεβάσει εσένα σύμβολό της.

Στο μάρμαρό σου ρέει θείος ιχώρας·
το λέν οι Αμερικάνοι που  'ναι ωραίοι
στο νου και στην ψυχή, οι τρανοί της χώρας
και όλοι οι διεθνείς κατεργαραίοι.

Ο δάσκαλός μου σ’ έβρισκε κολάι
ο γαλονάς για σένα θριαμβεύει
κι ο ποιητής, λεν, όταν καλοφάει,
μονάχα εσένα βλέπει και χωνεύει.

Κι ο μπάρμπα-Γιανακός σα φέρει πράμα,
τραβάει πελάτες γέρους, νιους, κοπέλες,
γιατί σ’ έχει κολλήσει για ρεκλάμα,
σ’ ένα βαρέλι επάνω με σαρδέλλες.



Όχι, το παραπάνω ποίημα δεν γράφτηκε τις προηγούμενες ημέρες για τον ωραίο και υψηλό, Αμερικανό επισκέπτη μας. Γράφτηκε δεκαετίες πριν από τον Ασημάκη Πανσέληνο. Το αντέγραψα από την ποιητική του συλλογή "Ταξίδια με πολλούς ανέμους". Πρωτοκυκλοφόρησε το 1964 από τις εκδόσεις Κέδρος, εγώ έχω τη δεύτερη έκδοση του 1975, με δική του μάλιστα αφιέρωση τον Ιανουάριο 1976. 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου υπάρχει ένα κείμενο του Κώστα Βάρναλη  που δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 1945 και στο οποίο χαρακτηρίζει τον Πανσέληνο ως "έναν από τους λίγους σατιρικούς της αριστερής παράταξης". Αναφέρει δε ότι ο "Ύμνος στον Παρθενώνα" μαζί με άλλα έργα του "είναι από τις καλύτερες σάτιρες που έχουμε, ύστερα από του Παλαμά και του Καρυωτάκη". 

Προφανώς το ποίημα είχε ήδη γραφτεί το 1945. Όπως γράφει εξάλλου ο Νίκος Σαραντάκος, το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή "Μέρες οργής" του 1945. Έχει ενδιαφέρον μάλιστα ότι στην εκδοχή του 1945 που δημοσιεύει ο Σαραντάκος αναφέρονται οι Ευρωπαίοι ως ωραίοι, ενώ στη νεότερη έκδοση του Κέδρου ωραίοι πια είναι οι Αμερικάνοι. Προφανώς, μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη διαφοροποίηση αυτή...



Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Μακάρι να' τανε τα πάντα αλλιώς...





Θα σου γλιστρήσει από τα χέρια άλλη μια μέρα
θα τις μετράς και θα'ναι οι μισές
θα βλέπεις θάλασσα και θα΄σαι σε μια ξέρα
μόνο τα κύματα θα ακούς και τις φωνές

Κάνει στην άκρη ο καιρός να σε χωρέσει
μια αυταπάτη οι επιλογές
έχεις αφήσει το ταξίδι σου στη μέση
για το χατίρι σου αλλάζουν οι εποχές


Κρύβεις ακόμα μια φορά το πρόσωπό σου
μακάρι να'τανε τα πάντα αλλιώς
μακάρι να'ταν να περνούσε το δικό σου
νιώθεις χαμένος,αλλά είσαι ζωντανός

Σαν ναυαγός που ονειρεύεται καράβια
κρατώντας τη φωτιά του ζωντανή
ψάχνεις ακόμα στον ορίζοντα σημάδια
που θα σε φέρουν πάλι πίσω στη ζωή


Χάνεις αυτό που σου'χει τύχει για να ζήσεις
είναι το σήμερα,αίμα ζεστό
ένα τσιγάρο σου'χει μείνει να καπνίσεις
δεν έχει αλλού,δεν έχει αλλιώς,μόνο εδώ


Σαν ναυαγός. 

Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Μουσική: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Τραγουδούν: Δημήτρης Μητροπάνος και Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Από την Παρασκευή στο Σάββατο, καταναλωτισμό ή κατανάλωση;



Στο τόσο πανδαιμόνιο για τη λεγόμενη "Μαύρη Παρασκευή", θυμήθηκα το βιβλίο του Πολωνοεβραίου κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν "Ζωή για κατανάλωση" (εκδ. Πολύτροπον, 2008). Ο Μπάουμαν αναλύει το ζήτημα της κατανάλωσης και του καταναλωτισμού, επισημαίνοντας τη σχέση και τη διαφορά ανάμεσα στις δύο έννοιες όπως πραγματώνονται μέσω της κοινωνίας των καταναλωτών. Προτείνει τρεις ιδεότυπους (ideal types στην πρωτότυπη αγγλική έκδοση) τους οποίους και αναλύει: του καταναλωτισμού, της κοινωνίας των καταναλωτών και της κουλτούρας του καταναλωτισμού.

Τα κεφάλαια του βιβλίου, δείγματα και του περιεχομένου του είναι τα παρακάτω, ενώ ακολουθούν πολλές σημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές:
  • Εισαγωγή, ή το εφτασφράγιστο μυστικό της κοινωνίας των καταναλωτών
  • 1 Καταναλωτισμός εναντίον κατανάλωσης
  • 2 Κοινωνία των καταναλωτών
  • 3 Κουλτούρα του καταναλωτισμού
  • 4 Παράπλευρες απώλειες του καταναλωτισμού
Μεταξύ των άλλων, αναφέρεται στις μορφές κατανάλωσης που καταλήγουν σε καταναλωτισμό, στη χρήση του Διαδικτύου, στα κοινωνικά δίκτυα, στην πληροφορία (και στην υπερβολή και στο θόρυβο και στο σύστημα των βιβλιογραφικών παραπομπών), στο χρόνο (και στον ελεύθερο χρόνο σε σχέση με τα άτομα και στο χρόνο ζωής σε σχέση με τα αγαθά), στο μετασχηματισμό των καταναλωτών σε εμπορεύματα, στην ανάπτυξη των ανθρώπινων δεσμών σύμφωνα με τους κανόνες της εμπορευματικής αγοράς (επικαλούμενος και τον Anthony Giddens στη Μεταμόρφωση της οικειότητας), σε έννοιες όπως ωφελιμότητα και ευχαρίστηση έναντι φιλίας, αφοσίωσης, αλληλεγγύης και αγάπης.

Ο Μπάουμαν διακρίνει τις φάσεις μετάβασης από την κοινωνία των παραγωγών στην κοινωνία των καταναλωτών, όπου τα χαρακτηριστικά της πρώτης φάσης είναι η εργασία, η ασφάλεια, η ιδιοποίηση και η κτήση, ενώ στη δεύτερη  η κατανάλωση, οι διογκούμενες επιθυμίες και η βραχυβιότητα των αγαθών. Δίνοντας δε τα βασικά διακριτικά χαρακτηριστικά για την κατανάλωση και τον καταναλωτισμό, η κατανάλωση, λέει, είναι γνώρισμα και ασχολία των ατόμων, ενώ ο καταναλωτισμός είναι χαρακτηριστικό της κοινωνίας.

Σημειώνω ότι είχα και παλαιότερα αναφερθεί στον Μπάουμαν σε ανάρτηση με θέμα τις βιβλιοθήκες.

"... Να είναι κανείς μέλος της κοινωνίας των καταναλωτών είναι ένα φοβερό καθήκον, ένας ατέρμονος και επίπονος αγώνας. Ο φόβος της αποτυχίας συμμόρφωσης έχει παραγκωνιστεί από έναν φόβο ανεπάρκειας, δεν έχει γίνει όμως και λιγότερο βασανιστικός γι' αυτό. Οι καταναλωτικές αγορές σπεύδουν να κεφαλαιοποιήσουν επί του φόβου αυτού, ενώ οι εταιρείες που παράγουν καταναλωτικά αγαθά ανταγωνίζονται για τη θέση του πιο αξιόπιστου οδηγού και αρωγού στην ατέρμονη προσπάθεια των πελατών τους να φανούν αντάξιοι της πρόκλησης. Παρέχουν τα "εργαλεία"..."

Για τα καρναβάλια κάνει λόγο επικαλούμενος μάλιστα τον Μπαχτίν, για την "πατριδοδιασκέδαση", για το σμήνος που τείνει να αντικαταστήσει την ομάδα", επικαλούμενος τον Andy Warhol για να περιγράψει τα πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία επαναλαμβάνονται παρόμοια και κινούνται προς την ίδια γενική κατεύθυνση. Είναι, γράφει, "απεριόριστα αντιγραμμένες εικόνες χωρίς πρωτότυπο, ή με ένα πρωτότυπο που εγκαταλείπεται μετά τη χρήση του και δεν είναι δυνατό να ανιχνευθεί και να ανακτηθεί".

