Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Χώρα Χανίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέα Χώρα Χανίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Η Βικτωρία Θεοδώρου γράφει για τον Τράικο, τον πατέρα της



Συνεχίζοντας το μικρό αφιέρωμα στη Βικτωρία Θεοδώρου που έφυγε πριν από 10 μέρες, θ' αναφερθώ στο βιογραφικό και αυτοβιογραφικό αφήγημά της "Τράικο" (Κέδρος, 1982). Τράικο ήταν ο πατέρας της, ο Τράικο Τόντορ Οροφτσάνωφ από το Βέλες της Βόρειας Μακεδονίας, κατά κόσμον (των Χανίων) Τράικο ή Ευστάθιος (Στάθης) Θεοδώρου. Ήταν λαϊκός ζωγράφος και αγιογράφος, εικόνες του υπάρχουν σε εκκλησίες στην πόλη των Χανίων και στα Τοπόλια Κισσάμου, το χωριό της γυναίκας του.

Ο Τράικο ήταν γιος βιοπαλαιστών και εγγονός χαϊντούκων*. Γεννήθηκε το 1886. Έφυγε κυνηγημένος από τον τόπο του και βρέθηκε στον Πύργο Ηλείας, όπου κάποιος καλός άνθρωπος με το όνομα Καραβασίλης τον πήρε κοντά του και  του 'δωσε μπογιές να ζωγραφίζει όταν αντιλήφθηκε το ταλέντο του. Ύστερα, ο Τράικο έφυγε για την Αθήνα, γνώρισε τη Μαρία από τα Χανιά, παντρεύτηκαν και κατέβηκαν στην Κρήτη, στα Τοπόλια** Κισσάμου, το χωριό της Μαρίας. Έκαναν τρία παιδιά. Το 1927 έφυγε στα καράβια να βρει καλύτερη τύχη, μα γύρισε πίσω γρήγορα και ξαφνικά, αγνώριστος, αδύναμος, σχεδόν σακάτης.

Ο λαουτιέρης Μανώλης Θεοδωράκης ή Θεοδωρομανώλης, αδελφός της Βικτωρίας Θεοδώρου (Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=dPghJ9AMukk.
Και άλλη φωτογραφία εδώ: http://rebetcafe.blogspot.com/2010/10/blog-post_5124.html
)

Η μικρή Βικτωρία θυμάται που επισκεπτόταν τον πατέρα της στο ατελιέ του. Και τον καμάρωνε.

Γέροι Χανιώτες θυμούνται ακόμα τον ωραίο αυτό τύπο, το "Σέρβο" ζωγράφο, τον κοινωνικό και προοδευτικό ξένο και το μαγαζί του στα "παπλωματάδικα", ανάμεσα στο "Κρύο Βρυσάλι" και τον "Κάτωλα".

Μένανε στη συνοικία της Νέας Χώρας. Να πώς την περιγράφει:

Η γειτονιά αυτή απλωνόταν σιγά σιγά κι ετράνευε με τη συγκέντρωση φτωχών χωρικών από τις ανατολικές επαρχίες που αφήνοντας τα χωριά τους, έρχονταν στη χώρα για να βρουν καλύτερη μοίρα και να τρων άσπρο ψωμί. Οι περισσότεροι κατάληγαν προλετάριοι και οι γυναίκες τους παραδουλεύτρες ή χορτομαζώχτρες. Αυτός ήταν ο λόγος που οι Χανιώτες, από τον Άγιο Κωνσταντίνο και κάτω, θεωρούσαν τους φιλόπονους αυτούς ανθρώπους κατώτερους και τη συνοικία τους "λαϊκή", με σημασία περιφρονητική. Κι όμως τα φτωχά εκείνα σπίτια, τα περισσότερα χτισμένα από τα ίδια τοςυ τα χέρια, έλαμπαν από την πάστρα, στολισμένα με υφαντά και νταντέλες, με γλάστρες μυριστικά και λουλούδια.Με κληματαριές και με πολλές μουριές, για τα σπιτικά μεταξαριά τους...

Η Νέα Χώρα είναι συνοικία με ιστορία, με συμμετοχή των ανθρώπων της στους εργατικούς αγώνες και στην Εθνική Αντίσταση. Συνεχίζει η Βικτωρία Θεοδώρου:

Ήταν γύρω στα 1930 όταν φούντωνε το εργατικό κίνημα στα Χανιά. Το παραθαλάσσιο καφενείο του "Φραγκιού" δυτικά από το μεγάλο λιμάνι, πέρα στο λιμανάκι με τις τράτες και τις βάρκες, καθώς ήταν απόμερο είχε γίνει το "στέκι" των εργατών και των ψαράδων. Αριστερά του η ερημιά του εβραϊκού νεκροταφείου, τα "Εβραίικα", όπου τις νύχτες εσφάνταζε και ψυχή δεν τολμούσε να περάσει από κει. Από το μικρό ιστορικό αυτό καφενείο ξεκίνησε το κίνημα στη δικτατορία του 1936. ***

Παρακάτω, εμφανίζονται μερικές ζωγραφιές  και εικόνες του πατέρα της που περιέχονται στο βιβλίο.










--------------------------------------------------------------------------------

Σημειώσεις

* Χαϊντούκοι ήταν για τις σλαβικές περιοχές οι παράνομοι, οι φυγάδες, οι αντάρτες, ό,τι οι κλέφτες και αρματωλοί στην Ελλάδα ή και οι χαϊνηδες στην Κρήτη. Η ετυμολογία της λέξης (хајдук) συνδέεται με την τουρκική haydut που σημαίνει ληστής, κλέφτης (βλ. και εδώ: https://www.wikiwand.com/en/Hajduk). Για την ετυμολογία της λέξης χαϊνης, στο Λεξικό του δυτικοκρητικού ιδιώματος του Αντ. Ξανθινάκη διαβάζουμε ότι προέρχεται από την τουρκική hain που σημαίνει προδότης, αχάριστος (το οποίο, βέβαια, προέρχεται από το αραβικό ḵẖāʼin με την ίδια σημασία).

** Για τα Τοπόλια, η Βικτωρία Θεοδώρου αναφέρει ότι είναι σλάβικο όνομα, προέρχεται από το τοπόλ που θα πει λεύκα. Και ο Μπαμπινιώτης το περιλαμβάνει στον "Επιλεκτικό πίνακα παλαιότερων ξενικής προελεύσεως όρων που εξελληνίστηκαν ή υποχώρησαν ή η χρήση τους δεν είναι ευρύτερα γνωστή", αναφέροντας το "τοπόλι" ως παλαιότερο δάνειο από το σλαβικής προέλευσης topol (λεύκα).

*** Η Νέα Χώρα είναι και ο δικός μου γενέθλιος μικρός τόπος και οι εικόνες από τη δεκαετία του '60 που θυμάμαι είναι σχεδόν ίδιες. Και πιο πολύ θυμάμαι τις μουρνιές στα πεζοδρόμια της Ακτής Κανάρη. Απέναντι, στην αρχή της παραλίας, ήταν το καφενείο του Φραγκιού. Τον θυμάμαι μεγάλο. Τώρα, βέβαια, το καφενείο δεν υπάρχει και δύσκολα εντοπίζω πού ήταν το πατρικό μου εκείνο, η ομορφιά όμως της συνοικίας δεν χάνεται, όπως και η ιστορία της και οι μνήμες που κρατούν τους ανθρώπους ζωντανούς.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

21 Απριλίου 1967: όταν η μνήμη κλωθογυρίζει πενήντα χρόνια πίσω...




Μάθημα Δημοκρατίας*

του Γιώργου Πιτσιτάκη

Kόντευε μεσημέρι. Το παρατεταμένο χτύπημα του τηλεφώνου τον ξύπνησε. Έτσι κι αλλιώς δεν το προλάβαινε. Κάθισε στο κρεβάτι και τεντώθηκε. Την προηγούμενη είχε ξενυχτήσει.

