Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Camus Albert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Camus Albert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Μαρία Καζαρές: Η ζωή είναι όνειρο


Τι είναι η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη, μια χίμαιρα,  μια σκιά. Στιγμή στου απείρου το χάος είναι απ' ότι φαίνεται μεγάλη. Γιατί η ζωή είν' ένα όνειρο, τι άλλο! Και τα όνειρα, είναι όνειρα του ονείρου.

Λόγια του Ισπανού δραματουργού και ποιητή του 17ου αιώνα Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα από το θεατρικό έργο του  «Η ζωή είναι όνειρο». Το αντέγραψα από το βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και απηχεί τον ψυχισμό και την προσωπικότητα της γυναίκας που περιγράφει. Πρόκειται για το βιβλίο «Η μοναδική Μαρία Καζαρές» της Γαλλίδας συγγραφέα Ανν Πλανταζενέ που αφηγείται τη ζωή της σπουδαίας Ισπανογαλλίδας (ή Γαλλίδας με Ισπανική καταγωγή) ηθοποιού Μαρία Καζαρές. Η Μαρία ήταν Ισπανίδα, γεννημένη το 1922 στην Κορούνια της Ισπανίας. Ο πατέρας της, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα, ήταν πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας. Πολλοί δημοκρατικοί τον θεωρούσαν ανίκανο και δειλό πολιτικό, ενώ οι εθνικιστές «εχθρό της ενωμένης μεγάλης και ελεύθερης Ισπανίας του Φράνκο». 

Η Μαρία έφυγε με τη μητέρα της από την Ισπανία το 1936.

Αυτή είναι η Μαρία Βικτόρια Κασάρες Πέρεθ αλλά όλοι τη φωνάζουν Βιτολίνια, εκτός από τον πατέρα της που προτιμά το Βίτολα.
Είναι ξαπλωμένη σε ένα παγκάκι στο σιδηροδρομικό σταθμό του Περτύς στα ανατολικά Πυρηναία, με το κεφάλι στον μηρό της μητέρας της, φοράει ένα κοντό πανωφόρι με επένδυση και μποτίνια και γύρω από τα μαύρα της μαλλιά, πλεγμένα σε κοτσίδα, έχει δεμένη μια ανοιχτόχρωμη κορδέλα. Είναι ένα πρωί το Νοέμβρη του 1936, χαράματα. Παρά τα ζεστά και άριστης ποιότητας ρούχα τους, το κρύο πιρουνιάζει τα κόκαλα τους και στο τρένο από τη Βαρκελώνη που τις έφερε ως τα σύνορα δεν κοιμήθηκαν όλη νύχτα, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που το κορμί της μητέρας τινάζεται από σπασμούς, από συσπάσεις, κάνοντας κάθε τόσο το κεφάλι της Βιτολίνιας να δονείται. Η Γκλόρια Πέρεθ Κασάρες, στητή, με το όμορφο πορσελάνινο πρόσωπό της ανέκφραστο και τα μάτια της, διάφανου μπλε χρώματος, καρφωμένα σ' ένα σημείο που μονάχα εκείνη μπορεί να δει, κλαίει. Μοιάζει με εξόριστη Ρωσίδα πριγκίπισσα, με τα ξανθά λεπτά μαλλιά της, κομμένα σε κομψό καρέ,  και τον σωρό από βαλίτσες από δέρμα χοίρου δίπλα της, με τη μοναχοκόρη της ξαπλωμένη πάνω της στα δεξιά της κι έναν νεαρό να έχει πάρει την ίδια στάση στα αριστερά της. [...]

Η Βιτολίνια για πρώτη φορά βρίσκεται μακριά από την πατρίδα της την Ισπανία. Είναι τα πρώτα της λεπτά στη Γαλλία, σ' ένα μικροσκοπικό σιδηροδρομικό σταθμό όπου ένα μεγάφωνο μεταδίδει κατ' επανάληψη ένα τραγούδι του οποίου καταλαβαίνει κάποια λόγια από το ρεφραίν: Tout va très bien, Madame la Marquise1 

Η Μαρία και η Γκλόρια, η μητέρα της, νόμιζαν ότι θα έφευγαν για λίγο διάστημα στη Γαλλία, ίσως για λίγους μήνες, ώσπου να φτιάξει η κατάσταση στη χώρα τους, πίστευαν ότι η ισπανική δημοκρατία είχε γερά θεμέλια και  πολλούς υποστηρικτές. Αυτή δεν είναι η προσμονή όλων των προσφύγων, και τελικά η μοίρα τους να πεθαίνουν σε ξένο τόπο;

Οι χώρες που ο πατέρας της ισχυριζόταν πως ήταν φιλικές, ανάμεσά τους και το Λαϊκό μέτωπο του Λεόν Μπλουμ,  ψήφισαν ένα σύμφωνο μη παρέμβασης και οι εθνικιστές προμηθεύονταν όπλα από τη Γερμανία. Η δημοκρατική Ισπανία εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της. Η  κόρη κι ο νεαρός είναι ξαπλωμένοι στο παγκάκι, σαν να αιωρούνται μερικά εκατοστά πάνω απ' το έδαφος,  μονάχα της μητέρας τα πόδια πατάνε στο χώμα της Γαλλίας.

