Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπωλεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπωλεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Από μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο

 


Μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ στην οδό Αμερικής μετά από πολλούς μήνες και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Ευτυχώς έχεις και πολλά ήδη διαβασμένα (ή έστω αγορασμένα, να λέμε την αλήθεια). Στο βιβλιοπωλείο αυτό βρίσκεις εκδόσεις φορέων που δεν βρίσκεις εύκολα σε άλλα βιβλιοπωλεία Διαλέγω λίγα μικρά, κάποια έχουν και ιδιαίτερη, ας πούμε συμβολική ή επίκαιρη, σημασία. Παραθέτω εδώ τους τίτλους (ίσως καταφέρω να γράψω λίγα λόγια παραπάνω αργότερα):

Στον καθρέφτη του Δαρβίνου, του Σπύρου Σφενδουράκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021. 

Ας αλλάξουμε δρόμο: Τα μαθήματα του κορονοϊού, των Edgar Morin και Sabah Abouessalam, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2021 (μτφρ. Θόδωρος Παραδέλλης). 

Νίκος Καζαντζάκης. Η ανθρωπογραφία ενός τραγικού διανοούμενου, του Θεοδόση Τάσιου, Μουσείο Καζαντζάκη και Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2021. 

Τ. Κ. Παπατσώνης: Το κριτικό και δοκιμιακό έργο του, Εθνική Βιβλιοθήκη 2019 (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης). 
Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης, Κ. Θ. Δημαράς / Φίλιππος Ηλιού, ΜΙΕΤ, 2020.

Καλά διαβάσματα!

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Τα βιβλιοπωλεία άνοιξαν!

 

 

Τα βιβλιοπωλεία άνοιξαν, ευτυχώς. Και υπάρχουν πολλά και καλά νέα βιβλία. Και παλιότερα βέβαια που αξίζει ν' αναζητήσουμε.

Αλλά και οι βιβλιοθήκες; Κάποιες αποτολμούν να έχουν υπηρεσίες δανεισμού στη διάρκεια της καραντίνας, με προφυλάξεις βέβαια και για το προσωπικό τους και για τους χρήστες. Κάτι σαν το περίφημο "κλικ αγουέη", και μέχρι εκεί, και μόνο αν οι ίδιες το θελήσουν ή καλύτερα το αποτολμήσουν. (Όχι μόνο στη χώρα μας βέβαια, σ' όλο τον κόσμο οι ίδιοι προβληματισμοί, θα επανέλθω σε άλλη ανάρτηση).

Επιστρέφω όμως στα βιβλιοπωλεία, μια βόλτα με το "6" μπορεί να μας φέρει στο βιβλιοχαρτοπωλείο της μικρής γειτονιάς μας ή στο ψαγμένο βιβλιοπωλείο λίγο πιο πέρα, ας μην τα προσπεράσουμε. Μόνο μην ξεχάσουμε ν' αλλάξουμε κωδικό ...

Τι μου 'ρθε τώρα. Ο Οργανισμός Βιβλίου! Το νομοσχέδιο είχε ήδη περάσει από δημόσια διαβούλευση την Άνοιξη του 2019, αργά, πολύ αργά, να τα λέμε κι αυτά, μα είχε φτάσει, κι ύστερα η νέα Υπουργός Πολιτισμού είπε θα το αλλάξει, πρωτότυπο κι αυτό, ε καλά...

Καλά διαβάσματα. Εγώ, μόλις τελείωσα τον Γατόπαρδο και ψάχνω με ποιο απ' τις καινούριες αγορές θα ξεκινήσω....

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Έχει βιβλιοθήκες η χώρα μας;


Στο χθεσινό αφιέρωμα της Εφημερίδας των Συντακτών με τίτλο "Σε online μονοπάτια εκδότες, βιβλιοπώλες και αναγνώστες", υπήρχαν δηλώσεις εκδοτών και βιβλιοπωλών σχετικά με το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτή την περίοδο λόγω κορονοϊού.

Ανάμεσα σε όσα ειπώθηκαν, ενδιαφέροντα και σοβαρά, διαβάζω και το παρακάτω:
 
Η πρώτη και πολύ απλή [πρόταση] είναι: βιβλιοθήκες. Σήμερα, αύριο, όχι κάποτε θα... Η υγειονομική κρίση είναι ευκαιρία να αποκτήσει και η χώρα μας βιβλιοθήκες. Η κατ’ έτος αγορά του μεγαλύτερου μέρους της εκδοτικής παραγωγής από τη μια είναι ευεργετική για τους εκδότες, από την άλλη αναγεννά τις βιβλιοθήκες. Δεν είναι ούτε δώρα, ούτε κουπόνια, ούτε επιχορηγήσεις, είναι μια πολιτική απόφαση από την οποία το Δημόσιο βγαίνει κερδισμένο αποκτώντας τον πλούτο της πνευματικής παραγωγής, και οι εκδότες στηρίζονται με τον τρόπο που γίνεται στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, μια σπάνια περίπτωση win-win.

Το πρόβλημα στο χώρο του βιβλίου είναι υπαρκτό, όντως, όχι μόνο τώρα, και οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, ενώ η αναγκαστική διακοπή λειτουργίας αυτή την περίοδο λόγω της καραντίνας έχει ανυπολόγιστες, οικονομικές καταρχάς, συνέπειες για επιχειρηματίες και εργαζόμενους στο χώρο.  Οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών παραγγελιών δίνουν μια σχετική βοήθεια στον κλάδο και αν κρίνω από τη δική μου εμπειρία, μιας και χρειάστηκε να κάνω χρήση των ηλεκτρονικών παραγγελιών πολλές φορές αυτές τις μέρες, δουλεύουν καλά. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει, προτιμώ την περιήγηση στα φυσικά βιβλιοπωλεία, όμως τώρα ήταν μια καλή λύση και μια πρόκληση να αγοράσω βιβλία από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία για μένα, για τα εγγόνια μου και για τους φίλους μου.  Σκέφτομαι τους ανθρώπους που δουλεύουν εντατικά για να φτάσουν στα χέρια μας (εκδότες και όποιοι βιβλιοπώλες έχουν ηλεκτρονικές ή άλλες υπηρεσίες απομακρυσμένης εξυπηρέτησης, υπάλληλοι ταχυμεταφορών κτλ.), σκέφτομαι όμως και τα υπόλοιπα βιβλιοπωλεία που δεν έχουν καμιά δυνατότητα να "παίξουν" σ' αυτό το παιχνίδι και σίγουρα η όποια ενίσχυση μέσω των ρυθμίσεων για ΚΑΔ δεν θα αναπληρώσει τις απώλειες και την αβεβαιότητα της μετά την καραντίνα εποχής.

Είναι θετικό ότι, αν και στη χώρα μας υπάρχουν όχι ένας, όχι δύο μόνο φορείς βιβλίου, κατάφεραν να βρουν τρόπο κοινής αντιμετώπισης των προβλημάτων τους. Έτσι, τις προηγούμενες ημέρες, με την ονομασία Σύμπραξη εκδοτών, προώθησαν στην Κυβέρνηση και δημοσιοποίησαν   τα αιτήματά τους για τη στήριξη του βιβλίου. Και στην επίσημη εκείνη παρέμβαση, αναφερόμενοι στις βιβλιοθήκες, κάνουν λόγο για το υπαρκτό πρόβλημα της διασποράς αρμοδιοτήτων σε Υπουργεία Πολιτισμού, Παιδείας, Εσωτερικών για δημόσιες, σχολικές - ακαδημαϊκές, δημοτικές αντίστοιχα, αλλά και σε όλα για ειδικές βιβλιοθήκες κτλ., πρόβλημα δηλαδή που οφείλεται στην έλλειψη εθνικής πολιτικής βιβλιοθηκών (και βιβλίου, φυσικά). Και συνεχίζουν στην επιστολή:

Οι Σύλλογοι Εκδοτών προτείνουμε να τεθούν σε εφαρμογή άμεσα απτά μέτρα στήριξης του βιβλίου. Ενδεικτικά:
  • τον εκσυγχρονισμό των βιβλιοθηκών με εφαρμογή δανεισμού από το σπίτι: επιλογή και παραγγελία τίτλων ηλεκτρονικά, παράδοση και επιστροφή με κούριερ, με ελάχιστη επιβάρυνση του αναγνώστη.
  • την αγορά μεγάλου αριθμού ελληνικών και μεταφρασμένων τίτλων βιβλίων από δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες με τη δυνατότητα του εξ αποστάσεως δανεισμού για τους αναγνώστες. Με τον τρόπο αυτό θα υποστηριχθούν οι εκδότες, οι τυπογράφοι, οι βιβλιοδέτες και οι Έλληνες συγγραφείς με τα δικαιώματα που θα εισπράξουν.
Αν με το "άμεσα απτά μέτρα" εννοούν να μπει τώρα στις βιβλιοθήκες η εφαρμογή δανεισμού από το σπίτι, γνωρίζουν ότι δεν γίνεται (για λόγους τεχνικούς και οργανωτικούς, για λόγους έλλειψης προσωπικού κτλ.). Πρέπει να πω, βέβαια, ότι θα ήταν όντως χρήσιμο αν αυτή την περίοδο οι βιβλιοθήκες είχαν ηλεκτρονικές  υπηρεσίες δανεισμού  (όπως ήδη κάνει η Εθνική Βιβλιοθήκη, έστω μόνο με τον δανεισμό ηλεκτρονικών βιβλίων).

