Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Και τι δεν έχει το πιθάρι της πεζογράφου Μάρως Δούκα!



Τελικά, τι μπορεί να περιέχει το πιθάρι του συγγραφέα; Ή, έχει πιθάρι ο συγγραφέας;  Σε αυτό θέλει να απαντήσει η Μάρω Δούκα στο βιβλίο της "Ο πεζογράφος και το πιθάρι του" (εκδόσεις Πατάκη 2013, ενώ είχε αρχικά εκδοθεί το 1992 από τις εκδόσεις Καστανιώτη ).

Είναι κείμενα που έγραψε η συγγραφέας τη δεκαετία 1981-1991. Αυτοβιογραφικά, συχνά εξομολογητικά, με πλήθος από πρόσωπα να περνούν από μπροστά της, κι από μπροστά μας μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Χατζής, Ταχτσής, Τσίρκας, Νιάρχος, Αξιώτη, Μαρωνίτης, Ιωάννου, Ρίτσος, Χάκκας, Παπαδιαμάντης, Αλεξάνδρου, Χειμωνάς, Λαμπρόπουλος, Καλλιανέση και πάλι Καλλιανέση. Κρίσεις για πρόσωπα που γνώρισε, στιγμές μαζί τους, με λόγο τρυφερό, ανθρώπινο, συχνά και αυτοκριτικό. Κείμενα επίσης για την Αριστερά, που δεν θα μπορούσαν να λείψουν, ήταν και κείνα τα χρόνια τόσο καθοριστικά για την Αριστερά στην Ελλάδα και για την πολιτική και κοινωνική κατάσταση σε όλο τον κόσμο. Όπως δεν χάνει και την ευκαιρία να θυμηθεί παλιότερες σελίδες από την ιστορία με την αφορμή της ημερομηνίας ενός θανάτου, μιας συνάντησης.

Γράφει και είναι σα να μας συστήνεται. Ας ξεχωρίσω μερικά σημεία από τις προσωπικές της εξομολογήσεις. 

Γράφει τον Ιούλιο του 1981 για το Δημήτρη Χατζή, "το δικό μας και αγαπημένο διηγηματογράφο", που στη διάρκεια της δικτατορίας το "διάβασες Χατζή;" ήταν "σύνθημα και παρασύνθημα τις νύχτες που πετούσαμε προκηρύξεις" και του οποίου τα βιβλία (θα συμπληρώσω εγώ) "Το τέλος της μικρής μας πόλης", "Το διπλό βιβλίο" και "Μαργαρίτα Περδικάρη" ήταν από τα αγαπημένα μας αναγνώσματα στα φοιτητικά χρόνια της δεκαετίας του 70:

"...Ο λυρικός και ρομαντικός της κοινωνίας που μας έθρεψε, ο εκφραστής της Ελλάδας που χάθηκε, ο Ηπειρώτης της γενιάς που ανέβηκε στα Βουνά. Ο απτόητος εξόριστος, ο αδιάφθορος επαναπατρισμένος.... Ο δάσκαλος της γλωσσικής λιτότητας και της οικονομίας της μορφής, ο εγκρατής του πάθους, ο επίμονος της καλοσύνης..."

Όμορφα λόγια έχει να πει για τη Τζένη Μαστοράκη, τη σπουδαία ποιήτρια και μεταφράστρια, για την οποία μάλιστα έγραψε στο περιοδικό "το Δέντρο" το 1982 το διήγημα "Ουδέποτε φοβήθηκα τον Άλλαν Πόε". Ενώ, για τη μετάφρασή της στο έργο του Σάλιντζερ "Ο Φύλακας στη σίκαλη", τα ελληνικά της, γράφει, "είναι τα δραστικότερα ελληνικά που διάβασα ποτέ". (Εδώ, έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η Μαστοράκη έχει ξαναμεταφράσει το ίδιο έργο δίνοντάς του, παραδόξως για μένα, νέο ελληνικό τίτλο "Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης").


Για τον Γιώργο Ιωάννου "που τον αγαπούσε από μακριά", έχει συχνές αναφορές. Θυμάται τότε το 1980 που μαζί και με τον Ταχτσή και τον Κοντό πήγαν στα διακστήρια ως μάρτυρες υπεράσπισης του Ηλία Πετρόπουλου (υποθέτω θα ήταν για το βιβλίο του τελευταίου "Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη" για το οποίο δικάστηκε όντως).

Και για τον Κώστα Ταχτσή έχει κάτι να μας πει. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1988, πριν προλάβει να του πάει μια γλάστρα με φόινικα στο καινούριο του σπίτι στον Κολωνό. Και γράφει ταυτόχρονα για τον Άρη Αλεξάνδρου. "Ο ένας περιπατητής, ο άλλος αναχωρητής, μοναχικοί και οι δύο, με ένα μυθιστόρημα-άθλο ο καθένας, Τρίτο στεφάνι και Κιβώτιο".

Εμβληματικό έργο το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου:  "Η ιστορία θα μας προσπερνά, μα το Κιβώτιο θα έχει διά παντός ορίσει τον παραλογισμό της". Και γράφει παρακάτω για το ίδιο:

"Είναι ο κομματικός μηχανισμός που ενθαρρύνει και καλλιεργεί παρόμοιες κακώσεις και εκτροπές ή μήπως αυτή και μόνη η συμμετοχή, αυτή και μόνη η εκτίναξη προς τα έξω αποτελεί δοκιμασία των αξιών που οροθετούν την ανθρώπινη ύπαρξη;"

Για την Μέλπω Αξιώτη, της οποίας τα Άπαντα είχε επιμεληθεί στον Κέδρο (έργο για το οποίο κάνει αυτοκριτική γιατί ξέχασε λέει να συμπεριλάβει τα ποιήματά της, αλλά και την Κάδμω, το αριστούργημά της), γράφει: "Οι εμπειρίες, τα βιώματα, οι ιδέες της, οι αναμνήσεις έγιναν ένα σώμα". Εντυπωσιάζεται από τις πρώτες λέξεις στο μυθιστόρημα της Αξιώτη "Δύσκολες νύχτες": "Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι. Ασημένιο". Μην ψάξετε σε λεξικά, δεν θα βρείτε το σουβριάλι πουθενά. Είναι απ' αυτά που, όπως λέει η Μάρω Δούκα "θα μπορούσαν ν' αποτελέσουν το στίχο για τα μυθικά ζητούμενα της παιδικής μας ηλικίας που συντηρούν αμείωτη και πεισματική της ανάγκης μας του ονείρου και του θάμβους". 

Εξαιρετικό και το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη για την Μυκονιάτισσα Μέλπω Αξιώτη στο ιστολόγιό του, "η σκοτεινή τρυγόνα, ο «κάβουρας», είναι η ψηλή ξερακιανή κυρία με τα φλογισμένα μάτια και τη μυτόγκα που ξεκρεμνούσε, το ολιγομίλητο ξωτικό με πανωφόρι κατακαλόκαιρα, είναι το ασημένιο σουβριάλι το ιδρυτικό"
"...Σήμερα θέλω λοιπόν ένα σουβριάλι. Να μην ξέρω αν είναι μεγάλο, αν είναι γυαλιστερό, να πάω στο σπίτι να το περιμένω όλη τη μέρα, έτσι —όχι, καλύτερο θα ήταν έτσι... να ιδρώνουν τα χέρια μου από την αγωνία, να περιμένω καρφωμένη ακούνητη δίπλα στο τζάμι του παραθύρου που βλέπει πέρα, απέναντι, μακριά, για να μη μου ξεφύγει ο άνθρωπος που θα 'ρχεται και θα το φέρνει, κι όλοι θα παραμερίζουνε να περνά, να το φέρνει, και ν' ανεβαίνει τη σκάλα, ν' ανοίγει την πόρτα της καμάρας που κάθομαι και περιμένω και να μου το δίνει στα χέρια, ποτέ να μην είναι ακριβώς εκείνο που επερίμενα και τότε μόνο να το πιάνω μόνο για μια στιγμή κι αμέσως να το εγκαταλείπω χάμω, για να μην το ξαναγγίξω πια ποτέ..." (απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Δύσκολες νύχτες")