Έτσι περιγράφει συνοπτικά την ηρωίδα της η Πλανταζενέ:

Αν μονάχα ήταν ο πατέρας της εδώ... Ο πατέρας της ο Σαντιάγο Καζάρες Κιρόγα, που διετέλεσε πολλάκις υπουργός, ο τελευταίος πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου της δεύτερης ισπανικής Δημοκρατίας πριν από το πραξικόπημα του Φράνκο στις 18 Ιουλίου του 1936,  κατηγορούμενος σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, την οποία η κόρη του δεν αποδέχεται, ότι αρνήθηκε να δώσει όπλα στους εργάτες, αδυνατώντας να διαχειριστεί την κατάσταση με την ανικανότητά του να ευθύνεται για την έναρξη του εμφυλίου. Ο πατέρας της που πέθανε εξόριστος, τέσσερα χρόνια μετά τη γυναίκα του του 1950, αποκηρυγμένος, αποδοκιμασμένος, τη χρονιά του Ορφέα. Ορφανή. Αυτός ο πόνος δεν θα υποχωρήσει ποτέ. Ο πατέρας της πέθανε στο δωμάτιο της, σ' εκείνο το δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει στο τέλος, στο κρεβάτι της. Η Μαρία δεν φοβάται τα φαντάσματα. Από φαντάσματα είναι γεμάτα η Γαλικία και τα παραμύθια της παιδικής της ηλικίας, τα φαντάσματα αποτελούν μέρος της ζωής όπως ακριβώς και τα όνειρα,  οι αναμνήσεις, οι τύψεις και ο θάνατος. Η Μαρία αποδέχεται πλήρως την παρουσία αυτών των άυλων σωμάτων, όπως αποδέχεται και τη ζωή με οτιδήποτε αυτή εμπεριέχει, χωρισμούς, στιγμές δόξας, πένθος [...] Ο Καμύ την ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Λέει πως η Μαρία διακατέχεται από το δαιμόνιο της ζωής. Τρώει σαν λύκος, γελάει εκκωφαντικά , είναι φλογερή στον έρωτα, κοιμάται βαριά, για ώρες, συνεχόμενα, ο ύπνος της είναι ανανεωτικός.

Η Μαρία έγινε σπουδαία ηθοποιός, διάσημη, φωτογραφίες της βρίσκονται σε όλα τα περιοδικά, γράφουν για τη νεαρή εξόριστη Ισπανίδα με τα πράσινα μάτια που θριάμβευσε στη Ντίαρντρη των θλίψεων2, την περιγράφουν να έχει ύψος 159 ή 161 ή ακόμα 156.  

Έπαιξε στον κινηματογράφο σε ταινίες του Καρνέ, του Μπρεσσόν, του Κοκτό, στο πλευρό του Ζεράρ Φιλίπ ή του Ζαν Μαρσαί και άλλων. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στο θέατρο, ιερό τέρας, τεράστια τραγωδό την αποκαλούσαν. Έμεινε στην ιστορία η ερμηνεία της στo ρόλο της Λαίδης Μάκβεθ που ανέβηκε στο φεστιβάλ της Αβινιόν το 1956 σε σκηνοθεσία του Ζαν Βιλάρ (Jean Vilar). Ο τύπος ήταν διθυραμβικός, σαν αναμμένη δάδα η φωνή της έγραφαν. Στα ημερολόγιά της είχε σημειώσει τη φράση «Η κόλαση είναι σκοτεινή» από το έργο, προφανώς μαρτυρώντας δικές της σκέψεις και ανησυχίες. 

Η Μαρία Καζαρές ως Λαίδη Μάκβεθ (Πηγή: https://mariacasares.wordpress.com/tag/lady-macbeth/)

Το 1944 γνώρισε τον Αλμπέρ Καμύ. Ήταν μια αγάπη που κράτησε μέχρι το θάνατο του δεύτερου το 1960. Ο Καμύ ήταν παντρεμένος, απέκτησε παιδιά, ο έρωτάς τους ήταν κρυφός, οι συναντήσεις τους αραιές, πέρασαν τέσσερα χρόνια χωριστά, αλλά ξανάσμιξαν. Γράφει στο ημερολόγιό της: «η αγάπη μας δεν έχει άλλο στήριγμα από την ίδια της την ύπαρξη, χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, χωρίς λόγο». Κι αλλού: «αν έχουμε αγαπήσει κάποιον κάποτε, τότε δεν είμαστε ποτέ πια μόνοι».

Στα τέλη του 1959 είχαν καιρό να σμίξουν. Θα ξανανταμώνανε το Γενάρη, έτσι είχαν σκοπό. Θα φορέσει το μαύρο αδιάβροχο και το καπελάκι που μόλις αγόρασε εκ μέρους του Αλμπέρ, πρώιμα χριστουγεννιάτικα δώρα.

Όμως εκείνη η συνάντηση του Γενάρη δεν έγινε ποτέ. 

Αναρωτιόταν παλαιότερα σ' ένα γράμμα της η Μαρία: Ακόμη κι ο θάνατος είναι άραγε ικανός να μας χωρίσει; Κι εκείνος της απαντούσε: Όχι, ο θάνατος δε χωρίζει, απλά ανακατεύει λίγο περισσότερο στον άνεμο τη στάχτη των σωμάτων που είχαν ενωθεί ήδη ως τα βάθη της ψυχής τους. 

