Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευχετήριες κάρτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευχετήριες κάρτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Βασίλης έρχεται

 

 
Ζώνεται το φθαρμένο ράσο του,
βάζει τα ξυλοπάπουτσά του,
φορεί το καλογερικό σκουφί του,
κάνει τον σταυρό του δυτικά,
παίρνει το μαγικό ραβδί του...
Εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας,
όπου η παλιά πολιτεία της Καισάρειας,
ετοιμάζεται, όπως κάνει αιώνες τώρα,
να ΄ρθει κι εφέτος την Πρωτοχρονιά
να μας επισκεφθεί ο παλιός Άγιος Βασίλης.
 
Τι κι αν έχει πεθάνει -
πάνε δεκάδες χρόνια τώρα -
και ο τελευταίος ζευγολάτης
που τον περίμενε πώς και πώς
για να ευλογήσει το αλέτρι του.
Τι κι αν τα παιδιά, αντί γι' αυτόν,
περιμένουν τον άγιο της κατανάλωσης
μ' όλα τα κάθε λογής δώρα του.
Τι κι αν βρει κλειστές, κατάκλειστες, τις πόρτες.
 
Όλο και κάποιος ξεχασμένος βοσκός
θα με περιμένει στο μαντρί του,
όπως ο Γιάννης ο Ευλογημένος,
σκέφτεται ο δικός μας, ο παλιός, Άγιος Βασίλης...

Το παραπάνω ποίημα είναι από την τελευταία συλλογή του Νιππιανού δασκάλου, ποιητή, δημοσιογράφου και φίλου Βαγγέλη Κακατσάκη Τα χελιδόνια του μοναχού (Κοινωφελές Ίδρυμα "Αγία Σοφία" και Πυξίδα της πόλης,  2020). Είναι μια συλλογή με εικόνες και βιώματα του ίδιου του δημιουργού από τον γενέθλιο τόπο, με συναπαντήματα, με γιασεμιά και κρίνους, με γλάρους και σπουργίτια, με πετάγματα κορυδαλλών, με βαρσάμους και βασιλικούς, με το άρωμα του αροσμαρή, με μνήμες και αφιερώσεις, με τη σοφή αιωνόβια ελιά του κήπου του που "όπως χαίρεται μια μάνα για τα παιδιά της, έτσι χαίρεται και η ελιά για τους δεκατρείς βασιλικούς"...


Και ζευγολάτης και οδοιπόρος ο  Άγιος Βασίλης της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, γράφει ο δάσκαλος. Να τον υποδέχεται στο μαντρί του ο Γιάννης ο Ευλογημένος τον θέλει ο Φώτης Κόντογλου στο διήγημά του "Το Βλογημένο μαντρί". Είναι ένα τρυφερό διήγημα, γραμμένο σε όμορφη γλώσσα. Παραθέτω εδώ την αρχή και το τέλος του*: 

Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τὶς παραμονὲς τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπὸ χώρα σὲ χώρα κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, καὶ χτυπᾶ τὶς πόρτες γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τὸν δεχτεῖ μὲ καθαρὴ καρδιά. Μία χρονιὰ λοιπόν, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ τράβηξε. Ἤτανε σὰν καλόγερος ἀσκητής, ντυμένος μὲ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μὲ χοντροπάπουτσα στὰ ποδάρια του καὶ μ᾿ ἕνα ταγάρι περασμένο στὸν ὦμο του. Γι᾿ αὐτὸ τὸν παίρνανε γιὰ διακονιάρη καὶ δὲν τ᾿ ἀνοίγανε τὴν πόρτα. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος, γιατὶ ἔβλεπε τὴν ἀπονιὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ συλλογιζότανε τοὺς φτωχοὺς ποὺ διακονεύουνε, ἐπειδὴς ἔχουνε ἀνάγκη, μ᾿ ὅλο ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανέναν, κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε.

Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, κι ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ χῶρες πολλὲς κι ἀπὸ χιλιάδες χωριὰ καὶ πολιτεῖες, ἔφταξε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη, πού ῾ναι φτωχὸς κόσμος. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ χωριὰ πρόκρινε τὰ πιὸ φτωχά, καὶ τράβηξε κατὰ κεῖ, ἀνάμεσα στὰ ξερὰ βουνὰ ποὺ βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιᾶς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολὺ ἄγρια. Ψυχὴ ζωντανὴ δὲν ἀκουγότανε, ἐξὸν ἀπὸ κανένα τσακάλι ποὺ γάβγιζε.

Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἀπάγκιο ποὺ ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ῾να μικρὸ βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρὶ κολλημένο στὰ βράχια. Ἄνοιξε τὴν αὐλόπορτα ποὺ ἤτανε κανωμένη ἀπὸ ἄγρια ρουπάκια καὶ μπῆκε στὴ μάντρα. Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ πιάσανε καὶ γαβγίζανε. Πέσανε ἀπάνω του νὰ τὸν σκίσουνε· μά, σὰν πήγανε κοντά του, σκύψανε τὰ κεφάλια τους καὶ σερνόντανε στὰ ποδάρια του, γλείφανε τὰ χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα καὶ κουνούσανε παρακαλεστικὰ τὶς οὐρές τους.

Ὁ Ἅγιος σίμωσε στὸ καλύβι τοῦ τσομπάνου καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μὲ τὸ ραβδί του καὶ φώναξε:

«Ἐλεῆστε με, χριστιανοί, γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποθαμένων σας! Κι ὁ Χριστὸς μᾶς διακόνεψε σὰν ἦρθε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!».

Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ βγῆκε ἕνας τσομπάνης, παλικάρι ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, μὲ μαῦρα γένια· καὶ δίχως νὰ δεῖ καλὰ καλὰ ποιὸς χτυποῦσε τὴν πόρτα, εἶπε στὸ γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ᾿ ἀρχοντικό μας νὰ ζεσταθεῖς! Καλὴ μέρα καὶ καλὴ χρονιά!».

Αὐτὸς ὁ τσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας, ποὺ τὸν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, ἄνθρωπος ἀθῶος σὰν τὰ πρόβατα ποὺ βόσκαγε, ἀγράμματος ὁλότελα.

Μέσα στὴν καλύβα ἔφεγγε μὲ λιγοστὸ φῶς ἕνα λυχνάρι. Ὁ Γιάννης, σὰν εἶδε στὸ φῶς πὼς ὁ μουσαφίρης ἤτανε γέροντας καλόγερος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνασπάστηκε καὶ τό ῾βαλε ἀπάνω στὸ κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καὶ τὴ γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ κοπελούδα, ποὺ κουνοῦσε τὸ μωρό τους μέσα στὴν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινὰ καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε:

«Κόπιασε, παπποῦ, νὰ ξεκουραστεῖς».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στὴν πόρτα καὶ βλόγησε τὸ καλύβι κι εἶπε:

«Βλογημένοι νά ῾σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο τὸ σπιτικό σας! Τὰ πρόβατά σας νὰ πληθαίνουν ὡς τοῦ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν καὶ ὡς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὡς τοῦ Λάβαν! Ἡ εἰρήνη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας!».

Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι καὶ ξελόχισε ἡ φωτιά. Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σὲ μία γωνιὰ τὸ ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τὸ μπαλωμένο τὸ ράσο του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του. Τὸν βάλανε κι ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιά, κι ἡ γυναίκα τοῦ ῾βαλε καὶ μία μαξιλάρα ν᾿ ἀκουμπήσει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καὶ ξανάπε μέσα στὸ στόμα του:

«Βλογημένο νά ῾ναι τοῦτο τὸ καλύβι!».

Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιὰ νὰ φέρει τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Ἡ γυναίκα του μαγείρευε. Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στὴ φωτιά.

........................................................................................................................................................

Καθίσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα - Μάρκος ὁ Βουβός, ποὺ τὸν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καὶ τὸν βοηθοῦσε.

Καί, σὰν ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπιτα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπιτα κι εἶπε:

«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».

Κι ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κι εἶπε: «τοῦ Χριστοῦ», ἔκοψε τὸ δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τὸ τρίτο καὶ δὲν εἶπε: «τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ἀλλὰ εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου!».

Πετάγεται ὁ Γιάννης καὶ τοῦ λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τὸν Ἅη-Βασίλη!».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἀλήθεια, τὸν ξέχασα!».

Κι ἔκοψε ἕνα κομμάτι κι εἶπε:

«Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου!».

Ὕστερα ἔκοψε πολλὰ κομμάτια, καὶ σὲ κάθε ἕνα ποὺ ἔκοβε ἔλεγε: «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ μογιλάλου», «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».

Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στὸν Ἅγιο:

«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιοσύνη σου;».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἔκοψα, εὐλογημένε!».

Μὰ ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ καλότυχος!

Ἔστρωσε ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νὰ κάνουνε τὴν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τὶς ἀπαλάμες του κι εἶπε τὴν δική του τὴν εὐχή, ποὺ τὴ λέγει ὁ παπᾶς στὴ λειτουργία:

«Κύριος ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἴνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου...».

Σὰν τελείωσε τὴν εὐχὴ κι ἑτοιμαζόντανε νὰ πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης :

«Ἐσύ, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, πές μας σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅη-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστεν ἁμαρτωλοὶ καὶ κακορίζικοι, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε!».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω, ἅπλωσε τὶς ἀπαλάμες του καὶ ξαναεῖπε τὴν εὐχὴ ἀλλιώτικα:

«Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς, ἄξιός ἐστιν καὶ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος ὑπάρχει, καὶ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...».

Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 Πώς τον περιμένουμε κι εμείς απόψε! Θα τον αναγνωρίσουμε άραγε;

 ................................................................................................................ 

Σημειώσεις:

Η εικόνα με τον Άη Βασίλη είναι έργο του Έλληνα εικονογράφου Νικόλα Ανδρικόπουλου με τίτλο Santa reading to his Friends (Ο Άη Βασίλης διαβάζοντας στους φίλους του). Είναι χριστουγεννιάτικη κάρτα της Unicef μάλλον του 1997 (δυστυχώς ο αποστολέας δεν έχει χρονολογία, αλλά υποθέτω ότι είναι 1997 ή 1998) σε υποστήριξη του προγράμματος 2000 για μείωση της μόλυνσης από τον ιό της πολυομυελίτιδας που χτυπά πάνω από 100.000 παιδιά κάθε χρόνο (όπως σημειώνεται στο πίσω μέρος της κάρτας).

* Ολόκληρο το διήγημα μπορεί να το βρει κανείς και στο διαδίκτυο, εγώ το αντέγραψα από εδώ.  

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Ξεφυλλίζοντας ευχετήριες κάρτες από τη Βιβλιοθήκη της Σχολής Καλών Τεχνών

Θανάσης Εξαρχόπουλος, "Decoration II", 2000, σχεδίαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή

Οι ευχετήριες κάρτες από χαρτί όλο και λιγοστεύουν. Τούτες τις γιορτινές μέρες σκέφτηκα ν' αφιερώσω λίγες γραμμές στις ευχετήριες κάρτες που έστελνε η Νίκη Ζαχιώτη, αγαπημένη φίλη, διευθύντρια και στυλοβάτισσα της Βιβλιοθήκης ΑΣΚΤ για πολλά χρόνια. Γράφω στον τίτλο "ξεφυλλίζοντας" γιατί οι κάρτες αυτές ήταν μικρά καλαίσθητα βιβλιαράκια, αφιερώματα κάθε χρονιά σ' ένα ξεχωριστό θέμα. Στο εξώφυλλο υπήρχε η εικόνα από ένα καλλιτεχνικό έργο ή μια φωτογραφία, που επέλεγε πολύ επισταμένα από πινακοθήκες και μουσεία. Το βιβλιαράκι περιείχε άλλοτε ένα δικό της αφιερωματικό κείμενο ή, συχνότερα, ένα ταιριαστό για την εποχή λογοτεχνικό κείμενο, διήγημα, ποιήματα ή άλλο.

Παρακάτω θα γράψω λίγα για το περιεχόμενο από τις κάρτες που βρήκα στο προσωπικό αρχείο μου.

Στην κάρτα του 2007 με το έργο του χαράκτη Θανάση Εξαρχόπουλου (1927- , Ηλείος, όπως και η Νίκη, πόσους και πόσους σπουδαίους λογοτέχνες και καλλιτέχνες έχει βγάλει αυτός ο τόπος!), υπάρχουν δυο κείμενα δικά του με τίτλους "χαρταετοί" και "το μεγάλο σύννεφο".

Ήταν ένας περαστικός, που κάθε άνοιξη τριγύριζε στα μέρη μας και πουλούσε χαρταετούς. Καμάρωνε πως οι δικοί του χαρταετοί είχανε σωστά ζύγια, καλά υπολογισμένες ουρές, έτσι που θα 'τανε  εύκολο στον καθένα, ακόμη και με σιγανό αεράκι, να σηκώσει ψηλά το χαρταετό που θ' αγόραζε [...]

