Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Λογοκλοπή και ιστολογείν


ll



Αυτές τις μέρες βρέθηκα σε μια παράξενη και δύσκολη θέση. Τυχαία, έπεσα στην ανάρτηση ενός ιστολογίου (το οποίο παρακολουθώ μέσω του Google+ γιατί βρίσκω συχνά ενδιαφέροντα θέματα, δεν βρήκα όμως εκεί την πληροφορία για τη συγκεκριμένη ανάρτηση γιατί δεν υπάρχει), η οποία είδα να έχει (περίπου) ίδιο τίτλο με μια πρόσφατη δική μου ανάρτηση. Η δική μου είχε τον τίτλο "Ο λιποτάκτης" και ημερομηνία 9 Οκτωβρίου 2015 και η άλλη "Ο λιποτάκτης (Boris Vian)" και ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 2015. Και πάνω που σκέφτηκα τι σύμπτωση, βρήκα το πρώτο μέρος του κειμένου μου να έχει μεταφερθεί αυτούσιο και μάλιστα χωρίς καμία αναφορά για την προέλευση των πληροφοριών αυτών.

Φυσικά, δεν διεκδικώ πρωτοτυπία. Οι πληροφορίες για τον Γάλλο ποιητή, συγγραφέα κτλ, προέρχονται από τη γνώση που έχω έτσι κι αλλιώς (έχω αρκετά χρόνια στην πλάτη μου, ώστε να μπορώ να δικαιολογώ συσσώρευση γνώσης και πληροφορίας), αλλά και από διάφορες πηγές, όμως, οι ίδιες οι πληροφορίες αυτές δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν από άλλους. Θα μπορούσα να εκτιμήσω, μάλιστα, ότι η ανάρτησή μου αξιολογήθηκε ως αξιόπιστη πηγή κι έτσι χρησιμοποιήθηκε από κάτοχο άλλου ιστολογίου.  

Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Μα η ακριβής αντιγραφή των πρώτων παραγράφων, χωρίς καμιά αναφορά στην πηγή! Και όχι μόνο κατά λέξη αντιγραφή των λίγων βιογραφικών στοιχείων που είχα γράψει (με τον δικό μου τρόπο, όχι σπουδαίο, όμως καθένας έχει έναν προσωπικό τρόπο γραφής, έκφρασης, διατύπωσης, επικοινώνησης αυτού που θέλει), αλλά και κατά λέξη αντιγραφή της ελεύθερης περιγραφής που κάνω για το ποίημα-τραγούδι του Μπόρις Βιαν. Κι εδώ πια, είναι κλοπή. Δεν κάνω μετάφραση/απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά, απλά μόνο μια ελεύθερη, προσωπική ανάγνωση στα λόγια του ποιητή. 

Δεν μπορεί να τα πάρει κανείς και να τα χρησιμοποιήσει σαν δικά του. Δεν μπορεί να παίρνει αυτούσια τα κείμενα του άλλου και να τα κολλάει στα δικά του, χωρίς καμιά αναφορά, χωρίς μνεία, χωρίς εισαγωγικά. Θα μου πείτε, σιγά την πρωτοτυπία, και θα συμφωνήσω. Θα μου πείτε, σιγά τον πολυέλαιο, και θα πω τι έγινε. Όμως, θα σας πω επίσης, ότι υπάρχει και η δεοντολογία, υπάρχει και ο σεβασμός στην (όποια) προσπάθεια του άλλου, υπάρχει και το θεμιτό έναντι του αθέμιτου, υπάρχουν και οι κανόνες στη δημόσια ζωή. 

Κι επειδή δεν θα ήθελα να αποδώσω αρνητικό χαρακτηρισμό, θα προτιμήσω να κάνω μια σύντομη αναφορά στο φαινόμενο της λογοκλοπής (plagiarism στα αγγλικά). Και ξεκινώντας από το γλωσσικό μέρος, θα παραθέσω τα σχετικά λήμματα που βρήκα σε γνωστά λεξικά.

Στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη, βρίσκω τον πιο αυστηρό ορισμό, αφού ορίζει τη λογοκλοπή ως την "ιδιοποίηση ξένης πνευματικής δημιουργίας με ανήθικο, παράνομο τρόπο".

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη, λογοκλοπία ή λογοκλοπή είναι "η ιδιοποίηση με αθέμιτο τρόπο ξένης
πνευματικής εργασίας".

Στο Λεξικό Δημητράκου, αναφέρεται ότι λογοκλοπία είναι "η ιδιοποίησις ξένων λόγων ή σκέψεων" (αποδιδόμενη στον Εμπεδοκλή), ενώ με νεώτερη σημασία είναι "η εν γνώσει ή δολίως γενομένη ιδιοποίησις ξένων λόγων ή διδασκαλίας άλλου". Και λογοκλόπος είναι "ο ιδιοποιούμενος, ο παρουσιάζων ως ιδικήν του ξένην συγγραφικήν εργασίαν".


Στο Liddell-Scott (πρωτοεκδόθηκε το 1843) διαβάζουμε: λογοκλοπία, "a stealing of another's words or thoughts, plagiarism, attributed to Empedocles by Timae", ενώ στον ιστότοπο του τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου μπορεί κανείς να το βρει με ελληνική απόδοση των ορισμών (όπως τους επιμελήθηκε ο Κωνσταντινίδης γύρω στα 1900) ως Λεξικό Liddell-Scott Κωνσταντινίδου, όπου η λογοκλοπία ορίζεται ως "το κλέπτειν  τους λόγους ή τας σκέψεις άλλου, αποδιδόμενον των Εμπεδοκλεί υπό του Τιμαίου".