Αλμπέρ Καμύ και Μαρία Καζαρές (Πηγή φωτογραφίας: https://europe.tv5monde.com/en/tv-guide/documentaries/maria-casares-et-albert-camus-toi-ma-vie-888988)

Η Μαρία δεν είναι απ' τις γυναίκες που τις παντρεύονται. Είναι η μνηστή των νεκρών, η σκοτεινή βασίλισσα, η λαίδη Καμία. Τακτοποίησε τα γράμματα του Αλμπέρ σε ένα σεντούκι, τα γράμματα που της έστελνε εκείνος και τα γράμματα που του έγραφε αυτή, τα οποία ο Ρενέ Σαρ ανέβηκε και τα πήρε από την γκαρσονιέρα της οδού Σαναλέιγ με το που πληροφορήθηκε το φρικτό μαντάτο και της τα πήγε στην οδό Βοζιράρ για να μην πέσουν σε ξένα χέρια. Όλα τα γράμματα που αντάλλασσαν επί δεκάξι ολόκληρα χρόνια. Με το τελευταίο να φτάνει στα χέρια της την επομένη του θανάτου του.

Περνούν πολλά ονόματα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ονόματα που πέρασαν από τη ζωή της Μαρία Καζαρές. Ας αναφέρω μερικά, για πολλά από τα οποία δίνει ενδιαφέρουσες συμπληρωματικές πληροφορίες ο μεταφραστής Γιάννης Στρίγκος: Μάριος Πράσινος, ζωγράφος και χαράκτης με επιρροές από τον σουρεαλισμό, γεννημένος από Έλληνες γονείς, ο συνθέτης Μορίς Ζαρ, ο Ζεράρ Φιλίπ, ο Αντρέ Ζιντ, ο Ζαν Ζενέ, η Ανιές Βαρντά, ο Αντρέ Μαλρό, ο τσιγγάνος καλλιτέχνης του καμπαρέ Νταντέ ή Αντρέ Σλεσσέρ,που «χαμογελά σαν τον Πιερότο του φεγγαριού»3 και που υπήρξε φίλος και σύζυγός της και πολλοί άλλοι.

Η Μαρία Καζαρές πέθανε στο Λα Βερν στις 22 Νοεμβρίου του 1996, μια μέρα αφότου έκλεισε τα 74. Ο τάφος της βρίσκεται στο νεκροταφείο του Αλλού (Alloue)  και το σπίτι της, το οποίο κληροδότησε στην κοινότητα, έχει γίνει τόπος δημιουργίας και διαμονής για ηθοποιούς του θεάτρου, σπίτι του ηθοποιού δηλαδή. Το  2010 έδωσαν το όνομά της στο ευρωπαϊκό τμήμα της Γαλλικής υπηρεσίας προσφύγων και Απάτριδων.

Δεν είχε απαρνηθεί ποτέ την Ισπανική ταυτότητα, είχε όμως δηλώσει ότι δεν θα πήγαινε στη γενέτειρα όσο ζούσε ο Φράνκο. Ήταν 19 Ιουλίου του 1976 όταν για πρώτη φορά επέστρεφε στην Ισπανία, είχε φύγει δεκατεσσάρων, επέστρεφε στα πενήντα τρία. Ο Φράνκο ήταν ήδη νεκρός από τις 20 Νοεμβρίου του 1975. Είχαν όμως περάσει πολλά χρόνια από το φευγιό της, παρά την υποδοχή και τις επιτυχίες, ένιωθε ξένη. Μόλις επέστρεψε στη Γαλλία, έκανε αίτηση για τη γαλλική υπηκοότητα. Έγραφε:

Θέλησα να παραμείνω Ισπανίδα όσο καιρό ήμουν πρόσφυγας έτσι ώστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να μοιράζομαι με τους συμπατριώτες μου ένα κοινό πεπρωμένο όμως πάντα είχα στο νου μου πώς τη μέρα που θα μπορούσα να γυρίσω πίσω στην Ισπανία τότε θα γινόμουν Γαλλίδα Ακόμη και αν χρειαζόταν να εγκατασταθώ στην Ισπανία.

Νομίζω άξιζε η ανάγνωση του βιβλίου. Η Ανν Πλανταζενέ μελέτησε με προσοχή τα αρχεία της Καζαρές που της εμπιστεύτηκε η κόρη του Καμύ και που εκείνη τα είχε αποκτήσει από την ίδια την Καζαρές. Το βιβλίο που παρέδωσε ήταν μια περιήγηση όχι μόνο στη ζωή και τη δράση της Μαρία Καζαρές, αλλά και σε σημεία της ιστορίας, των κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων και της κουλτούρας στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα. 

Πρέπει να σημειώσω επίσης την πολύ καλή μετάφραση και συνολική επιμέλεια με συμπληρωματικές πληροφορίες στις υποσημειώσεις από τον μεταφραστή Γιάννη Στρίγκο για πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στο κείμενο, πρόσωπα του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις

1 Όπως σημειώνει ο μεταφραστής, πρόκειται για το πολύ μεγάλη προπολεμική επιτυχία στη Γαλλία με τον τίτλο του γραμμένο από τον γνωστό σύνθετη της εποχής Πολ Μισρακί. Στους σατιρικούς στίχους ο μπάτλερ της μαρκησίας της ανακοινώνει όλες τις καταστροφές που τη βρήκαν κατά τη διάρκεια της απουσίας της, καθησυχάζοντας την όμως πάντα στο τέλος με τη φράση όλα βαίνουν πολύ καλώς κυρία...


