Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

21 Απριλίου 1967: όταν η μνήμη κλωθογυρίζει πενήντα χρόνια πίσω...




Μάθημα Δημοκρατίας*

του Γιώργου Πιτσιτάκη

Kόντευε μεσημέρι. Το παρατεταμένο χτύπημα του τηλεφώνου τον ξύπνησε. Έτσι κι αλλιώς δεν το προλάβαινε. Κάθισε στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Την προηγούμενη είχε ξενυχτήσει.

H καλή παρέα με φίλους γκαρδιακούς, μπουζούκια, κιθάρες, ακκορντεόν και πολύ τραγούδι από σμυρνέικα, ρεμπέτικα, Μάρκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, λαϊκά μέχρι αντάρτικα, τους κράτησε σχεδόν μέχρι το πρωί. Έβαλε να πιει καφέ. Κοίταξε να δει ποιος τον πήρε. Ήταν ο γέρω-δάσκαλος. Θυμήθηκε το καθιερωμένο τους ετήσιο ραντεβού.
Πάνε λίγα χρόνια, χρόνια των απάνθρωπων μνημονίων, που έγινε κι αυτός συνταξιούχος δάσκαλος, ομόλογος του αγαπημένου του στο δημοτικό δασκάλου, του σημερινού γέρω-δάσκαλου. Συναντιόνταν πότε – πότε στη γειτονιά τους τη Νέα Χώρα, στο καφενείο δίπλα στα Πευκάκια ή λίγο πιο κάτω στο μώλο απέναντι απ’ τη θάλασσα. Ο γέρω-δάσκαλος με το μπαστουνάκι του, βαρύνανε βλέπεις τα χρόνια, πλησιάζει το τριψήφιο νούμερο! Κι είναι και το αναθεματισμένο το τραύμα στο πόδι, «παράσημο» του πολέμου, που ορισμένες φορές είναι παραπάνω από ενοχλητικό. Κάθονται και πίνουν το καφεδάκι τους ή μια και δυό και τρεις δαιμονισμένες ρακές και τα λένε. Λένε για τα σχολικά τους τ’ αλλοτινά και τα τωρινά, τα καινουργιοχωρίτικα παλιά και νέα, κρίνουν την πολιτική κατάσταση, αναστορούνται ιστορίες του τόπου για πρόσωπα και πράγματα. Σιωπηλός όπως τότε στα μαθητικά θρανία, ακούει το γέρω-δάσκαλο. Και αυτός, με περισσή ζωντάνια μα και με μια αδιόρατη πίκρα και θλίψη γι’ αυτά που χάθηκαν, διηγείται ιστορίες καλύτερα κι απ’ τους παλιούς καλούς παραμυθάδες. Μπροστά στα μάτια του προβάλουν ολοζώντανες προπολεμικές δεκαετίες στην κρητική ύπαιθρο, η επική και συνάμα τραγική δεκαετία του Σαράντα και τόσα άλλα διανθισμένα με λέξεις και φράσεις από την κρητική ντοπιολαλιά που έχουν ξεχαστεί ή τείνουν να χαθούν. Αληθινή μυσταγωγία!
Ξαναχτυπά το τηλέφωνο.
– Έλα, ακόμα δεν ξύπνησες;
– Γεια σου καπετάνιο μου. Καλημέρα σου!
– Άστα αυτά. Δεν πιστεύω να ξέχασες το ραντεβού.
– Όχι βέβαια. Το περιμένω με ανυπομονησία. Κι όπως πάντα συνεπής.
Κοιτάζει το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και τον επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.
21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτος στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαν μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.
Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκε χαρούμενος. Για πρώτη φορά στη ζωή του θα έβαζε μακρύ παντελόνι, ένα γαλάζιο τερυλέν, συνδυασμένο με καλά παπούτσια. Σπουδαία υπόθεση. Είχε βαρεθεί τα κοντά παντελόνια. Θα σταματούσε πια να ΄ναι εκτεθειμένος στο κρύο και τη ζέστη και δεν θα φαίνονται πλέον οι μπλαβάδες από τα πεσίματα ή το ξύλο από τους παιδικούς καυγάδες μα και οι βιτσιές του συνετισμού από τη μη συμμόρφωση στις γονικές εντολές. Επιτέλους μεγάλωνε! Το φόρεσε προσεκτικά, στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη και καμάρωνε. «Πως κάνεις έτσι! Σα γύφτικο σκεπάρνι είσαι» ακούει τη φωνή της μάνας του. «Άντε βιάσου και δεν πας για γαμπρός. Θ’ αργήσεις στο σκολειό» συνέχισε, ανεβάζοντας τους τόνους. Όμως αυτός δεν άκουγε τίποτα. Βγαίνει στην αυλή και ο σκύλος τους ο Αράπης έρχεται καταπάνω του να παίξουνε. Για να μην τον λερώσει, τον αποφεύγει με μια επιδέξια κίνηση και απομακρύνεται τρέχοντας. Ο καιρός είχε μια μουντάδα, του φάνηκε πως είχε κατεβασμένα μούτρα. Ο ουρανός γεμάτος συννεφάκια μικρά και ασπρόγκριζα, στριμωγμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο.
Στο δρόμο συναντά το συμμαθητή του τον Νικόλα.
– Άκουσες τα νέα; Έγινε, λέει, δικτακτορία είπε το ράδιο, αρχινά ο Νικόλας.
– Δεν άκουσα τίποτα, του απαντά αγχωμένα ανησυχώντας ότι θα καθυστερήσει στο σχολείο.
Φτάνουν, μα η αυλή ήταν γεμάτη από παιδιά. Κοίταζε τριγύρω αν έβλεπαν κάποια αλλαγή πάνω του. Μήπως πρόσεχαν το παντελόνι του. Μάταια όμως. Κανείς δεν έδινε σημασία. Άλλα έπαιζαν κι άλλα είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και συζητούσαν. Οι δάσκαλοι μέσα στο γραφείο τους κλεισμένοι δε βαρούσαν το κουδούνι παρ` ότι είχε περάσει η ώρα 07:30 που κανονικά χτυπούσε. Πάει στην πιο μεγάλη παρέα που ήταν συμμαθητές του και ο ξερόλας της τάξης στη μέση, με ύφος επιβλητικό και με απόλυτη σιγουριά άρχισε να εξηγεί στα άλλα τα άσχετα…
– Έγινε Δικτατορία, ο Λαός θα ξεσηκωθεί και θα την ρίξει… το πραξικόπημα δεν θα περάσει… ο Λαός δεν θα μείνει έτσι, θα ξεσηκωθεί…
– Τι είναι η Δικτατορία, Παντελή; ρώτησε κάποιος.
– Ο Λαός δεν είναι ελεύθερος, δεν γίνονται εκλογές, δεν υπάρχουν δουλειές…
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τις ρητορικές επιδόσεις του συμμαθητή του κι άρχισε να καταλαβαίνει τί είναι – επιτέλους – αυτή η Δικτατορία !!!
Λίγο μετά τις 08:00 ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και τα παιδιά μπαίνουν στην σειρά όπως – όπως με μεγάλη ζωηρότητα από το παιχνίδι και ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει.
Ο δάσκαλος τους που εκτελούσε χρέη Διευθυντή μετά την προσευχή, φουρτουνιασμένος και με φανερό τον εκνευρισμό στην όψη του, άρχισε:
– Σήμερα έγινε πραξικόπημα, δεν θα γίνουν μαθήματα, ούτε αύριο θα πάμε στην εκκλησία… .
– Παπανδρέου θέλατε, καλά να πάθετε! ακούστηκε από δίπλα η φωνή μιας νεαρής δασκάλας που χτυπούσε πεισματικά το πόδι της στο πάτωμα.
– Σκάσε μωρή! της απευθύνθηκε οργισμένος.
Πάγωσαν τα παιδιά. Και γυρίζοντας στους μαθητές συνεχίζει:
– Σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα, τώρα να πάτε στα σπίτια σας και στο σχολείο θα έρθετε μετά τις γιορτές, αν όλα πάνε καλά…!
Μια βουή, όλο χαρά, βγήκε από τα στόματά τους που θα γλύτωναν το Σαββατιάτικο μάθημα και πήρανε το δρόμο για το σπίτι. Έξω από τον Άγιο Κωνσταντίνο βλέπει το Θοδωρή, το Σταμάτη και το Μιχαλιό με φουσκωμένες τις κοιλιές, να τρέχουν σα να τους έχουν βάλει νέφτι στον κώλο. Ξωπίσω τους ξεγλωσσιασμένος μ’ ένα ραβδί στο χέρι ο κυρ Μάρκος να τους κυνηγά και να φωνάζει: «Τα μανταρίνια μου ρε μπαστάρδια! Αλλά θα σας πιάσω, δε θα σας πιάσω; Τότε θα δείτε τι θα πάθετε». Το διπλανό περβόλι με τα υπέροχα φρούτα είχε υποστεί για πολλοστή φορά την «επιδρομή των βαρβάρων».
Επιστρέφοντας ήταν όλα άνω κάτω. Η μάνα είχε βάλει μπρος και συγύριζε το σπίτι για ν’ αστράφτει από καθαριότητα ενόψει του Πάσχα. Ήταν ανεβασμένη πάνω στο σερβάν και ξεσκόνιζε μέχρι και το ταβάνι. «Έπρεπε να μυρίζει πάστρα το σπίτι», έλεγε. Το ράδιο δεν έπαιζε τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και δεν ακούονταν η θεϊκή φωνή του Καζαντζίδη, του Στελάρα όπως τον έλεγε ο πατέρας, πάρα μόνο μουσικές άγνωστες σ’ αυτόν, εμβατήρια τα λέγαν, με λόγια όπως «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά» που κατέληγαν στο «Ζήτω η Επανάστασις!» και άλλα ακαλαβίστικα και βαρετά. Ο εκφωνητής διέκοπτε συχνά-πυκνά και ανακοίνωνε: «Από της πρωίας της σήμερον, ο Ελληνικός στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας, θέτοντας τέλος στην φαυλότητα των πολιτικών προσώπων που ωθούσαν την Ελλάδα, στις αγκάλες του Κομμουνισμού. Η κυκλοφορία στους δρόμους δεν θα επιτρέπεται απ` την εβδόμην απογευματινήν έως και την έκτην πρωϊνήν της αύριον. Όστις θεάται εις τας οδούς στο διάστημα των προαναφερθέντων ωρών, θα πυροβολείται χωρίς προειδοποίησιν». Τα λόγια τούτα καρφώθηκαν στο μυαλό του και δεν τα ξέχασε παρά το ότι πέρασαν πολλές δεκαετίες.
Ρωτά τη μάνα γι’ αυτά και του απαντά: «Δεν έχουμε πια ελευθερία! Έφεραν δικτατορία… χούντα. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις». Σε λίγο καταφθάνει ο πατέρας γεμάτος σκόνη. Λιμενεργάτης στο λιμάνι. Φαίνεται κατάκοπος…
– Που δούλευες κι έγινες έτσι; τον ρωτά η μάνα.
– Στ’ αμπάρι, φτυαρίζαμε στάρι. Φάγαμε τη σκόνη με το κουτάλι! Μα μάθαμε τα γεγονότα, σταματήσαμε και φύγαμε, απαντά. Ήρθα από το γιαλό και δε ξέρω τι τρέχει στην πόλη.
– Μπαμπά τι θα πει δικτατορία και χούντα; Γιατί το ράδιο δεν παίζει τα ωραία τραγούδια που ακούμε;
Σα να μην άκουσε τις ερωτήσεις, συνεχίζει: «Τους δικούς μας τους πιάσανε στον ύπνο οι κερατάδες και φαίνεται δε προλάβανε ούτε κιχ να κάνουν».
Μετά τις διακοπές τα παιδιά ξαναγυρίζουν στη σχολική καθημερινότητα. Στις πρώτες μέρες του Μάη, την ώρα της ωδικής ο δάσκαλος τους ανακοινώνει ότι θα μάθουνε να τραγουδούνε Ριζίτικα. Ως παιδί της πόλης πολύ λίγα πράγματα ήξερε για την κρητική μουσική και το κρητικό τραγούδι. Τους γράφει τα λόγια στον πίνακα. «Πότε θα κάνει Ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα, να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω …». Όρθιος στο βάθρο της έδρας, τους καλεί να κάνουνε ησυχία κι αρχίζει να τραγουδά. Νεκρική σιγή. Εεεεεε, Πόοοτέ θα κά, Ποοτέ θα κάαανει ει ει Ξαστεριά ααα… . Τι ήταν αυτό που έβλεπε κι άκουγε; Νόμιζε πως ονειρεύεται. Ένας άλλος δάσκαλος βρισκόταν εκεί απέναντι του. Ο μικρός το δέμας δάσκαλός του μπροστά στα έκπληκτα παιδικά του μάτια, είχε μεταμορφωθεί σε γίγαντα σαν τον Καζαντζακικό δάσκαλο στον «Καπετάν Μιχάλη». Οι τρίχες της κεφαλής του στέκονταν ολόρθες, το ίδιο κι οι τρίχες των χεριών του είχαν ισιώσει. Η φωνή του βροντερή, πρωτεϊκή, χτυπούσε κατευθείαν στο κέντρο του εγκεφάλου του. Αληθινή μυσταγωγία. Κι αυτά τα λόγια! Πότε ειπώθηκαν; Τι τάχα θέλουν να πουν; Γιατί θέλουν να κάμει «μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες»; Γιατί θέλουν τα «μωρά παιδιά να κλαίν’ δίχως μανάδες»; Ερωτήματα στο παιδικό μυαλουδάκι που τότε έμειναν αναπάντητα. Το κορμί του δασκάλου πάλλονταν κι έτρεμε ολόκληρος. Ο ιδρώτας έτρεχε βρύση στο κούτελό του. Το πουκάμισό του ήταν μουσκεμένο ως κάτω. Μέχρι να τελειώσει το ριζίτικο, νόμιζε ότι θα καταρρεύσει. Όμως διαψεύστηκε. Στο τέλος ο δάσκαλος χαμογελαστός, συνέχισε το μάθημα.
Τον είχε συνεπάρει όλο αυτό το σκηνικό. Συγκλονισμένος προσπαθούσε να συνέλθει. Κι οι απορίες σωρηδόν, η μια πίσω απ΄ την άλλη. Γιατί αυτό το τραγούδι τώρα; Ξανάρθε στο νου του η αποφράδα Παρασκευή που κλείσανε για Πάσχα, τα λόγια των συμμαθητών, του δασκάλου, της μάνας και του πατέρα, τα εμβατήρια στο ράδιο. Αυτό το ριζίτικο, σκέφτηκε, ήθελε πολλά να πει. Ο δάσκαλος κατάφερε και του μετάδωσε το αντιστασιακό μήνυμα του τραγουδιού. Είναι το πρώτο και καλύτερο μάθημα δημοκρατίας που έχει πάρει μέχρι σήμερα.
Βυθισμένος στις σκέψεις και τις αναμνήσεις, ξεχάστηκε. Κοίταξε το ρολόι. Θα καθυστερήσει στο ραντεβού και ο γέρω-δάσκαλος δεν αστειεύεται, θα τον επιπλήξει όπως μόνον αυτός ξέρει.