Ο Στέφανος Κουμανούδης, στο εμβληματικό έργο του "Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων" στο οποίο καταγράφει νέες λέξεις που εμφανίστηκαν από την Άλωση (εκδόθηκε στα 1900, ένα χρόνο μετά το θάνατό του / μπορεί κανείς να το κατεβάσει ελεύθερα από την ψηφιακή βιβλιοθήκη Ανέμη της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης - με την ευκαιρία, ένας θησαυρός η Βιβλιοθήκη αυτή), περιέχει το λήμμα λογοκλέπτης προερχόμενο από το λατινικό plagiarius και παραπέμπει στο λογοκλόπος, ο λογοκλόπος εμφανίζεται σε κείμενα του 1871, 1879, 1896, τα λογοκλοπήματα αναφέρονται από τον Δημήτριο Βερναρδάκη το 1866, το επίθετο λογοκλοπικός (στην τέχνη κτλ.) βρίσκεται σε κείμενα του 1868 και του 1895, το επίρρημα λογοκλοπικώς αναφέρεται σε κείμενο του 1893. Εξάλλου, για τη λογοκλοπή, αναφέρει ότι στην αρχαία ελληνική υπήρχε η λογοκλοπεία, "ήτις όμως γραπτέα λογοκλοπία", και παραπέμπει γι' αυτό σε κείμενο του Ζηκίδου του 1891, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το λήμμα αυτό υπήρχε ήδη στο λεξικό του Άγγελου Βλάχου έκδοσης 1871.


Πάντως, ψάχνοντας στην Ανέμη, βρήκα εργασίες για τη λογοκλοπή που δείχνουν ότι και η λέξη χρησιμοποιούνταν από πιο παλιά (ο Κουμανούδης ασφαλώς δεν εγνώριζε όλες τις πηγές τότε), αλλά και η ίδια η έννοια είχε μάλλον ευρεία εφαρμογή στην πράξη από παλιά). 

Αντιγράφω τους τίτλους:





















Η λογοκλοπή είναι ένα γνωστό και πολύ σοβαρό πρόβλημα στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας. Έχουν γίνει πολλές φορές καταγγελίες (όχι μόνο στην Ελλάδα, θυμόμαστε τη Γερμανίδα Υπουργό που παραιτήθηκε ύστερα από καταγγελίες ότι το διδακτορικό της ήταν αποτέλεσμα λογοκλοπής) κι έχουν αναπτυχθεί κατάλληλα εργαλεία ελέγχου και εντοπισμού. Το κείμενο του Ι. Νικολάου, αναπλ. καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αν και απευθύνεται σε φοιτητές, μπορεί να δώσει στα ελληνικά μερικές βασικές πληροφορίες ως εισαγωγή στο πρόβλημα της λογοκλοπής.

Πέραν του ακαδημαϊκού χώρου, η λογοκλοπή εμφανίζεται ως πρόβλημα και στο διαδίκτυο, όταν μάλιστα έχει αυξηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό αυτή η ανάγκη των ανθρώπων, όλων εμάς δηλαδή, όχι μόνο να επικοινωνήσουμε με λίγα σκόρπια λόγια, αλλά και να καταγράψουμε σκέψεις, ιδέες, γνώσεις, να συγγράψουμε δηλαδή κατά μία έννοια. Αυτό είναι ένα άλλο, μεγάλο θέμα, γιατί εκτιθέμεθα, γιατί γράφουμε, αν συγγράφουμε, και βέβαια ποια η σημασία και η ποιότητα αυτών που γράφουμε, μήπως φλυαρούμε κτλ. κτλ.

Πέρα απ΄ αυτό όμως, εφόσον γράφουμε, είναι θεμιτό να εφαρμόζουμε το ελάχιστο, την αναφορά στην πηγή. Υπάρχουν ειδικά πρότυπα για τη χρήση των πηγών ως αναφορές και ως παραπομπές μέσα στο κείμενο, στα οποία πλέον προβλέπονται και οι αναφορές / παραπομπές σε εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης κάθε τύπου (ιστολόγια, Facebook, Twitter, Flickr κτλ.). Υπάρχουν επίσης κανόνες και οδηγίες καλών πρακτικών, υπάρχει και το αυτονόητο, ότι δεν μπορώ, δεν είναι σωστό να παρουσιάζω κάτι σαν δικό μου που το έχω αντιγράψει.

Έχουν γραφτεί πολλά, θα παραπέμψω σε κάποιες αναρτήσεις από ξένα ιστολόγια, όπως τα παρακάτω:

σημειώνοντας επιπλέον ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών συνδέεται και με ζητήματα όπως η βελτιστοποίηση της δυνατότητας αναζήτησης και εντοπισμού των αναρτήσεων του ιστολογίου (Search Engine Optimization  - SEO). Εξάλλου, κυκλοφορούν και προγράμματα, τα οποία περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα εντοπίζουν φαινόμενα λογοκλοπής σε ιστολόγια (εγώ εφάρμοσα ένα τέτοιο πρόγραμμα και είχε αποτέλεσμα πάντως).

Τελικά, αυτό για το οποίο λυπάμαι περισσότερο είναι πως για την ανάρτηση αυτή στάθηκε αφορμή ο θάνατος ενός πολύ ευαίσθητου ανθρώπου και που αντί ν' ασχοληθούμε με την έννοια λιποτάκτης, μιλήσαμε για τη λογοκλοπή. Λίγες θέσεις παρακάτω στο ίδιο γράμμα ενός λεξικού, στο λάμδα όλα, τι περίεργο...

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

"Κι εγώ σκεφτόμουν το λόφο και τα πρόβατα"



... Η Φατμά κι εγώ σκαρφαλώσαμε με προσοχή στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην ταράτσα. Πάνω στην ταράτσα είδαμε έναν Ισραηλινό στρατιώτη φοβισμένο. Ήταν νέος, γύρω στα δώδεκα. Προσπάθησε να κρυφτεί πίσω απ' τα σκοινιά της μπουγάδας...
"Δεν έκανα τίποτα, εγώ αγαπώ τους Άραβες, ορκίζομαι στο θεό της Τορά, ζήτω ο Γιασέρ Αραφάτ, κατάρα στους σιωνιστές", φώναξε ο φοβισμένος στρατιώτης.
Η Φατμά άρχισε να τον κλωτσά άγρια.
"Πριν από λίγο μας πέταξες μια πέτρα, μου άνοιξες σχεδόν το κεφάλι, και τώρα ξαφνικά αγαπάς τους Άραβες, ε; Σκατό!"
"Παράτα τον, παιδί είναι", είπα.
...
"Δεν θέλω να είμαι εδώ πέρα", ψιθύρισε [η Φατμά], "βαρέθηκα όλες αυτές τις βρισιές και τις πέτρες, το ξύλο όλη την ώρα. Πίστεψέ με, θα έπρεπε να αφήσουμε σ' αυτούς τις πανάθλιες πόλεις τους. Ας συνεχίσουν να πίνουν μπύρα στις απαίσιες παμπ τους και να κάνουν μικρούς Ισραηλινούς στρατιώτες. Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά;"
Όλοι μας μισούν εδώ, από το νήπιο στρατιώτη του ενός έτους, μέχρι την πιο γερασμένη ισραηλινή στρατιωτίνα. Κι αυτό που πονάει περισσότερο είναι πως το μίσος τους είναι δίκαιο.
"Γυρίστε στα χωριά σας, Άραβες, μανιακοί", ακούστηκε μια κραυγή από ένα παράθυρο.
Πόσο θα ήθελα να γυρίσω στο χωριό μου, στους λόφους τους στολισμένους με τα αγριολούλουδα, στα κοπάδια των ζώων που βρίσκονται στο φαράγγι, στα μέρη των τσακαλιών!
... [βρισιά] ακούστηκε η γνωστή φωνή στα αραβικά από κάποια στέγη, κι εγώ σκεφτόμουν το λόφο και τα πρόβατα, τα μικρά σπίτια από άργιλο, το κάλεσμα του μουεζίνη στην πρωινή προσευχή...


Ο αφηγητής και η Φατμά είναι Παλαιστίνιοι. Πιάνουν ένα δωδεκάχρονο Ισραηλινό στρατιώτη και τον χτυπούν άγρια, το ίδιο είχε κάνει κι αυτός σε άλλους Παλαιστίνιους πριν από λίγο. Και το γαϊτανάκι του μίσους και της αλληλοεξόντωσης δεν έχει τελειωμό! Κι ας ονειρεύεται η Φατμά το χωριό της με τους στολισμένους αγριολούλουδα λόφους, με τα φαράγγια και τα μέρη των τσακαλιών...

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το διήγημα του Ισραηλινού συγγραφέα Έτγκαρ Κέρετ "Εβραϊκή ιστορία" από τη συλλογή "Το κορίτσι στο ψυγείο" (Καστανιώτης, 2012). Έχει ονομαστεί  νέος Άμος Οζ, έχει βραβευτεί, είναι χαρισματικός. Τα διηγήματα σ' αυτή τη συλλογή είναι ευχάριστα, γραμμένα με ιδιαίτερο τρόπο, με ιστορίες από την καθημερινότητα των Ισραηλινών αλλά και των Παλαιστινίων. Ανάμεσά τους, να ξεχωρίσω κάποια: "Μπούμερανγκ", "Η ζήλια των συγγραφέων", "Αλίσα", "Το ζήτημα της ύβρεως", "Η πλάκα", "Τέρας στο τάβλι" και βέβαια τις δύο εβραϊκές ιστορίες του. Σαφείς και συχνές οι αναφορές του για το Παλαιστινιακό, σατιρίζει ή και στηλιτεύει τη στάση των Ισραηλινών και ιδιαίτερα την παρουσία στρατιωτών παντού και όλων των ηλικιών.

Η έκδοση της παραπάνω συλλογής κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1992, δηλαδή γράφτηκε εκείνη την περίοδο που οι συγκρούσεις ανάμεσα σε Παλαιστίνιους και Ισραηλινούς ήταν (πάλι) σε μεγάλη ένταση.

Αυτές τις μέρες διαδραματίζονται πάλι σκηνές μίσους και αλληλοεξόντωσης ανάμεσά τους. Και πάλι βγάζουν μαχαίρια. Και πάλι νεαρά παιδιά σέρνουν το γαϊτανάκι του μίσους και αλληλοσκοτώνονται. Τρεις Ισραηλινοί από τη μια, δυό Παλαιστίνιοι από την άλλη, ο ένας δεκατριάχρονος λένε, αυτός είναι ο σημερινός απολογισμός! 

Με την ευκαιρία, διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο ένθετο της Monde Diplomatique στην Αυγή της περασμένης Κυριακής, 11 Οκτωβρίου. Είναι του Laurent Bonelli σε επιμέλεια του Β. Παπακριβόπουλου, έχει τίτλο "Επάγγελμα: μαχητής" και αναλύει αν και ποια κοινά σημεία μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα σε έναν αριστερό που πήγε στην Ισπανία το 1936 για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και σε ένα άτομο που εγκαταλείπει τη χώρα του για να πολεμήσει στο πλευρό της Οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους. Πολύ ενδιαφέρον θέμα. Κάνοντας μάλιστα σύγκριση με τους ντόπιους μαχητές, γράφει:

"Οι ντόπιοι μάχονται περισσότερο για να υπερασπιστούν την οικογένειά τους και το χωριό τους και λιγότερο για ένα γενικότερο πρόγραμμα."

Άραγε το παιδί αυτό, ο 13χρονος σημερινός νεκρός Παλαιστίνιος, σκεφτόταν το λόφο και τα πρόβατα στο χωριό του; Ποιος να ξέρει...

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Ο λιποτάκτης



 
Κύριε Πρόεδρε, δεν θέλω να πάω στον πόλεμο, να σκοτώσω αθώους ανθρώπους, δεν θέλω να σ' ενοχλήσω, όμως πήρα την απόφασή μου, θα λιποτακτήσω... 
Από τότε που γεννήθηκα, είδα τον πατέρα μου να πεθαίνει, είδα τ' αδέρφια μου να φεύγουν, είδα τα παιδιά μου να κλαίνε, είδα τη μάνα μου στον τάφο να περιγελά τις βόμβες και τα σκουλήκια, κι όταν ήμουνα στη φυλακή μου πήραν τη γυναίκα, μου πήραν την ψυχή...
Θα γυρίζω στους δρόμους της Γαλλίας, από τη Βρετάνη μέχρι την Προβηγκία, και θα λέω στους ανθρώπους να μην υπακούσουν, να μην πάνε στον πόλεμο, να μη φύγουν, κι αν με κυνηγήσετε, πείτε στους άντρες σας πως δεν κρατώ όπλο...