Andy Warhol, Mao
(Πληροφορίες εδώ: http://collection.warhol.org/view/objects/asitem/items@:34339)

"Φροντίστε να σωθείτε, να σωθούμε", έλεγε στο Μονόγραμμα της ΕΡΤ ο Γιάννης Γαϊτης
περιγράφοντας τα έργα με τα μοναχικά ανθρωπάκια του.
(Πηγή της παραπάνω σύνθεσης: Εθνική Πινακοθήκη)


Επιστρέφοντας στο σήμερα, δηλαδή στη χθεσινή μέρα, τι σημαίνει αλήθεια πραγματικά η μέρα αυτή, πέρα από τη φρενίτιδα του καταναλωτισμού που πάει, με μεθοδευμένες πολιτικές μάρκετινγκ και προπαγάνδας, να απλωθεί σε όλο τον κόσμο; Η "Μαύρη Παρασκευή" ακολουθεί την "Ημέρα των Ευχαριστιών" (Thanksgiving Day) στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Μερικά στοιχεία μπορεί να βρει κανείς στον ιστότοπο της Μονάδας Ορολογικού Συντονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου TermCoord, καθώς και αλλού (π.χ. εδώ), όπου η προέλευση της ονομασίας "Black Friday" δείχνει να μην είναι ξεκάθαρη. Έτσι, αλλού αποδίδεται στο γεγονός ότι εκείνη την ημέρα, την Παρασκευή δηλαδή μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών, οι Ευρωπαίοι εισβολείς πουλούσαν τους αυτόχθονες πληθυσμούς ως σκλάβους, αλλού σε άλλους λόγους και καθιερώθηκαν κάποια χρονική στιγμή, όπως π.χ. το 1896 όταν σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης τα καταστήματα προχώρησαν σε εκπτώσεις και κατάφεραν να έχουν κέρδη ή το 1951 όταν οι εργαζόμενοι επικαλούνταν ασθένεια για να απουσιάσουν την επομένη της Ημέρας των Ευχαριστιών κτλ.

Στην ίδια την Αμερική πάντως, πέρα από την καταναλωτική παραζάλη, δίνεται ευκαιρία για κουβέντα γύρω από το ρόλο των Ευρωπαίων εισβολέων στην εξαφάνιση των αυτόχθονων αμερικανικών κοινοτήτων, την εγκατάσταση της αποικιοκρατίας, την πραγματική αμερικανική ιστορία, το "μύθο" της Ημέρας των Ευχαριστιών κτλ. Χαρακτηριστικό είναι και ένα βίντεο που κυκλοφόρησε πέρυσι από το MTV με το θέμα αυτό. 



Έτσι, για πολλούς είναι ημέρα πένθους, όπως εξηγεί σε συνέντευξή της η Αμερικανίδα ιστορικός και ακτιβίστρια Roxanne Dunbar-Ortiz, ημέρα πένθους για τους αυτόχθονες πληθυσμούς που γνώρισαν την απαξίωση, τη σκλαβιά και τελικά τον αφανισμό μέσα στις διαδρομές αιώνων της αμερικανικής ιστορίας από τον Κολόμβο μέχρι και σήμερα. Και αναφέρεται παραδειγματικά στους αγώνες που κάνουν σήμερα για το νερό κοινότητες ιθαγενών στην περιοχή της Ντακότα (βλ. πρόσφατη κινητοποίηση εδώ).

Και τελικά, μήπως καταλάβαμε ποια η σχέση όλων αυτών με τη χθεσινή φρενίτιδα και στα μεγάλα καταστήματα της Αθήνας; Στα μεγάλα, γιατί όλο αυτό το πανηγύρι αυτά αφορά. Στην Αγγλία, τα μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία αντέδρασαν στη "Μαύρη Παρασκευή" προτείνοντας το "Πολιτισμένο Σάββατο" (Civilised Saturday). Εμείς, είπαν, προτιμούμε τον Όμηρο από τον ¨Ομηρο Σίμπσον" (Homer to Homer Simpson). Αν και δεν είναι απαραίτητο να ενοχοποιούμε το συμπαθητικό αμερικανικό καρτούν, είναι ένας τρόπος να εκδηλωθεί η κατεύθυνση της δικής τους καμπάνιας, την οποία ονομάζουν BAMB (Books are my Bag - Τα βιβλία είναι η σάκα μου) και δεν βασίζεται στις εκπτώσεις αλλά στην ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα στα βιβλία, τα βιβλιοπωλεία και τους βιβλιόφιλους. Και σε τι διαφέρει; Ε, όσο νάναι, στο Σαββατιανό κάλεσμα έχουμε κατανάλωση, όμως σε αυτό της Παρασκευής έχουμε παγκοσμιοποιημένο καταναλωτισμό! Ο Μπάουμαν μίλησε για τους ιδιότυπους αυτούς...




Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Αμέρικους, του Λώρενς Φερλινγκέτι



Συνεχίζοντας την αναφορά στην Αμερική των Ηνωμένων Πολιτειών, θα σταθώ στον Λώρενς Φερλινγκέτι, τον 97χρονο σήμερα Αμερικανό ποιητή, εκδότη, βιβλιοπώλη, καλλιτέχνη, αλλά και ακτιβιστή της γενιάς των μπητ, ειρηνιστή, προοδευτικό και ενεργό ακόμη διανοούμενο της εποχής. Είχα ήδη ασχοληθεί και σε παλιότερη ανάρτηση παρουσιάζοντας μερικά ποιήματά του και τη δράση του στον εκδοτικό οίκο και το βιβλιοπωλείο City Lights στο Σαν Φρανσίσκο. (Στο παρακάτω βίντεο, ο Φερλινγκέτι διαβάζει στο βιβλιοπωλείο του, το 2012, 93 ετών τότε, από το "Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία" του Τζέημς Τζόυς - ελλ. έκδοση από τις εκδ. Πατάκη σε μετάφραση Άρη Μπερλή, 2013).




Εδώ, θα παρουσιάσω το ποίημα Americus (εκδ,. οδός Πανός 2008 σε μετάφραση Ειρήνης Βρης). Πρόκειται, όπως γράφει η μεταφράστρια στην Εισαγωγή, για ένα ποίημα - ντοκουμέντο, όπου ο Φερλινγκέτι "επιχειρεί ν αξεδιπλώσει την ιστορία της Αμερικής μέσ' από την ποίησή της ... ταξιδεύει μέσ' απ' τα λογοτεχνικά και πολιτικά τοπία του παρελθόντος και του παρόντος, συνθέτοντας μια τοιχογραφία της ιστορίας της Αμερικής, μια αυτοβιογραφία της Αμερικάνικης συνείδησης".

Γράφτηκε το 2004 και είναι το πιο πρόσφατο ποίημά του. Παρακάτω παραθέτω λίγα αποσπάσματα, αξίζει όμως να διαβαστεί ολόκληρο, παρακολουθώντας και τις χρήσιμες σημειώσεις τόσο του ίδιου του ποιητή (όπου δίνει τις αναφορές από έργα άλλων ποιητών, άρθρα σε περιοδικά κτλ. που σχετίζονται με συγκεκριμένους στίχους), όσο και της μεταφράστριας (όπου επεξηγεί σημεία που δεν είναι κατανοητά ή γνωστά στον αναγνώστη, π.χ. ότι Έιμπ είναι το παρατσούκλι του Αβραάμ Λίνκολν). Δεν θα με ενδιέφερε να αναζητήσω τα χαρακτηριστικά ενός αριστουργήματος, περισσότερο βλέπω μια κραυγή και μια αγωνία για την Αμερική και για τον Αμερικανό Άνθρωπο, μια άλλη εκδοχή της εικόνας του Homo Americanus. Έτσι κατά τη γνώμη μου διαβάζεται αυτό το ποίημα.

................................
Ήχος του αιώνιου διαλόγου
που αντηχεί μες στους αιώνες
όλων των φωνών που τραγούδησαν ή έγραψαν
(φορείς της συνείδησής μας)
............................................
Λουλούδια που ανοίγουν εκτός εποχής
Ήχος και κλάματα πέρα από κάθε λογική
Ένας πιανίστας που παίζει στα ερείπια της Πράγας
Ομίχλη του Λονδίνου
...............................................
Θηλαστικό μεταλλαγμένο σε πολλά χρώματα
Επεξεργασμένο από το σκοτάδι στη μητέρα του πολύ πριν
από το σκοτάδι της αρχαίας Ευρώπης
Ευρω άντρας και Ευρω γυναίκα
στο αμπάρι ενός ναυλωμένου φορτηγού
με τον Αμέρικους στη μήτρα
να γεννιέται δίπλα στον ποταμό Χάντσον και τον Τύμβο του Γκραντ
.............................................................
"Δαίμονας ή πουλί! (είπε η ψυχή του αγοριού)"
Ήρωας ή αντιήρωας
Άνδρας απόλυτης δράσης ή Υπόγειος Άνδρας
άνδρας "υψηλής συνείδησης"
ή ψυχεδελικός μυστικιστής
Σκλάβος αφέντης ή ουτοπικός ονειροπόλος
Απόκληρος του Μπάουρι ή ευλογημένος λυτρωτής
Αδελφή του ελέους ή καθ' έξιν δολοφόνος
Ποιητής ή μαστρωπός του αμνού
Μπάτσος του Κήστοουν ή ο ανθρωπάκος του Τσάπλιν
.............................................
Αμερική το μεγαλύτερο πείραμα του κόσμου
......................................................
Αυτός ο ταξιδευτής ποιητής
στον Ανοιχτό δρόμο
Αυτός ο Έιμπ ο ξυλοκόπος
Και ο Άχαμπ ο φαλαινοθήρας
Και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός
Και ο Θόρο στη  Λίμνη Ουόλντεν
.......................................
Και ήρθε ο Όμηρος
που έμοιαζε με τον Οδυσσέα
ταξιδεύοντας πάνω από ωκεανούς κι οργωμένα χωράφια
με ξερά φύλλα που ψιθύριζαν καθώς περνούσε
Και μίλησε με alta voce
σε άγρια δαιμονική
δημοτική ελληνική είπε
με τη γλώσσα ν' ακουμπάει στο μάγουλο:
"Ο Ουόλτ Ουίτμαν ο μεγαλύτερος των όσων μίλησαν στην ψυχή σας
........................................
Και οι αφηρημένοι Εξπρεσιονιστές της Νέας Υόρκης
με τις πρωτογενείς μη αντικειμενικές εικόνες τους
να καταστρέφουν την παράδοση των καλών τεχνών
των Ευρωπατέρων τους
.................................................
Μια μπάντα γυμνασίου του Νιου Τζέρσεϋ παίζει
τον "Ϋμνο της Μάχης της Δημοκρατίας"
Τη σκότωσαν πάλι
.........................................


