Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Ουρανός από στάχτη: η Νίκη Τρουλλινού ως ληξίαρχος της μνήμης και των οραμάτων


Η έλλειψη οράματος κουβαλάει μιαν αφόρητη μοναξιά, μια μοναξιά που φέρνει φόβο, γράφει στο ηλεκτρονικό μήνυμά της η Θάλεια, αναφερόμενη στις «Ζωές των άλλων», την εκπληκτική γερμανική ταινία που σε όλους μας έφερε τις ίδιες πικρές και αναστοχαστικές σκέψεις.

Η Θάλεια είναι η πρωταγωνίστρια στο τελευταίο βιβλίο της Νίκης Τρουλλινού "Ουρανός από στάχτη" (Ποταμός, 2020). Είναι από την Κρήτη, από το Ηράκλειο συγκεκριμένα, καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα, κάτοικος Εξαρχείων (ιδιαίτερη η αγάπη της Τρουλλινού για την περιοχή των Εξαρχείων, αναφορές βρίσκονται συνεχώς στα βιβλία της).

Η Θάλεια συνομιλεί, ανταλλάσσοντας ηλεκτρονικά μηνύματα, με τον Τηλέμαχο, που είναι θείος της, αν και μικρότερος στην ηλικία, υπήρξε κάποτε και εραστής, και που είναι στέλεχος σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, με μια ζωή γεμάτη συσκέψεις και ταξίδια, ένας «πολυάσχολος τεχνοκράτης του κέντρου της Ευρώπης». Κι όμως ούτε αυτοί οι τεχνοκράτες μπόρεσαν να προβλέψουν ούτε να δαμάσουν το ηφαίστειο «με το παράξενο όνομα» που απλώθηκε στον ουρανό της Ευρώπης την Άνοιξη του 2010. Αρχή της οικονομικής κρίσης για την Ευρώπη, η Ισλανδία έχει ήδη περάσει από το στάδιο αυτό, έχει πονέσει, έχει πτωχεύσει, και τώρα εκδικείται.

Αλήθεια, η Ισλανδία εκδικείται ή η φύση η ίδια; Να μια κουβέντα που είναι πάλι τόσο επίκαιρη. Την κάνουμε τόσο συχνά, αλλά μέχρι εκεί. Τι κι αν η εκδίκηση λέγεται Αϊγιαφγαϊλαγιέκουλ (τόσο παράξενο για τη δική μας – γλωσσική και όχι μόνο – κανονικότητα είναι το όνομα του ισλανδικού ηφαιστείου), τι κι αν λέγεται φονική φωτιά στο Μάτι το 2018, φονική φωτιά στην Ηλεία το 2007, φονική φωτιά στην Πεντέλη το 1997, τι κι αν λέγεται πλημμύρες στη Μάνδρα το 2017, πλημμύρες στην Εύβοια το 2020, πλημμύρες στον Ποδονίφτη το 1994 (ποιος τις θυμάται αλήθεια…), τι κι αν λέγεται κορονοϊός το 2020… Τι σύμπτωση, αλήθεια, δέκα χρόνια από την έκρηξη του ηφαιστείου, μια άλλη έκρηξη δοκιμάζει όλο τον κόσμο ή, καλύτερα, σ’ αυτήν εδώ η φύση δοκιμάζει τις αντοχές της…

Μπορεί η καταστροφή να είναι τόσο όμορφη; ρωτά η Θάλεια τον Τηλέμαχο, κι εκείνος απαντά: Στη φύση, ναι. Κι εκείνη φτάνει τις περιγραφές εικόνων μέχρι την Πομπηία, εικόνες όπως τις θυμάμαι κι εγώ από εκείνη τη ζωντανή νεκρόπολη στη μοναδική φορά που την επισκέφτηκα πριν από πολλά χρόνια:

Ανάγλυφα κορμιά, πτυχώσεις από τα ιμάτια, οι ίδιοι εκείνοι που λάμπρυναν την Τέχνη στις τοιχογραφίες της πόλης τους, οι ίδιοι που έπιναν και γλεντούσαν στους ανασκαμμένους δρόμους της Πομπηίας. Ήταν άραγε πλεονέκτες και κείνοι;

Πλεονέκτες; Ε όχι δα, ο τεχνοκράτης των Βρυξελλών διορθώνει την «μεταφυσική» φίλη του: «συνδέεις την πλεονεξία με τη φυσική καταστροφή;»

Η Θάλεια είναι φιλόλογος σε γυμνάσιο. Τα παιδιά τρελαμένα με το ηφαίστειο. Η Ευρώπη όλη έχει παραλύσει κι εκείνα λες το απολαμβάνουν: «μα κυρία, τα πρωτόκολλα της σύγχρονης επιστήμης δεν προβλέπουν τον έλεγχο της Φύσης;», της λένε και ξεκαρδίζονται. Και τότε ακούγεται «το ατακτούλικο του τελευταίου θρανίου»:

Ρε κουφάλες δεν τα ελέγχετε όλα!

