Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

Άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα, η Ελένη



(Από μακριά κιόλας φαινόταν η φθορά — ασοβάντιστοι τοίχοι, πεσμένοι· ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα· τα κάγκελα του μπαλκονιού σκουριασμένα. Μια κουρτίνα σάλευε έξω απ’ το παράθυρο του πάνω πατώματος, κιτρινισμένη, κουρελιασμένη στο κάτω μέρος. Όταν πλησίασε, —δισταχτικός πάντα,— η ίδια εγκατάλειψη στον κήπο: θρασεμένα φυτά, σαρκώδη φύλλα, ακλάδευτα δέντρα· τα σπάνια λουλούδια πνιγμένα στις τσουκνίδες· τα σιντριβάνια χωρίς νερό, μουχλιασμένα· στα ωραία αγάλματα λειχήνες. Μια σαύρα ακινητούσε ανάμεσα στο στήθος μιας νεαρής Αφροδίτης, ζεσταμένη απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ηλιογέρματος. Πόσα χρόνια πριν. Ήταν πολύ νέος τότε· — είκοσι δύο; εικοσιτριώ; Κι εκείνη; Ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις, — ήταν τόσο το φέγγος που ανάδινε, —σε τύφλωνε· σε διαπερνούσε·— δεν ήξερες πια τί ήταν, αν ήταν, αν ήσουν. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Άκουσε απέξω το κουδούνισμα, πολύ μοναχικό, μέσα σ’ ένα γνωστό του χώρο, άγνωστα τώρα διαρρυθμισμένο, με άγνωστες διακλαδώσεις, σε σκοτεινά χρώματα. Αργούσαν ν’ ανοίξουν. Κάποιος έσκυψε απ’ το πάνω παράθυρο. Δεν ήταν αυτή. Μια υπηρέτρια, — πολύ νέα. Σα να γέλασε. Έφυγε απ’ το παράθυρο. Αργούσαν πάλι. Ύστερα βήματα στη μέσα σκάλα. Ξεκλείδωσαν την πόρτα. Ανέβηκε. Μια μυρωδιά από σκόνη, σάπιους καρπούς, στεγνή σαπουνάδα, ούρα. Από δω. Κρεβατοκάμαρα. Ντουλάπα. Μετάλλινος καθρέφτης. Δυο σαραβαλιασμένες σκαλιστές πολυθρόνες. Τσίγκινο τραπεζάκι με φλιτζάνια του καφέ κι αποτσίγαρα. Κι εκείνη; Όχι, όχι, — δεν είναι δυνατόν. Γριά — γριά — εκατό, διακόσω χρονώ. Πριν από πέντε ακόμη χρόνια — Όχι, όχι, Το σεντόνι τρύπιο. Εκεί, ασάλευτη· καθιστή στο κρεβάτι· καμπουριασμένη. Μόνο τα μάτια της —— ακόμη πιο μεγάλα, αυταρχικά, διεισδυτικά, άδεια).
 

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες —κάτι θέλουν να πουν,— ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, —ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού— μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του
και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα· — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα που φοράω στο δείχτη. 

................................................................................
 
Οι νεκροί πια δε μας πονούν, — κι είναι παράξενο — δεν είναι;—
όχι για κείνους τόσο, όσο για μας, — αυτή η ουδέτερη οικειότητά τους
μ’ έναν χώρο που τους έχει αρνηθεί και που αυτοί δε συνεισφέρουν
στα έξοδα της συντήρησής του είτε στην έγνοια της φθοράς του,
αυτοί, συντελεσμένοι κι αμετάβλητοι, μόνον σαν κάπως πιο μεγάλοι.

Αυτό ’ναι κάποτε που μας ξενίζει — η υπερτροφία του αμετάβλητου
κι η σιωπηλή τους αυτάρκεια — όχι αγέρωχη, διόλου· δεν πασχίζουν
να σου επιβάλλουν την ανάμνησή τους, να σου είναι αρεστοί...
 
...................................................................................

Κι εκείνη η σκηνή, πάνω στα τείχη της Τροίας, — να αναλήφθηκα τάχα στ' αλήθεια
αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου — ; Καμιά φορά δοκιμάζω και τώρα,
εδώ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, ν’ ανοίξω τα χέρια, να πατήσω
στις μύτες των ποδιών — να πατήσω στον αέρα, — το τρίτο λουλούδι —


(Σώπασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω. Ίσως κοιμήθηκε. Ο άλλος σηκώθηκε. Δεν είπε καληνύχτα. Είχε πια σκοτεινιάσει. Καθώς βγήκε στο διάδρομο, ένιωσε τις δούλες, κολλημένες στον τοίχο, να κρυφακούν. Δε σάλεψαν διόλου. Κατέβηκε τη μέσα σκάλα σα να κατέβαινε σ’ ένα βαθύ πηγάδι, έχοντας την αίσθηση πως δε θα ’βρισκε την πόρτα της εξόδου — καμιά πόρτα. Τα δάχτυλά του, συσπασμένα, έψαχναν κιόλας για το πόμολο. Φαντάστηκε μάλιστα πως τα χέρια του ήταν δυο πουλιά που ασθμαίναν από έλλειψη αέρα, ενώ ταυτόχρονα ήξερε πως τούτη η εικόνα δεν ήταν παρά η έκφραση αυτοσυμπάθειας που αντιπαραθέτουμε συνήθως σ’ έναν αόριστο φόβο. Άξαφνα ακούστηκαν φωνές επάνω. Ανάψανε τα ηλεκτρικά στη σκάλα, στο διάδρομο, στα δωμάτια. Ανέβηκε πάλι. Ήταν βέβαιος τώρα. Η γυναίκα καθιστή στο κρεβάτι, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το μάγουλο στην παλάμη. Οι υπηρέτριες έμπαιναν, έβγαιναν, θορυβούσαν. Κάποιος τηλεφωνούσε στο διάδρομο. Κατάφτασαν κι οι γειτόνισσες. «Αχ, αχ», κάναν, και κάτι κρύβαν κάτω απ’ τα φουστάνια τους. Και πάλι το τηλέφωνο. Ανέβαιναν κιόλας οι αστυφύλακες. Διώξαν τις δούλες και τις γειτόνισσες. Εκείνες πρόφτασαν κι αρπάξαν τα κλουβιά με το καναρίνια, κάτι γλάστρες μ’ εξωτικά φυτά, ένα τρανζίστορ, κάποια ηλεκτρική θερμάστρα. Η μια κρατούσε ένα μεγάλο χρυσό κάδρο. Βάλαν τη νεκρή σ’ ένα φορείο. Ο επικεφαλής σφράγισε το σπίτι —«ώς να βρεθούν οι κληρονόμοι», είπε,— αν και ήξερε πως κληρονόμοι δεν υπάρχουν. Θα ’μενε έτσι σφραγισμένο το σπίτι σαράντα μέρες, κι ύστερα τα υπάρχοντά του —όσα γλιτώσαν— θα βγαίνανε στον πλειστηριασμό προς όφελος του δημοσίου. "Για το Νεκροτομείο", είπε στον οδηγό. Το σκεπασμένο αυτοκίνητο ξεμάκρυνε. Μεμιάς εξαφανίστηκαν όλα. Απόλυτη σιωπή. Αυτός μόνος. Στράφηκε και κοίταξε. Είχε βγει το φεγγάρι. Φωτίζονταν αχνά τα αγάλματα του κήπου — τα αγάλματά της, μόνα, δίπλα στα δέντρα, έξω απ’ το σφραγισμένο σπίτι. Κι ένα ήσυχο, παραπλανητικό φεγγάρι. Πού θα πήγαινε τώρα;)


ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ, ΣΑΜΟΣ, Μάιος – Αύγουστος 1970
 

Γιάννη Ρίτσου, "Ελένη", απόσπασμα. 