Ο Φερλινγκέτι όμως είναι και ζωγράφος, εδώ κι εξήντα χρόνια όπως λέει ο ίδιος. Συχνά διοργανώνονται εκθέσεις έργων του, πολλά από τα οποία, όπως τα παρακάτω, εκφράζουν με τον τρόπο του καλλιτέχνη την κοινωνική διαμαρτυρία.

Liberty on Earth (Liberty #1)
(Πηγή: http://renabranstengallery.com/artists/works/lawrence-ferlinghetti/ferlinghetti-1992-liberty-on-earth-liberty1)
Για τον πίνακα Liberty on Earth (Liberty #1), ο Φερλινγκέτι λέει ότι δεν είναι απλά ένας ιδεαλιστικός πίνακας για το άγαλμα της Ελευθερίας, αλλά το βλέπουμε να στέκει στη Μέση Ανατολή ενώ μαύροι σταυροί αιωρούνται στ' αριστερά και, συνεχίζει, αν διαβάσουμε την "Ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών - 1492 έως σήμερα" του Χάουαρντ Ζιν (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αιώρα), ξέρουμε ότι το άγαλμα γίνεται σύμβολο του εχθρού γιατί κάθε νίκη του καπιταλισμού είναι ήττα για τους φτωχούς.


The Upper Classes
(Πηγή: http://renabranstengallery.com/artists/works/lawrence-ferlinghetti/ferlinghetti-1992-the-upper-classes)
Ο πίνακας The Upper Classes είναι άλλο ένα από τα έργα κοινωνικής διαμαρτυρίας του Φερλινγκέτι, στον οποίο τα πρόσωπα εμφανίζονται να είναι τυφλά, ενώ διακρίνονται στοιχεία επιρροής από την Γκερνίκα του Πικάσο (βλέπε άρθρο στην Huffington Post του Οκτωβρίου).


Swan Song
(Πηγή: http://renabranstengallery.com/artists/works/lawrence-ferlinghetti/ferlinghetti-1992-swan-song)
Για το έργο του Swan Song (το τραγούδι του κύκνου) που βασίζεται στο μύθο της Λήδας με τον Κύκνο, ο καλλιτέχνης μας καλεί να το διαβάσουμε υπό το πρίσμα του φεμινισμού.


The Howl
(Πηγή: http://renabranstengallery.com/artists/works/lawrence-ferlinghetti/ferlinghetti-2002-2013-the-howl)
Στο έργο του The Howl (Η κραυγή) βλέπουμε την Κραυγή του Μούνκ αλλά και το ομώνυμο ποίημα του Γκίνσμπεργκ που εξέδωσε ο Φερλινγκέτι στο City Lights στα μέσα της δεκαετίας του '50.


This is not a man
(Πηγή: https://www.poetryfoundation.org/poetrymagazine/articles/detail/69832)

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Homo Americanus, του Γιώργου Παπασωτηρίου





Ποιος είναι ο "Αμερικανός Άνθρωπος" και ποιος ο "Αμερικανός Θεός"; 

Με αφορμή την επίσκεψη Ομπάμα και τα ανάκατα αισθήματα που αναγκαστικά ζώνουν τις σκέψεις και τις διαθέσεις μας (είναι και μέρες Πολυτεχνείου, είναι και οι πόλεμοι στη Συρία, στο Ιράκ και σε τόσα άλλα μέρη του κόσμου, είναι και λίγες μέρες από την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, έχουμε και υψηλό επισκέπτη τον ... γιατί όχι έως και συμπαθητικό κ. Ομπάμα), θυμήθηκα τον Homo Americanus. Αυτόν τον ιδιαίτερο τύπο ανθρώπου που αναλύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Παπασωτηρίου στο ομώνυμο βιβλίο του. (Homo Americanus: Τα χαρακτηριστικά της αμερικανικής ιδιαιτερότητας, Καστανιώτης, 2008).

Ο Παπασωτηρίου δίνει μεγάλη έκταση στο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει "η θρησκεία στη διαμόρφωση της αμερικανικής ταυτότητας και στη λειτουργία της κοινωνίας, αλλά και στη νοηματοδότηση της ζωής των ανθρώπων μ' ένα συγκεκριμένο τρόπο". Κάνει μάλιστα λόγο για την "αμερικανοποίηση του Θεού" και για τον Deus Americanus "που συνδιαμορφώνεται και ταυτίζεται από ένα σημείο και ύστερα με τον Homo Americanus, τον Αμερικανό Άνθρωπο".

Έχει ενδιαφέρον η ανάλυση των χαρακτηριστικών του Αμερικανού Ανθρώπου, που είναι το Άτομο και η ελευθερία του, συνδέοντας το δεύτερο με "την κατάχρηση από ένα ακραίο και αχαλίνωτο Εγώ". Γράφει:

... Η αμερικανική κοινωνία βασίζεται στη "λατρεία του Εγώ", του Ατόμου, και την υπό όρους ελευθερία του, αλλά και η λατρεία αυτή δεν ήταν πάντα όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Διότι μια ορισμένη λατρεία του Εγώ, όπως εκφράστηκε από τον Χ. Θορώ, τον Χ. Τζέημς, αλλά προπάντων από τον Ουώλτ Ουίτμαν, και η οποία έδωσε έμφαση στους "αποτυχημένους" (γι' αυτό και η προτίμησή της από την αμερικανική Αριστερά), θα ηττηθεί από τη λατρεία του πανίσχυρου και επιτυχημένου Εγώ, την οποία προώθησε με δύναμη η πρωτοφανής καπιταλιστική συσσώρευση...

Και συνεχίζει κάνοντας λόγο για τον "καπιταλισμό-καζίνο".

Η αμερικανική κοινωνία, γράφει, είναι πατριωτική και βιβλική μαζί, είναι η κοινωνία της συμπόνιας προς τα μέσα και του ρατσισμού και του φανατικού φονταμενταλισμού προς τα έξω.

Το ένα πρόσωπο του αγάλματος της Ελευθερίας είναι αγαπητικό, αφού κοιτάζει "αυτούς που είναι μαζί μας" και το άλλο φοβερό, ένα σκιάχτρο για να φοβίζει τους εχθρούς, αυτούς που, αφού δεν είναι μαζί μας, "είναι εναντίον μας".

Και η Αριστερά; Και τα κινήματα; Είναι αυστηρός ο Παπασωτηρίου. Τα καλύτερα μυαλά της γενιάς του '60, γράφει, χάθηκαν όχι από την πολιτική ήττα της εξέγερσής τους, αλλά από τα ναρκωτικά, οι αριστεροί Αμερικανοί δεν αρνούνταν την κοινωνία, αλλά το κορμί τους και πιο συγκεκριμένα το κεφάλι τους. 

Ό,τι απέμεινε από το κίνημα της δεκαετίας του 1960, του αντιπολεμικού και αντικαπιταλιστικού αγώνα, από το όργιο των Γούντστοκ είναι μια φυλή που κάνει τζόκινγκ ή κια φυλή που κάνει μπόντι μπίλντινγκ. Εν μέρει, διότι η συντριπτική πλειοψηφία της φυλής του Homo Americanus συνεχίζει να εκστασιάζεται μέχρι οργιαστικού παραληρήματος στις διάφορες εκκλησίες της "Αγάπης", όπως πριν από αιώνες στα δάση και αργότερα στα Γούντστοκ, προσπαθώντας να χάσει βάρος με τη βοήθεια του Θεού.

Αυστηρός; Άδικος; Υπερβολικός; Μονομερώς αρνητικός; Ίσως σ'έναν βαθμό. Αλλά, μήπως δεν λέει αλήθειες;

Αριστερή εγωπάθεια, υπερτροφική Ατομικότητα είναι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιεί για να καταδείξει την αδυναμία της αμερικανικής αριστεράς να διαμορφώσει έναν άλλο λόγο πέραν του ατομικού Εγώ, "να αντιληφθεί το λόγο των εμφύλιων συγκρούσεων των κάτω και την ανάγκη άμβλυνσης των επιμέρους διαφορών τους που διογκώνονταν σκόπιμα από τους πάνω."