Δεν τα ελέγχουν; Ε και; Ακούστε μάθημα ιστορίας και γεωγραφίας μαζί. Κοντά τρεις εκατοντάδες νεκροί και αγνοούμενοι σε ανθρακωρυχείο του Βελγίου, ήταν Αύγουστος ’56 ή ’57, όλοι μετανάστες. Μαρσινέλ το μέρος.[1] Ανάμεσά τους κι ο Χαράλαμπος από την Πόμπια, Αρετή λέγαν την καλή του. Ποια ποινή επιδικάστηκε στον υπεύθυνο; 300 σημερινά ευρουλάκια. Το σημερινό μάθημα της καθηγήτριας Θάλειας: Μετανάστευση, η μυστική ιστορία της Ευρώπης. Άλλη μια ευκαιρία για τη συγγραφέα να μιλήσει για την πολιτική, για την Ευρώπη, για την ευρωπαϊκή αισιοδοξία του ’91 και την αυταπάτη, για την «βρυξελλιώτικη νομενκλατούρα», για τους ναζί («συνεπικουρούμενοι από τη σιωπή μιας ολόκληρης κοινωνίας»), για την πλατεία Μπέμπελ του Βερολίνου που έριχναν στην πυρά Κανέτι, Μούζιλ, Μαν, Ροτ, Μπρεχτ και όλη τη γερμανόφωνη λογοτεχνία της εποχής, για την Κρουπ που οδήγησαν στην κρεατομηχανή του πολέμου (μην ξεχνάμε και την Ζίμενς, συμπληρώνω εγώ)…

Η Κρήτη, το Ηράκλειο, ο κόσμος, η Θάλεια, ο Τηλέμαχος, οι μεγάλες πια γυναίκες της οικογένειας η Ερασμία και η Θεοδοσία, με βοηθό τη Νατάλια από το Ντονέτσκ, που ζουν σε μια πολυκατοικία (από αντιπαροχή) στη γειτονιά της Βαλιδέ Σουλτάνας (το οθωμανικό παρελθόν παρόν στην ιστορία της πόλης) και η ιστορία της οικογένειας, η κρητική οικογένεια, τα σόγια, η εξιστόρηση από τη γιαγιά Αργυρή παλιά δασκάλα, και το απόσταγμα:

Έγραψα όσα μπορούσα… Δεν είναι πάντα εύκολο… Βεβαίως. Σιγά που θα γκρέμιζες το μύθο του σογιού.

Κι ο μύθος του σογιού καλά κρατεί. Κι ας δοκιμάζει να τον αποδομήσει η εγγονή, η Θάλεια. "Οι οικογένειες της Κρήτης, οι οικογένειες παντού, τα μυστικά και οι ψίθυροι..."

Η ιστορία και η πολιτική δεν λείπουν από την ιστορία της οικογένειας, ο Βενιζέλος, οι βενιζελικοί και οι αντιβενιζελικοί, ο Στεργιάδης, οι αριστεροί διωγμένοι και αντάρτες στον Ψηλορείτη...

Περιπλάνηση στην πόλη, το Ηράκλειο, τη δεύτερη αγαπημένη της συγγραφέα μετά τη γενέθλια τα Χανιά· η Τρουλλινού το αγαπά πολύ το Ηράκλειο, είναι ζωντανή παρουσία στα δρώμενα και στην ιστορία του κι έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της δημιουργίας της στην ανάδειξη ξεχωριστών στοιχείων της πόλης. Το κάνει και σε τούτο το βιβλίο.

Περιπλάνηση και στις πόλεις της Ευρώπης. Η Τρουλλινού είναι μια φλανέρ, ταξιδεύει και παρατηρεί σημεία που συχνά ξεφεύγουν από το μάτι των τουριστικών οδηγών και τις φωτογραφικές μηχανές των μυριάδων ταξιδιωτών (δεν θα ξεχάσω από τα πολλά εκείνη την ωραία περιγραφή στο προηγούμενο βιβλίο της Με θέα στο Λεβάντε για το κατώφλι της Αγιά Σοφιάς όπου "τα δεκάδες εκατομμύρια πόδια που το πάτησαν ... το έτριψαν... το μετέτρεψαν από έργο Τέχνης σε έργο Ζωής, δηλαδή Τέχνης πάλι"). 

Κι εδώ μας δίνει πάλι τέτοιες εικόνες. Δίνει μια εξαιρετική τοιχογραφία των γειτονιών της Αθήνας και ιδιαίτερα των Εξαρχείων. Και από τις μυρωδάτες νεραντζιές της Διδότου, πετιέται στην Αντιβουνιώτισσα της Κέρκυρας με τις παλιές εικόνες του Κλώντζα και του Δαμασκηνού κι από κει στις "μεγάλες πολιτείες του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης". Και πάει στην ενιαία Γερμανία που "ναρκισσεύεται στα αμπέλια της και αγοράζει φτηνά ό,τι απόμεινε από την πάλαι ποτέ κραταιά βιομηχανία των Όστις" (ποιος ήταν ο μεσίτης αυτό δεν γράφεται στη Λογοτεχνία, συμπληρώνει με τον πάντα θαρραλέο λόγο της η συγγραφέας). Και γυρνά πίσω στο Δυτικό Βερολίνο, εκεί που άκουσε για πρώτη φορά μουσική με στίχους στα γίντις από μια μπάντα με Εσκεναζίμ νεαρούς που έπαιζαν ακορντεόν και τραγουδούσαν, κάτω από την ίδια τέντα "που ο Βέντερς γύρισε την ταινία O YES", την αγαπημένη της· στο Δυτικό Βερολίνο "μ’ εκείνο το εμμονικό προαίσθημα μιας εποχής που τελειώνει".

Ταξιδεύει στην αγαπημένη μου Κρακοβία (η πρώτη μου ταξιδιωτική εμπειρία το ‘75) και βλέπει "τον μουσικό με την τρομπέτα στην κορφή του καμπαναριού να μετρά τις ώρες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα". [2]  Κι ύστερα βλέπει καμιόνια και στοιβαγμένους γέροντες, σοφούς γιατρούς και τις κόρες του ράφτη της γωνίας, τις εύπορες κυρίες με τα καπελίνα τους και τις υπηρέτριες στριμωγμένες στο σίδερο της άκρης «μια ολόκληρη κοινωνία με όλα κείνα που την ενώνουν και τη χωρίζουν πάνω σε φορτηγά προς τον όλεθρο». Στην έξοδο από το Μπίρκεναου μια γυναίκα από το Ρέθυμνο έβγαλε σταφίδες και ρακί, χοές στη μνήμη όλων των χαμένων.

Είναι η νοσταλγία των ταξιδιών που τρώει τη Θάλεια; Είναι η αίσθηση του επείγοντος, οι αλλαγές που έρχονται και που μας ξεπερνούν, γράφει.

Ο συγγραφέας, λέει, είναι ληξίαρχος της μνήμης, είναι επεξεργαστής της μνήμης, είναι παραγωγός φρέσκιας μνήμης από παλιά υλικά, αντιγράφοντας, όπως σημειώνει, τον Δ.Κ.[3] Αυτό ακριβώς κάνει η Νίκη Τρουλλινού και το κάνει τόσο καλά, το κάνει όταν αναφέρεται στους τόπους και όταν αναφέρεται στα γεγονότα και στους ανθρώπους. Την χαρακτηρίζει η παρατήρηση της παραμικρής λεπτομέρειας, αυτό που φαίνεται κι αυτό που είναι από κάτω. Βρίσκει αφορμή από τα πράγματα που παρατηρεί, από ανθρώπους, καταστάσεις και γεγονότα για να κάνει τα, συχνά καυστικά αλλά πάντα εύστοχα, θαρραλέα σχόλιά της.

Και σ’ όλη αυτή την περιπλάνηση, σαν κεντρική ιδέα πλανιέται η ερώτηση που απευθύνει σ’ ένα από τα μηνύματά της η Θάλεια στον Τηλέμαχο:

«Πού πάει η Ευρώπη που ονειρευτήκαμε;»

Κι ύστερα, σκέψεις, λόγια βαλμένα σε μικρές ενότητες, σαν παρατηρήσεις κοινωνικής ανθρωπολογίας που νιώθει την ανάγκη να καταθέσει, νομίζεις διακόπτοντας τη ροή της ιστορίας της και τα μηνύματα στον Τηλέμαχο· ή μήπως είναι μέρος της ιστορίας; Είναι οι σκόρπιες σημειώσεις της Θάλειας, μιας γυναίκας που μεγαλώνει, ωριμάζει, ασπρίζουν τα μαλλιά της, και οι μνήμες ανακατεύονται με τις σημειώσεις.

Κι ύστερα, η επιστροφή στις ρίζες. Γιατί αλήθεια; Νίκησαν η μοναξιά, η απογοήτευση κι ο φόβος; Η Ιστορία, γράφει, «μας είχε ξεχάσει στη βολή μας, μας ξαναθυμήθηκε με βία και πείσμα – τη φωνάξαμε κι εμείς, δεν αντέχουμε χωρίς την απαισιόδοξη εκδοχή της».

Η Νίκη Τρουλλινού παίζει με το στυλ γραφής, γράφει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μα δοκιμάζει και τριτοπρόσωπη κάποια στιγμή, γράφει για τα χρόνια της κρίσης που όλα ήρθαν τα πάνω κάτω και γράφει για όλους εμάς που κοιτάμε όλα να περνούν μπροστά από τις οθόνες μας, κι εμείς

αλαλία, ουσιαστικό με δύο λάμδα, λέξη που θέλει να ουρλιάξει

Επειδή στο τέλος με αναζητάς την αναγνώστρια (τον αναγνώστη), εδώ είμαι· κρατώ το βιβλίο σου· δεν μπορώ να ουρλιάξω· δεν ξέρω αν θέλω να ουρλιάξω· συλλογιέμαι· αναστοχάζομαι. Τι μέρα η σημερινή: 21 Αυγούστου του 1866 ξεκίνησε η επανάσταση για την απελευθέρωση της Κρήτης (1866-18969), 21 Αυγούστου 1916 ξεσηκώνονται οι μεταλλωρύχοι της Σερίφου, 21 Αυγούστου του 1968 η Πράγα. 

Τι καλοκαίρι κι αυτό...

