Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Χάθηκε βελόνι, του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Τσίμπι-τσιμπιτόνι
χάθηκε βελόνι
πάω να το βρω
εχάθηκα κι εγώ.

Η ιστορία των ηρώων αρχίζει στο Δρεπένι της Αλβανίας, ένα επινοημένο χωριό, η Χειμάρα ίσως; δεν έχει σημασία. Η ιστορία μιας οικογένειας από το Δρεπένι μέχρι τη νότια Πελοπόννησο. Με ημερολογιακή καταγραφή η πορεία της στον χρόνο και στους τόπους, από τον Βασίλη το 1932 στον Παύλο κι ύστερα στη γυναίκα και στα παιδιά του Παύλου, κι από την Ελλάδα στην Αμερική, για την αναζήτηση μιας ρίζας που χάθηκε, ενός άπιαστου ονείρου, μιας ανάγκης για επιστροφή. 

Όλα μαζί αποτελούν στοιχεία που δένονται στην ιστορία μιας οικογένειας μεταναστών από την Αλβανία που αφηγείται ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος στο βιβλίο του «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο, 2021).

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, το πρώτο («Πέτρος») με την εισαγωγή στην ιστορία της οικογένειας, το δεύτερο («τσιμπιτόνι»), που είναι και το πολύ δυνατό για μένα, με την ιστορία της οικογένειας από την Αλβανία στην Ελλάδα μέσα από την αφήγηση της μάνας και το τρίτο ("electric blue") με την αναζήτηση ενός εκ των παιδιών της οικογένειας που χάθηκε στα σύνορα.

Αφηγητής ο συγγραφέας, πρωταγωνιστής ο Αλέξανδρος, ένα από τα παιδιά της οικογένειας, ή μήπως ο ίδιος ο συγγραφέας; Δεν έχει σημασία, η ιστορία είναι  ιστορία των χιλιάδων μεταναστών που άφησαν τον τόπο τους εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 80 αρχές δεκαετίας του 90, πήραν τα παιδιά τους, πέρασαν χίλιες δυσκολίες κι έφτασαν σ' έναν τόπο άγνωστο σε άγνωστους ανθρώπους, συχνά καχύποπτους, βρήκαν ανοιχτές μα και κλειστές πόρτες, γέννησαν κι άλλα παιδιά στον καινούριο τόπο που έκαναν πλέον και δικό τους.

Πρώτος ήρωας ο παππούς Βασίλης που δεν του αρέσει ο τόπος που γεννήθηκε. Απρίλιος 1932:

Δεν του φαίνεται άσχημος, αλλά δεν μπορεί αυτός να γεννήθηκε σε έναν τόπο που σε κάθε του πέτρα δείχνει την περιφρόνησή του για τον άνθρωπο. Αυτός λαχταρά ισιώματα και πεδιάδες για να μπορούν να τριγυρνούν οι άνθρωποι όπου τους κάνει κέφι. [...] Περπατάει για ώρα και λαχάνιασε. Το μπλε κοντό παντελόνι που του έχει φέρει ο πατέρας από την Ιταλία έχει γεμίσει αγκαθάκια.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που του δίνει τον τίτλο «τσιμπιτόνι», η μάνα αφηγείται τη ζωή της από την Αλβανία μέχρι την Ελλάδα και μάλιστα στο βορειοηπειρώτικο ιδίωμα, πράγμα που κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον το μέρος αυτό του βιβλίου. Είναι συγκλονιστική η αφήγηση της μάνας, τις δυσκολίες στην Αλβανία, την απόφαση να φύγουν,

Μου ερχότανε να σηκωθώ και να πάγω στη μάνα μου, στον τάφο του τάτα μου, κι έβανα τα κλάματα μέχρι να με πάρει η μίσα.

Αλλά μπονόρα ήγλεπα τα παιδία κι έπαιρα τα ήπατα.

 τα σύνορα, την κατάσταση στο χωριό που εγκαταστάθηκαν, τις πρώτες δυσκολίες, τις σχέσεις με τους ντόπιους, όλα...

 εμείς γιατί τον αφήκαμε τον τόπο μας; Για τα παιδία τον αφήκαμε. Μπας και ζήσουν καλύτερα από του λόγου μας.

όχι πως ήταν εύκολο για όλους, ο πατέρας ήταν δάσκαλος, εδώ έψαχνε δουλειές του ποδαριού, στα χωράφια, όπου νάναι

Του Παύλου δεν του άρεσε όμως που δούλευε αργάτης σα χωράφια. Κείνος είχε μεγαλώσει άρχοντας. Σο σχολείο το Δρεπένι τα παιδία του φυλάγανε τα χέρια.

Καλή στη δούλεψή της η μάνα, τη θέλανε σ' όλα τα σπίτια, η δουλειά δεν της έλειπε. Τα παιδιά μεγαλώνουν, σιγά σιγά σκορπίζουν κι αυτή μένει μόνη με το θάνατο του Παύλου και γυρίζει στις ρίζες, στο χωριό της, στο σπίτι της

Α, εφύτεψα και μια ισκέα έξω, κει που ήτανε η παλαία. Τότση είναι, αλλά θα μεγαλώσει και θα μου δίνει κάτι σύκα τέτοια.

Μαύρα σαν τα μαλλία μου.

Στο τρίτο μέρος, ο ήρωας αναζητεί τον χαμένο αδελφό και ο συγγραφέας το νόημα των πραγμάτων, πάει στην Αμερική και περισσότερο συλλογάται κάνοντας πως παρατηρεί «μικροσκοπικές ίνες που με υπομονή και σύνεση υφαίνουν πλέγματα χειροπιαστού νοήματος χρήσιμου στον απλό καθημερινό κόσμο που αγωνιά για το ψωμί και το γάλα στο τραπέζι»

Βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει τον «αμερικανισμό», όταν η μύτη του «πλακώνεται από το θυμίαμα της κόκα κόλα και του σκέτου νερωμένου καφέ» και είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρησή του για τον αμερικανικό τρόπο σκέψης αλλά και με αιχμές γενικότερες προς άλλους αποδέκτες, όπως τουλάχιστον εγώ διαβάζω το παρακάτω κείμενο στη σελίδα 258:

Ναι, τώρα μόλις καταλαβαίνει ο Αλέξανδρος τι είναι αυτό που του έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στην Αμερική, τι είναι αυτό που δίνει ένα τόσο έντονα διαφορετικό στίγμα σε σχέση με τον αέρα της Ευρώπης: δεν είναι ούτε η δύναμη ούτε το μεγαλείο ούτε ο πλούτος ούτε η εμμονή με την ατομική ελευθερία, είναι η απουσία ιστορίας που χάνεται στους αιώνες· φαντάζεται τη χώρα αυτή σαν ένα πλάσμα άφυλο που με κάποιον τρόπο δεν πέρασε παιδική ηλικία αλλά γεννήθηκε μονομιάς σχεδόν ενήλικο, κι έτσι, στερούμενο παρελθόντος, πορεύεται ανάλαφρα στο μέλλον, απαλλαγμένο από τη γελοία υποχρέωση της αναπόλησης και του αναμασήματος, χωρίς σπάγγους ή κισσούς να το δένουν με τα περασμένα, μόνο για την πορεία εμπρός μεριμνά και για τους τρόπους που θα μπορέσει να μεγαλώσει κι άλλο μέσα τους, μεγεθύνοντας τη δόξα εμπλουτίζοντας το μεγαλείο ...  [...]

Η ιστορία που αφηγείται ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος έχει ίσως αυτοβιογραφικά στοιχεία; Δεν έχει σημασία, έχει σίγουρα βιωματικά στοιχεία, αφού κι ο ίδιος γεννήθηκε στη Χειμάρρα και η οικογένειά του κάπου την ίδια εποχή κατηφόρισαν στην Ελλάδα, στη νότια Πελοπόννησο, για ένα καλύτερο μέλλον. Θα μπορούσε να είναι και η ιστορία μιας οικογένειας Σύρων, Αφγανών, Νιγηριανών, Ιρακινών, Πακιστανών, αλλά και μιας οικογένειας Ελλήνων μεταναστών στις δεκαετίες του '50 ή '60 (όπως ένας θείος μου που με την οικογένειά του πήγαν στη Γερμανία) ή στις δεκαετίες του '10 και του '20 του 20ου αιώνα (όπως ο πατέρας του θείου μου, ο παππούς μου, που νεαρός πήγε στην Αμερική).  

Βέβαια, χάρισμα του βιβλίου δεν είναι μόνο η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας και οι κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις του θέματος που πραγματεύεται, αλλά και ο τρόπος που το κάνει, η ίδια η γραφή του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου, με πλούσια και καθαρή αφηγηματική γλώσσα αλλά και εξίσου πλούσιο θεωρητικό λόγο μέσα από τον οποίο δεν χάνει ευκαιρία να περιγράψει, να σχολιάσει, να καυτηριάσει φαινόμενα και καταστάσεις.

Ένα τελευταίο αλλά πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό στοιχείο του βιβλίου που δεν θα ήθελα να παραλείψω είναι το γλωσσάρι, στο οποίο περιέχονται λέξεις, κυρίως από το δεύτερο μέρος με την αφήγηση της μάνας στο βορειοηπειρωτικό ιδίωμα. Όπως φαίνεται και στα παραδείγματα που παρέθεσα παραπάνω, μερικές φορές δυσκολεύεσαι να κατανοήσεις τις λέξεις. Συχνά αναγνωρίζεις τις ρίζες με στοιχεία και από άλλα τοπικά ιδιώματα ή άλλες γλώσσες (π.χ. ιταλικά, όχι τυχαία), αναγραμματισμούς, περικοπές των λέξεων κτλ. 