Σ' αυτό το σημείο, θυμάμαι το "Αμερικανικό Ειδύλλιο" του Φίλιπ Ροθ, όπου ο διαρκώς προβληματιζόμενος συγγραφέας αναφέρεται ακριβώς σ' αυτή την "αμερικανική τρέλα" που δεν αφήνει τους ανθρώπους να ζήσουν το όνειρο.

Το αμερικανικό όνειρο που έχει προδοθεί, το αμερικανικό κύρος που έχει απωλεσθεί, οι "θυμωμένοι άνθρωποι" που ζουν στην ανασφάλεια κι επιθυμούν να επιστρέψουν σε μια μορφή "καθαρότητας" και οι συγκρούσεις που αν εδραιωθούν και σκληρυνθούν μέσα στο πολιτικό αδιέξοδο, "τότε το έδαφος θα είναι και πάλι έτοιμο για την πολιτική παρόρμηση που είναι γνωστή ως φασισμός". Με αυτά (τα προφητικά;) ασχολείται ο Παπασωτηρίου στο τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο "Παρακμή".

Το βιβλίο αναλύει σκέψεις, ιδέες και λόγια διανοητών (π.χ, Μποντριγιάρ), αναφέρεται σε λογοτέχνες και στα έργα τους (πολλή αναφορά κάνει π.χ. στον Μέηλερ), ενώ έχει πολλές αναφορές από δημοσιεύματα στα οποία παραπέμπει. Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε όταν η κρίση στην Αμερική είχε ήδη αρχίσει, όπου τα προβλήματα στον κόσμο δεν είχαν πάρει ακόμα τη σημερινή έκταση, κι έτσι μας δίνεται μια ευκαιρία να ερμηνεύσουμε και να προβληματιστούμε για όσα συμβαίνουν σήμερα. Και φυσικά, να δούμε τον "Αμερικανικό Άνθρωπο" μέσα από τη σκοπιά που τον παρουσιάζει ο Γιώργος Παπασωτηρίου. Αξίζει η ανάγνωσή του.

Μια εκδοχή του Homo Americanus από τον σύγχρονο Αμερικανό καλλιτέχνη Raymond Pettibon
(Εξώφυλλο του βιβλίου Raymond Pettibon: Homo Americanus: Collected Works, David Zwirner Books, 2016. Για το βιβλίο βλέπε εδώ και εδώ).

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Democracy is coming to the USA: Leonard Cohen

(Πηγή φωτογραφίας: https://i1.wp.com/www.brainpickings.org/wp-content/uploads/2016/11/leonardcohen.jpg?resize=768%2C635&ssl=1)

Άγιο της θλίψης και της λύτρωσης αποκαλεί τον Λέοναρντ Κοέν η Maria Popova σε πολύ ενδιαφέρον άρθρο της στο ηλεκτρονικό περιοδικό Brain Pickings. Αναλύει τους στίχους και τις σκέψεις του σπουδαίου τροβαδούρου που έφυγε στις 10 Νοεμβρίου, χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια, προφητικά λόγια από παλαιότερες συνεντεύξεις του, για τον κόσμο της Δύσης και της Ανατολής, για τη δημοκρατία, για την Αμερική. Το ίδιο το γράψιμο των τραγουδιών, έλεγε ο Κοέν, ήταν γι' αυτόν ένα εργαστήρι διαλόγου για τη δημοκρατία. 

Η Πόποβα, μεταξύ των άλλων, παραπέμπει και σε πρόσφατο άρθρο (17 Οκτωβρίου) του περιοδικού The New Yorker, στο οποίο δημοσιεύονται πλήρη βιογραφικά και άλλα στοιχεία για τον Κοέν.




"It's coming through a hole in the air,
From those nights in Tiananmen Square.
It's coming from the feel
That this ain't exactly real,
Or it's real, but it ain't exactly there.
From the wars against disorder,
From the sirens night and day,
From the fires of the homeless,
From the ashes of the gay:
Democracy is coming to the U.S.A.
It's coming through a crack in the wall
On a visionary flood of alcohol
From the staggering account
Of the Sermon on the Mount
Which I don't pretend to understand at all.
It's coming from the silence
On the dock of the bay,
From the brave, the bold, the battered
Heart of Chevrolet
Democracy is coming to the U.S.A.

It's coming from the sorrow in the street,
The holy places where the races meet
From the homicidal bitchin'
That goes down in every kitchen
To determine who will serve and who will eat.
From the wells of disappointment
Where the women kneel to pray
For the grace of God in the desert here
And the desert far away:
Democracy is coming to the U.S.A.

Sail on, sail on
O mighty Ship of State!
To the Shores of Need
Past the Reefs of Greed
Through the Squalls of Hate
Sail on, sail on, sail on, sail on.

It's coming to America first,
The cradle of the best and of the worst.
It's here they got the range
And the machinery for change
And it's here they got the spiritual thirst.
It's here the family's broken
And it's here the lonely say
That the heart has got to open
In a fundamental way:
Democracy is coming to the U.S.A.

It's coming from the women and the men.
O baby, we'll be making love again.
We'll be going down so deep
The river's going to weep,
And the mountain's going to shout Amen!
It's coming like the tidal flood
Beneath the lunar sway,
Imperial, mysterious,
In amorous array
Democracy is coming to the U.S.A.

Sail on, sail on 

I'm sentimental, if you know what I mean
I love the country but I can't stand the scene.
And I'm neither left or right
I'm just staying home tonight,
Getting lost in that hopeless little screen.
But I'm stubborn as those garbage bags
That Time cannot decay,
I'm junk but I'm still holding up
This little wild bouquet
Democracy is coming to the U.S.A."


Το τραγούδι του Κοέν "Δημοκρατία", αν και γραμμένο πολλά χρόνια πριν, είναι και τόσο σημερινό. Δεν είναι ειρωνικό τραγούδι, έλεγε ο Κοέν. Αυτή είναι η Αμερική όπου συναντούνται και συνομιλούν μεταξύ τους οι διαφορετικότητες, οι φυλές, οι τάξεις, τα φύλα, οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί.

Ένα εργαστήρι δημοκρατίας η Αμερική του Λέοναρντ Κοέν.

Και τι γίνεται σήμερα, αναρωτιέται η Πόποβα. Σήμερα που ξεχειλίζει οργή και αντιπαράθεση στους ανθρώπους, σήμερα που "ή μεγαλύτερη υπερδύναμη του κόσμου εκλέγει για Πρόεδρο έναν φανατικό νταή με φασιστικές τάσεις";

Τι γίνεται αλήθεια;

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πικρή μικρή μου αγάπη ... Βαγγέλης Γκούφας ή Βρανάς



Τα χέρια του είν’ η φωνή, 
φωνή δυνατή που δεν λέει πως πονεί,
χιόνια και βροχή,
η ματιά του θολή και κλεισμένοι ουρανοί.

Στην ξενιτειά, οι σκιές τον βαραίνουν,
λίγα λιόδεντρα, μαύρο ψωμί,
χιόνια και νερά
και χαμένη χαρά, το παράπονο υφαίνουν.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.

Ψεύτρα η προκοπή,
δεν του το `χανε πει, κι ο καημός του ντροπή,
πίσω στα παλιά,
δάκρυα και φιλιά, κελαηδούν τα πουλιά.

Το κυπαρίσσι που δέρνουν οι ανέμοι,
στου πατέρα την πέτρα, φωτιά,
κλείσε την πληγή, ο καιρός που αργεί
κι η καρδιά περιμένει.

Μάνα μου, μαύρο μαντήλι, πόρτα, στον ήλιο, ανοιχτή,
κράτησες δυόσμο στα χείλη, αύριο έρχεται γιορτή,
θα `ρθω στο θέρος, στον τρύγο, θάμπος τ’ αλώνι ξανά,
όλο κινάω για να φύγω, τα χέρια μου αδειανά.

Το παραπάνω τραγούδι με τίτλο "Ο Μετανάστης" είναι σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα και μουσική του Joe Dassin. Τραγουδά η Μελίνα Μερκούρη. 

Ο Βαγγέλης Γκούφας ήταν πολύ γνωστός στιχουργός, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος. Μεγαλώσαμε ακούγοντας από το ραδιόφωνο σε συνέχειες την "Πικρή, μικρή μου αγάπη" με τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου. Και οι γονείς μας τραγουδούσαν μαζί με τον Πάνο Γαβαλά και τη Ρία Κούρτη "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, πόρτα μου κλεισμένη στο νοτιά...". Ο Βαγγέλης Γκούφας πέθανε σήμερα στα 91 του χρόνια.

Ήταν παλιός φίλος και συναγωνιστής του Γιάννη Ρίτσου. Ήταν ο Βρανάς,  τότε στις δύσκολες δεκαετίες του '40 και του '50...