Αύγουστος του 2020


[1] Πιο συγκεκριμένα, ήταν 8 Αυγούστου του 1956, 262 οι νεκροί, εργάτες ανθρακωρύχοι, μετανάστες από 15 χώρες (περισσότερα εδώ και εδώ). Ας θυμηθούμε και το τραγούδι του Καζαντζίδη σε στίχους Κώστα Βίρβου "Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές".

[2] Κι εγώ θυμούμαι στο ταξίδι του ’99 να περπατώ στο κάστρο της πόλης και ν’ ακούω μια μουσική π’ απλώνεται σ’ όλο το λόφο και αναζητώντας από πού έρχεται ανακάλυψα ένα όμορφο μικρό δισκάδικο σε μια τρύπα του λόφου κι αγόρασα τον δίσκο. Ήταν το Rondò Veneziano. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους δίσκους (κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1980) της ομώνυμης ιταλικής ορχήστρας δωματίου που ίδρυσε ο Gian Piero Reverberi το '79 (ο οποίος υπογράφει και τη μουσική της ορχήστρας) και εξειδικεύεται σε μουσική μπαρόκ. Ένα δείγμα από τον δίσκο εδώ με το πρώτο κομμάτι που επίσης ονομάζεται Rondo Veneziano.

[3] Στο Σώμα Νέων Ελληνικών Κειμένων που έχει συγκεντρωθεί στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα  βρήκα το κείμενο του Δημοσθένη  Κούρτοβικ με τίτλο «Η τυφλή μνήμη μας», όπου κι αυτός περιδιαβαίνει πόλεις, δημοσιευμένο στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων, 15-3-2003.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν...



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που μια μέρα μάζεψε όλους τους σοφούς και τους είπε:

- Θέλω να μου βρείτε όλη τη σοφία του κόσμου και να τη χωρέσετε στο πιο μικρό δωμάτιο του παλατιού.

Κι εκείνοι σκέφτηκαν, διαβουλεύτηκαν, συμφώνησαν, διαφώνησαν και κουβεντιάζαν για καιρό, ώσπου κάποτε κατάληξαν σ' έναν κατάλογο βιβλίων και γέμισαν το πιο μικρό δωμάτιο του παλατιού με τόμους από το πάτωμα ως το ταβάνι, που είχαν όλη τη σοφία του κόσμου.

Όμως, ο βασιλιάς βρήκε πως ήτανε πολλά όλα εκείνα τα βιβλία.

- Θέλω να πυκνώσετε όλη τη σοφία του κόσμου τόσο, που να χωράει σ' έναν μονάχα τόμο.

Και οι σοφοί σκέφτηκαν και διαβουλεύτηκαν. Και μετά συμφώνησαν κι ύστερα διαφώνησαν και κατάληξαν, μετά από πολύ καιρό, σ' ένα μονάχα βιβλίο.

Όμως είχανε περάσει τα χρόνια κι όταν ο βασιλιάς πήρε στα χέρια του το βιβλίο που περιείχε πυκνή πυκνή όλη τη σοφία του κόσμου, τους είπε:

- Είναι πολύ μεγάλο. Δεν προλαβαίνω να το μελετήσω, όπως θα 'θελα. Θέλω να βάλετε όλη τη σοφία του κόσμου σ' ένα μονάχα κεφάλαιο.
...

[Και πέρασαν τα χρόνια κι ο βασιλιάς ήταν πολύ γέρος όταν του φέρανε τις λίγες σελίδες με όλη τη σοφία του κόσμου, όπως είχε ζητήσει. Δεν μπορούσε πια να διαβάσει και κάλεσε τον πιο σοφό από τους σοφούς γέρους  να του πει με λίγες λέξεις ποια είναι όλη η σοφία του κόσμου.]

Κι ο πιο σοφός απ' τους σοφούς, χωρίς καθόλου να σκεφτεί, έσκυψε πάνω στο προσκέφαλο του βασιλιά και του ψιθύρισε στ' αυτί:

- Βασιλιά, όλη η σοφία του κόσμου είναι να ζεις την κάθε στιγμή!...


Αυτό ήταν ένα από τα έντεκα, δηλαδή από τα δέκα  και ένα, παραμύθια της Λίλης Λαμπρέλλη που περιέχονται στο μικρό καλαίσθητο βιβλίο της "Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών" (Πατάκης, 2012/2019). Είναι το παραμύθι "Η σοφία του κόσμου".  Ενδεικτικά, αναφέρω μερικούς ακόμη τίτλους παραμυθιών: "Η καλή ερώτηση", "Η φωνή της άμμου", "Το μπαστούνι του Σελίμ", "Ελευθερίας εγκώμιο", "Οι δυο ποντικίνες", "Τα χνάρια" κ.ά.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους "για να ενισχύσουν και να μερέψουν όσους θα ζήσουν ανατροπές", γράφει στην Εισαγωγή η συγγραφέας.

Είναι όλα απολαυστικά, διαβάστε τα, θα μερέψουν οι καρδιές σας, πιστέψτε με κι αλήθεια λέω!

"Καλησπέρα της αφεντιάς σας!"

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Υμνώ τον χρόνο που περνά και τον χρόνο που έρχεται...


Έτσι καταγράφεται το παραμύθι για την γεροντοκτονία στον ιστότοπο του Κέντρου Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Σε καλύτερη παραλλαγή το άκουσα χθες να το αφηγείται ο Μάρκος (κατά κόσμον Νίκος Κουρής), όπως του το αφηγούνταν η γιαγιά του, όπως είπε, στην ταινία "Λιμουζίνα" του Νίκου Παναγιωτόπουλου (ΕΡΤ2). (Εκεί, ο γέρος έσωσε τον γιο από τα τρία κακά, τον λιμό, τον σεισμό, την τρέλα στα νερά).
Πώς μου 'ρθε τώρα το παραμύθι για την γεροντοκτονία...  Ίσως άλλα διαβάσματα που έκανα πρόσφατα.




Ο γέρος είναι φορέας πολιτιστικής κληρονομιάς, γνωρίζει από την εμπειρία του αυτό που δεν ξέρουν αλλά έχουν ανάγκη να μάθουν στη σφαίρα της ηθικής, των ηθών, των τεχνικών επιβίωσης.
Παροιμιώδης η φιγούρα του γέρου landator temporis acti*:  όταν μιλά για το παρελθόν ο γέρος αναστενάζει: "Στην εποχή μου!".  όταν κρίνει το παρόν, καταριέται: "Τί εποχή κι αυτή!"
Και όσο προχωρούν τα χρόνια, "μένει ακίνητος ανάμεσα σε δυο αποξενώσεις, την πρώτη σε σχέση με το προηγούμενο, τη δεύτερη σε σχέση με το επόμενο".
Όπως έγραφε και ο Jean Amery**, ο γέρος μένει πιστός στο σύστημα αρχών και αξιών που έμαθε γιατί δεν καταλαβαίνει το καινούριο και δεν έχει διάθεση να το καταλάβει.


Αυτά κι άλλα πολλά είναι λόγια από διάφορες περιστάσεις, συγκεντρωμένα σ' ένα βιβλίο, του Ιταλού διανοούμενου της Αριστεράς Νορμπέρτο Μπόμπιο, καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο και ισόβιου γερουσιαστή της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το βιβλίο έχει τίτλο "Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα" (Πόλις, 1998) και περιλαμβάνει το κείμενο "Γερνώντας" το οποίο αποτελείται από την ομιλία που είχε εκφωνήσει το 1994 σε τιμητική εκδήλωση για το πρόσωπό του, συμπληρωμένο με ένα κείμενο γραμμένο για το παρόν βιβλίο, ενώ στο δεύτερο μέρος του περιέχονται αυτοβιογραφικά κείμενα που έχουν χαρακτήρα κυρίως συγκέντρωσης και απολογισμού του έργου του. Ο Μπόμπιο πέθανε το 2004 σε ηλικία 95 ετών και η έκδοση αυτή στην Ιταλία έγινε το 1996.

"Όποιος υμνεί τα γηρατειά, την όψη τους δεν είδε", έλεγε ο Έρασμος και σ' αυτό συμβάλλει "η χαρούμενη επιστήμη της γηριατρικής", συμπληρώνει ο Μπόμπιο. Και τονίζει ότι αυτό που χαρακτηρίζει τα γηρατειά είναι η αργή κίνηση, αναφέρεται στη μνήμη και στο χρόνο, σημειώνει τη δυσκολία ν' αποδεχτεί τα όριά του. 

Κοντεύοντας τα ενενήντα, ο Ιταλός διανοούμενος ανατρέχει στη ζωή του, στο παρελθόν που "ξαναζεί μέσα στις μνήμες", απαριθμεί τις ικανοποιήσεις από "τον υπέροχο αυτό κόσμο [...] που σε βοηθάει να καταφεύγεις στον εαυτό σου, να ξαναφτιάχνεις την ταυτότητά σου, [...] , σε βοηθά να επιβιώσεις".
Όμως, το βιβλίο δεν το διάλεξα βέβαια μόνο για τις αναφορές στα γηρατειά, σαν μια προσπάθεια θα 'λεγε κανείς να δικαιολογήσει και τη δική μου - του καθενός - ύπαρξη, αλλά και γιατί έχουν ενδιαφέρον και τα άλλα κείμενα, αυτά που γράφει για τη χώρα του, την Ιταλία, για την προσωπική του πορεία σ' αυτήν, για τους κλασικούς, για τον πολιτισμό, για την Ευρώπη.

Αφιερώνει πολλές σελίδες στον γενέθλιο τόπο, το Τορίνο και στους ανθρώπους που συνέβαλαν στην εξέλιξη της πόλης. Αναφέρεται στον θετικισμό και τον σοσιαλισμό που κυριαρχούσαν, όπως λέει, από τα μέσα του 19ου αιώνα, στην ανάπτυξη της πόλης που την κατέστησε τη μεγαλύτερη βιομηχανική πόλη της Ιταλίας, αλλά για την οποία γράφει επίσης: "Στο κατώφλι της νέας εποχής η συμβολή της στην ιταλική ιστορία δεν υπήρξε η δημιουργία ενός περιοδικού αλλά η ίδρυση της Φίατ. Ειπώθηκε ότι η ιταλική ιντελιγκέντσια δεν ανταποκρίθηκε στο καθήκον της να συνοδεύσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας με μια προσαρμοσμένη στις ανάγκες της εποχής πολιτιστική ζωή..."