Περίπου αυτά λέει στο εμβληματικό, βαθειά αντιπολεμικό τραγούδι του ο Μπόρις Βιάν, ο Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, μουσικός και πολλά άλλα (και μηχανικός στο επάγγελμα), που έζησε για 39 μόλις χρόνια, 1920-1959. Είναι το τραγούδι με τίτλο "Le déserteur", ο λιποτάκτης.

Ο Μπόρις Βιάν δεν είναι ο συγγραφέας που μπορεί να συνιστούσα. Δεν μου άρεσε η υπερβολή στο λόγο του, ο μηδενισμός που εξέπεμπε (ή που νόμιζα ότι εξέπεμπε). Δεν μου άρεσε ο τίτλος του πολύ γνωστού βιβλίου του "Θα φτύσω στους τάφους σας". Έπαιζε θαρρείς με τις λέξεις, σα να τις πασπάλιζε με βία και με μίσος κι έφτανε στα άκρα του λόγου και της σκέψης. Έτσι τον έχω περιγράψει μέσα μου. 

Γνώρισα και ξεφύλλισα βιβλία του πριν από δυόμισι δεκαετίες και κάτι παραπάνω. Τα έβρισκα πάνω στο γραφείο του Γιώργου, του νεαρού τότε βιβλιοθηκονόμου που δούλεψε για λίγα χρόνια κοντά μας, στη Βιβλιοθήκη του ΤΕΕ. Θυμάμαι πως του άρεσε ο Βιαν, του άρεσε ο αντιπολεμικός, ο αντιρατσιστικός, ο αντισυμβατικός λόγος του.

Στη Βιβλιοθήκη ΤΕΕ, από δεξιά: Γιώργος Αθανασιάδης, Μαρία Αραπάκη, Μαρία Καρανικόλα, Μαρία Γατσούλη, Ντίνα Θαλασσινού, Βούλα Γεροστάθη

Λιποτάκτης είναι αυτός που εγκαταλείπει τους συναγωνιστές, την κοινή προσπάθεια, τους κοινούς αγώνες, είναι κι αυτός που εγκαταλείπει χωρίς άδεια, έτσι διαβάζω στα λεξικά. Αυτό έκανε ο Γιώργος Αθανασιάδης τούτες τις μέρες. Λιποτάκτησε. Έφυγε αθόρυβα και απρόσμενα, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς άδεια. Πολύ νωρίς, κρίμα. Ίσα ίσα που πρόλαβε να χαρεί την επιστροφή στη δουλειά. Ήταν από τους διαθέσιμους του Πανεπιστημίου. Να χαρεί; Δεν ξέρω αν χαιρόταν, με τι χαιρόταν. Είχα να τον δω κάτι χρόνια. Κρατώ το νεανικό, καλοσυνάτο του χαμόγελο. Και τον ευγνωμονώ, κι ας μην τ' ακούει πια, για τα παιχνίδια που έπαιξε με τα παιδιά μου κάποιες δύσκολες μέρες.



Σήμερα τον αποχαιρετήσαμε. Και νάναι αλήθεια τυχαίο που μια φίλη του είπε λόγια λες από τους Λιποτάκτες του Θεοδωράκη, ίδια με το τραγούδι "Χάθηκα"; Ήταν πάντα μόνος είπε ...

Χάθηκα, 
Μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα
Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα, 
Γιατί δεν είχα τα φτερά και είχα εσένα Κατινιώ
Γιατ’ είχα όνειρα πολλά
Και το λιμάνι, 
και το λιμάνι είναι μικρό
Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος
Και θα `μαι πάντα μόνος.


Καλό σου ταξίδι Γιώργο!

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ο "πιτόρε" Δημήτρης Κοκότσης στα χανιώτικα νεανικά περιοδικά τη δεκαετία του 1920


Το χανιώτικο περιοδικό "Δομένικος Θεοτοκόπουλος" είχε διαχειριστή το νεαρό Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο)


Στην προηγούμενη ανάρτηση, στο στιγμιότυπο που καταγράφει ο Μανόλης Κριαράς από την παραμονή του Γιάννη Ψυχάρη στα Χανιά, γίνεται αναφορά σε κάποιον "αρκετά γνωστό" Χανιώτη ζωγράφο. Ο φίλος Γιώργος Πιτσιτάκης μου έστειλε σε μήνυμα ότι "ο ζωγράφος (πιτόρε) που καταχέριασε ο Ψυχάρης ήταν ο σπουδαίος Δημήτρης Κοκότσης (έχει αγιογραφήσει τμήμα της Τριμάρτυρης)". Και μου έστειλε άρθρο του που είχε δημοσιεύσει στο 4ο τεύχος του χανιώτικου ηλεκτρονικού περιοδικού Κεδρισός πριν από ένα χρόνο. Το άρθρο είχε τίτλο "Ο Κ. Π. Καβάφης και ο Χανιώτης ζωγράφος Δημήτρης Κοκότσης στα χανιώτικα νεανικά περιοδικά την δεκαετία του 1920" και αναφέρεται στα περιοδικά "Αυγερινός" και "Δομένικος Θεοτοκόπουλος" και τα αφιερώματα που είχαν στον Κωνσταντίνο Καβάφη και στον Δημήτρη Κοκότση αντίστοιχα. Αντιγράφω εδώ απόσπασμα του άρθρου που αναφέρεται στον "πιτόρε" Κοκότση:


Ο Δημήτρης Κοκότσης στο ατελιέ του

Ο Δημήτριος Κοκότσης και ο «Δομένικος Θεοτοκόπουλος»

