Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Ο Βασίλης Τσιαμπούσης στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής





Στις ζοφερές μέρες του καιρού μας, η τέχνη και ο λόγος είναι ισχυρά όπλα για ν' αντιμετωπίσουμε τις πιέσεις και για να παίρνουμε δυνάμεις κι αισιοδοξία ότι δεν είναι όλα μόνο ζήτημα οικονομικής λογιστικής. Ήταν μια τέτοια, όμορφη και ζεστή βραδιά η αποψινή στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής. Στο πλαίσιο της σειράς εκδηλώσεων με τον τίτλο "Λογοτεχνικά ταξίδια" στις οποίες προσκαλούνται συγγραφείς από την περιφέρεια, ήταν σήμερα η σειρά του Βασίλη Τσιαμπούση από τη Δράμα.


 Ο Βασίλης Τσιαμπούσης είναι πολιτικός μηχανικός κι ένας μαχητικός άνθρωπος των γραμμάτων στην όμορφη πόλη του.  Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει κυρίως συλλογές διηγημάτων. Στην αποψινή βραδιά παρουσιάστηκε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο "Σάλτο μορτάλε" (Μεταίχμιο, 2011), στο οποίο, όπως λέει ο ίδιος,  καταπιάνεται με κανονικούς ανθρώπους να κάνουν αλλόκοτα πράγματα. Όμως, θάλεγε κανείς ότι οι ιστορίες του κάθε άλλο παρά αλλόκοτες είναι, έχουν ευαισθησία, συχνά έχουν δόσεις χιούμορ αλλά και ειρωνείας, και τελικά είναι καθημερινές ιστορίες κανονικών ανθρώπων. Γιατί, μη μου πείτε ότι δεν μας έχουν τύχει εικόνες σαν αυτές από το "Μακιγιάζ" ή τη "Φωτογραφία" ή το "Ρίσκο" ή το "Αχ Σωκράτη", για ν' αναφέρω μόνο αυτά που τόσο όμορφα μας διάβασαν, μάλλον παρουσίασαν δραματοποιημένα οι καλοί ηθοποιοί Γιώργος Μωρόγιαννης και Ανθή Ανδρεοπούλου. (Κριτικές για το βιβλίο μπορεί κανείς να βρει συγκεντρωμένες στη σχετική σελίδα της Biblionet).

  


Ο ίδιος ο συγγραφέας μίλησε για τη σχέση του με το λόγο, με τα έργα του, με αυτό που θέλει να πεί και για τον τρόπο που το λέει. Έκανε συχνές αναφορές σε παραδείγματα με οικονομικούς μετανάστες, στοιχείο που υπάρχει σε διηγήματά του από την πρώτη του συλλογή τη "Βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα" του 1990 μέχρι και την τελευταία και που δικαιολογείται βέβαια γιατί  ο τόπος του όχι μόνο έχει οικονομικούς μετανάστες από άλλες χώρες αλλά και οι άνθρωποί του έχουν οι ίδιοι βιώσει τον ίδιο πόνο. Μας μίλησε όμως και για απλά πράγματα με τα οποία φτιάχνει τις ιστορίες του και μας διάβασε ένα κομμάτι από το προηγούμενο βιβλίο "Να σ' αγαπάει η ζωή" (Πατάκης, 2004), δίνοντάς μας και πληροφορίες για τη βίδρα και για τις νερόκοτες. 

Η βραδιά πλουτίστηκε μουσικά με τη συνοδεία των Μανούσου Πλουμίδη στο κλαρίνο και Δέσπως Βαρουδάκη στην κιθάρα και το λαούτο. Η επιμέλεια και η παρουσίαση των εκδηλώσεων γίνεται από το δημοσιογράφο Γιώργο Βιδάλη. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Και οι βραδυές συνεχίζονται με Σκαμπαρδώνη, Κουσαθανά, Μακριδάκη!




Αύριο είναι πάλι μια δύσκολη μέρα...

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης: πού πήγε, λοιπόν, όλη εκείνη η άνοιξη

Πες μου, ά, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η
άνοιξη,
τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων,
οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου
ασυλλόγιστα, πού πάτε;
Σαν ένας γρύλλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο
            μαγγανοπήγαδο μακριά,
πλάι στο πηγάδι ο παπούς παίζοντας την κιθάρα του,
«μακριά, σα θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά»,
ένα κλωνί βασιλικός μες στα χοντρά ρουθούνια του
να ευωδιάζουν τα πλεμόνια του απ’ τις στερνές ομορφιές
            της γής,
πουλιά πετούσαν στα κλαδιά, σα να πηγαίνανε χαρούμε-
            να μηνύματα
από κόσμο σε κόσμο. Απρόοπτα, ξαφνιασμένα πρωινά
και μεγάλα, μακρόσυρτα σούρουπα`
με τ’ άστρα να τρέμουν μακριά σαν ανοιξιάτικα μουσκε
μένα βλέφαρα,
έκθαμβες ώρες, βαριές απ’ όλο το γιγάντιο Αόριστο
που έφτανε ως το πόνο. Αίσθηση αβέβαιη όλων των
μυστικών της ζωής
που διαπερνούσαν σα ρίγη, πέρα κει κάτου, κει κάτου,
μακριά,
τους βραδινούς ορίζοντες.
....................................................................................

 Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανα-
σηκώνει πάνω από τον εαυτό σου,
ως την παραίσθηση και την τρέλα και την προφητεία,
και τη μοίρα - κι ακόμα ψηλότερα,
ως τη δικαιοσύνη. Και μυρμηδίζεις όλος από μνήμες και
πράξεις κι οράματα
και βλέπεις κύματα – κύματα τις γενιές νάρχονται απ’
το βάθος του χρόνου
κι αιώνια να πλένουν τον κόσμο. Κι οι ρόγες των δα-
κτύλων σου φουσκώνουν και πονάνε
σαν τις ετοιμόγεννες κοιλιές. Και τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο! Και τους πόνους της γης
για να γεννήσει ένα στάχυ. Η τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.