Είχα πρωτοδιαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του «Τραμπάλα» (Μελάνι, 2016), ξεκινώντας από την περιέργεια ότι είχε σπουδάσει τοπογράφος μηχανικός (και μην μου πείτε περί ... συντεχνιακών καταστάσεων κτλ., αλλά έπαιξε ρόλο για αρχή), και μου άρεσαν, νομίζω ότι και με αυτό τώρα το μυθιστόρημα επιβεβαιώνει πως έχει πολλές δυνατότητες, έχει απόψεις, έχει εμπνεύσεις, έχει αφηγηματική ικανότητα, αναγνώστρια είμαι, βέβαια, όχι κριτικός,  ελπίζουμε να δώσει κι άλλα καλά (και ποιήματα επίσης, το πιο πρόσφατο βιβλίο του εξάλλου είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Αγόραζα πάντα διάφανες ομπρέλες» από τη Θράκα, ενώ για την πρώτη είχε πάρει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου). Και μην ξεχάσω, για το «Χάθηκε βελόνι» είναι υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2022.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

Κλίμακα Μπόγκαρτ, της Μαρίας Φακίνου: μνήμη και διαχείριση του παρελθόντος

Να 'χες ένα όνομα να το 'δινες στην κλίμακα της μνήμης και όλη η ανθρωπότητα [...] παγκοσμίως, Κινέζοι λευκοί Αιθίοπες, να μετρούσαν το βάρος, το βρασμό, το θυμό της μνήμης [..]

Έτσι, η συγγραφέας επινόησε μια τέτοια κλίμακα και της έδωσε το όνομα Μπόγκαρτ, από τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ που τον προτίμησε ίσως από τον Αλέν Ντελόν ή τον Μάρλον Μπράντο; Σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα πολύ ωραίο βιβλίο που πραγματικά απόλαυσα διαβάζοντάς το.

Πρωτότυπη γραφή, μακροπερίοδος λόγος, χωρίς ή με ελάχιστα σημεία στίξης, όπου η αφήγηση της ιστορίας, σε δεύτερο πρόσωπο,  διακόπτεται με την παρεμβολή, σε πλάγια γραφή, μιας άλλης φωνής που ξεπροβάλλει λες για να συμπληρώσει ή να σχολιάσει, ενίοτε ειρωνικά, τα λόγια του αφηγητή.

[...] πούλησε η γυναίκα σου ένα μικρό χωράφι στο χωριό, την έβαλες και συνεταίρο

Κιμπάρης

γωνία Σόλωνος, τέσσερα τραπεζάκια όλα κι όλα, [...]

Ωραίες εικόνες στις λεπτομέρειές τους, σαν διαδοχικές σκηνές από ντοκιμαντέρ, όταν ας πούμε μιλά για τη ζωή στο χωριό και τη ζωή στο μικρό διαμέρισμα της πόλης

[...] κρύο και στο χωριό τα τζάκια φουντωμένα, οι δρόμοι λασπωμένοι, στο καφενείο έχουν μαζευτεί για να δουν το σήριαλ που βλέπει κι εκείνη, η γυναίκα σου, [...] 

στην πόλη μικρό διαμέρισμα, κεντρική θέρμανση, ο ακάλυπτος σκοτεινός, κάποια παράθυρα φωτίζονται τσαφ για μια στιγμή και μετά σκοτάδι πάλι, [...]

ή εικόνες ανάκατες με συλλογισμούς, όπως όταν μιλά για τις πλατείες

[...] οι πλατείες πάντα θυμίζουν σε κάποιον το χωριό του, ακόμα κι αν δεν έχει χωριό, το χωριό που κάποτε πήγε διακοπές, όλοι θέλουν να γυρίσουν στην πλατεία του χωριού τους [...]

Μα το σπουδαίο στο βιβλίο δεν είναι μόνο η τεχνοτροπία γραφής, ο τρόπος παρουσίασης της ιστορίας, αλλά και η ίδια η ιστορία, με κύριες αιχμές στη μνήμη του παρελθόντος και στον τρόπο που γίνεται η διαχείρισή της από τα διαφορετικά πρόσωπα - πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες του έργου που ως αναγνώστρια παρακολουθώ.

[...] η γυναίκα σου

Η άγια αυτή γυναίκα που ποτέ δεν έχωσε τη μύτη της πουθενά

που ήξερε αλλά ποτέ δεν σε αμφισβήτησε, σε φρόντιζε χωρίς ποτέ να σε ρωτήσει για τα χρόνια που ήσουν φαντάρος, όχι επειδή είχε μεγάλη καρδιά, που είχε, όχι από άγνοια ή αγαθοσύνη, ούτε επειδή πίστευε ότι το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν

Το παρελθόν σου σε ακολουθεί μια ζωή

αλλά επειδή,  [...] Τον άνθρωπό σου τον δέχεσαι με τα καλά του και με τα κακά του

Πρωταγωνιστούν η μάνα  - που ξέρει μα δε μιλά, η κόρη - που βρίσκει μια φωτογραφία του οικογενειάρχη πατέρα της όταν ήταν φαντάρος και ο πατέρας - ο καλός οικογενειάρχης, που έκανε φαντάρος - γραφέας υπασπιστηρίου το 1972. Ήταν

Ο οφθαλμός της επαναστάσεως

Παρακολουθούμε πώς οι τρεις αυτοί άνθρωποι διαχειρίζονται το χουντικό παρελθόν του ενός εξ αυτών. Σε κάποια συνέντευξή της, η συγγραφέας είπε ότι η ιδέα για το βιβλίο γεννήθηκε όταν πριν από λίγα χρόνια είχε διαβάσει πως στην Αργεντινή τα παιδιά των βασανιστών της χούντας του Βιντέλα είχαν δημιουργήσει σύλλογο για να αντιμετωπίσουν  το τραύμα από τη συγγένεια με τα πρόσωπα αυτά. Διαβάζοντας, θυμήθηκα και εκείνο το συγκλονιστικό θεατρικό έργο του Ariel Dorfman «Ο θάνατος και η κόρη» (The death and the maiden).*

Σε κάθε περίπτωση, δεν θα ήθελα να δώσω άλλα στοιχεία για την ιστορία του βιβλίου, αξίζει να διαβαστεί και να προβληματίσει για το ζήτημα που εύστοχα, λιτά, λογοτεχνικά, θίγει η Μαρία Φακίνου˙ είναι το ζήτημα της μνήμης του παρελθόντος και της διαχείρισής της όταν αυτή σχετίζεται με προσωπικά βιώματα, με στενές συγγενικές σχέσεις και ιδίως με τις σχέσεις γονιού με παιδί.

Είναι από τα πολύ ωραία και ιδιαίτερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που πέρασε.

--------------------------------------------------

* Το έργο αφορά τη συνάντηση μέσα στη νύχτα μιας γυναίκας με έναν άνδρα που χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της γιατί αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα˙ και ήταν μια απρόσμενη συνάντηση του θύματος με τον θύτη, ο άνδρας που ζήτησε τη βοήθειά της ήταν ο άνθρωπος που την είχε βασανίσει φριχτά στη διάρκεια της χούντας του Πινοσέτ στη Χιλή.  Έχει γυριστεί και σε ταινία, ενώ στην Ελλάδα έχει ανεβεί στο θέατρο με πρωταγωνίστρια τη Θέμιδα Μπαζάκα. Προσωπικά, ήρθα κοντά στο έργο με μια αξέχαστη παράσταση που είχα παρακολουθήσει το 1992 στο Λονδίνο. Γενικότερα, έχουν γραφτεί πολλά για τη διαχείριση της σχέσης με τους βασανιστές ενός καταπιεστικού καθεστώτος και για την αντιμετώπιση αυτού του τόσο βασανιστικού ζητήματος από τους ανθρώπους που βίωσαν τέτοιες καταστάσεις. Λίγα έχω γράψει σε τούτο το ιστολόγιο, ελάχιστη η συνεισφορά, όπως π.χ στην ανάρτηση Εξορίες γλώσσας και ναζισμός ή η γλώσσα μετά το Άουσβιτς με αναφορά στη γλώσσα ή σε δύο αναρτήσεις για έργα της Έρπενμπεκ ή σε άλλες αναρτήσεις με θέμα τη μνήμη κτλ.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Καλή καλύτερη χρονιά, λοιπόν, το 2023, με ελπίδα και δικαιοσύνη!

Ντωμιέ Ονορέ, «Συζυγική τρυφερότητα: Σκηνή οικειότητας κάθε Πρωτοχρονιά,
την ημέρα των δώρων της 1ης του έτους», 1852, 
Εθνική Πινακοθήκη
 

Τα δώρα στον εαυτό μου για τη φετινή Πρωτοχρονιά

Απαραίτητη η συνοδεία του ελληνικού καφέ

Καλή και καλύτερη χρονιά, λοιπόν, με χαρές, ελπίδες και αντοχές, με υγεία, ειρήνη και δικαιοσύνη. Κι αν αναρωτιόμαστε τι νόημα έχουν οι τόσες ευχές, αν δεν ελπίζουμε ότι θα πραγματοποιηθούν ή αν ελπίζουμε πως μπορεί και να πραγματοποιηθούν, ας ακούσουμε τον Ηράκλειτο:

Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον

ή το ίδιο με τα λόγια του Αργύρη Χιόνη*:

Χωρίς ελπίδα,
άπιαστο το ανέλπιστο,
πουλί φευγάτο.

Ξόβεργα η ελπίδα είναι
και καρδερίνα η ζωή.


Ελπίδα και δικαιοσύνη μαζί, εξάλλου ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ είναι η λέξη της χρονιάς που έφυγε, ελπίδα μαζί με δικαιοσύνη να είναι οι λέξεις της χρονιάς που ήρθε. Τις χρειαζόμαστε!

Το λεξοσύννεφο με τις λέξεις του 2022
(περισσότερα στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου)



Και με πολλά καλά διαβάσματα!
--------------------------------------------------------------------------------------

* Πρόκειται για ένα από τα σπαράγματα του Ηράκλειτου που απέδωσε ο Αργύρης Χιόνης σε μορφή χαϊκού και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Η πολιτεία Λαβύρινθος & άλλες αθησαύριστες ιστορίες (εκδόσεις Κίχλη, 2020). Το παραπάνω είναι ένα από τα ποιήματα που συνοδεύουν την ιστορία με τίτλο «Τα ηρακλείτεια χαϊκού και τάνκα του Καμιμούρα Γιουτάκα», με τα οποία αποδίδει στα ελληνικά τα χαϊκού του Ιάπωνα ελληνιστή ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα, επηρεασμένα, όπως φαίνεται, από τον Ηράκλειτο. Ο Χιόνης ονομάζει τη συλλογή «Αγχιβασίη: Διά χειρός Ηρακλείτου, Καμιμούρα Γιουτάκα και Αργυρίου Χιόνη», σημειώνοντας ότι αυτός ήταν ο τίτλος και της ιαπωνικής συλλογής (προφανώς γνωρίζοντας ο Ιάπωνας ποιητής ότι η λέξη σημαίνει αμφισβήτηση, προσέγγιση). Αξίζει, πάντως, να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο του Χιόνη. (Για τα χαϊκού γενικότερα  βλ. επίσης εδώ και εδώ).

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

Αποχαιρετιστήριο στον Thomas Froehlich

Αποχαιρετώ τον χρόνο τούτο με κάποιες από τις ευχετήριες κάρτες που μου είχε στείλει ο Αμερικανός φίλος μου Tom Froehlich. Ο Τομ έφυγε τον περασμένο Μάρτη στα 81 του. Δεν ήταν ένας τυχαίος Αμερικανός ο Τομ, ήταν ένας φιλόσοφος, όπως μου είχε πρωτοσυστηθεί, που ήθελε να επισκεφτεί την Ελλάδα για να περπατήσει τους ίδιους δρόμους που περπατούσε ο Σωκράτης, ήθελε να περπατήσει από την Αθήνα μέχρι τον Πειραιά. Έτσι μου είχε πει, και ήρθε στην Αθήνα το 1990, τον φιλοξένησα, βρήκε βέβαια κάποια δυσκολία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, περπάτησε όμως την Αθήνα όσο μπορούσε, επισκέφτηκε τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία της, πήγαμε ένα βραδάκι στον Πειραιά, νομίζω χάρηκε εκείνη την επίσκεψη.


Ο Τομ ήταν διαπρεπής καθηγητής στην Επιστήμη της Πληροφόρησης, για πολλά χρόνια στο Kent State University, όπου άφησε το στίγμα του στον τομέα μελέτης της ηθικής της πληροφορίας. Σε άλλη ανάρτηση θα προσπαθήσω να παρουσιάσω λίγα παραπάνω για το έργο του, απλά να σημειώσω ότι τα ενδιαφέροντά του ήταν γύρω από τα θέματα της κακής, ψευδούς, παραπλανητικής, κακόβουλης πληροφορίας (misinformation / disinformation), της ηθικής και της δημοκρατίας στην πληροφόρηση. 

Τον γνώρισα το 1985 ως διδάσκοντα στο καλοκαιρινό πρόγραμμα (Summerschool) του Πανεπιστημίου Aberystwyth στην Ουαλία. Ήταν ένας φιλικότατος άνθρωπος, που αγαπούσε τη συζήτηση, το φαγητό (ήταν ευτραφής), τα ζώα και τη γυμναστική (ξυπνούσε πολύ νωρίς κάθε πρωί, πήγαινε για τζόκινγκ και κάποια στιγμή βλέπαμε έναν κάθιδρο Τομ, με βερμούδα, να επιστρέφει, δυσκολευόμενος να αρθρώσει μια λέξη από το λαχάνιασμα!). Είχε πολύ καλή σχέση με την κουζίνα, είχε εξοικειωθεί και με το εστιατόριο του Πανεπιστημίου και κάποια στιγμή διοργάνωσε κοινή κουζίνα, είμασταν άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο, φτιάξαμε διάφορες λιχουδιές, εγώ θυμάμαι έφτιαξα κεφτέδες με πατάτες στο φούρνο και πιλάφι. Ήταν όμως και σαν δάσκαλος εξαιρετικός, έλεγε αυτά που συνήθως δεν ακούς από τους υπόλοιπους, μας μιλούσε για τα θεωρητικά ζητήματα της πληροφορίας, για τους φραγμούς, τους κινδύνους, την κακή χρήση, το δημοκρατικό έλλειμμα, την ηθική. (Χάρη σ' αυτόν ξεκίνησα μια πολύχρονη έρευνα πάνω στον ρόλο των βιβλιογραφικών αναφορών που οδήγησε στην προκήρυξη εκπόνησης διδακτορικής διατριβής στον Τομέα Φιλοσοφίας του ΕΜΠ που δυστυχώς για προσωπικούς λόγους δεν κατάφερα να ολοκληρώσω και αργότερα στράφηκα σε άλλο αντικείμενο, αλλά αυτό δεν αφορά τούτη την ανάρτηση).


Ο Τομ ήταν ιδιαίτερα δραστήριος, ταξίδευε πολύ, έκανε φίλους σε όλο τον κόσμο και διατηρούσε τις φιλίες αυτές. Συχνά έστελνε κάρτες από τα μέρη που πήγαινε και οπωσδήποτε έστελνε τις ευχετήριες κάρτες για τον Νέο Χρόνο, όπως οι παραπάνω, οι οποίες συνοδεύονταν από τη λεπτομερή περιγραφή των ταξιδιών της χρονιάς.


Είχε επαφές με την κοινότητα στην οποία ανήκε, με τη γειτονιά όπως θα λέγαμε εμείς, διοργάνωνε γεύματα, ήταν πολύ καλλιεργημένος, ενδιαφερόταν ουσιαστικά για θέματα πολιτισμού, αγαπούσε την οικογένειά του, είχε αδέλφια και ανίψια πολλά, αγαπούσε πολύ τα ζώα, είχε γάτες που τις έλεγε παιδιά του. Έγραφε στο γράμμα του 1997:

My kids, Andre, Sebastian and Tasha, are all doing well, and they send their best wishes for a purr-fect New Year. Their dad continues to fall apart. The fifties are not the best time for the body to age gracefully, and one is forced to attend to the sins of the past: too many good parties and too many good times [...]

Αποχαιρετώ τον Τομ με μια φωτογραφία του που νομίζω δείχνει τον άνθρωπο που ήταν, με καλοσύνη και με αγάπη για ζωή. Δεν ξέρω αν βρήκε τον Σωκράτη στον δρόμο του, άλλωστε έναν Σωκράτη, αν θέλουμε, τον κουβαλούμε μέσα μας...
Καλή καλύτερη χρονιά!


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Το Μηνιαίο Δελτίο Προσκτήσεων της Εθνικής Βιβλιοθήκης


Η Εθνική Βιβλιοθήκη ξεκίνησε από το καλοκαίρι του χρόνου αυτού τη δημοσίευση ενός Μηνιαίου Δελτίου Προσκτήσεων, με το οποίο ενημερώνει για μέρος από τα αποκτήματά της. Στο Δελτίο περιέχονται κυρίως επιλογές από προσωπικά αρχεία που δωρήθηκαν στη Βιβλιοθήκη από επιγόνους των κατόχων τους, οι οποίοι είναι ιστορικοί, λογοτέχνες, επιστήμονες, στρατιωτικοί και άλλες προσωπικότητες. Στις δωρεές αυτές περιέχονται τόσο βιβλία και άλλο χαρτώο υλικό όσο και προσωπικά αντικείμενα. Τα αρχεία μπορούν να μελετηθούν είτε στο Αναγνωστήριο Χειρογράφων είτε στην Πλατφόρμα Ψηφιακών Συλλογών της ΕΒΕ, όπως κατά περίπτωση αναφέρεται στο σχετικό δελτίο.

Τα δελτία συντάσσονται από υπάλληλο ή συνεργάτη/τιδα της Βιβλιοθήκης. Μέχρι τώρα έχουν συνταχθεί έξι μηνιαία δελτία. Έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που περιγράφουν το υλικό αυτό, στα οποία, πέραν των άλλων, αναφέρονται και τυχόν σχέσεις με άλλες πηγές υλικού των ίδιων προσώπων, όπως είναι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) κ.ά.

Αναφέρω ενδεικτικά τους τίτλους των αποκτημάτων που αναφέρονται στα δελτία μέχρι τώρα:

  • Αρχείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
  • Περιοδικόν της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας, τχ. 1-40, 28 Φεβρουαρίου- 26 Νοεμβρίου 1926
  • Αρχείο Ψύχα
  • Αρχείο Κορδάτου
  • Αρχείο Γιώργου Σκούρτη
  • Αρχείο Νικολάου Ε. Παναγιωτάτου
  • Συλλογή Γεωργίου Ν. Μακκά
  • Αρχείο Ζυγούρη
  • Κατάλογος της διαφημιστικής εταιρείας «GEO»
  • Αρχείο Νίκου Καχτίτση

Η συνεισφορά του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που είναι και ο Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης, είναι παραπάνω από αξιοσημείωτη και σημαντική, όχι μόνο στα κείμενα που υπογράφει ο ίδιος σε κάποια Δελτία, αλλά και γενικότερα ως στοχαστής και άνθρωπος των Γραμμάτων. 