Ο Δημήτρης Κοκότσης (1894-1961) υπήρξε ένας σπουδαίος χανιώτης ζωγράφος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα (5). Γεννημένος στον Άγ. Γεώργιο Κισάμου, έδειξε το ταλέντο του από μικρός και πρώτος του δάσκαλος στη ζωγραφική ήταν ο Κρητικός ζωγράφος Ιωάννης Σταυράκης. Το 1912, δεκαοχτάχρονος, κατατάχθηκε στον φοιτητικό λόχο Χανίων και τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος, στη μάχη του Μπιζανίου. Μετά τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, επιστρέφει στα Χανιά μετά το 1922 και συμμετέχει ενεργά στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης. Με περαιτέρω πνευματικό εφόδιο τη φοίτησή του στη φιλοσοφική του Πανεπιστημίου Αθηνών κάνει παρέα με τους νέους του Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου, τους πνευματικούς ανθρώπους και τους καλλιτέχνες της πόλης συμμετέχοντας στις συζητήσεις για τα φλέγοντα θέματα της εποχής όπως ο δημοτικισμός κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που διηγείται ο Μανώλης Κριαράς στην αυτοβιογραφία του (6) όταν ο Ψυχάρης το 1925 επισκέφθηκε τα Χανιά:

«[…] Το βαπόρι που έφερε τον Ψυχάρη στα Χανιά είχε αγκυροβολήσει έξω από το λιμάνι, όπως γινόταν τότε και με βάρκα τον παραλάβαμε από το βαπόρι. […] Του κρατούσαμε συντροφιά στο ξενοδοχείο όπου τον εγκαταστήσαμε, φροντίσαμε για την ευχάριστη διαμονή του, συζητήσαμε πολλές φορές μαζί του για λογοτεχνικά πρόσωπα και πράγματα του τόπου μας, που τα αντιμετώπιζε με το δικό του πάθος και τη δική του αδιαλλαξία. […] Ποιοι ήμασταν εμείς που με συγκίνηση υποδεχτήκαμε τότε τον Ψυχάρη; Μερικοί φιλολογούντες νέοι των Χανίων: ο μουσικός Μανώλης Σκουλούδης, μεγαλύτερος μας, ο Γιώργος Σπυριδάκης, ο Πολυδεύκης Καλδής, ο Στέλιος Καψωμένος, αυτός που γράφει τις γραμμές τούτες και μερικοί άλλοι. Θυμούμαι και μια σκηνή από δείπνο που εμείς οι νέοι παραθέσαμε τότε σε παραλιακό κέντρο των Χανίων στον Ψυχάρη. Ένας από τους συνδαιτημόνες, ο χανιώτης ζωγράφος Δημήτρης Κοκοτσάκης, του είχε διατυπώσει κάποια ερώτηση που θύμωσε τον Ψυχάρη. Ο Δάσκαλος του απάντησε κοφτά και αποστομωτικά: “Τα πινέλα σου πιτόρε (ζωγράφε)!” Δεν ανεχόταν αντιρρήσεις ο Ψυχάρης […]».

Τον Δεκέμβρη του 1927, στο δεύτερο τεύχος του, το χανιώτικο νεανικό περιοδικό «Δομένικος Θεοτοκόπουλος» με διευθυντή τον ποιητή Σπύρο Παπαδαντώνη και διαχειριστή τον 16χρονο Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), εκτιμώντας το μέχρι τότε έργο του ταλαντούχου ζωγράφου, του έκανε ένα αφιέρωμα δημοσιεύοντας οκτώ πίνακές του, που τους συνόδευσε με ένα κείμενο που περιείχε βιογραφικά στοιχεία με άγνωστες λεπτομέρειες και εύστοχες επισημάνσεις, κρίσεις και σχόλια για τον ζωγράφο, τα έργα και την τέχνη του. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο το ανασύρουμε από την αφάνεια.

Ο Κοκότσης υπήρξε μαέστρος στις προσωπογραφίες, γι αυτό ήταν και ο μόνος ζωγράφος που ο Ελευθ. Βενιζέλος δέχτηκε να του ποζάρει για να φτιάξει το πορτραίτο του. Τα έργα του βέβαια τα πουλούσε για βιοπορισμό. Ένα απ’ αυτά, που φιλοτεχνήθηκε το 1923 και τυχαίνει να είναι μεταξύ των οκτώ που παρουσίασε ο «Δομένικος Θεοτοκόπουλος», το αγόρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στην απαντητική – ευχαριστήρια επιστολή του, της οποίας η αρχή και το τέλος παρατίθεται ως εικόνα, ο Δημ. Κοκότσης γράφει: 

«Εν Χανίοις τη 22α Απριλίου Νοεμβρίου 1924. Προς Την Α. Εξοχότητα τον κ. Ελευθέριον Κ. Βενιζέλον. Κύριε Πρόεδρε, Σας υπερευχαριστώ δια την τιμήν και την υποστήριξιν, την οποίαν μου παρέχετε δια της αγοράς του υπό τον τίτλον «Les derniers jours des deux héros» (Οι τελευταίες μέρες δυο ηρώων) πίνακος, όπως μου γνωστοποιείτε δια της από 11 λήγοντος μηνός επιστολής του ιδιαιτέρου γραμματέως της Υ. Εξοχότητος. Μόλις έλαβα την επιστολήν ταύτην έγραψα εις την Πράγαν να αποσταλεί το ζητηθέν έργον προς Υμάς και ελπίζω εντός ολίγου, να έχετε τούτο, ώτε κ. Πρόεδρε, κανονίζετε, όπως σας είναι ευκολώτερον, την αποστολήν της τιμής του δια της Εθνικής ή της Τραπέζης Αθηνών. Το έργον δε αυτό είναι από τα πλέον αγαπημένα μου, διότι οι δύο Μάντακες οι οποίοι επόζαραν, με είχαν βαθύτατα συγκινήσει, περισσότερον δε ο Κοκόλης ο οποίος προ μηνών και απέθανε. Αισθάνομαι, κ. Πρόεδρε μεγάλην χαράν, που γίνεσθε Σεις κάτοχος τούτου, επειδή εις το δικό Σας σπίτι ταιριάζει να βρίσκονται, περισσότερο από κάθε άλλο, πίνακες με τέτοιες παραστάσεις. Πάντοτε δικός Σας Δ. Κοκότσης». 