*Αφιερωμένο στον δάσκαλό μου Βασίλη Ιγγλεζάκη 




Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τη σημερινή μέρα από από τον Γιώργο Πιτσιτάκη, δάσκαλο και ιστορικό ερευνητή, που και άλλες φορές έχω αναφερθεί στις έρευνές του πάνω στην ιστορία της πόλης και των ανθρώπων των Χανίων από τις αρχές του 20ου αιώνα.  Δημοσιεύτηκε στα σημερινά Χανιώτικα Νέα και είναι αφιερωμένο στον Βασίλη Ιγγλεζάκη, το γέρο δάσκαλο, όπως τον ονομάζει ο ίδιος, τον δάσκαλό μας στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού, στη Νέα Χώρα. Στο 6ο δημοτικό, στο καινουριοχτισμένο σχολείο, πηγαίναμε τότε μαζί με το Γιώργο. Κι επειδή κάτι έγραφα σε παλαιότερη ανάρτηση για εκείνη την αποφράδα ημέρα, ας μου επιτραπεί μια παραλλαγή -  αντιγραφή, συνέχεια και συμπλήρωμα της ιστορίας από την κοινή μας μνήμη:



Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και μας επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.

21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτη στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαμε μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.

Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκα χαρούμενη. Πήγα πρωί πρωί στο σχολείο. Δάσκαλο είχα τον Βασίλη Ιγγλεζάκη (κάποια στιγμή θα γράψω για τον ωραίο αυτό άνθρωπο). Κάτι περίεργο έδειχνε να συμβαίνει. Χτύπησε το κουδούνι, συγκεντρωθήκαμε για την πρωινή προσευχή, οι δάσκαλοι παραταγμένοι ως συνήθως. Μα πάλι, όχι, δεν ήταν "ως συνήθως", ένα μούδιασμα υπήρχε, μεγαλώνοντας και ξαναφέρνοντας την εικόνα τους μπροστά μου, ναι, δεν ήταν η συνήθης εικόνα ούτε του κυρίου Ιγγλεζάκη, ούτε της κυρίας Ιπποδάμειας, ούτε των υπόλοιπων δασκάλων.

Αλλά η εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη είναι η εικόνα μιας άλλης δασκάλας, της κυρίας Γουλιέλμου, που έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε φανερά και μεις δεν καταλαβαίναμε γιατί.

Τι ν' απόγινε άραγε, δεν έμαθα ποτέ.

Μας είπαν ότι δεν θα γίνει μάθημα και μας έστειλαν στα σπίτια μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά χάρηκαν τη ... νόμιμη κοπάνα εκείνη τη μέρα.

Εγώ γύρισα σπίτι μου, η μάνα μου έψαχνε Αυγές παρατημένες κάτω από το στρώμα για να τις εξαφανίσει και το απόγευμα καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού, περιμένοντας με αγωνία τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά, υπήρχε η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο τόπος έμπαινε στο γύψο.

Και θυμάμαι, όταν περνούσαμε από το σπίτι του Μιχελουδάκη (στελέχους της αριστεράς), η μάνα μου καλημέριζε μια ηλικωμένη γυναίκα, μονίμως δακρυσμένη, και ρώταγε τα νέα του, ήταν η μάνα ή η πεθερά του, εκείνος ήταν εξορία και η γυναίκα του έγκυος. Αργότερα στο γυμνάσιο είχε έλθει ως φιλόλογος ο αδελφός του...


Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; 
Περπατώ στην πόλη. Στην Τζανακάκη, στο κέντρο της πόλης, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Ήθελαν λέει ν' ανοίξουν κι άλλα γραφεία στη Σούδα και δεν τους άφησαν. 
Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει...
Ή μήπως ξεχνά...
Μεθαύριο εκλογές στη Γαλλία. Κι εκεί δεν ξεχνά ο λαός. Ή μήπως κι εκεί ο λαός ξεχνά...
Τι να πω, πίσω-μπρος κλωθογυρίζει ο νους...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Σημείωση

Το παραπάνω διήγημα κυκλοφόρησε και σε μικρό αριθμό φωτοαντιγράφων με φροντίδα του συγγραφέα. Την έκδοση κοσμούν χαρακτικά της Βάσως Κατράκη, καθώς και σκίτσα του δασκάλου – σκιτσογράφου Χρήστου Πετράκη από το βιβλίο-λεύκωμα «Οι άθλοι του Πονηρίδη» (τιμητική έκδοση του μαθητικού περιοδικού «Τα Χανιωτάκια» του Συλλόγου Δασκάλων – Νηπιαγωγών νομού Χανίων, Απρίλης 2008). 



Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μικρές χαρές






Οι εικόνες σήμερα από τις Βρύσες Αποκορώνου. Στιγμές ευχαρίστησης το νερό που τρέχει με θόρυβο, κατεβαίνοντας με ορμή από τις ακόμη χιονισμένες Μαδάρες.

Μικρές χαρές.

Καλή Ανάσταση! Ό,τι κι αν σημαίνει για κάθε άνθρωπο η ευχή αυτή...

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

"Χτύπησες παιδάκι μου;"



Μέρες που είναι θυμήθηκα ένα παραμύθι που είχα διαβάσει όταν ήμουνα μικρή και μ' είχε τότε συγκλονίσει. Μιλά για μια μάνα που είχε ένα γιο και που η κοπελιά π' αγάπησε του ζήτησε να της φέρει την καρδιά της μάνας του. Κι εκείνος, ξερίζωσε την καρδιά της μάνας του και κίνησε να της την πάει. Στο δρόμο που επήγαινε, σκόνταψε, και τότε άκουσε μια φωνή να λέει: "Χτύπησες παιδάκι μου;" 

Κάπως έτσι είναι το παραμύθι, και το θυμήθηκα ακούγοντας το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού "Η καρδιά της μάνας" (στίχοι Alice Torri, μουσική Γιάννη Νικολάου).

Κι ύστερα θυμάμαι τη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη

............................................................
Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ’ εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ΄από μίση!
....................................................
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Έλα να πούμε ψέματα ένα σακί γιομάτο: και πάλι για τον εμφύλιο στην Κρήτη (που δεν υπήρξε ή μήπως...)

Έλα να πούμε ψέματα
ένα σακί γιομάτο,
φόρτωσα έναν μπόντικα
σαράντα κολοκύθια
κι απάνω στα καπούλια του
ένα σακί ρεβύθια.

Αυτό το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι θυμήθηκα βλέποντας τη σκηνή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ ΕΑΜ Κρήτης και Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (Νοέμβριος 1943), την οποία είχε μάλιστα συντάξει ο πατέρας του Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η συμφωνία αυτή, πρόσθεσε όλο καμάρι ο κ. Μητσοτάκης ο νεώτερος, "έβαλε τις βάσεις για να αποτραπεί ο εμφύλιος στην Κρήτη"!!!

Κι επειδή δεν είμαι ιστορικός και μπορεί να μην τα γράψω καλά, κι επειδή αυτή η... όλο νόημα δήλωση του κ. Μητσοτάκη με προκάλεσε, στράφηκα στη λογοτεχνία. Κι ήρθε αυτόματα στο μυαλό μου το πρωταπριλιάτικο τραγουδάκι με τα τόσα ψέματα (και η συνάντηση των δύο ανδρών, ω τι σύμπτωση, πραγματοποιήθηκε λίγες μόνο μέρες από την πρωταπριλιά...).

Για να είμαι ειλικρινής, το τραγουδάκι δεν το γνώριζα μέχρι που διάβασα το εξαιρετικό και θαρραλέο, θα έλεγα, βιβλίο της Μάρως Δούκα "Έλα να πούμε ψέματα", το τρίτο της τριλογίας της για τ' αγκάθια στην ιστορία της νεώτερης Κρήτης. 

Στο βιβλίο αυτό, έγραφα στην ανάρτηση του 2015, η Δούκα ασχολείται με τον εμφύλιο στην Κρήτη "θέλοντας να διαλύσει το μύθο ότι δεν υπήρξε εμφύλιος στο νησί, που όμως υπήρξε". Και σε αυτό το βιβλίο, "ανατρέχοντας στα αρχεία, ξεφυλλίζοντας εφημερίδες, χρησιμοποιώντας πηγές από βιβλία πρωταγωνιστών της εποχής αυτής (Μανούσακας, Κοκοβλήδες, Λιονάκης, Ηλιάκης, Τζομπανάκης και Μπλαζάκης), συνομίλησε με την ιστορία", έκφραση που η ίδια χρησιμοποιεί πολύ συχνά με αναφορά στα βιβλία της.

Και βέβαια, την εικόνα αυτή, που δεν ήταν στην πραγματικότητα όπως ήθελαν να την παρουσιάζουν για την Κρήτη, ότι δηλαδή το νησί δεν γνώρισε τον εμφύλιο, μπορούμε να τη δούμε ως συνέχεια της εικόνας που περιγράφεται στο προηγούμενο βιβλίο της Μάρως Δούκα "Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ" σχετικά με την παραμονή των Γερμανών στη Δυτική Κρήτη (μαζί και στη Μήλο) πολλούς μήνες από την αποχώρηση στην υπόλοιπη Ελλάδα και όπου βλέπουμε ίδιους πρωταγωνιστές να παίζουν τα παιχνίδια τους. (Και ακόμα μία σύμπτωση, έτυχε αυτές τις μέρες να δω σε κρητικό κανάλι μια εκπομπή για τους γενναίους Μπαντουβάδες, βέβαια για τον εμφύλιο τσιμουδιά...)

Και η Ρέα Γαλανάκη στον Αιώνα των λαβυρίνθων, το εμβληματικό μυθιστόρημα με πλαίσιο τα εκατό χρόνια ιστορίας της νεώτερης Κρήτης, αφιερώνει σελίδες για τον εμφύλιο στο νησί.

Είπε κάποτε η Καρυστιάνη σε μια συνέντευξή της ότι ο μηρυκασμός του παρελθόντος αποτελεί άλλοθι απραξίας. Συμφωνώ. Ισχύει και για τις δυο πλευρές αυτό. Πρέπει πάντως να έχουμε ολόκληρη την εικόνα, από όλες τις πλευρές και πάλι. Και να ξεχωρίζουμε τα ψέματα, έτσι δεν είναι;

Και πάνω που τελείωνα το κείμενό μου για τούτη την ανάρτηση, βλέπω το άρθρο του Μάριου Διονέλλη στη σημερινή Εφημερίδα των Συντακτών "Οταν ο Κυριάκος «εξαφάνισε» τον εμφύλιο στην Κρήτη". Έλα να πούμε την αλήθεια, σαν να καλεί ο δημοσιογράφος, ανιστορώντας μας για τους "Μπαντουβάδες" και τους "Γυπαραίους" κι όλα τα καλά παιδιά από την "αντίσταση" της Κρήτης. Πώς να μη μηρυκάσω τότες κι εγώ φέρνοντας στο νου τις δυο δασκάλες που εκτέλεσαν άγρια  το '47 και το '49, μια στην Ανατολική και την άλλη στη Δυτική Κρήτη. Η μια ήταν η "καλή και πλούσια σε γνώση Κρητικιά λαογράφος" Μαρία Λιουδάκη και η άλλη ήταν η δασκάλα από τ' Ανώγεια, πρωταγωνίστρια σε μια από τις ιστορίες της Μάρως Δούκα, η Βαγγελιώ Κλάδου.

Ξέρετε τι λέω εγώ; Ο εμφύλιος χώρισε τους Έλληνες στα δυο, στους καλούς και στους κακούς (όπως έγραφε και ο Νίκος Κούνδουρος, τοποθετώντας τον εαυτό του στους "κακούς"). Αλήθεια, τελικά το ζήτημα ήταν ποιοι ήταν οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί" ή που οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δυο; Μήπως πολύς ο μηρυκασμός; Μπερδεύτηκα (που λέει κι ο εγγονός μου, που ποιος ξέρει όταν μεγαλώσει τι θα ξέρει για εκείνη την εποχή)...

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η Λαλάντ της Κλαρίσε Λισπέκτορ: Κοντά στην άγρια καρδιά



"....Ήτανε μόνος, ξεχασμένος απ' όλους, ευτυχισμένος κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής. Ήτανε μόνος και νέος, γιομάτος θέληση και αγριάδα, μονάχος μες στην ερημιά του ελεύθερου αέρα, των αρμυρών νερών, ολομόναχος ανάμεσα σε κοχύλια και σε φύκια που φέρνει η θάλασσα μπρος στο μουντό φως του ήλιου και σε χαρούμενες μορφές παιδιών και νέων κοριτσιών, τριγυρισμένος από παρθενικές και παιδικές φωνές που αντηχούσαν στον αέρα..."

Έτσι γράφει ο Τζέιμς Τζόυς στο έργο του "Το πορτραίτο του καλλιτέχνη"

(στα αγγλικά αντίστοιχα: He was alone. He was unheeded, happy, and near to the wild heart of life)

Από αυτή την αναφορά έδωσε τίτλο στο πρώτο της βιβλίο η Κλαρίσε Λισπέκτορ, η Εβραία ουκρανικής καταγωγής Βραζιλιάνα συγγραφέας, η μεγάλη μάγισσα της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, όπως την αποκαλούν.  Το 2016 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το τελευταίο της βιβλίο "Η ώρα του αστεριού" για το οποίο μέγραψα πρόσφατα. Το βιβλίο "Κοντά στην άγρια καρδιά" κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2008 από τις εκδόσεις Τυπωθήτω σε μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη.

Ίδια εσωτερική γραφή με το τελευταίο της βιβλίο. Πρωταγωνίστρια εδώ η Ζουάνα, παιδί ακόμη έχασε τη μητέρα της, ο πατέρας της την έδωσε σε κάποιους θείους να τη μεγαλώσουν, ήταν περίεργο παιδί, αυτοί όμως τη θεωρούσαν και επικίνδυνο παιδί, γι' αυτό την έστειλαν εσώκλειστη σε σχολείο. Αργότερα γνώρισε και παντρεύτηκε τον Οτάβιου.

Η Ζουάνα ήταν "λεπτή σαν πευκάκι, πολύ θαρραλέα επίσης". Μα ήταν και "τόσο δυστυχισμένη που, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της δυνατό, δεν ήξερε τι να κάνει τη δύναμή της κι έβλεπε να χάνεται το κάθε λεπτό αφού δεν το είχε προσανατολίσει προς κάποιο σκοπό". Ήταν μια γυναίκα που κανείς δεν σκέφτηκε να της δώσει αγάπη, μια γυναίκα που έζησε τη ζωή της "διψασμένη σαν μια παρθένα". "Είναι χαραγμένο μέσα μου, μονολογούσε, πως η μοναξιά προέρχεται από το ότι κάθε κορμί διαθέτει αθεράπευτο το δικό του τέλος..."

Ξεχωρίζει το καλό απ' το κακό με το σεξπηρικό να ζεις ή να μη ζεις.

"Καλό είναι να ζεις..." ψέλλισε η Ζουάνα... "Κακό είναι να μη ζεις..."
"Να πεθαίνεις;" ρώτησε εκείνος.
"Όχι, όχι", βόγκηξε η Ζουάνα... "Κακό είναι να μη ζεις, μόνο αυτό. Να πεθαίνεις είναι άλλο ..."

Η Ζουάνα έπαιζε ολόκληρα απογεύματα με μία λέξη και μάλιστα επινοούσε λέξεις. Μια από αυτές ήταν η λέξη Λαλάντ. Και τη ρωτά ο Οτάβιου:

"Έλα, ξαναπες τι είναι Λαλάντ", παρακάλεσε τη Ζουάνα.
"Είναι σαν δάκρυα αγγέλου. Ξέρεις τι είναι τα δάκρυα του αγγέλου; Είναι ένα είδος μικρούλη νάρκισσου, και το ελαφρότερο αεράκι τον κουνάει δώθε-κείθε. Η Λαλάντ είναι η θάλασσα το χάραμα, όταν κανένα βλέμμα δεν έχει κοιτάξει ακόμα την παραλία, όταν ο ήλιος δεν έχει γεννηθεί. Κάθε που λέω: Λαλάντ, πρέπει να νιώθεις τη δροσερή κι αλμυρή δόνηση της θάλασσας, πρέπει να περπατήσεις καταμήκος της σκοτεινής ακόμη παραλίας, αργά-αργά, γυμνός. Αυτομάτως θα αισθανθείς τη Λαλάντ... Μπορείς να με πιστέψεις, είμαι από τους ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τη θάλασσα".

Κι επειδή έγινε πολύς λόγος για την ταινία La la Land, είχα την απορία τι σημαίνει, αν σημαίνει κάτι. Σκεφτόμουν ότι θα ήταν η χώρα του λα λα, δηλαδή η χώρα των φευγάτων. (Την είδα την ταινία, η πρωταγωνίστρια μπορεί να πει κανείς ότι ήταν κι αυτή στον κόσμο της, ήταν βέβαια μιούζικαλ, άρα το ... το λαλαλαλα υπήρχε έτσι κι αλλιώς...)

Και πραγματικά, στο λεξικό Merriam-Webster διαβάζω τον ορισμό για το la-la land:

the mental state of someone who is not aware of what is really happening (δηλαδή, η διανοητική κατάσταση κάποιου που δεν ξέρει τι πραγματικά συμβαίνει)

ενώ προσθέτει στη συνέχεια για το La-La Land

used as a nickname for Los Angeles, California (χρησιμοποιείται ως παρανόμι για το Λος Άντζελες).

Ενώ στο λεξικό του Cambridge, στο λήμμα la-la-land διαβάζω:

to think that things that are completely impossible might happen, rather than understanding how things really are

με συνώνυμα όπως fantasy, untruth, false hopes, cloud cuckoo land, σαν να λέμε δηλαδή όταν πετάς στα σύννεφα...

Έτσι, τελικά, ήταν η Κλαρίς Λισπέκτορ μια μάγισσα που πετούσε στα ουράνια, ήταν μια επεναστάτρια και μεγάλη συγγραφέας πλάι στον Τζόυς και τον Μπόρχες; Ή ήταν μια παθολογικά αναίσθητη γυναίκα που σαν συγγραφέας δεν πρόσφερε  στους διψασμένους αναγνώστες την πλοκή, την ειρωνεία και το χιούμορ που επιζητούν, όπως έγραψε στην Telegraph τον Φεβρουάριο του 2014 ο Νίκολας Σαίξπηρ* στο άρθρο του με τίτλο Clarice Lispector: 'Morbidly insensitive'; Έτσι κι αλλιώς πάντως, αξίζει η γνωριμία μαζί της.

Αξίζει επίσης σε αυτό το βιβλίο και το πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Αμαλίας Ρούβαλη, της μεταφράστριας, στο οποίο δίνει χρήσιμες πληροφορίες τόσο για τη συγγραφέα όσο και γενικότερα για τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία που ίσως γνωρίζουμε λιγότερο από τη λογοτεχνία των άλλων λατινοαμερικάνικων χωρών. **
...........................................

Σημειώσεις

* Σημειώνεται με την ευκαιρία ότι ο Νίκολας Σαίξπηρ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας του μυθιστορήματος "Ο χορευτής του επάνω πατώματος" (το οποίο αναφέρεται, χωρίς να το κατονομάζει, στο Φωτεινό Μονοπάτι, την αντάρτικη οργάνωση που έδρασε στο Περού στη δεκαετία του '80 και που έχει γίνει ταινία με σκηνοθέτη τον Μάλκοβιτς και πρωταγωνιστή τον Μπαρδέμ, αξίζουν και τα δύο).

** Και με αυτή την έννοια, με χαρά διάβασα το άρθρο του (επίσης μεταφραστή και πολύ καλού γνώστη θεμάτων λογοτεχνίας) Κώστα Αθανασίου στην Εποχή (27/3/2017) με τίτλο "Κλασική λογοτεχνία από τη Βραζιλία" όπου παρουσιάζει δύο βιβλία του σπουδαίου και πρωτοπόρου βραζιλιάνου συγγραφέα Ζοακίμ Μαρία Μασάντο ντε Ασίς του 19ου αιώνα παρακαλώ (και για τον οποίο είχα πρωτοδιαβάσει στο κείμενο της Ρούβαλη). Και τα δύο από τον Δαρδανό, το ένα σε μετάφραση της ... πεσοϊκής (και όχι μόνο) Μαρίας Παπαδήμα και το άλλο του Νίκου Πρατσίνη. Νομίζω αξίζει να τα αναζητήσουμε. Και το ντόμινο ανάγνωσης τέλος δεν έχει...

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ακολουθία Fibonacci, της Ευγενίας Λουπάκη



Περί ηρώων και τάφων

Έζησα τόσα χρόνια μ' αυτό που υπήρξατε
Σμιλεύοντας μ' επιμέλεια τις μορφές σας
Στη ζωφόρο της προσωπικής μου μυθολογίας
Αλλά εσείς κουραστήκατε ακίνητοι
Βαρεθήκατε ανίκητοι
Κατεβήκατε
Πήρε ο καθένας σας ένα κομμάτι μάρμαρο στην πλάτη
Κι αποχώρησε
Προς ιδιωτικό προορισμό, όπως είχε κάθε δικαίωμα
Κι όμως το 'κρυψα κι απ' τους ξένους κι απ' τους φίλους
Το 'κρυψα κι από σας ότι ξέρω πως φύγατε
Ότι ξέρω ακόμα και το γιατί
Τώρα ορκίζομαι στα γύψινα εκμαγεία σας
Κάνω πως δε συνέβη, πως είστε ακόμα εκεί
Ωραίοι, νέοι, στιλπνοί, αναλλοίωτοι
Κάνω πως δε θυμάμαι τις προειδοποιήσεις σας
Τρυφερές στην αρχή, στο τέλος οργισμένες
Γιατί κανένας δεν αντέχει να τον κοιτάνε μάτια
Πάντα δεκαοχτάχρονα
Κάνω πως δε βλέπω τη μακριά. σκυφτή πομπή σας
Και τρέφομαι απ' του μαρμάρου μόνο τις αντανακλάσεις.


Το κόμμα

Ο λόγος για τον οποίο τόσο πολλοί άνθρωποι
Στριμώχνονται γύρω από ένα στόχο
Είναι ότι έτσι δε νοιάζονται ο ένα ςγια τον άλλο
Παρά μόνο για το στόχο.

Τα παραπάνω δύο ποιήματα είναι από την ποιητική συλλογή της Ευγενίας Λουπάκη "Ακολουθία Fibonacci" (Απόπειρα, 2010). Δεν αναφέρει πουθενά γιατί αυτός ο τίτλος και η αλήθεια είναι δεν αναζήτησα το λόγο. Στα Μαθηματικά, ακολουθία Fibonacci είναι η ακολουθία των αριθμών, ξεκινώντας από τους 0 και 1, που καθένας τους ισούται με το άθροισμα των δύο προηγούμενων. Έτσι, οι αριθμοί Fibonacci κατά σειράν είναι 0, 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21 κτλ. Είναι αριθμοί που συνδέονται με τη χρυσή τομή, με τη συμμετρία και την ομορφιά στη φύση, αλλά και με τη γέννηση, το ζευγάρωμα, την αναπαταγωγή. 

Όμορφα, στοχαστικά ποιήματα, ήρεμα, με υπαινιγμούς που νιώθεις ν' αφορούν άλλοτε προσωπικά βιώματα κι άλλοτε κοινωνικά ή πολιτικά πράγματα που την αγγίζουν. Συχνά, μια θλίψη βγαίνει από τους στίχους, και μια προσμονή για κάτι που όμως τελικά δεν έρχεται. Σαν ανεπίδοτη επιστολή μοιάζει, με Πρόλογο, με Τέλος και με Υστερόγραφο. 

Και με μότο τους στίχους του Έλιοτ από την Έρημη Χώρα σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη:

Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού
Που η εποχή της φρόνησης ποτές δε θ' αναιρέσει
Μ' αυτή, μόνο μ' αυτήν έχουμε υπάρξει.


Πρόλογος

Συντρίβεται η φωνή μου μες στο ποίημα
Οι λέξεις μού ζητάνε αποδείξεις.


Τέλος

Και καταλήγουν όλα να ξεφτίζουν
Σε κάποιο χλωμό συνώνυμό του


ΥΓ.

Εκεί που ήταν φωτιά, πάλι φωτιά...

Και γυρίζει ο νους μου σαράντα χρόνια πριν, εκεί στη Σολωμού, μαζί και η Χαρά, ο Κώστας, ο Μανόλης, η Κική, η Αντωνία, ο Άρης, η Δώρα, και άλλοι, κάποιοι δεν ζουν πια! Και ξαναδιαβάζω τους τελευταίους στίχους από το ποίημα "Broken bicycles":

...(Αχ, πώς πανηγυρίζει η ποίηση
Πάνω στις τσακισμένες αυταπάτες μας!).

------------------------------------
Σημείωση: Πρέπει να σημειώσω την όμορφη εικόνα του εξωφύλλου με το (συμβολικό;) έργο του Ματίς "Γαλάζιο γυμνό με πράσινες κάλτσες".

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Η ώρα του αστεριού, της Κλαρίσε Λισπέκτορ: η ώρα των φτωχών κοριτσιών του Νορντέστε




Μια παράξενη ιστορία, παράξενη γραφή, πρωτότυπη γραφή. Μια ιστορία για το πώς γράφεται μια ιστορία. Αρχίζει σιγά σιγά, σαν ένα σχεδίασμα πάνω στην επινόηση της ιστορίας και της ηρωίδας της Νορντεστίνας. 

"...Και να που φόβος με κυρίευσε με το που έβαλα τη Νορντεστίνα σε λέξεις. Και το ερώτημα είναι: πώς γράφω; Βεβαιώνω πως γράφω εξ ακοής, όπως έμαθα αγγλικά και γαλλικά εξ ακοής. Πρόγονοί μου στη γραφή; Είμαι ένας άνθρωπος με περισσότερα χρήματα από εκείνους που πεινάνε, πράγμα που με κάνει κατά κάποιον τρόπο ανειλικρινή.

... Οχι, δεν είναι εύκολο να γράφεις. Είναι σκληρό σαν να σπας βράχους. Αλλά πετάγονται σπίθες και σχίζες σαν ατσάλι που λαμποκοπά. 

Αχ, πώς φοβάμαι να ξεκινήσω και να μην ξέρω ακόμη ούτε καν το όνομα της κοπέλας..."

Νορντεστίνα, η κοπέλα από το Νορντέστε, βορειοανατολικά της Βραζιλίας, την περιοχή που πρώτοι εξερεύνησαν οι Πορτογάλοι, την περιοχή με πλούσιο λαϊκό πολιτισμό και πλούσιο φυσικό περιβάλλον, αλλά και την περιοχή που παραμένει η φτωχότερη στη Βραζιλία.

"Σαν τη Νορντεστίνα υπάρχουν χιλιάδες κοπέλες σκορπισμένες σε τρώγλες, νοικιάζοντας ένα κρεβάτι σε κοινή κάμαρη, να εργάζονται πίσω από θυρίδες μέχρι εξόντωσης..."

Η ώρα του αστεριού (Αντίποδες, 2016). Το τελευταίο βιβλίο της Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1997), της Εβραίας Ουκρανικής καταγωγής Βραζιλιάνας συγγραφέα που έχει ονομαστεί και συγγραφέας-μάγισσα για τις παράξενες (;) ιστορίες της. Το τελευταίο βιβλίο της είναι λένε και το πιο πολιτικό (λες και το πολιτικό στη λογοτεχνία μπορεί να έχει όρια και και διακριτικά). 

Επινοεί έναν άντρα για συγγραφέα που αναζητά την ιστορία και την κοπέλα που θα πρωταγωνιστήσει. Και γράφει για τη Μακαμπέα, το φτωχό κορίτσι από την πάμφτωχη περιοχή Αλαγκόα του Νορντέστε, που κοιμάται σε ένα δωματιάκι με πολλά άλλα κορίτσια, που τρώει μόνο χοτ-ντογκ, που η μόνη της πολυτέλεια ήταν μια γουλιά κρύου καφέ πριν κοιμηθεί, που πάει στη χαρτορίχτρα για να της πει τη μοίρα της και που τελικά...

Αλλά, ας μην πω όλη την ιστορία, αξίζει να τη διαβάσει κανείς. Μια ιστορία για τη φτώχεια των κοριτσιών της περιοχής αυτής της Βραζιλίας και η μοίρα η προδιαγεγραμμένη (;). Όπου φτωχός κι η μοίρα του, σκέφτηκα μόλις έφτασα στο τέλος της ιστορίας. Και τι μένει τελικά; Μια πίκρα για τη μοίρα των κοριτσιών αυτών. 

Μήπως μια πίκρα για τη μοίρα των γυναικών συνολικά; Μήπως αυτό το μήνυμα ήθελε να δώσει η συγγραφέας; Δεν ξέρω, ίσως... Αυτοβιογραφικό μήπως; Ίσως... Γράφει στη σελίδα 38:

"Όμως εγώ έχω πλήρη επίγνωση της ύπαρξής της: μέσω της νέας αυτής ουρλιάζω τον δικό μου τρόμο στη ζωή. Στη ζωή που αγαπάω τόσο."

Και να πώς τελειώνει:

"Θεέ μου, τώρα μονάχα θυμήθηκα πως πεθαίνουμε Μα - μα κι εγώ ακόμη;!

Να μην ξεχνάμε πως προς το παρόν είναι η εποχή για φράουλες.  

Ναι."

Το είπα, η ιστορία ειναι παράξενη. Υπαρξιακή; Πολιτική; Κοινωνική; Αλλιώτικη; Ανθρώπινη; 
Όλα μαζί. Αλλά, αξίζει να διαβαστεί. Και ... τι σύμπτωση, είναι κι εδώ τώρα η εποχή για φράουλες...

Θέλω να πω δυο λόγια και για το ίδιο το βιβλίο. Καταρχάς, τα κείμενα που συνοδεύουν την ιστορία, τόσο το επίμετρο της Ελέν Σιξού με τίτλο "Ο συγγραφέας και η αλήθεια" όσο και τα δύο κείμενα του μεταφραστή Μάριου Χατζηπροκοπίου με τίτλο "Εργοβιογραφικό" και "Σημείωμα", είναι πολύ ενδιαφέροντα και πολύ χρήσιμα, δίνοντας πληροφορίες για το έργο και για την προσωπικότητα της συγγραφέα που είναι λίγο γνωστή μέχρι σήμερα στη χώρα μας. (Πρέπει βέβαια να πω ότι στις εκδόσεις Τυπωθήτω είχε ήδη από το 2008 εκδοθεί το πρώτο βιβλίο της Λισπέκτορ "Κοντά στην άγρια καρδιά" με μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη, το έχω διαβάσει και είναι επίσης εξαιρετική δουλειά). 

Και τέλος, να σημειώσω ότι, συνολικά, είναι μια όμορφη, καλαίσθητη έκδοση, από ένα νέο εκδοτικό, που δείχνει να σέβεται και να θέλει να υπηρετήσει την παράδοση των καλών εκδοτικών της χώρας μας, με σεβασμό στην ποιότητα, όχι μόνο του περιεχομένου, αλλά και της συνολικής εμφάνισης του βιβλίου, με σεβασμό στο βιβλίο ως έννοιας  και ως ιδέας και, τελικά, με σεβασμό στον αναγνώστη. 

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ποίηση είναι η μεταφρασμένη σιωπή, Κώστας Καναβούρης

Ποίηση είναι η μεταφρασμένη σιωπή
Κι η σιωπή μεταφρασμένη ποίηση.
Αλλά όπως ξέρετε
Η ποίηση χάνει πολύ στις μεταφράσεις·
το ίδιο και η σιωπή.

Μας λείπει αυτή την ώρα η πρωινή συντροφιά του Κώστα Καναβούρη από το Δεύτερο πρόγραμμα, μας λείπει η απογευματινή συντροφιά από το Τρίτο Πρόγραμμα. Αναζητήσαμε και πάλι αυτή την Κυριακή τον τολμηρό του λόγο στην Κυριακάτικη Αυγή, μα έλιπε. 

Προσωρινή η απουσία του. Δυσκολίες...

Βρήκα στα αποκόμματα που τακτοποιούσα τις προάλλες το κείμενό του με τίτλο "Χώρα χωρίς πατρίδα" από τη στήλη "Υπάρχει λόγος" στην Αυγή, 29 Σεπτεμβρίου 2013, λίγες μέρες από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα:

"...Μακάρι το γλωσσικό μητρώο της δημοκρατίας και της ελευθερίας να μην συμπλήρωνε ακόμα τα κενά του με νεκρούς. Και με φονιάδες. Όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Η πραγματική πραγματικότητα. Και η πραγματική πραγματικότητα είναι πως η δημοκρατία ψυχορραγεί παρ' όλα τα χαρμόσυνα αγγέλματα και σαλπίσματα των ποδηγετών της, διότι περί ηγετών ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή λοιπόν η ποδηγετημένη πραγματικότητα λέει πως σε μια τέτοια επαίσχυντη δημοκρατία, που δεν είναι διαρκές αίτημα απόκρισης και διαρκές αίτιο ερωτημάτων ελευθερίας, αλλά τυπικό καθεστώς αφαίμαξης των εννοιών, άλλου είδους ηγεσίες χρειάζονται. Και επομένως άλλου είδους ηγηλασία, αλλά αυτό είναι άλλου είδους παραμυθία (η ιστορία έπεται).

Στο εδώ του πράγματος χρειάζονται άλλα. Χρειάζεται άλλου τρόπου ταχύτητα γιατί το πράγμα μας πρόλαβε και πάλι: Ολίγον κατ' ολίγον χάναμε την όποια δημοκρατία μέσα από τα χέρια μας (θυμήσου το '60) κι εμείς φωνάζαμε «Ζήτω και γεια» όταν έκαιγαν τους ασφαλίτικους φακέλους της Ιστορίας μας, της καθημερινής μας Ιστορίας που πυροβολήθηκε και κυνηγήθηκε μέσα σε όλους τους δημόσιους χώρους με προεξάρχοντα τον χώρο της αγοράς εργασίας.

Όταν λοιπόν έκαιγαν τους φακέλους μας μέσα στους κλιβάνους της «Χαλυβουργικής» για να αποκαθαρθεί μια στιλπνή δημοκρατία όπου η μνήμη γλιστρούσε και χανόταν όπως χάνεται η μνήμη των απεργών της Αλουμίνας, η μνήμη της Σωτηρίας Βασιλακοπούλου, η μνήμη τόσης και τέτοιας αιματοβαμμένης αγωνίας πάνω στη στιλπνή επιφάνεια μιας δημοκρατίας που καταργεί όχι απλώς τις διαχωριστικές γραμμές, αλλά κυρίως τη διεπιφάνεια της μνήμης, εμείς φωνάζαμε «ζήτω και γεια». Και αποφαλήσαμε τη μνήμη. Γίναμε νηφάλιοι. Έρμαια μιας καταχθόνιας Σικελικής Εκστρατείας.

Κάπου εκεί, σ' εκείνη τη χώρα, γεννήθηκε ο Ρουπακιάς. Σ' εκείνη τη χώρα που δεν έγινε ποτέ πατρίδα. Μονάχα κυβερνήσεις που σάπιζαν η μια πάνω στην άλλη, επιμηκύνοντας ταυτόχρονα όλα τα στιλέτα που κόβουμε ζωές. Επιμένω: από μόνος του ο Ρουπακιάς είναι λίγος. Από μόνη της η «Χρυσή Αυγή» είναι λίγη. Το πολύ είναι η αποκοπή ενός ταξικού καθεστώτος εξουσίας με το ίδιο στιλέτο από το συστηματικό συνυπάρχειν (που βεβαίως έχει εκτραπεί σε συστημικό και το οποίο λέγεται δημοκρατία. Χρόνια και χρόνια. Από παραλλαγή σε παραλλαγή. 

.... Όπου η «Χρυσή Αυγή» καθαρίζει τμήμα ελληνικού εδάφους για το οποίο έδωσαν τη ζωή τους (λυπημένη συνέχεια ο Παύλος Φύσσας) άνδρες και γυναίκες μιας χώρας που είχε πατρίδα. Όπου ένα φασιστόμουτρο όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης παριστάνει τον υπουργό Υγείας, ενώ δουλειά του είναι να αποκόψει την υγεία των πολιτών από τη δημοκρατία.Όπως ο Αρβανιτόπουλος αποκόπτει τη δημόσια παιδεία από τη δημοκρατία. Όπως ο Κεδίκογλου αποκόπτει την πληροφορία από την ελευθερία αξιολόγησης της δημοκρατίας. Όπως ο Βενιζέλος αποκόπτει τη λογική και το αίσθημα της δημοκρατίας με ευφραδή ακαταληψία. Α, και χωρίς αυτό το καθεστώς, θα ήταν πολύ μικρό το φονικό στιλέτο. Ο Παύλος θα ζούσε και η χώρα μας θα είχε πατρίδα."


Ευχόμαστε να μην κρατήσει για πολύ ακόμη αυτή η σιωπή, να νικήσει η αγάπη του...

--------------------------------------

Σημείωση: Οι παραπάνω στίχοι του Κώστα Καναβούρη είναι από τη συλλογή "Ο κόσμος ακόμα χρειάζεται σφαγές και άλλα ποιήματα" (Καστανιώτης, 2005).