Για το Αρχείο Νίκου Καχτίτση (Δεκέμβριο 2022) διαβάζουμε:

Το 2003, για το αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Νίκο Καχτίτση (1926-1970) που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς (τχ. 1755), ο αδελφικός του φίλος, ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008), εμπιστεύτηκε στον διευθυντή του περιοδικού Σταύρο Ζουμπουλάκη τεκμήρια της αλληλογραφίας τους από το προσωπικό του αρχείο. Στις αρχές του 2022, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης εμπιστεύτηκε με τη σειρά του το Αρχείο Καχτίτση στις Ειδικές Συλλογές της ΕΒΕ, μαζί με το δικό του προσωπικό αρχείο, του οποίου αποτελεί διακριτό μέρος.

Το Αρχείο Καχτίτση μάς εισάγει στον «πολιορκημένο» κόσμο του συγγραφέα, όπου τα όρια ανάμεσα στην αλληλογραφία και τη λογοτεχνία, την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία του τόπου, του χρόνου και των προσώπων, είναι ασαφή και δυσδιάκριτα. 

[...]

Τα περισσότερα ανέκδοτα κείμενα του Αρχείου Καχτίτση έχουν δημοσιευτεί στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας (σ. 504-528), με επιμέλεια και σημειώσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη, ενώ μια πληρέστερη εικόνα της αλληλογραφίας του με τον Γιώργη Παυλόπουλο αποδίδει το Αρχείο Παυλόπουλου που ανήκει στις Συλλογές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα (ASCSA) της Γενναδείου Βιβλιοθήκης καθώς και η έκδοση, σε φιλολογική επιμέλεια της Αυγής- Άννας Μάγγελ, «Νίκος Καχτίτσης, Τα Γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο (1952-1967), εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2001».

Η παραπάνω εικόνα είναι από τον κατάλογο της διαφημιστικής Εταιρείας «GEO» με τίτλο «Société de publicité GEO, Kyrieris – Campanakis et Cie». Διαβάζουμε για τον κατάλογο αυτό στο Δελτίο του Οκτωβρίου:

Το τεκμήριο, σε σχήμα πλάγιου 8ου (13,8 x 22,5), τυπωμένο στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα της τυπογραφίας του μεσοπολέμου. Επιπλέον, παρουσιάζει βιβλιοδετικό ενδιαφέρον, καθώς φέρει ανάγλυφο λογότυπο της εταιρείας στην εμπρόσθια όψη και αποτελείται από 8 δίφυλλα με κείμενα και αναπαραγωγές φωτογραφιών, τα οποία συνδέονται στην αριστερή πλευρά με κορδόνι καφέ χρώματος.

Όλες οι περιγραφές στα Δελτία είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Είναι μια σημαντική υπηρεσία πληροφόρησης και εξωστρέφειας της Εθνικής Βιβλιοθήκης, έχουν αναπτυχθεί και άλλες,  και βέβαια αυτό πιστώνεται στο προσωπικό της Βιβλιοθήκης και στον ακάματο Γενικό Διευθυντή της Φίλιππο Τσιμπόγλου. Ευχόμαστε να πολλαπλασιαστούν οι υπηρεσίες αυτές, να εκσυγχρονιστούν κι άλλο και βέβαια η Πολιτεία να είναι ουσιαστική αρωγός για μια σύγχρονη Εθνική Βιβλιοθήκη και για μια Εθνική Πολιτική Βιβλιοθηκών.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Να είχα, λέει, μια τρομπέτα: η Μάρω Δούκα για τα λίγα που ξέρει και τ' ασήμαντα, λέει, που θυμάται

 Από τη μια γιαγιά στην άλλη γιαγιά και στην παράλλη, από παγκάκι σε παγκάκι

η Μάρω Δούκα στο τελευταίο της βιβλίο ξεδιπλώνει μνήμες και βιώματα της νεαρής Κάκιας από τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στην Κρήτη και στην Αθήνα.

Πώς μπορείς να εξηγήσεις το καθετί μ' αυτά τα λίγα που ξέρεις, μ' αυτά τα ασήμαντα που θυμάσαι, μ' αυτά που ξέχασες ότι θυμάσαι αλλά εσύ τα θυμάσαι και τα αφήνεις ή δεν τα αφήνεις να επιδρούν στην επείγουσα ανάγκη σου να καταλάβεις.

Από παγκάκι σε παγκάκι κι από τον ένα συνειρμό στον άλλο, από τη μια θύμηση στην άλλη, 
 
τι σκέφτεσαι, τι δεν σκέφτεσαι, τι θυμάσαι, τι εννοείς ότι θυμάσαι, υπάρχει άραγε διαφορά ανάμεσα στη θύμηση και τη μνήμη, η μνήμη είναι πιο πηχτή, πιο πυκνή, πιο στέρεη. Η θύμηση θολαίνει, χαλαρώνει, σβήνει με την πρώτη ευκαιρία.
  
Ένας γυναικείος χορός, οι τρεις γιαγιάδες και η εγγονή, η αφηγήτρια, η Κάκια, μάλλον η Μάρω πίσω από την Κάκια, που ανασύρει μνήμες και προσπαθεί να εξηγήσει˙ η ίδια η συγγραφέας, μ' έναν λόγο χειμαρρώδη, συνεχή, μακροπερίοδο, πλούσιο σε λέξεις και νοήματα και θέσεις, πλούσιο σε ντόπια ιδιωματικά στοιχεία, λόγο ανάμεσα στη θύμηση και στη μνήμη, ανάμεσα στο όνειρο και στο ξύπνιο, ανάμεσα στην ιστορία και στο σήμερα, στις παραδόσεις, στα στερεότυπα και στον ρεαλισμό. 
 
Από παγκάκι σε παγκάκι, από θύμηση σε θύμηση κι από συνειρμό σε συνειρμό, ξεδιπλώνεται χωρίς σταματημό η ιστορία των τριών γιαγιάδων και της Κάκιας της εγγονής και νύφης˙ και με τη μορφή της μίας ή της άλλης γιαγιάς ή της εγγονής, οι ζωές των γυναικών στην Κρήτη και στην Ελλάδα, και μαζί οι ζωές των τριών οικογενειών, τα βάσανα, οι προκαταλήψεις, οι ομορφιές, η καθημερινότητα στο χωριό, οι βεντέτες, ο πόλεμος, η κατοχή, το αντάρτικο, ο εμφύλιος, οι Εβραίοι και το Ταναΐς. Η λεπτομέρεια στις περιγραφές, αχ αυτή η ωραία εμμονή της Μάρως Δούκα στη λεπτομέρεια των απλών πραγμάτων, στις λέξεις που τα ονοματοδοτούν και στα υποκοριστικά που κάνουν τον λόγο της ακόμη πιο αγαπητικό, πιο οικείο, πιο τρυφερό!
 
[...] ήθελε να την πάρει, του άρεσε και την ήθελε, ένα κηπάκι μόνο, αν του έδιναν, λίγες ρίζες ελιές για το λαδάκι, δέκα οκάδες φακή χωράφι, αυτά μόνο τα λίγα. Κάνα σκορδάκι, κάνα κρεμμυδάκι, το μαρουλάκι, το αγγουράκι στο παρακεί πεζούλι.

Η μοίρα της γυναίκας παντού μέσα στο βιβλίο.
 
Σειρά είχε και η ιστορία της γιαγιάς Αφροδίτης, της αθώας μου περιστεράς, που την πάντρεψε με το ζόρι ο πατέρας της, ούτε καν τη ρώτησε, όχι, όχι δεν τον ήθελε, έκλαιγε στα κρυφά, κι έλεγε να φαρμακωθεί, αλλά θεία φώτιση της ήρθε και τον αγάπησε τον Γιώργη της και τι που ήταν λογάς και πλατυκέφαλος και κοντούλης, ήταν ένας ολόγλυκος μελαχρινός, το μελανούρι της, έκανε πως χόρευε κιόλας, ανάθεμα κι αν ήξερε σύρει ζάλο, αυτή όμως τον καμάρωνε στον πεντοζάλη που μεταπατούσε λες και πατούσε σταφύλια στο πατητήρι, το 'χε αποφασίσει να γλιτώσει από τον τύραννο τον πατέρα της, να είναι κυρία και αρχόντισσα στο σπίτι της με τον Γιώργη της. 
 
Η γυναίκα και η μοίρα της, πιο τραγική η μοίρα της Θεανώς, θείας της Κάκιας: 
 
[...] εσύ, μάνα, φταις, μάνα είσαι εσύ για σκύλα; που μ' άφησες να σέρνομαι στα χωράφια, ούτε να φαίνω, ούτε να κεντώ μ' έσπρωξες, να πεις πώς θα στήσει αύριο μεθαύριο το σπιτικό της, αν δεν της μάθω το ένα και το άλλο, όχι, όχι, τα καλά και συμφέροντα, τους γιους στα γράμματα, τη μεγάλη, δηλαδή τη μαμά μου, στο κέντημα και στον αργαλειό, και αυτή το κακορίζικο η μαύρη και άραχλη φαμέγια. [...]
 
Οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια:
 
η μητέρα στη μαγειρική, η γιαγιά στα ζώα, οι θείοι στα γράμματά του ο καθένας, η Θεανώ στα χωράφια και εγώ να υπουργεύω, να κάνω όλες τις δουλειές του ποδαριού, να βοηθώ εδώ και εκεί, να ανακατεύομαι σε όλα και να έχω γνώμη για όλα και με την άδειά τους για να με ξεφορτώνονται.
 