"... Πάντα σε θυμάμαι, Καιτούλα, με πολλή πολλή αγάπη. Χαιρετισμούς στο Βρανά...", έλεγε από τον Άη Στράτη εξόριστος ο Γιάννης Ρίτσος σε γράμμα του προς την Καίτη Δρόσου το 1952. Βρανάς ήταν ο Βαγγέλης Γκούφας, είχε κάνει κι αυτός εξορία στην Ικαρία και στη Μακρόνησο... (Πηγή: Τροχιές σε διασταύρωση)

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Από τους καγκελόφραχτους φεγγίτες των δικών τους ματιών, τον δικό του τον κόσμο να κοιτάζει...

Ένας ποιητής ΙΙ

του Άρη Δικταίου

Οι άλλοι ας μετρούνε συλλαβές και στίχους· ας θωρούν εικόνες,
επίθετα και παρομοιώσεις· ας χαίρονται ή ας δυσανασχετούνε
στην αρμονία ή στη δυσαρμονία του λόγου του· τέλος, ας βγάζουν,
επάνω στο γράμμα του λόγου του δεμένοι, κρίσεις κι αποφάσεις
για να τον δουν, να δυνηθούν να τον κρατήσουν μπρος τους
γυμνόν, ολόκληρον, σε απόσταση: - και να σωθούνε.

Αυτός, τρυπώνοντας μες στις βαθιές σπηλιές της λέξης,
θα τους ξεφεύγει, ή και ξαπλώνοντας πίσω από της λέξης
τους ίσκιους, ή και βουλιάζοντας μες στ' άπατα νερά της λέξης,
- επάνω στ' άπατα νερά της λέξης δεν θ' αφήνει
παρά τη σκιάν ή την ανταύγεια του φευγαλέου του σώματος μονάχα.

Ότι τεμαχισμένος είναι ολόκληρος πάνω σ' αισθήσεις
δαιμονικές, επάνω σ' ήχους και στίχους και σε εικόνες,
δεν το εννοούν κι ούτε κάτω απ' των επιθέτων του τον κόσμο
τον κόσμο του κορμιού του βλέπουν. Και πώς να εννοήσουν
πως όλες τούτες οι μεταφορές κ' οι παρομοιώσεις δεν είναι άλλο
απ' τη συγγένεια και τις σχέσεις του μ' όλο τον κόσμο;

Τον κυνηγούν πάνω σε λέξεις· κι αυτός, μες στις λέξεις
αναλιωμένος, μέσα τους σταλάζει, έτσι ως σταλάζει
σε κελί φυλακής η υγρασία. Και, ξαφνικά, ακέριος
ορθώνεται μέσα τους κι αμέσως, σαν φυλακισμένος
επί καιρόν πολύν, αρχίζει, από τους καγκελόφραχτους φεγγίτες
των δικών τους ματιών, τον δικό του τον κόσμο να κοιτάζει.

---------------------------------
Το παραπάνω ποίημα του Άρη Δικταίου είναι από τη συλλογή του "Πολιτεία Β". Το αντέγραψα από το περιοδικό "Το Δέντρο", τ. 139-140, Φεβρ. - Απρ. 2005. Αφιέρωμα στον ποιητή υπάρχει στο ιστολόγιο του Άλκμαν. Επίσης, γίνεται αναφορά σ' αυτόν, ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Αντώνη Καρτσάκη "Το λογοτεχνικό Ηράκλειο του μεσοπολέμου" (εκδ. Βικελαία, 2014), ενώ ο Αντ. Σανουδάκης, στο βιβλίο του "Η νεοκρητική λογοτεχνική σχολή" (εκδ. Κνωσός, 1978) εντάσσει τον Άρη Δικταίο στη δεύτερη περίοδο της νεοκρητικής σχολής, δηλαδή  στην περίοδο 1930-1940. Η σημερινή ανάρτηση ήρθε σαν μια ανάγκη των ημερών...

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

H αναγκαιότητα της ανάγνωσης: μερικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη



Την Παρασκευή το απόγευμα βρεθήκαμε στον πολυχώρο Αίτιον για την παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο "Η αναγκαιότητα της ανάγνωσης" (εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2016). Το βιβλίο έχει γράψει ο Νίκος Σιδέρης, βιβλιοθηκονόμος, ένας αξιόλογος και πολύ ευαίσθητος νέος άνθρωπος, ο οποίος όχι μόνο διαβάζει πολύ, αλλά έχει και την πίστη ότι το διάβασμα μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο. 


Στην εκδήλωση, διάβασε αποσπάσματα σχολιάζοντας ταυτόχρονα τα θέματα του βιβλίου με τον ιδιαίτερο γλαφυρό του τρόπο ο Μάνος Κοντολέων. Ο γνωστός συγγραφέας μας μίλησε για βιβλία και ήρωες/ηρωίδες που αγάπησε κι επηρέασαν τον ίδιο ως σύμβολα και εικόνες ανάγνωσης της παιδικής ηλικίας, μη παραλείποντας να αναφερθεί στη Ντεζιρέ, την ηρωίδα από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Άννα - Μαρία Σελίνκο (κόρη εμπόρου μεταξωτών από τη Μασσαλία που ερωτεύτηκε στα 15 της το Ναπολέοντα κι έγινε αργότερα βασίλισσα της Σουηδίας στο πλάι του Βερναδότη), αλλά και στους Φορσάιτ του Τζον Γκαλσγουόρθι. Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε διάφορα ζητήματα σχετικά με την ανάγνωση, προκαλώντας και τον συγγραφέα να εκφράσει τις απόψεις του σε αυτά.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη και το θέμα έδειχνε να ενδιαφέρει τους παρευρισκόμενους, άλλωστε ήταν αρκετοί αυτοί που έκαναν τοποθετήσεις και κατέθεσαν προσωπικές εντυπώσεις και μαρτυρίες.





Λεπτομέρειες για την εκδήλωση, φωτογραφίες και το βίντεο βρίσκονται στο bookia.gr, απ' όπου και οι φωτογραφίες που χρησιμοποίησα εδώ:

Παρακάτω, αντιγράφω το κείμενο που διάβασα στην εκδήλωση ως ομιλήτρια. Ολόκληρο με τις υποσημειώσεις και τους υπερσυνδέσμους είναι αναρτημένο σε μορφή pdf εδώ: 





"Θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω το Νίκο που μου πρότεινε να πω δυο λόγια στην παρουσίαση του βιβλίου του. Είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο του, είχα ήδη σχεδόν έτοιμη την ανάρτηση για το ιστολόγιό μου, γι’ αυτό και αυτά που θα πω εδώ είχαν ετοιμαστεί για γραπτό κείμενο και να με συγχωρέσετε που πολλά θα τα διαβάζω.


Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη, από τη μια γιατί γνώριζα το Νίκο από το μεταπτυχιακό Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου όπου δίδασκα (ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος) και τον εκτιμώ, αλλά από την άλλη γιατί πραγματικά το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον και ο τίτλος, για μένα, ιδιαίτερα προκλητικός. 


Από κει και πέρα, σκέφτομαι πώς έγινα φίλη της ανάγνωσης, μάλλον καλύτερα πώς έγινα αρχικά αναγνώστρια. Η αρχή έγινε με μία θεία μου, τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, που ήταν η μόνη που ενώ δεν είχε σπουδάσει η ίδια, είχαν σπουδάσει και τα δυο της παιδιά και επομένως η οικογένειά της είχε μπει στο κάδρο των «μορφωμένων» για τους υπόλοιπους που είχαν ή δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό. Έμεναν στην Αθήνα και κάθε καλοκαίρι έρχονταν στα Χανιά. Ήμουν γύρω στα 12, όταν η θεία μου πρότεινε να αγοράζω σε τεύχη κάποια «ωραία» βιβλία όπως μου είχε πει. Κι έτσι έκανα. Τα «ωραία» βιβλία, που άρχισα ν’ αγοράζω σε τεύχη και στη συνέχεια έδεσα σε δύο τόμους ήταν «Η ανακάλυψη της γης» και «Αιγαίο-Κνωσσός-Μυκήνες». Αργότερα, αγόραζα σε τεύχη επίσης, την Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού του Will Durant. 


Οι γονείς μου είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό λίγο πριν τον πόλεμο, από φτωχές, λαϊκές οικογένειες του χωριού. Όμως, είχαν λαχτάρα να μάθω γράμματα, ήμουν και καλή μαθήτρια, την ίδια εκείνη χρονιά ο πατέρας μου, με τη σύσταση ενός γνωστού του βιβλιοπώλη στα Χανιά, μου αγόρασε το δίτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Πρωίας. Ήταν η πρώτη μου εγκυκλοπαίδεια, ενώ αργότερα στο Γυμνάσιο μου αγόρασε την Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη. Τα υπόλοιπα ήρθαν και λίγο μόνα τους. Έτσι έγινα αναγνώστρια και σιγά σιγά έγινα και φιλαναγνώστρια. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι σε αυτό, πέρα από τη θεία Ελισάβη, πέρα από τη λαχτάρα των γονιών μου, πολύ σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε η Δημοτική βιβλιοθήκη στα Χανιά. Όταν στην τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού πήρα το βραβείο για την αποταμίευση (κουμπαρά κτλ.), είχα καθίσει ώρες στη βιβλιοθήκη και είχα συμβουλευτεί πολλές πηγές για να γράψω την έκθεση (προφανώς και αντιγράφοντας κομμάτια). Αυτό φυσικά το χρωστάω και στους δασκάλους που μας είχαν μιλήσει για τη βιβλιοθήκη και στον αυστηρό βιβλιοθηκάριο που μας συνιστούσε ποια βιβλία να διαβάσουμε.


Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω ιδιαίτερα, ότι η θεία που ανέφερα παραπάνω, πολύ νωρίτερα, μου είχε προτείνει να διαβάζω εφημερίδες! Αυτό ήταν ένα κριτήριο ή καλύτερα ένα εργαλείο για να διαβάζουμε, να ενημερωνόμαστε αλλά και να μαθαίνουμε! Αυτό το ρόλο είχαν τότε οι εφημερίδες! Διαμόρφωναν αναγνώστες. 

Ξεκίνησα με τα παραπάνω, αυτοβιογραφικά κατά κάποιο τρόπο, γιατί το ίδιο έκανα και όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου, ξεκινώντας από τον τίτλο.


Αναγκαιότητα της ανάγνωσης: Μανιφέστο. 

Τι θα πει ο τίτλος; Πώς προσέλαβα εγώ τον τίτλο; 

Η αλήθεια είναι ότι την έννοια της αναγκαιότητας στον τίτλο ενός βιβλίου την συνάντησα στα φοιτητικά μου χρόνια, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν διαβάζαμε το διάσημο τότε βιβλίο του μαρξιστή Έρνστ Φίσερ «Η αναγκαιότητα της τέχνης» (από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1972, σε μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή, επανεκδόθηκε αργότερα από το Θεμέλιο). Σε αυτό, ο Φίσερ υποστηρίζει ότι η τέχνη δεν είναι κάτι προαιρετικό, αλλά ένα θεμελιώδες, απαραίτητο τμήμα της ζωής μας. Είχε όμως κι ένα πολύ ενδιαφέρον παράθεμα από τον Ζαν Κοκτώ: ''Poetry is indispensable—if I only knew what for.'' Η ποίηση είναι επιτακτικά απαραίτητη, αναπόφευκτη – μακάρι μόνο να ήξερα γιατί».


Αυτό βοηθά και μένα να απαντήσω στο γιατί της αναγκαιότητας και για την ανάγνωση. Μακάρι να ήξερα γιατί... Γιατί στο αυτονόητο;


Τι είναι αναγκαιότητα;

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, διαβάζουμε:


«αναγκαιότητα: η ιδιότητα του απαραίτητου, του λογικά επιβεβλημένου και αναπόφευκτου, που συσχετίζει με δεσμευτικό τρόπο γεγονότα, φαινόμενα, καταστάσεις».


Από την άλλη, έχουμε την έννοια της ανάγνωσης που ορίζεται ως η «αναγνώριση των γραπτών συμβόλων που συνθέτουν ένα γραπτό κείμενο, καθώς και η κατανόηση του περιεχομένου του», αλλά και «η κατανόηση της σημασίας συμβόλων ή σημείων».


Έχουμε βέβαια και το διάβασμα που είναι «η ενέργεια του διαβάζω· η ανάγνωση» και η «μελέτη».


Έτσι, στα ελληνικά λέμε ανάγνωση και αναγνώστης / αναγνώστρια και εννοούμε τους ανθρώπους που διαβάζουν κείμενα – συνήθως βιβλία και ίσως καμιά φορά με έμφαση στη λογοτεχνία (χωρίς όμως να είναι απαραίτητο). Μεταφορικά, βέβαια, χρησιμοποιούμε τον όρο αναγνώστης (όχι αναγνώστρια) για τις ηλεκτρονικές συσκευές με τις οποίες διαβάζουμε τα ηλεκτρονικά βιβλία. (Εκεί, δηλαδή, έχουμε ... δύο αναγνώστες, τη μηχανή και τον άνθρωπο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). 


Στα ελληνικά λέμε φιλαναγνώστης / φιλαναγνώστρια και εννοούμε το άτομο που αγαπά το διάβασμα και διαβάζει πολύ, και βιβλιόφιλος / βιβλιόφιλη το άτομο που αγαπά τα βιβλία. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος bibliophile, librophile (ή και readophile πρόσφατα) και book lover, πολύ σπάνια δε το reading lover, και ορίζεται ως “someone who loves (and usually collects) books”. Υπάρχει επίσης το bookworm, που είναι ο βιβλιοσκώληκας κυριολεκτικά και ο βιβλιοφάγος μεταφορικά, αυτός δηλαδή που διαβάζει πολλά βιβλία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο φιλαναγνώστης/η φιλαναγνώστρια. Χρησιμοποιείται επίσης το avid reader, για τον φανατικό αναγνώστη. 

Αλλά εδώ ας σταματήσω με τη διαστροφή της ορολογίας και να συνεχίσω με τις σκέψεις μου πάνω στο περιεχόμενο του βιβλίου. 

Ξεκινώντας από τη σχέση των Ελλήνων με το βιβλίο και με την ανάγνωση, θα αναφέρω την ίδρυση και το κλείσιμο έπειτα του ΕΚΕΒΙ, που για μένα ήταν ένας από τους πιο προοδευτικούς, δημοκρατικούς θεσμούς στον τόπο μας, και πιστεύω ότι, με όποια προβλήματα υπήρχαν (και υπήρχαν προφανώς), θα έπρεπε να επιλεγεί άλλος τρόπος αντιμετώπισης... 


Επίσης, όταν κλείνουν βιβλιοπωλεία, δεν είναι σίγουρα μια καλή στιγμή για το χώρο του βιβλίου και της παιδείας μας γενικότερα. Με αφορμή το πρόσφατο κλείσιμο του Ελευθερουδάκη, υπήρξαν αρκετές δημοσιεύσεις και συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από το χώρο του βιβλίου, την τιμή του βιβλίου[1] κτλ. Είδαμε και απόψεις όπως:


«Άμα δεν έχει λεφτά ο κόσμος δεν θα αγοράσει βιβλία. Τα βιβλία είναι είδος πολυτέλειας. Οπότε με κατώτερη τιμή ή όχι, το ίδιο.»

Αναρωτιέται κανείς αν πράγματι θεωρείται (ή πρέπει να θεωρείται) είδος πολυτελείας το βιβλίο και αν το πρόβλημα είναι η τιμή του βιβλίου ή μόνο αυτή.

Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα, παλιότερα και σύγχρονα, για τη σχέση των Ελλήνων με το διάβασμα και με το βιβλίο, και στα οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε (όπως δυστυχώς και σε άλλους τομείς) τη διαχρονικότητα κάποιων αδυναμιών μας ή και κακοδαιμονιών μας !!!


Θα αναφέρω μόνο μερικά.

Τον Αύγουστο του 1906 δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια με τίτλο «Για να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν» μια έρευνα που έκανε το περιοδικό, ζητώντας από γνωστούς ανθρώπους των γραμμάτων ν’ απαντήσουν αν και γιατί δεν διαβάζουν οι Έλληνες. Κοινή διαπίστωση ήταν ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν και σε αυτό φταίνε η ανάγνωση εφημερίδων, ο πολλαπλασιασμός του προϊόντος με έκπτωση της ποιότητας, ο αγώνας για την επιβίωση, τα μέσα μεταφοράς («τα μέσα τα καταπληκτικά της κινήσεως»), καθώς επίσης και «το μέγα ύπαιθρον και η έλξις του Ηλίου». Και τι μπορεί να γίνει, αναρωτιέται στο εισαγωγικό σημείωμα ο Παύλος Νιρβάνας, ώστε να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν;


Αφού δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον ήλιο και το ύπαιθρο, λέει, να τα συμβιβάσουμε με την ανάγνωση. «Να φέρωμε την τέχνη του λόγου εις το ύπαιθρον, εις τας στοάς, εις τα θέατρα. Να δημιουργήσωμεν διαλέξεις υπαιθρίους, να κάμωμεν τον Έλληνα ν’ αγαπήσει τον λόγον, … να τον προπαρασκευάσωμεν δηλαδή δια το βιβλίον... Ένα βιβλίον που να συμβιβάζεται με το ύπαιθρον, με τον δρόμον, με την πλατείαν, με το παράλιον, με την εξοχή…»


Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ένας από τους ερωτώμενους, είναι απόλυτος:


«Αν αναγινώσκουν δεν ξέρω – ξέρω πως δε διαβάζουν. Ο Ρωμηός ποτέ δεν αγάπησε το διάβασμα. Ούτε τώρα, ούτ’ αμέσως έπειτα από την Επανάσταση, ούτε πριν στα χρόνια της σκλαβιάς του… Σκίσιμο, κάψιμο τα βιβλία σα να ήταν οχτροί μας θανάσιμοι. Γιατί; Δεν μας έμαθαν τίποτα; Δεν μας χαροποίησαν καμιά φορά; Καμιά. Μας δυσκόλεψαν μονάχα τα παιχνίδια μας, τα μαλώματά μας, τους συλλόγους και τις παρλάτες μας. Φταίει θα πεις το σκολικό μας σύστημα· φταίει, δε λέω τ’ όχι. Μα πιο πολύ φταίει το νευρικό μας σύστημα. Το μυαλό μας είναι που δεν υποφέρει στ’ αληθινά ζυγό και όχι ο τράχηλός μας….»