Ο ποιητής το γραψε μετά τον θάνατο της αδελφής του Νίνας. Κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 από τον Κέδρο με το χαρακτικό της Βάσως Κατράκη στο εξώφυλλο. Στη συνέχεια περιλήφθηκε στη συλλογή Τέταρτη Διάσταση. (Περισσότερα εδώ).

Αντί άλλων λέξεων, αντιγράφω το παραπάνω στη μνήμη της Ελένης που έφυγε το απόγευμα˙ πλαγιασμένη στο κρεβάτι, άνοιξε τα χέρια, πάτησε στις μύτες των ποδιών, πάτησε στον αέρα˙ που θα πήγε τώρα;

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

Κοιμήθηκε κοιμήθηκε στων αρχαγγέλων τη σκιά

 

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού
Οι άνθρωποι μ’ αρνήθηκαν
κανείς δεν μου σιμώνει
μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι

Έννοια σου, λέει, έννοια σου
κι εγώ είμαι εδώ κοντά σου
για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκε κοιμήθηκε στων αρχαγγέλων τη σκιά, στων γιασεμιών την ευωδιά ο Μίκης. Διάλεξα το τραγούδι με την ερμηνεία του Πέτρου Πανδή γιατί θεώρησα πιο ταιριαστό για τη μέρα (αν και υπάρχουν πολύ καλές ερμηνείες από Ντόρα Γιαννακοπούλου, Σούλα Μπιρμπίλη κ.ά.). Εδώ παραπέμπω από δίσκο με μπαλάντες του Μίκη (https://music.youtube.com/watch?v=5TcE8Yj7vY8). Στη συλλογή μου έχω έναν άλλο δίσκο LP με ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες στην Ευρώπη.

Το εξώφυλλο του δίσκου με τον Πέτρο Πανδή
 
Το οπισθόφυλλο του δίσκου
 

Το Μουσικό Σύμπαν του Μίκη ήταν τεράστιο. Η παρακάτω εικόνα είναι μέρος από το σύμπαν αυτό, σχεδιασμένο από τον ίδιο σε σελίδες Α4 (ανάμεσα στα έργα, διακρίνεται και η συλλογή "Μικρές Κυκλάδες" που περιέχει το τριζόνι). Πηγή της εικόνας είναι το εκπαιδευτικό υλικό (εγχειρίδιο και δύο CD) με τίτλο Μίκη Θεοδωράκη Ιστορίες που παρήγαγε το 2005 η Νομαρχία Χανίων στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 80χρονα ου Μίκη. Ένα αξιόλογο έργο που παρουσιάζει το σύμπαν του Μίκη Θεοδωράκη με σεβασμό και αγάπη. Τότε μοιράστηκε στα σχολεία των Χανίων, όμως πιστεύω θα άξιζε οι φορείς να επανέλθουν με επικαιροποίηση και ευρύτερη δημοσιοποίηση.

Ο Μίκης σήμερα αναπαύθηκε στη φιλόξενη γη του Γαλατά!

Και να τί λέει για τον Γαλατά (περιέχεται στο δεύτερο CD του παραπάνω έργου):   

https://mikisguide.gr/wp-content/uploads/2020/05/Track03-1.mp3.

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων αρχαγγέλων τη σκιά
στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων το χρυσό γιαλό
Τι να ’φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι

Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα είναι ο Θεός μεγάλος
αυτό ποτέ δε θα σ’ το πω
μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

.........................................................

Σημ. Η πρώτη φωτογραφία είναι από τη συναυλία που έδωσε ο Μίκης στις 17 Σεπτεμβρίου 1951 στα Χανιά (πηγή: ιστότοπος του Παγκρήτιου Συλλόγου Φίλων Μίκη Θεοδωράκη https://mikisguide.gr/).

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Εντγκάρ Μορέν: ένας νέος εκατό χρονών που μας καλεί ν' αλλάξουμε δρόμο, να συνειδητοποιήσουμε την κοινή μας γήινη μοίρα

Εντγκάρ Μορέν: από την πρόσφατη εκδήλωση της Unesco για τα εκατόχρονά του
 

Τι μου έμαθε η οικογένειά μου; Μου έμαθε τη Μεσόγειο, την ευχαρίστηση από το λάδι της ελιάς, τη μελιτζάνα, τους αρνίσιους αρωματισμένους κεφτέδες, τα μπαρμπούνια, την τυρόπιτα ή τη σπανακόπιτα.  Όλες αυτές οι ουσίες και τα συστατικά που είχαν αφομοιωθεί από τους προγόνους μου στην Ισπανία, στην Τοσκάνη, στη Θεσσαλονίκη έγιναν οι μητρικές μου τροφές στο Παρίσι, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. 

[...] Οι γονείς μου δεν είχαν αφήσει μια πατρίδα. Είχαν αφήσει μια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, που είχε σφυρηλατήσει τον αρχικό της πολιτισμό στους κόλπους μιας αυτοκρατορίας, της οθωμανικής. Με καταγωγή από το Λιβόρνο, η οικογένειά μου πήρε την ιταλική υπηκοότητα τον δέκατο ένατο αιώνα, οι δε γονείς μου ήταν στη διαδικασία του εκγαλλισμού την εποχή της γέννησής μου.

Έχασε τη μάνα του στα εννιά, την θυμάται μέσα από το El Relicario τραγουδισμένο από την Ρακέλ Μεγιέρ (Raquel Meller).


Μια προσωπική κατάθεση ψυχής και μαζί τα πιστεύω και οι κανόνες της ζωής του βρίσκονται στο εξαιρετικό βιβλίο "Τα Διαμόνιά μου" που κυκλοφόρησε το 1999 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου (με πρόλογο Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου και μετάφραση από Δημήτρη Δημουλά). Είναι ένα μανιφέστο από το οποίο μπορεί κανείς ν' αποκομίσει πολλά, για την πολιτική, για τις φιλίες, για την τηλεόραση και τον "κρετινισμό των μέντια", για τους διανοούμενους και τους μη διανοούμενους, για τον αγώνα της αλήθειας και του λάθους, για την ηθική, την αυτοηθική και την ηθική της κατανόησης, για τη γνώση της γνώσης, τις αβεβαιότητες και τις αντιθέσεις, για τον ουνιβερσαλισμό, για τη Γαλλία, την Ευρώπη και τον Τρίτο κόσμο, για τις αντιστάσεις του: στο ναζισμό, στον σταλινισμό, σε "ό,τι αμείλικτο υπάρχει στην πολιτική και στις ανθρώπινες σχέσεις", στη σκληρότητα του κόσμου. Αυτή την αντίσταση, λέει, "ενάντια στη σκληρότητα του κόσμου είναι ακριβώς αυτό που θα ονομάσω ελπίδα".  

Και για αυτή την ελπίδα έγραψαν με τον άλλο σοφό γέροντα Στεφάν Εσσέλ "Ο δρόμος της ελπίδας".

Το τελευταίο βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά μόλις πρόσφατα είναι το "Ας αλλάξουμε δρόμο: Τα μαθήματα του κορονοϊού" (σε συνεργασία με τη Sabah Abouessalam, επιφανή γαλλομαροκινή κοινωνιολόγο, καθηγήτρια Πανεπιστημίου, σύζυγο και συνεργάτρια του Μορέν) πάλι από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση Θόδωρου Παραδέλλη. Άλλο ένα μανιφέστο του σοφού γέροντα Εντγκάρ Μορέν, του πάλαι ποτέ εμβληματικού διευθυντή του Γαλλικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), του ανθρώπου που μας καλεί, μετά και την πανδημία που έχει πλήξει ολόκληρο τον πλανήτη, να προβληματιστούμε, ν' αναστοχαστούμε, ν' αλλάξουμε ρότα, γιατί "το νεοφιλελεύθερο δόγμα επιδεινώνει σε τρομακτικό βαθμό τις κοινωνικές ανισότητες και ταυτόχρονα δίνει τεράστια ισχύ στις χρηματοοικονομικές δυνάμεις".

Η πανδημία της COVID-19, γράφει, κατέδειξε την ευρωπαϊκή και την πλανητική κρίση, την έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών, τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και της μεγέθυνσης και χρειάζεται να προβληματιστούμε πάνω στα προβλήματα που έχουν βγει πια στην επιφάνεια: την απορρύθμιση των οικοσυστημάτων, τη συρρίκνωση της βιοποικιλότητας, τις επιπτώσεις στη γεωργία και στο σύστημα τροφίμων, την ουμανιστική κρίση που εκδηλώνεται ως "αναβίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ως πριμοδότηση του οικονονομικού συμφέροντος εις βάρος όλων των άλλων".

Αναπτύσσει 15 μαθήματα κορονοϊού, όπως τα ονομάζει, πάνω στην ύπαρξή μας, στον πολιτισμό μας, στην κοινωνική ανισότητα εν μέσω εγκλεισμού, στις ανεπάρκειες της σκέψης και της πολιτικής δράσης κ.ά. Στη συνέχεια μιλά για τις προκλήσεις της μετά τον κορονοϊό εποχής, την πρόκληση της δημοκρατίας, την οικολογική πρόκληση, την πρόκληση της ψηφιακής τεχνολογίας, της αβεβαιότητας, της οπισθοδρόμησης, της πολιτικής κρίσης κτλ. 

Και τελειώνει με τις πολιτικές που χρειάζονται για ν' αλλάξουμε δρόμο. Παγκοσμιοποίηση-αποπαγκοσμιοποίηση, μεγέθυνση-απομεγέθυνση, ανάπτυξη-σύμπτυξη, ενότητα-ποικιλομορφία: δίπολα που πρέπει να (ξανα)σκεφτούμε. Στο κέντρο, ο ουμανισμός, ένας "αναγεννημένος ουμανισμός" κι ένας "πλανητικός ουμανισμός", όπως λέει. Μιλά για μεταρρυθμιστικές πολιτικές, αλλά και για προσωπική μεταρρύθμιση και ηθική ανανέωση, επικαλούμενος τον Γκάντι που έλεγε: "Ας γίνουμε η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο". Και συχνά επαναλαμβάνει: "η συνειδητοποίηση της κοινής μας γήινης μοίρας πρέπει ν' αποτελέσει το θεμελιώδες γεγονός του αιώνα μας".

Ξέρει ότι αυτά που σκέφτεται και προτείνει μπορεί να φαντάζουν εξωπραγματικά, ουτοπικά, όμως υπάρχουν, λέει, μυριάδες σπόροι που βλασταίνουν, υπάρχει ελπίδα. Ένας νέος 100 χρονών ο Edgar Morin, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1921 στο Παρίσι, μας δίνει τέσσερις αρχές ελπίδας, γιατί η ελπίδα, γράφει, δεν είναι βεβαιότητα, "περιλαμβάνει τη συναίσθηση των κινδύνων και των απειλών, αλλά μας ωθεί να πάρουμε θέση και να στοιχηματίσουμε¨.


"Ξέρω ότι, στην περιπέτεια του κόσμου, η ανθρωπότητα είναι μ' έναν καινούργιο τρόπο υποκείμενο και αντικείμενο της άρρηκτης σχέσης μεταξύ αφενός της δύναμης που ενώνει (Έρως), αφετέρου της δύναμης που αντιτίθεται (Πόλεμος), καθώς και της δύναμης που καταστρέφει (Θάνατος). Η πλευρά του Έρωτα είναι κι αυτή αβέβαιη, γιατί μπορεί να τυφλωθεί, και απαιτεί νοημοσύνη, ακόμη περισσότερη νοημοσύνη, όπως και αγάπη, ακόμη περισσότερη αγάπη".

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Από μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο

 


Μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ στην οδό Αμερικής μετά από πολλούς μήνες και δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Ευτυχώς έχεις και πολλά ήδη διαβασμένα (ή έστω αγορασμένα, να λέμε την αλήθεια). Στο βιβλιοπωλείο αυτό βρίσκεις εκδόσεις φορέων που δεν βρίσκεις εύκολα σε άλλα βιβλιοπωλεία Διαλέγω λίγα μικρά, κάποια έχουν και ιδιαίτερη, ας πούμε συμβολική ή επίκαιρη, σημασία. Παραθέτω εδώ τους τίτλους (ίσως καταφέρω να γράψω λίγα λόγια παραπάνω αργότερα):

Στον καθρέφτη του Δαρβίνου, του Σπύρου Σφενδουράκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021. 

Ας αλλάξουμε δρόμο: Τα μαθήματα του κορονοϊού, των Edgar Morin και Sabah Abouessalam, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2021 (μτφρ. Θόδωρος Παραδέλλης). 

Νίκος Καζαντζάκης. Η ανθρωπογραφία ενός τραγικού διανοούμενου, του Θεοδόση Τάσιου, Μουσείο Καζαντζάκη και Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2021. 

Τ. Κ. Παπατσώνης: Το κριτικό και δοκιμιακό έργο του, Εθνική Βιβλιοθήκη 2019 (επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης). 
Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης, Κ. Θ. Δημαράς / Φίλιππος Ηλιού, ΜΙΕΤ, 2020.

Καλά διαβάσματα!

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Αλήθεια, πότε ανοίγουν οι βιβλιοθήκες;


Ρητορικό το ερώτημα του τίτλου. 

Άνοιξαν τα κομμωτήρια από νωρίς, και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι καφετέριες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν οι ταβέρνες και καλά έκαναν!

Άνοιξαν τα σχολεία και άριστα έκαναν!

Τέρμα τα κλικ μέσα έξω για τα καταστήματα, επιτέλους! Μαζί και τα βιβλιοπωλεία, επιτέλους!

Ανοίγουν σύντομα τα μουσεία, σε λίγο οι θερινοί κινηματογράφοι, η ζωή "επανέρχεται", λένε, στα κανονικά της (ας πούμε) ... 

Όμως, ούτε μια ανακοίνωση για τις βιβλιοθήκες, μια αναφορά έστω. Τι γίνεται με τις βιβλιοθήκες αλήθεια; Ανοίγουν με τα καταστήματα, ανοίγουν με τα κομμωτήρια, ανοίγουν με τα μουσεία, ανοίγουν αφού εμβολιαστεί όλος ο πληθυσμός, ανοίγουν μετά το καλοκαίρι; Δεν υπάρχουν; Δεν μας ενδιαφέρουν γιατί δεν ανήκουν στην περιλάλητη "βαριά βιομηχανία" μας;  

Προφανώς δεν μας λείπουν, τουλάχιστον έτσι κρίνουν οι αρμόδιοι κι έτσι καλλιεργείται. Αρκετές βιβλιοθήκες, κυρίως ακαδημαϊκές αλλά και ειδικές και δημοτικές και άλλες βρήκαν τρόπους να απευθύνονται όλο αυτό τον καιρό στους χρήστες τους, να εξυπηρετούν με υπηρεσίες "επιτρεπόμενες", π.χ. ηλεκτρονικές (είχα  γράψει λίγα πριν από ένα χρόνο εδώ και ξανά φέτος εδώ). Βέβαια, το κενό δεν αναπληρώθηκε, ιδίως στις ανάγκες που καλύπτουν κυρίως οι δημοτικές και δημόσιες βιβλιοθήκες (καθόλου τυχαία που στη γλώσσα μας τις λέμε λαϊκές βιβλιοθήκες). Θ' ανοίξουν, θα λειτουργήσουν με μέτρα προστασίας, αυτό είναι σίγουρο, όπως, δυστυχώς, είναι σίγουρο ότι δεν ξεμπερδέψαμε από την πανδημία και χρειάζεται προσοχή, εγρήγορση και δύναμη. Όμως, ούτε μια αναφορά, μια νύξη, κάτι να μαρτυρά ότι και οι βιβλιοθήκες είναι πυλώνας της άλλης "βαριάς βιομηχανίας" μας, όπως κάθε τόπου και κάθε λαού, του πολιτισμού μας;

"Διότι (πάλιν το λέγω) μην ελπίση ποτέ καμμία πόλις να προχωρήση μακράν εις την σοφίαν, και αν ήθελεν έχει Αριστοτέλεις και Πλάτωνας παραδότας της σοφίας, αν δεν έχη βιβλιοθήκην πολύβιβλον".*

 
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
* αντιγραφή από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών του 1932 με τον τίτλο "Αδαμαντίου Κοραή Χρυσά Έπη" (ενότητα "Παιδεία", κεφάλαιο "Αι βιβλιοθήκαι", σελ. 153).

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Σας αρέσει ο Μπραμς;

"Σας αρέσει ο Μπραμς", της Μάρως Δούκα με την Κάτια Γέρου

Έλεγε ο πατέρας: Η τέχνη είναι σαν ψωμί, τόσο την έχουμε ανάγκη. Μικρή τον πίστευα. Έπειτα δεν μπορούσα να τον πιστεύω. Τον έβλεπα και τον λυπόμουνα. Μετά τον μισώ... Τώρα, δεν ξέρω. Όχι, δεν μου χρειάζεται η τέχνη. Καμιά τέχνη. Πονάω πολύ βλέπω φιλμ. Και τραγούδια πονάνε. Μπορώ μόνο ακούω μουσική. Πατέρας αγαπούσε Ρίχτερ. Εγώ αγαπάω Γκλεν Γκουλντ. Έχεις ακούσει; Μπαλάντες και ραψωδίες του Μπραμς... Το βλέπω στο βλέμμα σου. Αλλοδαπή πουτάνα και ακούσει Μπραμς; Οκέι, τώρα δεν ακούω. Ξέρω όμως ότι μπορώ να ακούω. Τον είχα ζητήσει στη δεύτερη εγκυμοσύνη. Η κυρία (μιμείται:) πο, πο... τι χαρά, το παιδί μας ακούει Μπραμς! Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα Φρανσουάζ Σαγκάν, έπειτα φίλμ με αγαπημένη ηθοποιό...

 


 

Σας αρέσει ο Μπραμς; Μυθιστόρημα από Φρανσουάζ Σαγκάν το 1959 (Ζαχαρόπουλος, 1995 και νεότερο από εκδόσεις Αγγελάκη, 2018),

 

 

 

κι έπειτα το φιλμ "Σας αρέσει ο Μπραμς;" με αγαπημένη ηθοποιό, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η εξαιρετική ταινία του Ανατόλ Λίτβακ, ασπρόμαυρη γαλλική, Παρίσι, 1961, με Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ιβ Μοντάν, Άντονι Πέρκινς, Μισέλ Μερσιέ, Γιούλ Μπρίνερ, Ζαν Πιέρ Κασέλ.

 
 

Κι ύστερα, μετά τη δεκαετία του '90, ο μονόλογος "Σας αρέσει ο Μπράμς;" της Μάρως Δούκα, για τα κορίτσια που ήρθαν στην Ελλάδα να βρουν καλύτερη τύχη, που αγαπούσαν κάποτε τον Μπραμς, που αν και δεν τον ακούνε τώρα πια, ξέρουν ότι μπορούν να τον ακούσουν

Με βλέπεις και βλέπω τη λύπη στα μάτια σου. Εσύ τι βλέπεις στα μάτια μου; Πρόσεξέ την, εκεί. (Δείχνει προς τη μεριά του κοινού:) Ρωσίδα. Βλέπεις ομορφιά; Σε δυο τρία χρόνια θα είναι αγνώριστη. Και η Μολδαβή θα είναι αγνώριστη και η Βουλγάρα. Σπάει νωρίς η γυναίκα… Αν δεν ήμουνα αυτή, όχι μπλε μάτια, δε θα με διαλέγανε μάνα στα παιδιά τους. Όχι μάνα... Ζώο που γεννάει, κι ύστερα παίρνει η άλλη το παιδί αγκαλιά. 

Αν τα θυμάμαι τα παιδιά μου; (Παύση)*

Κι ύστερα, το ίδιο, στην ομότιτλη παράσταση της Ομάδας Τέχνης το 2000, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, με την Κάτια Γέρου στον τραγικό μονόλογο της γυναίκας από τη Ρωσία που άκουγε κάποτε και που ακόμη θα μπορούσε ν' ακούει Μπραμς.

Κοινό σημείο σε όλα τα παραπάνω έργα η τρίτη συμφωνία του Μπραμς. Εδώ, με τη Φιλαρμονική της Βιέννης και τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.


Επειδή όμως, από τον Μπραμς, αγαπάμε και τους Ουγγρικούς χορούς, ας τους ακούσουμε εδώ 


 και μπορείτε ν' απομονώσετε στο 47:37 τον χορό αρ.21.

Πάλι, τον ίδιο χορό, γιατί όχι και στην εκδοχή με μπουζούκι, όπως τον εμπνεύστηκε ο δικός μας Θανάσης Πολυκανδριώτης;**


Ο Γιοχάνες Μπραμς γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από πολλά χρόνια στο Αμβούργο (7 Μαϊου 1833 – 3 Απριλίου 1897).

Και ναι, μας αρέσει ο Μπραμς!

 -----------------------------------------------------------

 

 * Τα αποσπάσματα του πεζογραφήματος "Σας αρέσει ο Μπράμς" της Μάρως Δούκα είναι από τη συλλογή "γιατί εμένα η ψυχή μου" (Πατάκης, 2012). Το ίδιο περιέχεται στον συλλογικό τόμο με τρεις θεατρικούς μονόλογους "Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν" των Μάνου Ελευθερίου, Μάρως Δούκα και Μένη Κουμανταρέα αντίστοιχα (Κέδρος, 2007). 

 

 

 

 

 ** Πληροφορίες εδώ: https://www.ogdoo.gr/apopseis/kostas-mpalaxoytis/exeis-akoysei-brahms-me-bouzoyki.


Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Λαμπριάτικες μνήμες


Το βράδυ της Ανάστασης μας έβαζε η μάνα μας για ύπνο από νωρίς και μας ξυπνούσε δώδεκα παρά για να πάμε στην εκκλησία. Ο πατέρας μας δεν ερχόταν, τον ξυπνούσαμε στο γυρισμό για να πάει να μεταλάβει, κομμουνιστής αλλά Χριστούγεννα και Πάσχα  πήγαινε να μεταλάβει, αυτή τη σχέση του με την εκκλησία την κρατούσε, σαν έθιμο, σαν τάμα, ποιος ξέρει. Μερικές φορές έμενα κι εγώ στην εκκλησία γιατί μου άρεσαν οι ψαλμοί εκείνου του μέρους, κυρίως ο τραγουδιστός ψαλμός (έτσι μου φαινόταν) "Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν..." Ύστερα τρώγαμε, απαραίτητα, πέρα από αυγά και καλιτσούνια, τα πόδια και κοιλιδάκια τυλιγμένα με έντερα αυγολέμονο (αυτό λέγαμε μαγειρίτσα, πολύ αργότερα έμαθα ποια είναι η πραγματική μαγειρίτσα) και σκωταριά τηγανητή.

Την άλλη μέρα κάπου πηγαίναμε να κάνουμε Πάσχα μαζί με συγγενείς και φίλους. Πότε πηγαίναμε στον αδελφό του πατέρα μου, στο θείο Γιώργο,  στον Καλυκά, μια περιοχή μετά τον Κουμπέ και πριν τη Σούδα, είχε εξοχή, αγαπημένος θείος (χωροφύλακας, όταν όμως αναμένονταν φασαρίες, ειδοποιούσε τον πατέρα μου να μην κατεβεί στη συγκέντρωση που προγραμμάτιζε η ΕΔΑ, δεκαετία του '60, ε και τότε τα χάλαγαν για λίγο αλλά πάλι αγαπίζανε), ο θείος πάντα σούβλιζε αρνί, μαζευόμασταν κάμποσοι, αυτός είχε πέντε παιδιά, τρία είμασταν εμείς και οι μεγάλοι, έρχονταν κι άλλοι θείοι και ξαδέρφια, ήταν όμορφα. 

Άλλες φορές, πηγαίναμε στην Αγιά Μαρίνα, στους κουμπάρους, το Γιάννη και την Πολύμια (θυμάμαι το γάμο τους, παιδάκι εγώ, ο πατέρας μου τους πάντρεψε, η Πολύμια λιποθύμισε στο γάμο από στενοχώρα, όχι για το γαμπρό που έπαιρνε μα γιατί άφηνε το πατρικό της, οι νύφες, λέγανε τότε, πρέπει να κλαίνε στο γάμο τους, να δείχνουν πόσο στενοχωρούνται που αποχωρίζονται τους γονείς, τι παράξενα έθιμα κι αυτά...). Εκεί, μας περίμεναν τα τεράστια καλιτσούνια στο κοφίνι, ακόμη έχω τη γεύση τους στο στόμα. Η Αγιά Μαρίνα σήμερα είναι αγνώριστη, δυσκολεύομαι να εντοπίσω το μονοπάτι που ανηφορίζαμε από τον κεντρικό δρόμο που μας άφηνε το λεωφορείο για ν' ανεβούμε στο σπίτι τους. Γιατί βέβαια όλες εκείνες οι διαδρομές γίνονταν με το λεωφορείο, αυτοκίνητο αποκτήσαμε το 1975, πρώτα είχαμε ποδήλατο, ύστερα βέσπα μέχρι να καταφτάσει το ιστορικό Ρενώ 4.


Κάποιες φορές πηγαίναμε στο Νίππος, στο χωριό του πατέρα μου. Η φωτογραφία είναι από το 1976, το σπίτι ήταν χάλαρο τότε, τώρα το έχω αποκαταστήσει και έχει γίνει πλέον το σπίτι μου στο χωριό. Στην αγκαλιά μου έχω τη φιλιότσα μου τη Μαρία, μεγάλη τώρα, ζει στην Αμερική. Δεξιά, το γεροντάκι που κοιτάζει το φακό είναι ο θείος Λευτέρης, ο Τσουρολευτέρης, σπουδαίος άνθρωπος όσο τον θυμάμαι, είχε κάνει στη Μικρασιατική εκστρατεία, πόσο λυπάμαι που τότε δεν τον ρωτήσαμε πράγματα, μόνο θυμάμαι που έλεγε πως είχαν γεμίσει ψείρες...

Τη μεγαλοβδομάδα νηστεύαμε, τουλάχιστον στα φανερά. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τ' αυγά, την ίδια μέρα ξεκινούσε η μάνα μας τις κουλούρες, μεγάλη διαδικασία, ποτέ δεν την αφομοίωσα, τα κουλούρια τα έφτιαχνε νωρίτερα, ενώ το Σάββατο φτιάχναμε τα καλιτσούνια, δηλαδή έφτιαχναν η μάνα μου με τις γειτόνισσες για βοήθεια και με τη γιαγιά από κοντά, την Κουκουβιτομαρία. Τότε, βέβαια, δεν είχαμε φούρνο στο σπίτι, οπότε παίρναμε τις λαμαρίνες από το φούρνο, μέχρι το '67 που μέναμε στη Νέα Χώρα πηγαίναμε τα καλιτσούνια ή στο φούρνο του Κουκλάκη ή στο φούρνο του Μπάτση που ήταν πιο σύγχρονος, ήταν "γερμανικός"! Το πηγαινέλα των λαμαρινών ήταν δουλειά των παιδιών, κυρίως δική μου που ήμουν η "μεγάλη". Όταν έφταναν στο σπίτι τα καλιτσούνια, η γιαγιά μου δοκίμαζε, και στο δάγκωμα του κάτω χείλους της κόρης της, είχε την απάντηση έτοιμη: "Μα ο Χριστός αναστήθηκε το μεσημέρι"! Αργότερα έμαθα ότι και οι Κερκυραίοι τον ανασταίνουν μεσημέρι το Χριστό. Λέτε οι Βενετοί να είχαν βάλει το χεράκι τους; 

Καλή Ανάσταση, λοιπόν, και του χρόνου αλλιώς, καλύτερη, να ηχήσουν τα σήμαντρα χαρούμενα όταν φτάνουν, όπως λέει ο ποιητής,

Απ' τα χείλη των παιδιών

απ' την άγνοια των χελιδονιών

απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής

απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες

των ταπεινών σπιτιών.

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή...


Σα σήμερα, θυμούμαι που όλο το χωριό μαζί με τον Επιτάφιο θα πήγαινε στον Άγιο Θανάση, το νεκροταφείο, η μάνα μου θα 'δινε στον παπά το χαρτάκι με την "αίτηση" να μνημονέψει τους πεθαμένους, Μανούσου συβίας και των τέκνων, Αλέκου γονέων και αδελφών, Κώστα και των γονέων... Παλιότερα, στεκόταν ο Επιτάφιος πάνω σε κάθε τάφο, με τα χρόνια, γέρασε κι ο παπάς, όλοι γεράσανε και δεν αντέχανε να περιμένουν τη σειρά τους, κι έτσι ο παπάς στέκεται μπροστά στο εκκλησάκι και διαβάζει τα χαρτάκια από κει. Ύστερα, γυρίζαμε στο σπίτι, είχα ετοιμάσει τα εδέσματα της μέρας, χοχλιούς, χταποδάκι στο ξίδι, φάβα, βραστές πατάτες, σαλάτες, ελιές...

 


Νωρίτερα, στην εκκλησία, κορίτσια του χωριού ντυμένα στα μαύρα, οι Μυροφόρες, στέκονταν γύρω από τον Επιτάφιο. Τα εγκώμια θα τα 'ψαλλε η παπαδιά, από κοντά κι ο Νιππιανός δάσκαλος ο Βαγγέλης ο Κακάτσης. 

Αυτά, τα τελευταία χρόνια στο Νίππος του Αποκόρωνα. Όταν ήμουν παιδί αλλά κι αργότερα, στα Χανιά πάντα, γυρίζαμε όλους τους επιτάφιους μέσα στην πόλη, Άγιο Νικόλαο, Αγίους Αναργύρους, Αγία Αικατερίνη, Τριμάρτυρη. Τελευταία αφήναμε τη Φράγκικη εκκλησία, εκεί ο Επιτάφιος ήταν ξεχωριστός, διαφορετικός από τους δικούς μας, ωραίες μυρωδιές, ωραίοι ήχοι, γαλήνευαν οι ψυχές μας.

Μια χρονιά, δεν θυμούμαι ποια, ήμουν πάντως στο δημοτικό και μέναμε στη Νέα Χώρα, ο ψάλτης του Αγίου Κωνσταντίνου μάζεψε μερικά παιδιά από το σχολείο της συνοικίας να πούμε τα εγκώμια, μαζί κι εγώ. Κάναμε πολλές πρόβες, είχε κανονιστεί μια μαθήτρια να πει το "Ω γλυκύ μου έαρ", όχι εγώ βέβαια. Τη Μεγάλη Παρασκευή, βάλαμε τα καλά μας, πήγαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, ανεβήκαμε στο γυναικωνίτη απ' όπου θα ψέλναμε τα εγκώμια, και αρχίσαμε. 

Στάσις πρώτη:

Η ζωή εν τάφω, κατετέθης Χριστέ και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο...

..........

Στάσις δευτέρα:

Άξιον εστι, μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην, ...

......................

Στάσις τρίτη:

Αι γενεαί πάσαι, ύμνον την ταφή σου...

Κι όταν φτάναμε στο "Ω γλυκύ μου έαρ", πριν ακόμη ανοίξει το στόμα της η καλλίφωνη συμμαθήτρια, αντήχησε ένα τεράστιο ΩΩΩΩΩΩ σε όλη την εκκλησία, μάλλον παράφωνο, πάντως απρόσμενο ακόμη κι από μένα που ήμουν η ένοχη, που το φώναξα παρασυρμένη από την ευφορία της μέχρι τότε συλλογικής ψαλμωδίας μας. Και με το στόμα ανοιχτό ακόμη στο τεράστιο Ω, αντίκρυσα απέναντί μου το βλοσυρό βλέμμα του ψάλτη, τι μου 'κανες ήθελε να φωνάξει εκείνη την ώρα. Μούδιασα, μαζεύτηκα, να μπορούσε ν' ανοίξει η γης να με καταπιεί, δεν θυμάμαι τη συνέχεια, πάντως σ' εκείνη τη χορωδία δεν ξαναπήγα.

Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ’άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ητανε Μεγάλη
Παρασκευή...

Αυτά τα λόγια του Νίκου Γκάτσου σιγοτραγουδώ τη φετινή Μεγάλη Παρασκευή παρέα με τη θεία φωνή της Βίκυς Μοσχολιού πάνω στη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου.


Κι ύστερα ακούω τον σπαρακτικό θρήνο της μάνας που κλαίει για τον χαμό του γιού της,  στο Stabat Mater, με την αξεπέραστη Ειρήνη Παπά.

Ποιος ξέρει πώς θα είναι η επόμενη Μεγάλη Παρασκευή...

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Το βιβλίο, του Άρη Αλεξάνδρου

Είχανε ξεχάσει ποιο είταν το βιβλίο
συμφωνούσαν όμως όλοι πως το διάβαζε την ώρα που μπήκαν
   στην ακτίνα
μ’ έναν μακρύ κατάλογο.
Διάβαζε κι όταν έγινε σιωπή κ’ οι αρβύλες των φυλάκων
ηχούσαν στο προαύλιο σαν τα χώματα που πέφτουν πάνω στην
   νεκρόκασα.
Διάβαζε κι όταν πέρναγαν έναν-έναν τους θαλάμους κι ακουγόν-
   τουσαν ξερά επίθετα κι ονόματα
και το πατρώνυμο στο τέλος
                                 χαριστική βολή.
Σε ποιο σπίτι σε τί δέντρα να τον είχε παρασύρει το βιβλίο
σε ποιο βράχο να ’χε κάτσει με τα γυμνά του πόδια μες στον
   αφρό της θάλασσας
δεν ήξερε κανένας να μου πει.
Μόνο πως όταν τον διακόψαν
το ’κλεισε με παράπονο κ’ είπε πως είταν όμορφο
κρίμα που δεν του ’μεινε καιρός να το τελειώσει.

Θα προσπαθήσω να το βρω εκείνο το βιβλίο.
Θα τ’ ανοίξω στην τσακισμένη του σελίδα
και
    αν αξιωθώ
               θα το διαβάσω ως το τέλος.


Το ποίημα "Το βιβλίο" του Άρη Αλεξάνδρου είναι από τη συλλογή "Ευθύτης οδών". Το αντέγραψα από τον συλλογικό τόμο Ποιήματα (1941-1974) (Ύψιλον/βιβλία, 1991).

Για τη μέρα του βιβλίου που ήταν χθες...

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Σαν σήμερα

Σαν σήμερα, πέντε γλώσσες επικοινωνίας των ανθρώπων έχασαν πέντε σπουδαία τέκνα τους. Αυτός σκέφτηκα να ήταν ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης, αληθινά παράξενος, όμως δεν θα μπορούσα με άλλο σύντομο και περιεκτικό τρόπο να περιγράψω το "σαν σήμερα έφυγαν" της 29ης Μαρτίου. Σαν σήμερα, λοιπόν, έφυγαν ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, ο μουσικός Καρλ Ορφ (Carl Orff), ο ζωγράφος Ζωρζ Σερά (George Seurat) και ο ορολόγος Ευγένιος Βίστερ (Eugene Wüster). Υπηρέτησαν και οι πέντε από το δικό τους μετερίζι μια γλώσσα επικοινωνίας των ανθρώπων. Γιατί, τι άλλο από γλώσσα επικοινωνίας είναι το θέατρο, η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική και φυσικά η ορολογία.

Ξεκινώντας από τα τέσσερα πρώτα, τις τέχνες, καθεμιά είναι κάτι σαν γλώσσα μέσα στη γλώσσα που γνωρίζουμε και μιλούμε, αποτελούν συστήματα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων χρησιμοποιώντας τους δικούς τους ιδιαίτερους κώδικες: το σώμα, τη φωνή, τις νότες, τον ρυθμό, την εικόνα, το χρώμα, και πάλι τον ρυθμό, τον ελλειπτικό λόγο, γλώσσες όλες που δύσκολο καμιά φορά να μεταφραστούν σε λόγια της φυσικής γλώσσας. Κι όμως, οι κώδικες αυτοί είναι και κωδικοί που άμα τους ξεκλειδώσεις γίνονται βάλσαμο στα μάτια, στο νου και στην ψυχή. Και βέβαια, η Ορολογία, ως επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τους όρους, δηλαδή με τους κώδικες επικοινωνίας σε ένα ειδικό θεματικό πεδίο, έχει ως κατεξοχήν σκοπό την περιγραφή και κατανόηση, εντέλει την επικοινωνία.
 
Παρακάτω, προτείνω κάποια, ενδεικτικά μόνο, έργα των παραπάνω, επιλέγοντας από αυτά που βρίσκονται στο σπίτι μου.
 
 
Ιάκωβος Καμπανέλλης (2 Δεκεμβρίου 1921 - 29 Μαρτίου 2011)
 
Επέλεξα ένα κομμάτι που μ' αρέσει πολύ από το θεατρικό έργο του 1963  Η γειτονιά των αγγέλων, "Το ψωμί είναι πάνω στο τραπέζι", όπου, μάλιστα, τους στίχους έγραψε ο ίδιος ο Καμπανέλλης.



Το ψωμί είναι στο τραπέζι
το νερό είναι στο σταμνί
το σταμνί στο σκαλοπάτι
δώσε του ληστή να πιει

Το ψωμί είναι στο τραπέζι
το νερό είναι στο σταμνί
το σταμνί στο σκαλοπάτι
δώσε του Χριστού να πιει

Δώσε μάνα του διαβάτη
του Χριστού και του ληστή
δώσε μάνα να χορτάσει
δωσ’ του αγάπη μου να πιει

 

Μίλτος Σαχτούρης  ( 29 Ιουλίου 1919 – 29 Μαρτίου 2005)

Από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς ποιητές μας, επηρεασμένος από τον υπερρεαλισμό αλλά με δικό του ξεχωριστό ύφος. Έχω την έκδοση Ποιήματα 1980-1998 (Κέδρος, 2001) που μου είχε χαρίσει το 2002 στη γιορτή μου η αγαπημένη Άννα Σολωμού (έχω γράψει τόσα γι' αυτήν). Εδώ περιέχονται οι ποιητικές συλλογές "Χρωμοτραύματα" (1980), "Εκτοπλάσματα" (1986), "Καταβύθιση" (1990), "Έκτοτε" (1996) και "Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια" (1998). Σε μια σημείωσή μου, σ' ένα περιθώριο του βιβλίου, βρίσκω πως είχε δηλώσει ο ίδιος ότι η συλλογή "Με το πρόσωπο στον τοίχο" ήταν το καλύτερό του έργο (είχε εκδοθεί το 1952).

Αντιγράφω το ποίημα Η αγρύπνια από την τελευταία συλλογή του βιβλίου, αφιερωμένη στη Γιάννα (υποθέτω πως πρόκειται για τη σύντροφό του και ζωγράφο Γιάννα Περσάκη).

Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.

 

Carl Orff  (10 Ιουλίου 1895 – 29 Μαρτίου 1982)

Τον γνωρίσαμε από τα Κάρμπινα Μπουράνα στη σύγχρονη διασκευή τους, περισσότερο ως το σήμα κατατεθέν των μεγάλων συγκεντρώσεων του Ανδρέα Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του '80. (Έχει ενδιαφέρον ένα σχετικό άρθρο εδώ).  Στην πραγματικότητα, βέβαια, πρόκειται για πολύ παλιά ποιήματα, χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα, μερικά δε είχαν και νότες, ήταν δηλαδή τραγούδια. Εγώ τα γνώρισα το μακρινό 1982 σε μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο Blackwell στην Οξφόρδη. Βρήκα σ' ένα πάγκο τον δίσκο βινυλίου, τον άκουσα και τον αγόρασα. 

Ο δίσκος βινυλίου με τα Κάρμινα Μπουράνα στην αρχική (μεσαιωνική) έκδοσή τους

Έχω πάντως και τα σύγχρονα Κάρμπινα Μπουράνα, την Καντάτα του Ορφ, με την  Ευρωπαϊκή Φιλαρμονική Ορχήστρα και μαέστρο τον Hymisher Greenburg. Ή αν θέλετε να την ακούσετε από το Διαδίκτυο, θα διάλεγα την εκτέλεση από τη Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια (εδώ).

 

 


George-Pierre Seurat (2 Δεκεμβρίου 1859 – 29 Μαρτίου 1891)

Γάλλος μετα-ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος, ο εισηγητής του πουαντιγισμού (στιγματογραφία). Οι κολυμβητές στην Asnières είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του. Βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.

 

George-Pierre Seurat. Κολυμβητές στην Asnières, 1884

Eugene Wüster   (10 Οκτωβρίου 1898 – 29 Μαρτίου 1977)

Γεννημένος στην Αυστρία, θεμελιωτής της Ορολογίας ως ξεχωριστού επιστημονικού κλάδου, διατύπωσε τη Γενική Θεωρία της Ορολογίας, εργάστηκε για την Τυποποίηση στην ορολογία και την ανασύσταση της σχετικής σχετικής Τεχνικής Επιτροπής TC 37 του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης ISO, καθώς επίσης με τη λεξικογραφία, την ταξινόμηση και άλλα θέματα σχετικά με τη διαχείριση των πληροφοριών. Ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός και εργοστασιάρχης, αφού διηύθυνε την οικογενειακή μονάδα κατασκευής εργαλειομηχανών, κληρονομιά από τον πατέρα του. Άφησε τεράστιο θεωρητικό έργο που μέχρι σήμερα, και παρά τις εξελίξεις και τα συμπληρωματικά ερευνητικά και πρακτικά ευρήματα,  αποτελεί πηγή και βάση για κάθε μελέτη και έργο ορολογίας.
 
Στην παρακάτω εικόνα φαίνεται απόσπασμα από το αγγλογαλλικό τεχνικό λεξικό με τίτλο "The machine tool : an interlingual dictionary of basic concepts comprising an alphabetical dictionary and a classified vocabulary with definitions and illustrations" (1968).

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Να είμεθα όλοι ίσοι, ελεύθεροι και σίγουροι εις την ζωήν μας και όλοι να ηξεύρουν γράμματα, αυτά είναι τα δίκαια του ανθρώπου

  

Ο λαός, απόγονος των Ελλήνων, οπού κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας Μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν, και όλοι όσοι στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού, ή εβιάσθησαν να φύγουν εις ξένα βασίλεια, διά να γλιτώσουν από τον δυσβάστακτον και βαρύν αυτού ζυγόν, όλοι, λέγω, Χριστιανοί και Τούρκοι, χωρίς κανένα ξεχωρισμόν θρησκείας (επειδή όλοι πλάσματα Θεού είναι και τέκνα του πρωτοπλάστου), στοχαζόμενοι ότι ο Τύραννος, ονομαζόμενος Σουλτάνος, κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς ορέξεις του, επερικυκλώθη από ευνούχους και αιμοβόρους αμαθεστάτους αυλικούς, ελησμόνησε και κατεφρόνησε την ανθρωπότητα, εσκληρύνθη η καρδία του κατά της αθωότητος, και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδελυράν αναρχίαν, τόσον, ώστε κανένας, οποιασδήποτε τάξεως και θρησκείας, δεν είναι σίγουρος μήτε διά την ζωήν του, μήτε διά την τιμήν του, μήτε διά τα υποστατικά του.

 Έτσι ξεκινά η επαναστατική προκήρυξη του Ρήγα που συνέταξε το 1797 και αποτελεί ένα από τα εμπνευσμένα επαναστατικά κείμενα του «Ρήγα του Φιλοπάτριδος», όπως υπέγραφε στη σχετική έκδοση που κυκλοφόρησε κείνη τη χρονιά στη Βιέννη με τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των Κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των Νόμων – ελευθερία, ισοτιμία, αδελφότης – και της Πατρίδος».

Σαφώς επηρεασμένος από τα κελεύσματα των πρωτεργατών της Γαλλικής Επανάστασης, προτρέπει "να μην αφεθώσιν ουδέποτε να καταπατώνται ως σκλάβοι εις το εξής από την απάνθρωπον τυραννίαν".

Αντιγράφω παρακάτω μερικά άρθρα από το κείμενο "Τα Δίκαια του ανθρώπου", ενδεικτικά μόνο του πνεύματος ελευθερίας και δικαίου από το οποίο διακατέχεται ο Ρήγας, κηρύσσοντας την "δημοσία φανέρωσι των πολυτίμων ΔΙΚΑΙΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ και του ελευθέρου κατοίκου του βασιλείου".

Τα Δίκαια του Ανθρώπου (αποσπάσματα)

Άρθρον 1. – Ο σκοπός οπού απ' αρχής κόσμου οι άνθρωποι εσυμμαζώχθησαν από τα δάση την πρώτην φοράν, δια να κατοικήσουν όλοι μαζί, κτίζοντες χώρας και πόλεις, είναι δια να συμβοηθώνται και να ζώσιν ευτυχισμένοι, και όχι να συναντιτρώγονται ή να ρουφά το αίμα τους ένας.

Τότε έκαμαν βασιλέα δια να αγρυπνή εις τα συμφέροντά των, δια να είναι βέβαιοι εις την απόλαυσιν των φυσικών δικαίων, τα οποία δεν έχει την άδειαν να τους τα αφαιρέση κανένας επί της γης.

Άρθρον 2. – Αυτά τα Φυσικά Δίκαια είναι: πρώτον, το να είμεθα όλοι ίσοι και όχι ο ένας ανώτερος από τον άλλον· δεύτερον, να είμεθα ελεύθεροι και όχι ο ένας σκλάβος του αλλουνού· τρίτον, να είμεθα σίγουροι εις την ζωήν μας, και κανένας να μην ημπορή να μας την πάρη αδίκως και κατά την φαντασίαν· και τέταρτον, τα κτήματα οπού έχομεν κανένας να μην ημπορή να μας εγγίζη, αλλ' είναι ιδικά μας και των κληρονόμων μας.

Άρθρον 3. – Όλοι οι άνθρωποι, Χριστιανοί και Τούρκοι, κατά φυσικόν λόγον είναι ίσοι. Όταν πταίση τινάς, οποιασδήποτε καταστάσεως, ο Νόμος είναι ο αυτός δια το πταίσμα και αμετάβλητος· ήγουν δεν παιδεύεται ο πλούσιος ολιγώτερον και ο πτωχός περισσότερον δια το αυτό σφάλμα, αλλ' ίσια-ίσια.

................

Άρθρον 6. – Η Ελευθερία είναι εκείνη η δύναμις οπού έχει ο άνθρωπος εις το να κάμη όλον εκείνο, οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια των γειτόνων του. Αυτή έχει ως θεμέλιον την φύσιν, διατί φυσικά αγαπώμεν να είμεθα ελεύθεροι· έχει ως κανόνα την δικαιοσύνην, διατί η δικαία ελευθερία είναι καλή· έχει ως φύλακα τον Νόμον, διατί αυτός προσδιορίζει, έως πού πρέπει να είμεθα ελεύθεροι. Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν: Μην κάμης εις τον άλλο εκείνο οπού δεν θέλης να σε κάμουν

....................

Άρθρον 20.Κάθε δόσιμο έχει να γίνεται μόνο για το δημόσιο όφελος και όχι για αρπαγές του ενός και του άλλου. Όλοι οι υπήκοοι έχουν το δίκαιο να συντρέξουν στη φορολογία (στο ρίψιμο του τεφτεριού), να αγρυπνούν στο σύναγμα των δοσιμάτων και να παίρνουν λογαριασμό απ’ εκείνον όπου τα σύναξε.

........................

Άρθρον 22. – Όλοι, χωρίς εξαίρεσιν, έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η Πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη. Να εξηγούνται οι παλαιοί ιστορικοί συγγραφείς· εις δε τας μεγάλας πόλεις να παραδίδεται η γαλλική και η ιταλική γλώσσα· η δε ελληνική να είναι απαραίτητος.

.................................

Άρθρον 35.Όταν η διοίκηση βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμνει τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάσταση, ν’ αρπάξει τ’ άρματα και να τιμωρήσει τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο απ’ όλα τα χρέη του. Αν βρίσκονται όμως σε τόπο όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώτες και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, μέχρι να ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνει ο αριθμός τους, και τότε ν’ αρχίσουν την επιδρομή κατά των τυράννων, ορίζοντες για κάθε δέκα ανθρώπους ένα δέκαρχο, για κάθε πενήντα πεντηκόνταρχο, για κάθε εκατό εκατόνταρχο˙ ο χιλίαρχος να έχει δέκα εκατοντάρχους και ο στρατηγός τρεις χιλίαρχους˙ ο δε αρχιστράτηγος πολλούς στρατηγούς. Τα χρέη των πόλεων, των πολιτειών, των χωρών και των κατά μέρος πολιτών τα οποία χρωστούνε ληφθέντα προ πέντε χρόνων, και σε αυτό το διάστημα πληρωνόταν ο τόκος στους δανειστές, η παρούσα διοίκηση τα αναιρεί, και οι δανειστές δεν έχουν να ζητούν εις το έξης ούτε κεφάλαιο ούτε υπόλοιπα από τους οφειλέτες, ωσάν να εξοφλήθηκαν τα δάνεια τους, γιατί αυτοί διπλασιάζουν τα κεφάλαια τους μες σε πέντε χρόνια.

Μέρος από τα "Δίκαια του ανθρώπου"

 ..................................................................................................................................

Σημειώσεις

1. Η πρώτη εικόνα είναι από το βιβλίο (απ΄ όπου και τα κείμενα που παραθέτω μεταγράφοντάς τα στο μονοτονικό) "Ρήγα Βελεστινλή. Απάνθισμα κειμένων" που κυκλοφόρησε η Βουλή των Ελλήνων το 1998 με επιλογή των κειμένων από τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη. Έχει λεζάντα: Ο σπόρος της ελευθερίας ανθισμένος στο χέρι του Ρήγα. Ξυλογραφία του Σπύρου Βασιλείου στο βιβλίο του Άγι Θέρου, η Δρακογενιά, Αθήνα 1943. Συλλογή Ν. Γρηγοράκη. Στο βιβλίο, μεταξύ των άλλων περιέχονται η Επαναστατική Διακήρυξη, Τα Δίκαια του Ανθρώπου, ο Θούριος και "Ύμνος πατριωτικός της Ελλάδος και όλης της Γραικίας προς ξαναπόκτησιν της αυτών Ελευθερίας".

2. Το απόσπασμα στη δεύτερη εικόνα είναι από τα "Δίκαια του ανθρώπου". Ολόκληρο το κείμενο μαζί με την επαναστατική διακήρυξη δημοσιεύτηκαν το 1871 στο τεύχος 9 του περιοδικού Παρθενών.