Αφίσα με το Βενιζέλο, έργο Δ. Κοκότση (Πηγή: ΕΛΙΑ από Europeana)

Παρακάτω, ο Πιτσιτάκης παραθέτει το κείμενο του περιοδικού "Δομένικος Θεοτοκόπουλος" για τον Κοκότση:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΤΣΗΣ

Δεν κρίνουμε άσκοπο να δώσουμε μαζί με τα έργα που δημοσιεύουμε στο παράρτημα του φυλλαδίου μας αυτό του Δημήτρη Κοκότση και μερικές σημειώσεις της ζωής και της δράσης του. Ο Κοκότσης γεννήθηκε στα Χανιά. Άρχισε να ιχνογραφεί αυτοδίδαχτος από παιδί έντεκα χρόνων ώσπου στα 1916 μπήκε στο Πολυτεχνείο στη Σχολή των Καλών Τεχνών της Αθήνας παίρνοντας την υποτροφία Σταθάτου. Απ’ εκεί βγήκε με δίπλωμα το 1923, αφού πήρε το Χρυσοβέργειο μετάλλιο και 4 φορές τ’ Αβερώφειο. 

Απ’ τα 1923 ως τα 1926 έμεινε καθηγητής των τεχνικών μαθημάτων σε Γυμνάσιο στα Χανιά. Το 1924 έστειλε το σχεδιαγράφημα «Εργάτης δημιουργός» για την διεθνή πανήγυρη της Πράγας, η οποία δέχτηκε και 25 πίνακές του απ’ τη ζωή του τόπου του («οι τελευταίες μέρες δύο ηρώων»). Τα 1925 έλαβε μέρος με επιτυχία στην Πανελλήνια έκθεση των Αθηνών. Αργότερα συμμετείχε στην διεθνή έκθεση της Βενετίας με το έργο του «Το λιοτριβειό». Το έργο αυτό ήταν το μόνο π’ αντιπροσώπευσε την Ελλάδα, από πολλά που εστάλθηκαν χωρίς να γίνουν δεκτά. Τον ίδιο χρόνο άνοιξε στην Αθήνα δική του έκθεση («Αυράρης», «Γυροκόμος»). 

Έπειτα απ’ αυτή ξαναπήρε την υποτροφία Σταθάτου για την Ευρώπη κι έφυγε για το Παρίσι. Στο Παρίσι βραβεύτηκε απ’ την ακαδημία Jullian μέσα σε πολλούς εκθέτες. Τον περασμένο Μάρτη παρουσίασε νέα έκθεσή του στη Γκαλερί Lorencou («Καπνιστής ναργιλέ», «Ονειροπόλημα», «Κόρη στη βρύση», «Γέρος»). Κατόπι το Salon de la Nationale δέχτηκε 2 πίνακ;eς του και στην έκθεση της Ντωβίλ τον περασμένο Αύγουστο του ζητήθηκαν 2 έργα του. Τέλος και στο Salon des Hellenesαντιπροσώπεψε την τέχνη του με πίνακές του. Τώρα ετοιμάζεται να περιοδέψει στην Ισπανία. Αυτή είναι ως τώρα η δράση του ζωγράφου μας. Από επιτυχία σ’ επιτυχία. 

Ο Κοκότσης αντίς ν’ ακολουθήσει τις παρακινδυνευμένες μοντέρνες τεχνοτροπίες της ζωγραφικής προτίμησε κλασικός ν’ αφήσει την ψυχή του να διερευνήσει μέσα στον τόσο καλλιτεχνικό, το πλούσιο υλικό της Κρητικής ζωής, π’ ακόμα στις ρίζες ψηλά μένει αγνή κι ανέπαφη απ’ τη σύγκαιρη πρόοδο διατηρώντας το δικό της χαρακτήρα και της Όμορφης φύσης του νησιού μας. 

Προικισμένος με μια οξεία παρατηρητικότητα κι ένα σπάνιο συναίστημα της πλαστικότητας και του φωτός κατορθώνει κάθε τι που του κινά την εντύπωση και το ζωγραφίζει, να το περιβάλλει μέσ’ σε μια ατμόσφαιρα τέλεια αισθητική. Εδώ θα δείτε μια σκηνή απ’ τη χωριάτικη δουλειά: Πώς αλέθουν τις ελιές π.χ. στο Λιοτριβειό, έπειτα πως φτιάνουν το τυρί στη Μαδάρα. Εκεί ένα τύπο αντιπροσωπευτικό, του γέρου που καπνίζει μ’ όλη την ανατολίτικη νωχέλεια το ναργιλέ του ή το λυράρη που με το δοξάρι του μεθάει την ψυχή των πανηγυριωτών. Αλλού μια χωριατοπούλα να πηγαίνει μ’ όλη τη σεμνότη στη βρύση με τη λαγήνα στον ώμο, κι αλλού την αρραβωνιαστικιά σκυμμένη πάνω στη προίκα της, στον αργαλειό να ονειροπολεί. 

Ο Κοκότσης είναι ο εξαιρετικά κι ιδιαίτερα Κρητικός ζωγράφος. Η αποκάλυψη του ταλέντου αυτού στο Παρίσι στις εκθέσεις του που μετέφερε όλες τις ομορφιές και τις ιδιοτυπίες της Κρητικής ζωής χαιρετίστηκε απ’ τα πιο διαλεχτά Γαλλικά περιοδικά και διακριμένους κριτικούς και καθηγητές, ως ο διευθυντής της Ακαδημίας Zullian

Ακόμα ο Κοκότσης κρίνεται κι ως ένας δυνατός και μετρημένος πορτρετίστας. Ιδίως κάποια έργα του σαν το «Ονειροπόλημα» και ο «Καπνιστής Ναργιλέ» θεωρούνται ως αληθινά έργα μαιτρ. Μπορούμε να προσθέσουμε πως τα νέα του έργα τον καιρό αυτό, που κατέβηκε απ’ την Ευρώπη κι ύστερα από περιοδεία του σ’ όλη την Αγροτική Κρήτη, λογαριάζονται πολύ ανώτερα απ’ τα παλιά. Τα περισσότερα είναι πορτραίτα. 

Ο «Δομένικος Θεοτοκόπουλος» λογιάζεται ευτυχισμένος που δίνει σήμερα μέσα στις άλλες και την συνεργασία του Κοκότση. Η Κρήτη και με χώριο καμάρι βλέπουμε και η δυτική, δείχνει, πως δε θα μείνει χωρίς συνεχιστές το έργο κάποιων άλλων τέκνων της.

Η μητέρα του Κοκότση (Πηγή: Κίσσαμος-Κίσαμος)
Η Ζωζώ Σαπουντζάκη όπως την είδε ο Κοκότσης το 1958 (Πηγή: Περιοδικό "Οδός Θ'", τεύχος 1, 2001)
Ο Ελευέριος Βενιζέλος από τον Κοκότση (Πηγή: Πανδέκτης ΕΚΤ μέσω Europeana)
Δυο Κρητικοί γέροντες, οι Λακκιώτες Μάρκος και Κοκκόλης Μάντακες,  έργο Δ.Κοκότση (Πηγή: Αρχείο Ιδρ. Βενιζέλου)
Άλλο ένα ντόμινο λοιπόν κι ευχαριστώ γι' αυτό το φίλο Γιώργο Πιτσιτάκη.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Μνήμη Εμμανουήλ Κριαρά: Στιγμιότυπα από το ταξίδι του Ψυχάρη στα Χανιά το 1925



Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Εμμανουήλ Κριαρά ένα χρόνο από το θάνατό του και με αφορμή το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Πιτσιτάκη στα χθεσινά Χανιώτικα Νέα, θα μείνω για λίγο ακόμη στην παραμονή του στα Χανιά τη δεκαετία του '20, Κι επειδή  ο Κριαράς ήταν ένας εξαιρετικός φιλόλογος μα κι ένας ακούραστος μαχητής του δημοτικιστικού κινήματος, αξίζει να γυρίσουμε στα ίδια εκείνα χρόνια που πιάνει ο Γιώργος και να ξεφυλλίσουμε τις σελίδες του βιβλίου "Ερευνητικά" (έκδοση Ινστ. Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδη, 2005) στο κεφάλαιο "Δημοτικισμός και αντίδραση στα 1925-1926" (το κείμενο είχε δημοσιευτεί αρχικά στο περιοδικό Λέξη, τεύχ. 181, Ιούλ.-Σεπτ. 2004).

Γράφει λοιπόν ο Κριαράς για τότε που τελείωνε η "ορμητική περίοδος" του δημοτικισμού 1900-1925 και σημειωνόταν κάποια υποχώρηση του δημοτικιστικού κινήματος. Γράφει για τους "γλωσσαμύντορες της Φιλοσοφικής Σχολής" που κυκλοφορούσαν συκοφαντικά μυθεύματα σε βάρος του κινήματος αυτού χρησιμοποιώντας τις σελίδες της αντιδραστικής εφημερίδας το Σκριπ και άλλων παρόμοιων. Αναφέρεται στον Τριανταφυλλίδη που δημοσίευσε το άρθρο "Επιστήμη και ήθος" μετά τις ύβρεις που δέχτηκε και την απόρριψη της υποψηφιότητας που υπέβαλε το 1924 για την έδρα της γλωσσολογίας. 



Γράφει κι άλλα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για την περίοδο εκείνη, αναφέρεται σε γνωστά πρόσωπα (Δελμούζο, Μιστριώτη, Χατζηδάκι, Σκιά, Εξαρχόπουλο κ.ά.), όμως αναφέρει και στιγμιότυπα από το ταξίδι του Ψυχάρη στα Χανιά. Ήταν Ιούλιος του 1925, ο Κριαράς ήταν μόλις 19 χρονών, θυμάται καλά τα γεγονότα εκείνα, εξάλλου ήταν αυτός που τον υποδέχτηκε μαζί με άλλους "φιλολογούντες νέους" της πόλης (ήταν και ένας από τους νέους του Κρητικού Φιλολογικού Συλλόγου και του περιοδικού "Αυγερινός" των οποίων τη δραστηριότητα παρουσιάζει ο Πιτσιτάκης). Και γράφει για την άφιξή του με το πλοίο, όπου βλέπουμε και τις συνθήκες της εποχής:

"Ερχόταν βέβαια με βαπόρι ο Ψυχάρης στα Χανιά. Έφτανε μάλιστα σε ώρα σφοδρής τρικυμίας. Εμείς που θα υποδεχόμαστε τον Ψυχάρη ανοιχτήκαμε με τη βάρκα μας στο πέλαγος, πλησιάσαμε τη σκάλα του βαποριού, όμως λόγω της μεγάλης τρικυμίας δεν μπορούσαμε, όπως οφείλαμε, να ανεβούμε στο βαπόρι για να υποδεχτούμε το Δάσκαλο. Αναγκαστήκαμε να τον παροτρύνομε από κάτω εκείνος να κατεβεί, μια και εμείς δεν μπορούσαμε να ανέβομε. Εκείνος μας φώναζε άγρια από πάνω. "Δεν κατεβαίνω! Δεν κατεβαίνω"! Και το ανέβασμα και το κατέβασμα της σκάλας ήταν αληθινά επικίνδυνο. Τελικά βέβαια πείστηκε να κατεβεί. Τον άρπαξε ο χεροδύναμος βαρκάρης μας και τον έβαλε στη βάρκα. Κατόπιν στη συνέντευξη που έδωσε ο Ψυχάρης σε δημοσιογράφους είπε πως κατάφερε να μπει στη βάρκα, γιατί τον έπισε "μεθοδικά" ο βαρκάρης. Και εδώ η υπογράμμιση της "μεθόδου" από τον Ψυχάρη."