Κι η βεντέτα που καλά κρατεί στα μέρη και η θυσία για να ρθει ο σασμός, ιστορία που μου θυμίζει ανάλογη περίπτωση στην οικογένεια του δικού του παππού που ήταν από την Αράδενα, διπλανό χωριό στον Αϊ-Γιάννη.
 
Κι ας νομίζανε οι ειδικοί μου του φονιά ότι με την Εργινιά, τη γιαγιά μου, θυσία και προσφορά θα εξευμενίσουν την οικογένεια των θυμάτων, κι ούτε που τη ρωτήσανε την άτυχη αν θέλει ή δεν θέλει αυτή την παντρειά, παρά σαν κηδεία που ξεστράτισε σε γάμο την είχανε στεφανώσει με τον Νικόστρατο, ούτε κι αυτός είχε ερωτηθεί, ή την παίρνεις, του είχε πει μόνο ο πατέρας του, ή αναγκαστικώς πρέπει να κάνεις το χρέος σου και να σκοτώσεις τον φονιά. Αλλά αυτός φονιάς δεν ήθελε να γίνει, κι έγινε το μυστήριο και αγαπηθήκανε πολύ. Ο Θεός να σε φυλάει μόνο από τα σόγια και τη στενοκεφαλιά τους.
 
Σκέφτεται και αναπολεί την Σφακιανή γιαγιά της με τη δαντέλα που δεν τη γνώρισε ποτέ.
 
[...] γιαγιά μου, γιαγιά μου, γιατί να μη σε γνωρίσω ποτέ, γιατί να μην μπορώ να σε φανταστώ όπως σου αξίζει, να σε γηροκομήσω, να σε περιποιηθώ, να σε χτενίσω, να σε λούσω και εσύ να μου δίνεις ευχές μόνο ευχές. Να μου μάθεις εσύ να σου μάθαινα πεντόβολα, πώς να γνέθω, πώς να γνέθεις, να παίζαμε κουτσό στον περίβολο του Αϊ-Γιαννιού και να βρισκόμουν ξαφνικά στον άλλο περίβολο του άλλου Αϊ-Γιαννιού. Με τη γιαγιά μου τη μία, με τη γιαγιά μου την άλλη. Ώρα μου να σηκωθώ να πάρω και πάλι το δρόμο για τα Πατήσια μου.
 
Ένας ποταμός λέξεων με εικόνες και νοήματα, κι ένας σωρός από ερωτήματα, λες σαν απολογισμός της ίδιας της συγγραφέα, και ... ξάφνου να ΄σου και ο αγαπημένος μου Σαγκάλ

[...] τι ήθελε στη ζωή της, τι κατάφερε, πόσο ταξίδεψε, πόσα σπίτια και ανθρώπους μέσα στα σπίτια είδε από ψηλά σαν ηρωίδα του Σαγκάλ, πόσους ψιθύρους και γέλια και κλάματα [...]

Και όταν θέλει να κάνει ανάπαυλα από τη βόλτα από παγκάκι σε παγκάκι η συγγραφέας μας βάζει στο εργαστήριο της: 
 
Ευτυχώς έχει αρκετές προμήθειες στο ψυγείο, δεν θα χρειαστεί σήμερα να βγει έξω. Θα ανοίξει τα χαρτιά της, να ξαναδιαβάσει τα γραμμένα της, να τα επεξεργαστεί, πόσο πολύ της αρέσει να τα επεξεργάζεται, να τα βλέπει και να τα ξαναβλέπει όσο να καταλάβει τι ακριβώς θέλουν οι λέξεις, τι θέλουν οι προτάσεις, πώς εξελίσσεται και πώς βολεύεται ιστορία της, τι σκοπεύει η ηρωίδα της. Ή μήπως στην ουσία τίποτα δεν θέλει ηρωίδα της, να έρθει μόνο και να ζήσει και αυτή σ' αυτόν τον κόσμο, να υπάρξει και αυτή όπως υπήρξαν οι γιαγιάδες της, λίγο καλύτερα ίσως, όχι όμως και πολύ, δεν την αντέχει την ευκολία , ούτε και την πολλή ευτυχία αντέχει, όπως δεν την αντέχει και την τόση αναμονή, αλλά και πάλι κατά βάθος την αντέχει, να περιφέρεται εκ του ασφαλούς, να συνομιλεί χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες, να ακούει μόνο, να αγγίζει μόνο και να χαίρεται, αγέννητη και πάλι γεννημένη, ικανή να νιώσει τον τζίτζικα που λαλεί στο κυπαρίσσι της γιαγιάς Φιλαρέτης, τον πετροκότσυφα στη μουριά λίγο πιο πέρα από το μνήμα της γιαγιάς Αφροδίτης και τους μελισσοφάγος στην αγριαχλαδιά της γιαγιάς Ειρήνης.

Θαρρείς πως η ιστορία του βιβλίου διαμορφώνεται στην πορεία. Η συγγραφέας παίζει με την αφηγήτρια, την Κάκια, πότε η μια προπορεύεται, πότε η άλλη˙ και η αναγνώστρια; κι αυτή στο παιχνίδι, διαβάζει αυτά που θέλει και που τα ερμηνεύει όπως νομίζει.
 
[...] Αλλιώς ξεκίνησε την ιστορία της χωρίς ιστορία και αλλιώς προχωράει μετά εμποδίων χωρίς αρχή η μέση ή τέλος, παρούσα και απούσα αλλά και σίγουρη. Πότε παγκάκι δημοσίας χρήσεως, πότε ιδιόκτητο στη φαντασία της, πότε η κοπελίτσα θλιμμένη, πότε διήγημα σοφό, πονετικό, παρατηρητικό, πότε νυσταλέο. Τώρα όμως κοίταζε με ενδιαφέρον γύρω της, κάνοντας και λίγο το τυφλό, λίγο το κουφό λίγο το αδιάφορο διήγημα. Εφόσον καμία διάθεση δεν είχε να μπλεχτεί με δράματα, μελαγχολίες, καταθλίψεις και τα σχετικά. Κάτι το εορταστικό ήθελε μόνο, το συγκινητικό, το ανάλαφρο. Σηκώθηκε και πήρε πάλι τους δρόμους [...]
 
Και η ιστορία μας φτάνει στο τέλος του και δεν συστηθήκαμε με τις τρεις γιαγιάδες, τη Σφακιανή  Ειρήνη, με το υποκοριστικό Εργινιά, από τον πατέρα της, τη Σεληνιώτισσα Αφροδίτη από τη μάνα της και την εξ αγχιστείας γιαγιά Φιλαρέτη, την αρχοντοπούλα με τη χρυσή καδένα,
 
και ας μη γνωρίζονταν, και ας μην είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, ήρθε η ώρα να συνυπάρξουν στη μνήμη και στη σκέψη της Κάκιας, άνοιξε η Κάκια την κάτω πόρτα, άνοιξε και την πάνω, μπήκε στο σπιτάκι της, η δεκαοχτούρα που κλωτσούσε το πεύκο φάτσα στο παράθυρο της έριξε μ' εμπιστοσύνη μια ματιά. Και αυτό ήταν. Γέμισε το πιατάκι με τροφή και το λεκανάκι με νερό στο περβάζι. Ωραία περιπλανήθηκε τόσες μέρες και τόσες νύχτες, με όνειρα και οπτασίες, φαντασιώσεις και εμμονές, τέλειωναν όμως οι διακοπές, τέλειωναν και οι ποδαρόδρομοι στα περασμένα, στα μαγικά, στα τρυφερά, στα αποτρόπαια περασμένα, από αύριο ξαναγεννημένη και αποφασισμένη, χαμογελαστή ...

Βιώματα, μνήμες και θύμησες από τον γενέθλιο τόπο ζωντανεύουν μαζί με στιγμιότυπα από τους δρόμους της Αθήνας και πλάθουν την εικόνα του τόπου μας και των ανθρώπων του˙ σαν μια ταινία δρόμου, που σε ταξιδεύει από παγκάκι σε παγκάκι, κι από συνειρμό σε συνειρμό. Η Μάρω Δούκα παρατηρεί και ερμηνεύει την κάθε λεπτομέρεια του μικρού και του μεγάλου κόσμου μας, συμμετέχει η ίδια, πειραματίζεται στις τεχνοτροπίες της γραφής και της αφήγησης, και σαν καλή μαστόρισσα των λέξεων και των νοημάτων μας παραδίδει άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο, σοφό, πονετικό, παρατηρητικό, και, κυρίως, εορταστικό!