Όσον αφορά το δεύτερο μέτρο, πραγματικά θα μπορούσαν οι βιβλιοθήκες να εμπλουτίζονται περισσότερο και να είναι ενημερωμένες με τα καινούρια βιβλία, πράγμα που, όπως είναι γνωστό, εξαρτάται από τις προϊστάμενες αρχές των βιβλιοθηκών (δήμοι, σχολεία κτλ.). 

Αναρωτιέμαι, πάντως, πριν από αυτή την ανακοίνωση είχαν κάποια επικοινωνία και με τους φορείς από τον χώρο των βιβλιοθηκών; 

Γενικότερα, κατανοώ το πρόβλημα που θέτουν σε σχέση με τις βιβλιοθήκες, θεωρώ όμως ότι συνολικά αυτό δεν οφείλεται (μόνο) στο ότι οι βιβλιοθήκες δεν αγοράζουν νέα βιβλία ή δεν έχουν ηλεκτρονικές υπηρεσίες δανεισμού (που και τα δύο χρειάζονται), αλλά στο ότι δεν υπάρχει μια συνολική, κεντρική, εθνική πολιτική για το βιβλίο και για τις βιβλιοθήκες. (Δεν λέω να γίνουμε Φινλανδία, ούτε Δανία γίναμε, όμως θα μπορούσαμε να πάρουμε κάποιες ιδέες). Πιστεύω ότι και οι βιβλιοθήκες θα πρέπει, μετά την κρίση, να εξετάσουν τις δυνατότητες ηλεκτρονικών παραγγελιών. Και οι παράμετροι που θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους είναι πολλές, πολιτική δανεισμού, διαδικασίες, τεχνολογική υποδομή, οικονομικά δεδομένα, ανάγκες σε προσωπικό, γραφειοκρατικά ζητήματα κτλ κτλ.

Πάντως, για να τελειώσω όπως άρχισα, δεν θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος εκδότης και οι Έλληνες εκδότες συνολικά  δεν ξέρουν αν υπάρχουν βιβλιοθήκες στη χώρα μας· κατανοώ, επίσης, ότι στον περιορισμένο χώρο της εφημερίδας δεν θα ήταν δυνατή η ανάπτυξη του θέματος για το οποίο γίνεται νύξη (προγράμματα στήριξης για ανάγνωση). Όμως, όταν σε δημόσια τοποθέτηση υποστηρίζεται ότι η κρίση είναι ευκαιρία για να αποκτήσει και η χώρα μας βιβλιοθήκες (που ... δεν έχει δηλαδή;), νομίζω είναι τουλάχιστον ανακριβές. Και οπωσδήποτε είναι, κατά τη γνώμη μου, δυσφήμιση και αποτροπή του κόσμου να εκτιμήσει την αξία τους και να τις προσεγγίσει. 
Στην πρόσφατη ανάρτηση με τίτλο Μένουμε σπίτι, και τώρα; Πάμε στις βιβλιοθήκες μας!,  έδωσα ενδεικτικά μερικές ιδέες από το τεράστιο, πολύτιμο ψηφιοποιημένο υλικό που διαθέτουν οι ελληνικές βιβλιοθήκες. Όλο αυτό δεν προέκυψε από το πουθενά, δεν έγινε χωρίς μελέτη, κανόνες, γνώση, επαγγελματισμό,υπευθυνότητα και αγάπη.

Μακάρι να τελειώσει όλο αυτό το κακό γρήγορα, να βγούμε έξω, να πάμε στα βιβλιοπωλεία, να πάμε στις βιβλιοθήκες και να κάνουμε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να αγαπήσουν το βιβλίο. Και η Πολιτεία, βέβαια, ν' ασχοληθεί με το βιβλίο και με τις βιβλιοθήκες...

                                                                                                                                    

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Ο Δάντης για την ευγλωττία της Κοινής γλώσσας: αφιερωμένο στον Απόστροφο (που έκλεισε)



Όταν τον Σεπτέμβριο διάβασα ότι κλείνει το βιβλιοπωλείο Απόστροφος στην Κέρκυρα, λυπήθηκα πολύ γιατί το γνώριζα, το είχα επισκεφτεί πολλές φορές και θεωρούσα ότι αποτελούσε σημείο αναφοράς για το νησί, μια ήρεμη, ξεχωριστή γωνιά πολιτισμού. Βάλθηκα να ξαναδιαβάζω τα βιβλία του. Γιατί εκτός από βιβλιοπωλείο, ήταν και πολύ καλό εκδοτικό. Ξαναδιάβασα την "Ευγλωττία της Κοινής γλώσσας: De Vulgari Eloquentia" του Δάντη σε μετάφραση του Νίκου Κούρκουλου·  ο ίδιος έκανε επίσης την εισαγωγή και τα σχόλια που όλα ήταν κατατοπιστικά και κυρίως εξαιρετικά ενδιαφέροντα.

Το βιβλίο, όπως λέει ο μεταφραστής,  είναι, με σύγχρονους όρους, ταυτόχρονα έργο γλωσσολογίας και ποιητικής:

Αν ο Dante ξεχώριζε αυτές τις δύο πλευρές, θα μιλούσε ίσως για "διδασκαλία περί γλώσσας" και "διδασκαλία περί τέχνης".

Κοινή γλώσσα (vulgaris) ονομάζει ο Δάντης τη μητρική, "εκείνη που μαθαίνουν τα παιδιά από το περιβάλλον τους όταν αρχίζουν να ξεχωρίζουν τις φωνές [...]  εκείνη που, χωρίς κανένα κανόνα, μαθαίνουμε μιμούμενοι την τροφό μας".

Αυτή είναι η ευγενέστερη γλώσσα, λέει· υπάρχει και η δευτερεύουσα γλώσσα, η γραμματική, που διαθέτουν οι Ρωμαίοι, οι Έλληνες και μερικοί άλλοι, που έχει κανόνες και που χρειάζεται χρόνο και αφοσιωμένη μελέτη για να τη μάθει κανείς.

Έχει πολύ ενδιαφέρον η ανάλυση για τη "μεγάλη σύγχυση" που έπαθαν οι άνθρωποι χτίζοντας τον πύργο της Βαβέλ 

[...] όλοι όσοι δούλευαν εκεί μιλούσαν μία και την ίδια γλώσσα, αλλά αμέσως μετά διαχωρίστηκαν σε πολλές γλώσσες και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και ποτέ ξανά δεν μπόρεσαν να συνεργαστούν. Μόνο όσοι έκαναν την ίδια δουλειά κράτησαν όμοια γλώσσα: δηλαδή φτιάχτηκε μία για τους αρχιτέκτονες, μία για όσους κουβαλούσαν τους βράχους, μία γι' αυτούς που τους επεξεργάζονταν και το ίδιο για κάθε ομάδα εργατών [...]

Και μίλησε για τις γλώσσες της Ευρώπης κι ύστερα για τις 14 ιταλικές διαλέκτους (γλωσσικές ποικιλίες) συγκρίνοντας και αναζητώντας "την ωραιότερη και λαμπρότερη γλώσσα της Ιταλίας". Δίνει χαρακτηρισμούς στη γλώσσα (κάτι σαν τα σημερινά επίπεδα ύφους ίσως) και την ονομάζει λαμπρή, αξονική, αυλική, βουλευτική (έχουν ενδιαφέρον οι σημειώσεις του μεταφραστή σχετικά με τους χαρακτηρισμούς αυτούς και τις αποδόσεις που προτείνει στα ελληνικά). Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο Δάντης για να συγκρίνει και τελικά να απορρίπτει διαλέκτους είναι αξιοπρόσεκτα, ενώ δίνει παραδείγματα που για έναν γνώστη της γλώσσας είναι ακόμη πιο προσιτά ως προς την αξιολόγηση που κάνει.


Στη συνέχεια, ασχολείται με την ορθή χρήση της Κοινής από αυτούς που "πλέκουν στίχους", και μάλιστα όχι όλους, αλλά τους "έξοχους" στιχοπλόκους. Μιλάει για τη φόρμα των ποιημάτων και τη διακρίνει σε μπαλλάτες, σονέτα και τραγούδια που είναι και η εξοχότερη όλων. Αναλύει τις μορφές των στίχων ανάλογα με τον αριθμό των συλλαβών, θεωρώντας ότι ο εντεκασύλλαβος είναι ο ανώτερος και ο μεγαλοπρεπέστερος.

Το έργο είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον και αντί άλλων δικών μου σχολίων, αξίζει να παραθέσω ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του Κούρκουλου:

[...] Παρομοιάζει τη γλώσσα με ζωντανό οργανισμό, που εξελίσσεται διαρκώς χωρίς αυτή η εξέλιξη να είναι ορατή. Όμως, έτσι, η σταθερότητα τείνει ν' αποχτήσει αρνητικό πρόσημο, καθώς αποκαλύπτεται αντίθετη με τη "φύση" της γλώσσας. Για ένα ζωντανό οργανισμό, η σταθερότητα είναι θάνατος. Ο ποιητής δεν μιλάει πουθενά για "νεκρή γλώσσα", ωστόσο η έννοια της νεκρής γλώσσας προκύπτει άμεσα από αυτή την πρωτότυπη, στον καιρό της, παρομοίωση.[...]




Ο Απόστροφος τελικά έκλεισε· μας έμειναν τα βιβλία του και η ανάμνηση μιας όμορφης γωνιάς στην πόλη της Κέρκυρας που την διατηρούσαν έτσι όμορφοι άνθρωποι.






Και δεν θα μπορούσα να μη θυμηθώ το Σχήμα στα Χανιά που έκλεισε πριν από μερικά χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο του ιδιοκτήτη του Γιάννη Βερυβάκη. Ένα όμορφο σημείο της πόλης των Χανίων, ένα σημείο αναφοράς για τους βιβλιόφιλους, όπου μπορούσες να είσαι με τις ώρες ψάχνοντας στα ράφια και να βρίσκεις απίθανα πράγματα. Ήταν στον κεντρικό δρόμο της πόλης, στην οδό Δημοκρατίας, στάση Βαγγέλη Κτιστάκη· ακόμη μένει κλειστό, με την εξώπορτα σκονισμένη και βρώμικη, έρημο και στενάχωρο στην όψη, λες και περιμένει έναν άλλο βιβλιοπώλη να' ρθει να του δώσει και πάλι ζωή. 

Από το Σχήμα έχω κρατήσει τη σακούλα, αδιάψευστος μάρτυρας βιβλιοπωλείου με ποιότητα και βιβλιοπώλη με μεράκι
Και ο Απόστροφος και το Σχήμα, όπως τα Αληθινά Πλούτη στο Αλγέρι, όπως το παλιό Βιβλιοπωλείο της Εστίας στην Αθήνα, όπως ήταν το βιβλιοπωλείο της Δωδώνης στην Ασκληπιού, όπως τόσα άλλα βιβλιοπωλεία που ευτυχώς υπάρχουν ακόμη, συμπυκνώνουν τον κόσμο μας, όπως λέει ο Χόρχε Καριόν στο βιβλίο του Βιβλιοπωλεία, όπου τόσο αγαπητικά περιγράφει, μάλλον ιστορεί, βιβλιοπωλεία που επισκέφτηκε σ ' όλα (περίπου) τα πέρατα της γης.


Πώς ξεστράτισα πάλι. Για το Δάντη και τη γλώσσα ξεκίνησα, για τον Απόστροφο ήθελα να μιλήσω, ας τελειώσω λοιπόν με τον Απόστροφο. Ας ευχηθώ να υπάρξ(χ)ει συνέχεια στην παράδοση των καλών βιβλιοπωλείων στην Κέρκυρα· και να σημειώσω ότι η εικόνα στην αρχή της ανάρτησης αυτής είναι από χαρτί περιτυλίγματος του Απόστροφου. Είναι ζωγραφισμένο με το χέρι. Όταν αγόραζες βιβλίο, η ιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου έπαιρνε τα μαρκαδοράκια της κι επιτόπου έφτιαχνε μια ζωγραφιά πάνω στο χαρτί περιτυλίγματος, όχι πάντα την ίδια, κι αν ήταν γιορτές, η ζωγραφιά ήταν γιορτινή! Και πάντα χρωματιστή!

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο



Μόλις φτάσετε στο Αλγέρι, θα πρέπει να πάρετε τους ανηφορικούς δρόμους, να τους ανεβείτε και μετά να τους κατεβείτε. Θα πέσετε στην Ντιντούς Μουράντ με τα αμέτρητα σοκάκια να την κόβουν κάθετα σαν εκατοντάδες ιστορίες, δυο βήματα από μια γέφυρα που τη μοιράζονται αυτόχειρες και ερωτευμένοι.
Κατεβείτε κι άλλο, απομακρυνθείτε από τα καφενεία και τα μπιστρό, τα μαγαζιά να πουλάνε ρούχα, τις αγορές φρούτων και λαχανικών [...]
Θα σκαρφαλώσετε τους δρόμους, θα σπρώξετε βαριές ξύλινες πόρτες που δεν είναι ποτέ κλειδωμένες, θα χαϊδέψετε τα σημάδια που άφησαν στους τοίχους σφαίρες που θέρισαν συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, δασκάλους, ανώνυμους, παιδιά. [...]
Θα ψάξετε τον αριθμό 2Β, που θα δυσκολευτείτε να τον βρείτε επειδή κάποιοι αριθμοί δεν υπάρχουν πια. Θα σταθείτε μπροστά στην επιγραφή μιας βιτρίνας: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο


Ένα βιβλίο-έκπληξη από μια νεαρή συγγραφέα. Τη λένε Καουτέρ Αντιμί, είναι μόλις 32 χρονών, κατάγεται από το Αλγέρι και εδώ και δέκα χρόνια ζει στη Γαλλία και γράφει στα γαλλικά. Το βιβλίο λέγεται "Τα πλούτη μας" (Πόλις, 2018, μτφρ. Έφη Κορομηλά) και ασχολείται με το βιβλιοπωλείο "Τα αληθινά πλούτη" που είχε στήσει το 1936 στο Αλγέρι ο Εντμόν Σαρλό. Βρίσκεται στο 2Β της οδού Χαμανί πρώην Σαρράς. Είναι βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο, εκδοτικός οίκος, αλλά πάνω απ' όλα, "ένας χώρος για τους φίλους που αγαπούν τη λογοτεχνία και τη Μεσόγειο".

Η συγγραφέας παρακολουθεί από κοντά τον ιδρυτή του βιβλιοπωλείου, διαβάζει (επινοεί) τα ημερολόγιά του και μαζί μ' αυτόν διατρέχει την ιστορία της πατρίδας της στον εικοστό αιώνα, ζει τις εξεγέρσεις των νέων της εποχής, αφουγκράζεται τις αγωνίες των μεγαλύτερων και περπατά στους δρόμους της γενέθλιας πόλης με διάθεση νοσταλγική και αγαπητική.

Δεν ήταν ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο τα Αληθινά Πλούτη, εκεί εκδόθηκαν τα πρώτα βιβλία του νεαρού Καμύ, που τον βλέπουμε συχνά στο πατάρι, αναζητώντας την ησυχία του βιβλιοπωλείου, να γράφει δικά του κείμενα ή να διορθώνει προς έκδοση βιβλία του εκδοτικού. Ποδαρικό εξάλλου έγινε με το θεατρικό έργο του Καμύ "Εξέγερση στις Αστούριες" που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1936. Με το βιβλιοπωλείο και το εκδοτικό συνδέονται ποικιλοτρόπως γνωστοί αλγερινοί και γάλλοι συγγραφείς,  όπως ο Αμρούς, ο Ρουά, ο Σενάκ, ο Ζιονό, ο Ρομπλές, ο Ωντιζιό, ο Ζιντ, η Γερτρούδη Στάιν και άλλοι πολλοί. Ένας απ' αυτούς ήταν και ο ο αντιστασιακός Βερκόρ, του οποίου τα 20.000 αντίτυπα από τη "Σιωπή της θάλασσας" που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1943 εξαντλήθηκαν μέσα σε μια βδομάδα στο Αλγέρι (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1945 σε μετάφραση της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλλιέξ). Εξάλλου, και τον τίτλο τον πήρε από το ομώνυμο βιβλίο του Ζιονό (Les Vraies richesses) που είχε κυκλοφορήσει το 1935. Στις θύμησες που ξετυλίγει η συγγραφέας επινοώντας τα ημερολόγια του Σαρλό περνούν φιγούρες, όπως ο  Λόρκα που τα βιβλία του κάηκαν από τους φρανκιστές στην Πλάθα δελ Κάρμεν της Γρανάδας το '38 και ο Σαιντ-Εξυπερύ που εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε πτήση τον Αύγουστο του '44. Στο τέλος του βιβλίου, παρατίθεται και όλη η βιβλιογραφία που συμβουλεύτηκε η Αντιμί για να γράψει το βιβλίο της.

Τα Αληθινά Πλούτη είναι βιβλιοπωλείο και δανειστική βιβλιοθήκη, έχει συνδρομητές, εκδίδει βιβλία, ζει τις στιγμές που οι "νεαροί της γειτονιάς ξανάφτιαχναν τον κόσμο", παραδίνεται στις φλόγες και καταστρέφονται όλα τα σημειωματάρια του Σαρλό, ό ίδιος φυλακίζεται, τίθεται σε κατ' οίκον περιορισμό, εκτοπίζεται, το βιβλιοπωλείο γίνεται παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αλλάζει χέρια, αλλάζει η γειτονιά, αλλάζει όνομα ο δρόμος, οι μνήμες ξεθωριάζουν...

Γραφική και συνάμα τραγική φιγούρα ο Αμπνταλλά, που δούλευε στο βιβλιοπωλείο-βιβλιοθήκη μέχρι το τέλος, δεν του άρεσε να διαβάζει βιβλία, όμως αγαπούσε να τα τακτοποιεί, οργάνωνε τα βιβλία στα ράφια και τις καρτέλες δανεισμού στα συρταράκια με πολλή αγάπη και πολλή προσοχή, έμεινε μέχρι το τέλος στα Αληθινά Πλούτη και ύστερα, όταν πια δεν χρειαζόταν στους καινούριους ιδιοκτήτες, δεν έφυγε από τη γειτονιά,  μα τυλιγμένος με το άσπρο πανί του, ακουμπισμένος στο ραβδί του, έμενε όρθιος στο πεζοδρόμιο όλη τη μέρα και για να κοιμάται το βράδυ, του είχαν δώσει μια γωνιά στη διπλανή πιτσαρία, σ' ένα καμαράκι, όπου "αποθηκεύουν το αλεύρι, τη μαγιά, τα καφάσια με τις ντομάτες, τους τενεκέδες με το λάδι και τα βάζα με τις ελιές". 

Αλγέρι 2017, Αλγερία 1930, Αλγέρι 1935-1936, Αλγέρι 1939, Γερμανία 1940, Σετίφ 1945, Παρίσι 1945-1949, Αλγερία 1954, Αλγέρι 1959-1960, Παρίσι 1961, Αλγέρι 1961, Αλγέρι 2017. Αυτά είναι μερικά από τα κεφάλαια του βιβλίου. Μέσα από την ιστορία του βιβλιοπωλείου στο Αλγέρι περνά η ιστορία της Αλγερίας στον 20ο αιώνα, οι αντιαποικιακές εξεγέρσεις, τα επαναστατικά κινήματα, οι ακροδεξιές οργανώσεις, ο ρόλος και ο διχασμός των Γάλλων, ο ντε Γκωλ, ο πόλεμος, η Αντίσταση, οι πόλεμοι...

Η Αντιμί αγαπά τον τόπο της, αγωνιά για το παρόν και το μέλλον του και βρήκε τρόπο να κρατήσει τις μνήμες ζωντανές. Λέει:

Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Η νοσταλγία της Αντιμί για τον τόπο της, το Αλγέρι, μου θύμισε την Ελέν, την αστυνομικίνα του Ζαν-Κλωντ Ιζζό στο Soléa:

[...] Μου έδειξε το πέλαγος.
- Από εκεί έφτασα στη Μασσαλία. Από τη θάλασσα. Ήμουνα έξι χρονώ. Ποτέ μου δεν ξέχασα την ομορφιά που έχει αυτή η πόλη όταν αρχίζει το χάραμα. Αλλά ποτέ δεν ξέχασα και το Αλγέρι. Κι ας μην το ξανάδα. Το ξέρετε το Αλγέρι;
- Όχι. Δεν έχω ταξιδέψει πολύ.
- Εκεί κάτω γεννήθηκα. Προσπάθησα χρόνια, με νύχια και με δόντια, να με αποσπάσουν εδώ, στη Μασσαλία. Η Μασσαλία δεν είναι Αλγέρι. Έχω όμως την αίσθηση ότι μπορώ από δω ν' αγναντέψω το λιμάνι εκεί μακριά. [...]

Δεν μπορούμε παρά να κρατήσουμε στη μνήμη μας την επιθυμία που εκφράζει με την τελευταία φράση της η νεαρή Καουτέρ:

Θα'ρθείτε κάποτε στο 2Β της οδού Χαμανί, έτσι δεν είναι;

Άραγε, αν πάμε, ακόμη κι αν δε βρούμε το 2Β της οδού Χαμανί, θα βρούμε τη βιτρίνα που γράφει "Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο";

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Lawrence Ferlinghetti: Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου!



Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
ν' ακούν και να βλέπουν
να αισθάνονται και να νοούν
να γελούν και να χορεύουν
να τραγουδούν και να μιλούν
ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα
αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
.....................................................
Ατέλειωτες οι μάχες του καλού και του κακού
τα χτυπήματα της μοίρας κι οι εκτροπές του μίσους
ατέλειωτα λάθη και αποτυχίες της τελικής έκρηξης
σ' ατέλειωτες κλιμακωτές αντιδράσεις
...........................................................................
Και γιαυτό τέλος δεν έχουν 
οι πύλες της γνώσης
κι οι καταράχτες του φωτός
στα αιθέρια ύψη του ανθρωπίνου πνεύματος
στο διάστημα μέσα μας
στα Άμστερνταμ του Γιν και Γιαν
Ατέλειωτα Ρουμπαγιάτ κι ατέλειωτες μακαριότητες
..............................................................................
Τις τελευταίες μέρες της Αλεξάνδρειας
Μια μέρα πριν το βατερλώ
ο χορός εξακολουθεί
υπάρχει εδώ ένας ήχος ήχος ονείρου μέσα στη νύχτα.

 Χείμαρρος τα λόγια του Λώρενς Φερλινγκέττι, σου θυμίζει κάτι από τον Ουώλτ Ουίτμαν, όπως σημειώνει και ο μεταφραστής του Γιώργος Μπλάνας που γράφει, προλογίζοντας την ποιητική συλλογή "Ατέλειωτη ζωή" (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 2010): 

 

"Η ποίησή του έκλεισε μέσα της όλη την ποιητική παράδοση της Αμερικής και εισηγήθηκε αυτό το ύφος που μάθαμε να αναγνωρίζουμε σαν Beat. Ποίηση ανισόπεδη, χαοτική, φτιαγμένη περισσότερο για απαγγελία παρά για ανάγνωση, συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα της παγκόσμιας ποιητικής παραγωγής και τα βαφτίζει μέσα σ' έναν σκληρό ειρηνιστικό λόγο που έρχεται απ' ευθείας απ' τον μεγάλο προφήτη των Beats τον Ουώλτ Ουίτμαν."



 
 Πικρόγλυκο και σαρκαστικό είναι το ποίημα που λέει:

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
                να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει η ευτυχία
                κι αν δεν θέλετε
όλο χαρούμενοι να είστε
...........................................
 Ο κόσμος είναι  όμορφο μέρος
                 να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει κάποιοι να πεθαίνουν
                  κάθε τόσο
ή ίσως μόνο να πεινούν
                                      κάποια στιγμή
πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό
        αν δεν πρόκειται για σας
......................................................
  
Γεννημένος το 1919, ακτιβιστής, μαχητής για ειρήνη και ελευθερία, εκπρόσωπος της γενιάς των μπητ, εμπνευστής για τα προοδευτικά κινήματα της Αμερικής. 

Το 1953 δημιούργησε στο Σαν Φρανσίσκο τον ονομαστό εκδοτικό οίκο και βιβλιοπωλείο City Lights (να και μια αντιστοιχία, πρόσφατα διάβασα το βιβλίο "Οι Μέλισσες και η Σφήκα" του Γάλλου εκδότη και βιβλιοπώλη Francois Maspero, το βρήκα ν' αναφέρεται σε άλλο βιβλίο που παρουσιάζω εδώ). To City Lights υπάρχει ακόμη και μάλιστα φέτος γιορτάζει τα 60 χρόνια του με πλήθος εκδηλώσεων.

Ο Φερλινγκέτι μπροστά στο βιβλιοπωλείο του το 1955. (Πηγή:
Publishers as Enemies of the State: City Lights Books
http://foundsf.org/index.php?title=Publishers_as_Enemies_of_the_State:_City_Lights_Books)
Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι από την αρχή και μέχρι σήμερα, αρχή του City Lights είναι η ελευθερία της σκέψης και του λόγου, και γι' αυτό η υποστήριξη των απαγορευμένων βιβλίων, θεωρώντας ότι η απαγόρευση είναι ηλιθιότητα.

Ο Φερλινγκέττι εισήγαγε τα ποιητικά βιβλία τσέπης (έχουμε κι εμείς μια τέτοια προσπάθεια, πρόκειται για την Ποιητική Ανθολογία Παπύρου σε έκδοση Βίπερ, τη θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι, την έχω αναφέρει σε παλαιότερη ανάρτηση, εδώ).

Σημείωση 1: Αν θέλουμε ν' αναζητήσουμε ελληνική αντιστοιχία, στο νου μας βέβαια έρχεται ο Νάνος Βαλαωρίτης. Δυο μόλις χρόνια νεώτερος ο δικός μας, παλιοί γνώριμοι εξάλλου, αφού και αυτός έζησε αρκετά χρόνια στο Σαν Φρανσίσκο.

Σημείωση 2: Έχει γυριστεί ένα ντοκυμαντέρ για τον Αμερικάνο ποιητή, πληροφορίες μπορούν να ανακτηθούν εδώ).