Γιάννης Μόραλης: Ζευγάρι, ορείχαλκος, 22Χ16 εκ. Μικρό ανάγλυφο, ορείχαλκος, διάμετρος 6 εκ.

Τη χρονιά με το έργο του Μόραλη, η κάρτα περιείχε το παραμύθι Η Ανθούσα, η Ξανθομαλλούσα, η Χρυσομαλλούσα από την έκδοση "Ελληνικά παραμύθια / Εκλογή Γ.Α.Μέγα, Αθήνα, Εστία, 1956". 

Έναν καιρό κ' ένα ζαμάνι ήτανε μια γριά. Η κακότυχη εφτά χρόνια πεθυμούσε τη φακή και δε μπορούσε να το πετύχει. Όταν εύρισκε τη φακή, δεν είχε κρομμύδι, όταν εύρισκε κρομμύδι, δεν είχε λάδι, όταν εύρισκε το λάδι, δεν είχε νερό. Για τούτο κακιωνόταν κ' έλεγε:

- Αχ και δα πια! βουλήθ΄κε ο φτωχός να παντρευτή, χαθήκαν τα νταβούλια. [...]

(Τυχαίνει να το έχω, αξίζει ν' αναφερθεί και η εικονογράφηση των Φώτη Κόντογλου και Ράλλη Κοψίδη).

Λεπτομέρεια από ελληνικό λαϊκό κέντημα

Ως συμβολή της Βιβλιοθήκης στον εορτασμό των 150 χρόνων από τη γέννηση του Παπαδιαμάντη (1851-1911) εκδόθηκε η κάρτα με το λαϊκό κέντημα, η οποία περιείχε το τρυφερό διήγημα του άγιου των ελληνικών γραμμάτων "Ο έρωτας στα χιόνια".

 Καρδιά του χειμώνος, Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα.

Και αυτός εσηκώνετο το πρωί έρριπτεν εις τους ώμους την παλαιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιαν αγοράν, μουρμουρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

-Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς... έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. 

[...]

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου. 
 
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
 
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κι εσύ. Γιαννιόμου έλα μέσα.
 
[...]

Alexandrie. Le Mahmal (Tapis Sacré)

Τον Δεκέμβριο του 2003, με αφορμή τα 140 χρόνια από τη γέννηση και τα 70 από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933), η Νίκη μας έστειλε μια μικρή ανθολογία ποιημάτων του μεγάλου ποιητή. Ανθολόγος η Κική Δημουλά (1931-2020). Γράφει στην εισαγωγή:

Η ζεστή και άμεση ανταπόκρισή της [της Κικής Δημουλά] είναι τιμή για τη Βιβλιοθήκη και τους αναγνώστες της και την ευχαριστούμε θερμά.

Ευχαριστούμε επίσης το ΕΛΙΑ για τις φωτογραφίες εποχής που μας διέθεσε γενναιόδωρα το φωτογραφικό του αρχείο.

Ένα στολίδι ξεχωριστό.

Γ. Ιακωβίδης, "Παιδική Συναυλία", 1854, συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης

Η ευχετήρια κάρτα του 2004, με το έργο του Ιακωβίδη στο εξώφυλλο, περιέχει το κείμενο του Εμμανουήλ Ροΐδη "Η εν Ελλάδι ζωγραφική (περιήγησις εις την έκθεσιν)". Αναφέρεται στην έκθεση ζωγραφικής που οργανώθηκε στο Ζάππειο την άνοιξη του 1896 στο πλαίσιο της πρώτης Ολυμπιάδας και για την οποία ο Ροΐδης δημοσίευσε το κείμενο αυτό στην Ακρόπολη την 1η Ιουνίου του ίδιου χρόνου. Όπως αναφέρει και η Νίκη στην εισαγωγή "στο κείμενο αποτυπώνεται η ευρυμάθεια, η αισθητική κατάρτιση και το χαρακτηριστικό ύφος του συγγραφέα". Ας δούμε τι γράφει πριν ξεκινήσει την κριτική περιήγησή του στην έκθεση:

Όσους συναντώμεν αναβαίνοντας την κλίμακα του Ζαππείου παρεκινούμεν να σταθώσιν εις την τελευταίαν αυτής βαθμίδα και στρεφόμενοι προς νότον να θαυμάσωσι την προ αυτών απλουμενην εικόνα, τους λόφους, τους βράχους, τον Υμηττόν, την θάλασσαν, τον ορίζοντα και τα μνημεία.

Δεν είμεθα, ως πλείστοι άλλοι, ενθουσιώδεις εξ επαγγέλματος υπερτιμηταί των όσα φωτίζει ο ήλιος της Αττικής, ουδέ διστάζομεν να ομολογήσωμεν ότι ούτε κατά την μεγαλοπρέέιαν, ούτε κατά την φαιδρότητα εξισούνται προς την εκ του ατμοπλοίου άποψιν της Κωνσταντινουπόλεως, τον κόλπον της Παρθενόπης, την κοιλάδα των Τεμπών, ή και απόψεις τινάς της Κερκύρας.

Το εξαιρετικόν πλεονέκτημα και ιδιάζον γνώρισμα του αθηναϊκού οράματος είναι, ότι μόνον τούτο προξενεί εις τον θεατήν την εντύπωσιν, ουχί κατορθώματος της φύσεως, αλλά πολύ μάλλον εικόνος εξόχου κλασσικού ζωγράφου. Τα πάντα φαίνονται επίτηδες διατεθειμένα, ώστε να δύναται ο ακινητών οφθαλμός ακόπως να τα συμπεριλάβη. [...]

Η ευχετήρια κάρτα του 2010 είναι αφιερωμένη στην τελευταία μεταστέγαση της Βιβλιοθήκης στο νέο κτίριο της Πειραιώς 256 (πρώην Ελληνικά Υφαντήρια). Στο κείμενό της, η Νίκη Ζαχιώτη κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις αρχαιότητες που αποκαλύφτηκαν κατά τις εκσκαφές θεμελίωσης και στη μέριμνα για την προστασία και την ανάδειξή τους:

[...] Κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας, τέχνεργα που καλύπτουν μια μακρά περίοδο, από την ύστερη γεωμετρική και πρώιμη αρχαϊκή περίοδο (αγγεία, επιτύμβιος κιονίσκος) μέχρι και τους μεσοβυζαντινούς και υστεροβυζαντινούς χρόνους (κεραμική, νομίσματα, ληνός, λιθόστρωτος δρόμος), ήρθαν στο φως για να μας υπενθυμίσουν τη μακραίωνη και πολυσήμαντη ιστορία του τόπου που επιλέχτηκε να φιλοξενήσει ένα ίδρυμα αφιερωμένο στη μελέτη της ανθρώπινης δημιουργίας.

Με την αισιοδοξία που μας γεμίζει η ανέγερση του νέου κτιρίου της βιβλιοθήκης, σας απευθύνουμε τις θερμότερες ευχές μας για το 2011 και σας καλούμε όλους να σταθείτε πλάι μας ως αρωγοί και ένθερμοι υποστηρικτές για την ολοκλήρωση αυτού του έργου.

Ήταν πραγματικά μια αξιόλογη, πρωτότυπη και αξιέπαινη πρωτοβουλία της Βιβλιοθήκης Καλών Τεχνών και της Νίκης Ζαχιώτη ιδιαίτερα. Και μη μου πείτε ότι έχουν την ίδια αξία οι ηλεκτρονικές κάρτες που ανταλλάσσουμε πια με τόση ευκολία, με καμία πρωτοτυπία και με πολλή βαρεστημάρα. Άλλο ένα είδος προς κατανάλωση, φοβάμαι.

Νάσαι καλά Νίκη!

Καλές γιορτές!

 ΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄

Σημειώσεις

*  Τα παραπάνω κείμενα διατηρούν την ορθογραφία των πρωτοτύπων κειμένων όπως έχουν εκδοθεί στις ευχετήριες κάρτες, αλλά έχουν πληκτρολογηθεί από εμένα στο μονοτονικό.

** Η χρηματοδότηση για την έκδοση των καρτών, όπως καταγράφεται σ' αυτές, προερχόταν από ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια για την ενίσχυση της Παιδείας στο πλαίσιο των προγραμμάτων ΚΠΣ και ΕΠΕΑΕΚ (ήταν οι εποχές που πραγματικά διατέθηκαν πολλά χρήματα για τις βιβλιοθήκες και σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο).