Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Ιστορία του γερασμένου παιδιού, της Τζέννυ Έρπενμπεκ: ιστορία αντίστασης στη λήθη για ένα παιδί πεταμένο έξω απ’ το χρόνο

Στην αρχή μου φάνηκε παράξενο βιβλίο. Η ιστορία εξελίσσεται σιγά-σιγά, με πολλές λεπτομέρειες η ζωή στο ίδρυμα και οι συμπεριφορές των άλλων παιδιών στο δεκατετράχρονο κορίτσι, στην αρχή αναρωτιέσαι ποιο το νόημα, είναι και το ύφος της αφήγησης ιδιαίτερο, ο λόγος γίνεται κοφτός, μερικές φορές αναρωτιέσαι αν φταίει η μετάφραση.

Έτσι νόμιζα, έκανα διάφορες σκέψεις, δεν είχα διαβάσει το επίμετρο του μεταφραστή και προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται. Όσο προχωρούσε όμως η ανάγνωση, στην αρχή ένιωσα μια συμπάθεια για την ηρωίδα του βιβλίου, ένα παράξενο, μοναχικό πλάσμα, δύσμορφο, παχύ, όμοιο με τις φιγούρες του Μποτέρο, είναι ν' αναρωτιέται κανείς αν τυχαία ταίριαξε η φιγούρα του κοριτσιού στον πίνακα του Μποτέρο (όπως στο παραπάνω εξώφυλλο) ή αν ο Μποτέρο εμπνεύστηκε τις γυναικείες φιγούρες του από τις περιγραφές της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Αυτή είναι η συγγραφέας της νουβέλας "Ιστορία του γερασμένου παιδιού" (εκδ. Ίνδικτος 2004, μετάφραση Αλέξ. Κυπριώτης), το οποίο αναφέρεται στην (αληθινή) ιστορία ενός δεκατετράχρονου κοριτσιού σε ένα ίδρυμα μιας πόλης και μιας χώρας.

Αλλά, ας μην πω την ιστορία, αν και το βιβλίο έχει εξαντληθεί (και είναι κρίμα), μπορεί να βρεθεί σε κάποια βιβλιοθήκη (εγώ το βρήκα στη Βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου Ιδρύματος) γιατί αξίζει να διαβαστεί. (Σ' αυτό πρέπει να κάνω μνεία στη Βιβή Γ. και στη Λέσχη Ανάγνωσης Degas όπου πρωτοδιάβασα για τη συγγραφέα και το βιβλίο).

Το ονομάζουν πολιτικό βιβλίο, και νομίζω τελικά έτσι είναι, και συγκεκριμένα, όπως διαβάζω στη σελίδα του Ίνδικτου "μια αλληγορικὴ ελεγεία για την πτώση του πάλαι ποτὲ «υπαρκτού σοσιαλισμού», μια παραβολὴ για το κλειστό «ίδρυμα» της Ανατολικής Γερμανίας".

Η ιστορία ξεκινά με την εικόνα ενός παιδιού στο δρόμο μ' ένα κουβά στο χέρι. Δεν θα πω πολλά για το γερασμένο παιδί της ιστορίας, θα πω μόνο πως η χώρα είναι η Ανατολική Γερμανία ή Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και η πόλη είναι η Δρέσδη.

Όταν στο ίδρυμα γιορτάζουν μια επέτειο στις 13 Φεβρουαρίου, όπως σε όλη την πόλη, χωρίς να την κατονομάζουν, καταλαβαίνουμε πως είναι η Δρέσδη. 13 Φεβρουαρίου 1945 ήταν η πρώτη μέρα βομβαρδισμού της από τις συμμαχικές δυνάμεις. Ήταν για ν΄αφήσουν και οι σύμμαχοι το  μήνυμα πως ο πόλεμος, απ’ όπου κι αν προέρχεται, είναι άγριος και απάνθρωπος. Γράφει λοιπόν η Έρπενμπεκ:

«Στις 13 Φεβρουαρίου βομβαρδίστηκε για πρώτη φορά η πόλη, βομβαρδίστηκε μια φορά, κι ύστερα, όταν οι άνθρωποι βγήκανε στα τέσσερα απ’ τα υπόγεια, αμέσως άλλη μία, βομβαρδίστηκε τόσο πολύ που ο ποταμός που βρίσκεται η πόλη άρχισε να βράζει, και δεν έμεινε τίποτα από την πόλη όρθιο».

Ο ποταμός είναι ο Έλβας. Ο διευθυντής του ιδρύματος έβγαλε λόγο για την επέτειο και μίλησε «για τον ποταμό που έβραζε, και που λέει ότι εκείνοι που πέσανε στον ποταμό, για να γλυτώσουνε από τη φωτιά, γίνανε βραστοί».

Το δεκατετράχρονο κορίτσι δεν μπορεί να φάει και ρωτά τη μαγείρισσα: «Γιατί γίνεται γιορτή σήμερα, αφού οι άνθρωποι γίνανε βραστοί;»

Και η μαγείρισσα απαντά: «Πρέπει να γιορτάζουμε αφού δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε».

Η Δρέσδη μετά τους βομβαρδισμούς το Φλεβάρη 1945 (Πηγή φωτογραφίας εδώ)
Πολλοί είπαν πως το βιβλίο αυτό της Έρπενμπεκ είναι μια παραβολή για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Νομίζω πως ο παραπάνω διάλογος είναι σίγουρα μια αλληγορία για το δράμα της χώρας αυτής, τουλάχιστον στα μάτια και στην καρδιά της συγγραφέα, που γεννήθηκε πολύ μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, ζει όμως τη χώρα αυτή πριν και μετά την πτώση του Τείχους και την αφομοίωσή της από τη Δυτική Γερμανία (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει γενικά, αλλά κυρίως για την ίδια).

Ο χρόνος, οι μνήμες και η λήθη φαίνεται ν’ απασχολούν τη συγγραφέα. Λέει σε κάποιο σημείο:
«... το κορίτσι καταλαβαίνει ότι έχει κάνει λάθος στο χρόνο της μέρας. Δεν είναι καθόλου πρωί, είναι βράδυ. Σαν τυφλή έπεσε πάνω στο χρόνο...».

Κι όταν το κορίτσι αναπολεί τα Σάββατα στο σχολείο και «κρατιέται απ’ την ανάμνηση του αδειάσματος των ερμαρίων», της μένει το «κάθε Σάββατο», που «συμβολίζει την τάξη και τον κανόνα, ότι ξέρει κανείς τί να κάνει, τί να περιμένει, κι ότι ξέρει κανείς τί είναι».

Τί άλλο θα μπορούσε να γράψει για να θεωρηθεί πικρή αλληγορία από την ερμηνεία που δίνει για το κορίτσι που προσπαθεί να θυμηθεί και που «φαίνεται σαν να ΄χει χάσει μαζί με την ανάμνηση για κείνο που πρέπει να είναι. Έχει την εντύπωση ότι είναι σαν κάποιον που συρρικνώθηκε, σαν κάποιον που συρρικνώθηκε μέσα στο χρόνο σαν μέσα σε φωτιά, κι είναι τώρα ένα κομματάκι σε κάποιο ίδρυμα για παιδιά». Το παιδί βρίσκεται στο νοσοκομείο, οι συμμαθητές του δεν έρχονται να το δούν, κι αυτό νιώθει «πεταμένο έξω απ’ το χρόνο».

Ο μεταφραστής, Αλέξανδρος Κυπριώτης, μεταφέρει στο επίμετρο την άποψη που υπάρχει για το βιβλίο ότι πρόκειται για παραβολή – ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας – και για «απάντηση στην καρατομημένη νοσταλγία που επινόησαν οι Δυτικοθρεμμένοι ειδικοί και η βιομηχανία του μάρκετινγκ». Και συνεχίζει:

«Η Τζέννυ Έρπενμπεκ μοιάζει να υπερασπίζεται πεισματικά τη γοητεία του τερατώδους, δεν ωραιοποιεί το παρελθόν, αλλά ούτε το αποποιείται, το απογυμνώνει, του κατεβάζει το «συλλογικό βρακί» και το καταθέτει ως προσωπική εμπειρία, ως βιωμένο παρελθόν, ως μία καταδικασμένη εκ των προτέρων αντίσταση, που πέρα από την πρώτη ανάγνωσή της αντιστέκεται σ’ αυτό ακριβώς  που φαίνεται να ιστορεί: τη λήθη».

Είναι μια ιστορία αντίστασης στη λήθη για κομμάτια της ιστορίας του 20ου αιώνα πεταμένα έξω από το χρόνο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τον καθένα...

Και η Δρέσδη ένα τέτοιο κομμάτι είναι... 

2 σχόλια:

  1. Κατερίνα,με πολλή χαρά ανέβασα την ανάρτησή σου στο fcb https://www.facebook.com/vivi.georgando
    εστιάζοντας στην φράση σου "το βρήκα στη Βιβλιοθήκη του Ευγενίδειου Ιδρύματος".
    Πολλαπλές οι αναφορές μας δηλαδή: καλά βιβλία,ενδιαφέροντες συγγραφείς,άψογοι μεταφραστές κτλ και να μην ξεχνάμε τις βιβλιοθήκες.Μπράβο βρε Κατερίνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ'ευχαριστώ Βιβή και πάλι! Όχι μόνο για την ανάρτηση αλλά και για τις αναγνωστικές προτάσεις, είναι διαλεχτές. Ξέχασα να γράψω κι εγώ την ευχή να μπορούσε να ξαναεκδοθεί το βιβλίο. Και μακάρι να μπορέσουν να το πάρουν και βιβλιοθήκες, που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης, ο εμπλουτισμός σε νέες εκδόσεις δεν είναι όπως θα θέλαμε και θα έπρεπε.

      Διαγραφή