H καλή παρέα με φίλους γκαρδιακούς, μπουζούκια, κιθάρες, ακκορντεόν και πολύ τραγούδι από σμυρνέικα, ρεμπέτικα, Μάρκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Χατζηδάκι, λαϊκά μέχρι αντάρτικα, τους κράτησε σχεδόν μέχρι το πρωί. Έβαλε να πιει καφέ. Κοίταξε να δει ποιος τον πήρε. Ήταν ο γέρω-δάσκαλος. Θυμήθηκε το καθιερωμένο τους ετήσιο ραντεβού.
Πάνε λίγα χρόνια, χρόνια των απάνθρωπων μνημονίων, που έγινε κι αυτός συνταξιούχος δάσκαλος, ομόλογος του αγαπημένου του στο δημοτικό δασκάλου, του σημερινού γέρω-δάσκαλου. Συναντιόνταν πότε – πότε στη γειτονιά τους τη Νέα Χώρα, στο καφενείο δίπλα στα Πευκάκια ή λίγο πιο κάτω στο μώλο απέναντι απ’ τη θάλασσα. Ο γέρω-δάσκαλος με το μπαστουνάκι του, βαρύνανε βλέπεις τα χρόνια, πλησιάζει το τριψήφιο νούμερο! Κι είναι και το αναθεματισμένο το τραύμα στο πόδι, «παράσημο» του πολέμου, που ορισμένες φορές είναι παραπάνω από ενοχλητικό. Κάθονται και πίνουν το καφεδάκι τους ή μια και δυό και τρεις δαιμονισμένες ρακές και τα λένε. Λένε για τα σχολικά τους τ’ αλλοτινά και τα τωρινά, τα καινουργιοχωρίτικα παλιά και νέα, κρίνουν την πολιτική κατάσταση, αναστορούνται ιστορίες του τόπου για πρόσωπα και πράγματα. Σιωπηλός όπως τότε στα μαθητικά θρανία, ακούει το γέρω-δάσκαλο. Και αυτός, με περισσή ζωντάνια μα και με μια αδιόρατη πίκρα και θλίψη γι’ αυτά που χάθηκαν, διηγείται ιστορίες καλύτερα κι απ’ τους παλιούς καλούς παραμυθάδες. Μπροστά στα μάτια του προβάλουν ολοζώντανες προπολεμικές δεκαετίες στην κρητική ύπαιθρο, η επική και συνάμα τραγική δεκαετία του Σαράντα και τόσα άλλα διανθισμένα με λέξεις και φράσεις από την κρητική ντοπιολαλιά που έχουν ξεχαστεί ή τείνουν να χαθούν. Αληθινή μυσταγωγία!
Ξαναχτυπά το τηλέφωνο.
– Έλα, ακόμα δεν ξύπνησες;
– Γεια σου καπετάνιο μου. Καλημέρα σου!
– Άστα αυτά. Δεν πιστεύω να ξέχασες το ραντεβού.
– Όχι βέβαια. Το περιμένω με ανυπομονησία. Κι όπως πάντα συνεπής.
Κοιτάζει το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και τον επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.
21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτος στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαν μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.
Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκε χαρούμενος. Για πρώτη φορά στη ζωή του θα έβαζε μακρύ παντελόνι, ένα γαλάζιο τερυλέν, συνδυασμένο με καλά παπούτσια. Σπουδαία υπόθεση. Είχε βαρεθεί τα κοντά παντελόνια. Θα σταματούσε πια να ΄ναι εκτεθειμένος στο κρύο και τη ζέστη και δεν θα φαίνονται πλέον οι μπλαβάδες από τα πεσίματα ή το ξύλο από τους παιδικούς καυγάδες μα και οι βιτσιές του συνετισμού από τη μη συμμόρφωση στις γονικές εντολές. Επιτέλους μεγάλωνε! Το φόρεσε προσεκτικά, στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη και καμάρωνε. «Πως κάνεις έτσι! Σα γύφτικο σκεπάρνι είσαι» ακούει τη φωνή της μάνας του. «Άντε βιάσου και δεν πας για γαμπρός. Θ’ αργήσεις στο σκολειό» συνέχισε, ανεβάζοντας τους τόνους. Όμως αυτός δεν άκουγε τίποτα. Βγαίνει στην αυλή και ο σκύλος τους ο Αράπης έρχεται καταπάνω του να παίξουνε. Για να μην τον λερώσει, τον αποφεύγει με μια επιδέξια κίνηση και απομακρύνεται τρέχοντας. Ο καιρός είχε μια μουντάδα, του φάνηκε πως είχε κατεβασμένα μούτρα. Ο ουρανός γεμάτος συννεφάκια μικρά και ασπρόγκριζα, στριμωγμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο.
Στο δρόμο συναντά το συμμαθητή του τον Νικόλα.
– Άκουσες τα νέα; Έγινε, λέει, δικτακτορία είπε το ράδιο, αρχινά ο Νικόλας.
– Δεν άκουσα τίποτα, του απαντά αγχωμένα ανησυχώντας ότι θα καθυστερήσει στο σχολείο.
Φτάνουν, μα η αυλή ήταν γεμάτη από παιδιά. Κοίταζε τριγύρω αν έβλεπαν κάποια αλλαγή πάνω του. Μήπως πρόσεχαν το παντελόνι του. Μάταια όμως. Κανείς δεν έδινε σημασία. Άλλα έπαιζαν κι άλλα είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και συζητούσαν. Οι δάσκαλοι μέσα στο γραφείο τους κλεισμένοι δε βαρούσαν το κουδούνι παρ` ότι είχε περάσει η ώρα 07:30 που κανονικά χτυπούσε. Πάει στην πιο μεγάλη παρέα που ήταν συμμαθητές του και ο ξερόλας της τάξης στη μέση, με ύφος επιβλητικό και με απόλυτη σιγουριά άρχισε να εξηγεί στα άλλα τα άσχετα…
– Έγινε Δικτατορία, ο Λαός θα ξεσηκωθεί και θα την ρίξει… το πραξικόπημα δεν θα περάσει… ο Λαός δεν θα μείνει έτσι, θα ξεσηκωθεί…
– Τι είναι η Δικτατορία, Παντελή; ρώτησε κάποιος.
– Ο Λαός δεν είναι ελεύθερος, δεν γίνονται εκλογές, δεν υπάρχουν δουλειές…
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τις ρητορικές επιδόσεις του συμμαθητή του κι άρχισε να καταλαβαίνει τί είναι – επιτέλους – αυτή η Δικτατορία !!!
Λίγο μετά τις 08:00 ακούγεται ο ήχος του κουδουνιού και τα παιδιά μπαίνουν στην σειρά όπως – όπως με μεγάλη ζωηρότητα από το παιχνίδι και ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει.
Ο δάσκαλος τους που εκτελούσε χρέη Διευθυντή μετά την προσευχή, φουρτουνιασμένος και με φανερό τον εκνευρισμό στην όψη του, άρχισε:
– Σήμερα έγινε πραξικόπημα, δεν θα γίνουν μαθήματα, ούτε αύριο θα πάμε στην εκκλησία… .
– Παπανδρέου θέλατε, καλά να πάθετε! ακούστηκε από δίπλα η φωνή μιας νεαρής δασκάλας που χτυπούσε πεισματικά το πόδι της στο πάτωμα.
– Σκάσε μωρή! της απευθύνθηκε οργισμένος.
Πάγωσαν τα παιδιά. Και γυρίζοντας στους μαθητές συνεχίζει:
– Σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα, τώρα να πάτε στα σπίτια σας και στο σχολείο θα έρθετε μετά τις γιορτές, αν όλα πάνε καλά…!
Μια βουή, όλο χαρά, βγήκε από τα στόματά τους που θα γλύτωναν το Σαββατιάτικο μάθημα και πήρανε το δρόμο για το σπίτι. Έξω από τον Άγιο Κωνσταντίνο βλέπει το Θοδωρή, το Σταμάτη και το Μιχαλιό με φουσκωμένες τις κοιλιές, να τρέχουν σα να τους έχουν βάλει νέφτι στον κώλο. Ξωπίσω τους ξεγλωσσιασμένος μ’ ένα ραβδί στο χέρι ο κυρ Μάρκος να τους κυνηγά και να φωνάζει: «Τα μανταρίνια μου ρε μπαστάρδια! Αλλά θα σας πιάσω, δε θα σας πιάσω; Τότε θα δείτε τι θα πάθετε». Το διπλανό περβόλι με τα υπέροχα φρούτα είχε υποστεί για πολλοστή φορά την «επιδρομή των βαρβάρων».
Επιστρέφοντας ήταν όλα άνω κάτω. Η μάνα είχε βάλει μπρος και συγύριζε το σπίτι για ν’ αστράφτει από καθαριότητα ενόψει του Πάσχα. Ήταν ανεβασμένη πάνω στο σερβάν και ξεσκόνιζε μέχρι και το ταβάνι. «Έπρεπε να μυρίζει πάστρα το σπίτι», έλεγε. Το ράδιο δεν έπαιζε τα λαϊκά τραγούδια της εποχής και δεν ακούονταν η θεϊκή φωνή του Καζαντζίδη, του Στελάρα όπως τον έλεγε ο πατέρας, πάρα μόνο μουσικές άγνωστες σ’ αυτόν, εμβατήρια τα λέγαν, με λόγια όπως «των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά» που κατέληγαν στο «Ζήτω η Επανάστασις!» και άλλα ακαλαβίστικα και βαρετά. Ο εκφωνητής διέκοπτε συχνά-πυκνά και ανακοίνωνε: «Από της πρωίας της σήμερον, ο Ελληνικός στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας, θέτοντας τέλος στην φαυλότητα των πολιτικών προσώπων που ωθούσαν την Ελλάδα, στις αγκάλες του Κομμουνισμού. Η κυκλοφορία στους δρόμους δεν θα επιτρέπεται απ` την εβδόμην απογευματινήν έως και την έκτην πρωϊνήν της αύριον. Όστις θεάται εις τας οδούς στο διάστημα των προαναφερθέντων ωρών, θα πυροβολείται χωρίς προειδοποίησιν». Τα λόγια τούτα καρφώθηκαν στο μυαλό του και δεν τα ξέχασε παρά το ότι πέρασαν πολλές δεκαετίες.
Ρωτά τη μάνα γι’ αυτά και του απαντά: «Δεν έχουμε πια ελευθερία! Έφεραν δικτατορία… χούντα. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις». Σε λίγο καταφθάνει ο πατέρας γεμάτος σκόνη. Λιμενεργάτης στο λιμάνι. Φαίνεται κατάκοπος…
– Που δούλευες κι έγινες έτσι; τον ρωτά η μάνα.
– Στ’ αμπάρι, φτυαρίζαμε στάρι. Φάγαμε τη σκόνη με το κουτάλι! Μα μάθαμε τα γεγονότα, σταματήσαμε και φύγαμε, απαντά. Ήρθα από το γιαλό και δε ξέρω τι τρέχει στην πόλη.
– Μπαμπά τι θα πει δικτατορία και χούντα; Γιατί το ράδιο δεν παίζει τα ωραία τραγούδια που ακούμε;
Σα να μην άκουσε τις ερωτήσεις, συνεχίζει: «Τους δικούς μας τους πιάσανε στον ύπνο οι κερατάδες και φαίνεται δε προλάβανε ούτε κιχ να κάνουν».
Μετά τις διακοπές τα παιδιά ξαναγυρίζουν στη σχολική καθημερινότητα. Στις πρώτες μέρες του Μάη, την ώρα της ωδικής ο δάσκαλος τους ανακοινώνει ότι θα μάθουνε να τραγουδούνε Ριζίτικα. Ως παιδί της πόλης πολύ λίγα πράγματα ήξερε για την κρητική μουσική και το κρητικό τραγούδι. Τους γράφει τα λόγια στον πίνακα. «Πότε θα κάνει Ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα, να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω …». Όρθιος στο βάθρο της έδρας, τους καλεί να κάνουνε ησυχία κι αρχίζει να τραγουδά. Νεκρική σιγή. Εεεεεε, Πόοοτέ θα κά, Ποοτέ θα κάαανει ει ει Ξαστεριά ααα… . Τι ήταν αυτό που έβλεπε κι άκουγε; Νόμιζε πως ονειρεύεται. Ένας άλλος δάσκαλος βρισκόταν εκεί απέναντι του. Ο μικρός το δέμας δάσκαλός του μπροστά στα έκπληκτα παιδικά του μάτια, είχε μεταμορφωθεί σε γίγαντα σαν τον Καζαντζακικό δάσκαλο στον «Καπετάν Μιχάλη». Οι τρίχες της κεφαλής του στέκονταν ολόρθες, το ίδιο κι οι τρίχες των χεριών του είχαν ισιώσει. Η φωνή του βροντερή, πρωτεϊκή, χτυπούσε κατευθείαν στο κέντρο του εγκεφάλου του. Αληθινή μυσταγωγία. Κι αυτά τα λόγια! Πότε ειπώθηκαν; Τι τάχα θέλουν να πουν; Γιατί θέλουν να κάμει «μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες»; Γιατί θέλουν τα «μωρά παιδιά να κλαίν’ δίχως μανάδες»; Ερωτήματα στο παιδικό μυαλουδάκι που τότε έμειναν αναπάντητα. Το κορμί του δασκάλου πάλλονταν κι έτρεμε ολόκληρος. Ο ιδρώτας έτρεχε βρύση στο κούτελό του. Το πουκάμισό του ήταν μουσκεμένο ως κάτω. Μέχρι να τελειώσει το ριζίτικο, νόμιζε ότι θα καταρρεύσει. Όμως διαψεύστηκε. Στο τέλος ο δάσκαλος χαμογελαστός, συνέχισε το μάθημα.
Τον είχε συνεπάρει όλο αυτό το σκηνικό. Συγκλονισμένος προσπαθούσε να συνέλθει. Κι οι απορίες σωρηδόν, η μια πίσω απ΄ την άλλη. Γιατί αυτό το τραγούδι τώρα; Ξανάρθε στο νου του η αποφράδα Παρασκευή που κλείσανε για Πάσχα, τα λόγια των συμμαθητών, του δασκάλου, της μάνας και του πατέρα, τα εμβατήρια στο ράδιο. Αυτό το ριζίτικο, σκέφτηκε, ήθελε πολλά να πει. Ο δάσκαλος κατάφερε και του μετάδωσε το αντιστασιακό μήνυμα του τραγουδιού. Είναι το πρώτο και καλύτερο μάθημα δημοκρατίας που έχει πάρει μέχρι σήμερα.
Βυθισμένος στις σκέψεις και τις αναμνήσεις, ξεχάστηκε. Κοίταξε το ρολόι. Θα καθυστερήσει στο ραντεβού και ο γέρω-δάσκαλος δεν αστειεύεται, θα τον επιπλήξει όπως μόνον αυτός ξέρει.

*Αφιερωμένο στον δάσκαλό μου Βασίλη Ιγγλεζάκη 




Το παραπάνω διήγημα γράφτηκε για τη σημερινή μέρα από από τον Γιώργο Πιτσιτάκη, δάσκαλο και ιστορικό ερευνητή, που και άλλες φορές έχω αναφερθεί στις έρευνές του πάνω στην ιστορία της πόλης και των ανθρώπων των Χανίων από τις αρχές του 20ου αιώνα. Δημοσιεύτηκε στα σημερινά Χανιώτικα Νέα και είναι αφιερωμένο στον Βασίλη Ιγγλεζάκη, το γέρο δάσκαλο, όπως τον ονομάζει ο ίδιος, τον δάσκαλό μας στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού, στη Νέα Χώρα. Στο 6ο δημοτικό, στο καινουριοχτισμένο σχολείο, πηγαίναμε τότε μαζί με το Γιώργο. Κι επειδή κάτι έγραφα σε παλαιότερη ανάρτηση για εκείνη την αποφράδα ημέρα, ας μου επιτραπεί μια παραλλαγή - αντιγραφή, συνέχεια και συμπλήρωμα της ιστορίας από την κοινή μας μνήμη:



Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; Και η μνήμη, αχ αυτή η αδιόρθωτη μνήμη που όλο κλωθογυρίζει και δε λέει να κοπάσει και να σωπάσει, επανέρχεται και μας επιστρέφει πενήντα χρόνια πίσω.

21 Απριλίου 1967. Τελειόφοιτη στο 6ο Δημοτικό Σχολείο της Νέας Χώρας. Την προηγούμενη χρονιά είχαμε μετακομίσει στο νέο διδακτήριο από το 5ο και με νωπές τις μνήμες από τον τάφο της Σουλτάνας – που ήταν φόβητρο για τα παιδιά – εκεί στη νοτιοανατολική άκρη της αυλής, τελευταίο απομεινάρι από τα μνήματα του οβραίικου νεκροταφείου. Τότε στην αρχή της σχολικής χρονιάς είχε γίνει το παλαβό να κάνουν δυό φορές εγκαίνια του σχολείου μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε γίνει σούσουρο, όλοι το περιγελούσαν. Τη δεύτερη φορά ήρθε κι ένας πανύψηλος κορδωτός υπουργός, από τη Χαλέπα λέγανε πως ήτανε, και κάτω στην αμμούτσα στα καφενεία του Φραγκιού και του Κοκολίνου, οι ψαράδες κι οι εργάτες τον λέγανε αυτόν και τους άλλους, αποστάτες.

Ήταν Παρασκευή. Σηκώθηκα χαρούμενη. Πήγα πρωί πρωί στο σχολείο. Δάσκαλο είχα τον Βασίλη Ιγγλεζάκη (κάποια στιγμή θα γράψω για τον ωραίο αυτό άνθρωπο). Κάτι περίεργο έδειχνε να συμβαίνει. Χτύπησε το κουδούνι, συγκεντρωθήκαμε για την πρωινή προσευχή, οι δάσκαλοι παραταγμένοι ως συνήθως. Μα πάλι, όχι, δεν ήταν "ως συνήθως", ένα μούδιασμα υπήρχε, μεγαλώνοντας και ξαναφέρνοντας την εικόνα τους μπροστά μου, ναι, δεν ήταν η συνήθης εικόνα ούτε του κυρίου Ιγγλεζάκη, ούτε της κυρίας Ιπποδάμειας, ούτε των υπόλοιπων δασκάλων.

Αλλά η εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη είναι η εικόνα μιας άλλης δασκάλας, της κυρίας Γουλιέλμου, που έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε φανερά και μεις δεν καταλαβαίναμε γιατί.

Τι ν' απόγινε άραγε, δεν έμαθα ποτέ.

Μας είπαν ότι δεν θα γίνει μάθημα και μας έστειλαν στα σπίτια μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά χάρηκαν τη ... νόμιμη κοπάνα εκείνη τη μέρα.

Εγώ γύρισα σπίτι μου, η μάνα μου έψαχνε Αυγές παρατημένες κάτω από το στρώμα για να τις εξαφανίσει και το απόγευμα καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού, περιμένοντας με αγωνία τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά, υπήρχε η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο τόπος έμπαινε στο γύψο.

Και θυμάμαι, όταν περνούσαμε από το σπίτι του Μιχελουδάκη (στελέχους της αριστεράς), η μάνα μου καλημέριζε μια ηλικωμένη γυναίκα, μονίμως δακρυσμένη, και ρώταγε τα νέα του, ήταν η μάνα ή η πεθερά του, εκείνος ήταν εξορία και η γυναίκα του έγκυος. Αργότερα στο γυμνάσιο είχε έλθει ως φιλόλογος ο αδελφός του...


Κοιτάζω το ημερολόγιο. 21 του Απρίλη του 2017. Πότε πέρασαν 50 χρόνια; 
Περπατώ στην πόλη. Στην Τζανακάκη, στο κέντρο της πόλης, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Ήθελαν λέει ν' ανοίξουν κι άλλα γραφεία στη Σούδα και δεν τους άφησαν. 
Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει...
Ή μήπως ξεχνά...
Μεθαύριο εκλογές στη Γαλλία. Κι εκεί δεν ξεχνά ο λαός. Ή μήπως κι εκεί ο λαός ξεχνά...
Τι να πω, πίσω-μπρος κλωθογυρίζει ο νους...

----------------------------------------------------------------------------------------------------

* Σημείωση

Το παραπάνω διήγημα του Γιώργου Πιτσιτάκη κυκλοφόρησε και σε μικρό αριθμό φωτοαντιγράφων με φροντίδα του συγγραφέα. Την έκδοση κοσμούν χαρακτικά της Βάσως Κατράκη, καθώς και σκίτσα του δασκάλου – σκιτσογράφου Χρήστου Πετράκη από το βιβλίο-λεύκωμα «Οι άθλοι του Πονηρίδη» (τιμητική έκδοση του μαθητικού περιοδικού «Τα Χανιωτάκια» του Συλλόγου Δασκάλων – Νηπιαγωγών νομού Χανίων, Απρίλης 2008). 



Κυριακή 21 Απριλίου 2013

21 Απριλίου 1967: Θυμάμαι τη δασκάλα που έκλαιγε


Πήγαμε πρωί πρωί στο σχολείο, ήμουν μαθήτρια της έκτης τάξης στο 6ο δημοτικό Χανίων στη Νέα Χώρα. Δάσκαλο είχα τον Βασίλη Ιγγλεζάκη (κάποια στιγμή θα γράψω για τον ωραίο αυτό άνθρωπο). Κάτι περίεργο έδειχνε να συμβαίνει. Χτύπησε το κουδούνι, συγκεντρωθήκαμε για την πρωινή προσευχή, οι δάσκαλοι παραταγμένοι ως συνήθως. Μα πάλι, όχι, δεν ήταν "ως συνήθως", ένα μούδιασμα υπήρχε, μεγαλώνοντας και ξαναφέρνοντας την εικόνα τους μπροστά μου, ναι, δεν ήταν η συνήθης εικόνα ούτε του κυρίου Ιγγλεζάκη, ούτε της κυρίας Ιπποδάμειας, ούτε των υπόλοιπων δασκάλων.

Αλλά η εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη είναι η εικόνα μιας άλλης δασκάλας, της κυρίας Γουλιέλμου, που έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε φανερά και μεις δεν καταλαβαίναμε γιατί.

Τι ν' απόγινε άραγε, δεν έμαθα ποτέ.

Μας είπαν ότι δεν θα γίνει μάθημα και μας έστειλαν στα σπίτια μας. Δεν ξέρω πόσα παιδιά χάρηκαν τη ... νόμιμη κοπάνα εκείνη τη μέρα.

Εγώ γύρισα σπίτι μου, η μάνα μου έψαχνε Αυγές παρατημένες κάτω από το στρώμα για να τις εξαφανίσει και το απόγευμα καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού,  περιμένοντας με αγωνία τον πατέρα μου να γυρίσει από τη δουλειά, υπήρχε η απαγόρευση κυκλοφορίας, ο τόπος έμπαινε στο γύψο.

Και θυμάμαι, όταν περνούσαμε από το σπίτι του Μιχελουδάκη (στελέχους της αριστεράς), η μάνα μου καλημέριζε μια ηλικωμένη γυναίκα, μονίμως δακρυσμένη, και ρώταγε τα νέα του, ήταν η μάνα ή η πεθερά του, εκείνος ήταν εξορία και η γυναίκα του έγκυος. Αργότερα στο γυμνάσιο είχε έλθει ως φιλόλογος ο αδελφός του.

Ποτέ πια φασισμός, ποτέ πια χούντα, πώς να το πούμε να το καταλάβουν και αυτοί που γεννήθηκαν πολύ αργότερα. Γιατί... όσοι ήταν γεννημένοι, ε, δεν συγχωρούνται, πώς να το κάνουμε. Όλο και κάτι θα είχαν ακούσει, όλο και κάποιον θα είδανε να κλαίει, στα φανερά ή στα κρυφά!

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Παιδικές φωτογραφίες και σκόρπιες μνήμες



Έπεσε η ιδέα από τον βιβλιοθηκάριο να διηγηθούμε κάτι μέσα από μια παιδική φωτογραφία. Ωραία ιδέα ... αρκεί να μην πέσουμε στη νοσταλγία ή και στη μελαγχολία, όταν μάλιστα έχουμε στην πλάτη κάποιες δεκαετίες και όταν οι θύμισες μας φέρνουν και κάποιες στεναχώριες.

Η παραπάνω φωτογραφία είναι η πρώτη μου, είμαι με την ξαδέλφη μου την Ελένη, εγώ περίπου ενός έτους, εκείνη κάτι μηνών. Οι μαμάδες μας (αδελφές μεταξύ τους) μας περιέγραψαν ότι μόλις μας είχαν ταϊσει ρύζι, λαπά σκέτο, είχαμε φάει μπόλικο, αυτό φαίνεται και από τις φουσκωμένες μας κοιλιές! Ξεχωρίζουν οι σταυροί, οι βαφτιστικοί μας, ήταν χρυσοί. Νονός μου ήταν ο Μάρακας, έχω ξεχάσει το μικρό του, ήταν αφεντικό του πατέρα μου, είχε μάντρα. Τη νονά μου τη λέγανε Αγλαϊα, είχανε σπίτι στα Παχιανά, ωραίο σπίτι για τα δεδομένα της εποχής και συγκρίνοντας με το δικό μας.

Συνήθως, μετά από μια τέτοια αρχή, ακολουθεί το  ... ήταν ωραία χρόνια τότε... Μιλάμε για μέσα της δεκαετίας του '50, μια δύσκολη δεκαετία. Εμείς μέναμε στα Χανιά, η θεία μου στο χωριό, το Κυρτωμάδω. Ο πατέρας μου εργάτης, σιδεράς, πολύ χαμηλό το μεροκάματο και κυνήγι. Εκείνος αριστερός, ο αδερφός του χωροφύλακας, αγαπημένοι όμως, κι όταν ερχόταν κανένας βουλευτής της ΕΔΑ, πήγαινε αποβραδίς στο σπίτι και παρακαλούσε τον πατέρα μου να μην πάει στη συγκέντρωση, θα γίνουν φασαρίες τούλεγε. Μα πού να τον ακούσει ο κυρ Αλέκος. Και φτώχεια, πολλή φτώχεια μα και πολλή αγάπη και γλέντια, πολλά γλέντια και χαρές στο σπίτι, με τους γειτόνους, με τους συγγενείς. Τα σπίτια ήταν πάντα ανοιχτά.

Κι εδώ η δεύτερη φωτογραφία της ζωής μου, μέσα στα λουλούδια, κρατώντας λουλούδια, κλασική πόζα!,
Μέναμε τότε στη συνοικία της Νέας Χώρας, Ακτή Κανάρη 27. Ήταν ένα σπίτι με πλάτος όσο ένα δωμάτιο, το ένα δωμάτιο πίσω από το άλλο, η σάλα (δηλαδή ένα τετράγωνο τραπέζι με 6 καρέκλες, ακόμα υπάρχουν στο πατρικό), η κρεβατοκάμερα, το δωμάτιο των παιδιών (τρία αδέρφια σ'ενα δωμάτιο) και η κουζίνα, όχι μεγάλα δωμάτια βέβαια, και το αποχωρητήριο έξω, στην εσωτερική αυλή. Δεν υπάρχει τώρα το σπίτι αυτό, έχει αλλάξει η εικόνα της γειτονιάς, δυσκολεύομαι ν' αναγνωρίσω ποιος έμενε πού. Η κυρά-Βάσω με τη γιαγιά Σταματικώ, η Μεσσαρίταινα, η Νίκη η Ξυφαντάραινα, ο κυρ Γιάννης πιο κάτω που μου τρύπησε τ' αυτιά με το καμινέτο και μια βελόνα. Το σπίτι της θείας Νίκης (ήταν ξαδέρφη της μαμάς μου) ήταν τρία σπίτια μετά το δικό μας. Κάθε πρωί που κάνανε δουλειές οι γυναίκες κι απλώνανε τα σεντόνια ν' αεριστούν, τραγουδούσαν κι όλας, φωναχτά, μάλλον ... δυνατά ν' ακούγονται σ' όλη τη γειτονιά. Θυμάμαι τη μάνα μου να τραγουδά και ν' απαντά η Ξυφαντάραινα και πάλι τα ίδια... Τραγουδούσαν κρητικά, τον Πραματευτή, αλλά και το "Ένα καράβι απ΄ τον Περαία" του Μητσάκη. Είχε ναυτικούς η γειτονιά, όπως ο άντρας της κυρά-Βάσως που έλιπε για χρόνια κάθε φορά και πάντα θαύμαζα τα δώρα που έφερνε στο σπίτι όταν ερχόταν, κυρίως εκείνα με τις κούκλες που γύριζαν κι ακουγόταν μουσική.

Μα να γυρίσω στην Ελένη. Έμεναν στο χωριό, πηγαίναμε συχνά. Το Κυρτωμάδω είναι δίπλα στην Αγιά και πιο πάνω ο Αλικιανός. Μικρό χωριό, γεμάτο ελιές, πορτοκαλιές και λεμονιές και με πολλά νερά, περνά ο "ποταμός" Κερίτης από μέσα και είναι ευλογία, όπως έλεγαν οι παλιότεροι. Το χωριό έχει παλιά ιστορία, το όνομά του προέρχεται από έναν Ενετό γαιοκτήμονα της περιοχής, τον κυρ-Θωμά, έτσι λέει ο Στέργιος Σπανάκης που έχει καταγράψει τα χωριά όλης της Κρήτης. Έχει και μνημείο, έγιναν κι εδώ εκτελέσεις από τους Γερμανούς, μαζέψανε τους άντρες και τους στήσανε στη σειρά, μπροστά από ένα ρέμα, απέναντι τα γυναικόπαιδα να βλέπουνε, τι έκαναν τα ζώα πώς να περιγραφεί με λίγα λόγια ...

Με την Ελένη είμασταν και είμαστε ακόμη πολύ αγαπημένες. Μεγαλώνοντας, εγώ έφυγα στην Αθήνα, εκείνη ζει στη Μακεδονία, μα κάθε χρόνο το καλοκαίρι έχουμε συνάθροιση στο χωριό, γονείς, αδερφοξάδερφα και τα παιδιά μας, μεγάλα πια κι εκείνα. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Κάποιοι έχουν φύγει, ο πατέρας μου και η θεία μου λείπουν από την αρχική εκείνη ομάδα της δεκαετίας του '50. Η ζωή προχωράει.


Εδώ,  στην παραλία της Νέας Χώρας το 1966 πια, είμαι 11 χρονών, με τα αδέλφια μου, τη θεία μου και τον ξάδελφό μου το Γρηγόρη
Και πάλι πίσω στη Νέα Χώρα. Η παραλία, μια απέραντη αμμουδιά. Όταν είμασταν παιδιά, φεύγαμε από το πρωί για τη θάλασσα, τα πόδια μας μουλιάζανε στο νερό. Εχω χρόνια να κολυμπήσω εκεί. Και να προσκυνήσω στο εικονοστάσι του Άη Γιάννη, που ήταν λίγο παρακάτω από το σπίτι, πάνω από την Καμήλα, το βράχο, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, υπάρχει; Πιο πέρα ο Βόλακας, και πιο μακριά ακόμη τα Λαζαρέτα, ένα μακρόστενο νησάκι (λέμε τώρα), σαν κροκόδειλος, έτσι μου φαινόταν.  Έχει αλλάξει και η Νέα Χώρα.

Ήταν ωραία τα χρόνια εκείνα τελικά; 
Ήταν τα παιδικά μας χρόνια. Αυτό.
 ----------------------------------------------------------------------

Στο αφιέρωμα συμμετέχουν τα παρακάτω ιστολόγια:

AnnaSilia: http://silia.wordpress.com/
Deva Aleema: http://www.baxalon.gr/index.php/grafoume/itemlist/user/47-devaaleema
Kidscloud: http://www.kidscloud.gr/
Nefosis και RoubinakiM: http://rubycloud.blogspot.gr/
Passionflower: http://www.purplepassionflower.blogspot.gr/
Polyanna: http://pollyannasdays.blogspot.gr/
Αναγεννημένη: http://anagennimeni.wordpress.com/
Βιβλιοθηκάριος: http://www.vivliothekarios.blogspot.gr/
Καγκουρώ: http://katerinatoraki.blogspot.gr/
Κόκκινο Καγκουρώ: http://redkangaroo.wordpress.com/
Κυνοκέφαλοι: http://kynokefaloi.blogspot.gr/
Ο Ήχος του Ανέμου: http://breezesound.blogspot.gr/
Σημειωματάριο: http://fvasileiou.wordpress.com/ 
Τσαλαπετεινός: http://tsalapetinos.blogspot.gr/