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

"Το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου" της Χριστίνας Μπάνου: μια εξαιρετική αποτύπωση της εκδοτικής κατάστασης στην Ελλάδα διαχρονικά και στην εποχή της κρίσης


Πολύς λόγος γίνεται για το βιβλίο, μόλις που τελείωσε η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και μόλις που ανακοινώνεται το κλείσιμο οργανισμών και μαζί μ' αυτούς και του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, γιατί κατά τον αρμόδιο υπουργό δεν φαίνεται να έχει λόγο ύπαρξης (τον είπαν και υπουργό της καταστροφής).

Σήμερα ακούσαμε για 46 δημόσιες βιβλιοθήκες που θα συγχωνευθούν (για να δοθεί ευκαιρία, λέω εγώ και όχι μόνο εγώ, να απολυθούν εργαζόμενοι), προ καιρού έκλεισε το ιστορικό βιβλιοπωλείο της Εστίας, ακούμε κατά καιρούς για εκδοτικούς οίκους και για βιβλιοπωλεία που δεν πάνε καλά, κάποια ιστολόγια πήραν πρωτοβουλία και διεκδίκησαν μείωση της τιμής του βιβλίου, οι βιβλιοθήκες δυσκολεύονται ή δεν αγοράζουν καθόλου νέα βιβλία, για σχολικές βιβλιοθήκες ούτε λόγος, οι ακαδημαϊκές στενάζουν, πολιτική καλλιέργειας της αγάπης στο βιβλίο και στην ανάγνωση δεν υπάρχει, πολιτική βιβλίου γενικότερα δεν υπάρχει. Ποικίλα τα προβλήματα, λοιπόν, στο χώρο του βιβλίου.

Στο βιβλίο της  "Το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου: Οι εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα" (εκδόσεις Παπαζήση 2012), η Χριστίνα Μπάνου αποπειράται και επιτυγχάνει να καλύψει, να αποκαλύψει, να περιγράψει και να ερμηνεύσει το χώρο του βιβλίου, κυρίως από την πλευρά των εκδοτών, δίνοντας στους αναγνώστες πολύτιμες πληροφορίες και στοιχεία.

Το θέμα του βιβλίου ανήκει στα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντα της συγγραφέως (είναι επίκουρος καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχειονομίας - Βιβλιοθηκονομίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου), ενώ η παρούσα έκδοση μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου της "Διαχρονικά γνωρίσματα της εκδοτικής βιομηχανίας στον δυτικό πολιτισμό" (Κότινος 2008), το οποίο ασχολείται με τη διαμόρφωση και τα γνωρίσματα της εκδοτικής βιομηχανίας από τον Άλδο Μανούτιο και τον Le Breton μέχρι σήμερα, όπως χαρακτηριστικά γράφει η ίδια.


Το παρόν βιβλίο ασχολείται με την κατάσταση της εκδοτικής βιομηχανίας στην Ελλάδα, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Ξεκινά με σύντομη καταγραφή της αντίστοιχης εικόνας διεθνώς, γύρω από το εκδοτικό σκηνικό και τις σχέσεις ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρούς εκδοτικούς οίκους (κυριαρχία, εξάρτηση, εξαγορές, συγχωνεύσεις, αλυσίδες, πολιτική προώθησης, ευπώλητα κτλ.), βιβλιοπαραγωγή, βιβλιοπωλεία, νέες τεχνολογίες, επίδραση της οικονομικής ύφεσης.

Όλα τα παραπάνω ζητήματα μεταφέρονται και στη συζήτηση για τα γνωρίσματα της ελληνικής εκδοτικής βιομηχανίας. Τα στοιχεία που δίνει η συγγραφέας είναι πολλά, βασίζονται σε έρευνες που έχει κάνει η ίδια στο πλαίσιο των διδακτικών και ερευνητικών της δραστηριοτήτων, αλλά και σε αναφορές από πληθώρα ελλήνων και ξένων ειδικών. Εξάλλου, είναι εντυπωσιακά πολλές οι αναφορές σε δημοσιεύματα ελληνικών εφημερίδων για τα θέματα αυτά (πράγμα που μαρτυρεί τη συνεπή παρακολούθηση του τύπου πέραν της επιστημονικής βιβλιογραφίας), ενώ πρέπει να επισημάνω και τον  τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται οι αναφορές αυτές, δίνοντας το λόγο σε εκδότες, συγγραφείς ή δημοσιογράφους να μιλούν, στο κατάλληλο σημείο, επανειλημμένα και εναλλακτικά, για τα διάφορα και πολλά ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται.

Σημαντικό συστατικό της εργασίας είναι ότι για κάθε ζήτημα, πέραν της αναλυτικής παρουσίασης των στοιχείων μέσα στο κείμενο (όπου βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την παράθεση κάθε φορά των κριτηρίων ή των παραγόντων επίδρασης, στοιχεία που δίνουν τροφή για περαιτέρω ανάλυση και διερεύνηση), στη συνέχεια ανακεφαλαιώνει εκθέτοντας συνοπτικά τα προηγουμένως λεχθέντα, ενώ επίσης πολύ συχνά χρησιμοποιεί πίνακες για την παρουσίαση κριτηρίων, εναλλακτικών περιπτώσεων, δυνατών και αδύνατων σημείων κατά περίπτωση κτλ.
Στον παραπάνω πίνακα αναλύονται τα κριτήρια με βάση τα οποία οι έλληνες εκδότες επιλέγουν κείμενα για έκδοση

Είναι δύσκολο να αναφερθώ διεξοδικά στα περιεχόμενα του βιβλίου, μπορώ όμως να επισημάνω μερικά σημεία. Κατ' αρχήν, όσον αφορά τα περιεχόμενα συνολικά, το βιβλίο ασχολείται με ζητήματα που διαμορφώνουν την ταυτότητα των εκδοτικών οίκων στην Ελλάδα τις αρχές του 21ου αιώνα, όπως: βιβλιοπαραγωγή, αριθμός και οργάνωση των εκδοτικών οίκων, γνωρίσματα μικρών, μεσαίων και μεγάλων, διαφορές, ρόλος του εκδότη και του επιμελητή, κριτήρια επιλογής κειμένων για έκδοση, μηχανισμοί παραγωγής και ανάδειξη βιβλίων-επιτυχιών ("ευπώλητων"), τιμή βιβλίου, νέες τεχνολογίες, αναγνωστική συμπεριφορά, ρόλος του κράτους, αισθητική ταυτότητα εκδοτικού οίκου, προώθηση και διαφήμιση, πανεπιστημιακά συγγράμματα, επίδραση της οικονομικής κρίσης. Για να φτάσει στο σήμερα, κάνει μια αναδρομή, από τα τέλη του 19ου αιώνα, στους σταθμούς της εκδοτικής παραγωγής με τα χαρακτηριστικά της κάθε περιόδου: πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οικονομική κρίση της δεκαετίας του '30 (πολύ χρήσιμη η συσχέτιση με την σημερινή κρίση ως προς τις δυνατότητες ερμηνείας αντίστοιχων ζητημάτων), δικτατορία του Μεταξά, Κατοχή, δεκαετίες 1950 και 1960, δικτατορία, πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, δεκαετία 1980 μέχρι σήμερα.

Πώς είναι η βιβλιοπαραγωγή στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια και ποια μεταβολή παρατηρείται στα χρόνια της κρίσης; Τι προβλήματα αντιμετωπίζουν οι εκδοτικοί οίκοι, στην πλειονότητά τους οικογενειακές επιχειρήσεις, τι απόψεις εκφράζουν γύρω από τα κριτήρια επιλογής, το οικονομικό όφελος, την παραγωγή μεγάλου ή μικρού αριθμού τίτλων ετησίως, τα "ευπώλητα" (best-sellers) και τα μακράς πνοής (long-sellers), τη νέα τεχνολογία, την αισθητική, τις μεταφράσεις, τις σχέσεις με τους συγγραφείς, την τιμή του βιβλίου. Πώς εντοπίζεται και πώς αντιμετωπίζεται το αναγνωστικό κοινό και τι σημαίνει ο όρος "δημιουργία και επινόηση του κοινού"; Τι γίνεται με τα βιβλιοπωλεία, τις αλυσίδες και τα παραδοσιακά; Τι γίνεται με τις βιβλιοθήκες, αν και πώς στηρίζουν τους εκδοτικούς οίκους και ασκούν αναγνωστική πολιτική; (Δεν έχουν κατορθώσει να διαδραματίζουν τέτοιο ρόλο στην Ελλάδα οι βιβλιοθήκες, αλλά ούτε και οι λέσχες ανάγνωσης, υποστηρίζει η συγγραφέας, και συμφωνώ μαζί της, όμως αν αυτό δεν γινόταν τα προηγούμενα χρόνια, πολύ περισσότερο τώρα που δεν υπάρχει μέριμνα και πολιτική, κατ' αρχήν από το κράτος).

Ποιος είναι ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης; Αναφέρονται προβλήματα ρευστότητας, μείωση παραγωγής, πτωχεύσεις, επαναπροσδιορισμός πολιτικών, μείωση προσωπικού (υπάρχουν εκδότες που τυπώνουν στο εξωτερικό, ενώ συχνά προτιμάται η διεκπεραίωση κάποιων εργασιών με εξωτερικούς συνεργάτες).

Η εκδοτική βιομηχανία είναι "υψηλού ρίσκου", αλλά και "υψηλού επιπέδου", ασχολούμενη με ένα "ιδιαίτερο" και "εύθραυστο" προϊόν, όπως είναι το βιβλίο. Έτσι, και όποιος ασχολείται με τα ζητήματα αυτά, χρειάζεται να τα προσεγγίσει με γνώση, με ιδιαίτερο σεβασμό και ευαισθησία. Νομίζω αυτό κάνει η Χριστίνα Μπάνου. Εγώ, πέραν των χρήσιμων στοιχείων που πήρα, πέραν της αναγνωστικής απόλαυσης που πραγματικά εισέπραξα διαβάζοντας το βιβλίο, σημείωσα και πολλές αναφορές που θα αναζητήσω για ανάγνωση (εκτός βέβαια από το πολύ καλό βιβλίο του Λουκά Αξελού που ήδη έχω κι έχω διαβάσει "Εκδοτική δραστηριότητα και κίνηση των ιδεών στην Ελλάδα", Στοχαστής, 2008). Νιώθω επίσης την ανάγκη να διαβάσω ένα βιβλίο που έχω στη βιβλιοθήκη μου αλλά δεν το έχω ακόμη διαβάσει και στο οποίο αναφέρεται συχνά: "Οι μέλισσες και η σφήκα" του François Maspero (Σοκόλη 2005).

Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι αναφέρεται συχνά στη συμβολή του ΕΚΕΒΙ στην καλλιέργεια και προώθηση του βιβλίου και της αναγνωστικής πολιτικής, ενώ σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιεί στοιχεία από έρευνές του για να στηρίξει και να ερμηνεύσει τις δικές της τοποθετήσεις. Αναφέρεται επίσης σε σχετικές έρευνες της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.

Αναμφισβήτητα το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να δει πώς συγκροτείται και πώς λειτουργεί ο εκδοτικός χώρος στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως, με τον πλούτο των ζητημάτων που ανοίγει, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας οδηγός ερευνητικών εργασιών γύρω από τα θέματα του βιβλίου, της ανάγνωσης, της συγγραφής, των βιβλιοθηκών, του πολιτισμού κτλ. Και μία πρόταση. Το βιβλίο ασχολείται κυρίως με εκδοτικούς οίκους - ιδιωτικές επιχειρήσεις, κάνει μικρή αναφορά σε οργανισμούς, θα είχε ενδιαφέρον η αντίστοιχη λεπτομερής αποτύπωση. Θα ... περιμένουμε.

Και τελικά, ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου; Η συγγραφέας, αφού συνδέει την εκδοτική βιομηχανία με την παγκοσμιοποίηση και την οικονομική κρίση, κάνει προβλέψεις, μιλά για την αναγκαία αυτο-κριτική του κλάδου και κάνει λόγο για το άμεσο στοίχημα που είναι "η οικονομικότερη μορφή και η χαμηλότερη τιμή του βιβλίου, καθώς και οι απ' ευθείας πωλήσεις". Και αναφερόμενη στη λέξη "επανάσταση" σχετικά με το βιβλίο, τη θεωρεί πως έχει πάντα νόημα, τη συνδέει με την επανάσταση της πληροφόρησης, συνδέει το βιβλίο και τις βιβλιοθήκες με τη μνήμη, τη δική μας την προσωπική και τη μνήμη της ανθρωπότητας και καταλήγει, χρησιμοποιώντας και φράση του Μπόρχες :

Συνεπώς, το επόμενο βήμα του Γουτεμβέργιου - ούτως ή άλλως σημαντικό και κατ' αρχήν κάπως μετέωρο σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον - όπως το προσδιορίζει η διαδοχή των επαναστάσεων, δεν μπορεί παρά να είναι ένα βήμα κατάφασης στις βεβαιότητες του εντύπου, που θα οδηγήσει στη "φιλική βαρύτητα του βιβλίου", γιατί το "βιβλίο αποτελεί μια από τις δυνατότητες ευτυχίας που έχουμε εμείς οι άνθρωποι".


Στο συλλογικό έργο "Ιστορία της ανάγνωσης στον Δυτικό κόσμο" (Μεταίχμιο 2008) με κείμενα ειδικών στην ανάγνωση επιστημόνων, η Χριστίνα Μπάνου έχει κάνει την επιμέλεια

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

"Σαν να διάβασα ένα βιβλίο", ήταν πολλά τα βιβλία από το βιβλιοπωλείο της Εστίας


Πλατεία Κλαυθμώνος 1925. Νίκος Σταυρακάκης (αριστερά) και Νίκος Παντελάκης (δεξιά). "Εκεί τυπώνανε τα τυπογραφικά φύλλα, και πηγαίναμε εμείς με το καροτσάκι, ένας μπρος ένας πίσω, σπρώχναμε, τα φέρναμε εδώ στο βιβλιοπωλείο..."


Κεραυνός εν αιθρία, έκπληξη, σοκ, στεναχώρια, θλίψη, σκεπτικισμός, όλα μαζί μας έρχονται μετά την είδηση για το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας. Τι να πω εγώ; Κρίμα; Δε φτάνει. Ήταν σταθμός; Δεν αρκεί. Ήταν στέκι, τόπος συνάντησης; Ούτε κι αυτό αρκεί. Ήταν τόπος ευχάριστης περιήγησης στο χάρτινο πλούτο της γνώσης; Ήταν κι αυτό. 

Κι αμέσως μετά την είδηση, σκέφτηκα το Νίκο Παντελάκη, την εμβληματική φιγούρα του βιβλιοπωλείου που μας γνώρισε, μέσα από την αφήγηση της δικής του ζωής, τη ζωή και τους ανθρώπους της Εστίας στον αιώνα που πέρασε.

Στο βιβλίο του Σαν να διάβασα ένα βιβλίο: Ο βιβλιοπώλης της Εστίας αφηγείται (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003), ο Παντελάκης διηγείται πώς, όταν ήταν δέκα χρονών το 1923, ορφανός από πατέρα, πήγε να δουλέψει στο βιβλιοπωλείο της Εστίας. Διηγείται τη ζωή του στο βιβλιοπωλείο, τις γνωριμίες του με επώνυμους θαμώνες και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα, τις περιπέτειές του στο Αλβανικό μέτωπο, την κατοχή στην Αθήνα και τον εμφύλιο (ό ίδιος ήταν στο ΕΑΜ, χωρίς παραπέρα ένταξη στην Αριστερά, όπως ο αδελφός του που όπως λέει τον είχαν στείλει στα σύρματα). Δίνει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τον τρόπο που εκδίδονταν τα βιβλία και γενικά για τον κόσμο του βιβλίου. Είναι μια γλαφυρή λαϊκή αφήγηση, με πολλά ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία. Έμεινε στο βιβλιοπωλείο μέχρι το Γενάρη του 2001. Πέθανε το 2008.

Και γράφει για τον Βενέζη, το Μυριβήλη, τον Άλκη Θρύλο, τον Κατσίμπαλη, τον Πέτρο Χάρη, την Ελένη Ουράνη, τον Ι.Μ Παναγιωτόπουλο, τον Καραντώνη, τον Κατσίμπαλη. Και με αφορμή τον τελευταίο, μου θυμίζει τις αντίστοιχες περιγραφές και διηγήσεις του Έντμουντ Κίλι (Αναπλάθοντας τον παράδεισο: Το ελληνικό ταξίδι 1937-1947), αλλά κι ένα άλλο ιστορικό στέκι που δυστυχώς κι αυτό έκλεισε εδώ και χρόνια (στου Απότσου, για να μου θυμίζει τη φίλη μου τη Μαίρη Π. που γευόμαστε τα περίφημα κεφτεδάκια του, έφυγε κι αυτή). Και για τον "μπαρμπα-Γιάννη" Κακριδή (τον ηρωικό φιλόλογο που μέσα στην Κατοχή διώχτηκε με την περίφημη δίκη της περισπωμένης). Γράφει ο Παντελάκης:

"... Όλοι οι διανοούμενοι, ασχέτως κατηγορίας, θα περνούσανε οπωσδήποτε απ' την Εστία. Δηλαδή, εκτός απ' τους καθηγητές της φιλολογίας, τον Κακριδή ας πούμε, τον μπαρμπα-Γιάννη τον Κακριδή, όλοι περνούσανε από το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Συκουτρής, φερ' ειπείν. Είχανε επαφή, δεσμό, πώς να το πω τώρα. Γιατί ήτανε πάντα ενημερωμένο...

...  Τα μεσημέρια πάντοτε ξεκινούσανε λοιπόν όλοι αυτοί, από τα γραφεία τους, ή και από του Απότσου ο Καραντώνης, ας πούμε, με τον Κατσίμπαλη. Ερχόντουσαν με τα κέφια τους τότε, φτιαγμένοι. Εκείνος ο Κατσίμπαλης ήτανε περιβόλι μεγάλο, με τη μαγκούρα, και μόνο άμα γελούσε ήτανε απόλαυση, ένα γέλιο, πω πω πω πω, κι όλο γελούσε, όλο γελούσε..."