2 Πρόκειται για το θεατρικό έργο με τον αγγλικό τίτλο "Deirdre of the Sorrows", γραμμένο το 1909, στο οποίο ο Ιρλανδός  δραματουργός John Millington Synge αναπλάθει έναν παλιό κέλτικο μύθο. 
 
3 Ο «Πιερότος του φεγγαριού» (ή «Φεγγαρίσιος Πιερότος» από το πρωτότυπο στα γαλλικά "Pierrot Lunaire") είναι το πρώτο ατονικό αριστούργημα του Άρνολντ Σένμπεργκ βασισμένο σε μια σειρά ποιημάτων του Βέλγου ποιητή Άλμπέρ Ζιρό (Albert Giraud). Όπως διαβάζουμε σε πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, στο έργο κυριαρχούν οι αντιφάσεις, ο Πιερότος είναι ήρωας και παλιάτσος, άνδρας που τον υποδύεται μια γυναίκα, τραγουδά και ταυτόχρονα μιλά για τον έρωτα, τη θρησκεία, τη βία, όλα όσα περιστοιχίζουν διαχρονικά τον άνθρωπο και τροφοδοτούν τη κάθε του πράξη. Αξεπέραστος πιερότος του φεγγαριού σε θεατρικές παραστάσεις υπήρξε ο διάσημος μίμος Μαρσέλ Μαρσό.



4 Ο André Schlesser, γνωστός ως Νταντέ (Dadé) ήταν  τραγουδιστής, μίμος και καλλιτέχνης του καμπαρέ. Με τον Μαρκ Σεβαλιέ είχαν δημιουργήσει το ντουέτο Marc Et André. 

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: ένα ποιητικό κείμενο του Αλμπέρ Καμύ



"Μεγάλωσα μέσα στη θάλασσα και η φτώχεια μου είχε ένα μεγάλο πλούτο, αλλά έπειτα έχασα τη θάλασσα και όλες οι πολυτέλειες μου φάνηκαν γκριζωπές και η αθλιότητα ανυπόφορη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα καράβια της επιστροφής, το σπίτι των υδάτων, τη διάφανη μέρα. Κάνω υπομονή και καλλιεργώ την ψυχή μου με όλες μου τις δυνάμεις. Με βλέπουν να περνώ από όμορφους και σοφούς δρόμους, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι μου, δεν είμαι εγώ που μιλάω. Με εγκωμιάζουν, ονειρεύομαι λίγο· με προσβάλλουν, δεν εκπλήσσομαι σχεδόν καθόλου. Ύστερα ξεχνώ και χαμογελώ σ' εκείνον που με βρίζει...

Στους ενταφιασμούς ξεπερνώ τα όρια του εαυτού μου. Στ’ αλήθεια αριστεύω. Βαδίζω με αργό βήμα στα προάστια που ανθίζουν από σιδερικά, διασχίζω μεγάλες αλέες που είναι φυτεμένες με τσιμεντένια δέντρα και σε οδηγούν σε τρύπες της παγωμένης γης. Εκεί, κάτω από τον επίδεσμο του ουρανού που μόλις βάφεται κόκκινος, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος. Αν πετάξω το λουλούδι που μου δίνει ένα απλωμένο χέρι από άργιλο, θα πέσει σίγουρα μέσα σ’ έναν τάφο. … 

Στη Νέα Υόρκη μερικές ημέρες, χαμένος στο βάθος αυτών των πέτρινων ή ατσαλένιων πηγαδιών όπου στο εσωτερικό τους περιπλανώνται εκατομμύρια άνθρωποι, έτρεχα από το ένα στο άλλο χωρίς να διακρίνω τον πάτο τους, εξαντλημένος, μέχρις ότου στηρίχθηκα πάνω στην ανθρώπινη μάζα που έψαχνε μια διέξοδο. Τότε πνιγόμουν και από τον πανικό μου ήμουν έτοιμος να ουρλιάξω. Αλλά κάθε φορά κάποιο μακρινό κάλεσμα από ένα ρυμουλκό μου υπενθύμιζε ότι αυτή η πόλη, στέρνα ξερή, ήταν ένα νησί και ότι στην άκρη του το νερό της βάφτισής μου με περίμενε, μαύρο και βρώμικο νερό γεμάτο από κούφιους φελλούς. 

Έτσι εγώ που δεν έχω τίποτα δικό μου, που χάρισα την περιουσία μου, που κατασκηνώνω κοντά σε όλα μου τα σπίτια, νιώθω πλήρης όταν το θέλω, αποπλέω οποιαδήποτε ώρα και η απελπισία με αγνοεί. Δεν υπάρχει πατρίδα για τον απελπισμένο. Ξέρω ότι η θάλασσα προπορεύεται ή με ακολουθεί. Έχω μια τρέλα έτοιμη για όλα. Αυτοί που αγαπιόνται και χώρισαν μπορούν να ζήσουν μέσα στον πόνο, αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι απελπισία: γνωρίζουν ότι η αγάπη υπάρχει. Να γιατί υποφέρω από την εξορία με τα μάτια στεγνά. Ακόμα περιμένω. Στο τέλος έρχεται μια ημέρα..."





Συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στον Καμύ παρουσιάζοντας λιγότερο γνωστά ή προβεβλημένα στην Ελλάδα βιβλία του, θ' αναφερθώ στο βιβλίο με τίτλο "Η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής: Ημερολόγιο καταστρώματος". Εκδόθηκε το 2000 στην Κέρκυρα από τον Απόστροφο, ένα σημαντικό εκδοτικό και βιβλιοπωλείο που δυστυχώς έκλεισε (είχα γράψει ακριβώς πριν από ένα χρόνο εδώ).

Όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής και αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Χρήστος Σαλταπήδας, το κείμενο αυτό γράφτηκε στη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε για πρώτη φορά ο Καμύ στη Βόρεια και Νότια Αμερική το 1946· γι' αυτό και ο υπότιτλος είναι "ημερολόγιο καταστρώματος". Δημοσιεύτηκε το 1951 στο γαλλικό περιοδικό "N.R.F.", ενώ αργότερα ενσωματώθηκε στους "Γάμους" και το "Καλοκαίρι".

Ο Καμύ σε αυτό το κείμενο δεν ασχολείται με τις πόλεις που επισκέφτηκε, εκτός από την παραπάνω μικρή αναφορά στη Νέα Υόρκη, αλλά στους ωκεανούς που διέσχισε, Ειρηνικό και Ατλαντικό. Η θάλασσα ήταν το αγαπημένο θέμα του Καμύ. Και όπως γράφει ο μεταφραστής, ο Καμύ ταύτιζε τη θάλασσα με τη μητέρα του, ερμηνεύοντας τη σχέση αυτή και από την ομοφωνία των γαλλικών λέξεων (mer και mère αντίστοιχα). "Όπως και η μητέρα του Καμύ έτσι και η θάλασσα είναι ήσυχη, τρυφερή, βαθυστόχαστη, απλησίαστη και σιωπηλή."

"Με όλα τα πανιά ανοιχτά", Ρίο, Ουρουγουάη, Γη του Πυρός, Χιλή, νησιά Κεργκούλεν...

Γυρνώντας πάλι στον μεταφραστή που έτσι τελειώνει τον πρόλογο:

"Πρόκειται για το τελευταίο ποιητικό κείμενο που θα γράψει ο Καμύ, γιατί σχεδόν αμέσως μετά τη δημοσίευσή του θα αρχίσει ο πόλεμος της Αλγερίας, που θα αποτελέσει την αιτία της 'προσωπικής τραγωδίας' του. Πράγματι, μετά από αυτό το δοκίμιο η ποίηση θα δώσει τη θέση της στην τραγωδία και στο παράλογο".

Και ο Καμύ:

"... Γλυκειά αγωνία της ύπαρξης, θαυμάσιο γειτνίασμα μ' έναν κίνδυνο του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα. Ζω, μήπως σημαίνει να τρέχω ξωπίσω από τον χαμό μου; Χωρίς καθυστέρηση, ξανά ας τρέξουμε ξωπίσω από τον χαμό μας.

Πάντα είχα την εντύπωση ότι ζούσα στα βάθη της θάλασσας, απειλούμενος, στην καρδιά μιας βασιλικής ευτυχίας".

............................................................................................................
Σημείωση: Στο παραπάνω βίντεο η ηθοποιός και μοντέλο Clara Paget διαβάζει ένα απόσπασμα από το έργο του Καμύ σε μια μικρού μήκους ταινία του Άγγλου ηθοποιού, σκηνοθέτη και φωτογράφου Tom Beard (1965-2015). Πληροφορίες περιέχονται και στο Lifo 15-1-2018.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Εξέγερση στις Αστούριες και Η καλή και η ανάποδη: Δυο πρώιμα έργα του Αλμπέρ Καμύ





Είχα διαβάσει πέρσι το όμορφο βιβλίο της Καουτέρ Αντιμί "Τα πλούτη μας", με αναφορά στο ιστορικό βιβλιοπωλείο "Τα αληθινά πλούτη" του Εντμόν Σαρλό που βρισκόταν στο Αλγέρι από τη δεκαετία του '30. Όπως έγραφα τότε

"Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο τα Αληθινά Πλούτη, εκεί εκδόθηκαν τα πρώτα βιβλία του νεαρού Καμύ, που τον βλέπουμε συχνά στο πατάρι, αναζητώντας την ησυχία του βιβλιοπωλείου, να γράφει δικά του κείμενα ή να διορθώνει προς έκδοση βιβλία του εκδοτικού. Ποδαρικό εξάλλου έγινε με το θεατρικό έργο του Καμύ "Εξέγερση στις Αστούριες" που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1936".

Αναζήτησα και διάβασα τα πρώτα εκείνα βιβλία του Καμύ. Το ένα ήταν το θεατρικό έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" και το  άλλο η συλλογή διηγημάτων "Η καλή και η ανάποδη".


Το έργο "Η εξέγερση στις Αστούριες" (εκδ. Κατσάνος, 1989, εξαντλημένο, το δανείστηκα από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων) γραμμένο το 1936, αναφέρεται στην εξέγερση των Ισπανών ανθρακωρύχων από την περιοχή της Αστούριας το 1934 ενάντια στη Β' Ισπανική Δημοκρατία. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα, χιλιάδες νεκροί και τραυματίες (ανάμεσά τους και η αναρχική επαναστάτρια Άιντα δε λα Φουέντε για την οποία μιλά το παραπάνω βίντεο). Η εξέγερση διήρκεσε από τις 5 μέχρι τις 19 Οκτωβρίου του 1934 (Η Άιντα δολοφονήθηκε στις 13 Οκτωβρίου).