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Ωδή σ' έναν κοκκινολαίμη, του Νάνου Βαλαωρίτη

Έμαθαν τα χελιδόνια γράμματα
κι οι πέτρες να μιλάνε
ν' απαγγέλλουν δράματα
του θεού τα πράματα
και τραγούδησαν τα ψάρια
μια ωραία σερενάδα
ένα πρωί σταμάτησε να ηχεί
μια καμπάνα ραγισμένη

δεν ξαναχτύπησε η καημένη
να ξαναζήσει η αποθαμένη
κι ο λύκος φύλαγε τα ζαρκάδια
έμαθε να μην τα κυνηγάει
και να τρώει πορτοκάλια

κι έτρεξε γρήγορα η χελώνα
να προσλάβει το λαγό
στου δρόμου τα μισά
κι έγινε ένα βραχυκύκλωμα
των στύλων του ηλεκτρικού
και τον ξεπέρασε στο τέρμα

μα φτάνουν οι ψευτιές γι' απόψε
κι ας πούμε κάτι αληθινό
να μη χαλάσει η πένα μου
και το μελάνι μη χυθεί
να μαυρίσει το χαρτί

να μελανιάσουν οι ουρανοί
να φυτρώσουνε δυο κυπαρίσσια
πάνω στα λόγια που έσπειρα
μια νύχτα του καλοκαιριού
από σκέτη ακριτομυθία

ώσπου να μας πάρει ο ύπνος
με τους σιγανούς ρυθμούς του
και τα λοξά του όνειρα
που σαν αυτά δεν έχουν όμοια
τα μακρυπόδαρά μας χρόνια

που πάν' να σβήσουν τη φωτιά
στο στήθος του κοκκινολαίμη
και την αγάπη στην καρδιά
εκείνης που σε περιμένει
 

 
Σημ. Αντέγραψα το ποίημα του Νάνου Βαλαωρίτη από τη συλλογή «Το ξανανοιγμένο κουτί της Πανδώρας», εκδ. Άγκυρα, 2006. Έχει υπογραφή «14 Μαρτίου 2005, Καθαρή Δευτέρα». Στο βιβλίο, τόσο εξώφυλλο όσο και τα σχέδια-κολάζ είναι έργα του ποιητή (είχα γράψει κι εδώ για τα κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη).

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Οι Τζίες της Αγίας Αικατερίνης: Ένα κερκυραϊκό αφήγημα

 


Μου έστειλε τις προάλλες ένας φίλος Κερκυραίος ένα εξαιρετικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 19 Νοεμβρίου στην τοπική Κερκυραϊκή εφημερίδα «Ενημέρωση». Έχει τον τίτλο «Οι Τζίες της Αγίας Αικατερίνης» και υπογράφεται από τον Σταμάτη Κυριάκη. Είναι ένα πολύ ωραίο κείμενο και θα ήθελα να το μοιραστώ ανήμερα της γιορτής μου:


«Παραγγέλνω το τσιπουράκι μου στο παραλιακό ταβερνάκι της Αγίας Αικατερίνης. Κυριακή μεσημέρι. Τέλη Οκτώβρη.





Κάτι σαν τις Τουαρέγκ της ερήμου. 

Παλιά είχα βγάλει μια θεωρία όπου στο μέλλον θα εμφανιστούν κάτι Τζίες ξερακιανές χίπισσες με στρογγυλά γυαλιά και λουλουδάτα μακριά φορέματα σαν την Τζάνις Τσόπλιν ρυτιδιασμένη. Έπεσα έξω. 

Αργότερα έβγαλα άλλη θεωρία όπου οι Τζίες του μέλλοντος μας θα είναι γεμάτες τατού στο σβέρκο στην κοιλιά στα μπούτια και στους αστραγάλους. Ξανάπεσα έξω.

Οι Τζίες παραμένουν αναλλοίωτες λες και έχουν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς τους με τον χρόνο».


Δεν γνωρίζω ούτε τον συντάκτη ούτε η αλήθεια είναι πολύ καλά το σημείο εκείνο της πόλης της Κέκυρας. Βρίσκεται πριν τα Γουβιά κοντά στο Νοσοκομείο. Τζίες πάντως στην πόλη έχω δει  πολλές φορές στον όρμο της Γαρίτσας, στον Ανεμόμυλο, αλλά και στο Φαληράκι, στα μπάνια του Αλέκου. Τζίες είναι οι θειές, έτσι τις λένε στο νησί ή αλλιώς τσάτσες (στην παραλήγουσα).


Το κείμενο μου θύμισε τις «Καστρωμένες» της Τήνου, που τις περιέγραψε τόσο γλαφυρά στο τοπικό ιδίωμα ο Αντώνης Συριανός (Νεφέλη, 2019). Εκείνες δεν σύχναζαν σε καμιά παραλία του νησιού, ήταν οι γυναίκες του κάστρου, πολλές υποκατηγορίες ανάμεσά τους, οι πανούδες, οι σέρφες, οι παρακαθίστρες, οι πουρδοσφυρίχτρες, οι σαλιάρες, οι αγαπιανές, οι γλωσσοραπάνες, οι Καραμπελίνες, οι Αλαβάναινες, οι Κοντύλαινες και τελειωμό δεν έχουν...

Μα πιότερο μου θύμισαν τις Κουμκαπιανές (δικός μου ο χαρακτηρισμός). Είναι οι Χανιώτισσες που μένουν οι περισσότερες στο Κουμ Καπί και κολυμπούν στην παραλία από εκεί που ήταν παλιά τα σφαγεία και τώρα είναι γεμάτο καφετέριες και ουζερί μέχρι την Πύλη της άμμου, κάτω από το Μικρό Καφέ, από τον Άσωτο, από το Ελληνικό, από το Ντεμέκ, από το Ακταίον...Τις βλέπεις σταθερά κάθε πρωί, όσο εσύ απολαμβάνεις το καφεδάκι σου, εκείνες δυο δυο, τρεις τρεις ή και μία μοναχή της, να πηγαίνουν όλο και πιο μέσα, να ξεμακραίνουν, να κολυμπούν από τη μια άκρη μέχρι την άλλη και να γίνονται κουκίδες στη μέση της θάλασσας (Από κει και η φωτογραφία παραπάνω). 

Σαν τις Κουμκαπιανές, λοιπόν!

Υστερόγραφο: Για τη σημερινή μέρα, ωραίο το αφιέρωμα του Νίκου Σαραντάκου με γλωσσικό, και όχι μόνο, ενδιαφέρον (https://sarantakos.wordpress.com/2022/11/25/katerina-3/).

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης για τον Εμμανουήλ Κριαρά: δυο ζηλωτές της γλώσσας

 

Με αφορμή την εκλογή του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη στην έδρα Γλωσσολογίας της Ακαδημίας Αθηνών, θάθελα να κάνω μια μικρή αναφορά στον άξιο επιστήμονα χωρίς να επαναλάβω όσα πολλά (και καλώς) θα γραφτούν αυτές τις μέρες. Έτσι, επειδή είναι και καλός φίλος της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας, θα μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα από την εξαιρετική πανηγυρική ομιλία του στην έναρξη του 10ου Συνεδρίου της ΕΛΕΤΟ (Αθήνα, 12-14 Νοεμβρίου 2015) που ήταν αφιερωμένο στον Εμμανουήλ Κριαρά. Ο Χαραλαμπάκης αγαπά τον Κριαρά, τον έχει αποκαλέσει άλλωστε «ζηλωτή της γλώσσας» και πολύ συχνά τον επικαλείται (είχα γράψει λίγα εδώ https://katerinatoraki.blogspot.com/2014/10/blog-post_7.html).

Η ομιλία του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη είχε τίτλο «Εμμανουήλ Κριαράς: homo universalis» και εδώ παραθέτω το τελευταίο μέρος της που επιγράφει Συμπέρασμα. Αξίζει όμως να διαβαστεί ολόκληρο το κείμενο, γιατί δεν φωτίζει μόνο την προσωπικότητα του σπουδαίου γλωσσολόγου και ανθρώπου Κριαρά αλλά σκιαγραφεί την εικόνα πολλών ζητημάτων γύρω από τη γλώσσα, το γλωσσικό ζήτημα, την ιστορία και τις κακοδαιμονίες του τόπου και φυσικά, έμμεσα, δίνει και στοιχεία από την προσωπικότητα του ίδιου του ομιλητή.

Το όνομα του Εμμανουήλ Κριαρά θα μείνει με χρυσά γράμματα στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων ως ένα καθολικό πνεύμα που ήρθε από άλλες εποχές για να φωτίσει το παρόν και να καταυγάσει τον ορίζοντα του μέλλοντος. Η ζωή του ήταν ένα μυθιστόρημα. Όσο περνούν τα χρόνια θα μεγαλώνει ο θαυμασμός των επιγενομένων για το τιτάνιο έργο που επιτέλεσε. Δεν ήταν μόνο λαμπρός επιστήμονας. Είχε τη σπάνια ικανότητα να εκλαϊκεύει την επιστήμη του, να απευθύνεται στα ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού, για την προκοπή του οποίου αγωνίστηκε, και να ασκεί υπεύθυνη γλωσσική αγωγή και παιδεία. Αγωνίστηκε σθεναρά για αξίες και ιδανικά με κύριο αίτημα την κοινωνική δικαιοσύνη. Γνήσιος επαναστάτης από τα μαθητικά του χρόνια, δεν πρόδωσε τα δημοκρατικά του ιδεώδη ούτε εξαργύρωσε τις φυλακές και τις διώξεις. Διορατικός, ενάρετος, ανιδιοτελής, φιλάνθρωπος, γενναιόδωρος και απέναντι στους εχθρούς του, εξέπεμπε μια ασυνήθιστη λάμψη αταραξίας ψυχής και γαλήνης συνειδήσεως. Δικαίως τιμήθηκε εν ζωή με πλήθος ύψιστων διακρίσεων. Με το φωτεινό του παράδειγμα έδειξε ότι ο Άνθρωπος όταν αξιοποιήσει με θέληση, πάθος και αφοσίωση τις δυνατότητες του νου και της καρδιάς του, χωρίς να ορρωδεί μπροστά στις αντιξοότητες, μπορεί να φτάσει στα ακρότατα όρια της μεγαλοσύνης. 
 
 

Σημείωση: Η φωτογραφία του κ. Χαραλαμπάκη είναι από την τελετή έναρξης του 10ου Συνεδρίου της ΕΛΕΤΟ και η εικόνα με τον Εμμανουήλ Κριαρά είναι από την αφίσα του συνεδρίου.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Ο ύπνος της λογικής, του Γιάννη Ψυχοπαίδη: για την τυραννία της συνήθειας αλλά και της εξουσίας και της ανθρώπινης μωρίας

Μέσα στον ζόφο των ημερών, στην τοξικότητα των "νόμιμων" παρακολουθήσεων από τον Μεγάλο Αδελφό την κυβέρνηση, στην πολιτισμική φτώχεια ανάκατη με διαφθορά και διαπλοκή όπου οι βιαστές παιδιών εισπράττουν συμπάθεια και οι καλλιτέχνες κυνήγι αν εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους κι όπου οι δημόσιοι χώροι δεν είναι ελεύθεροι (και ούτε δημόσιους τους θέλουν εξάλλου, βλέπε Στρέφη, Εξάρχεια, αλλά και Φιλοπάππου κ.α.) και όποιοι διαφωνούν δέχονται δακρυγόνα και ξύλο, στον πολλαπλασιασμό των γυναικοκτονιών και των περιστατικών βίας σε μια κοινωνία που δεν μαθαίνει πώς να ζει με δημοκρατία και αξιοπρέπεια, στην απαξία της ανθρώπινης ζωής όταν πεντάχρονο κοριτσάκι πεθαίνει από τσίμπημα σκορπιού μα περνάει στα ψιλά γιατί ήταν προσφυγάκι εγκλωβισμένο στη νησίδα του Έβρου κι όταν άγνωστος αριθμός προσφύγων μεταναστών πνίγονται στο Αιγαίο μα η επίσημη ενημέρωση ασχολείται με τους λίγους που σώθηκαν μη και πιστωθούν στους Τούρκους που επίσης τους διεκδικούν (καλοί κι αυτοί!), όταν καίγεται η Δαδιά αλλά συγγενής του πρωθυπουργού είναι μπλεγμένη με εταιρεία που θέλει να «αναπτύξει» επενδύοντας εκεί μέσα και όταν μπλε και πράσινοι κάδοι αδειάζουν στο ίδιο απορριμματοφόρο κι όταν ο πολιτισμός της καθημερινότητας έχει άγνωστες λέξεις γι' αυτό και ο κύριος από το αυτοκίνητο πετά το μπουκάλι του νερού αφού το ήπιε όλο (τι να το κάνει δηλαδή;) και το νεαρό ζευγάρι στην παραλία φεύγει γρήγορα (και δεν επιστρέφει να φέρει σακουλάκι όπως μου είπε όταν ρώτησα πού πάνε) αφού το σκυλί τους αφόδευσε με περισσή ικανοποίηση πάνω στην άμμο και στο χωριό παρκάρουν όπου νάναι δίπλα στο καφενείο που πίνουν τον καφέ τους και το διαθέσιμο πάρκινγκ παραμένει αδειανό, κι όταν στα χωριά της δυτικής Κρήτης αντηχούν καλάσνικοφ  μα κανείς δεν τ' ακούει, όταν στο νέο αρχαιολογικό μουσείο Χανίων αυτό που διαφημίζεται από επίσημα χείλη είναι όχι έστω η πτέρυγα (ας πούμε τιμής ένεκεν) αλλά η συλλογή Κωνσταντίνου, Μαρίκας και Κυριάκου Μητσοτάκη (που με «συγκίνηση» εγκαινίασε ο τελευταίος!) κι όταν τόσα πολλά μαζεμένα στην πατρίδα την καημένη, ένα κείμενο ποταμός του σπουδαίου Γιάννη Ψυχοπαίδη ήρθε να ταράξει τα νερά της απέχθειας που νιώθω και πάει να γίνει απάθεια, συνήθεια, κανόνας, κανονικότητα! 

Πιάνοντας το νήμα από τον πίνακα του Γκόγια «Μονομαχία με ραβδιά»*, ο Ψυχοπαίδης γράφει στη μνήμη του Ηλία Νικολακόπουλου (τι πιο ταιριαστό για τον άλλο ωραίο άνθρωπο που έφυγε ξαφνικά και πάνω που ο λόγος του θα ήταν ένας χρήσιμος μπούσουλας για την ερμηνεία των πραγμάτων...). Γράφει για όλους και για όλα, για αυτούς «που προβάλλουν ένα χυδαίο είδος καλοταϊσμένης βαρβαρότητας μέσα από μια ανεξέλεγκτη και ασύδοτη εξουσία», αλλά και για «την καταβύθιση και τον εγκλωβισμό στον ιδιωτικό μικρόκοσμο, το ιδιωτικό συμφέρον σε βάρος του κοινού καλού, την αδιαφορία και την αποξένωση απέναντι στη συλλογική ευθύνη του ατόμου μπροστά στην Ιστορία». Κι απέναντι στον σκοταδισμό και τη βαρβαρότητα, ο Ψυχοπαίδης, ερμηνεύοντας τον Γκόγια,  μας δείχνει το δρόμο: αφύπνιση συνειδήσεων, μαχητικότητα, ανθρώπινη αλληλεγγύη

Ας μου επιτραπεί να παραθέσω αυτούσιο το κείμενο του ομότιμου καθηγητή Ζωγραφικής ΑΣΚΤ Γιάννη Ψυχοπαίδη που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών του περασμένου Σαββατοκύριακου (6/8/2022) στο πολύ καλό ένθετο Νησίδες (#508, διαθέσιμο εδώ: https://www.efsyn.gr/nisides/354684_o-ypnos-tis-logikis), χωρίς άλλη δική μου φλυαρία:

Σ’ ένα άδειο, πένθιμο και γκρίζο τοπίο, έξω από κάθε κοινωνικό πλαίσιο και μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, δύο άνδρες παλεύουν μόνοι σ’ ένα βάρβαρο παιχνίδι φυσικής εξόντωσης μέχρι θανάτου. Ματωμένοι, χωρίς οίκτο, χτυπούν με τα ρόπαλα ο ένας τον άλλον, χωμένοι μέχρι τα γόνατα σ’ ένα έλος, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι κάθε χτύπημα βυθίζει και τους δύο ακόμα βαθύτερα μέσα στην άμμο και τους οδηγεί στον κοινό τους χαμό.

Η νίκη του ενός είναι θάνατος και για τους δύο. Η φυσική τους αλληλο-εξόντωση είναι ζήτημα χρόνου. Το έδαφος –το κοινό τους στήριγμα– θα καταπιεί και τους δύο.

Πρόκειται για ένα σημαντικό εικαστικό έργο υψηλού συμβολικού μεγέθους του Φραντσίσκο Γκόγια, το «Duelo a garrotazos», ζωγραφισμένο από τον Γκόγια μέσα στον Ισπανο-γαλλικό Πόλεμο το 1821, προς το τέλος του βίου του, τα χρόνια που ξεσπάει και η Ελληνική Επανάσταση.

Παράλληλα με τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα για την ανεξαρτησία, στην άλλη άκρη της Ευρώπης μαίνονται οι μάχες των ανταρτών κατά των Γάλλων, ενώ οι εμφύλιες συρράξεις, η βία και η τρομοκρατία σαρώνουν την Ισπανία.

Στο έργο αυτό δεν απεικονίζονται τα δεινά του πολέμου αλλά μάλλον οι παράπλευρες απώλειες από τα δεινά της ειρήνης.

Διακόσια χρόνια πριν από την εποχή μας, με αφορμή ένα βάρβαρο έθιμο, ο Γκόγια, ο μεγάλος στοχαστής των εικόνων, ο δραματικός οραματιστής του πραγματικού, αποτυπώνει καλλιτεχνικά μια σκοτεινή αλληγορία, μια εικαστική παραβολή για την κοινωνία και τους ανθρώπους του καιρού του. Σε μια αποκαλυπτική αντιστοιχία με το σήμερα ο Γκόγια, με μία εικόνα εκτός του τόπου και εκτός του χρόνου, κάνει ένα διαχρονικό σχόλιο για την καθολική ανθρώπινη συνθήκη.

Αυτός, ο χρονικογράφος των σκοτεινών ανθρώπινων ενστίκτων, τόσο βαθιά μέτοχος, εκφραστής και διαμορφωτής του αιώνα του, και όχι μόνο, είναι αυτός που με μοναδική διορατική δύναμη διαπερνά και υπερβαίνει τον τόπο και τον χρόνο, καταγράφει τα δεινά του παρόντος και οραματίζεται τη φρίκη, τους εφιάλτες και την αχαλίνωτη βαρβαρότητα ενός ζοφερού μέλλοντος.

Ο Γκόγια στη «Μονομαχία», μέσα απ’ αυτόν τον εικαστικό υπαινιγμό, καταγγέλλει με νηφάλιο πάθος την καταβύθιση και τον εγκλωβισμό στον ιδιωτικό μικρόκοσμο, το ιδιωτικό συμφέρον σε βάρος του κοινού καλού, την αδιαφορία και την αποξένωση του κόσμου της εποχής του αλλά και της δικής μας απέναντι στη συλλογική ευθύνη του ατόμου μπροστά στην Ιστορία.

Καταγγέλλει την εγωιστική τυφλότητα μπρος στην κοινωνική τραγωδία αλλά και την εγκληματική άγνοια ενός εγωπαθούς ατομικισμού που οδηγεί μοιραία το σύνολο της κοινωνίας στον ίδιο κοινό σκουπιδότοπο.

Το βάρβαρο έθιμο με τα ρόπαλα μεταμορφώνεται εδώ σε μια πικρή υπόμνηση της ανθρώπινης ιδιοτέλειας, σε σύμβολο καταστροφής κάθε κοινωνικής συνοχής. Η σκηνή αυτή με τους δύο μονομάχους σε μια αμείλικτη ανθρωποφαγία βάζει διαχρονικά και κυρίως τη σημερινή κοινωνία της νεοφιλελεύθερης επικυριαρχίας της αγοράς μπροστά στον καθρέφτη της. Και αυτό που αντικρίζει είναι το κυνικό πρόσωπο μιας φυσικής και ηθικής αποσύνθεσης.

