Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Χανιά, 10 Οκτωβρίου 2012: Εικόνες συνύπαρξης

Ο Άγιος Νικόλαος στην Σπλάντζια, κάποτε και τζαμί
Περπατώντας στην πόλη, καταγράφω λίγες εικόνες, δείγματα ιστορικών στιγμών.

Η Φράγκικη εκκλησία, τόπος επίσκεψης για όλους τους Χανιώτες, ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα και στον Επιτάφιο
Κοινή η αυλή της φράγκικης εκκλησίας με το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης
Έχει έλθει κρουαζιερόπλοιο, μια επίσκεψη στους δικούς μας αγίους...
Ακριβώς απέναντι από την Φράγκικη δεσπόζει η Τριμάρτυρη, πολιούχος, γιορτάζει στις 21 Νοέμβρη, φέτος γιορτάζει και τα 150 χρόνια λειτουργίας της
Ο Άγιος Ρόκκος στη Σπλάντζια κτίστηκε από τους Ενετούς εποχή που μάστιζε η πανούκλα την πόλη

Ο ιστορικός πλάτανος στην πλατεία 1821 στη Σπλάντζια, εκεί κρέμασαν οι Τούρκοι τον επίσκοπο Μελχισεδέκ
Στα στενά του Κουμ Καπί
Η πύλη της άμμου και μέρος της ανατολικής τάφρου, μέχρι εδώ έφτανε η πόλη την εποχή των Ενετών από τη μεριά αυτή
Το κομμάτι του Κουμ Καπί έξω από την ανατολική τάφρο, εδώ που ζούσαν οι Χαλικούτηδες (Χαρίδημος Παπαδάκης, Οι Αφρικανοί στην Κρήτη: Χαλικούτες, 2008).
Το Γιαλί Τζαμισί και ο Φάρος στο βάθος


Στο Γιαλί Τζαμισί είχε έκθεση ζωγραφικής της Γερμανιδας ζωγράφου Rena Stollenwerk που ζει στα Χανιά. Όταν είδα ότι κατάγεται από το Duisburg, έσπευσα να της πω ότι στην πόλη αυτή ζει ο ξάδελφός μου Evangelos Koukouwitakis που επίσης είναι καλλιτέχνης. Και τότε μου είπε σε καλά ελληνικά: "Α, εγώ δεν ξέρω, ζω 25 χρόνια στην Ελλάδα, στο Duisburg πηγαίνω μόνο να δω τη μητέρα μου, τους φίλους μου, δεν γνωρίζω εκεί, εδώ είναι η πατρίδα μου". Και ο Βαγγέλης δεν γνωρίζει πολλούς στην Ελλάδα, παιδί μεταναστών, έφυγε πολύ μικρός στη Γερμανία, κι έμεινε.

Η Rena Stollenwerk ζει στο Γαλατά, κοντά στην περιοχή που ήταν το Γερμανικό Πουλί, οι μεγαλύτεροι το θυμόμαστε και οι ακόμη μεγαλύτεροι θυμούνται αυτούς που το έστησαν. Η απάντηση μου άρεσε, ήλθε την κατάλληλη στιγμή, με νωπή ακόμη την επίσκεψη της κυρίας Μέρκελ. 
Ένα από τα έργα της Rena Stollenwerk που εκτίθενται στο Γιαλί Τζαμισί

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Έκθεσις Ιδεών του Παύλου Μάτεσι και μνήμες από παλιά




Ιδέες και πρόσωπα εκθέτει ο Παύλος Μάτεσις στο “βραχέων κυματισμών και ελαφρών λογοτεχνικών ηθών” πόνημά του με τον συλλογικό τίτλο “Έκθεσις Ιδεών” (Καστανιώτης, 2006). Περιέχει κείμενα που πρωτοεμφανίστηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά την περίοδο 1985-2005. Με σαρκαστικό ύφος, ειρωνεία, πλούσια γλώσσα και με πολλές πληροφορίες παρουσιάζει καταστάσεις και κακοδαιμονίες κυρίως της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά με αναφορές και παραλληλισμούς με παλιότερες εποχές.

Στο κείμενο “Λογοκρισία και αγνωσία” αναφέρει περιπτώσεις “λογοκρισιακής βλακείας”, όπου απαγορεύονταν ολόκληρα έργα ή γινόταν παραποίηση του πρωτότυπου κειμένου ή του νοήματος. Έτσι, στην Αγγλία πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο απαγορεύτηκε ο Οιδίπους Τύραννος ως “έργο προσηλυτισμού εις αιμομειξίαν”, ενώ για 152 χρόνια (1681-1833) στην ίδια χώρα ο Βασιλιάς Λήρ παιζόταν με ... καλό τέλος (ούτε ο Λήρ πεθαίνει ούτε η Κορδήλια)!

Στο “Οφειλές της Κριτικής” δίνει παραδείγματα κριτικής από λογοτέχνες και καλλιτέχνες σε ομότεχνους (κακής κριτικής που έσταζε χολή, θα λέγαμε σήμερα). Ο Φώτος Πολίτης επιτίθεται στον Πιραντέλο ονομάζοντας το έργο του γελοίο και δείγμα του ευρωπαϊκού ξεπεσμού, ενώ αποκαλεί “κορύφωμα αηδίας” την ποίηση του Βάρναλη και “αρλούμπα” ένα ποίημα του Καβάφη. Αλλά εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι για τον Καβάφη έγραψε και ο Θεοτοκάς αρνητική κριτική (“ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής”), την ανασκεύασε όμως αργότερα δηλώνοντας ότι ήταν πολύ νέος τότε...

Στα “Εφήμερα” μας μιλά για τα εφήμερα, τα μικροσκοπικά ζωύφια που αναφέρει ο Ροϊδης για να υμνήσει “το αναγκαίο και το τραγικό του έρωτα” με παράθεση και φράσης του Αριστοτέλη: “ζή και πέτεται μέχρι δείλης [...] του ηλίου δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον” (το καταπληκτικό κείμενο του Εμμ. Ροίδη για τα εφήμερα, τα ζωύφια που ζουν μόνο μια μέρα και πεθαίνουν πάνω στον ερωτικό σπασμό πριν πιάσει νύχτα, βρίσκεται στη σελίδα του Σπουδαστήριου Νέου Ελληνισμού).

Συνεχίζοντας με τα κείμενα του Μάτεσι, στο “Έκθεσις Ιδεών” δίνει την εικόνα της βολεμένης μικροαστικής οικογένειας, με πλούσια γλώσσα και ανατριχιαστικές συχνά (σουρεαλιστικές) καταστάσεις (η κεντρική ιδέα μου θύμισε το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου “Για την αγάπη της Γεωμετρίας”). 'Ενα δείγμα του ύφους του Μάτεσι στο τελείωμα της Έκθεσης Ιδεών της αριστεύσασας μαθήτριας Στ' Δημοτικού σχολείου των Βορείων Προαστείων: “... και γενικώς τα ζωάκια έχουν γεννηθεί διά να υμνούν τον άνθρωπο που είναι ο αυτοκράτωρ των ζώων. Επιπλέον, άμα εκλείψουν τα ζωάκια, ποιον θα τρώμε, τον συνάνθρωπό μας; Και έτσι μας προφυλάσσουν από το αμάρτημα της ανθρωποφαγίας μετά χοληστερίνης, και συντείνουν να διατηρούμεθα καλοί Χριστιανοί με σιλουέτα, και να μη μας τρώνε οι κακοί Χριστιανοί και οι όμορες αντίχριστες ορδές αλλά να τους τρώμε εμείς. Και υστερογραφικώς, οφείλετε να είσθε ευτυχισμένες, διότι όποιον κάνει τσακωτόν το κράτος να δυστυχεί, τον εκτελεί. Μερσί.

Θα σταθώ όμως στο κείμενο “Η βόμβα και τα δώρα” που μ' έφερε στα γυμνασιακά μου χρόνια. Αναφερόμενος στην 6η Αυγούστου του 1945, τότε που έπεσε η βόμβα στη Χιροσίμα για να σημάνει (πρόφαση δηλαδή) το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και περιγράφει πολύ όμορφα (όσο όμορφη μπορεί να είναι εκείνη η εικόνα) την εικόνα της ζωής και των ανθρώπων στα χρόνια της Κατοχής και αργότερα με την αμερικάνικη βοήθεια. Γράφει ο Μάτεσις:

“... Δέματα της Ούνρα, με θεσπέσια αμερικανικά αποφόρια. Οι ήχοι, και ο ρυθμός των ήχων στην άσφαλτο, άλλαζαν. Μέχρι τότε, οι δρόμοι αντιβούιζαν από τα τσόκαρα. Με ανυποχώρητη φιλοκαλία, πίστη στη ζωή, περιφρονώντας τον ενδημούντα χάρο, όπως η γυναίκα εκείνη του Σολωμού που γέλασε κατάμουτρα στον πειρασμό, οι αστέρες της Κατοχής είχαν αποφασίσει να μείνουν κομψά ποδεμένες. Έπλεκαν με βελονάκι το απάνω του παπουτσιού, σχέδιο συχνά ξεσηκωμένο κατά τη “βόλτα” από κάποια πρωτοπόρο της μόδας. Ο τσαγκάρης αναλάμβανε να το προσαρμόσει “μοδέρνα”, αλλά και στέρεα, πάνω στο δρύινο, δολοφονικού βάρους πέλμα, με τακούνι απειλητικού ύψους για τον εξ ασιτίας μόνιμο ίλιγγο της κυρίας. Σαν ράπισμα προς την πείνα, ο δρόμος αντιλαλούσε με ήχους σαν από καστανιέτες κυκλώπειες. Καμιά φορά, ο ρυθμός κοβόταν άμουσα από οιμωγή: κάποια που είχε προκαλέσει τις Μοίρες με ύψος τακουνιού υπερβολικό για τους θρεφόμενους με πληγούρι και σταφίδα αστραγάλους της, είχε στραμπουλήξει το πόδι της...

Τι μου θύμισε ο Μάτεσις εδώ. Ήταν γύρω στο 1972, στη μόδα ήταν τότε τα τσόκαρα, με ψηλά χοντρά ξύλινα τακούνια, ξυλοπάπουτσα δηλαδή. Περπατούσαμε και αντηχούσαν στο δρόμο, παντού, πέφταμε κιόλας, ήταν βαρειά και δεν αντέχαμε πάντα να ... τα κουβαλάμε στα πόδια μας. Πήγαινα στο φροντιστήριο του Μπάτση στα Χανιά. Και μας έλεγε ο Μπάτσης: “Τι τα φοράτε αυτά; Αυτά τα φοράγαμε στον Πόλεμο, λαλίνια τα λέγανε τότε...”. Λαλίνια λοιπόν αυτά που αναφέρει κι ο Μάτεσις, βέβαια τα λαλίνια της κατοχής που μας έλεγε ο Μπάτσης δεν είχαν δαντελίτσες, ήταν παπούτσια της ανάγκης (δυστυχώς δεν έχω εντοπίσει σε καμιά πηγή τη λέξη αυτή). Με συγκίνηση θυμήθηκα αυτό τον εξαιρετικό άνθρωπο και δάσκαλο. Καλή του ώρα!

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Φορές χρειάζομαι ένα σπίρτο, μόνο...


Φορές χρειάζομαι το φως ενός σπίρτου
για να φωτίσω τ' άστρα.

Φορές θυμάμαι ότι ανασαίνω
και για να μην το ξεχάσω αυτό σχεδόν δεν ανασαίνω.

Η ξένη φτώχεια μου αρκεί για να νιώθω φτωχός· 
η δική μου δεν αρκεί.

(Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές, εκδ. Ίνδικτος, 2004, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Θ' αχρηστευτούν μέσ' στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες;


Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης κι επειδή λόγος γίνεται συχνά για το μέλλον των βιβλιοθηκών, βρήκα ταιριαστό το παρακάτω ποίημα της Ζέφης Δαράκη από την τελευταία της συλλογή "Ερήμωνε" στην ενότητα "Το μέλλον του θανάτου ποιο θα είναι;" (εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2012):

Όταν ξανάρθεις απ' τα περασμένα
μη ξαναρχίσεις εκείνα τα λόγια
που τα κάρφωνες σε αδέσποτους στόχους
Διότι τώρα κοιτάζω τα φθινόπωρα της άνοιξης
Τους καύσωνες του χειμώνα κοιτάζω
                           εκείνα τα παιδιά
μπροστά στο γκρεμό του Laptop

Και οι εικόνες που υψώνοντας τ' όνειρο αγγίζαμε πότε
με αγάπη πότε με ζήλεια πότε με κάποια κακεντρέχεια,
έμφλογες θα αιωρούνται κι όταν ακόμη θ' αχρηστευτούν μέσ'
στη χοάνη του Διαδικτύου οι Βιβλιοθήκες Κι εκατομμύρια
άνεργοι υπάλληλοι βιβλιοπωλείων διάσημων
και συνοικιακών, θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
Αφού θά 'χουνε γίνει πια ονειροπόλοι

Θα οσφραίνονται την άλλοτε οσμή του καινούργιου βιβλίου τη
θέαση και την αφή Θ' αποστηθίζουν τις χαμένες σελίδες
                                                                  άνεργοι,
σε αστροφώτιστους ακόμη δρόμους νυχτερινούς και έντρομοι
από τον Φραγκενστάιν, θ' αποστηθίζουν στίχους
από χαμένες σελίδες

Εγώ δεν τα πιστεύω αυτά
λέει ο Ιωάννης,
ο "Θάνατος στη Βενετία"
οι "Αδελφοί Καραμαζώφ",
θα διαβάζονται πάντα στην πολυθρόνα
                         της γωνίας

Ζέφη Δαράκη εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτικη Βιβλιοθήκη της Αθήνας)

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ποια βιβλία γνώσεων διαβάσαμε παιδιά; Η αναγνωστική συμπεριφορά των παιδιών ή μια βιβλιοθήκη σε κάθε σχολείο.


Exploring a world of facts? ... two boys reading outdoors. Photograph: George Marks / Getty Images, από την ηλεκτρονική έκδοση της Guardian, 28 Σεπτ. 2012.

Η αγγλική εφημερίδα Guardian ξεκίνησε στις 28 Σεπτεμβρίου μία ενδιαφέρουσα συζήτηση στο ιστολόγιό της Booksblog σχετικά με τα διαβάσματα της παιδικής ηλικίας, ρωτώντας τους αναγνώστες να απαντήσουν ποια ήταν τα αγαπημένα τους βιβλία όταν ήταν παιδιά, συγκεκριμένα μάλιστα όχι τα μυθιστορήματα αλλά τα βιβλία γνώσεων. Αφορμή είναι η δημοσίευση Έκθεσης της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής σχετικά με την αναγνωστική συμπεριφορά και στάση των παιδιών και κυρίως των αγοριών στη Μεγάλη Βρετανία.

Όπως σημειώνεται, τα αγόρια διαβάζουν λίγο και μάλιστα πολύ λιγότερο από τα κορίτσια (το 76% των αγοριών στα βρετανικά σχολεία δεν τα πάνε τόσο καλά όσο τα κορίτσια). Αυτό οφείλεται σύμφωνα με την Έκθεση:
  • στο οικογενειακό περιβάλλον που ευνοεί περισσότερο τα κορίτσια σε  δανεισμό από βιβλιοθήκη ή αγορά βιβλίων και όπου βασικό ρόλο παίζουν οι μητέρες σε αυτό
  • στο σχολικό περιβάλλον, όπου οι δάσκαλοι δεν γνωρίζουν σύγχρονα και ελκυστικά κείμενα για τα αγόρια ή/και δεν δίνονται οι ευκαιρίες στα αγόρια να αναπτύξουν αναγνωστικά ενδιαφέροντα και να απολαύσουν την ανάγνωση
  •  στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φύλου, σύμφωνα με τα οποία δεν αξιολογούν τη μάθηση και την ανάγνωση ως κριτήρια επιτυχίας.
Την ίδια μέρα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα η επιστολή 26 συγγραφέων μη λογοτεχνικών παιδικών βιβλίων με τίτλο "Children need exciting non-fiction books – and libraries" (Τα παιδιά χρειάζονται συναρπαστικά μη λογοτεχνικά βιβλία - και βιβλιοθήκες) με αφορμή την παραπάνω Έκθεση. Οι συγγραφείς παρατηρούν την έλλειψη εκδόσεων σε βιβλία γνώσεων (εγκυκλοπαιδικών κτλ.), αλλά επίσης την έλλειψη (dearth) και ακόμη περισσότερο το θάνατο (death) των σχολικών και δημόσιων βιβλιοθηκών. Γι΄αυτό, διατυπώνοντας τις προτάσεις τους, καλούν τους εκδότες να πάρουν ξανά το ρίσκο τέτοιων εκδόσεων και τελειώνουν την επιστολή τους με την ευχή να μείνουν ανοιχτές οι βιβλιοθήκες: "... and keeping libraries open might be a good idea, too."

Το Διαδίκτυο, λένε οι συγγραφείς φταίει σε μεγάλο βαθμό όταν θεωρείται ότι μπορεί κανείς να βρει τα πάντα σε αυτόΣχετικά με την επίδραση του Διαδικτύου, θυμάμαι ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο δημοσιογράφου  της International Herald Tribune ("Όταν το Διαδίκτυο σκοτώνει την περιέργεια", Καθημερινή, Κυριακή 3/10/2010), όπου ο συγγραφέας έκανε λόγο για την αρνητική επίδραση του Διαδικτύου στην "παραγωγική κλιμάκωση της περιέργειας" (είχα ξαναγράψει εδώ).
  
Είναι αξιοσημείωτο ότι και νωρίτερα οι Βρετανοί συγγραφείς κινητοποιήθηκαν ώστε να κατοχυρωθεί νομοθετικά η ύπαρξη βιβλιοθηκών σε όλα τα σχολεία (Guardian, 27 Ιουν. 2012, "Authors call for 'a library in every school' legislation"), με αφορμή έρευνα της Ένωσης Σχολικών Βιβλιοθηκών σύμφωνα με την οποία το 80% των σχολικών βιβλιοθηκών έχουν υποστεί περικοπές στους προϋπλογισμούς τους τον τελευταίο χρόνο.

Βέβαια, άν οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τις βιβλιοθήκες, που είναι πρωτοπόροι στο θεσμό της δημόσιας-λαϊκής βιβλιοθήκης και της σχολικής βιβλιοθήκης, τότε τι να πούμε για τη χώρα μας; Αναρωτιέται κανείς, τι προϋπολογισμοί διατίθενται για τη λειτουργία, τη στελέχωση και τον εμπλουτισμό τους. Όμως, πιστεύω ότι οι δημόσιες και οι δημοτικές βιβλιοθήκες, όπου υπάρχουν, προσπαθούν και σε πολλές περιπτώσεις κάνουν εξαίρετη δουλειά (συχνά αθόρυβα) και μακάρι να υπάρχει ή να δυναμώνει ακόμη περισσότερο η συνεργασία με τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς της περιοχής τους.

Μια εικόνα από τη δημοτική βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής, στο παράρτημα Κοντόπευκου, ένα πρωινό Σαββάτου, όπου μικρά παιδιά είχαν γεμίσει το αναγνωστήριο παρακολουθώντας με πολλή προσοχή τη συγγραφέα Βάσω Ψαράκη.
Επιστρέφοντας στην έρευνα της Guardian, έχει πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς τα σχόλια - απαντήσεις των αναγνωστών σχετικά με τα αγαπημένα ή τα πρώτα τους "εγκυκλοπαιδικά" διαβάσματα. 

Νοσταλγία; Γιατί όχι; 

Μήπως να καταθέταμε κι εμείς αντίστοιχες μνήμες; 

Για  μένα, τα πρώτα βιβλία γνώσεων που απέκτησα (σε τεύχη μάλιστα που στη συνέχεια έδεσα σε δύο τόμους) ήταν τα "Αιγαίο-Κνωσός-Μυκήνες" και "Η ανακάλυψη της γής" το 1967. Το δεύτερο ήταν "πανομοιότυπος ελληνική έκδοσις του υπό τον τίτλον La decouverte de la terre έργου των οίκων Larousse και Paris-Match", έκδ. 1965. Στη συνέχεια, αγόραζα (πάλι σε τεύχη) την "Παγκόσμια Ιστορία του Πολιτισμού" του Will Durant. Και η πρώτη ελληνική εγκυκλοπαίδεια που μου αγόρασε ο πατέρας μου στην Στ' Δημοτικού ήταν η δίτομη Εγκυκλοπαίδεια "Πρωίας". Αυτά.


Το εξώφυλλο της γαλλικής έκδοσης. Αυτό που ακόμη με ενθουσιάζει στο βιβλίο είναι οι εικόνες και οι φωτογραφίες του. Αξίζει να το αναζητήσει κανείς.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ιστορία, του Γιάννη Ρίτσου

Ό,τι και νάναι, εδώ θα μείνω, - ψιθύρισε,
Ο γιαλός είναι μεγάλος, οι πέτρες
αλλάζουν χρώμα με το πέρασμα της ώρας.
Αν κοιτάξεις στο νερό, λίγο μετά το λυκόφως,
θα δεις τον τελευταίο γιο του Θυέστη
χωρίς σπαθί, χωρίς στεφάνι, μόνον
με την ουλή ενός άστρου στο δεξί του νεφρό.
Τ' άλλα θα πεις πως είτανε της μοίρας,
κι ο έρωτας κ' η σφαγή κ' η επάνοδος,
η πρόσκαιρη εξουσία, η έλλειψη απογόνων
και το μικρό, σιδερένιο σταυρουλάκι
περασμένο σε σπάγγο, κείνο το ίδιο βράδι,
πατημένο στο χώμα απ' τις οπλές των αλόγων.

(Αντιγραφή από τη συλλογή "Μαρτυρίες", εκδ. Κέδρος 1977.
Τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν την περίοδο 1964-1966)

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

"Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό"



Για άλλη μια φορά, η Ιωάννα Καρυστιάνη παίζει με τις λέξεις και με το λόγο, το λόγο τον καθημερινό, τον ιδιωματικό, το λόγο των απλών ανθρώπων.  

Μετά τους " γαϊδουρόθυμους" στο "Κουστούμι στο χώμα" και τις περίφημες είκοσι τέσσερις λεπτές "κυπαρισσοσανίδες" στη "Μικρά Αγγλία" (από τα καλύτερα για μένα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας), στο τελευταίο της βιβλίο "Καιρός σκεπτικός" χρησιμοποίησε τη λέξη "νταμαχιά" στη φράση "Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό". 

Έψαξα να βρω τι θα πει "νταμαχιά", δεν το βρήκα στα λεξικά, βρήκα δυο αναφορές στο Διαδίκτυο, αλλά χωρίς ορισμό. Θυμήθηκα τα περί ευφωνίας της κρητικής διαλέκτου όπως πολύ αναλυτικά την περιγράφει ο Μιχαήλ Καυκαλάς ("Περί της ευφωνίας της κρητικής διαλέκτου", Λεξικογραφικόν Δελτίον, Παράρτημα 5, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων, Αθήνα, 2000), όπου κάνει λόγο για την ηχηροποίηση στον προφορικό λόγο  των άηχων συμφώνων κ, π, τ για λόγους ευφωνίας, εδώ του τ, μετατρέποντάς το σε ντ.  

Έτσι, έψαξα  "ταμαχιά", δεν το βρήκα, βρήκα όμως ότι υπάρχουν οι λέξεις " ταμάχι" και "ταμαχιάρης" με αραβοτουρκική προέλευση. Στο Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) γράφει:

ταμάχι το [tamáxi] : (λαϊκότρ.) πλεονεξία, λαιμαργία: Εσένα παιδάκι μου θα σε φάει το ~. [τουρκ. tamah (από τα αραβ.)

ταμαχιάρης -α -ικο [tamaxáris] : (λαϊκότρ.) πλεονέκτης, λαίμαργος, αχόρταγος. || (ως ουσ.) [ταμάχ(ι) -ιάρης (πρβ. τουρκ. tamahkâr)] 

Ατιμία λοιπόν η πλεονεξία, αλλά και χτικιό η γκρίνια, λέει η Σούλα, ηρωίδα ενός από τα πιο όμορφα διηγήματα της συλλογής.

"...Ο τρόπος της οδηγία από τον παππού της, εργάτη στη γούνα, μια ζωή με την τσάγγα, τον τσιόκο, την ξύστρα και τη σταματούρα, χωμένο στις μπάλες με τους χορδάδες, που μετά από σαράντα χρόνια στη δουλειά της ευπορίας και της πολυτέλειας αξιώθηκε να τιμήσει τη γυναίκα του με μια καφαδόγουνα και την κόρη του με μια λαγόγουνα.
Η νταμαχιά είναι ατιμία και η γκρίνια είναι χτικιό, έλεγε, εμάς ο σωσμός μας είναι η καλή καρδιά, αυτή ανυψώνει και το νου, αυτή κάνει τον άνθρωπο και όχι τα βιζόν και οι αρζαντέδες..."

Σε όλα τα διηγήματα, οι ήρωες της Καρυστιάνη είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, από διάφορα μέρη της Ελλάδας και με τα χαρακτηριστικά του τόπου και της ιστορίας τους.

"... Οι γονείς της γενιάς που σκόνταψε στον πόλεμο, έχασε το ματς του αντάρτικου κι έφαγε την κανονιά της φτώχειας, τσαπί και λάσπη..."

Και δεμένα με τη σημερινή κατάσταση, τη φτώχεια, την αναδουλειά, την ασκήμια.

"... Την τελευταία διετία το κατάστημα μπαίνει μέσα. Η οικοδομή νεκρή, οι αγρότες δεν επισκευάζουν τα σπίτια τους, το φρεσκάρισμα των χρωμάτων αναβάλλεται επ' αόριστον.
Περπατώντας στην πόλη βλέπει τις ξεφτισμένες μπογιές στα πορτοπαράθυρα και τις τάπες της μούχλας στα ντουβάρια και σκέφτεται πως το ταμείον είναι μείον ..."

Αλλά και τη Μαριάννα Κορομηλά θυμίζεται με τις ατελείωτες ξεναγήσεις της στα μέρη της Τουρκίας (κι εγώ θυμάμαι εκείνες τις όμορφες εκπομπές της στο ραδιόφωνο με τις περιγραφές των τόπων αυτών).

"...'Οταν εγώ σε παρακαλούσα να πάμε στην Τουρκία, έλα, Τόλη μου, να μας πάει η Κορομηλά να προσκυνήσουμε τα ματωμένα χώματα, αυτή ξεθεώνει κόσμο, μου 'λεγες, ατελείωτες ξεναγήσεις, ορειβασία, πεζοπορία και πούλμαν σε γκρεμούς..."

Ήρωες βασανισμένοι, πονεμένοι, που κάνουν απολογισμό ζωής και ονειροπολούν ή αναστοχάζονται, μα δε γκρινιάζουν, η γκρίνια είναι χτικιό.

"... Ιστορίες να μου φέρεις. Αλλά να χαρείς, δίχως ανθρώπινα θύματα. Ετοίμασε μερικά ωραία τοπία. Με πλούσια βλάστηση. Να πεις εκείνο με το ποτάμι και τα βουβάλια. Α, κι εκείνο με τις πυγολαμπίδες στις φτέρες. Εσύ θα βάλεις τα τοπία της εξοχής κι εγώ το φρικασέ..."
 
Κι εγώ βάζω μια Σούλα ακόμη:

Η δική μας Σούλα στο χωριό την ώρα που πλένεται και πίσω ένα από τα Σουλάκια της

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Τρία ποιήματα για τα Χανιά



 Αντιγράφω από την ποιητική συλλογή “Περνώντας βάφεσαι μπλε” της τρυφερής κι ευαίσθητης Χανιώτισσας ποιήτριας Ελένης Μαρινάκη (εκδ. Πλέθρον, 1987). Λες και γράφτηκαν για μένα και για όσους αφήνουμε την πόλη μας για να επιστρέψουμε πάλι και πάλι...

(Σε όσους ξέρουν πως αυτή
η πόλη είναι στην πραγματικότητα
η μπλε τεντωμένη κλωστή
που πάνω της περπατούμε
γέρνοντας πότε μπροστά και πότε
πίσω, διαρκώς ταλαντευόμενοι.
Σ' αυτούς που από τα παράθυρά τους
κάθε πρωί βλέπουν τα αόρατα νήματα
της μεγάλης σκηνής να απλώνονται
για να αρχίσουμε πάλι το παιχνίδι).

Χανιά, Δεκέμβριος 1986
                                 Ι

Κάποτε θα γράψω μια ωδή σε σένα
                πόλη
με τους ποταμούς των κυμάτων
που ξεδιπλώνουν υποσχέσεις.
Στους δρόμους σου έχουμε ξεχαστεί από καιρό
περιηγητές της παιδικής σου ηλικίας
ερασιτέχνες αλιείς εικόνων
με ήλιο και σκιά
φωτογράφοι της ζωής σου
πλανόδιοι, μικροπωλητές στα πανηγύρια
ηδονοβλεψίες της αβάσταχτής σου ομορφιάς.
Κάποτε επιτέλους θα φτάσω
με τρικάταρτο στις αυλές σου
για να φυτέψω πάλι βιγκόνια
και βασιλικό.
                                 ΙΙ 

Ζηλεύω που δίνεσαι σε όλους τους άλλους
με την καθημερινή σου φορεσιά.
Τη συνηθισμένη.
Εμένα με δέχεσαι μόνο με τις γιορτινές σου
γιρλάντες Χριστούγεννα – Πάσχα
έτσι για να με κάνεις να νοιώθω
περπατώντας στους δρόμους σου
αιώνια ξένη.
                                  ΙΙΙ.

Πόσον καιρό από μακριά
κρατώ το σφυγμό σου.
Σ' έχω δει να κερδίζεις άλλοτε
στα χαρτιά και άλλοτε στην αγάπη.
Μα κυρίως να χάνεις.
Δυνατές βροχές παίρνουνε μαζί τους
τα παλιά σου χρώματα και μένεις
γυμνή από μνήμες.
Ευτυχώς που υπάρχουνε οι εξαίσιοι
μάγοι να καταγράφουν όλα
τα φωτεινά σου σημεία
όλα τα σκοτεινά σου πρόσωπα.
  (Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στις 28 Αυγούστου στο παλιό λιμάνι με μελτεμάκι)

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι βιβλιοθήκες και τα πανηγύρια, με αφορμή ένα άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου


Γράφω το παρακάτω κείμενο με αφορμή το άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στα Νέα την Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012 με τίτλο [Ανορθόδοξα] Οι 105 δημοτικές βιβλιοθήκες. Επισκέπτομαι συχνά δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες, δανείζομαι βιβλία και έχω άποψη για το ρόλο, τη λειτουργία και τις ανάγκες τους, αλλά και για τις αδυναμίες και τα προβλήματά τους. Βρήκα το άρθρο του Τ. Θ. ειρωνικό και χωρίς απάντηση ουσιαστικά στο ίδιο το πρόβλημα. Μικρή δική μου συμβολή ως απάντηση:

Και τελικά κύριε Θεοδωρόπουλε, ποια είναι η δική σας γνώμη για τις βιβλιοθήκες; Να κλείσουν λοιπόν, αφού οι δήμαρχοι έχουν την πολιτική και την κουλτούρα που αναφέρετε και που σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι κι έτσι; Δώστε την άποψή σας ως πνευματικός άνθρωπος (που σας διαβάζω, να ξέρετε), συμβάλετε κι εσείς ώστε οι δήμαρχοι να μην νοιάζονται μόνο για τα γλέντια και τα πανηγύρια τύπου "Παπαρίζου" (αλήθεια ξεχνάτε φαίνεται ότι τα "γλέντια" αυτά και οι "καλλιτέχνες" αυτοί έγιναν σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού και της ψυχαγωγίας μας με ανώτατη καθοδήγηση, πολύ πιο πάνω από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θυμάστε τις ζεμπεκιές φαντάζομαι...). 

Και με την ευκαιρία, αναρωτιέμαι, ποια η άποψή σας για το "άνοιγμα" της Εθνικής Βιβλιοθήκης με τη διοργάνωση ποιητικών και μουσικών εσπερίδων, αλλά χωρίς επί της ουσίας άνοιγμα  στους θησαυρούς της; Και ποια η γνώμη σας για τη Βιβλιοθήκη Κοραή στη Χίο που για άνοιγμα διοργάνωσε εκδήλωση για τον Καζαντζίδη και που κατά τα άλλα περιέχει κι αυτή θησαυρούς ανεκμετάλλευτους; Δεν αξιολογώ εδώ τον Καζαντζίδη, την Παπαρίζου ή τη Βίσση. Όντως πολλοί δήμαρχοι δεν ξέρουν τι έχουν οι βιβλιοθήκες τους, όντως πολλοί άνθρωποι των βιβλιοθηκών δεν κινούνται όπως θα έπρεπε και θα μπορούσαν για τη διάδοση της ίδιας της αξίας και του περιεχομένου των βιβλιοθηκών τους.

Ποιά η γνώμη σας για τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες που έχουν θησαυρούς από την τοπική ιστορία και παράδοση, που όμως παραμένουν ερμητικά κλειστοί σε κάποια συρτάρια ή μπορεί και υπόγεια, την ίδια στιγμή που διοργανώνονται πολλές εκδηλώσεις με την πρωτοβουλία και τη δουλειά των ανθρώπων στις βιβλιοθήκες αυτές και με τη συνδρομή και καθοδήγηση/συντονισμό ενός συγκεκριμένου φορέα; Οι εκδηλώσεις αυτές είναι παραπάνω από αξιόλογες, μπορώ να πω ότι δεν θυμάμαι άλλη εποχή με τόση προς τα έξω παρουσία των βιβλιοθηκών και με αναφορές όχι μόνο στον αθηναϊκό αλλά και στον τοπικό τύπο. 

Όμως, κι εδώ δεν βλέπετε μια αντίφαση; Προσωπική μου άποψη είναι ότι οι ανοιχτές εκδηλώσεις με διοργανωτές τις βιβλιοθήκες είναι απαραίτητες και μάλιστα στη χώρα μας χωρίς κουλτούρα (τολμώ να ομολογήσω) χρήσης των βιβλιοθηκών, μπορούν μεν να συμβάλλουν στην προσέγγιση των πολιτών, στην εξοικείωση και τελικά στη χρήση τους, αλλά και πάλι πιστεύω ότι ο ρόλος τους δεν είναι μόνο αυτός και ότι από μόνες τους οι εκδηλώσεις δεν συμβάλλουν στη διάδοση της ανάγνωσης και πολύ περισσότερο στη γνωριμία και διάδοση του πολιτισμού της γνώσης (της κάθε γνώσης).

Συμφωνώ μαζί σας, γι' αυτό και αντιγράφω:

"Η ύπαρξη και η καλή λειτουργία μιας βιβλιοθήκης δεν αφορά μόνον τους βιβλιόφιλους. Αφορά το κοινωνικό σύνολο, έχει να κάνει με τη γενική παιδεία, έχει να κάνει με την καλλιέργεια, εντέλει έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Δεν είναι απλό διακοσμητικό συμπλήρωμα του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι ένα από τα συστατικά του κύτταρα. Μας απασχολεί η σχέση του πολίτη με τον δημόσιο χώρο; Εξίσου σημαντική είναι και η σχέση του με τις βιβλιοθήκες"

Λοιπόν, σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία. Να μια ευκαιρία για καμπάνια και για δημιουργική συμβολή, από τους δήμους, από τις βιβλιοθήκες, από το Υπουργείο Παιδείας, από τους "ευεργέτες", από τους πνευματικούς ανθρώπους. 

Κύριε Θεοδωρόπουλε, έχουμε διαλύσει και δεν φταίμε όλοι και δεν παίζαμε όλοι παλαμάκια όταν οι ηγέτες μας χόρευαν στο ρυθμό της ζεμπεκιάς της μακαρίτισσας της Σακελλαρίου. Δεν βάζουμε σεμεδάκια στα ράφια της βιβλιοθήκης μας όλοι. Δεν είναι οι βιβλιοθήκες για τα αζήτητα, ακόμη και όπου οι τυπικά προϊστάμενοί τους όπως οι δήμαρχοι, νοιάζονται για τα ρουσφέτια και την επανεκλογή τους.

Η νύχτα μεγαλώνει, δίχτυα στο φως απλώνει,
η νύχτα μεγαλώνει…

 Έτσι τελειώνει ο Ηλίας Κατσούλης το τραγούδι για το μικρό Σεπτέμβρη, που όμως λέει μέσα:

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης στάζει το μέλι του
σωστό παληκαράκι τρυγάει τ’ αμπέλι του...

Καλό Σεπτέμβρη λοιπόν, καλή σχολική χρονιά. Να μη μιλήσω για σχολικές  βιβλιοθήκες. Εδώ, ποιος φταίει; Οι διευθυντές των σχολείων; Να μη μιλήσω για τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες. Που στήθηκαν πάνω στην άμμο και τώρα χωρίς προσωπικό και χωρίς χρήματα όσοι έχουν απομείνει παλεύουν με τα κύματα στην κυριολεξία. Πού είναι το Υπουργείο Παιδείας; Πού είναι η Μεγάλη Ελλάδα; Πού την παρέδωσαν τελικά; 

Θλίβομαι...

η νύχτα μεγαλώνει…

Ας κάνουμε κάτι!

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Του Αγίου Αλεξάνδρου

Στη μνήμη του πατέρα μου


Του Αγίου Αλεξάνδρου. Και τι σπουδαία πράγματα
έκανε κι άγιασε ο Αλέξανδρος.

- Έχτισε το εκκλησάκι, καλογέρεψε, στερήθηκε.
                                                  Χάρισε. Αγάπησε
φύτεψε γεράνια, μυρτιές και μαντζουράνες
στον περίβολο της Αγίας Τριάδας.
(Κοιτάζω στη φλούδα μου τ' όνομά σου χαραγμένο
με το σουγιά. Με ξαφνιάζουν οι μεγάλοι δρόμοι του
κόσμου).

- Μου είπες αλήθεια για τον Άγιο; Επειδή εγώ πιστεύω
στους μύθους, έτσι όπως πιστεύεις στη μεταφυσική
Κι έχω τώρα γαλήνη ως να εφύτρωσε κιόλας
χόρτος επί της κεφαλής μου.

Κουβεντιάζω με την μακρινή σου εικόνα
με τη διαλυμένη μορφή σου
κι έρχεται και ξανάρχεται ο αρμόζων θρήνος
ο αληθινός, ώσπου να μη μου λένε πια
τίποτα τα κοτσίφια εκεί στη μεγάλη μαύρη βελανιδιά
με τα καίρια ρήματα να φυγοδικούν στις
φυλλωσιές: έρχομαι, φεύγω, πεθαίνω.
Σκοτεινιάζει το δέρμα, σκουριάζει το αίμα
Κι άκου τι ψιθυρίζει ο άνεμος: Έζησεν ο Άγιος
                                                        Αλέξανδρος.

(Από την ποιητική συλλογή της Στέλλας Αρκάδη “Η Νίκη της Σαμοθράκης”, εκδ. Π. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2000).

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Μέρες τώρα καίγεται η Χίος...


Η Χίος καίγεται, στο Ακρωτήρι Χανίων έφτασαν οι καπνοί, τι κρίμα πια, άλλη μια ομορφιά στην πυρά! Θυμάμαι τη μεγάλη φωτιά στην Πεντέλη εκείνο τον Αύγουστο του 1998 που οι φλόγες φαίνονταν από το μπαλκόνι του σπιτιού μου στο Κοντόπευκο. Και θυμάμαι την εικόνα του βουνού λίγες μέρες μετά. Τι θλίψη! Και βρήκα την (και) ποιήτρια (και συχωριανή) Στέλλα Αρκάδη να γράφει για τη φωτιά εκείνη της Πεντέλης. Ο λόγος της σαν τώρα, σαν σήμερα, “σ' αυτούς που υποτάχτηκαν και σε όσους δεν υποτάχτηκαν”, ποιητικός και ανθρώπινος, σκληρός και τρυφερός μαζί, μα πάνω απ' όλα προφητικός:

Αγαπημένε μου Συγγραφέα,
Μέρες τώρα καίγεται η Πεντέλη.
Τεφρά βραδινά με το φεγγάρι να σέρνει πάνω
στα έπιπλα σκιές κι ο άνεμος να φέρνει μιαν απόκοσμη βοή
Είναι οι ψυχές των αγαπημένων που μας εγκατέλειψαν.
Ο αιώνας σας που εγκατέλειψε κι ο δικός μου
που εκπνέει. Κι ο Άγιος τόπος μου, που είναι απλώς
μια χώρα.
Δεν ελπίζω σε ειρήνη
Γι' αυτό φτιάχνω με τη φαντασία ξανά
την ιστορία κι ανασυνθέτω τους μύθους
Όταν καλπάζει η έμπνευση, ο Λόγος ξεπετάγεται νέος
κι ολοπόρφυρος όπως τα μάτια τ' αμπελιού
με τις πρώτες καλοσύνες της άνοιξης.
Αλλά...
1998
Αλλά...
Τα κάστρα έπεσαν με μπαμπεσιά κι από μέσα
προδοσία.
Μια γκροτέσκα παράσταση.
Ο ουρανός στέλνει ένα σκληρό άσπρο φως
κι οι φωτογραφίες που εμφανίζω
είναι ασπρόμαυρες
Για χάρη σας θα τις χρωματίσω. Για τα όνειρά σας
Αν μπορείς να γίνεις γητευτής φιδιών
Όταν τα σιχαίνεσαι
Και τρομάζεις
Ας είναι καλά ο Αστρόβ
που αγαπά τις σημύδες
Τα πεύκα μας
τα δέντρα μας.
Αγαπημένε μου Συγγραφέα
Ναι
Ακόμη
Γράφω ποιήματα.

Αγία Παρασκευή 8 Αυγούστου 1998
Για την αντιγραφή και τη φαντασία
Στέλλα Αρκάδη

Και παρακάτω αναρωτιέται λες προφητικά :

Τι χάλασε ξαφνικά στο μικρό
ανερμήνευτο σύμπαν της διπλανής πόρτας
Κωπηλατούν σε μαύρα νερά
με ρωτούν να τους πω
αν υπάρχει ελπίδα
μην περιμένετε από μένα
δε μαθαίνω εύκολα ανθρωπογεωγραφία
ούτε καν ξέρω πόσα οστά με αποτελούν”.
........
Από τέτοιον κρατήρα
ανασύρθηκες
Πώς να ξεδιψάσεις μ' ένα
κροντήρι ματαιόδοξης νίκης.
Χρειαζόμαστε την ελευθερία
και τη μουσική
Και μιαν ανιδιοτέλεια
που υπάρχει μονάχα στο ποίημα.
Και στη Θυσία
Για μας
Και για τους άλλους
Και τους απελπισμένους
Για όσους εξανάγκασεν η βαρβαρότητα
να ταπεινώσουν το σώμα τους.
Για όσους βασανίστηκαν και προδόθηκαν
Επειδή κάποτε κάποτε μετράμε
και τις απώλειες με τα καμένα μας δάχτυλα
Για την ψυχή μας
Για το Νίκο Πλουμπίδη.
.........
Ψαχουλεύω στη μέσα τσέπη: θα μου το πάρουν
αυτό το αποδειχτικό όταν δε θα χρειάζομαι πιστοποίηση.
Μπορεί κι απόψε.
Και να μάθω μόλις τι' ναι πατρίδα
ενώ παραβιάζω την εκεχειρία με τη νιότη μου.
Ενώ με σκοτώνουν.
Τσογλάνια του κερατά
Κάτω τα ξερά σας από τη ζωή μας.

(Από την ποιητική συλλογή της Στέλλας Αρκάδη “Η Νίκη της Σαμοθράκης”, εκδ. Π. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2000).

Η όμορφη Χίος έγινε ολοκαύτωμα, απαιτούμε κι εμείς μαζί με το Γιάννη Μακριδάκη.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε...

Έφυγε και ο Κοκοβλής! Μετά το Λιονάκη πριν από λίγους μήνες, τώρα η δική του σειρά! Δεν έχει νόημα να γράψω πολλά λόγια, μου αρκεί η αφιέρωση της Αργυρώς Κοκοβλή στο βιβλίο τους "Άλλος δρόμος δεν υπήρχε" τότε στην εκδήλωση προς τιμήν τους στα Χανιά τον Απρίλη του 2009  και μου αρκούν οι εικόνες από τη θαυμάσια ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη (δεν θα ξεχάσω τη φιγούρα του Λιονάκη όταν ξεναγούσε στις σπηλιές του Αποκόρωνα όπου κρύβονταν για πάνω από μια δεκαετία γιατί δεν δέχονταν να παραδώσουν τα όπλα και να παραδεχτούν ότι ο εμφύλιος είχε τελειώσει και δεν θα ξεχάσω τις χαμογελαστές φιγούρες των Κοκοβλήδων όταν ξαναγύριζαν στα σπίτια εκείνων που τους είχαν κρύψει και τους είχαν βοηθήσει έπειτα να φύγουν).

Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή: και διηγώντας τα να γελάς...

Γιάννης Λιονάκης: τολμηρός κολυμβητής, μας γνώρισε τις σπηλιές του Αποκόρωνα

Άλλος δρόμος δεν υπήρχε, λένε οι αντάρτες. Προσκυνούμε!

Στο βιβλίο τους οι Αργυρώ και Νίκος Κοκοβλής διηγούνται τις επιλογές ζωής που κάνανε μετά τον εμφύλιο στα Χανιά
 Πολλές λεπτομέρειες για τους τρεις τους και για την ταινία βρίσκονται εδώ.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Για την Έλλη Αλεξίου - μια προσωπική μαρτυρία

Με αφορμή την παρουσίαση στο ιστολόγιο  Γυρίζω σελίδα  βιβλίων και βιογραφικών στοιχείων για την  Έλλη Αλεξίου, θυμήθηκα τη γνωριμία μου μαζί της κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70.

Ήταν λίγο μετά το θάνατο του Κώστα Βάρναλη (πέθανε το Δεκέμβρη του 1974, θυμάμαι την κοσμοσυρροή στην κηδεία του, τα τραγούδια) και στο Πολιτιστικό του ΕΜΠ του οποίου ήμουν από τα ιδρυτικά μέλη τότε μετά τη μεταπολίτευση, προγραμματίσαμε εκδήλωση στη μνήμη του. Κύριος ομιλητής θα ήταν ο Ασημάκης Πανσέληνος (ένας γλυκύτατος άνθρωπος, είχα πάει στο σπίτι του κάπου στην Κηφισιά να τον καλέσω, μου είχε χαρίσει κι ένα βιβλίο του με ποιήματα), ενώ είχαμε καλέσει επίσης την Έλλη Αλεξίου και το Βασίλη Ρώτα (δεν θυμάμαι ποιους άλλους, δυστυχώς). 

Είχα αναλάβει να πάω στο σπίτι της Αλεξίου να την φέρω στο Πολυτεχνείο εκείνη τη μέρα, έμενε κάπου Αλεξάνδρας (επίσης δεν θυμάμαι πού ακριβώς...). Όταν πήγα λοιπόν, βρήκα μια πολύ κομψή κυρία μεγάλης ηλικίας, γιαγιά, γεματούλα, με κότσο στα μαλλιά που τα είχε πιάσει με ένα επίσης κομψό κοκαλάκι και... φόραγε πλουμιστό πασουμάκι με τακούνι και χωρίς φτέρνα παρακαλώ! 

Για μένα, τότε που οι φοιτήτριες φοράγαμε φαρδιές φούστες "τσιγγάνικες" (μάλιστα  για... χρώμα  προτιμούσα το μωβ σικλαμέν λόγω... γυναικείου κινήματος), κρατούσαμε ταγάρι και αφήναμε τα μαλλιά ατημέλητα μακριά, ήταν η μεγάλη έκπληξη, η απομυθοποίηση του αριστερού "καλόγερου". Μου έδωσε να κρατώ ένα σακουλάκι κουλουράκια να τα δώσω, μου είπε, στο Ρώτα. Και του τα έδωσα. Ήταν ο πιο παππούς. Καθόταν ήσυχα στην καρέκλα του του, τον θυμάμαι σα μια σταλιά. Έχω πάντα την εικόνα του παππού που λέει παραμύθια και ήταν ωραίος παραμυθάς ...

Το σύντομο βιογραφικό που έδωσε χειρόγραφο στις 5/2/1977.
Πηγή:  Αρχείο ΕΛΙΑ, το βρήκα στη σχετική σελίδα του ΕΚΕΒΙ)
Πλήρες βιογραφικό για την Έλλη Αλεξίου βρίσκονται στο ΕΛΙΑ. Στο σύντομο χειρόγραφο σημείωμα που έδωσε στις 5 Φεβρουαρίου 1977 στο Μάνο (προφανώς Μάνο Χαριτάτο, ιδρυτή και ψυχή του ΕΛΙΑ), καταλήγει:

"... Επειδή είμαι 82 χρονώ, για να σου εξιστορούσα αγαπητέ μου Μάνο, τη ζωή μου, θα χρειαζόμουν ένα κατάστιχο κι ούτε θα 'φτανε. Και προς τι ο τόσος μόχθος.
Με την αγάπη μου πάντα
Έλλη Αλεξίου"


Με την αγάπη μας στη γυναίκα Έλλη Αλεξίου!

Για τη σημερινή μέρα
24 Ιουλίου 1974  Κάτω η χούντα!

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Ένα εισιτήριο για την ανατολή παρακαλώ ...


Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια δύσκολα,

"... Ω διάολε!... Ολα να 'χουν χαθεί και να 'χουν πάει
κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,
κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει,
χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους...

Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο. Και όλο
να χλιμιτράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω,
-κι όλο να ψάχνομαι, να ψάχνομαι στο μώλο
κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω..."

(από το «Εισιτήριο»  του Γιάννη Σκαρίμπα)

Ένα εισιτήριο παρακαλώ για την ανατολή, για την ελπίδα!

"... άπλωσε το χέρι,
κυρά εσύ των σπόρων που είναι μέρες,
η μέρα υψούται στ' άπειρο, βλασταίνει,
θνητή γεννιέται κι όμως δεν πεθαίνει,
κάθε μια μέρα είναι και γέννα, κάθε
ανατολή, σαν ανατέλλουμε όλοι
και ο ήλιος ανατέλλει με ήλιου πρόσωπο
κι ο γείτονας κι αυτός με το δικό του
το πρόσωπο, που είναι το πρόσωπο όλων, ..."

(από την «Ηλιόπετρα» του Οκτάβιο Πάζ, σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, εκδ. Μαίστρος 2007)

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Μασσαλία, το λιμάνι της Μεσογείου



Patron, un pastis!

Ένα ούζο παρακαλώ, ακούγεται να λέει πολύ συχνά ο Φάμπιο Μοντάλ, ο κεντρικός ήρωας του Ζαν-Κλωντ Ιζζό στο βιβλίο του Soléa (εκδ. Πόλις, 2000), όταν επισκέπτεται το μπαρ του φίλου του Φονφόν. Δίνει μια ευκαιρία στο μεταφραστή Ριχάρδο Σωμερίτη να υμνήσει το συγγραφέα και την πόλη του τη Μασσαλία για να καταλήξει:

"Σκεφτόμουνα τον Πειραιά: θα βρει άραγε ποτέ τον Ιζζό του, κάποιον σημαντικό δικό του άνθρωπο, που να τον απαλλάξει από την κατάθλιψη των υπέργηρων πια και τόσο παρεξηγημένων πάλαι ποτέ "παιδιών" του; Μα και η Αθήνα;"

Και αμέσως μου ήρθε στο νου ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, όχι συγγραφέας, αλλά ζωγράφος, ο θαλασσογράφος μας. Γιατί όχι;

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Πειραιάς
Το Soléa είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα (μέρος σχετικής τριλογίας) που αφηγείται τη ζωή στο λιμάνι της μεσογειακής πόλης, με το οργανωμένο έγκλημα, τη μαφία, τη συνεργασία με τα κέντρα εξουσίας, τη φτώχεια, τους παράνομους μετανάστες που φτάνουν στην πόλη, όπως μετανάστης ήταν κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Με κινηματογραφικό τρόπο περιγράφει τις περιπέτειες των ηρώων του, στο τέλος σου κόβεται η ανάσα με τους διαδοχικούς φόνους που συμβαίνουν. Είναι φανερό ότι χρησιμοποιεί πραγματικά ντοκουμέντα για να στηρίξει τις αφηγήσεις του για το ρόλο και τις σχέσεις της μαφίας με τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα της πόλης. Πολύ ανθρώπινος αλλά συνάμα και πολύ πολιτικός όταν περιγράφει με τον τρόπο του τη μοίρα των ανθρώπων της:

"...Θα πληρώσουμε όλοι μας πολύ ακριβά αυτή τη νέα μορφή που προσλαμβάνει ο κόσμος. Όλοι μας, δηλαδή όσοι δεν έχουν πια δουλειά, όσοι βρίσκονται στο κατώφλι της μιζέριας και μαζί τους όλοι αυτοί οι πιτσιρικάδες που ζουν στις υποβαθμισμένες γειτονιές της βόρειας Μασσαλίας, σ' όλες τις λαϊκές συνοικίες, και που τους βλέπουμε να περιφέρονται άσκοπα στην πόλη..." (σελ. 80)

Πολύ ταιριαστό το κομμάτι Soléa του Miles Davis απ' όπου και ο τίτλος του βιβλίου.

Ο Μοντάλ ήταν Αλγερινής καταγωγής όπως τόσοι και τόσοι στη Μασσαλία, όπως ήταν και ο Πάκο Μαρτίνεθ, ο ήρωας ενός άλλου νουάρ μυθιστορήματος για τη Μασσαλία, την "Κόκκινη Μασσαλία" του Μορίς Ατιά, μέρος τριλογίας επίσης (εκδ. Πόλις, 2009, μτφρ. Ρίτα Κολαϊτη).


Η ιστορία εκτυλίσσεται τους πρώτους μήνες του 1968, λίγο πριν και λίγο μετά το Μάη, με ήρωες ανθρώπους του υποκόσμου, αλλά και μέλη αριστερίστικων οργανώσεων όλων των αποχρώσεων και με συνεχή εμπλοκή του κράτους στις συναλλαγές. Πολλή ομοιότητα με το προηγούμενο βιβλίο, μια σειρά θάνατοι, πολλά πρόσωπα, πλοκή, πολιτική ανάλυση και ο ρόλος της SAC, των γκωλικών, των Αρμένιων κτλ.

Αξίζει να ακούσει κανείς τον ίδιο το γαλλοαλγερινό συγγραφέα όπως τα είπε στους Ανταίο Χρυσοστομίδη και Μικέλα Χαρτουλάρη για την εκπομπή Οι Κεραίες της εποχής μας.

Λες και η Μασσαλία είναι αυτά που περιγράφουν οι δύο συγγραφείς. Μα μήπως είναι; 

Πάντως, η Μασσαλία έχει κι ελληνικό παρελθόν, στέκομαι μόνο στον Πυθέα, τον ταξιδευτή, σπουδαίο γεωγράφο πριν από τον Ερατοσθένη, για τον οποίο γράφει ο Βενιαμίν Φάρρινγκτον (Η επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Κάλβος, 1969):

"...Όταν οι Καρχηδόνιοι - που φυσιολογικά έλεγχαν την δυτική άκρη της Μεσογείου - ρίχτηκαν σ' ένα αγώνα ζωής και θανάτου με τους Έλληνες της Σικελίας, ο Έλληνας ναυτικός από τη Μασσαλία, ο ποντοπόρος Πυθέας, πέρασε τις Ηράκλειες στήλες και κατευθύνθηκε προς το Κόρνουωλ για να διερευνήσει τις δυνατότητες του εμπορίου σε κασσίτερο. Το ταξίδι του πιθανόν τον οδήγησε πιο μακριά, ίσαμε τη Νορβηγία και τη Βαλτική. Εκείνος αξιοποίησε αυτή την ευκαιρία για να κάνει μια σειρά από εκτιμήσεις για πολλά γεωγραφικά μήκη. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι ανακαλύψεις του επηρέασαν τη γεωγραφική επιστήμη του Ερατοσθένη..."

Στη Μασσαλία μας ταξίδεψε και η μουσική εκπομπή από τη σειρά Μεσόγειος με τον Κωστή Μαραβέγια.  Και ήταν τόσο ωραίο εκείνο το ταξίδι. Και οι άνθρωποι το είπαν: η Μασσαλία είναι το λιμάνι, οι άνθρωποί της είναι άνθρωποι του λιμανιού.

Μήπως χρειαζόμαστε λοιπόν τώρα κι ένα πραγματικό ταξίδι για τη Μασσαλία. Για ένα ούζο ή για μια ρακή παρακαλώ!

Patron, un pastis!