Ο μεταφραστής Βασίλης Τομανάς, στην εισαγωγή του βιβλίου, γράφει για τα γεγονότα εκείνα και για το Θέατρο Εργασίας που ίδρυσε ο Καμύ το 1936, στα 23 του (ήταν γεννημένος το 1913), μαζί με άλλους τρεις φίλους του.  

Ο Καμύ, από τα πρώτα νεανικά χρόνια του, ήταν ένας ιδεολόγος της δημοκρατίας, ένας στρατευμένος διανοούμενος, με ευαισθησία και άμεσα αντανακλαστικά απέναντι στην ανελευθερία, στη φτώχεια, στη βία, στον αυταρχισμό, στην έλλειψη δημοκρατίας, και αυτό έδειξε και στο πρώτο του αυτό έργο, όταν σε λιγότερο από δύο χρόνια από την εξέγερση στις Αστούριες έγραψε έργο γι' αυτήν. Να σημειώσω εδώ ότι αξίζει να διαβάσει κανείς και τον "Επαναστατημένο άνθρωπο" που κυκλοφόρησε το 1951.

(Ενδεικτικές πηγές με πληροφορίες για το θεατρικό έργο και για την εξέγερση είναι εδώ και εδώ). 




Για το δεύτερο βιβλίο του Καμύ, "Η καλή και η ανάποδη", βρήκα στα βιβλιοπωλεία την έκδοση του Καστανιώτη (2000) με μεταφράστριες τις  Νίκη Καρακίτσου - Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου - Ρομπλέν. Παλιότερα είχε κυκλοφορήσει και από την Αστάρτη σε μετάφραση Θανάση Νιάρχου (1981).

Το "Η καλή και η ανάποδη" περιλαμβάνει πέντε σύντομα κείμενα και στην πραγματικότητα αποτελεί  το πρώτο βιβλίο του Καμύ, αφού, όπως ο ίδιος σημειώνει στην Εισαγωγή, τα δοκίμια αυτά γράφτηκαν το 1935 και 1936. Όπως αναφέρει η Αντιμί στο βιβλίο της "Τα Πλούτη μας", το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά στην Αλγερία σε 350 αντίτυπα από τον Εντμόν Σαρλό (επιβεβαιώνεται και από την Εισαγωγή του ίδιου). Αρνιόταν να το επανεκδώσει, χαρακτηρίζοντάς το αδέξιο,όμως τελικά εκδόθηκε το 1958 στη Γαλλία πια. Η εισαγωγή που έγραψε για την έκδοση του '58, είναι ένα σπουδαίο κείμενο στοχασμού και αναστοχασμού για τη ζωή του και τη στάση του στα πράγματα. Γράφει:

[...] η φτώχεια δεν υπήρξε ποτέ δυστυχία για μένα: το φως σκόρπιζε πάνω της τα πλούτη του. Φώτιζε ακόμα και τις επαναστάσεις μου. Ήταν σχεδόν πάντοτε - νομίζω πως μπορώ να το πω με ειλικρίνεια - επαναστάσεις για όλους και για ν' ανυψωθεί η ζωή όλων μέσα στο φως.
....................................
Από την εποχή που γράφτηκαν τούτες οι σελίδες, ωρίμασα και πέρασα από πολλές δοκιμασίες. Έμαθα πολλά για τον εαυτόμου, συνειδητοποιώντας τα όρια κι όλες σχεδόν τις αδυναμίες μου. Έμαθα λιγότερα για τους άλλους, γιατί είμαι πιο περίεργος για τη μοίρα τους απ 'ο,τι για τις αντιδράσεις τους, και τα πεπρωμένα των ανθρώπων λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.[...]

Τα ίδια τα κείμενα του βιβλίου - δοκίμια τα ονομάζει ο ίδιος, μικρά διηγήματα θα τα έλεγα -, αν και όντως είναι σε πρωτόλεια μορφή, δείχνουν ότι ο νεαρός Αλγερινός Καμύ είναι άνθρωπος με αγάπη, με ευαισθησία, με έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης. Οι τίτλοι τους είναι: Η ειρωνεία, Μεταξύ ναι και όχι, Με το θάνατο στην ψυχή, Αγάπη για τη ζωή και Η καλή και η ανάποδη

Όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, 

Το ''Η καλή και η ανάποδη'' είναι το πρώτο βιβλίο του Καμύ και τροφοδότης - όπως ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχτηκε στο τέλος της ζωής του - όλων των κατοπινών του έργων. Περιδιαβάζοντας από την αλγερινή γειτονιά της Μπελκούρ μέχρι την Πράγα ή τις Βαλεαρίδες νήσους, ο Καμύ ξεδιπλώνει τα θέματα που θα τον απασχολήσουν σ' όλη του τη ζωή, προσπαθώντας να περιγράψει «τη θαυμαστή σιωπή μιας μάνας και την προσπάθεια ενός άντρα να ξαναβρεί μια δικαιοσύνη ή μια αγάπη που να εξισορροπεί τούτη τη σιωπή...» 

Ξεχωρίζω το διήγημα "Η ειρωνεία" στο οποίο διαπραγματεύεται τη μοναξιά των γερόντων, την προσποίηση για να μη μένουν μόνοι, την απαίτηση για αγάπη, αλλά και την αδιαφορία των γύρων τους και την υποκρισία τους τελικά μπροστά στο θάνατο. Και τελειώνει έτσι ο νεαρός ευαίσθητος Καμύ:

Άραγε όλα αυτά δε συμφιλιώνονται; Ωραία αλήθεια! Μια γυναίκα που την εγκαταλείπουν για να΄πάνε στον κινηματογράφο, ένας γέρος που δεν τον ακούνε πια, ένας θάνατος που δεν αντισταθμίζει τίποτα, κι ύστερα, από την άλλη πλευρά, όλο το φως του κόσμου. Τι γίνεται αν τα δεχτούμε όλα; Πρόκειται για τρία όμοια πεπρωμένα κι όμως διαφορετικά. Ο θάνατος για όλους, μα για τον καθένα ο δικός του θάνατος. Και τελικά, ο ήλιος μάς ζεσταίνει, παρ' όλα αυτά, τα κόκαλα.

Και τελικά, ο Αλμπέρ Καμύ διαρκώς αναζητούσε το φως. Το ομολογει στο ομώνυμο του τίτλου τελευταίο κείμενο του βιβλίου:

Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει, και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. 


Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο



Μόλις φτάσετε στο Αλγέρι, θα πρέπει να πάρετε τους ανηφορικούς δρόμους, να τους ανεβείτε και μετά να τους κατεβείτε. Θα πέσετε στην Ντιντούς Μουράντ με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες, δυο βήματα από μια γέφυρα που τη μοιράζονται αυτόχειρες και ερωτευμένοι.
Κατεβείτε κι άλλο, απομακρυνθείτε από τα καφενεία και τα μπιστρό, τα μαγαζιά να πουλάνε ρούχα, τις αγορές φρούτων και λαχανικών [...]
Θα σκαρφαλώσετε τους δρόμους, θα σπρώξετε βαριές ξύλινες πόρτες που δεν είναι ποτέ κλειδωμένες, θα χαϊδέψετε τα σημάδια που άφησαν στους τοίχους σφαίρες που θέρισαν συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, δασκάλους, ανώνυμους, παιδιά. [...]
Θα ψάξετε τον αριθμό 2Β, που θα δυσκολευτείτε να τον βρείτε επειδή κάποιοι αριθμοί δεν υπάρχουν πια. Θα σταθείτε μπροστά στην επιγραφή μιας βιτρίνας: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο


Ένα βιβλίο-έκπληξη από μια νεαρή συγγραφέα. Τη λένε Καουτέρ Αντιμί, είναι μόλις 32 χρονών, κατάγεται από το Αλγέρι και εδώ και δέκα χρόνια ζει στη Γαλλία και γράφει στα γαλλικά. Το βιβλίο λέγεται "Τα πλούτη μας" (Πόλις, 2018, μτφρ. Έφη Κορομηλά) και ασχολείται με το βιβλιοπωλείο "Τα αληθινά πλούτη" που είχε στήσει το 1936 στο Αλγέρι ο Εντμόν Σαρλό. Βρίσκεται στο 2Β της οδού Χαμανί πρώην Σαρράς. Είναι βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο, εκδοτικός οίκος, αλλά πάνω απ' όλα, "ένας χώρος για τους φίλους που αγαπούν τη λογοτεχνία και τη Μεσόγειο".

Η συγγραφέας παρακολουθεί από κοντά τον ιδρυτή του βιβλιοπωλείου, διαβάζει (επινοεί) τα ημερολόγιά του και μαζί μ' αυτόν διατρέχει την ιστορία της πατρίδας της στον εικοστό αιώνα, ζει τις εξεγέρσεις των νέων της εποχής, αφουγκράζεται τις αγωνίες των μεγαλύτερων και περπατά στους δρόμους της γενέθλιας πόλης με διάθεση νοσταλγική και αγαπητική.

Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο τα Αληθινά Πλούτη, εκεί εκδόθηκαν τα πρώτα βιβλία του νεαρού Καμύ, που τον βλέπουμε συχνά στο πατάρι, αναζητώντας την ησυχία του βιβλιοπωλείου, να γράφει δικά του κείμενα ή να διορθώνει προς έκδοση βιβλία του εκδοτικού. Ποδαρικό εξάλλου έγινε με το θεατρικό έργο του Καμύ "Εξέγερση στις Αστούριες" που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1936. Με το βιβλιοπωλείο και το εκδοτικό συνδέονται ποικιλοτρόπως γνωστοί αλγερινοί και γάλλοι συγγραφείς,  όπως ο Αμρούς, ο Ρουά, ο Σενάκ, ο Ζιονό, ο Ρομπλές, ο Ωντιζιό, ο Ζιντ, η Γερτρούδη Στάιν και άλλοι πολλοί. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο ο αντιστασιακός Βερκόρ, του οποίου τα 20.000 αντίτυπα από τη "Σιωπή της θάλασσας" που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1943 εξαντλήθηκαν μέσα σε μια βδομάδα στο Αλγέρι (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1945 σε μετάφραση της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ). Εξάλλου, και τον τίτλο τον πήρε από το ομώνυμο βιβλίο του Ζιονό (Les Vraies richesses) που είχε κυκλοφορήσει το 1935. Στις θύμησες που ξετυλίγει η συγγραφέας επινοώντας τα ημερολόγια του Σαρλό περνούν φιγούρες, όπως ο  Λόρκα που τα βιβλία του κάηκαν από τους φρανκιστές στην Πλάθα δελ Κάρμεν της Γρανάδας το '38 και ο Σαιντ-Εξυπερύ που εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε πτήση τον Αύγουστο του '44. Στο τέλος του βιβλίου, παρατίθεται και όλη η βιβλιογραφία που συμβουλεύτηκε η Αντιμί για να γράψει το βιβλίο της.

Τα Αληθινά Πλούτη είναι βιβλιοπωλείο και δανειστική βιβλιοθήκη, έχει συνδρομητές, εκδίδει βιβλία, ζει τις στιγμές που οι "νεαροί της γειτονιάς ξανάφτιαχναν τον κόσμο", παραδίνεται στις φλόγες και καταστρέφονται όλα τα σημειωματάρια του Σαρλό, ό ίδιος φυλακίζεται, τίθεται σε κατ' οίκον περιορισμό, εκτοπίζεται, το βιβλιοπωλείο γίνεται παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αλλάζει χέρια, αλλάζει η γειτονιά, αλλάζει όνομα ο δρόμος, οι μνήμες ξεθωριάζουν...

Γραφική και συνάμα τραγική φιγούρα ο Αμπνταλλά, που δούλευε στο βιβλιοπωλείο-βιβλιοθήκη μέχρι το τέλος, δεν του άρεσε να διαβάζει βιβλία, όμως αγαπούσε να τα τακτοποιεί, οργάνωνε τα βιβλία στα ράφια και τις καρτέλες δανεισμού στα συρταράκια με πολλή αγάπη και πολλή προσοχή, έμεινε μέχρι το τέλος στα Αληθινά Πλούτη και ύστερα, όταν πια δεν χρειαζόταν στους καινούριους ιδιοκτήτες, δεν έφυγε από τη γειτονιά,  μα τυλιγμένος με το άσπρο πανί του, ακουμπισμένος στο ραβδί του, έμενε όρθιος στο πεζοδρόμιο όλη τη μέρα και για να κοιμάται το βράδυ, του είχαν δώσει μια γωνιά στη διπλανή πιτσαρία, σ' ένα καμαράκι, όπου "αποθηκεύουν το αλεύρι, τη μαγιά, τα καφάσια με τις ντομάτες, τους τενεκέδες με το λάδι και τα βάζα με τις ελιές". 

Αλγέρι 2017, Αλγερία 1930, Αλγέρι 1935-1936, Αλγέρι 1939, Γερμανία 1940, Σετίφ 1945, Παρίσι 1945-1949, Αλγερία 1954, Αλγέρι 1959-1960, Παρίσι 1961, Αλγέρι 1961, Αλγέρι 2017. Αυτά είναι μερικά από τα κεφάλαια του βιβλίου. Μέσα από την ιστορία του βιβλιοπωλείου στο Αλγέρι περνά η ιστορία της Αλγερίας στον 20ο αιώνα, οι αντιαποικιακές εξεγέρσεις, τα επαναστατικά κινήματα, οι ακροδεξιές οργανώσεις, ο ρόλος και ο διχασμός των Γάλλων, ο ντε Γκωλ, ο πόλεμος, η Αντίσταση, οι πόλεμοι...

Η Αντιμί αγαπά τον τόπο της, αγωνιά για το παρόν και το μέλλον του και βρήκε τρόπο να κρατήσει τις μνήμες ζωντανές. Λέει:

Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Η νοσταλγία της Αντιμί για τον τόπο της, το Αλγέρι, μου θύμισε την Ελέν, την αστυνομικίνα του Ζαν-Κλωντ Ιζζό στο Soléa:

[...] Μου έδειξε το πέλαγος.
- Από εκεί έφτασα στη Μασσαλία. Από τη θάλασσα. Ήμουνα έξι χρονώ. Ποτέ μου δεν ξέχασα την ομορφιά που έχει αυτή η πόλη όταν αρχίζει το χάραμα. Αλλά ποτέ δεν ξέχασα και το Αλγέρι. Κι ας μην το ξανάδα. Το ξέρετε το Αλγέρι;
- Όχι. Δεν έχω ταξιδέψει πολύ.
- Εκεί κάτω γεννήθηκα. Προσπάθησα χρόνια, με νύχια και με δόντια, να με αποσπάσουν εδώ, στη Μασσαλία. Η Μασσαλία δεν είναι Αλγέρι. Έχω όμως την αίσθηση ότι μπορώ από δω ν' αγναντέψω το λιμάνι εκεί μακριά. [...]

Δεν μπορούμε παρά να κρατήσουμε στη μνήμη μας την επιθυμία που εκφράζει με την τελευταία φράση της η νεαρή Καουτέρ:

Θα'ρθείτε κάποτε στο 2Β της οδού Χαμανί, έτσι δεν είναι;

Άραγε, αν πάμε, ακόμη κι αν δε βρούμε το 2Β της οδού Χαμανί, θα βρούμε τη βιτρίνα που γράφει "Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο";