Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθηκονόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοθηκονόμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει, έπαψ’ η γλυκιά φωνή: μνήμη Φίλιππου Τσιμπόγλου

Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.

Με τα λόγια του Παπαδιαμάντη από το «Έρωτας στα χιόνια» αποχαιρέτησε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης τον Φίλιππο την περασμένη Δευτέρα. Ήταν μια μέρα παγερή, μα το κρύο και το χιόνι δεν μπόρεσαν να παγώσουν τις καρδιές όσων καταφέραμε να φτάσουμε για τον τελευταίο ασπασμό στο κοιμητήριο. Λόγια μεστά και σπαρακτικά ειπώθηκαν για τον άνθρωπο, τον επιστήμονα και τον επαγγελματία Φίλιππο Τσιμπόγλου, για τον καλό άνθρωπο, όπως τον χαρακτήρισε, λιτά και κυριολεκτικά, ο Γιώργος Μπώκος. Με αμέτρητη αγάπη και ευγνωμοσύνη από τους εργαζόμενους της Εθνικής Βιβλιοθήκης και από τους Κύπριους βιβλιοθηκονόμους. Με λυγμούς  και λέξεις αγαπητικές από τη Λέλα Πουλακάκη για τον επί σαράντα χρόνια φίλο καρδιακό.

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος·

ακούστηκε το νεκρώσιμο ιδιόμελο.

Σαράντα χρόνια φίλος ο Φίλιππος. Από το 1983, εκείνος στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, μαζί με τον Γιάννη, τη Δέσποινα, τη Μαρία, τη Μαργαρίτα και τη Λέλα, φίλη αγαπημένη από το γυμνάσιο και που ξαναβρεθήκαμε τότε, κι εγώ στο ΤΕΕ, να παρέχουμε «online πληροφόρηση» μέσω της υπηρεσίας Helpak του ΟΤΕ για απευθείας πρόσβαση σε διεθνείς βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων. Ήταν η αρχική ομάδα που έστησαν, με επικεφαλής τον Βαγγέλη, την πρωτοποριακή για την εποχή εκείνη μονάδα επιγραμμικής ανάκτησης πληροφοριών (online information retrieval)  και που παρείχαν αξιόπιστες υπηρεσίες βιβλιογραφικής πληροφόρησης σε όλη την επιστημονική και ερευνητική κοινότητα. Αντίστοιχες υπηρεσίες παρείχα στη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ για τους μηχανικούς, επίσης από το 1983, φυσικά μικρότερης εμβέλειας, με τις δικές μας μικρότερες δυνάμεις.  

Είχαμε για χρόνια συνεργασίες, συμμετείχαμε σε κοινές δράσεις, πηγαίναμε σε συνέδρια, αλλά κυρίως, και παρόλο που με την πάροδο των χρόνων και τις αλλαγές στις εργασιακές και άλλες καταστάσεις άλλαζαν τα δεδομένα, παραμείναμε φίλοι, ήπιαμε κρασί μαζί, είχαμε απέραντη εκτίμηση και αγάπη, ξέραμε πως υπάρχουμε και είμαστε διαθέσιμοι. 

Δεν θα μιλήσω για τη θητεία του στην Κύπρο, ως εμβληματικός διευθυντής για 15 χρόνια στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου στη Λευκωσία, ούτε για τη θητεία του στην Εθνική Βιβλιοθήκη από το 2014 στην πιο δύσκολη και καθοριστική για τη συνέχεια περίοδο της μετάβασης στο Κέντρο Νιάρχου.

Ανάμεσα στα πολλά (εδώ συνοπτικά με δικά του λόγια: http://www.tsimpoglou.gr), ήταν για χρόνια δραστήριο μέλος και της Τεχνικής Επιτροπής Τυποποίησης ΕΛΟΤ/ΤΕ 22 Τεκμηρίωση και Πληροφόρηση ως εκπρόσωπος του ΕΚΤ. Αλλά και ως Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης ήταν μόνιμος υποστηρικτής της Τυποποίησης και της ΤΕ 22. Ο Φίλιππος δεν υποστήριζε και στήριζε απλά από καθήκον, αλλά από βαθιά γνώση των πραγμάτων, από βαθιά αντίληψη για τον ρόλο, τις ανάγκες, τις κατευθύνσεις, τις νέες διαδρομές που ανοίγονται με τις τεχνολογικές εξελίξεις και πάνω απ' όλα με τις συνεργασίες. 
 
Οι συνεργασίες ήταν η μόνιμη έγνοια, το διαρκές ζητούμενο, το όραμα του Φίλιππου Τσιμπόγλου, από πάντα. Ας ανατρέξω ως μικρό παράδειγμα στα πρώτα βήματα, τότε που ξεκινούσε στο ΕΚΤ το Δίκτυο Συνεργασίας Επιστημονικών Βιβλιοθηκών όπου ο Φίλιππος είχε καθοριστική συμβολή στον σχεδιασμό και την υλοποίησή του και που παρουσίασε στην ημερίδα του ΤΕΕ για «Δίκτυα και OSI στις βιβλιοθήκες», στις 17 Ιανουαρίου 1994 (η εισήγησή του εδώ: http://library.tee.gr/digital/m1301_1350/m1332/m1332_tsiboglou.pdf). Ήταν συνεχώς μπροστά στις πρωτοβουλίες για την οργάνωση κοινών δράσεων και την εφαρμογή σύγχρονων πρακτικών ανάμεσα στις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, τις ειδικές βιβλιοθήκες.

Και τώρα, ξαφνικά, απρόσμενα και αναίτια, πριν προλάβει να ολοκληρώσει κάποια ακόμη από τα σχέδιά του, τουλάχιστον το όραμά του για το δίκτυο βιβλιοθηκών, πριν προλάβει να χαρεί ξεκούραστες διακοπές με τη Νίκη του, πριν προλάβει να μας ξεναγήσει μια παρέα «παλιών» στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ο Φίλιππος έφυγε από τη ζωή.

Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνετα·

 ακούστηκε το άλλο ιδιόμελο.

Όντως φοβερότατο και δύσκολο να διαχειριστούμε την απουσία του Φίλιππου. Οι τελευταίες μας κουβέντες έγιναν πριν από ένα μήνα. Ήταν Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου. Πήγα στο Κέντρο Νιάρχου με τον εγγονό μου τον Άρη. Πήρα τηλέφωνο τον Φίλιππο μόλις φτάσαμε, δεν προλάβαμε να βρεθούμε στο ισόγειο και ήταν ήδη κάτω. Μας γύρισε παντού στη Βιβλιοθήκη, ο Άρης ενθουσιάστηκε με όσα μας έδειξε, κυρίως χάρηκε με την προσοχή που του έδωσε ο Φίλιππος, ποιος ξέρει ίσως συνέδεσε το όνομα με τη φιλική στάση. Τους τράβηξα φωτογραφία· κοντά στη συλλογή με τα εκατοντάδες βιβλία για το σκάκι που είχαν δωρίσει στη Βιβλιοθήκη κι ένιωθε πολύ χαρούμενος. Έλεγε, έλεγε, ακόμα ηχούν στ' αυτιά μου τα λόγια του, τα σχέδια για τη βιβλιοθήκη, αριθμοί, πολλοί αριθμοί, δεν θυμάμαι τίποτα. Ο Άρης ήθελε να δανειστούμε βιβλίο για να ξανάρθουμε και να δούμε πάλι τον Φίλιππο, μου έλεγε. Δεν δανειστήκαμε γιατί εγώ έφευγα για Χανιά σε λίγες μέρες και δεν θα μπορούσα να το επιστρέψω έγκαιρα. Με τον Φίλιππο δώσαμε ραντεβού για την ξενάγηση που προγραμμάτιζε από καιρό να μας κάνει, στη Ματίνα, τη Στέλλα, τη Γιάννα, τη Νίκη, και όλες τις «παλιές» που είχε στο μυαλό του... Ανέλαβα να τον πάρω τηλέφωνο μόλις γυρίσω. Όταν γύρισα, ήταν ήδη στο νοσοκομείο. Περίμεναν ένα θαύμα· το θαύμα δεν έγινε!
 
 

Ο Φίλιππος, αγαπημένος φίλος, παθιασμένος βιβλιοθηκονόμος, θα μας λείψει. Θα μας λείψει αυτή η σιγουριά της ύπαρξης. Θα μας λείψει αυτό το καλοσυνάτο χαμόγελο. Θα μας λείψει αυτό το αριστοτελικό «λόγος, ήθος και πάθος» που διέθετε, το "logos, ethos and pathos" που επικαλέστηκε καλώντας τους ξένους στην Αθήνα για την IFLA του 2019.
 
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.


--------------------------------------------------------

* Οι στίχοι του τίτλου είναι από την «Φαρμακωμένη στον Άδη» του Διονύσιου Σολωμού. Οι στίχοι στο τέλος είναι από την «Ανορεξία της ύπαρξης» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Οι φίλοι μας έφυγαν...δεν τους γνωρίσαμε

Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια˙
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια˙
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.  

Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μάς έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα.



Οι φίλοι μας έφυγαν... δεν τους γνωρίσαμε. Πάνε σαράντα μέρες που έφυγε και η Γιάννα. "Κατερίνα μου σε ευχαριστώ πολύ για τα ωραία που μου λες", έγραφε στο τελευταίο της μήνυμα απαντώντας στο δικό μου. Πάει καιρός, αμελούσα να της στείλω κι άλλο μήνυμα, περίμενα τη γιορτή της, δεν πρόλαβα, αυτή η καθημερινότητα πώς μας προλαβαίνει, πώς μας κουμαντάρει τη ζωή. 


Η Γιάννα Μπώκου-Μανιάτη ήταν μια αξιαγάπητη γυναίκα, ένας άκακος, χαμηλών τόνων, άνθρωπος, με ήθος, καλλιέργεια, ευγένεια και κοινωνική ευαισθησία. Ήταν βιβλιοθηκονόμος της Εθνικής Βιβλιοθήκης, από τους στυλοβάτες, τις στυλοβάτριες καλύτερα, του θεματικού καταλόγου της, που αποτελούσε και τον κατάλογο καθιερωμένων θεμάτων για τις ελληνικές βιβλιοθήκες (κυρίως για δημοτικές και δημόσιες). Ήταν συχνά τα τηλεφωνήματά της στη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ (όπου είχα αντίστοιχη αρμοδιότητα τότε) εκεί στη δεκαετία του '80, ρωτώντας με με ποιους τεχνικούς όρους θα διατυπώσει καλύτερα τα θέματά της. Η δεκαετία εκείνη ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη και την εξέλιξη των βιβλιοθηκών και η Γιάννα ήταν παρούσα και δραστήρια.


Θα παραθέσω δύο μικρά αποσπάσματα από την εισήγηση που παρουσίασε μαζί με τον Γιώργο Μπώκο το 1984 στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκαρίων ("Βιβλιοθήκες - υπηρεσίες πληροφόρησης. Βάση για Εθνική ανάπτυξη"). Η εισήγησή τους είχε τίτλο "Συνεργασία μεταξύ των βιβλιοθηκών και συνεργασία με τις βιβλιοθήκες στην Ελλάδα. Προβλήματα και συνέπειες". (Να σημειώσω ότι ο Γιώργος Μπώκος, ο για πάνω από σαράντα χρόνια αγαπημένος σύντροφος της Γιάννας, είναι ο άνθρωπος που περισσότερο από τον καθένα και την καθεμιά στην Ελλάδα γνωρίζει τα ζητήματα γύρω από τις βιβλιοθήκες, την πληροφορία και την πληροφόρηση, αλλά και τα συναφή, τυποποίηση, τεχνολογίες, δίκτυα, αρχεία, πολιτικές κτλ.). Το κείμενό τους εκείνο αποτύπωνε με τον καλύτερο τρόπο την υφιστάμενη, όχι καλή, κατάσταση στις ελληνικές βιβλιοθήκες αλλά και διατύπωνε ως ανάγκη και ως πολιτική πρόταση αυτό που επιχειρήθηκε (και επιχειρείται) στα επόμενα χρόνια˙ δεν είναι εξάλλου τυχαία τονισμένες από τη Γιάννα και το Γιώργο κάποιες συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου.

[...] αυτό που ενδιαφέρει να αναλυθεί εδώ είναι ο βαθμός στον οποίο οι σημερινές ελληνικές βιβλιοθήκες έχουν πετύχει:
α) να αποτελούν σύστημα εξυπηρέτησης των ποικίλων δραστηριοτήτων της ελληνικής κοινωνίας, και
β) κατά πόσο έχουν πετύχει να ενταχθούν στις κοινότητες (λαϊκές, εκπαιδευτικές, επιστημονικές κλπ.) που οφείλουν να εξυπηρετήσουν και να αποτελέσουν ζωντανό συστατικό στοιχείο των μηχανισμών τους.
.....................................
Τελειώνοντας, αυτό που πρέπει για άλλη μια φορά να επισημανθεί εδώ είναι ότι η πραγμάτωση της συνεργασίας μεταξύ των βιβλιοθηκών, αλλά και της συνεργασίας των βιβλιοθηκών με τους λοιπούς κοινωνικούς φορείς είναι κάτι που οι ίδιοι οι βιβλιοθηκάριοι θα μπορούσαν να προωθήσουν σημαντικά.[...] Και στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν οι τεράστιες ευθύνες της Πολιτείας για τη μέχρι τώρα καθυστέρηση στα θέματα των βιβλιοθηκών και κυρίως στο θέμα της νομοθετικής ρύθμισης του δικτύου των ελληνικών βιβλιοθηκών [...]

Πώς το είπε ο ποιητής;

Οι φίλοι μας έφυγαν...
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,
πέρα από τ' αγάλματα.

------------------------------------------------------
Σημείωση: Αντέγραψα το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη (Μυθιστόρημα Ε') από τη συλλογή Ποιήματα (Ίκαρος 1998).

,

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Σχολικές βιβλιοθήκες και κοινότητες ή είναι οι σχολικοί βιβλιοθηκονόμοι οι αφανείς ήρωες της παιδείας μας;




Πριν από τρία ή και παραπάνω χρόνια, ένας φίλος Διευθυντής Γυμνασίου μου ζήτησε να επισκεφτώ το σχολείο του να μιλήσουμε για τη σχολική βιβλιοθήκη που θα δημιουργούσαν. Προκαταβολικά να πω ότι ο φίλος αυτός είναι ένας από τους σπουδαίους εκπαιδευτικούς των σχολείων μας, με πολλή δραστηριότητα και με αποδοχή από όλους - μαθητές, γονείς, καθηγητές, κοινωνικό περίγυρο. Οι δράσεις των μαθητών του σχολείου του είναι παραπάνω από αξιέπαινες, κινηματογράφος, ραδιόφωνο, θέατρο, τραγούδι, χορός, τοπική ιστορία και πολλά άλλα. Η ιδέα για τη δημιουργία σχολικής βιβλιοθήκης γεννήθηκε από την προθυμία ενός πολίτη και φίλου του σχολείου (παλιού μαθητή του) να προσφέρει τον εξοπλισμό - ράφια δηλαδή για να τοποθετηθούν τα βιβλία που ήδη είχε το σχολείο (η περίπτωση αγοράς νέων βιβλίων φάνταζε δύσκολη έως αδύνατη). Αυτό που ήθελε να συζητήσουμε ήταν πώς θα μπορούσε να στηθεί και να λειτουργήσει αυτή η βιβλιοθήκη. Του είπα μερικά γενικά πράγματα - όπως αντιλήφθηκα τότε, δεν υπήρχε κανένας μπούσουλας από κεντρικό θεσμό, το Υπουργείο Παιδείας ας πούμε. 

Ξαναπήγα να μου δείξει τον εξοπλισμό που είχε έρθει· είχε τοποθετηθεί σε έναν ιδιαίτερο χώρο, όχι - ευτυχώς - στο γραφείο των καθηγητών, όπως συνήθως γίνεται, που ήταν όμως σχετικά απρόσιτος, ήταν σε μια γωνιά που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάτι άλλο και θεωρήθηκε χρήσιμος για τη συγκεκριμένη λειτουργία. Είχαν τοποθετηθεί και τα βιβλία στα ράφια· όμως, τι βιβλία, ήταν βιβλία παλιά, εγκυκλοπαίδειες ακόμη πιο παλιές, με κανένα ενδιαφέρον ή κίνητρο για τους μαθητές, ούτε ακόμη και για τους καθηγητές. Και τίποτα από κει και πέρα. Τι να προτείνεις εδώ; Να οριστεί ένας καθηγητής ή μια καθηγήτρια να την έχει ανοιχτή για τρεις ώρες τη βδομάδα; Και να κάνει τι; Να καλεί τα παιδιά να ξεφυλλίζουν τις παλιές μεγάλες εγκυκλοπαίδειες ή τα παλιά σκονισμένα βιβλία; Μόνο για ερευνητές ή αναγνώστες με ειδικά ενδιαφέροντα θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα αυτά τα βιβλία (το λέω αυτό, παρόλο που ... αγαπώ και ξεκοκκαλίζω παλιά βιβλία). Στο σχολείο, ίσως θα ήταν χρήσιμα για ένα μάθημα εξέλιξης και ιστορίας του βιβλίου· υπερβολή ίσως, αλλά για να δείξω ότι αν δεν υπάρχει και άλλο υλικό, αυτή η παλιοκαιρισμένη συλλογή μόνη της σε μια σχολική βιβλιοθήκη είναι ξεπερασμένη, ανεπαρκής και ακατάλληλη. Δεν μίλησα ούτε για οργάνωση, ούτε για στελέχωση, αυτό δεν μπορούσε να είναι σχολική βιβλιοθήκη, παρά τις πολύ καλές προθέσεις. 