Ζώντας στη σύγχρονη κοινωνία –που δεν υπάρχει κατά το δόγμα, αλλά υπάρχουν μόνο ξεχωριστοί άνθρωποι–, απέναντι σ’ αυτούς που πάνε να συσκοτίσουν τη μνήμη πλαστογραφώντας την Ιστορία, που εκπαιδεύουν τους πολίτες με το ψεύδος, την υποκρισία και τον ανορθολογισμό, απέναντι σ’ αυτούς που διαστρεβλώνουν τις λέξεις και τις χρησιμοποιούν για να εκφράσουν το αντίθετο της αρχικής σημασίας τους, απέναντι σ’ αυτούς που δωροδοκούν και εξαγοράζουν τις συνειδήσεις, απέναντι σ’ αυτούς που προβάλλουν ένα χυδαίο είδος καλοταϊσμένης βαρβαρότητας μέσα από μια ανεξέλεγκτη και ασύδοτη εξουσία, το μόνο αντίδοτο της θλίψης και της ηττοπάθειας είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη και η μαχόμενη προσδοκία για κάτι καλύτερο και δικαιότερο.

Η εξουσία, που επιβάλλεται στο όνομα της δύναμης και του πλούτου της, εξευτελίζει αυτούς που την ασκούν, αλλά και εκείνους πάνω στους οποίους ασκείται, υποθάλπει την πολιτική απάθεια και την απόσυρση και χειραγωγεί με ανορθολογικές παραμυθίες τους ευάλωτους, τους αδαείς, τους κοινωνικά αδύνατους.

Ανάμεσα σε μια ναρκισσιστική ενδοσκόπηση του εγωπαθούς εαυτού και τη θλιβερή ψευδαίσθηση της ατομικής επιβίωσης, η κοινωνία μας βιώνει τους μικρούς και τους μεγάλους πολέμους, τις παγκόσμιες απειλές και τις τοπικές μάχες, φοβισμένη, ανταγωνιστική, ανασφαλής και τυφλωμένη. Οπως στους «τυφλωμένους» δύο μονομάχους του Γκόγια, που, πολεμώντας με την εγωιστική τυφλότητα της άγνοιάς τους, δεν συνειδητοποιούν τα καταστροφικά δεινά του εμφύλιου διχασμού, φανατισμένα υποχείρια κάποιων που έχουν κάθε λόγο να τους κρατούν σε αυτο-τύφλωση και αλληλο-εξόντωση. Ολοι εναντίον όλων.

Και γύρω τους και γύρω μας «διαβαίνουν και θερίζουν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα», όπως λέει ο ποιητής.

Διαβαίνουν και θερίζουν τους μοιραίους φυγάδες, τους ασθενείς και οδοιπόρους, τους προσφεύγοντες, που αναζητούν μάταια την ουτοπία μιας άλλης ζωής, αυτούς, που στις θάλασσες της κάποτε ποιητικής νοσταλγίας και τώρα στις ακρογιαλιές των λυγμών, τους «επαναπατρίζουν» στους βυθούς των πελάγων ή στις άγνωστες πια πατρίδες τους που ο λεγόμενος δυτικός τρόπος ζωής έχει καταστρέψει.

«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε να αντικρίσετε τον ήλιο! Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε να αντικρίσετε τον άνθρωπο!» (Σεφέρης)

Και μαζί με τον έξω και ο μέσα πόλεμος μιας ανάλγητης εξουσίας και ενός απολίτιστου πολιτισμού που παλεύει να καταστείλει και να πειθαρχήσει ποινικοποιώντας την ελεύθερη έκφραση, να τιμωρήσει κάθε αντισυμβατική φωνή, να στιγματίσει τα Πανεπιστήμια σαν οίκους ανομίας, να στερήσει τους νέους από ένα μέλλον γόνιμο, σύγχρονο και δημιουργικό, στο πλαίσιο μιας ελεύθερης, ερευνητικής γνώσης και κριτικής πανεπιστημιακής σκέψης.

Κατάργηση πανεπιστημιακών Σχολών και Τμημάτων, κατάργηση κοινωνιολογικών μαθημάτων και μαθημάτων τέχνης και πολιτισμού στη μέση εκπαίδευση, προς όφελος των ιδιωτικών κολεγίων, χιλιάδες νέοι εκτός Πανεπιστημίων. Τα ξερονήσια της παιδείας, οι νέοι Παρθενώνες.

Η πολιτική και πολιτιστική αυτή ύβρις, υποστηριζόμενη από τη μοναδική βαρβαρότητα της πανεπιστημιακής αστυνομίας, βάζει και την τελευταία επιτάφια πλάκα στο σώμα της παιδείας.

Σ’ ένα τοπίο πνευματικής και υλικής φτωχοποίησης –όπως το άδειο, γκρίζο και πένθιμο τοπίο του Γκόγια– οι «νέοι ορίζοντες» στην παιδεία όπως και στην υγεία, την εργασία, τον πολιτισμό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι κλειστοί ορίζοντες των συμφερόντων της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, ενώ το κράτος έχει μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο εργοτάξιο ιδιωτικών εξορύξεων του δημόσιου πλούτου.

Και η τέχνη σήμερα; Γράφει ο Οσκαρ Ουάιλντ ήδη τον 19ο αιώνα: «Η τέχνη εκφράζει την πιο έντονη διάθεση ατομικότητας που ο κόσμος έχει ποτέ γνωρίσει. Είναι μια δύναμη επικίνδυνη και διαβρωτική. Γιατί εκείνο που θέλει ν’ αλλάξει και να ταρακουνήσει είναι η μονοτονία της μορφής, η σκλαβιά στην τυφλή υπακοή στην παράδοση, η τυραννία της συνήθειας».

Αυτή την τυραννία της συνήθειας αλλά και της εξουσίας καθώς και την τυραννία της ανθρώπινης μωρίας καταγγέλλει με τον μεγαλειώδη δικό του τρόπο και ο Γκόγια, αυτός ο παθιασμένος υπηρέτης του παράλογου αλλά και της λογικής, αυτός ο τραγικός χλευαστής της ανθρώπινης μικρότητας, αλλά και ο μεγάλος ηθικός αυτουργός μιας μεγάλης, μαχόμενης ουμανιστικής τέχνης.

Ο Γκόγια μάς φανερώνει αυτά που μας κρύβει, η αλήθεια πάντα βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Αφύπνιση συνειδήσεων, μαχητικότητα, ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι τα μηνύματα της μεγάλης οραματικής τέχνης του στις ρημαγμένες χώρες του σύγχρονου κόσμου.

Ετσι και σήμερα, η τέχνη, μαζί ατομική και συλλογική, αναζητά συνομιλητές, γιατί χάρη σ’ αυτούς και μέσω αυτών υπάρχει, για να διαμαρτυρηθεί και να αγανακτήσει, μαζί μ’ αυτούς. Για να μοιραστεί μαζί τους την αγωνιστική της δύναμη, να πολεμήσει ενάντια στο τσιμέντωμα των μυαλών, των ιδεολογιών, του περιβάλλοντος, ενάντια στο τσιμέντωμα των δικαιωμάτων, της δημοκρατικής παιδείας, ενάντια στο τσιμέντωμα των ιερών αρχαιολογικών τόπων και ενάντια στην αποδυνάμωση και διάλυση της δημοκρατικής δεξαμενής γνώσης που είναι τα δημόσια πνευματικά ιδρύματα.

Η τέχνη καλείται να αντισταθεί στη λεηλασία του δημόσιου χώρου και, μακριά από κάθε νομιμόφρονα σιωπή, να εκφράσει δυνατά την ενότητα μπροστά στον διχασμό, διεκδικώντας ένα ευρύτερο δημοκρατικό ήθος σ’ ένα κράτος δικαίου. Θα ’ταν καλό να θυμηθούμε ότι ο Γκόγια πρωτοεξέθεσε και πουλούσε τις σειρές με τα χαρακτικά του (Καπρίτσια) σ’ ένα κατάστημα ηδύποτων και αρωμάτων στη Μαδρίτη, στην οδό Απογοητεύσεων.

Μόνο απογοήτευση δεν μεταδίδουν αυτά τα σπουδαία έργα. Αντίθετα, μέχρι σήμερα, που περισσεύει η πίκρα και η απογοήτευση, μεταφέρουν μέσα από τον σαρκασμό, την οδύνη και τη σάτιρα το σπάνιο άρωμά τους, τη βαθιά πίστη στις μεγάλες αξίες της ανθρώπινης ζωής και τη φωνή της αντίστασης σε κάθε μορφή βαρβαρότητας και σκοταδισμού, φωνή αντίστασης στα κάθε λογής τέρατα που γεννά ο ύπνος της λογικής.

-------------------------------------------------------------------------------

* Πρόκειται για το έργο του Γκόγια με τίτλο στα αγγλικά "Duel with Cudgels" ή "Fight to the Death with Clubs" που βρίσκεται στο Μουσείο του Πράδο στη Μαδρίτη. Στη σχετική σελίδα του μουσείου (https://www.museodelprado.es/en/the-collection/art-work/duel-with-cudgels-or-fight-to-the-death-with-clubs/2f2f2e12-ed09-45dd-805d-f38162c5beaf) υπάρχουν χρήσιμες πληροφορίες για το έργο και συνολικά για τον καλλιτέχνη.