Συγκινητική η αναφορά του στον "ντροπαλό", όπως τον χαρακτηρίζει, νεαρό Αντώνη Σαμαράκη:

"... Θυμάμαι και τον Σαμαράκη τώρα. Τότε ο Σαμαράκης, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, νεαρός, έβγαζε το Σήμα κινδύνου. Το είχε βγάλει σε μικρό βιβλιαράκι, πήγαινε στα βιβλιοπωλεία και το μοίραζε μόνος του. Κι αυτός νεαρός ήτανε και τον είχαμε πελάτη... Γνωριζόμασταν από παιδιά, ήτανε κλητήρας στο Υπουργείο Εργασίας, παιδάκι, και πήγαινε στο νυχτερινό γυμνάσιο, κι έπειτα τέλειωσε το γυμνάσιο και πήγε πανεπιστήμιο μετά..."


Από συνάντηση με γνωστό συγγραφέα στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, Σεπτέμβρης 2012
Και πολλές οι ιστορίες του από την Κατοχή, για την πείνα που η μάνα του έβραζε λαχανίδες να φάνε και κόβανε το λεμόνι στα τέσσερα και "μετά τρώγαμε τη λεμονόκοπυπα για να μην πρηστούμε" και για τη "μικρή", όπως τη χαρακτηρίζει, αντίσταση που έκανε με τ' άλλα "βιβλιοπωλάκια". Και για το γάμο του και την οικογένεια που έφτιαξε και τη ζωή μετά τον πόλεμο και τη συνέχεια μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

"Τώρα αλλάξανε τα πράγματα. Βέβαια τώρα έχει αλλάξει και η νοοτροπία του πελάτη. Η Εύα, και καλά κάνει η κοπέλα, διατηρεί την παράδοση. Γιατί έχει παράδοση. Διατηρεί την παράδοση και καλά κάνει. Βέβαια πρέπει να παρακολουθείς και τους άλλους. Δεν μπορείς να ξεφύγεις...

 Και πού να ζούσες τώρα μπαρμπα Νίκο Παντελάκη...

Χάσαμε άλλη μια σταθερά λοιπόν. Σκέφτομαι την πρωτοβουλία που είχαμε κάποια ιστολόγια σχετικά με την τιμή των βιβλίων. Από τότε ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά, για το σωστό ή όχι του ζητήματος που προκαλέσαμε, για το ποιος έχει δίκιο, για το ποιος κερδίζει περισσότερα, για τα βιβλιοπωλεία, για τους εκδότες κτλ κτλ. Στην τελευταία ανάρτηση για το ίδιο θέμα, είχα βάλει φωτογραφία από συζήτηση στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, που ήταν κατάμεστο. Σημειολογία καμία; Ίσως.

Ναι υπάρχουν πολλά προβλήματα, όμως δεν μας πέρασε από το μυαλό (τουλάχιστον από το δικό μου, που δεν ήξερα βέβαια τα προβλήματα του βιβλιοπωλείου) ότι η Εστία θα έκλεινε. Κι έκλεισε τις ίδιες μέρες που στο Τριανόν συζητούσαν για το βιβλίο... 

Τι να πω λοιπόν; 
Κρίμα;
Νιώθω πως δε φτάνει!

Να τελειώσω με μια κουβέντα πάλι του Νίκου Παντελάκη:

"Αν πάω τώρα στο βιβλιοπωλείο της Εστίας, θα σου πω πού είναι το κάθε βιβλίο, ποιο ράφι είναι εκείνο, πού είναι πράγματα που τα έχω βάλει κι εγώ ακόμα εκεί πέρα που είναι. Το μυαλό μου ακόμα γυρίζει στο βιβλιοπωλείο... το περιβάλλον του βιβλίου δε μου 'χει φύγει ακόμα."

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

H τιμή του βιβλίου στην Ελλάδα της κρίσης και οι Βιβλιοθήκες που δημιουργούν αναγνώστες!

Οι Βιβλιοθήκες δημιουργούν αναγνώστες



"Μπορεί να μειωθεί  η τιμή των βιβλίων;


Εντεκα βιβλιοφιλικά μπλογκ με κοινή τους επιστολή προς τους εκδότες τούς ζήτησαν να μειώσουν τις τιμές των βιβλίων.  Η επιστολή είχε μεγάλη απήχηση και έκανε τον γύρο των κοινωνικών δικτύων.  Με αφορμή αυτή την επιστολή συζητάνε οι: Άγης Αθανασιάδης, (blog Librofilo), Βιβή Γεωργαντοπούλου (blog Λέσχη του Degas, συντάκτρια της επιστολής), Θοδωρής Βασιλόπουλος (ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείων «Ευριπίδης»),  Νίκος Αργύρης (εκδόσεις Ίκαρος), Αργύρης Καστανιώτης (εκδόσεις Καστανιώτη).
Συντονίζει ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος, δημοσιογράφος  στο ΒΗΜΑ"

Αυτή η συζήτηση παρουσιάζεται στη σελίδα του Βήματος με τον τίτλο H τιμή του βιβλίου στην Ελλάδα της κρίσης.

Όπως έχουμε ήδη γράψει, με πρωτοβουλία 11 ιστολογίων (μεταξύ των οποίων και του Καγκουρώ) έχει ξεκινήσει μια συζήτηση σχετικά με την τιμή των βιβλίων και κυρίως των νέων εκδόσεων. Στην ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύτηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2013, διατυπώσαμε (κάνοντας κάποιες επιμέρους τροποποιήσεις κάποιοι από εμάς, ώστε να εκφράζουμε την προσωπική μας άποψη σε συγκεκριμένα σημεία, χωρίς να ξεφεύγουμε από το γενικό πλαίσιο αλλά και χωρίς τη διάθεση καθολικής επιβολής της άποψής μας στα σημεία αυτά)  ότι η τιμή των (νέων κύρια) βιβλίων είναι κατά μέσον όρο υψηλή, λαμβάνοντας υπόψη και τις σημερινές οικονομικές δυσκολίες που βιώνουμε όλοι μας.


Κάποιες εφημερίδες δημοσίευσαν την επιστολή, παίρνοντας ή όχι θέση πάνω στο θέμα, στο διαδικτυακό σταθμό Amagi Radio πραγματοποιήθηκε σχετική εκπομπή, ενώ ο φίλος Νίκος Σαραντάκος στο ιστολόγιό του "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία"  διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την πρωτοβουλία, έδωσε όμως τη δυνατότητα πλατιάς ενημέρωσης και συζήτησης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε ο Γιάννης Μπασκόζος του Βήματος με δύο άρθρα, όπου στο τελευταίο της περασμένης Κυριακής 10/3, πέραν της σύμφωνης γνώμης του για την πρωτοβουλία, εκφράζει απόψεις για την ανάγκη καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας, για το ρόλο του σχολείου από τις πρώτες πρώτες βαθμίδες, για το ρόλο των βιβλιοθηκών και την ανάγκη ενίσχυσής τους.

Όπως φάνηκε στην παραπάνω συζήτηση στο Βήμα, τόσο οι εκδότες όσο και οι βιβλιοπώλες αρνούνται (γιατί αδυνατούν, όπως υποστηρίζουν) τη μείωση της τιμής, θέτοντας ως κύριο πρόβλημα το ύψος του ΦΠΑ (για τον οποίο υπάρχει πράγματι ένα πρόβλημα).

Διατηρώντας τις απόψεις μου και βασιζόμενη, πέραν της προσωπικής εμπειρίας σε στοιχεία από σχετικές έρευνες του ΕΚΕΒΙ και της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τα οποία ανέφερα στην ανάρτησή μου, βρίσκω ότι το βιβλίο θα έπρεπε να είναι φτηνότερο, ώστε να είναι περισσότερο προσιτό σε αναγνώστες. Πιστεύω ότι το βιβλίο έχει έναν ξεχωριστό ρόλο, δεν μπορεί να θεωρείται απλά ένα εμπορικό/εμπορεύσιμο αγαθό και έτσι δεν μπορεί να λογαριάζεται από τους (όχι μόνο "βιβλιόφιλους") πολίτες ως προς το οικονομικό αντίκρυσμα που έχει για τους δημιουργούς και διακινητές του (εκδότες, βιβλιοπώλες, συγγραφείς).

Όχι πως δεν αναγνωρίζονται τα προβλήματα στους χώρους αυτούς, κάθε άλλο μάλιστα. Ορθά ζητείται και η εκδήλωση ειλικρινούς ενδιαφέροντος των αρμόδιων θεσμικών φορέων (ποιων, αυτών που έτσι απλά αποφάσισαν το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ υπακούοντας στο "πονάει δόντι, κόψει κεφάλι" ή αυτών που διέλυσαν τις σχολικές βιβλιοθήκες πριν τις ολοκληρώσουν καν ή κτλ κτλ.). Ορθά επισημαίνονται αδυναμίες και κακοδαιμονίες. Ορθά σημειώνεται ότι χρειάζεται πολλή δουλειά για να νιώσουν οι Έλληνες την ανάγκη να διαβάζουν, ότι το σχολείο πρέπει να παίξει τον καταλυτικό ρόλο και ότι είναι οι βιβλιοθήκες αυτές που δημιουργούν τους αναγνώστες.

Πραγματικά, εκτιμώ ιδιαίτερα ότι η άποψη αυτή, και παρά τις αντιρρήσεις του για το θέμα της τιμής, εκφράστηκε από εκπρόσωπο των εκδοτών. Και το εκτιμώ ακόμη περισσότερο, ενθυμούμενη ότι πριν πολλά χρόνια, ένας εκδότης μου είχε πει, όταν ζήτησα να μου στείλει στη Βιβλιοθήκη φυλλάδιο με τους τίτλους που εκδίδει (προ Διαδικτύου αυτά) για να κάνουμε αγορά (τότε ακόμη αγόραζαν βιβλία οι βιβλιοθήκες) είχε εκφράσει επιφυλάξεις γιατί, λέει, έτσι έχανε πελάτες!!!


 Αντιγράφω παρακάτω τα σχόλια που έκανα στη Λέσχη Degas και στο Διαβάζοντας, συμπληρωματικά της ανάρτησής μου και παίρνοντας υπόψη σχόλια που είχαν ήδη διατυπωθεί:

Τελικά η κουβέντα ποια είναι; Αν είναι το βιβλίο ακριβό; Άν μπορούν οι εκδότες να μειώσουν την τιμή; Άν έπρεπε να σταλεί η επιστολή στον αρμόδιο υπουργό; Άν μπορούν να ανοίγουν συζητήσεις μέσα από τα ιστολόγια; Η δική μου γνώμη είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις είναι ακριβό, δεν το συγκρίνω με άλλα αγαθά ή "μέσα ψυχαγωγίας" (εκεί, πιστέψτε με, θα βγει πολύ πιο φτηνό), σε αρκετές περιπτώσεις όντως οι εκδότες δεν μπορούν να κάνουν μείωση (εκτιμώ και συνιστώ σχετικά τη χθεσινή, πιστεύω ειλικρινή, συζήτηση στο Amagi Radio με τον εκδότη του Ικαρου, αλλά και παλιότερη συζήτηση στο ιστολόγιο της Ωκεανίδας), και ο χώρος όλων των συντελεστών του βιβλίου έχει προβλήματα, και όλη η κοινωνία έχουμε προβλήματα.

Νομίζετε είναι εύκολο να αγοράσει κανείς βιβλίο με 15 ευρώ; Και αν αγοράσει ένα, πόσα άλλα καινούρια θα "τολμήσει" να αγοράσει; Κάπως έτσι τα έγραψα και στο δικό μου ιστολόγιο, με κάποιες μικροαλλαγές στην αρχική επιστολή, αλλά στο πνεύμα, ας πούμε τη γνώμη μας, ας ανοίξουμε το θέμα, ας ακούσουμε και τους άλλους και τέλος πάντων ας ανοίξουμε και το άλλο πιο μεγάλο θέμα, αυτό της χαμηλής αναγνωσιμότητας, αυτό πώς θα το λύσουμε; Όχι οι ιστολόγοι βέβαια.

Και ας μη βαράνε όσοι δεν συμφωνούν, ας καταθέσουν κι αυτοί τις γνώμες τους, πολιτισμένα. Και μην ξεχνάμε, υπάρχουν και βιβλιοθήκες, επιμένω, και όχι κόντρα στα εκδοτικά και στα βιβλιοπωλεία.

Και μία συμπλήρωση σχετικά με τα άλλα μέσα ψυχαγωγίας, πέρα από την όποια διαφορά του είδους (άλλο θέμα συζήτησης, δεν το ανοίγω εδώ), να σημειώσω ότι στον κινηματογράφο θα δώσει ο καθένας 7 ευρώ, στο θέατρο 15-20 κτλ, δηλαδή από το ίδιο σπίτι ή την ίδα παρέα το σύνολο θα είναι πολλαπλάσιο. Όλοι αυτοί όμως θα διαβάσουν ένα αντίτυπο του βιβλίου. Δίνω ένα επιχείρημα στους εκδότες και στους βιβλιοπώλες, αλλά δεν είν' εκεί το θέμα."
 
Κάποια άλλα θέματα επίσης:

Το ζήτημα δεν είναι μόνο η ατομική θέση ενός εκδότη ή ενός βιβλιοπώλη. Και το ζήτημα δεν είναι μόνο τα βιβλιοπωλεία του κέντρου, αλλά και αυτά της συνοικίας και αυτά της περιφέρειας. Εάν το κάθε μεγάλο βιβλιοπωλείο του κέντρου έχει τη δυνατότητα να κάνει τις τρομερές εκπτώσεις (τις οποίες πράγματι απολαμβάνω κι εγώ), τα πράγματα δεν είναι πάντα το ίδιο εύκολα και για τα υπόλοιπα. Και δεν συμφωνώ με κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου.

Το πρόβλημα στην τιμή, όπως φαίνεται και από τις σχετικές έρευνες, είναι ακόμη μεγαλύτερο στα μη λογοτεχνικά βιβλία, δοκίμια, ιστορικά, πολιτικά, επιστημονικά κτλ.  Επίσης, υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στους εκδότες χωρίς αυτό να αιτιολογείται πάντοτε από ποιότητα, μέγεθος κτλ. Και συχνά διαφορές ανάμεσα σε ελληνικά και μεταφρασμένα, με μεγαλύτερη τιμή συχνά στα ελληνικά.

Το θέμα της τιμής  του βιβλίου δεν αφορά μόνο μια ελίτ αναγνωστών, που μπορεί να διατηρούν και κάποια ιστολόγια, ακόμη και αν είναι χαμηλό το γενικό ποσοστό αυτών που διαβάζουν, ακόμη και αν υπάρχει μεγάλο ποσοστό ζήτησης στα λεγόμενα ευπώλητα (τα οποία, ας το ομολογήσουμε, χρησιμοποιούν και τα ... σοβαρά βιβλιοπωλεία ως κράχτες πλέον). Και τελικά, πώς ορίζονται αυτά τα ευπώλητα, ή μάλλον πώς χωρίζονται οι αναγνώστες σε αναγνώστες καλών και αναγνώστες ευπώλητων βιβλίων; Και... ας μου επιτραπεί να διατυπώσω μια ίσως αιρετική ως προς τα παραπάνω άποψη. Το ζήτημα δεν (πρέπει να) αφορά μόνο και πολύ περισσότερο όσους από εμάς ... ρουφάμε τα βιβλία κατά δεκάδες (μήπως και αυτό καταντά τελικά καταναλωτική μανία;), αλλά τον καθένα και την καθεμιά που θέλει ή θα ήθελε ή θα μπορούσε να θέλει να διαβάσει ένα, μάλλον περισσότερα από ένα, βιβλίο.

Θεωρώ επίσης ότι εμάς τους αναγνώστες, δηλαδή τους πολίτες, μας ενδιαφέρει να έχουμε πρόσβαση στη γνώση, και αγοράζοντας βιβλία, αλλά και δανειζόμενοι βιβλία από βιβλιοθήκες (αλλά και από φίλους). Μας ενδιαφέρει να υπάρχει βιβλίο, να υπάρχει καλό βιβλίο, και σε αυτό δεν θα συμφωνήσω με απόψεις του να προχωρήσουν οι εκδότες στην παραγωγή φτηνού βιβλίου τσέπης όπως στην Αγγλία π.χ. (σε βάρος στοιχείων ποιότητας σε σχέση με τη γλώσσα, την αισθητική κτλ. και σε αυτό συμμερίζομαι την άποψη των εκδοτών που το επικαλούνται).

Έτσι, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, εν τέλει, είναι η τόνωση της χρήσης των βιβλίων, της ανάγνωσης δηλαδή και αυτό πρέπει να γίνει με όλους που έχουν σχέση, είναι εκδότες, είναι βιβλιοπώλες, είναι θεσμοί όπως το ΕΚΕΒΙ και οι βιβλιοθήκες, είναι οι λέσχες ανάγνωσης, είναι οι εκπαιδευτικοί, είναι τα διάφορα ιστολόγια (γιατί όχι), δηλαδή οι ενεργοί πολίτες. Σε αυτό το πλαίσιο, η τιμή του βιβλίου πρέπει να είναι προσιτή, λαμβάνοντας υπόψη και τις σημερινές δύσκολες συνθήκες, αλλά και τις διαπιστώσεις που όλοι κάνουμε για την αναγκαιότητα υποστήριξης της παιδείας, της καλλιέργειας, της ψυχαγωγίας, της αναγνωσιμότητας. 

Και μην ξεχνάμε: (και) οι βιβλιοθήκες δημιουργούν αναγνώστες, ας τις πλαισιώσουμε και ας τις υποστηρίξουμε!