Καυστική στο άρθρο της "Αλλιώς, αλλιώς, αηδόνα μου" στο αφιέρωμα του περιοδικού "η λέξη" με θέμα "Διανοούμενοι και δικτατορία". Στηλιτεύει, βγάζει την πίκρα της και την αγανάκτησή της για τα μπουζούκια και τ' αλάτια και πιπέρια  αλλά και την αγωνία της για το σήμερα (το εκείνο "σήμερα" του 1987, που όμως μας γεννά πολλές σκέψεις για το σημερινό "σήμερα" του 2015), "αυτό που διαφθείρει τις αξίες και απορροφά τις ιδεολογίες για να τις αποβάλει αναφομοίωτες"! Και αναρωτιέται "πόσο οι αγωνιστικές αναφορές μας σ' εκείνα τα χρόνια συμβάλλουν σε μια ουσιαστική αυτογνωσία και σε μια ακριβοδίκαιη αξιολόγηση". Και σαν καμπανάκι χωρίς ακροατές μου φαίνονται σήμερα οι προβληματισμοί της για την πλειοψηφία που κινούμενη "μέσα στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής λογικής αδιαφορεί για οτιδήποτε δεν έχει άμεση σχέση με τη βολή, την αγρανάπαυση και τα ερμάριά της". (Ίσως τέτοια κείμενα, διαβάζοντάς τα τώρα, μετά από 20-30 χρόνια από τότε που γράφτηκαν, να μπορούν να συμβάλουν σε κάποια αυτογνωσία, έστω και καθυστερημένα ...)


Μπορεί κανείς να ξεφυλλίσει ολόκληρο το τεύχος από τη σελίδα του ΕΚΕΒΙ με τα ψηφιοποιημένα περιοδικά

Σπαραχτικά και γεμάτα αγάπη τα κείμενα για τη Νανά Καλλιανέση, την εκδότρια του Κέδρου. Ήταν Μακρονησιώτισσα, μαζί με την Παϊζη και την Καραγιώργη. "Αριστερός είναι να είσαι άνθρωπος, τίποτε άλλο", έλεγε. Και διηγείται τη ζωή της με το Νίκο Καλλιανέση, "τον πιο τίμιο πλωτάρχη του ελληνικού ναυτικού".

Το άρθρο στην ΚΟΜΕΠ "Για τον Κρόνο και τα παιδιά του" (1990) έχει δυστυχώς τόσες αλήθειες για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό και για το πώς το Κόμμα αντιμετώπιζε την τέχνη. Αναφέρεται και με πικρία στον Κώστα Χιωτάκη, όταν "αυτός ο γλυκύτατος άνθρωπος, ο γιατρός Χιωτάκης από τα Χανιά, ο αριστερός, ο αγωνσιτής, που γιατροπόρευε τους φτωχούς στην πόλη που μεγάλωσα" έγραψε για το πρώτο της μυθιστόρημα "να απαλλάξουμε την ελληνική λογοτεχνία από τη σκουριά" (νομίζω κι ο ίδιος θα είχε μετανιώσει αργότερα γι' αυτό, για τον Χιωτάκη έχω γράψει εδώ).

Εξίσου εμβληματικό (και με ... πολλά στοιχεία επικαιρότητας) είναι το κείμενο που είχε δημοσιεύσει στο Ριζοσπάστη στις 30 Οκτωβρίου 1989 όταν υπέγραψε υπέρ του Συνασπισμού, γιατί φάνηκε η θέληση της Αριστεράς "να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στις συμπληγάδες, δικό της δρόμο, ούτε παγόνι, ούτε στρουθοκάμηλος, ούτε αποδημητικό προς τα εκεί που θα τη βόλευε, αλλά εδώ, κοιτάζοντας μπροστά."

Αλλά το κείμενο με το οποίο συστήνεται πραγματικά η Μάρω Δούκα είναι το ομώνυμο της συλλογής: "Ο συγγραφέας και το πιθάρι του. Ο πεζογράφος δηλαδή και το καβούκι του ή ο πεζογράφος και οι αυταπάτες του". Για τη λογοτεχνία, δηλαδή την τέχνη του λόγου. Για τον πεζογράφο. Μα ποιος είναι ο Έλληνας πεζογράφος αναρωτιέται. "Μήπως είναι ο παράμερος ολιγαρκής παρατηρητής μάρτυρας μιας κοινωνίας παραπαίουσας;"

Για τον Κερκυραίο Κωνσταντίνο Θεοτόκη τον κορυφαίο. Για τον Μακρυγιάννη που τα Απομνημονεύματά του ξεφυλλίζει μια φορά τον χρόνο. Για τον Καραγάτση,  τον Ξενόπουλο και τον Καζαντζάκη, τους τρεις παραμυθάδες, "παρηγορητές" της εφηβείας της. "Από τα δεκατρία ως τα δεκαοχτώ μεγάλωνα με τα βιβλία τους. Απογεύματα αμέτρητα στη Βιβλιοθήκη του Δήμου στα Χανιά". (Τι σύμπτωση, κι εγώ στα γυμνασιακά μου χρόνια, απογεύματα αμέτρητα στη Βιβλιοθήκη του Δήμου στα Χανιά. Διάβαζα για τα μαθήματα, είχαμε ησυχία, ο βιβλιοθηκάριος ήταν πολύ αυστηρός, δεν ανεχόταν κανένα ψίθυρο. Εκεί πρωτοδιάβασα Καζαντζάκη.)

Για τον Κοσμά Πολίτη και τον Σκαρίμπα. Για το Βασίλη Βασιλικό, το Μένη Κουμανταρέα, το Στρατή Τσίρκα, το Μάριο Χάκκα. Για τον Παπαδιαμάντη και το Βιζυηνό. Για τη Μέλπω Αξιώτη, στην οποία απολάμβανε τη λάμψη του πεζού λόγου, την αρχόντισσα της Μυκόνου που λίγοι τη συμπαθούσαν μα ο Ρίτσος τη συμβούελευε: "Μην τους ακούς... είναι σπουδαία".

Για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Γιώργο Χειμωνά. Και τελειώνει με το Γιάννη Μπεράτη, που με το βιβλίο του "Το πλατύ ποτάμι" έμαθε "για τον πλάγιο λόγο, για την περισυλλογή και τη νηφαλιότητα".

Νομίζω δεν έχω διαβάσει άλλον έλληνα λογοτέχνη να γράφει τόσα για άλλους έλληνες λογοτέχνες. Είναι κάτι που έχω εκτιμήσει σε ξένους, όπως στον Βίλα-Μάτας, στον Κούντερα, στον Καλβίνο κ.ά. Η αξία του πεζογράφου, λέει η Μάρω Δούκα, "θα κρίνεται πάντα από την ικανότητά του να ενδιαφέρεται για όλα γύρω του και όλα να επιμένει να τα ξαναδεί". Και καταλήγει:

"Ο πίθος των Δαναϊδων, αλλά και ο πίθος του Διογένη. Ο ένας σύμβολο καταδίκης, ο άλλος τρόπος ζωής".

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Εθνική Πολιτική Βιβλιοθηκών: το παράδειγμα της Φινλανδίας



Ψάχνοντας στο Διαδίκτυο για δημοσιεύματα σχετικά με τις πολιτικές βιβλιοθηκών, έπεσα σε ένα δημοσίευμα του 2011 για τις βιβλιοθήκες της Φινλανδίας από το περιοδικό Information Today. Το κείμενο υπογράφεται από την Barbro Wigell-Ryynänen, σύμβουλο πολιτιστικών υποθέσεων του Φινλανδικού Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού (έχουν και αυτοί ενιαίο Υπουργείο!)  με αφορμή τις συζητήσεις για εθελοντές βιβλιοθηκονόμους και το κλείσιμο βιβλιοθηκών στη Μεγάλη Βρετανία (αυτό το πρόβλημα είναι εξαιρετικά οξύ στη χώρα που κάποτε ήταν πρωτοπόρα και παράδειγμα).

Στο άρθρο αυτό, η συντάκτριά του έλεγε πολλά και αξιοπρόσεκτα πράγματα, που ίσως σε κάποιον που δεν ξέρει θα μπορούσαν να φανούν και υπερβολές!  Έλεγε λοιπόν, ανάμεσα στα άλλα, ότι στη χώρα της έχουν νόμο για τις Βιβλιοθήκες από το 1928, ότι έχουν Εθνική Πολιτική για τις Βιβλιοθήκες, ότι στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού υπάρχει υπηρεσία αρμόδια για  τη λειτουργία των δημόσιων βιβλιοθηκών (προϋπολογισμοί, εθνικές πολιτικές και προγράμματα, χορηγίες κτλ.), και ότι παρέχονται στους επισκέπτες/χρήστες των βιβλιοθηκών δωρεάν υπηρεσίες πρόσβασης σε δίκτυο ασυρματικής επικοινωνίας (WIFI). 

Επειδή το δημοσίευμα ήταν του 2011, ανέτρεξα στον επίσημο ιστότοπο των Φινλανδικών βιβλιοθηκών για να επιβεβαιώσω ή να εντοπίσω τυχόν μεταβολές. Εκεί βρήκα πληροφορίες για όλους τους τύπους βιβλιοθηκών της χώρας, για τις πολιτικές, τα προγράμματα και τις εκδόσεις τους, ενώ βρήκα και την Εθνική Πολιτική Βιβλιοθηκών (Finnish Public Library Policy 2015).

Θέλοντας να ορίσω την έννοια της εθνικής πολιτικής για τις βιβλιοθήκες, θα ξεκινούσα καταρχάς από την έννοια της πολιτικής για την πληροφόρηση, Η εθνική πολιτική πληροφόρησης, περιλαμβάνει αρχές, θεσμούς και κανόνες, ενέργειες και δράσεις σε εθνικό επίπεδο, για ζητήματα δημιουργίας, επεξεργασίας, ροής, πρόσβασης, διαχείρισης και χρήσης των πληροφοριών. Φυσικά, η πολιτική αυτή αφορά όλες τις πλευρές της δημόσιας ζωής - υγεία, ασφάλεια, εκπαίδευση, δημόσια διοίκηση κτλ. και θα ήταν αναγκαίο και χρήσιμο να υπάρχει ένας τέτοιος σχεδιασμός.  Η εθνική πολιτική βιβλιοθηκών είναι το πλαίσιο για τη σχεδιασμένη και συντονισμένη ανάπτυξη των βιβλιοθηκών μιας χώρας, το οποίο προτείνεται ή/και υιοθετείται από μια κυβέρνηση. Παίρνει στοιχεία από την πολιτική πληροφόρησης, αλλά και άλλες πολιτικές σε μια χώρα, όπως είναι οι πολιτικές για την παιδεία και για τον πολιτισμό.


Αντιγράφω παρακάτω (σε ελεύθερη μετάφραση) τα συμπεράσματα από την Έκθεση του NIDA (Network for Information and Digital Access) για τη διατύπωση ενός πλαισίου ανάπτυξης πολιτικής βιβλιοθηκών, ενώ παραδείγματα και παρουσίαση της μελέτης μπορεί κανείς να διαβάσει και σε εισήγηση της προέδρου του NIDA σε συνέδριο της IFLA (μάλιστα μία μελέτη περίπτωσης είναι και αυτή της Φινλανδίας):
  • Η εθνική πολιτική βιβλιοθηκών είναι μέρος ενός μεγαλύτερου μωσαϊκού πολιτικών που σχετίζονται με την πληροφορία αλλά ταυτόχρονα και με  άλλα ζητήματα όπως είναι η εκπαίδευση.
  • Η εθνική πολιτική βιβλιοθηκών σχετίζεται με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες και συνθήκες  της χώρας.
  • Η νομοθεσία για τις βιβλιοθήκες καθορίζει  την ύπαρξη και τις αρμοδιότητες των βιβλιοθηκών, κάτι που διασφαλίζεται με την εθνική πολιτική βιβλιοθηκών.
  • Η εθνική πολιτική βιβλιοθηκών, αφού εγκριθεί από την κυβέρνηση, παρέχει το πλαίσιο για τη λειτουργία των βιβλιοθηκών (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής υποστήριξης).
  • Η ύπαρξη αρμόδιου οργάνου εντός της κυβέρνησης για την ανάπτυξη των βιβλιοθηκών διευκολύνει τη διατύπωση μιας πραγματικά εθνικής πολιτικής βιβλιοθηκών.
  • Οι εθνικές στρατηγικές και πολιτικές για τις βιβλιοθήκες προσδίδουν στις βιβλιοθήκες αξιοπιστία και πολιτική ορατότητα, κάτι που συχνά λείπει. Έτσι, αναγνωρίζεται ο σημαντικός ρόλος που παίζουν οι βιβλιοθήκες στην ανάπτυξη και την ευημερία της κοινωνίας και ενσωματώνεται σε όλες τις κυβερνητικές  πολιτικές και κατευθύνσεις.


Πρέπει να ομολογήσω πως ήταν μια εκπληκτική σύμπτωση η ανάρτηση του Βιβλιοθηκάριου για το δίκτυο βιβλιοθηκών του Ελσίνκι. Έτσι, αντί να απαντήσω με σχόλιο που θα ήταν μακροσκελές, αποφάσισα να δώσω τις πληροφορίες εδώ, απαντώντας ταυτόχρονα και σε προγούμενη ανάρτησή του για την ανάγκη σχεδιασμού της πολιτικής βιβλθιοθηκών.

Φυσικά και συμφωνώ για την ανάγκη σχεδιασμού εθνικής πολιτικής και νομίζω αυτό που χρειάζεται είναι να καθήσουν κάποιοι σε ένα τραπέζι, να συζητήσουν, να καταγράψουν και να συναποφασίσουν. Το πρόσταγμα οφείλει να το δώσει το αρμόδιο Υπουργείο, που θα έχει και την ευθύνη/αρμοδιότητα υλοποίησης αυτής της πολιτικής. Από κει και πέρα, μπορούν να καθοριστούν, με καλή πίστη και συνεργασία, οι αρμοδιότητες και τα όρια δράσης κάθε πλευράς, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα (και των χορηγικών ιδρυμάτων συμπεριλαμβανομένων βέβαια).


Σε αναμονή λοιπόν!

.................................................................................


Παλιότερες αναρτήσεις μου με αναφορές στην ανάγκη πολιτικής βιβλιοθηκών:

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ήταν, μες στον κόσμο, κάτι παιδιά...



Ήταν, μες στον κόσμο, ένα παιδί
όλο δείλια κι όλο ανορεξιά·
τα παλιά τα σπίτια, τη σπουδή
αγαπούσε, και τη μοναξιά.

Αγαπούσε οι άλλοι ν' αγαπούν,
τα όργανα αγαπούσε, από μακριά,
και τα μάτια που θαμποκοπούν
μια κρυφή, βαθιά παρηγοριά.

Τα κατάρτια επρόσεχε πολύ,
κάθε που έπιανε, ώρες, να φυσά
και μακριά, στο τζάμι, στην αχλύ,
χόρευαν, κομμένα τα μισά.

Μες στου κόμου την οχλαγωγή,
τι ν' απόγινε τ' ωχρό παιδί,
δίχως μοναξιά και συλλογή,
όνειρα, ταξίδια, ούτε σπουδή;



Είναι το ποίημα "Ήταν, μες στον κόσμο ..." του Τέλλου Άγρα. Όταν το διάβασα, είχα σημειώσει να το ανεβάσω στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη, του εικοσάχρονου νέου από το Ρέθυμνο που οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, αλλά και που διασύρθηκε ακόμη και μετά το θάνατό του. Και το πιο τραγικό είναι ότι σε όλα αυτά πρωταγωνιστές είναι και νέοι σαν αυτόν.

Όπως έδειξαν οι έρευνες της Δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, οι δύο από τους τρεις που είχαν ανεβάσει τις τελευταίες μέρες υβριστικές αναρτήσεις στα ιστολόγιά τους είναι 25 και 28 ετών! Δεν το χωράει ο νους μου!

Κι όπως είπαν συμμαθητές του από τη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων όπου φοιτούσαν - γύρω στα 20 κι αυτοί,

"Δίναμε συχνά σφαλιάρες στο κοπέλι, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα για εμάς. Ετσι κάνουμε εμείς στον τόπο μας. Δίνουμε σφαλιάρες στο πρόσωπο για να γελάσουμε."

Ε, όχι παιδιά, δεν κάνουμε ετσιδά στον τόπο μας. Κι ετούτος ο τόπος είναι δικός σας και δικός μας. 

Μ' αναρωτιέμαι αλήθεια πόσο φταίτε εσείς οι ίδιοι και πόσο φταίμε εμείς οι μεγαλύτεροι. 

Κι αναρωτιέμαι αλήθεια πώς να ορίσω αυτό που έχω συνέχεια στο μυαλό μου, αυτό που λέμε "πολιτισμό της καθημερινότητας"!

Και τρομάζω σε μια τέτοια καθημερινότητα του πολιτισμού μας! 

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Με τη χαμηλή φωνή του Τέλλου Άγρα




Στην αλαφροϊσκιωτη γωνιά
που ήβρε στασίδι η Λήθη,
χάρισμα η λεύκα της αυλής
διηγιέται παραμύθι.

Κι απ’ το μαρτιάτικο νερό
κι από μια φούχτα χώμα
η μαργαρίτα πέταξε
στου πηγαδιού το στόμα.

Η απλή κι απαίνευτη ζωή,
στη μοίρα της δεμένη,
καλωσορίζει την καλή
με τ’ άσπρα της ντυμένη

και σύ, ψυχή μου, απάντησες
κι ευφραίνεσαι να πίνεις
το μύρο της καθημερνής
και της ταπεινοσύνης.


Το ποίημα "Μαργαρίτα" είναι από την πρόσφατη (2014) έκδοση των ποιημάτων του Τέλλου Άγρα (Τόμος Α) από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Σαν ένας «αργόσχολος» περιπατητής (flaneur) που τριγυρνά στα σοκάκια της πόλης και στη φύση, περιγράφει σχολαστικά ό,τι βλέπει ή αισθάνεται ο ποιητής, την ελιά, τα κούμαρα, τον αποσπερίτη, το φθινόπωρο και την άνοιξη, την αμυγδαλιά, τη λεϊμονιά, τα χελιδόνια, την αγάπη, τη νοσταλγία, τη μνήμη και τη λήθη, το χιονιά, την αθηναϊκή ρομβία, το ξανθό παιδί, τις φτωχογειτονιές, την ενορία… Χαμηλόφωνη ποίηση, με ομοιοκαταληξία πάντα στις συνήθως τετράστιχες στροφές των ποιημάτων.

Στο σημείωμα της επιμελήτριας Έλλης Φιλοκύπρου, διαβάζουμε για τη σχέση του ποιητή με την «ομάδα Καρυωτάκη» και με τους «ελάσσονες» (ή «μείζονες ελάσσονες») ποιητές του μεσοπολέμου παραθέτοντας και σχετική βιβλιογραφία, καθώς και την περιγραφή θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται στα ποιήματα του τόμου. Αν και εκτενές, θα έλεγα ότι λείπουν κάποια περισσότερα στοιχεία βιοεργογραφίας, ώστε οι αναγνώστες και μη ειδικοί (φιλόλογοι κτλ.) να μπορούμε καλύτερα να αντιληφθούμε και να ερμηνεύσουμε τη θέση του ποιητή στην εποχή του και στην τέχνη του (κατά το δυνατόν βέβαια). 



Πάντως, για μένα ήταν ένα όμορφο δώρο σήμερα από τη φίλη μου την Ελένη, όπως όμορφη έκπληξη ήταν και το μπουκέτο με τις κόκκινες τουλίπες με αποστολέα τον ... εγγονό μου (λέμε τώρα...). Και διαβάζω από το ποίημα "Κούμαρα":

Για κοίτα! Σα ν' αλλάξανε όλα!
Πες: "Και του χρόνου!". Αχ, τι μ' αυτό;
Ν' αναμετράς είν' αρκετό
πώς πήγαν τριάντα χρόνια κιόλα·

να νιώθεις που, όσο πάει, κι ακόμα
πιο ασήμαντο είναι το παρόν·
τις αναμνήσεις των καιρών
να νιώθεις κρύες και δίχως χρώμα...

Ν' αναμετράς πώς πήγαν τριάντα+τριάντα χρόνια κιόλα... Και καθόλου ασήμαντο βέβαια το παρόν, να εξηγούμαστε.
Και του χρόνου!

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ο Soloup για το Αϊβαλί και τα εγγόνια της Λωζάνης



Ήταν μια απρόσμενη αναγνωστική απόλαυση το διάβασμα του εικονομυθιστορήματος  (graphic novel) «Αϊβαλί» του Soloup (κατά κόσμον, Αντώνη Νικολόπουλου).

Τι κάνει ο Soloup στο βιβλίο του; Μια απλή ιστορία σε σκίτσα. Ένας Έλληνας που παίρνει το πλοίο από τη Μυτιλήνη για απέναντι, το Αϊβαλί. Και γύρω γύρω άλλες μικρές ιστορίες για τα μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν τη γεωγραφία των τόπων και τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κι απ’ τις δυό μεριές του Αιγαίου. Συχνές οι αναφορές του - που δείχνουν και την άποψη, την πίκρα και τον πόνο θα έλεγα από εκείνο το σταθμό της Ιστορίας - στους ανταλλαγμένους. Είμαστε «τα εγγόνια τση Λωζάνης», λέει σε κάποιο σημείο...




Η πρωτοτυπία, πέρα από τα ίδια τα σκίτσα που «μιλάνε» μέσα στην απλότητα της μορφής και στην καθαρότητα της γραφής τους, βρίσκεται στην επίκληση και στο δέσιμο των δικών του ιστοριών με τις αφηγήσεις που κάνουν τέσσερις σπουδαίοι άνθρωποι για το ίδιο θέμα.

Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας έχοντας στο νου του τέσσερα βιβλία, εντάσσει ήρωες και κομμάτια των ιστοριών που αφηγούνται, στη δική του αφήγηση. Και το πολύ σημαντικό είναι ότι η δική του ιστορία τελικά, όπως προκύπτει, είναι ιστορία διωγμένων και ανταλλαγμένων ανθρώπων κι από τις δυό πλευρές.

Επικαλείται και χρησιμοποιεί τα παρακάτω βιβλία:




«Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου, γεννημένου στο Αϊβαλί (Αποστολλέλης το επώνυμο του πατέρα του, ο ίδιος έχει το επώνυμο της μητέρας του) που μετά τους διωγμούς του ’22 βρέθηκε πρόσφυγας στη Μυτιλήνη. Σε όλο το βιβλίο χρησιμοποιείται μάλιστα το ύφος του Κόντογλου για την γραφή των τίτλων των κεφαλαίων, ενώ στο σχετικό κεφάλαιο «Πρελούδιο – Φώτης» πολλά σκίτσα και η προσωπογραφία του Κόντογλου βασίζονται σε σχέδια και πίνακες του ίδιου.









«Νούμερο31328» του Ηλία Βενέζη, όπου ο συγγραφέας της «Αιολικής Γής» (για μένα ένα έργο-ποίημα) αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες όταν αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, οδηγήθηκε στα «Αμελέ Ταμπουρού» (Τάγματα εργασίας!) και ήταν ένας από τους μόνο 23 στους 3000  που επέζησαν και έφυγαν στην Ελλάδα.









 «Μικρασία, χαίρε» του Ηλία Βενέζη και ειδικότερα το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφονται οι μέρες που έζησε η αδελφή του Αγάπη Μολυβιάτη-Βενέζη όταν ο αδελφός της ήταν φυλακισμένος στα τάγματα εργασίας. Το κεφάλαιο αυτό, ξαναδουλεμένο, έχει κυκλοφορήσει σε βιβλίο με τον τίτλο «Το χρονικό των δέκα ημερών».






 «Τα παιδιά του πολέμου» του Αχμέτ Γιορουλμάζ, βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας, δεύτερης γενιάς Τουρκοκρητικός, αφηγείται την ιστορία των προγόνων του που έζησαν στα Χανιά, σαν Κρητικοί ανάμεσα στους Κρητικούς και που μετά την ανταλλαγή βρέθηκαν στο Αϊβαλί, σχεδόν σαν ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Ήταν μια ωραία έκπληξη η χρησιμοποίηση και αυτού του βιβλίου (που επίσης έχω διαβάσει), γιατί παρουσιάζει και την άλλη πλευρά, αυτή των Τουρκοκρητικών και περιγράφει τη ζωή τους και τα μέρη που έζησαν, στην Κάνδανο, στην Κίσσαμο, στα Χανιά. Και είναι συγκινητική η περιγραφή που κάνει ο Soloup για την επικοινωνία με τον Τούρκο συγγραφέα και τη συνάντηση που ποτέ δεν έγινε.






Ο Τουρκοκρητικός ήρωας του Γιορουλμάζ ξεκίνησε από την Κάνδανο, κι έτσι βρίσκει ευκαιρία ο Soloup να μιλήσει για "τα τερτίπια της Ιστορίας και της μοίρας..." 

Γιατί έγραψε το βιβλίο ο Soloup και γιατί πήρε αυτές τις ιστορίες; Γράφει ο ίδιος:

«... Πρώτα απ’ όλα η ιδέα πως η συνύπαρξη των παραπάνω τραγικών μαρτυριών σε μια σύνθετη αφήγηση θα μπορούσε να μας δώσει μια διαφορετική προοπτική για τη νεότερη ιστορία μας. Μια ιστορία που δεν τη μάθαμε ποτέ ολόκληρη.
Ακόμα η σκέψη πως τα συγκεκριμένα αποσπάσματα θα μπορούσαν να διεγείρουν σε κάποιους την περιέργεια για τα πρωτότυπα κείμενα. Την επιθυμία να ανατρέξουν σε τούτα και σε άλλα βιβλία. Να πιάσουν το νήμα από την αρχή και να αναζητήσουν τα δικά τους χνάρια και τις δικές τους διαδρομές σε ετούτα τα ταραγμένα χρόνια.
Τελευταία πρόθεση του βιβλίου να τιμήσει τους συγγραφείς και τις οικογένειές τους που κουβαλούν μνήμες προσφύγων και «ανταλλαγμένων». Να αποδώσει σεβασμό σ’ εκείνους που, παρά τον πόνο, σήκωσαν αυτές τις βαριές πένες για να σκαλίσουν τις πληγές τους και να γράψουν»

Όμως, δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία που αφηγείται ο Soloup, είναι και ένας πλούτος πληροφοριών που δίνει στο τέλος. (Επειδή μέσα στο βιβλίο, τόσο στην ίδια την ιστορία, όσο και στο υπόλοιπο, υπάρχουν πολλά διαφορετικά και αξιοπρόσεκτα μέρη για να αναζητηθούν και το καθένα χωριστά, θα ήταν χρήσιμος και ένας πίνακας περιεχομένων).

Ξεκινά με το κεφάλαιο «Αντί βιβλιογραφίας», όπου παραθέτει πλήθος από ονόματα συγγραφέων που έχουν ασχοληθεί με το θέμα και τίτλους βιβλίων που συμβουλεύτηκε. Σαν καλός ερευνητής, έψαξε σε βιβλιοθήκες και ιδρύματα,  είδε ταινίες και ντοκυμαντέρ, περιδιάβηκε στο Διαδίκτυο, είδε κάρτες, φωτογραφίες, γκραβούρες εποχής, γνώρισε ανθρώπους, ταξίδεψε στο Αϊβαλί.

Στο κεφάλαιο Φώτης – Ηλίας – Αγάπη – Χασάν δίνει πολύ κατατοπιστικές πληροφορίες για τους τέσσερις συγγραφείς που έδωσαν, μέσα από τα έργα τους , το υλικό και δάνεισαν τους ήρωές τους για τις τέσσερις ενδιάμεσες ιστορίες του βιβλίου (Κόντογλου, Βενέζης, Μολυβιάτη-Βενέζη, Γιορουλμάζ).


Η φιγούρα του Κόντογλου στα σκίτσα του Soloup

Ακολουθεί ένα κεφάλαιο για τη Συνθήκη της Λωζάννης, που υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου 1923 (σε αντικατάσταση της Συνθήκης των Σεβρών του 1920) και περιλαμβάνει τη Συνθήκη ειρήνης, τη Σύμβαση για το καθεστώς των Στενών, τη Σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών, τη Σύμβαση για τα σύνορα της Θράκης και το Σύμφωνο για την ανταλαλγή αιχμαλώτων. Εδώ, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τον «πολιτικό ρεαλισμό» που αγνόησε τον ανθρώπινο παράγοντα, δημιούργησε σφαίρες επιρροής και χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο για μετέπειτα αντίστοιχες καταστάσεις και που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Επικαλείται μάλιστα την παρομοίωση του Σμυρνιού νομικού και διπλωμάτη Στυλιανού Σεφεριάδη (πατέρα του Γιώργου Σεφέρη) ότι η Συνθήκη της Λοζάνης οδηγεί στη διπλωματική παραδοχή πως

«οι άνθρωποι μπορούν να αγοράζονται σαν βόδια, να σκορπίζονται δεξιά κι αριστερά, να θυσιάζονται και να ανταλλάσσονται»!!!

Το κεφάλαιο «Γλωσσάρι-Σημειώσεις» δεν αποτελεί ένα απλό γλωσσάρι ερμηνείας λέξεων που χρησιμοποιούνται στο κείμενο (πολλές τούρκικες), αλλά δίνει και πολύ χρήσιμες ιστορικές και άλλες πληροφορίες που συνδέονται με αυτές.

Το τελευταίο μέρος του βιβλίου έχει τίτλο «Είν’ η εικών ομοία μου...», στίχος από ποίημα του Αλέξανδρου Ραγκαβή γραμμένο πίσω από μια φωτογραφία που είχε στείλει η γιαγιά του συγγραφέα Μαρία στον αγαπημένο της. Εδώ, έχει φωτογραφίες από τους παπούδες του που ήταν πρόσφυγες, αλλά και άλλες που βρήκε στο Αρχείο ΕΛΙΑ και στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας.

Να αναφέρω επίσης ότι την εισαγωγή στο βιβλίο έχει κάνει ο Bruce Clark, συγγραφέας του βιβλίου «Δυό φορές ξένος» (Twice a stranger), στο οποίο και ο ίδιος ασχολείται με τον ξεριζωμό του ’22.





Το βιβλίο μου θύμισε και το δικό μου μοναδικό ταξίδι στην Τουρκία. Ίδιες εικόνες της μετάβασης, ίδιες και στο Αϊβαλί, ίδιες οι εμπειρίες από τη συνάντηση ντόπιων που ήταν απόγονοι Τουρκοκρητικών. 



Ήταν το 1998, όταν ταξιδέψαμε, όπως ο συγγραφέας-ήρωας του βιβλίου, από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί, για μια μονοήμερη εκδρομή, μαζί με το φίλο μου το Λεωνίδα. Όταν φτάσαμε στην άλλη άκρη, περπατώντας στους δρόμους της μικρής πόλης, μια γνώριμη μουσική (ήταν του Μπρέγκοβιτς) και μια όμορφη δυνατή φωνή μας οδήγησε σε ένα δισκοπωλείο. Ζητήσαμε από το νέο άντρα που ήταν στο κατάστημα να μας πει ποια ήταν η φωνή και ποιος ο δίσκος. Ήταν η Σεζέν Αξού (Sezen Aksu) και ήταν ο δίσκος Düğün ve Cenaze που φυσικά και αγοράσαμε εις διπλούν. Κατάλαβε πως είμαστε Έλληνες, μίλησε κάποια λίγα ελληνικά, αλλά όταν άκουσε πως εγώ είμαι από την Κρήτη, ενθουσιάστηκε, συγκινήθηκε και είπε πως και η γιαγιά του ήταν από την Κρήτη, από το Ρέθυμνο. Τα ίδια και με τον ταξιτζή που μας πήγε στην Πέργαμο. Από την Κρήτη κι αυτουνού η καταγωγή, από το Ρέθυμνο επίσης, ήξερε περισσότερα ελληνικά, αν θυμάμαι καλά ήταν ο πατέρας του Κρητικός. 



[Εμάς τους Κρητικούς μας κεντρίζει ίσως περισσότερο το θέμα των Τουρκοκρητικών και γενικότερα το θέμα της συμβίωσης Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κρήτη. Γράφονται πολλά τα τελευταία χρόνια. Νομίζω το βιβλίο της Μάρως Δούκα «Αθώοι και φταίχτες» έδωσε μια νέα διάσταση στην αναζήτηση και στον τρόπο που και οι ερευνητές αλλά και εμείς οι απλοί πολίτες και οι αναγνώστες προσεγγίζουμε το θέμα. Ένα άλλο βιβλίο από την πλευρά της «Ανατολίας» είναι το μυθιστόρημα «Κρήτη μου» της Σαμπά Αλτίνσαϊ, στο οποίο η συγγραφέας ασχολείται με τα ζητήματα των σχέσεων Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Κρήτης (στην περιοχή Χανίων) κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1898 και της εγκατάστασης του Γεωργίου ως Ύπατου Αρμοστή Κρήτης.]

Το βιβλίο του Soloup για το Αϊβαλί ασχολείται με τους διωγμένους και τους ανταλλαγμένους του 1922. Να όμως που, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση το ίδιο, γεννά και την επιθυμία να ανατρέξουμε σε τούτα και σε άλλα βιβλία, να πιάσουμε  το νήμα από την αρχή και να αναζητήσουμε τα δικά μας χνάρια και τις δικές μας διαδρομές σε ετούτα τα ταραγμένα χρόνια...


Και το πετυχαίνει. Καλά μας αναγνωστικά και γνωστικά ταξίδια λοιπόν...

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Γυναίκες που γίναν ένα με τη γη





Μια και είναι μέρα των γυναικών σήμερα, θ' αναφερθώ σε μια εξαιρετική παράσταση που είχα δει στα Χανιά πριν από μήνες και που - ευτυχώς - παίζεται ακόμη σε διάφορα μέρη, κυρίως στην Κρήτη. Την είχα δει στο Πνετυματικό Κέντρο Χανίων στις 31 Μαϊου 2014.

Πρόκειται την παράσταση "Οι γυναίκες που γιναν ένα με τη γη", με ερμηνεία από τη Μαρινέλλα Βλαχάκη (έναν εξαιρετικό άνθρωπο των τεχνών και των γραμμάτων για την πόλη των Χανίων και όχι μόνο), σκηνοθεσία από τους Θοδωρή Παπαδουλάκη και Γιάννη Κρητικό και μουσική επιμέλεια του Λεωνίδα Μαριδάκη.



Το θεατρικό έργο βασίζεται στο βιβλίο  "Αυτές που γίναν ένα με τη γη", γραμμένο από τη Γεωργία Σκοπούλη. 68 ιστορίες έχει η συγγραφέας στο βιβλίο της, 68 μαρτυρίες γυναικών της Ηπείρου, για ένα διάστημα μισού αιώνα περίπου, όπου αφηγούνται στη συγγραφέα τη ζωή τους, τα βάσανά τους, τις δύσκολες μέρες που έζησαν στον πόλεμο και στην ειρήνη. Εγώ σου τα είπα, εσύ φτιάξ' τα όπως νομίζεις, φαίνεται να της είπαν οι γυναίκες, κι έτσι έκανε.


Η Μαρινέλλα Βλαχάκη με μικρά παιδιά στη σκηνή και φόντο τις φωτογραφίες των Κώστα Μπαλάφα και Βούλας Παπαϊωάννου (φωτογραφία που τράβηξα στην παράσταση της 31ης/5/2014)

Η Μαρινέλλα Βλαχάκη επέλεξε 7 ιστορίες από την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η ευρηματική σκηνοθεσία (συνδυασμός θεατρικής και κινηματογραφημένης δράσης, καθώς και τοποθέτηση μεγάλων φωτογραφιών ως φόντο στη σκηνή των εμβληματικών φωτογράφων της εποχής Βούλας Παπαϊωάννου και Κώστα Μπαλάφα από τα αρχεία του Μουσείου Μπενάκη) μαζί με την καταπληκτική ερμηνεία της Μ. Βλαχάκη που απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο την κάθε γυναίκα με τη δική της ξεχωριστή ιστορία δίνουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Φέρνουν το θεατή πολύ κοντά στη μοίρα των γυναικών, όχι μόνο της Ηπείρου, αλλά και όχι μόνο των γυναικών, φέρνουν πιο κοντά στη μοίρα του λαού μας που έζησε πόλεμο, φτώχεια, ξενιτιά, μιζέρια, καταπίεση. Εικόνες λες αρχαίας τραγωδίας μερικές φορές οι εικόνες της παράστασης.


Σε δύο ιστορίες της παράστασης, οι σκηνοθέτες ενσωμάτωσαν κινηματογραφική εικόνα στη θεατρική δράση με θαυμάσιο αποτέλεσμα (Πηγή φωτογραφίας: Χανιώτικα Νέα)

Βέβαια το βιβλίο περιγράφει τα βάσανα των γυναικών. Έγραφε ο Κωστής Παπαγιώργης  παρουσιάζοντας το βιβλίο:

"... Και τι βάσανα! Το πρώτο και κύριο για κάθε γυναίκα –εύπορη, αλλά κυρίως άπορη– ήταν βέβαια ο γάμος, το συνοικέσιο, η προίκα και τα παιδιά. Γυναίκα ανύπαντρη δεν συναντήσαμε στις αφηγήσεις του τόμου, αντίθετα όλες –καλώς ή κακώς– πέρασαν το στεφάνι, γέννησαν παιδιά και βίωσαν τα βάσανα. Η πρόταση γάμου γινόταν πάντα από τον άνδρα, έδιναν λόγο και ίσαμε την ώρα του γάμου κατά κανόνα κρατούσαν την παραδοσιακή απόσταση μεταξύ τους. Μάλιστα, παρότι ήταν λογοδοσμένες, όταν συναντιόντουσαν στο χωριό ή στα χωράφια η υποψήφια νύφη άλλαζε δρόμο αλαφιασμένη και με κατεβασμένα μάτια..."

Η Γ. Σκοπούλη αναφέρει στη δική της σελίδα μερικές κουβέντες των γυναικών, που δίνουν και εικόνα της κατάστασης:

  • Τρεις νύχτες του Δεκεμβρίου να κάτσουμε εδώ δεν τελειώνουν αυτά...
    Και με πάντρεψαν. Ούτε στήθος, ούτε τα ρούχα μου είχα ακόμη!
  • Μόλις τελείωσα το Δημοτικό, άρχισα και το όργωμα. Μου άρεσε. Αν μ' έβλεπες να κάνω χωράφι! Πέταγα.
  • Με τα πόδια και ξυπόλυτες. Τα παπούτσια στο χέρι για να μην χαλάσουν.
  • Και αρχίσαμε με την σειρά από σπίτι σε σπίτι να θάβουμε τους νεκρούς.
  • Το δρεπάνι για το θέρο τόχα πάντα δεμένο στη μέση μου για να μην το χάνω.
  • Α, παλιόγρια! μου λεν. Έρχονται μπάμ-μπούμ, έχετε λίρες, έχετε λίρες... Καταστραφήκαμαν.
  • Με την πεθερά μου ήμασταν φίλες, σαν μάνα με κόρη.
  • Είχε την οχιά στη γλώσσα μέχρι να πεθάνει.
  • Το πιο ωραίο ήταν ο ξέφλος. Φαγητά, τραγούδια, χοροί. Αξέχαστες βραδιές!
  • Τώρα οι νέοι δε χορεύουν, δεν τραγουδάνε με το στόμα. Άλλοι λεν τραγούδια γι' αυτούς...
  • Έβαλε τα χέρια μέσα η μαμή κι ανακάτευε.
  • Η μάνα φοβόταν μήπως μείνω έγκυος και μας ζητήσουν προίκα παραπάνω!
  • Κάθε χρόνο που ερχόταν έπιανε και από ένα παιδί.
  • Πέθανε κι η γιαγιά. Ένα χρόνο τώρα είμ' ελεύθερη.
  • Γιαγιά, φέρε ένα μαξιλάρι να βάλω στο κεφάλι του μπαμπά γιατί πέθανε.
  • Για την αγρότισσα, που απ' αυτήν τρώνε ψωμί, κανένας δεν ασχολείται.

Νομίζω ταιριάζουν στη μέρα τα δυο ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη για τον αιώνιο διάλογο!

Και ν' αφιερώσω πάλι φέτος στην αδελφή μου το σχετικό ποίημα της Βισουάβα Σιμπόρσκα.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

"Κλεμμένη εφηβεία" του Στανισλάς Τόμκιεβιτς: Μια σιωπή 50 χρόνων ύστερα από το απόλυτο κακό στο σύγχρονο πολιτισμό μας

"Η κλεμμένη εφηβεία", University Studio Press, 2012
 (μετάφραση από τον Γρηγόρη Αμπατζόγλου και επιμέλεια από τον ίδιο και τον Δημήτρη Πλουμπίδη)

Ήταν συγκλονιστική η ανάγνωση του βιβλίου του Πολωνοεβραίου ψυχίατρου Stanislas Tomkiewicz, που στα εφηβικά του χρόνια έζησε στο γκέτο της Βαρσοβίας, δραπέτευσε από το τρένο που τους πήγαινε στην εξόντωση, κλείστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Bergen-Belsen και, τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες, φυματικός,  βρέθηκε το 1945 στη Γαλλία, όπου σπούδασε κι έζησε μέχρι το θάνατό του το 2003. 

Για πενήντα χρόνια σιώπησε, έγινε ένας διεθνώς αναγνωρισμένος ψυχίατρος, ενσωματώθηκε στη γαλλική κοινωνία, έγινε ακτιβιστής (μέλος του ΚΚΓ στην αρχή), χωρίς να έχει πει κουβέντα για τα χρόνια που έζησε στην Πολωνία μέχρι το 1945. Το βιβλίο είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση, μια εξομολόγηση, ένα βιβλίο για τη μνήμη και την απώθηση.

Γιατί σιωπούσε όμως τόσα χρόνια;

Ένιωθα, γράφει, ντροπή που δεν υπέφερα αρκετά, ζύγιζα 39 κιλά, ενώ ο άλλος (ο καλός του φίλος Mathias) ζύγιζε μόνο 26! Σιώπησε, λέει, όχι τόσο για τα φριχτά πράγματα που έζησε στα στρατόπεδα, αλλά «κυρίως λόγω του μαζικού χαρακτήρα που είναι κάτι που δεν έχει προϋπάρξει, των δολοφονιών που πραγματοποιήθηκαν στην Πολωνία, 90% του εβραϊκού πληθυσμού (3 εκ. άνθρωποι, χωρίς να μετράμε τα 2 εκ. των Πολωνών που δεν ήταν Εβραίοι)».

Άλλοι τα 'χαν πει ήδη και καλύτερα, λέει ο Τόμκιεβιτς, ο Πρίμο Λέβι, ο Χόρχε Σεμπρούν και τόσοι άλλοι, αλλά και η αδερφή του η ίδια. Στο δίλημμα του Σεμπρούν «Η τροφή ή η ζωή», προτίμησε το δεύτερο, επέλεξε να σιωπήσει, να στραφεί στο μέλλον, να θεραπευτεί για να θεραπεύσει. Η σιωπή αγκάλιασε και όλη την παιδική του ηλικία.

«Άγγιζε ακόμα και το ταγκό το οποίο λάτρευα όταν ήμουν παιδί και το οποίο θεωρούσα ότι πέθανε με τον πόλεμο

Ένιωθε σαν να είχε λησμονήσει ακόμη και τον Janusz Korczak, τον σπουδαίο παιδαγωγό και γιατρό (που ήθελε να του μοιάσει μάλιστα) και που τον είχε συνδέσει με τα αγαπημένα του παιδικά βιβλία Roi Mathias 1er  και Le petite Revue (ήταν περιοδικό από παιδιά για παιδιά που εκδιδόταν στην Πολωνία μέχρι το 1939 που οι Ναζί το σταμάτησαν). Ο Γιάνους Κόρτσακ διηύθυνε ένα ορφανοτροφείο φτωχών παιδιών στη Βαρσοβία και στο γκέτο στη συνέχεια και ο Τόμκιεβιτς θυμάται που οι πλούσιοι Εβραίοι του γκέτο συγκέντρωναν βοήθεια για το ίδρυμα. Οδηγήθηκε στο στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα μαζί με τα 200 παιδιά του ορφανοτροφείου και πέθανε τον Αύγουστο του 1942. Γράφει γι' αυτόν σε πολλά σημεία της εξομολόγησής του, άλλωστε για πολλά χρόνια ήταν Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Korczak. Ο Κόρτσακ ήταν ο πρόδρομος του κινήματος για τα δικαιώματα του παιδιού, ήταν αυτός που από τις αρχές του αιώνα είχε μιλήσει για το σεβασμό στο παιδί. Μιλώντας για τον Κόρτσακ, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη βία των παιδιών των προαστίων, η οποία "δεν οφείλεται σε χαλαρότητα των γονιών, αλλά στην καταστροφή της οικογένειας και των κοινωνικών δεσμών από μια κοινωνία όπου το κέρδος είναι σήμερα η μόνη της αξία". 