Θυμάμαι παλιότερα, μιαν άλλη περίπτωση φίλης καθηγήτριας γυμνασίου στο μάθημα της Τεχνολογίας που είχε για χρόνια την ευθύνη για τη βιβλιοθήκη του σχολείου της· και θυμάμαι με πόση θέρμη έφτιαχνε καταστάσεις των βιβλίων, κρατούσε στοιχεία, δανεισμούς κτλ., αλλά μέχρι εκεί, δεν είχε άλλες γνώσεις, δεν είχε δυνατότητες εμπλουτισμού, δεν είχε βοήθεια, ούτε από το σχολείο, ούτε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, ούτε ποτέ προέκυψε καμιά συνεργασία με άλλες βιβλιοθήκες της περιοχής (δημοτική, ας πούμε, ή άλλη).

Πριν από χρόνια, υπήρξε μια κατεύθυνση οργάνωσης σχολικών βιβλιοθηκών (με πολλά παρατράγουδα, αλλά αυτό είναι άλλη και άλλου ιστορία), όπου εκφράστηκαν δημόσια και συχνά έντονα πολλές διαφορετικές απόψεις κυρίως για τη στελέχωση αυτών των βιβλιοθηκών, δηλαδή για το ποιοι επιστημονικοί και επαγγελματικοί χώροι είναι οι πλέον κατάλληλοι να τις λειτουργήσουν, των βιβλιοθηκονόμων ή των εκπαιδευτικών (αν και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν δεν αφορούσαν τελικά αυτή τη διάκριση...). Χρειάστηκε να σκεφτώ λίγο περισσότερο για τις σχολικές βιβλιοθήκες τότε γιατί συμμετείχα ως εκπαιδεύτρια στα προγράμματα κατάρτισης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και στις ενημερωτικές ημερίδες που διοργάνωνε το Υπουργείο Παιδείας στην Αθήνα και στην περιφέρεια για τους εκπαιδευτικούς και τους βιβλιοθηκονόμους (κυρίως τους πρώτους) που θα στελέχωναν τις μονάδες αυτές. 

Τα προγράμματα του ΕΚΔΔΑ διαρκούσαν συνήθως μια βδομάδα και είχαν ως στόχο, όχι βέβαια να εκπαιδεύσουν δασκάλους και καθηγητές ώστε να γίνουν βιβλιοθηκονόμοι, αλλά να δώσουν κάποιες βασικές πληροφορίες για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια βιβλιοθήκη και δη σχολική (όχι οπιοιαδήποτε βιβλιοθήκη, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί, ανεξάρτητα αν εκείνα τα σεμινάρια το κατάφερναν ή όχι). Στα μαθήματα αυτά συμμετείχαν εκπαιδευτικοί ή βιβλιοθηκονόμοι που είχαν οριστεί ως υπεύθυνοι της βιβλιοθήκης του σχολείου τους. Οι εκπαιδευτικοί είχαν αποσπαστεί από τα καθήκοντα διδασκαλίας. Δεν θα δώσω εδώ άλλες λεπτομέρειες, έχω κρατήσει όμως δυο εικόνες πολύ ζωντανές από εκείνα τα μαθήματα. Στη μία εικόνα είναι δύο νέες κοπέλες που εργάζονταν σε δημοτικό σχολείο, η μία μουσικός και η άλλη γυμνάστρια, και θυμάμαι τον ενθουσιασμό και τη διάθεση που είχαν για να στήσουν τη βιβλιοθήκη τους. Η άλλη εικόνα είναι αυτή ενός μεσήλικου διευθυντή δημοτικού σχολείου στο Αίγιο, του οποίου το σχολείο δεν ήταν στο πρόγραμμα, ήρθε όμως με δική του πρωτοβουλία για να παρακολουθήσει τα μαθήματα, και στα διαλείμματα συζητούσαμε για την εφαρμογή σε Access που είχε δημιουργήσει από μόνος του κτλ.



Βέβαια, δεν θα ήθελα τα παραπάνω να ερμηνευτούν ως αυτοαναφορικότητα μιας ειδήμονα στο αντικείμενο των σχολικών βιβλιοθηκών· κάθε άλλο μάλιστα, αφού δεν είμαι κιόλας. Ήθελα όμως να μπω στην κουβέντα που υπάρχει αυτό τον καιρό με αφορμή και με την ευκαιρία της δημοσίευσης από το Υπουργείο Παιδείας Απόφασης με θέμα «Ίδρυση Δικτύου Σχολικών Βιβλιοθηκών Δημόσιων Δημοτικών Σχολείων». Η παράθεση παραδειγμάτων είναι ένας τρόπος εισαγωγής στο θέμα που θέλουμε να θίξουμε και καμιά φορά, μάλιστα, μπορεί να αρκούν μόνο λίγα συμπληρωματικά σχόλια.  

Θα χαρακτήριζα γενικά ως θετική μια απόφαση του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με τη λειτουργία των σχολικών βιβλιοθηκών, και θα μπορούσα να υποθέσω (ή θα ήθελα να ελπίζω) ότι η απόφαση για τα δημοτικά σχολεία είναι η αρχή και ότι θα ακολουθήσει απόφαση και για τις επόμενες βαθμίδες. Θα έλεγα ότι η απόφαση αυτή εκφράζει θετική διάθεση, πάντως όμως όχι και πρόθεση, πρόθεση δηλαδή να αντιμετωπιστεί το ζήτημα με τρόπο σοβαρό, συστηματικό, συνεργατικό. Από τις αντιδράσεις φαίνεται ότι δεν υπήρξε συνεργασία με τους φορείς που θα έπρεπε (και αν είναι έτσι, μήπως ... για να μην συμβεί αυτό που λένε φτιάξε μια Επιτροπή για να μη γίνει τίποτα, όπως έγινε με την Επιτροπή για το Βιβλίο του Υπουργείου Πολιτισμού, τι πληγή κι αυτή...).

Παρά τη θετική διάθεση, και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες εξασφάλισης χρηματοδότησης, ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω κάποια ελλείμματα  στην πρωτοβουλία του Υπουργείου. Για μένα σημαντικότερο είναι το έλλειμμα ως προς τον στόχο - μόνο υπάρχουσες βιβλιοθήκες για την ώρα, με τις υπάρχουσες φτωχικές υποδομές και τους υπάρχοντες πόρους, με εικόνα δηλαδή σαν αυτή του πρώτου παραδείγματος - και όταν αυτές οι βιβλιοθήκες αφορούν τα δημοτικά σχολεία, εκεί που τα παιδιά θα μάθουν να είναι συστηματικοί αναγνώστες -, χωρίς μια προοπτική και ένα σχέδιο για συνολική αντιμετώπιση. Άραγε υπάρχει πολιτική βιβλιοθηκών; Ή έστω υπάρχει διάθεση, πρόθεση ή  σχέδιο για διαμόρφωση πολιτικής βιβλιοθηκών; Που θα έχει και ένα κεφάλαιο για την πολιτική των σχολικών βιβλιοθηκών; 

Υπάρχουν κι άλλα, όπως ας πούμε η τόσο θεωρητική ανάλυση θεμάτων που είναι μεν σωστά και αφορούν τις βιβλιοθήκες της εποχής μας, δεν είναι όμως απαραίτητα σε ένα κείμενο για τη λειτουργία των σχολικών βιβλιοθηκών. Η απόφαση κάνει λόγο για ίδρυση Δικτύου σχολικών βιβλιοθηκών, παραλείπει όμως ή δεν ασχολείται όσο πρέπει με το τι σημαίνει αυτό. Και λείπουν οι συνέργειες (επί της ουσίας)· γίνεται αναφορά σε βιβλιοθηκονομική κοινότητα, έτσι απλά και αόριστα, καμιά όμως αναφορά σε βιβλιοθηκονόμους και είναι αδύναμη έως αόριστη η αναφορά σε άλλους θεσμούς και κύρια στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (νομίζω ότι είναι απαραίτητη η αναζήτηση συνεργασιών, ιδιαίτερα και στοχευμένα, με τους Δήμους και τις βιβλιοθήκες τους). Η στελέχωση γίνεται με δασκάλους, αλλά για βιβλιοθήκες που θα ανοίγουν τρεις ώρες τη βδομάδα. Αυτό νομίζω γίνεται ήδη και τώρα σε κάποιες περιπτώσεις, και χωρίς βέβαια να "γλυτώνουν" οι εκπαιδευτικοί ώρες διδασκαλίας (βλέπε το δεύτερο παράδειγμα), αλλά ... μεταξύ μας δεν μπορούσε ή δεν χρειαζόταν να γίνει και κάτι άλλο, αφού δεν δημιουργείται κάτι καινούριο, κάτι παραπάνω. Δίνονται βέβαια λεπτομέρειες για την οργάνωση, τη διαχείριση κτλ., αλλά σε ένα τοπίο μάλλον θολό και αβέβαιο.

Liz Phipps Soeiro, η σχολική βιβλιοθηκονόμος της χρονιάς για το 2017, η Λιζ η βιβλιοθηκονόμος,
αυτή που "τόλμησε" να αρνηθεί βιβλία που χάρισε η κα Τραμπ στις σχολικές βιβλιοθήκες,
χαρακτηρίζοντάς τα ρατσιστικά και ξεπερασμένα

Υπήρξαν αντιδράσεις. Κυκλοφόρησε ένα κείμενο - Ανοικτή επιστολή προς τον Υπουργό - το οποίο περιέχει κάποια σωστά σημεία, είναι όμως μάλλον περισσότερο τεχνικό από όσο θα μπορούσε να αφορά όλους τους υπογράφοντες - που είναι κυρίως βιβλιοθηκονόμοι, αλλά και λίγοι συγγραφείς, εκδότες και άλλοι. (Για παράδειγμα, η παρατήρηση "Ο ηλεκτρονικός κατάλογος των βιβλιοθηκών είναι μια βάση δεδομένων ή γίνεται σε βιβλιοθηκονομικό πρόγραμμα (π.χ. ΑΒΕΚΤ);" τι νόημα έχει;) 

Η ΕΕΒΕΠ (Ένωση Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης) εξέδωσε "Ψήφισμα για την ορθή λειτουργία των σχολικών βιβλιοθηκών" με το οποίο καλεί σε συλλογή υπογραφών για ακύρωση της απόφασης. Θα έλεγα βέβαια ότι ο τίτλος παραπέμπει μάλλον σε προτάσεις για την ορθή λειτουργία των σχολικών βιβλιοθηκών, που όμως δεν διατυπώνονται, γιατί όπως αναφέρεται έχουν επανειλημένα κατατεθεί. Το σημαντικό που επισημαίνεται όμως στο κείμενο είναι ότι δεν υπήρξε συνεργασία με το Υπουργείο για το θέμα αυτό. 

Δεν έπεσε στην αντίληψή μου ανακοίνωση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας.

Κύριο βάρος (ή μεγάλο μέρος) στις αντιδράσεις δείχνει να έχει η στελέχωση των βιβλιοθηκών αυτών. Η ΕΕΒΕΠ υποστηρίζει ότι η στελέχωση πρέπει να γίνεται "με εξειδικευμένο προσωπικό (απόφοιτους των σχολών βιβλιοθηκονομίας της χώρας)" καταλήγοντας με τη φράση "Δεν μπορούμε να έχουμε νοσοκομεία χωρίς γιατρούς, σχολεία χωρίς δασκάλους και βιβλιοθήκες χωρίς βιβλιοθηκονόμους", η δε παραπάνω Ανοικτή επιστολή αφού γράφει ότι "ο νόμος δεν λαμβάνει υπόψη του τις διεθνείς πρακτικές για τις σχολικές βιβλιοθήκες (βλ. IFLA School Library Guidelines)", παραπέμπει στην IFLA (Διεθνή Ομοσπονδία Ενώσεων και Ιδρυμάτων Βιβλιοθηκών) και στις Κατευθυντήριες Οδηγίες της για τις Σχολικές Βιβλιοθήκες. Υποθέτω ότι οι συντάκτες της Υπουργικής Απόφασης δεν αγνοούσαν το κείμενο αυτό, αλλά μάλλον δεν τόλμησαν να πάνε παραπέρα.

Αν και βέβαια εκτιμώ, σέβομαι και υποστηρίζω τον χώρο των βιβλιοθηκών και βιβλιοθηκονόμων (που υπηρέτησα για πολλά χρόνια) και συμμερίζομαι τα σοβαρότατα προβλήματα επαγγελματικής αποκατάστασης που αντιμετωπίζουν (μεγάλα ποσοστά ανεργίας και ετεροαπασχόλησης),  αυτό που με προβληματίζει, όχι τώρα αλλά από τότε που γεννήθηκε στη χώρα μας το ζήτημα των σχολικών βιβλιοθηκών και της στελέχωσής τους (βλ. τρίτο παράδειγμα παραπάνω) είναι ότι και η IFLA και η Unesco (IFLA/Unesco Manifesto 1999) και επιμέρους χώρες όταν αναφέρονται στο θεσμό των σχολικών βιβλιοθηκών, κάνουν λόγο για σχολικό βιβλιοθηκονόμο (school librarian) ή για δάσκαλο βιβλιοθηκονόμο (teacher librarian). Στα προσόντα αυτού του / αυτής της βιβλιοθηκονόμου θα βρει κανείς χαρακτηριστικά τόσο βιβλιοθηκονόμου όσο και εκπαιδευτικού, υπάρχουν δηλαδή απαιτήσεις και για τις δυο πλευρές, εξάλλου η ιδιομορφία στην εργασία σε μια βιβλιοθήκη και συναφή μονάδα τεκμηρίωσης και πληροφόρησης είναι ότι απαιτεί τη συνύπαρξη με άλλες ειδικότητες.

Βέβαια σήμερα οι βιβλιοθήκες θεωρούνται, έτσι κι αλλιώς, χώροι μάθησης, πόσο μάλλον οι σχολικές, και αυτό θα μπορούσε να αποτελεί το ισχυρό πλεονέκτημα της υποχρέωσης στελέχωσης με βιβλιοθηκονόμους μόνο. Θεωρούμε όμως ότι οι σπουδές των βιβλιοθηκονόμων αρκούν για να καλύψουν το πεδίο της μάθησης όπως ορίζεται για μια σχολική βιβλιοθήκη; Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς για το αντικείμενο σπουδών των βιβλιοθηκονόμων.

Επιστρέφοντας στις Οδηγίες της IFLA, θα πρότεινα οι λογής αρμόδιοι, και του Υπουργείου αλλά και των άλλων πλευρών, να τις μελετήσουν βαθιά. Θα παραθέσω μόνο ένα μικρό τμήμα που αφορά τη στελέχωση των σχολικών βιβλιοθηκονόμων (σελ. 25-26):

However, more than 50 years of international research, collectively, indicates that a school librarian requires formal education in school librarianship and classroom teaching that provides the professional expertise required for the complex roles of instruction, reading and literacy development, school library management, collaboration with teaching staff, and engagement with the educational community.

{Σε ελεύθερη μετάφραση:
Όμως, η διεθνής έρευνα εδώ και 50 ή περισσότερα χρόνια κατέδειξε ότι μια σχολική βιβλιοθηκονόμος πρέπει να έχει λάβει τυπική εκπαίδευση στη σχολική βιβλιοθηκονομία και στη διδασκαλία στην τάξη, η οποία (εκπαίδευση) παρέχει την επαγγελματική εμειρογνωμοσύνη που απαιτείται για σύνθετους ρόλους όπως είναι η διδασκαλία, η ανάπτυξη αναγνωστικής συμπεριφοράς και γραμματισμού, η διαχείριση της σχολικής βιβλιοθήκης, η συνεργασία με το εκπαιδευτικό προσωπικό και η ενασχόληση με την εκπαιδευτική κοινότητα.}

Για ενημέρωση να παραθέσω λίγες πληροφορίες για την εικόνα στον διεθνή χώρο. 
Υπάρχει καταρχάς η Διεθνής Ένωση Σχολικής Βιβλιοθηκονομίας (International Association of School Librarianship). 
Στη Μεγάλη Βρετανία υπάρχει η Ένωση Σχολικών Βιβλιοθηκονόμων (School Library Association).
Στις ΗΠΑ υπάρχει η Αμερικανική Ένωση Σχολικών Βιβλιοθηκονόμων (American Association of School Librarians), ενώ το ιστολόγιο https://www.teacher.org/, το οποίο επιγράφεται ως ιστολόγιο για δασκάλους από δασκάλους, παρέχει πληροφορίες για να γίνεις σχολικός βιβλιοθηκονόμος (How to become a school librarian). 
Αντίστοιχα υπάρχει η Αυστραλιανή Ένωση Σχολικών Βιβλιοθηκονόμων (Australian School Library Association). 
Στη Γαλλία υπάρχει ο/η teacher-librarian (“professeur documentaliste”) που έχει περάσει από ειδική κατάρτιση με εξετάσεις για να αποκτήσει τον τίτλο του "εκπαιδευτικού-τεκμηριωτή". 
Στην Πορτογαλία, τέλος, λειτουργεί το Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών από το 1996 με τον θεσμό του teacher-librarian. 


Μην αγνοείτε τον/τη σχολικό βιβλιοθηκονόμο, είναι οι αφανείς ήρωες της παιδείας μας,
δεν είναι μόνο για να βάζουν ημερομηνίες επιστροφής στις καρτέλες δανεισμού
και να φροντίζουν τυχόν εφεδρικούς υπολογιστές, έλεγε σε άρθρο της στον Guardian το 2014
η σχολική βιβλιοθηκονόμος και στέλεχος της Ένωσης Σχολικών Βιβλιοθηκονόμων της Αγγλίας Sally Dring

Τελειώνοντας, με την αυτοκριτική σημείωση ότι ... παρά τα τρία παραδείγματα στην αρχή, τα σχόλιά μου δεν ήταν τελικά σύντομα και συμπληρωματικά, αλλά μάλλον μακροσκελή και φλύαρα, θα ήθελα να σημειώσω ότι φαίνεται να χρειάζεται κι άλλη προσπάθεια, ξεκινώντας από πιο βαθειά, ώστε να οριστεί και να περιγραφτεί με σαφήνεια τι πρέπει να γίνει με τα σχολεία και με τα παιδιά στα σχολεία και με τις βιβλιοθήκες στα σχολεία και με τις βιβλιοθήκες και τα παιδιά. Υπογραμμίζω ιδιαίτερα το τελευταίο γιατί νομίζω ότι είναι απαραίτητο να αναζητηθεί η συνεργασία και η εμπλοκή βιβλιοθηκών εκτός σχολείου, κυρίως των δημοτικών και δημόσιων που βρίσκονται στην ίδια περιοχή. Υπάρχει, εξάλλου, ήδη πολύ πλούσια εμπειρία από τις δράσεις των βιβλιοθηκών στις γειτονιές μας σε όλη την Ελλάδα, και αυτή την εμπειρία θα πρέπει η Πολιτεία να αξιοποιήσει (αλλά, και οι επιμέρους εκπαιδευτικοί φορείς, τα σχολεία της περιοχής κτλ.). Και θα πρέπει επίσης να διερευνηθούν οι τομείς εκπαίδευσης και κατάρτισης, τόσο στο χώρο των βιβλιοθηκονόμων (κι εδώ έχουν λόγο επίσης τα αντίστοιχα τμήματα ΑΕΙ/ΤΕΙ) όσο και των δασκάλων.

Κι ένα τελευταίο παράδειγμα για κλείσιμο, όχι δικό μου τώρα, αλλά το παράδειγμα της Πορτογαλίας, μιας χώρας ανάλογων με τη δική μας συνθηκών. Το Δίκτυο Σχολικών Βιβλιοθηκών στη χώρα αυτή χρονολογείται από το 1996, δηλαδή περίπου ίδια περίοδο που και στη δική μας χώρα είχαν αρχίσει ανάλογες δράσεις· μήπως πρέπει σοβαρά να μας προβληματίσει γιατί σε μας δεν προχώρησε ο θεσμός;

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

H αναγκαιότητα της ανάγνωσης: μερικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Σιδέρη



Την Παρασκευή το απόγευμα βρεθήκαμε στον πολυχώρο Αίτιον για την παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο "Η αναγκαιότητα της ανάγνωσης" (εκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2016). Το βιβλίο έχει γράψει ο Νίκος Σιδέρης, βιβλιοθηκονόμος, ένας αξιόλογος και πολύ ευαίσθητος νέος άνθρωπος, ο οποίος όχι μόνο διαβάζει πολύ, αλλά έχει και την πίστη ότι το διάβασμα μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο. 


Στην εκδήλωση, διάβασε αποσπάσματα σχολιάζοντας ταυτόχρονα τα θέματα του βιβλίου με τον ιδιαίτερο γλαφυρό του τρόπο ο Μάνος Κοντολέων. Ο γνωστός συγγραφέας μας μίλησε για βιβλία και ήρωες/ηρωίδες που αγάπησε κι επηρέασαν τον ίδιο ως σύμβολα και εικόνες ανάγνωσης της παιδικής ηλικίας, μη παραλείποντας να αναφερθεί στη Ντεζιρέ, την ηρωίδα από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Άννα - Μαρία Σελίνκο (κόρη εμπόρου μεταξωτών από τη Μασσαλία που ερωτεύτηκε στα 15 της το Ναπολέοντα κι έγινε αργότερα βασίλισσα της Σουηδίας στο πλάι του Βερναδότη), αλλά και στους Φορσάιτ του Τζον Γκαλσγουόρθι. Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε διάφορα ζητήματα σχετικά με την ανάγνωση, προκαλώντας και τον συγγραφέα να εκφράσει τις απόψεις του σε αυτά.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη και το θέμα έδειχνε να ενδιαφέρει τους παρευρισκόμενους, άλλωστε ήταν αρκετοί αυτοί που έκαναν τοποθετήσεις και κατέθεσαν προσωπικές εντυπώσεις και μαρτυρίες.





Λεπτομέρειες για την εκδήλωση, φωτογραφίες και το βίντεο βρίσκονται στο bookia.gr, απ' όπου και οι φωτογραφίες που χρησιμοποίησα εδώ:

Παρακάτω, αντιγράφω το κείμενο που διάβασα στην εκδήλωση ως ομιλήτρια. Ολόκληρο με τις υποσημειώσεις και τους υπερσυνδέσμους είναι αναρτημένο σε μορφή pdf εδώ: 





"Θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω το Νίκο που μου πρότεινε να πω δυο λόγια στην παρουσίαση του βιβλίου του. Είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο του, είχα ήδη σχεδόν έτοιμη την ανάρτηση για το ιστολόγιό μου, γι’ αυτό και αυτά που θα πω εδώ είχαν ετοιμαστεί για γραπτό κείμενο και να με συγχωρέσετε που πολλά θα τα διαβάζω.


Δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη, από τη μια γιατί γνώριζα το Νίκο από το μεταπτυχιακό Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου όπου δίδασκα (ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος) και τον εκτιμώ, αλλά από την άλλη γιατί πραγματικά το θέμα είναι πολύ ενδιαφέρον και ο τίτλος, για μένα, ιδιαίτερα προκλητικός. 


Από κει και πέρα, σκέφτομαι πώς έγινα φίλη της ανάγνωσης, μάλλον καλύτερα πώς έγινα αρχικά αναγνώστρια. Η αρχή έγινε με μία θεία μου, τη μεγάλη αδελφή του πατέρα μου, που ήταν η μόνη που ενώ δεν είχε σπουδάσει η ίδια, είχαν σπουδάσει και τα δυο της παιδιά και επομένως η οικογένειά της είχε μπει στο κάδρο των «μορφωμένων» για τους υπόλοιπους που είχαν ή δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό. Έμεναν στην Αθήνα και κάθε καλοκαίρι έρχονταν στα Χανιά. Ήμουν γύρω στα 12, όταν η θεία μου πρότεινε να αγοράζω σε τεύχη κάποια «ωραία» βιβλία όπως μου είχε πει. Κι έτσι έκανα. Τα «ωραία» βιβλία, που άρχισα ν’ αγοράζω σε τεύχη και στη συνέχεια έδεσα σε δύο τόμους ήταν «Η ανακάλυψη της γης» και «Αιγαίο-Κνωσσός-Μυκήνες». Αργότερα, αγόραζα σε τεύχη επίσης, την Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού του Will Durant. 


Οι γονείς μου είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό λίγο πριν τον πόλεμο, από φτωχές, λαϊκές οικογένειες του χωριού. Όμως, είχαν λαχτάρα να μάθω γράμματα, ήμουν και καλή μαθήτρια, την ίδια εκείνη χρονιά ο πατέρας μου, με τη σύσταση ενός γνωστού του βιβλιοπώλη στα Χανιά, μου αγόρασε το δίτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Πρωίας. Ήταν η πρώτη μου εγκυκλοπαίδεια, ενώ αργότερα στο Γυμνάσιο μου αγόρασε την Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη. Τα υπόλοιπα ήρθαν και λίγο μόνα τους. Έτσι έγινα αναγνώστρια και σιγά σιγά έγινα και φιλαναγνώστρια. Σκέφτομαι πολλές φορές ότι σε αυτό, πέρα από τη θεία Ελισάβη, πέρα από τη λαχτάρα των γονιών μου, πολύ σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε η Δημοτική βιβλιοθήκη στα Χανιά. Όταν στην τετάρτη ή πέμπτη δημοτικού πήρα το βραβείο για την αποταμίευση (κουμπαρά κτλ.), είχα καθίσει ώρες στη βιβλιοθήκη και είχα συμβουλευτεί πολλές πηγές για να γράψω την έκθεση (προφανώς και αντιγράφοντας κομμάτια). Αυτό φυσικά το χρωστάω και στους δασκάλους που μας είχαν μιλήσει για τη βιβλιοθήκη και στον αυστηρό βιβλιοθηκάριο που μας συνιστούσε ποια βιβλία να διαβάσουμε.


Θα ήθελα, επίσης, να σημειώσω ιδιαίτερα, ότι η θεία που ανέφερα παραπάνω, πολύ νωρίτερα, μου είχε προτείνει να διαβάζω εφημερίδες! Αυτό ήταν ένα κριτήριο ή καλύτερα ένα εργαλείο για να διαβάζουμε, να ενημερωνόμαστε αλλά και να μαθαίνουμε! Αυτό το ρόλο είχαν τότε οι εφημερίδες! Διαμόρφωναν αναγνώστες. 

Ξεκίνησα με τα παραπάνω, αυτοβιογραφικά κατά κάποιο τρόπο, γιατί το ίδιο έκανα και όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου, ξεκινώντας από τον τίτλο.


Αναγκαιότητα της ανάγνωσης: Μανιφέστο. 

Τι θα πει ο τίτλος; Πώς προσέλαβα εγώ τον τίτλο; 

Η αλήθεια είναι ότι την έννοια της αναγκαιότητας στον τίτλο ενός βιβλίου την συνάντησα στα φοιτητικά μου χρόνια, αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν διαβάζαμε το διάσημο τότε βιβλίο του μαρξιστή Έρνστ Φίσερ «Η αναγκαιότητα της τέχνης» (από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1972, σε μετάφραση Γιώργου Βαμβαλή, επανεκδόθηκε αργότερα από το Θεμέλιο). Σε αυτό, ο Φίσερ υποστηρίζει ότι η τέχνη δεν είναι κάτι προαιρετικό, αλλά ένα θεμελιώδες, απαραίτητο τμήμα της ζωής μας. Είχε όμως κι ένα πολύ ενδιαφέρον παράθεμα από τον Ζαν Κοκτώ: ''Poetry is indispensable—if I only knew what for.'' Η ποίηση είναι επιτακτικά απαραίτητη, αναπόφευκτη – μακάρι μόνο να ήξερα γιατί».


Αυτό βοηθά και μένα να απαντήσω στο γιατί της αναγκαιότητας και για την ανάγνωση. Μακάρι να ήξερα γιατί... Γιατί στο αυτονόητο;


Τι είναι αναγκαιότητα;

Στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, διαβάζουμε:


«αναγκαιότητα: η ιδιότητα του απαραίτητου, του λογικά επιβεβλημένου και αναπόφευκτου, που συσχετίζει με δεσμευτικό τρόπο γεγονότα, φαινόμενα, καταστάσεις».


Από την άλλη, έχουμε την έννοια της ανάγνωσης που ορίζεται ως η «αναγνώριση των γραπτών συμβόλων που συνθέτουν ένα γραπτό κείμενο, καθώς και η κατανόηση του περιεχομένου του», αλλά και «η κατανόηση της σημασίας συμβόλων ή σημείων».


Έχουμε βέβαια και το διάβασμα που είναι «η ενέργεια του διαβάζω· η ανάγνωση» και η «μελέτη».


Έτσι, στα ελληνικά λέμε ανάγνωση και αναγνώστης / αναγνώστρια και εννοούμε τους ανθρώπους που διαβάζουν κείμενα – συνήθως βιβλία και ίσως καμιά φορά με έμφαση στη λογοτεχνία (χωρίς όμως να είναι απαραίτητο). Μεταφορικά, βέβαια, χρησιμοποιούμε τον όρο αναγνώστης (όχι αναγνώστρια) για τις ηλεκτρονικές συσκευές με τις οποίες διαβάζουμε τα ηλεκτρονικά βιβλία. (Εκεί, δηλαδή, έχουμε ... δύο αναγνώστες, τη μηχανή και τον άνθρωπο, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). 


Στα ελληνικά λέμε φιλαναγνώστης / φιλαναγνώστρια και εννοούμε το άτομο που αγαπά το διάβασμα και διαβάζει πολύ, και βιβλιόφιλος / βιβλιόφιλη το άτομο που αγαπά τα βιβλία. Στα αγγλικά χρησιμοποιείται ο όρος bibliophile, librophile (ή και readophile πρόσφατα) και book lover, πολύ σπάνια δε το reading lover, και ορίζεται ως “someone who loves (and usually collects) books”. Υπάρχει επίσης το bookworm, που είναι ο βιβλιοσκώληκας κυριολεκτικά και ο βιβλιοφάγος μεταφορικά, αυτός δηλαδή που διαβάζει πολλά βιβλία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ο φιλαναγνώστης/η φιλαναγνώστρια. Χρησιμοποιείται επίσης το avid reader, για τον φανατικό αναγνώστη. 

Αλλά εδώ ας σταματήσω με τη διαστροφή της ορολογίας και να συνεχίσω με τις σκέψεις μου πάνω στο περιεχόμενο του βιβλίου. 

Ξεκινώντας από τη σχέση των Ελλήνων με το βιβλίο και με την ανάγνωση, θα αναφέρω την ίδρυση και το κλείσιμο έπειτα του ΕΚΕΒΙ, που για μένα ήταν ένας από τους πιο προοδευτικούς, δημοκρατικούς θεσμούς στον τόπο μας, και πιστεύω ότι, με όποια προβλήματα υπήρχαν (και υπήρχαν προφανώς), θα έπρεπε να επιλεγεί άλλος τρόπος αντιμετώπισης... 


Επίσης, όταν κλείνουν βιβλιοπωλεία, δεν είναι σίγουρα μια καλή στιγμή για το χώρο του βιβλίου και της παιδείας μας γενικότερα. Με αφορμή το πρόσφατο κλείσιμο του Ελευθερουδάκη, υπήρξαν αρκετές δημοσιεύσεις και συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γύρω από το χώρο του βιβλίου, την τιμή του βιβλίου[1] κτλ. Είδαμε και απόψεις όπως:


«Άμα δεν έχει λεφτά ο κόσμος δεν θα αγοράσει βιβλία. Τα βιβλία είναι είδος πολυτέλειας. Οπότε με κατώτερη τιμή ή όχι, το ίδιο.»

Αναρωτιέται κανείς αν πράγματι θεωρείται (ή πρέπει να θεωρείται) είδος πολυτελείας το βιβλίο και αν το πρόβλημα είναι η τιμή του βιβλίου ή μόνο αυτή.

Υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα, παλιότερα και σύγχρονα, για τη σχέση των Ελλήνων με το διάβασμα και με το βιβλίο, και στα οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε (όπως δυστυχώς και σε άλλους τομείς) τη διαχρονικότητα κάποιων αδυναμιών μας ή και κακοδαιμονιών μας !!!


Θα αναφέρω μόνο μερικά.

Τον Αύγουστο του 1906 δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια με τίτλο «Για να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν» μια έρευνα που έκανε το περιοδικό, ζητώντας από γνωστούς ανθρώπους των γραμμάτων ν’ απαντήσουν αν και γιατί δεν διαβάζουν οι Έλληνες. Κοινή διαπίστωση ήταν ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν και σε αυτό φταίνε η ανάγνωση εφημερίδων, ο πολλαπλασιασμός του προϊόντος με έκπτωση της ποιότητας, ο αγώνας για την επιβίωση, τα μέσα μεταφοράς («τα μέσα τα καταπληκτικά της κινήσεως»), καθώς επίσης και «το μέγα ύπαιθρον και η έλξις του Ηλίου». Και τι μπορεί να γίνει, αναρωτιέται στο εισαγωγικό σημείωμα ο Παύλος Νιρβάνας, ώστε να συνηθίσουν οι Έλληνες να διαβάζουν;


Αφού δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον ήλιο και το ύπαιθρο, λέει, να τα συμβιβάσουμε με την ανάγνωση. «Να φέρωμε την τέχνη του λόγου εις το ύπαιθρον, εις τας στοάς, εις τα θέατρα. Να δημιουργήσωμεν διαλέξεις υπαιθρίους, να κάμωμεν τον Έλληνα ν’ αγαπήσει τον λόγον, … να τον προπαρασκευάσωμεν δηλαδή δια το βιβλίον... Ένα βιβλίον που να συμβιβάζεται με το ύπαιθρον, με τον δρόμον, με την πλατείαν, με το παράλιον, με την εξοχή…»


Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ένας από τους ερωτώμενους, είναι απόλυτος:


«Αν αναγινώσκουν δεν ξέρω – ξέρω πως δε διαβάζουν. Ο Ρωμηός ποτέ δεν αγάπησε το διάβασμα. Ούτε τώρα, ούτ’ αμέσως έπειτα από την Επανάσταση, ούτε πριν στα χρόνια της σκλαβιάς του… Σκίσιμο, κάψιμο τα βιβλία σα να ήταν οχτροί μας θανάσιμοι. Γιατί; Δεν μας έμαθαν τίποτα; Δεν μας χαροποίησαν καμιά φορά; Καμιά. Μας δυσκόλεψαν μονάχα τα παιχνίδια μας, τα μαλώματά μας, τους συλλόγους και τις παρλάτες μας. Φταίει θα πεις το σκολικό μας σύστημα· φταίει, δε λέω τ’ όχι. Μα πιο πολύ φταίει το νευρικό μας σύστημα. Το μυαλό μας είναι που δεν υποφέρει στ’ αληθινά ζυγό και όχι ο τράχηλός μας….»


Ο Κλέων Παράσχος έγραφε το 1931: 


«Είμαστε ένας λαός (και μικρός μάλιστα, και πολύ στενοχωρημένος, και πολύ φτωχός) που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των πρώτων, των κατωτέρων βιωτικών του προσαρμογών. Στερούμεθα υπονόμων και κτίζομεν μέγαρα, καθώς έλεγε, μου φαίνεται, ο μακαρίτης Ροϊδης. Η λογοτεχνία στον τόπο μας δεν είναι ανάγκη, είναι πολυτέλεια. Δεν είναι κάτι φυσικό, είναι κάτι τεχνητό: ένα λουλούδι που μεταφυτεύθηκε και που εκατό χρόνια τώρα παιδευόμαστε για να πιάσει και στην Ελλάδα και που δεν εννοεί να πιάσει…». 


Ο Κ.Θ. Δημαράς σε άρθρο του για το διάβασμα βάζει στην κουβέντα τόσο τον αναγνώστη όσο και τον συγγραφέα (αυτό που σε πρόσφατο άρθρο της η Βενετία Αποστολίδου αποκαλεί «προβληματικό ζευγάρι») και τη μεταξύ τους αληλεπίδραση.


Ο Νιρβάνας, γράφει το 1937:


«…Για να ξαναγίνει το διάβασμα ανάγκη, το βιβλίο πρέπει να γίνει ανώτερο από τη ζωή. Και θα γίνει παίρνοντας απ΄ αυτήν την ευγενικότερή της ουσία και κάνοντας από το διάβασμα ένα ωραίο, ευγενικό και αναγκαίο συμπλήρωμα της ζωής».


Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Κυριάκος Ντελόπουλος στο πολύ όμορφο βιβλίο του «Το βιβλίο των βιβλίων» (Κέδρος 1981), δίνοντας συμβουλές ανάγνωσης και μελέτης στο παιδί, γράφει :


«Για ένα καλό και αποδοτικό διάβασμα χρειάζεται κέφι, όρεξη και καλή διάθεση. Πρέπει να το θέλεις, να το έχεις αποφασίσει. Διαφορετικά να ξέρεις πως με την πίεση δε θα κερδίσεις τίποτα. Κάπου στον «Ερωτόκριτο» ακούγεται τούτο: «το πράμα οπούναι στανικώς ογλήγορα σκολάζει».


Σχετικά με την απόλαυση της ανάγνωσης, η Βενετία Αποστολίδου σε άρθρο της στο περιοδικό ο αναγνώστης διερωτάται μήπως χρειάζεται να ξαναδούμε τι θα πει απόλαυση της ανάγνωσης, μήπως ταυτίσαμε την απόλαυση του κειμένου με την απλή ψυχαγωγία. Και όταν παρατηρεί ότι η ανάγνωση παρουσιάζεται σαν μια παιδική χαρά όπου μόνον ευχάριστα πράγματα συμβαίνουν, τραγουδάμε, χορεύουμε, παίζουμε, ζωγραφίζουμε κ.ο.κ., διερωτάται: «πότε όμως θα πάμε παραπέρα;» 


Και συνεχίζει: 


«...Θα πρέπει να δημιουργήσουμε πολλές και διαφορετικές προσδοκίες από την ανάγνωση και όχι μόνο εκείνη της απόλαυσης... Να αναδείξουμε την ανάγνωση σε πολυδύναμο μέσο απόλαυσης, γνώσης και κοινωνικής συμμετοχής. Το χρωστάμε σε όλα τα παιδιά αλλά ιδίως στα παιδιά που στερούνται πολλών ευκαιριών.»


Αυτό, να κάνω μια παρένθεση εδώ, το παραθέτω γιατί ισχύει και για τις βιβλιοθήκες



Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Η Μάρω Δούκα είπε στη Μικέλα Χαρτουλάρη σε πρόσφατη συνέντευξή της:


«Διαβάζουμε λογοτεχνία, πρωτίστως, λέω, από ανάγκη, για να παρηγορηθούμε κάπως, για να ακυρώσουμε τη μοναξιά μας, να φωτίσουμε την καθημερινότητά μας, να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να επικοινωνήσουμε με διαφορετικούς πολιτισμούς, άλλους λαούς, να ταξιδέψουμε στον χρόνο, να οραματιστούμε τον καλύτερο κόσμο που δικαιούμαστε. Διαβάζουμε όμως και για να μάθουμε, να διδαχτούμε, να γίνουμε απλώς καλύτεροι άνθρωποι. Και πάνω απ’ όλα, πιστεύω, διαβάζουμε για την απόλαυση του κειμένου, τη χαρά της λέξης, την έκπληξη του απρόβλεπτου…»










Σε όλη τη μέχρι τώρα φλυαρία μου, δεν έκανα αναφορά στο συγγραφέα και το βιβλίο του. Κι όμως, οι δικοί μου προβληματισμοί και οι παραπάνω αναζητήσεις μου πηγάζουν από τις σκέψεις που ξεδιπλώνει ο Νίκος στο βιβλίο του, προσπαθώντας κι εγώ, μέσα από τα λεγόμενα των άλλων να αναζητήσω την έννοια και την αναγκαιότητα της αναγκαιότητας… Και διαπιστώνουμε, όντως, τη διαχρονικότητα των εννοιών που απασχολούν το Νίκο.



Θα ήθελα όμως, πριν αναφερθώ λίγο περισσότερο στο βιβλίο, να πω και δυο λόγια για την ιδιότητα του συγγραφέα και να τη συνδέσω με το αντικείμενο του βιβλίου του. Ο Νίκος είναι βιβλιοθηκονόμος. Κι ένα ζήτημα που στ’ αλήθεια με απασχολεί και ομολογώ καμιά φορά με προβληματίζει, είναι αν οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν.

Κάνοντας μια αναζήτηση και πέρα από τα δικά μας σύνορα, διαπίστωσα ότι υπάρχει παρόμοιος προβληματισμός παντού. Η εντύπωση είναι ότι οι βιβλιοθηκονόμοι διαβάζουν πάνω από το μέσο όρο του γενικού πληθυσμού (που σε κάποια σχετική έρευνα στην Αμερική αναφέρθηκε ότι αυτός ο μέσος όρος είναι 5 βιβλία το χρόνο! – να σημειώσω εδώ ότι στην τελευταία έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς του ΕΚΕΒΙ το 2010, ο δικός μας μέσος όρος ήταν 5.9…), υπήρξε και μια απάντηση ότι «οι καλύτεροι βιβλιοθηκονόμοι είναι αυτοί που διαβάζουν κιόλας». Υπήρξε επίσης μία βιβλιοθηκονόμος, συνταξιούχος πλέον μετά από 30 χρόνια στο επάγγελμα, η οποία δήλωσε ότι διαβάζει πάνω από 200 βιβλία το χρόνο και μάλιστα κρατάει σημειώσεις (μπορώ να πώ ότι συμπίπτουμε στα χρόνια υπηρεσίας και στις σημειώσεις!).

Επομένως, δεν μπορώ να μην καταγράψω με θαυμασμό τα τόσα βιβλία που αναφέρει ο Νίκος, συνδέοντάς τα με τις σκέψεις που αναλύει κάθε φορά, και είναι ακόμη πολύ νέος... Μακάρι οι βιβλιοθηκονόμοι στην πλειονότητά τους να διαβάζουν, γιατί σίγουρα θα είναι καλοί στη δουλειά τους, και όχι μόνο βέβαια.

Ο λόγος που το ξεχωρίζω ως ζήτημα είναι γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι είναι καταρχάς καλοί σε αυτό που σπουδάζουν, δηλαδή στο να γνωρίζουν τι υπάρχει και να το κοινοποιούν στους χρήστες τους. Είναι καλοί δηλαδή στην παροχή πληροφοριών, όμως ακόμη και από τη θεωρία, αυτή η παροχή πληροφοριών περιέχει στοιχεία όχι μόνο ποσότητας αλλά και ποιότητας που επίσης έτσι κι αλλιώς διδάσκονται. Επομένως, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο καλά θα κάνει τη δουλειά βιβλιοθηκονόμος που δουλεύει π.χ. σε δημόσια ή σε σχολική βιβλιοθήκη και αγαπά να διαβάζει λογοτεχνία ή ιστορία. Εξάλλου, έχει τονιστεί ο ιδιαίτερος, καθοριστικός και θεμελιώδης ρόλος των βιβλιοθηκονόμων στην καλλιέργεια της ανάγνωσης και του γραμματισμού γενικότερα. Όταν μάλιστα συζητείται έντονα ο ρόλος των βιβλιοθηκών στην εποχή μας, όπου το ζητούμενο από τις βιβλιοθήκες και τους βιβλιοθηκονόμους δεν είναι πλέον μόνο η παροχή πληροφοριών, αλλά και η συμβολή τους στη μάθηση, στην κοινωνική ένταξη και συμμετοχή, στην αλληλεγγύη.

Αλλά αυτό είναι μεγάλο, ξεχωριστό θέμα και ας είναι ένα από τα προς προβληματισμό. Άλλωστε, αυτό που κάνω εδώ δεν είναι άλλο από μια παράταξη συλλογισμών και προβληματισμών με αφορμή το βιβλίο του Νίκου.

Γυρνώντας λοιπόν στο βιβλίο, προσπάθησα να κωδικοποιήσω κάποια θέματα που αναπτύσσει και που για μένα θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν χωριστά ζητήματα για συζήτηση και προβληματισμό. Αυτό είναι και το πολύ ενδιαφέρον του βιβλίου, σε βάζει να σκεφτείς…

Καταρχάς χωρίζει το θέμα του σε δύο κύρια μέρη: Περί ανάγνωσης και περί αναγνωσμάτων και αναγνωστών. Ξεκινά με την εντύπωση από το «Χρονικό του κόσμου» του Ασίμοφ, με το οποίο ένιωσε το βάρος δεκαπέντε δισεκατομμυρίων ετών να τον συναρπάζει. Ήταν και το βιβλίο που τον κέντρισε να γράψει, μάλλον του έβαλε την ιδέα.

Ας δούμε λοιπόν ποια ζητήματα βάζει ο Νίκος, όπως τα διάβασα και τα ξεχώρισα βέβαια εγώ.

· Ο τίτλος του βιβλίου. Αναγκαιότητα του βιβλίου ή αναγκαιότητα της ανάγνωσης;

· Γιατί μανιφέστο; Όχι μόνο διακήρυξη θέσεων και πεποιθήσεων, λέει, αλλά και αγωνίας και προβληματισμού.

· Τι είναι ανάγνωση; Είναι «η δημιουργική αφομοίωση του πνευματικού έργου από τον αναγνώστη... Δεν εννοείται απλά το διάβασμα λέξεων… δεν είναι το ξεφύλλισμα ή μια μηχανική πράξη… είναι η προσωπική κατάδυση του αναγνώστη… μια βαθιά πνευματική πράξη, μια διεργασία κατανόησης και δημιουργικής αφομοίωσης…» 

· Μορφές ανάγνωσης. Χρησιμοποιεί έναν πρωτότυπο τρόπο να παρουσιάσει μορφές μέσα από πλειάδα επιθετικών προσδιορισμών.

· Ανάγνωση και χρόνος. Πώς διαφοροποιείται η ανάγνωση ανάλογα με την ηλικία του αναγνώστη, με το χρόνο δημιουργίας του έργου και με το χρόνο που επιτελείται η ανάγνωση.

· Ανάγνωση και επίδραση. Το μήνυμα του συγγραφέα, πώς προσλαμβάνεται και/ή πώς διαφοροποιείται από τον αναγνώστη, ποια η διάρκειά του.

· Ανάγνωση και απόλαυση. Το ταξίδι. Ένας χορός των αισθήσεων.

· Παιδικές αναγνώσεις. Ένα μοναδικά σπουδαίο θέμα.

· Περιθωριοποίηση λογοτεχνίας και γενικά γραμμάτων και τεχνών τα τελευταία χρόνια. (;) Περιορισμός ανθρωπιστικών σπουδών και προτίμηση υλικών απολαύσεων.

· Μαθητές και λογοτεχνία. Απαξίωση και περιφρονητική αντιμετώπιση. (;) 

· Γιατί να διαβάζουμε λογοτεχνία. «Μέσα στη λογοτεχνία άλλοτε κρύβονται και άλλοτε πασχίζουν να αποκαλυφθούν ιδέες, ήθη, προβληματισμοί, αγωνίες και αρετές παρατημένες στη λήθη. Η ανάγνωση μπορεί να αποτελέσει το σκαλιστήρι για να φυτευτούν τόσο στον αναγνώστη όσο και στη συλλογική συνείδηση δεξιότητες, αρετές και αξίες».

· Οι λογοτεχνικοί ήρωες και η επίδρασή τους στους ανθρώπους. (Εδώ θα μπορούσα να συμπληρώσω σε αυτά που αναφέρει π.χ. τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι που πολύ συχνά αναφέρεται ως το βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όσοι ηγούνται μικρών ή μεγάλων ομάδων, προσθέτοντας όμως εγώ και τον Ηγεμόνα του Πατριάρχη Φωτίου).

· Το βιβλίο-προϊόν.

· Η ανάγνωση σε έναν κόσμο που για όλα υπάρχει μια μονάδα μέτρησης και όλα κοστολογούνται για να θεωρούνται χρήσιμα. (Εδώ μου θυμίζει, για να κάνω εφαρμογή και σε αυτό που έχω ονομάσει «ντόμινο ανάγνωσης», τα βιβλία «Χειμώνας στον πολιτισμό» του Jean Clair και «Η χρησιμότητα του άχρηστου» του Nuccio Ordine).

· Συνομιλία του αναγνώστη με τον συγγραφέα.

· Μηχανισμός συνάντησης αναγνώστη με ανάγνωσμα. 

· Υπάρχουν αναγνώστες; Δεν έχουμε χρόνο για να διαβάσουμε, ακούμε συχνά.

· Αποσπάσματα και τσιτάτα. (Και πάλι να συμπληρώσω σε ό,τι γράφει με την έννοια της ημιμάθειας του Αντόρνο και της αμάθειας του Μισεά).

· Μπορεί η ανάγνωση να αλλάξει τον κόσμο;

Στους προβληματισμούς μας, θα ήθελα να παραβάλλω επίσης το βιβλίο του Νίκου με το βιβλίο του Ντανιέλ Πενάκ «Σαν ένα μυθιστόρημα», στο οποίο ο Γάλλος συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τα δέκα δικαιώματα του αναγνώστη. Στο πρώτο, έχουμε την ανάγκη ν’ αγαπήσουμε το βιβλίο, να καλλιεργήσουμε την ανάγνωση προκειμένου να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι ή και να αλλάξουμε τον κόσμο. Στο δεύτερο, μάλλον έχουμε αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα ως αυτονόητη (έννοια που την αναφέρει συχνά ο Νίκος) και πάμε παραπέρα, διατυπώνοντας την αξίωση και απαιτώντας να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά μας ως αναγνωστών/αναγνωστριών να μη διαβάζουμε, να πηδάμε σελίδες, να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο, να ξαναδιαβάζουμε, να διαβάζουμε οτιδήποτε, να μπερδεύουμε το βιβλίο με την πραγματική ζωή, να διαβάζουμε οπουδήποτε, να τσαλαβουτάμε, να διαβάζουμε μεγαλόφωνα, να σωπαίνουμε. Υπό συζήτηση βέβαια όλα αυτά!

Ο Νίκος Σιδέρης ψάχνει να βρει απάντηση στο αν η ανάγνωση καλυτερεύει τον κόσμο, ο ίδιος έχει βαθιά πεποίθηση ότι μπορεί. Ειλικρινά, αν και διαβάζω και κατά βάθος το πιστεύω κι εγώ, μου έρχονται και εικόνες εποχών που μόνο αυτό δεν εξασφάλισαν άνθρωποι που είχαν την εξουσία, και που μολονότι διάβαζαν πολύ οι ίδιοι, δεν έφτιαξαν έναν καλύτερο κόσμο. Σίγουρα όμως συμβάλλει. Μπορεί και να τον αλλάζει.

«Πόσο καλύτερος θα ήταν αυτός ο κόσμος αν διαβάζαμε;…» αναρωτιέται ο Νίκος, αν κάθε παιδί είχε γνωριστεί με τον Τομ Σόγιερ, τη Χιονάτη, την Αλίκη, τον Αίσωπο … αν οι απανταχού υπεύθυνοι είχαν διαβάσει Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Θουκυδίδη, Σενέκα, Οβίδιο, Σαίξπηρ, Μολιέρο, Όστεν, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Ντίκενς (να σημειώσω εδώ ότι … ξέχασε Ρουσώ και Μοντεσκιέ τους οποίους όλοι τελευταία φαίνεται να γνωρίζουμε καλά, σημάδι της ημιμάθειάς ή και αμάθειάς μας).

Η εποχή μας, λέει, δεν υστερεί στα μέσα, αλλά στους στόχους. Να γίνω πρακτική εδώ και να το μεταφράσω ότι υστερούμε σε όραμα και σε πολιτική, εννοώ την ξεκάθαρα διατυπωμένη με αποστολή, σκοπό, στόχους, δυνατότητες και πρόγραμμα; Μήπως υστερούμε και στη βούληση; Μήπως και από άγνοια; Και να μιλήσω ξανά για το ΕΚΕΒΙ;

Ο Νίκος λέει πως γίνεται καλύτερος ο κόσμος, ομολογώντας στο τέλος ότι έτσι πιστεύει, ακόμη και αν τον πουν γραφικό ή έστω μόνο ρομαντικό. Σε κάθε περίπτωση, ας συμφωνήσουμε μαζί του ότι «η ανάγνωση συμφιλιώνει το παρελθόν με το παρόν και χτίζει γερά θεμέλια για το μέλλον». Μα μήπως είναι λίγο αυτό;

Να συγχαρώ άλλη μια φορά το Νίκο, να τον θαυμάσω ειλικρινά γι’ αυτά που έχει γράψει αλλά και γιατί μας κάνει κοινωνούς και συνοδοιπόρους στο όμορφο ταξίδι του. Και να του ευχηθώ καλή δύναμη και καλή συνέχεια σε όλα!"




Να ευχηθώ και από δω στο Νίκο καλή δύναμη και καλή συνέχεια. Και καλοτάξιδο το βιβλίο του!