(Από τη συλλογή Καντάτα, εκδ. Κέδρος, 1991)
Το εξώφυλλο του περιοδικού Το Δέντρο, τ. 171-172, Φθιν. 2009, με αφιέρωμα στον ποιητή
Το εξώφυλλο του περιοδικού Οδός Πανός, τ. 140, Απρ.-Ιούν. 2008, με αφιέρωμα στον ποιητή
 












Πολύ καλό το αφιέρωμα του Σπύρου Αραβανή στο Ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/1548/index.htmlΕπίσης, στη σελίδα http://tassosleivaditis.wordpress.com/, υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τον ποιητή και το έργο του.

Όμως, συγκλονιστικό είναι και το θεατρικό του έργο "Οι τρεις" (εκδ. Κέδρος, 1996), με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους του ασύλου που έχουν χάσει τα πάντα, εκτός από τη λογική τους. Το έργο ανέβηκε το 2009 στα Χανιά στο πλαίσιο τριήμερου εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 4 χρόνων ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Κρήτη.

Ο ποιητής έφυγε στις 30 Οκτωβρίου 1988.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Μάνος Χατζηδάκις ο Ευρωπαίος, «άνευ φόβου και άνευ πάθους»



 
Άνευ φόβου και άνευ πάθους αντιμετώπιζε ο Μάνος Χατζηδάκις την ενοποιημένη κουλτούρα της Ευρώπης. «Δεν μας τρομάζει απ’ τη στιγμή που μας περιέχει», απάντησε σε σχετικό ερώτημα Γαλλίδας δημοσιογράφου.

Είχε ζητηθεί από τον Μάνο Χατζηδάκι, την ημέρα που υπογραφόταν στο Ζάππειο η ένταξή της Ελλάδας στην ΕΟΚ (28 Μαίου 1979) να δώσει συνέντευξη σε ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης.

Μίλησε για πολλά, για την Αθήνα και τους εσωτερικούς μετανάστες, για τα μπουζούκια, για τα καλά και τα κακά που μας εκπροσωπούν,  για την καλοζωία «χωρίς περιεχόμενο και ευτελούς αισθητικής» που βασίζεται «περισσότερο στη νευρωτική εκτόνωση παρά στην απόλαυση», για την αβεβαιότητά μας για το μέλλον και το νεοκλασικό μας πάθος (που τα χαρακτηρίζει ωραία γιατί μας προσδίδουν νεότητα), για αυτά που ελκύουν τους Ευρωπαίους και που δεν είναι «το νεοελληνικό μας πνεύμα ή τα γραφτά των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων...», για την «γεροντολατρεία» μας και για την «παραδημοσιογραφία» που «υπάρχει, λειτουργεί και επιβάλλεται».

Παρουσίασε τη συνέντευξη στην εκπομπή του «Σχόλια» στο Τρίτο Πρόγραμμα, την Κυριακή 15 Ιουλίου 1979, μιας και όπως είπε, δεν βρήκαν τις απαντήσεις του ευχάριστες για να τις μεταδώσουν στην τηλεόραση (εκεί, λέει, «σέβονται το κοινό [...] αφού τ’ αποβλακώσαν πρώτα, τώρα εννοούν να το υπηρετούν πιστά και να το διασκεδάζουν»).

Κι όταν τον ρώτησε ο συνεργάτης του Ραδιοφωνικού σταθμού του Λουξεμβούργου τι περιμένει ότι θα βρει στην Ευρώπη, απάντησε:

«Επιτρέψτε μου νάμαι προσωπικός σ’ αυτή μου την απάντηση, τούς είπα. Και πρώτ’ απ’ όλα, το τρομαχτικό, σε υπερμεγέθη παρουσία με εκπροσώπους τον Έιτς Πι Λόβκραφτ, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον Κάρολο Μπωντλαίρ. Μετά, μια ευρωπαϊκή ταυτότητα για απογευματινούς περιπάτους, ιδίως τις Κυριακές, πότε στο Κιρινάλε, ή στην Πλατεία Βαντόμ και πότε στη Σεβίλλη. Τέλος. Ένα ευρωπαϊκό κοιμητήριο για μια εφησυχασμένη δημοκρατική μας αποχώρηση σαν έρθει η ώρα μας που λένε».

Κι όταν «αυτός απ’ τη Γερμανική τηλεόραση μου λέει ξαφνικά: Νιώθετε Έλληνας, για Ευρωπαίος; Τι ερώτημα, σκέφτομαι».

Ο Μάνος Χατζηδάκις με το ιδιαίτερο πνεύμα του απάντησε κατάλληλα και το διηγείται στην εκπομπή:

«Και βέβαια του απαντώ, Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελληνικότητά μου. Σας ενδιαφέρει η ελληνική σας ιθαγένεια; Μού κάνει αυτός από το Λουξεμβούργο.

Του απαντώ: Αν με εξουθενώσετε, όχι. Ή τουλάχιστον θα μ’ ενδιαφέρει όσο ενδιαφέρει ένα φυλακισμένο στο Άουσβιτς, αν είναι απόγονος  του Μεγαλέξαντρου ή του μεγάλου Τσέγκις Χαν. Άν πάλι μείνω ελεύθερος, η ελληνική μου ιθαγένεια θάναι μια πραγματικότητα που δε θάμαι σε θέση να την αρνηθώ, έτσι καθώς θάναι συνυφασμένη με τη γλώσσα και με την προσωπική μου ιστορία. Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι να γίνει μια αλήθεια και για σάς.

Ερώτηση: Ποιοι θα μας κυβερνήσουνε μελλοντικά στην ενωμένη Ευρώπη;

Κι απάντησα: Ελπίζω για τους επερχόμενους, μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η άγια κι αποστολική οικογένεια του πρίγκηπος Φράνκεστάιν.»

(Από την έντυπη έκδοση: Μάνος Χατζιδάκις, Η δημογεροντία του μέλλοντος, Από: Τα σχόλια του Τρίτου: Μια νεοελληνική μυθολογία, Εξάντας,  2007, σελ. 171-177).


Σε κάποιο σημείο, μιλώντας για τη μετανάστευση και την περιπέτεια των ελληνικών πόλεων, αναθυμάται την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνύπαρξη των τριών μεγάλων Γκάτσου (στίχοι) – Χατζηδάκι (μουσική) – Θεοδωράκη (τραγούδι) στο εμβληματικό αυτό έργο.  


 Ο Μάνος Χατζηδάκις γεννήθηκε σαν σήμερα το 1925 στην Ξάνθη.     
.......................................................................................................

Η σημερινή ανάρτηση απαντά και στο θέμα της ημέρας σχετικά με τις βιβλιοθήκες και το δανεισμό βιβλίων:

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Χανιά, 10 Οκτωβρίου 2012: Εικόνες συνύπαρξης

Ο Άγιος Νικόλαος στην Σπλάντζια, κάποτε και τζαμί
Περπατώντας στην πόλη, καταγράφω λίγες εικόνες, δείγματα ιστορικών στιγμών.

Η Φράγκικη εκκλησία, τόπος επίσκεψης για όλους τους Χανιώτες, ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα και στον Επιτάφιο
Κοινή η αυλή της φράγκικης εκκλησίας με το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης
Έχει έλθει κρουαζιερόπλοιο, μια επίσκεψη στους δικούς μας αγίους...
Ακριβώς απέναντι από την Φράγκικη δεσπόζει η Τριμάρτυρη, πολιούχος, γιορτάζει στις 21 Νοέμβρη, φέτος γιορτάζει και τα 150 χρόνια λειτουργίας της
Ο Άγιος Ρόκκος στη Σπλάντζια κτίστηκε από τους Ενετούς εποχή που μάστιζε η πανούκλα την πόλη

Ο ιστορικός πλάτανος στην πλατεία 1821 στη Σπλάντζια, εκεί κρέμασαν οι Τούρκοι τον επίσκοπο Μελχισεδέκ
Στα στενά του Κουμ Καπί
Η πύλη της άμμου και μέρος της ανατολικής τάφρου, μέχρι εδώ έφτανε η πόλη την εποχή των Ενετών από τη μεριά αυτή
Το κομμάτι του Κουμ Καπί έξω από την ανατολική τάφρο, εδώ που ζούσαν οι Χαλικούτηδες (Χαρίδημος Παπαδάκης, Οι Αφρικανοί στην Κρήτη: Χαλικούτες, 2008).
Το Γιαλί Τζαμισί και ο Φάρος στο βάθος


Στο Γιαλί Τζαμισί είχε έκθεση ζωγραφικής της Γερμανιδας ζωγράφου Rena Stollenwerk που ζει στα Χανιά. Όταν είδα ότι κατάγεται από το Duisburg, έσπευσα να της πω ότι στην πόλη αυτή ζει ο ξάδελφός μου Evangelos Koukouwitakis που επίσης είναι καλλιτέχνης. Και τότε μου είπε σε καλά ελληνικά: "Α, εγώ δεν ξέρω, ζω 25 χρόνια στην Ελλάδα, στο Duisburg πηγαίνω μόνο να δω τη μητέρα μου, τους φίλους μου, δεν γνωρίζω εκεί, εδώ είναι η πατρίδα μου". Και ο Βαγγέλης δεν γνωρίζει πολλούς στην Ελλάδα, παιδί μεταναστών, έφυγε πολύ μικρός στη Γερμανία, κι έμεινε.

Η Rena Stollenwerk ζει στο Γαλατά, κοντά στην περιοχή που ήταν το Γερμανικό Πουλί, οι μεγαλύτεροι το θυμόμαστε και οι ακόμη μεγαλύτεροι θυμούνται αυτούς που το έστησαν. Η απάντηση μου άρεσε, ήλθε την κατάλληλη στιγμή, με νωπή ακόμη την επίσκεψη της κυρίας Μέρκελ. 
Ένα από τα έργα της Rena Stollenwerk που εκτίθενται στο Γιαλί Τζαμισί

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Έκθεσις Ιδεών του Παύλου Μάτεσι και μνήμες από παλιά




Ιδέες και πρόσωπα εκθέτει ο Παύλος Μάτεσις στο “βραχέων κυματισμών και ελαφρών λογοτεχνικών ηθών” πόνημά του με τον συλλογικό τίτλο “Έκθεσις Ιδεών” (Καστανιώτης, 2006). Περιέχει κείμενα που πρωτοεμφανίστηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά την περίοδο 1985-2005. Με σαρκαστικό ύφος, ειρωνεία, πλούσια γλώσσα και με πολλές πληροφορίες παρουσιάζει καταστάσεις και κακοδαιμονίες κυρίως της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά με αναφορές και παραλληλισμούς με παλιότερες εποχές.

Στο κείμενο “Λογοκρισία και αγνωσία” αναφέρει περιπτώσεις “λογοκρισιακής βλακείας”, όπου απαγορεύονταν ολόκληρα έργα ή γινόταν παραποίηση του πρωτότυπου κειμένου ή του νοήματος. Έτσι, στην Αγγλία πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο απαγορεύτηκε ο Οιδίπους Τύραννος ως “έργο προσηλυτισμού εις αιμομειξίαν”, ενώ για 152 χρόνια (1681-1833) στην ίδια χώρα ο Βασιλιάς Λήρ παιζόταν με ... καλό τέλος (ούτε ο Λήρ πεθαίνει ούτε η Κορδήλια)!

Στο “Οφειλές της Κριτικής” δίνει παραδείγματα κριτικής από λογοτέχνες και καλλιτέχνες σε ομότεχνους (κακής κριτικής που έσταζε χολή, θα λέγαμε σήμερα). Ο Φώτος Πολίτης επιτίθεται στον Πιραντέλο ονομάζοντας το έργο του γελοίο και δείγμα του ευρωπαϊκού ξεπεσμού, ενώ αποκαλεί “κορύφωμα αηδίας” την ποίηση του Βάρναλη και “αρλούμπα” ένα ποίημα του Καβάφη. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι για τον Καβάφη έγραψε και ο Θεοτοκάς αρνητική κριτική (“ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής”), την ανασκεύασε όμως αργότερα δηλώνοντας ότι ήταν πολύ νέος τότε...

Στα “Εφήμερα” μας μιλά για τα εφήμερα, τα μικροσκοπικά ζωύφια που αναφέρει ο Ροϊδης για να υμνήσει “το αναγκαίο και το τραγικό του έρωτα” με παράθεση και φράσης του Αριστοτέλη: “ζή και πέτεται μέχρι δείλης [...] του ηλίου δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον” (το καταπληκτικό κείμενο του Εμμ. Ροίδη για τα εφήμερα, τα ζωύφια που ζουν μόνο μια μέρα και πεθαίνουν πάνω στον ερωτικό σπασμό πριν πιάσει νύχτα, βρίσκεται στη σελίδα του Σπουδαστήριου Νέου Ελληνισμού).

Συνεχίζοντας με τα κείμενα του Μάτεσι, στο “Έκθεσις Ιδεών” δίνει την εικόνα της βολεμένης μικροαστικής οικογένειας, με πλούσια γλώσσα και ανατριχιαστικές συχνά (σουρεαλιστικές) καταστάσεις (η κεντρική ιδέα μου θύμισε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου “Για την αγάπη της Γεωμετρίας”). 'Ενα δείγμα του ύφους του Μάτεσι στο τελείωμα της Έκθεσης Ιδεών της αριστεύσασας μαθήτριας Στ' Δημοτικού σχολείου των Βορείων Προαστείων: “... και γενικώς τα ζωάκια έχουν γεννηθεί διά να υμνούν τον άνθρωπο που είναι ο αυτοκράτωρ των ζώων. Επιπλέον, άμα εκλείψουν τα ζωάκια, ποιον θα τρώμε, τον συνάνθρωπό μας; Και έτσι μας προφυλάσσουν από το αμάρτημα της ανθρωποφαγίας μετά χοληστερίνης, και συντείνουν να διατηρούμεθα καλοί Χριστιανοί με σιλουέτα, και να μη μας τρώνε οι κακοί Χριστιανοί και οι όμορες αντίχριστες ορδές αλλά να τους τρώμε εμείς. Και υστερογραφικώς, οφείλετε να είσθε ευτυχισμένες, διότι όποιον κάνει τσακωτόν το κράτος να δυστυχεί, τον εκτελεί. Μερσί.

Θα σταθώ όμως στο κείμενο “Η βόμβα και τα δώρα” που μ' έφερε στα γυμνασιακά μου χρόνια. Αναφερόμενος στην 6η Αυγούστου του 1945, τότε που έπεσε η βόμβα στη Χιροσίμα για να σημάνει (πρόφαση δηλαδή) το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και περιγράφει πολύ όμορφα (όσο όμορφη μπορεί να είναι εκείνη η εικόνα) την εικόνα της ζωής και των ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής και αργότερα με την αμερικάνικη βοήθεια. Γράφει ο Μάτεσις:

“... Δέματα της Ούνρα, με θεσπέσια αμερικανικά αποφόρια. Οι ήχοι, και ο ρυθμός των ήχων στην άσφαλτο, άλλαζαν. Μέχρι τότε, οι δρόμοι αντιβούιζαν από τα τσόκαρα. Με ανυποχώρητη φιλοκαλία, πίστη στη ζωή, περιφρονώντας τον ενδημούντα χάρο, όπως η γυναίκα εκείνη του Σολωμού που γέλασε κατάμουτρα στον πειρασμό, οι αστέρες της Κατοχής είχαν αποφασίσει να μείνουν κομψά ποδεμένες. Έπλεκαν με βελονάκι το απάνω του παπουτσιού, σχέδιο συχνά ξεσηκωμένο κατά τη “βόλτα” από κάποια πρωτοπόρο της μόδας. Ο τσαγκάρης αναλάμβανε να το προσαρμόσει “μοδέρνα”, αλλά και στέρεα, πάνω στο δρύινο, δολοφονικού βάρους πέλμα, με τακούνι απειλητικού ύψους για τον εξ ασιτίας μόνιμο ίλιγγο της κυρίας. Σαν ράπισμα προς την πείνα, ο δρόμος αντιλαλούσε με ήχους σαν από καστανιέτες κυκλώπειες. Καμιά φορά, ο ρυθμός κοβόταν άμουσα από οιμωγή: κάποια που είχε προκαλέσει τις Μοίρες με ύψος τακουνιού υπερβολικό για τους θρεφόμενους με πληγούρι και σταφίδα αστραγάλους της, είχε στραμπουλήξει το πόδι της...

Τι μου θύμισε ο Μάτεσις εδώ. Ήταν γύρω στο 1972, στη μόδα ήταν τότε τα τσόκαρα, με ψηλά χοντρά ξύλινα τακούνια, ξυλοπάπουτσα δηλαδή. Περπατούσαμε και αντηχούσαν στο δρόμο, παντού, πέφταμε κιόλας, ήταν βαρειά και δεν αντέχαμε πάντα να ... τα κουβαλάμε στα πόδια μας. Πήγαινα στο φροντιστήριο του Μπάτση στα Χανιά. Και μας έλεγε ο Μπάτσης: “Τι τα φοράτε αυτά; Αυτά τα φοράγαμε στον Πόλεμο, λαλίνια τα λέγανε τότε...”. Λαλίνια λοιπόν αυτά που αναφέρει κι ο Μάτεσις, βέβαια τα λαλίνια της κατοχής που μας έλεγε ο Μπάτσης δεν είχαν δαντελίτσες, ήταν παπούτσια της ανάγκης (δυστυχώς δεν έχω εντοπίσει σε καμιά πηγή τη λέξη αυτή). Με συγκίνηση θυμήθηκα αυτό τον εξαιρετικό άνθρωπο και δάσκαλο. Καλή του ώρα!

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Φορές χρειάζομαι ένα σπίρτο, μόνο...


Φορές χρειάζομαι το φως ενός σπίρτου
για να φωτίσω τ' άστρα.

Φορές θυμάμαι ότι ανασαίνω
και για να μην το ξεχάσω αυτό σχεδόν δεν ανασαίνω.

Η ξένη φτώχεια μου αρκεί για να νιώθω φτωχός· 
η δική μου δεν αρκεί.

(Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές, εκδ. Ίνδικτος, 2004, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Θ' αχρηστευτούν μέσ' στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες;


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης κι επειδή λόγος γίνεται συχνά για το μέλλον των βιβλιοθηκών, βρήκα ταιριαστό το παρακάτω ποίημα της Ζέφης Δαράκη από την τελευταία της συλλογή "Ερήμωνε" στην ενότητα "Το μέλλον του θανάτου ποιο θα είναι;" (εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2012):

Όταν ξανάρθεις απ' τα περασμένα
μη ξαναρχίσεις εκείνα τα λόγια
που τα κάρφωνες σε αδέσποτους στόχους
Διότι τώρα κοιτάζω τα φθινόπωρα της άνοιξης
Τους καύσωνες του χειμώνα κοιτάζω
                           εκείνα τα παιδιά
μπροστά στο γκρεμό του Laptop

Και οι εικόνες που υψώνοντας τ' όνειρο αγγίζαμε πότε
με αγάπη πότε με ζήλεια πότε με κάποια κακεντρέχεια,
έμφλογες θα αιωρούνται κι όταν ακόμη θ' αχρηστευτούν μέσ'
στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες Κι εκατομμύρια
άνεργοι υπάλληλοι βιβλιοπωλείων διάσημων
και συνοικιακών, θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
Αφού θά 'χουνε γίνει πια ονειροπόλοι

Θα οσφραίνονται την άλλοτε οσμή του καινούργιου βιβλίου τη
θέαση και την αφή Θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
                                                                  άνεργοι,
σε αστροφώτιστους ακόμη δρόμους νυχτερινούς και έντρομοι
από τον Φραγκενστάιν, θ' αποστηθίζουν στίχους
από χαμένες σελίδες

Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά
λέει ο Ιωάννης,
ο "Θάνατος στη Βενετία"
οι "Αδελφοί Καραμαζώφ",
θα διαβάζονται πάντα στην πολυθρόνα
                         της γωνίας

Ζέφη Δαράκη εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτικη Βιβλιοθήκη της Αθήνας)

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ποια βιβλία γνώσεων διαβάσαμε παιδιά; Η αναγνωστική συμπεριφορά των παιδιών ή μια βιβλιοθήκη σε κάθε σχολείο.


Exploring a world of facts? ... two boys reading outdoors. Photograph: George Marks / Getty Images, από την ηλεκτρονική έκδοση της Guardian, 28 Σεπτ. 2012.

Η αγγλική εφημερίδα Guardian ξεκίνησε στις 28 Σεπτεμβρίου μία ενδιαφέρουσα συζήτηση στο ιστολόγιό της Booksblog σχετικά με τα διαβάσματα της παιδικής ηλικίας, ρωτώντας τους αναγνώστες να απαντήσουν ποια ήταν τα αγαπημένα τους βιβλία όταν ήταν παιδιά, συγκεκριμένα μάλιστα όχι τα μυθιστορήματα αλλά τα βιβλία γνώσεων. Αφορμή είναι η δημοσίευση Έκθεσης της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής σχετικά με την αναγνωστική συμπεριφορά και στάση των παιδιών και κυρίως των αγοριών στη Μεγάλη Βρετανία.

Όπως σημειώνεται, τα αγόρια διαβάζουν λίγο και μάλιστα πολύ λιγότερο από τα κορίτσια (το 76% των αγοριών στα βρετανικά σχολεία δεν τα πάνε τόσο καλά όσο τα κορίτσια). Αυτό οφείλεται σύμφωνα με την Έκθεση:
  • στο οικογενειακό περιβάλλον που ευνοεί περισσότερο τα κορίτσια σε  δανεισμό από βιβλιοθήκη ή αγορά βιβλίων και όπου βασικό ρόλο παίζουν οι μητέρες σε αυτό
  • στο σχολικό περιβάλλον, όπου οι δάσκαλοι δεν γνωρίζουν σύγχρονα και ελκυστικά κείμενα για τα αγόρια ή/και δεν δίνονται οι ευκαιρίες στα αγόρια να αναπτύξουν αναγνωστικά ενδιαφέροντα και να απολαύσουν την ανάγνωση
  •  στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φύλου, σύμφωνα με τα οποία δεν αξιολογούν τη μάθηση και την ανάγνωση ως κριτήρια επιτυχίας.
Την ίδια μέρα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα η επιστολή 26 συγγραφέων μη λογοτεχνικών παιδικών βιβλίων με τίτλο "Children need exciting non-fiction books – and libraries" (Τα παιδιά χρειάζονται συναρπαστικά μη λογοτεχνικά βιβλία - και βιβλιοθήκες) με αφορμή την παραπάνω Έκθεση. Οι συγγραφείς παρατηρούν την έλλειψη εκδόσεων σε βιβλία γνώσεων (εγκυκλοπαιδικών κτλ.), αλλά επίσης την έλλειψη (dearth) και ακόμη περισσότερο το θάνατο (death) των σχολικών και δημόσιων βιβλιοθηκών. Γι΄αυτό, διατυπώνοντας τις προτάσεις τους, καλούν τους εκδότες να πάρουν ξανά το ρίσκο τέτοιων εκδόσεων και τελειώνουν την επιστολή τους με την ευχή να μείνουν ανοιχτές οι βιβλιοθήκες: "... and keeping libraries open might be a good idea, too."

Το Διαδίκτυο, λένε οι συγγραφείς φταίει σε μεγάλο βαθμό όταν θεωρείται ότι μπορεί κανείς να βρει τα πάντα σε αυτόΣχετικά με την επίδραση του Διαδικτύου, θυμάμαι ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο δημοσιογράφου  της International Herald Tribune ("Όταν το Διαδίκτυο σκοτώνει την περιέργεια", Καθημερινή, Κυριακή 3/10/2010), όπου ο συγγραφέας έκανε λόγο για την αρνητική επίδραση του Διαδικτύου στην "παραγωγική κλιμάκωση της περιέργειας" (είχα ξαναγράψει εδώ).
  
Είναι αξιοσημείωτο ότι και νωρίτερα οι Βρετανοί συγγραφείς κινητοποιήθηκαν ώστε να κατοχυρωθεί νομοθετικά η ύπαρξη βιβλιοθηκών σε όλα τα σχολεία (Guardian, 27 Ιουν. 2012, "Authors call for 'a library in every school' legislation"), με αφορμή έρευνα της Ένωσης Σχολικών Βιβλιοθηκών σύμφωνα με την οποία το 80% των σχολικών βιβλιοθηκών έχουν υποστεί περικοπές στους προϋπλογισμούς τους τον τελευταίο χρόνο.

Βέβαια, άν οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις βιβλιοθήκες, που είναι πρωτοπόροι στο θεσμό της δημόσιας-λαϊκής βιβλιοθήκης και της σχολικής βιβλιοθήκης, τότε τι να πούμε για τη χώρα μας; Αναρωτιέται κανείς, τι προϋπολογισμοί διατίθενται για τη λειτουργία, τη στελέχωση και τον εμπλουτισμό τους. Όμως, πιστεύω ότι οι δημόσιες και οι δημοτικές βιβλιοθήκες, όπου υπάρχουν, προσπαθούν και σε πολλές περιπτώσεις κάνουν εξαίρετη δουλειά (συχνά αθόρυβα) και μακάρι να υπάρχει ή να δυναμώνει ακόμη περισσότερο η συνεργασία με τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς της περιοχής τους.

Μια εικόνα από τη δημοτική βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής, στο παράρτημα Κοντόπευκου, ένα πρωινό Σαββάτου, όπου μικρά παιδιά είχαν γεμίσει το αναγνωστήριο παρακολουθώντας με πολλή προσοχή τη συγγραφέα Βάσω Ψαράκη.
Επιστρέφοντας στην έρευνα της Guardian, έχει πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς τα σχόλια - απαντήσεις των αναγνωστών σχετικά με τα αγαπημένα ή τα πρώτα τους "εγκυκλοπαιδικά" διαβάσματα. 

Νοσταλγία; Γιατί όχι; 

Μήπως να καταθέταμε κι εμείς αντίστοιχες μνήμες; 

Για  μένα, τα πρώτα βιβλία γνώσεων που απέκτησα (σε τεύχη μάλιστα που στη συνέχεια έδεσα σε δύο τόμους) ήταν τα "Αιγαίο-Κνωσός-Μυκήνες" και "Η ανακάλυψη της γής" το 1967. Το δεύτερο ήταν "πανομοιότυπος ελληνική έκδοσις του υπό τον τίτλον La decouverte de la terre έργου των οίκων Larousse και Paris-Match", έκδ. 1965. Στη συνέχεια, αγόραζα (πάλι σε τεύχη) την "Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού" του Will Durant. Και η πρώτη ελληνική εγκυκλοπαίδεια που μου αγόρασε ο πατέρας μου στην Στ' Δημοτικού ήταν η δίτομη Εγκυκλοπαίδεια "Πρωίας". Αυτά.


Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης. Αυτό που ακόμη με ενθουσιάζει στο βιβλίο είναι οι εικόνες και οι φωτογραφίες του. Αξίζει να το αναζητήσει κανείς.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορία, του Γιάννη Ρίτσου

Ό,τι και νάναι, εδώ θα μείνω, - ψιθύρισε,
Ο γιαλός είναι μεγάλος, οι πέτρες
αλλάζουν χρώμα με το πέρασμα της ώρας.
Αν κοιτάξεις στο νερό, λίγο μετά το λυκόφως,
θα δεις τον τελευταίο γιο του Θυέστη
χωρίς σπαθί, χωρίς στεφάνι, μόνον
με την ουλή ενός άστρου στο δεξί του νεφρό.
Τ' άλλα θα πεις πως είτανε της μοίρας,
κι ο έρωτας κ' η σφαγή κ' η επάνοδος,
η πρόσκαιρη εξουσία, η έλλειψη απογόνων
και το μικρό, σιδερένιο σταυρουλάκι
περασμένο σε σπάγγο, κείνο το ίδιο βράδι,
πατημένο στο χώμα απ' τις οπλές των αλόγων.

(Αντιγραφή από τη συλλογή "Μαρτυρίες", εκδ. Κέδρος 1977.
Τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν την περίοδο 1964-1966)

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

"Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό"



Για άλλη μια φορά, η Ιωάννα Καρυστιάνη παίζει με τις λέξεις και με το λόγο, το λόγο τον καθημερινό, τον ιδιωματικό, το λόγο των απλών ανθρώπων.  

Μετά τους " γαϊδουρόθυμους" στο "Κουστούμι στο χώμα" και τις περίφημες είκοσι τέσσερις λεπτές "κυπαρισσοσανίδες" στη "Μικρά Αγγλία" (από τα καλύτερα για μένα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας), στο τελευταίο της βιβλίο "Καιρός σκεπτικός" χρησιμοποίησε τη λέξη "νταμαχιά" στη φράση "Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό". 

Έψαξα να βρω τι θα πει "νταμαχιά", δεν το βρήκα στα λεξικά, βρήκα δυο αναφορές στο Διαδίκτυο, αλλά χωρίς ορισμό. Θυμήθηκα τα περί ευφωνίας της κρητικής διαλέκτου όπως πολύ αναλυτικά την περιγράφει ο Μιχαήλ Καυκαλάς ("Περί της ευφωνίας της κρητικής διαλέκτου", Λεξικογραφικόν Δελτίον, Παράρτημα 5, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, Αθήνα, 2000), όπου κάνει λόγο για την ηχηροποίηση στον προφορικό λόγο  των άηχων συμφώνων κ, π, τ για λόγους ευφωνίας, εδώ του τ, μετατρέποντάς το σε ντ.  

Έτσι, έψαξα  "ταμαχιά", δεν το βρήκα, βρήκα όμως ότι υπάρχουν οι λέξεις " ταμάχι" και "ταμαχιάρης" με αραβοτουρκική προέλευση. Στο Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) γράφει:

ταμάχι το [tamáxi] : (λαϊκότρ.) πλεονεξία, λαιμαργία: Εσένα παιδάκι μου θα σε φάει το ~. [τουρκ. tamah (από τα αραβ.)

ταμαχιάρης -α -ικο [tamaxáris] : (λαϊκότρ.) πλεονέκτης, λαίμαργος, αχόρταγος. || (ως ουσ.) [ταμάχ(ι) -ιάρης (πρβ. τουρκ. tamahkâr)] 

Ατιμία λοιπόν η πλεονεξία, αλλά και χτικιό η γκρίνια, λέει η Σούλα, ηρωίδα ενός από τα πιο όμορφα διηγήματα της συλλογής.

"...Ο τρόπος της οδηγία από τον παππού της, εργάτη στη γούνα, μια ζωή με την τσάγγα, τον τσιόκο, την ξύστρα και τη σταματούρα, χωμένο στις μπάλες με τους χορδάδες, που μετά από σαράντα χρόνια στη δουλειά της ευπορίας και της πολυτέλειας αξιώθηκε να τιμήσει τη γυναίκα του με μια καφαδόγουνα και την κόρη του με μια λαγόγουνα.
Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό, έλεγε, εμάς ο σωσμός μας είναι η καλή καρδιά, αυτή ανυψώνει και το νου, αυτή κάνει τον άνθρωπο και όχι τα βιζόν και οι αρζαντέδες..."

Σε όλα τα διηγήματα, οι ήρωες της Καρυστιάνη είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, από διάφορα μέρη της Ελλάδας και με τα χαρακτηριστικά του τόπου και της ιστορίας τους.

"... Οι γονείς της γενιάς που σκόνταψε στον πόλεμο, έχασε το ματς του αντάρτικου κι έφαγε την κανονιά της φτώχειας, τσαπί και λάσπη..."

Και δεμένα με τη σημερινή κατάσταση, τη φτώχεια, την αναδουλειά, την ασκήμια.

"... Την τελευταία διετία το κατάστημα μπαίνει μέσα. Η οικοδομή νεκρή, οι αγρότες δεν επισκευάζουν τα σπίτια τους, το φρεσκάρισμα των χρωμάτων αναβάλλεται επ' αόριστον.
Περπατώντας στην πόλη βλέπει τις ξεφτισμένες μπογιές στα πορτοπαράθυρα και τις τάπες της μούχλας στα ντουβάρια και σκέφτεται πως το ταμείον είναι μείον ..."

Αλλά και τη Μαριάννα Κορομηλά θυμίζεται με τις ατελείωτες ξεναγήσεις της στα μέρη της Τουρκίας (κι εγώ θυμάμαι εκείνες τις όμορφες εκπομπές της στο ραδιόφωνο με τις περιγραφές των τόπων αυτών).

"...'Οταν εγώ σε παρακαλούσα να πάμε στην Τουρκία, έλα, Τόλη μου, να μας πάει η Κορομηλά να προσκυνήσουμε τα ματωμένα χώματα, αυτή ξεθεώνει κόσμο, μου 'λεγες, ατελείωτες ξεναγήσεις, ορειβασία, πεζοπορία και πούλμαν σε γκρεμούς..."

Ήρωες βασανισμένοι, πονεμένοι, που κάνουν απολογισμό ζωής και ονειροπολούν ή αναστοχάζονται, μα δε γκρινιάζουν, η γκρίνια είναι χτικιό.

"... Ιστορίες να μου φέρεις. Αλλά να χαρείς, δίχως ανθρώπινα θύματα. Ετοίμασε μερικά ωραία τοπία. Με πλούσια βλάστηση. Να πεις εκείνο με το ποτάμι και τα βουβάλια. Α, κι εκείνο με τις πυγολαμπίδες στις φτέρες. Εσύ θα βάλεις τα τοπία της εξοχής κι εγώ το φρικασέ..."
 
Κι εγώ βάζω μια Σούλα ακόμη:

Η δική μας Σούλα στο χωριό την ώρα που πλένεται και πίσω ένα από τα Σουλάκια της

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Τρία ποιήματα για τα Χανιά



 Αντιγράφω από την ποιητική συλλογή “Περνώντας βάφεσαι μπλε” της τρυφερής κι ευαίσθητης Χανιώτισσας ποιήτριας Ελένης Μαρινάκη (εκδ. Πλέθρον, 1987). Λες και γράφτηκαν για μένα και για όσους αφήνουμε την πόλη μας για να επιστρέψουμε πάλι και πάλι...

(Σε όσους ξέρουν πως αυτή
η πόλη είναι στην πραγματικότητα
η μπλε τεντωμένη κλωστή
που πάνω της περπατούμε
γέρνοντας πότε μπροστά και πότε
πίσω, διαρκώς ταλαντευόμενοι.
Σ' αυτούς που από τα παράθυρά τους
κάθε πρωί βλέπουν τα αόρατα νήματα
της μεγάλης σκηνής να απλώνονται
για να αρχίσουμε πάλι το παιχνίδι).

Χανιά, Δεκέμβριος 1986
                                 Ι

Κάποτε θα γράψω μια ωδή σε σένα
                πόλη
με τους ποταμούς των κυμάτων
που ξεδιπλώνουν υποσχέσεις.
Στους δρόμους σου έχουμε ξεχαστεί από καιρό
περιηγητές της παιδικής σου ηλικίας
ερασιτέχνες αλιείς εικόνων
με ήλιο και σκιά
φωτογράφοι της ζωής σου
πλανόδιοι, μικροπωλητές στα πανηγύρια
ηδονοβλεψίες της αβάσταχτής σου ομορφιάς.
Κάποτε επιτέλους θα φτάσω
με τρικάταρτο στις αυλές σου
για να φυτέψω πάλι βιγκόνια
και βασιλικό.
                                 ΙΙ 

Ζηλεύω που δίνεσαι σε όλους τους άλλους
με την καθημερινή σου φορεσιά.
Τη συνηθισμένη.
Εμένα με δέχεσαι μόνο με τις γιορτινές σου
γιρλάντες Χριστούγεννα – Πάσχα
έτσι για να με κάνεις να νοιώθω
περπατώντας στους δρόμους σου
αιώνια ξένη.
                                  ΙΙΙ.

Πόσον καιρό από μακριά
κρατώ το σφυγμό σου.
Σ' έχω δει να κερδίζεις άλλοτε
στα χαρτιά και άλλοτε στην αγάπη.
Μα κυρίως να χάνεις.
Δυνατές βροχές παίρνουνε μαζί τους
τα παλιά σου χρώματα και μένεις
γυμνή από μνήμες.
Ευτυχώς που υπάρχουνε οι εξαίσιοι
μάγοι να καταγράφουν όλα
τα φωτεινά σου σημεία
όλα τα σκοτεινά σου πρόσωπα.
  (Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στις 28 Αυγούστου στο παλιό λιμάνι με μελτεμάκι)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι βιβλιοθήκες και τα πανηγύρια, με αφορμή ένα άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου


Γράφω το παρακάτω κείμενο με αφορμή το άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στα Νέα την Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012 με τίτλο [Ανορθόδοξα] Οι 105 δημοτικές βιβλιοθήκες. Επισκέπτομαι συχνά δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, δανείζομαι βιβλία και έχω άποψη για το ρόλο, τη λειτουργία και τις ανάγκες τους, αλλά και για τις αδυναμίες και τα προβλήματά τους. Βρήκα το άρθρο του Τ. Θ. ειρωνικό και χωρίς απάντηση ουσιαστικά στο ίδιο το πρόβλημα. Μικρή δική μου συμβολή ως απάντηση:

Και τελικά κύριε Θεοδωρόπουλε, ποια είναι η δική σας γνώμη για τις βιβλιοθήκες; Να κλείσουν λοιπόν, αφού οι δήμαρχοι έχουν την πολιτική και την κουλτούρα που αναφέρετε και που σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι κι έτσι; Δώστε την άποψή σας ως πνευματικός άνθρωπος (που σας διαβάζω, να ξέρετε), συμβάλετε κι εσείς ώστε οι δήμαρχοι να μην νοιάζονται μόνο για τα γλέντια και τα πανηγύρια τύπου "Παπαρίζου" (αλήθεια ξεχνάτε φαίνεται ότι τα "γλέντια" αυτά και οι "καλλιτέχνες" αυτοί έγιναν σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού και της ψυχαγωγίας μας με ανώτατη καθοδήγηση, πολύ πιο πάνω από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θυμάστε τις ζεμπεκιές φαντάζομαι...). 

Και με την ευκαιρία, αναρωτιέμαι, ποια η άποψή σας για το "άνοιγμα" της Εθνικής Βιβλιοθήκης με τη διοργάνωση ποιητικών και μουσικών εσπερίδων, αλλά χωρίς επί της ουσίας άνοιγμα  στους θησαυρούς της; Και ποια η γνώμη σας για τη Βιβλιοθήκη Κοραή στη Χίο που για άνοιγμα διοργάνωσε εκδήλωση για τον Καζαντζίδη και που κατά τα άλλα περιέχει κι αυτή θησαυρούς ανεκμετάλλευτους; Δεν αξιολογώ εδώ τον Καζαντζίδη, την Παπαρίζου ή τη Βίσση. Όντως πολλοί δήμαρχοι δεν ξέρουν τι έχουν οι βιβλιοθήκες τους, όντως πολλοί άνθρωποι των βιβλιοθηκών δεν κινούνται όπως θα έπρεπε και θα μπορούσαν για τη διάδοση της ίδιας της αξίας και του περιεχομένου των βιβλιοθηκών τους.

Ποιά η γνώμη σας για τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες που έχουν θησαυρούς από την τοπική ιστορία και παράδοση, που όμως παραμένουν ερμητικά κλειστοί σε κάποια συρτάρια ή μπορεί και υπόγεια, την ίδια στιγμή που διοργανώνονται πολλές εκδηλώσεις με την πρωτοβουλία και τη δουλειά των ανθρώπων στις βιβλιοθήκες αυτές και με τη συνδρομή και καθοδήγηση/συντονισμό ενός συγκεκριμένου φορέα; Οι εκδηλώσεις αυτές είναι παραπάνω από αξιόλογες, μπορώ να πω ότι δεν θυμάμαι άλλη εποχή με τόση προς τα έξω παρουσία των βιβλιοθηκών και με αναφορές όχι μόνο στον αθηναϊκό αλλά και στον τοπικό τύπο. 

Όμως, κι εδώ δεν βλέπετε μια αντίφαση; Προσωπική μου άποψη είναι ότι οι ανοιχτές εκδηλώσεις με διοργανωτές τις βιβλιοθήκες είναι απαραίτητες και μάλιστα στη χώρα μας χωρίς κουλτούρα (τολμώ να ομολογήσω) χρήσης των βιβλιοθηκών, μπορούν μεν να συμβάλλουν στην προσέγγιση των πολιτών, στην εξοικείωση και τελικά στη χρήση τους, αλλά και πάλι πιστεύω ότι ο ρόλος τους δεν είναι μόνο αυτός και ότι από μόνες τους οι εκδηλώσεις δεν συμβάλλουν στη διάδοση της ανάγνωσης και πολύ περισσότερο στη γνωριμία και διάδοση του πολιτισμού της γνώσης (της κάθε γνώσης).

Συμφωνώ μαζί σας, γι' αυτό και αντιγράφω:

"Η ύπαρξη και η καλή λειτουργία μιας βιβλιοθήκης δεν αφορά μόνον τους βιβλιόφιλους. Αφορά το κοινωνικό σύνολο, έχει να κάνει με τη γενική παιδεία, έχει να κάνει με την καλλιέργεια, εντέλει έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Δεν είναι απλό διακοσμητικό συμπλήρωμα του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι ένα από τα συστατικά του κύτταρα. Μας απασχολεί η σχέση του πολίτη με τον δημόσιο χώρο; Εξίσου σημαντική είναι και η σχέση του με τις βιβλιοθήκες"

Λοιπόν, σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία. Να μια ευκαιρία για καμπάνια και για δημιουργική συμβολή, από τους δήμους, από τις βιβλιοθήκες, από το Υπουργείο Παιδείας, από τους "ευεργέτες", από τους πνευματικούς ανθρώπους. 

Κύριε Θεοδωρόπουλε, έχουμε διαλύσει και δεν φταίμε όλοι και δεν παίζαμε όλοι παλαμάκια όταν οι ηγέτες μας χόρευαν στο ρυθμό της ζεμπεκιάς της μακαρίτισσας της Σακελλαρίου. Δεν βάζουμε σεμεδάκια στα ράφια της βιβλιοθήκης μας όλοι. Δεν είναι οι βιβλιοθήκες για τα αζήτητα, ακόμη και όπου οι τυπικά προϊστάμενοί τους όπως οι δήμαρχοι, νοιάζονται για τα ρουσφέτια και την επανεκλογή τους.

Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει…

 Έτσι τελειώνει ο Ηλίας Κατσούλης το τραγούδι για το μικρό Σεπτέμβρη, που όμως λέει μέσα:

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παληκαράκι τρυγάει τ’ αμπέλι του...

Καλό Σεπτέμβρη λοιπόν, καλή σχολική χρονιά. Να μη μιλήσω για σχολικές  βιβλιοθήκες. Εδώ, ποιος φταίει; Οι διευθυντές των σχολείων; Να μη μιλήσω για τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες. Που στήθηκαν πάνω στην άμμο και τώρα χωρίς προσωπικό και χωρίς χρήματα όσοι έχουν απομείνει παλεύουν με τα κύματα στην κυριολεξία. Πού είναι το Υπουργείο Παιδείας; Πού είναι η Μεγάλη Ελλάδα; Πού την παρέδωσαν τελικά; 

Θλίβομαι...

η νύχτα μεγαλώνει…

Ας κάνουμε κάτι!