Γράφει για την πλατεία μετεπιβίβασης, τον προθάλαμο του θανάτου, την Umschlangplatz. Τελευταία φορά βρέθηκε εκεί στις 2 Μαϊου 1943, μαζί με τους γονείς του, το γαμπρό του, τον αδελφό του και τη νύφη του. Εκείνος πήδηξε από το τρένο, οι γονείς του θανατώθηκαν μερικούς μήνες αργότερα, "γαζώθηκαν μ' ένα μυδράλιο". 

Χρειάστηκαν 30 χρόνια για να μιλήσει ο Τόμκιεβιτς πρώτη φορά σ’ ένα μαγνητόφωνο γι' αυτό που τον βασάνιζε πάντα, που ήταν ο πιο μεγάλος τραυματισμός του, για την εγκατάλειψη των γονιών του μέσα στο τρένο, τότε που αποφάσισε να πηδήξει και να γλυτώσει από τη βέβαιη εξόντωση. Και πέρασαν ακόμη 18 για να ξαναμιλήσει. Κι από τότε δεν σταμάτησε να μιλά. Έκανε και βίντεο, όπως με τον Σπήλμπεργκ και με την Ανέτ Βιβιόρκα στο Yale (στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος με τον τίτλο Fortunoff Video Archive for Holocaust Testimonies).

Γράφει για τις επιστημονικές και επαγγελματικές του αναζητήσεις μέχρι που επέλεξε την ψυχοθεραπεία, "τη σχέση και τον αγώνα για την ευζωία των ατόμων που είναι επίκαιρα και παρόντα". Κρατώ κάποια σημεία από τις θέσεις που διατυπώνει, αλλά και από το συνοδευτικό κείμενο των επιμελητών, και χωρίς να είμαι ειδική ώστε να μπορώ να αξιολογήσω σε βάθος, κρίνω όμως πως σίγουρα οι αναζητήσεις και οι επιλογές του είχαν επηρεαστεί από την εμπειρία των νεανικών του χρόνων, από την εφηβεία που του είχε κλέψει η ναζιστική θηριωδία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα παιδιά και τους νέους κι ένιωθε ένα αίσθημα ευτυχίας όταν έβλεπε ν' ανθίζουν στη θέση του νέοι που η ζωή τούς είχε κλέψει την παιδική ηλικία. Ασχολήθηκε με τον εξανθρωπισμό της ψυχιατρικής νόσου, ενώ το 1968 βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της μάχιμης ψυχιατρικής.

Αναφέρεται στην έννοια της ανθεκτικότητας (resilience - προσαρμοστικότητα;), την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να αντιστέκεται στα γυρίσματα της ζωής, ακόμη και στα πιο βαριά. Και αναφέρεται επίσης στην ενοχή, και στο μίσος, στη μάχη ενάντια στο μίσος. Και για τα παιδιά των επιζώντων, τι μπορεί να γίνει; Να μαθαίνουν ή να σιωπούν; Να σιωπούν για να προστατεύονται; Με μια "αληθινή δολοφονία της μνήμης;" Και η δική του σιωπή τι ήταν; Μήπως μπόρεσε "να συμφιλιώσει μνήμη και προστασία;"

Ερωτήματα που σίγουρα υπάρχουν. Και που μ' αυτά ασχολούνται οι ... πιο ειδικοί.






"...η ίδια η μεταπολεμική πορεία των επιζώντων αποτελεί μια διαρκή αναμέτρηση ζωής και θανάτου, απώλειας και ανάκτησης, παρελθόντων (νοσταλγικών, ηρωικών, τραυματικών) και μέλλοντος..."

Αυτά γράφει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Αντωνίου, παρουσιάζοντας το βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε "Αυτοί που επέζησαν: Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940" (Πόλις, 2014) στην Εφημερίδα των Συντακτών του περασμένου Σαββάτου.


Και βέβαια, το βιβλίο πρέπει να έχει πολύ ενδιαφέρον. Να σημειώσω μάλιστα ότι ο Τόμκιεβιτς αναφέρεται στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που γνώρισε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν (σε αυτό αναφέρεται και η Μπενβενίστε) κι ανάμεσά τους τη Nora Saporta, με την οποία κράτησε φιλία για όλη τη ζωή. (Πρόκειται για τη Νόρα Νεχαμά, σύζυγο του σημαντικού αρχιτέκτονα Ισαάκ Σαπόρτα. Βλέπε ενδεικτικές αναφορές στα άρθρα του Ριζοσπάστη και της Καθημερινής, καθώς και στην ιδιαίτερης αξίας εργασία του καθηγητή Γ. Σαρηγιάννη για την Αριστερή Ιδεολογία στην Πολεοδομία στην Ελλάδα, από το 1960 ως το 1990.)
  
Έγραψα παραπάνω για τα ερωτήματα. Υπάρχουν ερωτήματα όπως φαίνεται, κάποιοι μιλούν ακόμη για άρνηση του Ολοκαυτώματος, εξάλλου και ο ορισμός της 27ης Ιανουαρίου ως ημέρας μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος ήρθε πολύ αργά, 60 χρόνια από το 1945! Και είναι η 27η Ιανουαρίου η μέρα απελευθέρωσης του Άουσβιτς, του Άουσβιτς που "είναι μια μετωνυμία για όλα", όπως είπε σε συνέντευξή της η Ανέτ Βιβιόρκα και δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής, 1 Φεβρουαρίου 2015. Το Άουσβιτς είναι το σύμβολο του Απόλυτου Κακού, είπε. (Μικρή προσωπική καταγραφή είχα κάνει εδώ)

Η Βιβιόρκα είναι στορικός και ομότιμη διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας. Ίσως την ξέρουμε ακόμη περισσότερο από το βιβλίο της "Το Άουσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου" (Πόλις, 2013). 






Απόψε όμως ήταν στην Αθήνα και πήρε μέρος σε μια συζήτηση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε συνεργασία με το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος, Η συζήτηση είχε τον τίτλο «Ολοκαύτωμα και μνήμη» και συμμετείχαν επίσης ο Μαρκ Βάιτσμαν, διευθυντής Εταιρικής Επικοινωνίας του Κέντρο Simon Wiesenthal Center και πρόεδρος της Επιτροπής για την Άρνηση του Ολοκαυτώματος και τον Αντισημιτισμό της Διεθνούς Συμμαχίας για την Ανάμνηση του Ολοκαυτώματος και η Οντέτ Βαρών-Βασάρ, ιστορικός, καθηγήτρια στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, ενώ συντόνιζε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος του Eφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. (παρακολούθησα ζωντανή αναμετάδοση της συζήτησης, κρίμα όμως που δεν υπάρχει δυνατότητα ετεροχρονισμένης παρακολούθησης για όσους δεν μπόρεσαν). Η συζήτηση είχε ενδιαφέρον, φάνηκε κάποια στιγμή πως υπάρχουν και κάποια ζητήματα/ερωτήματα, ίσως άλυτα ακόμη ή διαφορετικών κατευθύνσεων, όμως θα κρατήσω την τελευταία φράση του Στ. Ζουμπουλάκη, ο οποίος, δεινός πολέμιος του φασισμού και του αντισημιτισμού, είπε για κλείσιμο της συζήτησης:

"Να μην αφήσουμε τους αντισημίτες σε χλωρό κλαρί".

Προφανώς και είχε πολλούς αποδέκτες η φράση του. Και έχει πολλαπλή σημασία η αναφορά του, τόσο για μέσα, τα δικά μας, όσο και για έξω, για τον κόσμο που σπαράσσεται και χάνεται από φανατισμούς, μισαλλοδοξίες, παραλογισμούς, ανοησίες. 

Όχι άλλες κλεμμένες εφηβείες. Όχι άλλα κλεμμένα νιάτα!