Ο Κλέων Παράσχος έγραφε το 1931: 


«Είμαστε ένας λαός (και μικρός μάλιστα, και πολύ στενοχωρημένος, και πολύ φτωχός) που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των πρώτων, των κατωτέρων βιωτικών του προσαρμογών. Στερούμεθα υπονόμων και κτίζομεν μέγαρα, καθώς έλεγε, μου φαίνεται, ο μακαρίτης Ροϊδης. Η λογοτεχνία στον τόπο μας δεν είναι ανάγκη, είναι πολυτέλεια. Δεν είναι κάτι φυσικό, είναι κάτι τεχνητό: ένα λουλούδι που μεταφυτεύθηκε και που εκατό χρόνια τώρα παιδευόμαστε για να πιάσει και στην Ελλάδα και που δεν εννοεί να πιάσει…». 


Ο Κ.Θ. Δημαράς σε άρθρο του για το διάβασμα βάζει στην κουβέντα τόσο τον αναγνώστη όσο και τον συγγραφέα (αυτό που σε πρόσφατο άρθρο της η Βενετία Αποστολίδου αποκαλεί «προβληματικό ζευγάρι») και τη μεταξύ τους αληλεπίδραση.


Ο Νιρβάνας, γράφει το 1937:


«…Για να ξαναγίνει το διάβασμα ανάγκη, το βιβλίο πρέπει να γίνει ανώτερο από τη ζωή. Και θα γίνει παίρνοντας απ΄ αυτήν την ευγενικότερή της ουσία και κάνοντας από το διάβασμα ένα ωραίο, ευγενικό και αναγκαίο συμπλήρωμα της ζωής».


Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Κυριάκος Ντελόπουλος στο πολύ όμορφο βιβλίο του «Το βιβλίο των βιβλίων» (Κέδρος 1981), δίνοντας συμβουλές ανάγνωσης και μελέτης στο παιδί, γράφει :


«Για ένα καλό και αποδοτικό διάβασμα χρειάζεται κέφι, όρεξη και καλή διάθεση. Πρέπει να το θέλεις, να το έχεις αποφασίσει. Διαφορετικά να ξέρεις πως με την πίεση δε θα κερδίσεις τίποτα. Κάπου στον «Ερωτόκριτο» ακούγεται τούτο: «το πράμα οπούναι στανικώς ογλήγορα σκολάζει».


Σχετικά με την απόλαυση της ανάγνωσης, η Βενετία Αποστολίδου σε άρθρο της στο περιοδικό ο αναγνώστης διερωτάται μήπως χρειάζεται να ξαναδούμε τι θα πει απόλαυση της ανάγνωσης, μήπως ταυτίσαμε την απόλαυση του κειμένου με την απλή ψυχαγωγία. Και όταν παρατηρεί ότι η ανάγνωση παρουσιάζεται σαν μια παιδική χαρά όπου μόνον ευχάριστα πράγματα συμβαίνουν, τραγουδάμε, χορεύουμε, παίζουμε, ζωγραφίζουμε κ.ο.κ., διερωτάται: «πότε όμως θα πάμε παραπέρα;» 


Και συνεχίζει: 


«...Θα πρέπει να δημιουργήσουμε πολλές και διαφορετικές προσδοκίες από την ανάγνωση και όχι μόνο εκείνη της απόλαυσης... Να αναδείξουμε την ανάγνωση σε πολυδύναμο μέσο απόλαυσης, γνώσης και κοινωνικής συμμετοχής. Το χρωστάμε σε όλα τα παιδιά αλλά ιδίως στα παιδιά που στερούνται πολλών ευκαιριών.»


Αυτό, να κάνω μια παρένθεση εδώ, το παραθέτω γιατί ισχύει και για τις βιβλιοθήκες



Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Η Μάρω Δούκα είπε στη Μικέλα Χαρτουλάρη σε πρόσφατη συνέντευξή της:

«Διαβάζουμε λογοτεχνία, πρωτίστως, λέω, από ανάγκη, για να παρηγορηθούμε κάπως, για να ακυρώσουμε τη μοναξιά μας, να φωτίσουμε την καθημερινότητά μας, να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να επικοινωνήσουμε με διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλους λαούς, να ταξιδέψουμε στον χρόνο, να οραματιστούμε τον καλύτερο κόσμο που δικαιούμαστε. Διαβάζουμε όμως και για να μάθουμε, να διδαχτούμε, να γίνουμε απλώς καλύτεροι άνθρωποι. Και πάνω απ’ όλα, πιστεύω, διαβάζουμε για την απόλαυση του κειμένου, τη χαρά της λέξης, την έκπληξη του απρόβλεπτου…»










Σε όλη τη μέχρι τώρα φλυαρία μου, δεν έκανα αναφορά στο συγγραφέα και το βιβλίο του. Κι όμως, οι δικοί μου προβληματισμοί και οι παραπάνω αναζητήσεις μου πηγάζουν από τις σκέψεις που ξεδιπλώνει ο Νίκος στο βιβλίο του, προσπαθώντας κι εγώ, μέσα από τα λεγόμενα των άλλων να αναζητήσω την έννοια και την αναγκαιότητα της αναγκαιότητας… Και διαπιστώνουμε, όντως, τη διαχρονικότητα των εννοιών που απασχολούν το Νίκο.


Θα ήθελα όμως, πριν αναφερθώ λίγο περισσότερο στο βιβλίο, να πω και δυο λόγια για την ιδιότητα του συγγραφέα και να τη συνδέσω με το αντικείμενο του βιβλίου του. Ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος. Κι ένα ζήτημα που στ’ αλήθεια με απασχολεί και ομολογώ καμιά φορά με προβληματίζει, είναι αν οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν.

Κάνοντας μια αναζήτηση και πέρα από τα δικά μας σύνορα, διαπίστωσα ότι υπάρχει παρόμοιος προβληματισμός παντού. Η εντύπωση είναι ότι οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν πάνω από το μέσο όρο του γενικού πληθυσμού (που σε κάποια σχετική έρευνα στην Αμερική αναφέρθηκε ότι αυτός ο μέσος όρος είναι 5 βιβλία το χρόνο! – να σημειώσω εδώ ότι στην τελευταία έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς του ΕΚΕΒΙ το 2010, ο δικός μας μέσος όρος ήταν 5.9…), υπήρξε και μια απάντηση ότι «οι καλύτεροι βιβλιοθηκονόμοι είναι αυτοί που διαβάζουν κιόλας». Υπήρξε επίσης μία βιβλιοθηκονόμος, συνταξιούχος πλέον μετά από 30 χρόνια στο επάγγελμα, η οποία δήλωσε ότι διαβάζει πάνω από 200 βιβλία το χρόνο και μάλιστα κρατάει σημειώσεις (μπορώ να πώ ότι συμπίπτουμε στα χρόνια υπηρεσίας και στις σημειώσεις!).

Επομένως, δεν μπορώ να μην καταγράψω με θαυμασμό τα τόσα βιβλία που αναφέρει ο Νίκος, συνδέοντάς τα με τις σκέψεις που αναλύει κάθε φορά, και είναι ακόμη πολύ νέος... Μακάρι οι βιβλιοθηκονόμοι στην πλειονότητά τους να διαβάζουν, γιατί σίγουρα θα είναι καλοί στη δουλειά τους, και όχι μόνο βέβαια.

Ο λόγος που το ξεχωρίζω ως ζήτημα είναι γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι είναι καταρχάς καλοί σε αυτό που σπουδάζουν, δηλαδή στο να γνωρίζουν τι υπάρχει και να το κοινοποιούν στους χρήστες τους. Είναι καλοί δηλαδή στην παροχή πληροφοριών, όμως ακόμη και από τη θεωρία, αυτή η παροχή πληροφοριών περιέχει στοιχεία όχι μόνο ποσότητας αλλά και ποιότητας που επίσης έτσι κι αλλιώς διδάσκονται. Επομένως, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο καλά θα κάνει τη δουλειά βιβλιοθηκονόμος που δουλεύει π.χ. σε δημόσια ή σε σχολική βιβλιοθήκη και αγαπά να διαβάζει λογοτεχνία ή ιστορία. Εξάλλου, έχει τονιστεί ο ιδιαίτερος, καθοριστικός και θεμελιώδης ρόλος των βιβλιοθηκονόμων στην καλλιέργεια της ανάγνωσης και του γραμματισμού γενικότερα. Όταν μάλιστα συζητείται έντονα ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην εποχή μας, όπου το ζητούμενο από τις βιβλιοθήκες και τους βιβλιοθηκονόμους δεν είναι πλέον μόνο η παροχή πληροφοριών, αλλά και η συμβολή τους στη μάθηση, στην κοινωνική ένταξη και συμμετοχή, στην αλληλεγγύη.

Αλλά αυτό είναι μεγάλο, ξεχωριστό θέμα και ας είναι ένα από τα προς προβληματισμό. Άλλωστε, αυτό που κάνω εδώ δεν είναι άλλο από μια παράταξη συλλογισμών και προβληματισμών με αφορμή το βιβλίο του Νίκου.