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

"Χίτλερ, η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δυο χιλιάδων ετών ευρωπαϊκού πολιτισμού"

Η παραπάνω εικόνα είναι από τοιχογραφία του Ντιέγκο Ριβέρα η οποία δεν υπάρχει πλέον.
Πληροφορίες από το Gettyimages
Κάνοντας μια πρώτη διαλογή στα άπειρα αποκόμματα εφημερίδων που έχω, ανακάλυψα κάποια πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια σαν αυτό που παραθέτω σήμερα εδώ. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Ντιέγο Ριβέρα, του Μεξικανού ζωγράφου και συντρόφου της Φρίντα Κάλο, που αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά (και ... διδακτικά) στιγμιότυπα από την επισκεψή του στη Γερμανία το 1928. 

Για τη Γερμανία των χρόνων μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και για τη Δημοκρατία της "Βαϊμάρης" που δεν διέβλεψε και δεν κατάφερε τελικά να προλάβει και να προφυλάξει τον κόσμο από την επέλαση του ναζισμού, έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Είχα κάνει κι εγώ μια μικρή αναφορά με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου "Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933" του Βίνκλερ. Επειδή όμως το κείμενο του Ριβέρα μιλά από μόνο του, το αντιγράφω κι εδώ (δημοσιεύτηκε την Κυριακή 18 Μαρτίου 2012 στην Αυγή, ως προδημοσίευση από αφιέρωμα του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη στο φασισμό):

Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές, φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.

Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.

Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια από ιξό, το τελετουργικό φυτό των δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν. Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό» συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς, μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας» εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.

Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη, αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μου.Κανείς ανάμεσα στους γερμανούς αριστερούς φίλους μου δεν μπορούσε να μου δώσει κάποια ικανοποιητική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαδικασία. Αντ’ αυτού, προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν κοροϊδευτικά, αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «τρελούς». Ως σήμερα, προβληματίζομαι με τη συλλογική τους έλλειψη αντίληψης. Ενθυμούμενος αυτό το όργιο στεγνής μέθης και ντελίριου, στάθηκε αδύνατο να φανταστώ και τον ελάχιστα ευαίσθητο θεατή να αντιπαρέρχεται ό,τι είχα δει μόνο ως μια ακίνδυνη μασκαράτα.


Φωτογραφία της τοιχογραφίας του Ριβέρα από τον Walker Evans.
Πληροφορίες εδώ κι εδώ.
Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.

Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.

Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν απειλή δειλούς ή ανόητους.

Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια, έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν, αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.

Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ’ αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.

Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα, ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά βουτηγμένος στη θλίψη.

Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».

«Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».

Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.

«Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».

Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ’ αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».

Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».

Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου.

Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα)...

Τη συνέχεια την γνωρίζουμε...

Σημείωση: Ο Έρνστ Τέλμαν ήταν ο Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Εκτελέστηκε το 1944 στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ. Ο Βίλι Μίντσενμπεργκ ήταν Γερμανός κομμουνιστής, φίλος του Λένιν, με πολυσχιδή δράση μέχρι το 1940 που εξαφανίστηκε κάπου στη Γαλλία (κατά μία εκδοχή εκτελέστηκε από την NKVD).

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Οι βιβλιοθήκες στη μάχη για τον έλεγχο ψευδών ειδήσεων (fake news)



Το Λεξικό της Οξφόρδης όρισε ως λέξη της χρονιάς για το 2016 τη λέξη "μετα-αλήθεια" (post-truth), ορίζοντάς την ως κάτι το οποίο σχετίζεται ή υποδηλώνει περιστάσεις όπου τα αντικειμενικά γεγονότα ασκούν μικρότερη επιρροή για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από ό,τι το συναίσθημα και οι προσωπικές πεποιθήσεις.

an adjective defined as ‘relating to or denoting circumstances in which objective facts are less influential in shaping public opinion than appeals to emotion and personal belief’

Η μετα-αλήθεια συνδέεται με τις ψευδείς ειδήσεις που κυκλοφορούν κυρίως στο Διαδίκτυο μέσω των κοινωνικών δικτύων (fake news, hoax news), άλλως με την παραπληροφόρηση. Στα ελληνικά λέμε κακή πληροφόρηση, λανθασμένη πληροφόρηση, ψευδή πληροφόρηση, παραπληροφόρηση, χωρίς να είναι πάντα σαφή τα όρια της κάθε έννοιας και χωρίς να υποδηλώνεται σαφώς η ύπαρξη ή όχι προθέσεων στον τύπο της πληροφόρησης που παρέχεται. Αντίθετα, στην αγγλική υπάρχουν οι έννοιες disinformation και misinformation στις οποίες υπάρχει αυτή η διάκριση της κακής ή λανθασμένης πληροφόρησης με ή χωρίς πρόθεση αντίστοιχα.

Όσο για την έννοια "παραπληροφόρηση", βλέπουμε ότι χρησιμοποιείται αδιακρίτως. Για παράδειγμα, στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη διαβάζουμε ότι είναι "η (σκόπιμη) διάδοση, διοχέτευση ψευδών πληροφοριών με στόχο ή με αποτέλεσμα την παραπλάνηση, τη σύγχυση του αποδέκτη", αποδίδει δηλαδή πρόθεση στον παραπληροφορούντα ενώ δίνει ως αντίστοιχο αγγλικό τον όρο misinformation. Το ίδιο κάνει και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών. Έτσι, στα ελληνικά δεν έχουμε διαφορετικούς όρους (κατασημάνσεις όπως λέμε στην Ορολογία) για τις δύο έννοιες. Σε σχετική παλιότερη συζήτηση στο Translatum γίνεται διάκριση ανάμεσα στην παραπληροφόρηση που είναι η υποβολιμαία διασπορά ψευδών ειδήσεων (disinformation) και στην κακή πληροφόρηση που είναι η απλή λάθος πληροφόρηση (από άγνοια ή αμέλεια διασταύρωσης στοιχείων) (misinformation), χωρίς πάντως να δίνεται συνέχεια στον σχετικό προβληματισμό.

Είναι προφανές ότι και οι δύο τύποι παραπληροφόρησης έχουν σοβαρές συνέπειες. Μάλιστα και στη "χωρίς πρόθεση" misinformation, ακόμη κι αν έχει ως αφετηρία την άγνοια, η επαναλαμβανόμενη χρήση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα (χωρίς να υποβαθμίζεται έτσι κι αλλιώς η σημασία της ίδιας της άγνοιας ή της ημιμάθειας - που είναι, θάλεγα, σχεδόν το ίδιο πράγμα).

Γίνεται πολύς λόγος για την έννοια της μετα-αλήθειας, τόσο στα διεθνή όσο και στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, σε εφημερίδες, δικτυακούς τόπους, συζητήσεις κτλ. (για το οποίο θα γράψω λίγες σκέψεις σε επόμενη ανάρτηση). Εδώ θα σταθώ στην περίπτωση των βιβλιοθηκών και σε πρωτοβουλίες που παίρνουν βιβλιοθήκες και ενώσεις τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων κακής/ψευδούς/παραπλανητικής πληροφόρησης.

Οι βιβλιοθήκες εξ ορισμού και εκ του αντικειμένου τους, ως χώροι (φυσικοί και ψηφιακοί) συγκέντρωσης, επεξεργασίας, διαφύλαξης και διάχυσης των προϊόντων αλλά και της ίδιας της πληροφορίας, έχουν κυρίαρχο ρόλο και λόγο στην εξασφάλιση αξιοπιστίας, ορθότητας και αλήθειας στην πληροφόρηση.

Εξάλλου, όταν διδάσκουμε στους φοιτητές βιβλιοθηκονομίας τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά της πληροφορίας, ακριβώς αυτά τα στοιχεία προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε. Διαβάζω από παλιές σημειώσεις μου τι έλεγα στο εισαγωγικό μάθημα για την αξιολόγηση των πληροφοριακών συστημάτων:

Ιδιότητες της πληροφορίας:
  • μειώνει την αβεβαιότητα (αταξία – εντροπία)·
  • μπορεί να είναι αληθής ή ψευδής·
  • μπορεί να είναι νέα ή αυξητική·
  • μπορεί να διορθώνει ψευδή πληροφορία·
  • μπορεί να επιβεβαιώνει και/ή να συμπληρώνει υπάρχουσα πληροφορία·
  • έχει αξία όσον αφορά το περιεχόμενο και την επικαιρότητα.
Χαρακτηριστικά της πληροφορίας:
  • ποιότητα (σε σχέση με την ορθότητα, την αντικειμενικότητα, την επικαιρότητα)·
  • ποσότητα (έμφαση στη σχετικότητα/συνάφεια και όχι στον όγκο)·
  • επικαιρότητα (εξυπηρέτηση των αναγκών σχεδιασμού, ελέγχου, λήψης αποφάσεων)·
  • ταχύτητα (ρόλος στην λήψη αποφάσεων – οικονομική αποτίμηση – η βραδύτητα μπορεί να καταστήσει την πληροφορία άχρηστη)·
  • έλεγχος σφαλμάτων (αντιμετώπιση προβληματικών περιοχών)·
  • παρουσίαση (συσχέτιση με επικοινωνία)·
  • σχετικότητα/συνάφεια (δυσκολία στην αξιολόγηση).

Επομένως, οι βιβλιοθήκες και οι βιβλιοθηκονόμοι έχουν τις δυνατότητες και το ρόλο ώστε να αναπτύξουν δραστηριότητες ελέγχου και αξιολόγησης των πληροφοριών και των πληροφοριακών πόρων ως προς συγκεκριμένα κριτήρια, αυτόνομα ή σε συνεργασία με άλλες κατηγορίες ενδιαφερομένων, όπως είναι οι δημοσιογράφοι, οι εκπαιδευτικοί κ.ά. Ήδη αυτό γίνεται σε βιβλιοθήκες άλλων χωρών. Παραθέτω εδώ κάποια παραδείγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έχει σημειωθεί έκρηξη ψευδούς πληροφόρησης, ιδιαίτερα μετά την εκλογή Τραμπ, αλλά και όπου βιβλιοθηκονόμοι και άλλοι σκεπτόμενοι άνθρωποι - ευτυχώς - αναζητούν τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος.
Η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Johns Hopkins δίνει πληροφορίες και παραδείγματα
σχετικά με τις έννοιες propaganda, misinformation, disinformation  

Οδηγός και εργαλεία για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων
στη Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ

Στο περιοδικό της Αμερικανικής Ένωσης  Βιβλιοθηκών (ALA) διαβάζουμε άρθρο με τίτλο "Fighting Fake News: How libraries can lead the way on media literacy", στο οποίο υπογραμμίζεται ο ρόλος και η υποχρέωση των βιβλιοθηκονόμων κάθε είδους βιβλιοθήκης να ενημερώνουν σωστά τους χρήστες τους, να αποκαλύπτουν τις ψευδείς ειδήσεις (δίνοντας μάλιστα ως παράδειγμα την ψευδή είδηση ότι ο Πάπας είχε συγχαρεί τον Τραμπ για την εκλογή του!) και να συνεργάζονται με τους δημοσιογράφους (φυσικούς συμμάχους τους ονομάζει) ώστε να υποστηρίζεται η πληροφοριακή παιδεία για όλους. Καταλήγει μάλιστα, ότι όλος αυτός ο θόρυβος για τις ψευδείς ειδήσεις μπορεί να έχει και θετικό αποτέλεσμα για τους βιβλιοθηκονόμους, ότι δηλαδή η πληροφοριακή παιδεία, ως προς τα μέσα ενημέρωσης αλλά και κάθε άλλο τύπο περιεχομένου, θα αναγνωριστεί τελικά ως βασική δεξιότητα στην ψηφιακή εποχή.

Σημειώνεται ότι η ALA έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα των ψευδών ειδήσεων, ενώ εδώ και χρόνια συνιστά στα μέλη της τη χρήση του CRAAP Test για την αξιολόγηση των δικτυακών τόπων, για τον έλεγχο και τον εντοπισμό της παραπληροφόρησης. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στη μέθοδο αυτή είναι: επικαιρότητα (currency), συνάφεια (relevance), υπευθυνότητα (authority), ορθότητα (accuracy) και σκοπός (purpose). Τον τελευταίο καιρό δε, μετά την εκλογή Τραμπ, επανεξετάζονται τα κριτήρια δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε κάποια στοιχεία (όπως π.χ. το κριτήριο της υπευθυνότητας, όπου για την αξιολόγηση του συγγραφέα, συντάκτη, εκδότη κτλ. δεν αρκεί ο τίτλος ή η ιδιότητα) με γνώμονα την προστασία των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων όλων των ομάδων του πληθυσμού (όπως έμφυλων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων μεταναστών κ.α.).

CRAAP Test (Πηγή εικόνας)
Αν και ανέφερα τους λόγους για τους οποίους έδωσα περισσότερο χώρο στην εικόνα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα πρέπει να αναφέρω ότι ήδη υπάρχει κινητικότητα και σε διεθνές επίπεδο.  Η Διεθνής Ομοσπονδία Ενώσεων Βιβλιοθηκών IFLA, συμμετέχοντας στη συζήτηση για την αντιμετώπιση αυτής της "λαίλαπας", κυκλοφόρησε μια αφίσα με γενικές οδηγίες για τον εντοπισμό και τον έλεγχο των ψευδών ειδήσεων. Οι οδηγίες αυτές βασίζονται σε σχετικό κείμενο που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Νοέμβριο στον ιστότοπο του Οργανισμού FactCheck.org.


Ανοιχτό πεδίο και για τις ελληνικές βιβλιοθήκες ν' αναζητούν την αλήθεια, όπως σημείωνε ήδη στο πρωτοχρονιάτικο άρθρο του στην Αυγή ο "Καλλίμαχος". Αλλά και ν' αναζητούν, να διαμορφώνουν και να καθιερώνουν ρόλους, όπως ας πούμε το παράδειγμα της εγγραμματοσύνης - πληροφοριακής παιδείας - που αναφέρθηκε παραπάνω. Μόνο που χρειάζεται ξανακοίταγμα τι σημαίνει αυτό στις σημερινές συνθήκες. Όχι εύκολο έργο. Έτσι πάντως όμως οι βιβλιοθήκες θα εξακολουθήσουν να υπηρετούν πρωτίστως την πληροφόρηση και τη γνώση μάλλον παρά (συχνά μόνο ή με προτεραιότητα) τη ... διάθεση χώρου και προσωπικού για δραστηριότητες κατασκευών (ως "makerspaces", χωρίς πάντως απαραίτητα και να αποκλείονται αυτές).

-------------------------------------------
Σημείωση: Το αφισάκι με τις οδηγίες της IFLA στα ελληνικά είναι δικής μου απόδοσης, με χαρά όμως είδα ότι αναμένεται σύντομα και η επίσημη κυκλοφορία στη γλώσσα μας.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Λέει η Πηνελόπη, της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ


Λέει η Πηνελόπη

                                  της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ


Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
–απουσία από τη ζωή –
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.

Σβήνω, σχίζω, πνίγω
τις ζωντανές κραυγές
«πού είσαι έλα σε περιμένω
ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
και ξαναρχίζω το πρωί
με νέα πουλιά και λευκά σεντόνια
να στεγνώνουν στον ήλιο.
Δε θα ’σαι ποτέ εδώ
με το λάστιχο να ποτίζεις τα λουλούδια
να στάζουν τα παλιά ταβάνια
φορτωμένα βροχή
και να ’χει διαλυθεί η δική μου
μες στη δική σου προσωπικότητα
ήσυχα, φθινοπωρινά...
Η εκλεκτή καρδιά σου
– εκλεκτή γιατί τη διάλεξα –
θα ’ναι πάντα αλλού
κι εγώ με λέξεις θα κόβω
τις κλωστές που με δένουν
με τον συγκεκριμένο άντρα
που νοσταλγώ
όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
στου καθενός το νου.
Σε λησμονώ με πάθος
κάθε μέρα
για να πλυθείς από τις αμαρτίες
της γλύκας και της μυρουδιάς
κι ολοκάθαρος πια
να μπεις στην αθανασία.
Είναι σκληρή δουλειά κι άχαρη.
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόσην ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.

(Από τη Συλλογή "Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης", 1977)

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Αμαρτωλό, της Γαλάτειας Καζαντζάκη





Αμαρτωλό 

                                                της Γαλάτειας Καζαντζάκη


Στη Σμύρνη, Μέλπω. Ηρώ, στη Σαλονίκη.
Στο Βόλο, Κατινίτσα, έναν καιρό.
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα.
Ο τόπος μου, ποιος ήταν; Ποιοί οι δικοί μου;
Αν ξέρω, ανάθεμά με.
Σπίτι, πατρίδα έχω τα μπορντέλα.
Ως κι οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου,
θολές, σβησμένες ζωγραφιές.
Κι είν’ αδειανό σεντούκι η θύμησή μου.
Το σήμερα χειρότερο απ’ το χτες.
Και τ’ αύριο απ’ το σήμερα θε να `ναι.
Φιλιά από στόματ’ άγνωστα, βρισιές
κι οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε.
Γλέντια, καυγάδες ως να φέξει.
Αρρώστιες, αμφιθέατρο, Συγγρού
κι ενέσεις εξακόσια έξι.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι.
Όλη η ζωή μου του χαμού.
Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.
Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.

------------------------------------------------------------------------
Σημείωση: Το παραπάνω ποίημα διάλεξε να διαβάσει η Μαρινέλλα Βλαχάκη φέτος στις 8 του Μάρτη στην εκδήλωση για την Ημέρα της Γυναίκας που διοργάνωσαν η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Νομού Χανίων και η Εταιρεία Indigo View στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων. Το ποίημα έχει μελοποιηθεί από τη Νένα Βενετσάνου και περιλαμβάνεται στο δίσκο της "Το κουτί της Πανδώρας". Λίγα για τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και σε άρθρο του Αλέκου Ανδρικάκη στο Candianews 3/5/2015).