Αφιέρωσε, γράφει, μεγάλο μέρος της ζωής του στο διάβασμα, αξιοποιούσε και τα μικρότερα διαστήματα της μέρας για να μην χάνει χρόνο. "Τώρα πια έχω αποκτήσει την ήσυχη πλην δυστυχισμένη συνείδηση πως έφτασα μόνο στα πόδια του δέντρου της γνώσης".

Οι αρετές του λαϊκού, όπως χαρακτηρίζει και τον εαυτό του, είναι: "η κριτική αυστηρότητα, η μεθοδική αμφιβολία, η μετριοπάθεια, η μη κατάχρηση, η ανεκτικότητα, ο σεβασμός στις ιδέες του άλλου". Τα άλλα δύο βιβλία του που επίσης έχω διαβάσει, Δεξιά και αριστερά και  Εγκώμιο της πραότητας, αποτελούν καλά δείγματα των παραπάνω.

Παραπέμπει στους Έλληνες που διέκριναν τα πράγματα σε "κατά φύσιν" και σε καθ' έξιν", τοποθετώντας τα γηρατειά στα δεύτερα. Παραπέμπει και στον Μακιαβέλι που τα διακρίνει σε αρετή και τύχη, τοποθετώντας τα γηρατειά στην τύχη, συμπληρώνοντας ότι

"μπορεί να είναι αρετή η προσπάθεια να αποθησαυρίσεις ό,τι περισσότερο μπορείς απ' την τύχη".

Υστερόγραφο

Επιστρέφοντας στο παραμύθι με το γέρο, που η καταγραφή του έγινε στο χωριό Μαργαρίτα της Πέλλας το 1961 (όπως αναφέρεται στη σχετική εγγραφή της Ακαδημίας),  έχει ενδιαφέρον ότι βρήκα το ίδιο παραμύθι να περιλαμβάνεται στη συλλογή παραμυθιών της Στ' τάξης του Δημοτικού Σχολείου Φανερωμένης της Λευκωσίας. Εκεί αναφέρεται ότι το παραμύθι προέρχεται από τη Βουλγαρία. Το παραπάνω σκίτσο περιέχεται στη συλλογή αυτή και έγινε από τον Μιχάλη Ροσένοβ.


----------------------------------------------

Σημειώσεις

* υμνητής του χρόνου που περνά


** Ο Ζαν Αμερύ ήταν Αυστριακός συγγραφέας, πήρε μέρος στην Αντίσταση κατά των ναζί, κλείστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέζησε, αλλά είχε την τραγική μοίρα πολλών άλλων σαν αυτόν, δεν άντεξε το βάρος του να είναι Εβραίος, διωγμένος, θύμα του ναζισμού και αυτοκτόνησε το 1978. Δυστυχώς στα ελληνικά κυκλοφορεί μόνο ένα βιβλίο του, με τίτλο "Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση: απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο" (Άγρα, 2010), το οποίο είναι συγκλονιστικό και αξίζει να διαβαστεί. Εδώ ο Μπόμπιο αναφέρεται στο βιβλίο του Αμερύ με τίτλο στα ελληνικά "Εξέγερση και παραίτηση. Γύρω από τα γεράματα", την ιταλική έκδοση του οποίου, μάλιστα, προλογίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις, άλλος σπουδαίος Ιταλός συγγραφέας (ο δημιουργός, ανάμεσα στα άλλα, του μνημειώδους "Δούναβης", αναζητήστε το κι αυτό).

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής της: Μάρω Δούκα




Στη Μάρω Δούκα απονέμεται το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το έτος 2019 για τη συνολική προσφορά της στα Γράμματα. Ύψιστη τιμή για μια γυναίκα παρούσα και δυναμική, διαρκώς παρούσα και διαρκώς παρεμβατική, με το έργο της, με τον λόγο της, με τη δράση της.

"Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου" έλεγε ο στίχος του Διονυσίου Σολωμού κι έγραφε η Μάρω Δούκα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη για το Σολωμό (τεύχος 142, 1997):

Εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσα να ορίσω τη θέση μου στον κόσμο, τι ήταν αυτό που με γοήτευε στον Σολωμό;  Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου - όταν πρωτοαντέγραφα τον στίχο δεν ήξερα ούτε για τις αισθητικές αναζητήσεις του ούτε για την πάλη του Καλού με το Κακό. Με παρηγορούσε απλώς η ιδέα του ανθρώπου που δεν αφήνει την ψυχή του να αποκοιμηθεί.

Και γράφει σε άλλο σημείο:

Σήμερα που συναγωνιζόμαστε στα μεγάλα λόγια και στους εύκολους πατριωτισμούς . Ποια θέση θα μπορούσε να έχει ο Διονύσιος Σολωμός που δεν "εθεάτρισε" ποτέ τα εθνικά του φρονήματα και που μας κληροδότησε σε μιαν επιστολή του: Το έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές.



Αυτή είναι η Μάρω Δούκα. Και άλλα πολλά. Εμείς ξέρουμε ότι τίποτα δεν χαρίζεται, όπως ονόμασε η ίδια (ασφαλώς για τον εαυτό της, αλλά μας αφορά) και ένα από τα καλύτερα βιβλία της, το "Τίποτα δεν χαρίζεται", στο οποίο φανερώνεται, όχι μόνο η πολύ καλή συγγραφέας, αλλά και ο ευαίσθητος, σκεπτόμενος, προβληματιζόμενος, καλλιεργημένος, αλληλέγγυος διπλανός μας άνθρωπος, ένας οικουμενικός άνθρωπος της Αριστεράς. 

Αυτή είναι η Μάρω Δούκα, με άγρυπνα πάντα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής της!

Καλό μήνα!

----------------------------------------------------------------------------------
 
Σημειώσεις

* Η παραπάνω εικόνα με μέρος του κειμένου από το αφιέρωμα του περιοδικού Λέξη στο ιδιόχειρο σημείωμα της συγγραφέα είναι από το περιοδικό Πόρφυρας (τεύχος 161, 2016: Σελίδες για τη Μάρω Δούκα). Περιλαμβάνεται στο άρθρο του Δημήτρη Κοκκόρη με τίτλο "Εις τον πάτο της εικόνας: Ο σολωμικός στοχασμός ως κλειδί μοντέρνας ή μεταμοντέρνας αφήγησης;" Σημειώνεται ότι τα κείμενα του αφιερώματος στον Πόρφυρα είναι εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του τριήμερου για τις τρεις Κρητικές συγγραφείς Ρέα Γαλανάκη - Μάρω Δούκα - Ιωάννα Καρυστιάνη στην Κέρκυρα, 13-15 Νοεμβρίου 2015 (είχα γράψει εδώ: https://katerinatoraki.blogspot.com/2015/12/blog-post_3.html).

* Κι επειδή ακόμη δεν έγραψα κάτι για το πιο πρόσφατο βιβλίο της "Πύλη εισόδου", εξαιρετικό, ανθρώπινο και ιδιαίτερα πρωτότυπο και πρωτοποριακό, ας μην το αφήσω κι άλλο, πόσο πια να περιμένει την αφεντιά μου η Αφεντούλα ή μήπως η Αίθρα ή η Καίτη Καλή; Μπερδεύτηκα...

* Η Μάρω Δούκα είναι Χανιώτισσα, με καταγωγή από το Σέλινο και από τα Σφακιά. Πώς να μην είμαστε διπλά χαρούμενες και περήφανες;
 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Το φανταστικό μουσείο του Νάνου Βαλαωρίτη


Κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη που συνοδεύει το ποίημα "Οικοδόμοι και αποδομιστές" (Πηγή)

Στον έναν δίνεται δώρον άδωρον
Το Κάστρο του Βοριά τριώροφο
Στον δεύτερο ο άκτιστος Πύργος
Μ' ένα δυάρι ισόγειο

Βγαίνει στον εξώστη αστέρι
Ο νέος Πρωθυπουργός
Κι από την πίσω πόρτα σβησμένος
Δραπέτευσε ο παλιός

Κι οι δυο τους φτάνουν ίσαμε
Περίπου στο μισό του μπόι
Του γίγαντα που ξεπροβάλλει
Από αλουμίνιο γυαλιστερός

Σε μια κρεμάστρα καρφωμένος
Τα δυο του μπράτσα μάλλινα
Το κεφάλι του ένας γάντζος
Κρέμεται στου ντουλαπιού το άνοιγμα

Από πάνω ως κάτω φτάνει
Ένα πράσινο στο πάτωμα φουστάνι
Κάποιος τόβαψε καταλάθος
Χωρίς να ξέρει με τι ταιριάζει

Βλέπω τα χρώματα όλα μαζί
Δυο δυο και χωριστά το βυσσινί
Το κόκκινο το γαλάζιο το κίτρινο
Με ζαλίζουν και κλείνω τα μάτια

Πριν από λίγο ήμουν κάπου
Τώρα δεν είμαι πουθενά
Τίποτα δεν μου πηγαίνει καλά
Γεννήθηκα στον κόσμο ανάποδα

Και χάλασε το έργο του ο Θεός
Τον πανύψηλο Πύργο του γκρέμισε
Το δυάρι ισοπεδώθηκε εντελώς
Και το τριώροφο αφανίστηκε

Τώρα τρέχουν στην πεδιάδα
Λιοντάρια ελάφια και ζαρκάδια
Βουνοκορφές εδώ δεν υπάρχουν
Τον ουρανό ψηλά να βαστάξουν.



Κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη με τίτλο "Αλφάβητος των Κωφαλάλων" (Πηγή)

Το παραπάνω είναι το πρώτο μέρος από το ποίημα "Οικοδόμοι και αποδομιστές" του Νάνου Βαλαωρίτη  που απήγγειλε ο ίδιος στη διάρκεια συνομιλίας του με την Φωτεινή Μαργαρίτη, αρχιτέκτονα και διδάσκουσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Όλα τα υλικά του σεμιναρίου που πραγματοποιήθηκε το 2007 στον Βόλο περιλήφθηκαν στο βιβλίο "Το εργαστήρι του συγγραφέα, το εργαστήρι του αρχιτέκτονα και μια συνομιλία με τον Νάνο Βαλαωρίτη: Ένα δοκίμιο με κείμενα και εικόνες" (Καστανιώτης, 2007), απ' όπου και αντέγραψα το παραπάνω.

 

Τα κολάζ αυτά του Νάνου Βαλαωρίτη περιέχονται στο βιβλίο του μαζί με τα ποιήματα με τίτλο "Μια αλφάβητος κωφαλάλων",  (μαζί και το παραπάνω ποίημα). Διαβάζουμε στη σελίδα του βιβλίου στην Βιβλιονέτ:
 
Τα κολάζ αυτά έγιναν τη δεκαετία του 1970 στην Καλιφόρνια κι είχαν εκτεθεί σε μια μικρή γκαλερί του Σαν Φρανσίσκο και μερικά παρουσιάστηκαν στο περιοδικό "Androgyne". Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Σ' αυτή τη σειρά έρχονται τώρα να προστεθούν και ποιήματα, που δεν αντιστοιχούν μεν θεματικά αλλά που απηχούν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γίνεται τότε εικονολεκτική. 

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Άγκυρα. Την ίδια εποχή πραγματοποιήθηκε έκθεση στην αίθουσα "Αστρολάβος - Δεξαμενή" με έργα τα 27 κολάζ του ποιητή που περιέχονται και στο βιβλίο.


Δανείζομαι τον τίτλο της ανάρτησης από τη Φωτεινή Μαργαρίτη που έγραψε για τη διάσταση του χώρου στο έργο του ιδιότυπου αυτού συλλέκτη, όπως χαρακτηρίζει τον ποιητή, στο αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω (2010, τεύχος 511, σελ. 84-89) :

Το σύνολο του έργου του θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί ένα τέτοιο φανταστικό μουσείο ["μια σύνοψη του κόσμου που μπορεί να είναι και ο κόσμος του συλλέκτη ποιητή", γράφει παραπάνω], μια συλλογή όπου κατοικούν ετερόκλιτα αντικείμενα και εποχές σαν αποσπάσματα.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Θα έρχομαι, του Γιώργη Παυλόπουλου






Στάθηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού
Κοντά στο φράχτη
Και είδε τ’ απλωμένα ρούχα
Το ποδήλατο, την αξίνα
Το λάστιχο του ποτίσματος
Και το πιθάρι πλαγιασμένο στο χορτάρι.

Ύστερα μπήκε στον κήπο.
Πλησίασε στο παράθυρο της κουζίνας
και είδε από το τζάμι
τον άντρα της γυναίκας του
να παίζει με τα παιδιά.
Εκείνη μαγείρευε και τους χαμογελούσε.

Ας με ξεχνάνε, είπε.
Εγώ θα έρχομαι να τους βλέπω
Θέλω να τους βλέπω συχνά.
Δεν μπορώ να συνηθίσω
Το σκοτάδι εκεί κάτω.

 -------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Το ποίημα "Θα έρχομαι" του Γιώργη Παυλόπουλου είναι από τη συλλογή "Πού είναι τα πουλιά;" και περιέχεται στον συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα 1943-2008 (Κίχλη, ,2017). Μια "μεγάλη ελάσσονα φωνή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς", διαβάζω στο απόκομμα που βρήκα φυλαγμένο στις σελίδες του βιβλίου με ένα περιεκτικό κείμενο του Αριστοτοτέλη Σαϊνη για τον ποιητή (Εφημερίδα των Συντακτών 25-11-2017). Ηλείος, όπως οι φίλοι και συνοδοιπόροι Νίκος Καχτίτσης και Τάκης Σινόπουλος, όπως και ο άλλος συνοδοιπόρος, ο "μινιμαλιστής στρατηγός" Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος. Το επίμετρο μαζί με το εργοβιογραφικό κείμενο του Γιάννη Ξούρια μας δίνει σημαντικές πληροφορίες γνωριμίας με τον ποιητή.

Βρέχει αιώνια στάχτη και τίποτα δεν βλέπω πια.
Όλη μου η γνώση είναι άχρηστη.
Εκείνο μόνο που μου έμεινε
είναι η αγάπη μου για Σένα.
Κι εσύ δεν είσαι δω να μου κρατάς το χέρι.

Ύπνος, όνειρα, μνήμες, εικόνες, ίσκιοι, σκόνη και στάχτη, χρόνος στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου.

"Με ενδιαφέρει η ποίηση του Γ.Π. γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια" είχε σχολιάσει ο Σεφέρης όπως αναφέρει ο Σαϊνης. Αλήθεια, τι θα πει "αποτελεσματική ποίηση"; Ίσως απαντά ο ίδιος ο ποιητής στο ποίημά του "Οι τρεις":

Αυτός που γράφει το ποίημα
κι εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον που το ονειρεύτηκε.