Γυρνώντας λοιπόν στο βιβλίο, προσπάθησα να κωδικοποιήσω κάποια θέματα που αναπτύσσει και που για μένα θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν χωριστά ζητήματα για συζήτηση και προβληματισμό. Αυτό είναι και το πολύ ενδιαφέρον του βιβλίου, σε βάζει να σκεφτείς…

Καταρχάς χωρίζει το θέμα του σε δύο κύρια μέρη: Περί ανάγνωσης και περί αναγνωσμάτων και αναγνωστών. Ξεκινά με την εντύπωση από το «Χρονικό του κόσμου» του Ασίμοφ, με το οποίο ένιωσε το βάρος δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ετών να τον συναρπάζει. Ήταν και το βιβλίο που τον κέντρισε να γράψει, μάλλον του έβαλε την ιδέα.

Ας δούμε λοιπόν ποια ζητήματα βάζει ο Νίκος, όπως τα διάβασα και τα ξεχώρισα βέβαια εγώ.

· Ο τίτλος του βιβλίου. Αναγκαιότητα του βιβλίου ή αναγκαιότητα της ανάγνωσης;

· Γιατί μανιφέστο; Όχι μόνο διακήρυξη θέσεων και πεποιθήσεων, λέει, αλλά και αγωνίας και προβληματισμού.

· Τι είναι ανάγνωση; Είναι «η δημιουργική αφομοίωση του πνευματικού έργου από τον αναγνώστη... Δεν εννοείται απλά το διάβασμα λέξεων… δεν είναι το ξεφύλλισμα ή μια μηχανική πράξη… είναι η προσωπική κατάδυση του αναγνώστη… μια βαθιά πνευματική πράξη, μια διεργασία κατανόησης και δημιουργικής αφομοίωσης…» 

· Μορφές ανάγνωσης. Χρησιμοποιεί έναν πρωτότυπο τρόπο να παρουσιάσει μορφές μέσα από πλειάδα επιθετικών προσδιορισμών.

· Ανάγνωση και χρόνος. Πώς διαφοροποιείται η ανάγνωση ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη, με το χρόνο δημιουργίας του έργου και με το χρόνο που επιτελείται η ανάγνωση.

· Ανάγνωση και επίδραση. Το μήνυμα του συγγραφέα, πώς προσλαμβάνεται και/ή πώς διαφοροποιείται από τον αναγνώστη, ποια η διάρκειά του.

· Ανάγνωση και απόλαυση. Το ταξίδι. Ένας χορός των αισθήσεων.

· Παιδικές αναγνώσεις. Ένα μοναδικά σπουδαίο θέμα.

· Περιθωριοποίηση λογοτεχνίας και γενικά γραμμάτων και τεχνών τα τελευταία χρόνια. (;) Περιορισμός ανθρωπιστικών σπουδών και προτίμηση υλικών απολαύσεων.

· Μαθητές και λογοτεχνία. Απαξίωση και περιφρονητική αντιμετώπιση. (;) 

· Γιατί να διαβάζουμε λογοτεχνία. «Μέσα στη λογοτεχνία άλλοτε κρύβονται και άλλοτε πασχίζουν να αποκαλυφθούν ιδέες, ήθη, προβληματισμοί, αγωνίες και αρετές παρατημένες στη λήθη. Η ανάγνωση μπορεί να αποτελέσει το σκαλιστήρι για να φυτευτούν τόσο στον αναγνώστη όσο και στη συλλογική συνείδηση δεξιότητες, αρετές και αξίες».

· Οι λογοτεχνικοί ήρωες και η επίδρασή τους στους ανθρώπους. (Εδώ θα μπορούσα να συμπληρώσω σε αυτά που αναφέρει π.χ. τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι που πολύ συχνά αναφέρεται ως το βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όσοι ηγούνται μικρών ή μεγάλων ομάδων, προσθέτοντας όμως εγώ και τον Ηγεμόνα του Πατριάρχη Φωτίου).

· Το βιβλίο-προϊόν.

· Η ανάγνωση σε έναν κόσμο που για όλα υπάρχει μια μονάδα μέτρησης και όλα κοστολογούνται για να θεωρούνται χρήσιμα. (Εδώ μου θυμίζει, για να κάνω εφαρμογή και σε αυτό που έχω ονομάσει «ντόμινο ανάγνωσης», τα βιβλία «Χειμώνας στον πολιτισμό» του Jean Clair και «Η χρησιμότητα του άχρηστου» του Nuccio Ordine).

· Συνομιλία του αναγνώστη με τον συγγραφέα.

· Μηχανισμός συνάντησης αναγνώστη με ανάγνωσμα. 

· Υπάρχουν αναγνώστες; Δεν έχουμε χρόνο για να διαβάσουμε, ακούμε συχνά.

· Αποσπάσματα και τσιτάτα. (Και πάλι να συμπληρώσω σε ό,τι γράφει με την έννοια της ημιμάθειας του Αντόρνο και της αμάθειας του Μισεά).

· Μπορεί η ανάγνωση να αλλάξει τον κόσμο;

Στους προβληματισμούς μας, θα ήθελα να παραβάλλω επίσης το βιβλίο του Νίκου με το βιβλίο του Ντανιέλ Πενάκ «Σαν ένα μυθιστόρημα», στο οποίο ο Γάλλος συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τα δέκα δικαιώματα του αναγνώστη. Στο πρώτο, έχουμε την ανάγκη ν’ αγαπήσουμε το βιβλίο, να καλλιεργήσουμε την ανάγνωση προκειμένου να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι ή και να αλλάξουμε τον κόσμο. Στο δεύτερο, μάλλον έχουμε αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα ως αυτονόητη (έννοια που την αναφέρει συχνά ο Νίκος) και πάμε παραπέρα, διατυπώνοντας την αξίωση και απαιτώντας να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά μας ως αναγνωστών/αναγνωστριών να μη διαβάζουμε, να πηδάμε σελίδες, να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο, να ξαναδιαβάζουμε, να διαβάζουμε οτιδήποτε, να μπερδεύουμε το βιβλίο με την πραγματική ζωή, να διαβάζουμε οπουδήποτε, να τσαλαβουτάμε, να διαβάζουμε μεγαλόφωνα, να σωπαίνουμε. Υπό συζήτηση βέβαια όλα αυτά!

Ο Νίκος Σιδέρης ψάχνει να βρει απάντηση στο αν η ανάγνωση καλυτερεύει τον κόσμο, ο ίδιος έχει βαθιά πεποίθηση ότι μπορεί. Ειλικρινά, αν και διαβάζω και κατά βάθος το πιστεύω κι εγώ, μου έρχονται και εικόνες εποχών που μόνο αυτό δεν εξασφάλισαν άνθρωποι που είχαν την εξουσία, και που μολονότι διάβαζαν πολύ οι ίδιοι, δεν έφτιαξαν έναν καλύτερο κόσμο. Σίγουρα όμως συμβάλλει. Μπορεί και να τον αλλάζει.

«Πόσο καλύτερος θα ήταν αυτός ο κόσμος αν διαβάζαμε;…» αναρωτιέται ο Νίκος, αν κάθε παιδί είχε γνωριστεί με τον Τομ Σόγιερ, τη Χιονάτη, την Αλίκη, τον Αίσωπο … αν οι απανταχού υπεύθυνοι είχαν διαβάσει Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη, Σενέκα, Οβίδιο, Σαίξπηρ, Μολιέρο, Όστεν, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Ντίκενς (να σημειώσω εδώ ότι … ξέχασε Ρουσώ και Μοντεσκιέ τους οποίους όλοι τελευταία φαίνεται να γνωρίζουμε καλά, σημάδι της ημιμάθειάς ή και αμάθειάς μας).

Η εποχή μας, λέει, δεν υστερεί στα μέσα, αλλά στους στόχους. Να γίνω πρακτική εδώ και να το μεταφράσω ότι υστερούμε σε όραμα και σε πολιτική, εννοώ την ξεκάθαρα διατυπωμένη με αποστολή, σκοπό, στόχους, δυνατότητες και πρόγραμμα; Μήπως υστερούμε και στη βούληση; Μήπως και από άγνοια; Και να μιλήσω ξανά για το ΕΚΕΒΙ;

Ο Νίκος λέει πως γίνεται καλύτερος ο κόσμος, ομολογώντας στο τέλος ότι έτσι πιστεύει, ακόμη και αν τον πουν γραφικό ή έστω μόνο ρομαντικό. Σε κάθε περίπτωση, ας συμφωνήσουμε μαζί του ότι «η ανάγνωση συμφιλιώνει το παρελθόν με το παρόν και χτίζει γερά θεμέλια για το μέλλον». Μα μήπως είναι λίγο αυτό;

Να συγχαρώ άλλη μια φορά το Νίκο, να τον θαυμάσω ειλικρινά γι’ αυτά που έχει γράψει αλλά και γιατί μας κάνει κοινωνούς και συνοδοιπόρους στο όμορφο ταξίδι του. Και να του ευχηθώ καλή δύναμη και καλή συνέχεια σε όλα!"




Να ευχηθώ και από δω στο Νίκο καλή δύναμη και καλή συνέχεια. Και καλοτάξιδο το βιβλίο του!