Συνεχίζοντας ο Κριαράς, αφηγείται άλλο στιγμιότυπο, όπου φαίνεται και η τραχύτητα των τρόπων του Ψυχάρη:

¨Του προσφέραμε γεύμα σε ένα παραλιακό κέντρο των Χανιών. Συζητούσαμε κατά τη διάρκεια του γεύματος. Ένας από τους συνδαιτημόνες  - όχι ο νεότερός μας - ζωγράφος ήδη αρκετά γνωστός, τόλμησε να φέρει κάποια αντίρρηση· ίσως επίμονα στην άποψή του Ψυχάρη. Εκείνος δεν έχασε καιρό και του φώναξε: "Πιτόρε, τα πινέλα σου!"

Χαρακτηριστικά και τα δύο στιγμιότυπα για τον Ψυχάρη. 

-------------------------------------
Και με την ευκαιρία να αναφέρω ότι το φετινό Συνέδριο "Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία" που διοργανώνεται από την Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας το Νοέμβριο είναι αφιερωμένο στον Εμμανουήλ Κριαρά.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Μνήμη Εμμανουήλ Κριαρά: άλλο ένα ενδιαφέρον άρθρο του Γ. Πιτσιτάκη


Ο Μαν. Κριαράς με φίλους του στα Χανιά την περίοδο 1924-1925.

Μαν. Κριαράς-Κριτική βιβλίου: «Οι νέοι διηγηματογράφοι» στο φως ξανά, 91 χρόνια μετά

Γράφει ο Γιώργος Πιτσιτάκης
Δάσκαλος-Ιστορικός ερευνητής


Ένα χρόνο μετά την εκδημία του μεγάλου Δασκάλου και στη μνήμη του, ανασύρουμε από την αφάνεια και τη λήθη άλλο ένα κείμενό του βιβλιοκριτικής. Θυμίζουμε ότι πέρυσι είχαμε φέρει στο φως το πρώτο νεανικό του διήγημα με τίτλο «Τέτοια ζωή» [1].

Στο δεύτερο τεύχος του «Αυγερινού» που κυκλοφόρησε το Δεκαπενταύγουστο του1924, ο 18χρονος Μανώλης Κριαράς που μόλις είχε αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο και ήταν υπεύθυνος – «εισηγητής επί της ύλης» του περιοδικού που εξέδιδε ο Κρητικός Φιλολογικός Σύλλογος, στη στήλη «Νέα Βιβλία» δημοσιεύει κριτική στη νέα ανθολογία του Αδαμάντιου Παπαδήμα που εκδόθηκε το 1923 και η οποία παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το κείμενο που παραθέτουμε, ικανοποιώντας και την εκφρασμένη παλαιότερα επιθυμία του φίλου και συναδέλφου Βαγγέλη Κακατσάκη, είναι το παρακάτω [2]:



«ΟΙ ΝΕΟΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ: Επιμέλεια Α. Παπαδήμα. Εκδοτικός Οίκος “Αθηνά”, Ευριπίδου 6. Αθήναι 1924:  

Ιδού ένα βιβλίο που από καιρό έπρεπε νάχε εκδοθή. Ανθολογίες των νέων ποιητών μας έχουμε δη μερικές ίσαμε τώρα∙ μια ανθολογία των Νέων διηγηματογράφων μας χρειαζότανε κιαυτή την αποχτήσαμε σήμερα χάρη στο ζήλο για την τέχνη του νέου μας διηγηματογράφου μας κ. Αδ. Παπαδήμα, στον οποίον χρεωστούμε την επιμέλεια της συλλογής.

Προτού να μπω στην κριτική του έργου των νέων μας Διηγηματογράφων μου φαίνεται σκόπιμο να εκθέσω μερικές ιδέες μου σχετικές με την ύπαρξην της τέχνης. Διαφωνώ με τον κ. Παρορίτη, που νομίζει πως τέχνη θα πη μόνο – τονίζω τη λέξη μόνο – να γράφη κανείς προπαγανδίζοντας για τις νέες ιδέες και τάσεις, που τείνουν να ξαπλωθούνε σ’ ολάκαιρη την κοινωνία μας. Για μένα τέχνη θα πη μορφή. Δεν εξετάζω τα ελατήρια που κινούν ένα συγγραφέα στη συγγραφή ενός έργου του∙ εξετάζω μονάχα αν η μορφή που δίνει στα δημιουργήματά του είνε τεχνική∙ και τότε λέγω πως το έργο του εκείνο είνε έργο τέχνης. Δεν πρέπει – σύμφωνα με τα παραπάνω – ν’ αρνηθούμε τον τίτλο του καλλιτέχνη ούτε από το Βαλαωρίτη επειδή είναι ρομαντικός και δε θυσιάζει στο βωμό της κοινωνικής τέχνης, ούτε κι απ’ αυτό τον Παπαρρηγόπουλο που αν δεν είναι βαθιά πατριδολάτρης, μόλα ταύτα μένει ένας απ’ τους καλύτερους ρομαντικούς ποιητές της εποχής του.

Στην παραπάνω μου θεωρία στηριζόμενος θα πω σχετικά με το έργο των Νέων μας Διηγηματογράφων λόγια πολύ επαινετικά γι’ αυτούς – τουλάχιστο για τους περισσότερους.

Πολλά ταλέντα δεν είναι τελείως εξελιγμένα∙ μας αφήνουν όμως με την ελπίδα πως δε θ’ αργήσουν να σχηματιστούνε ολότελα και να εξελιχθούνε σε δυνατούς διηγηματογράφους.

Ας πούμε μερικά ονόματα: ο Μπατιστάτος – που δυστυχώς τώρα τελευταία πέθανε - , ο Π. Ταγκόπουλος, ο Π. Πικρός, ο Παπαδήμας, ο Φρέρης, ο Νικολαΐδης, ο Λαπαθιώτης, ο Φωτάκης , ο Μίχας κι άλλοι.

Έχουμε μονάχα να παρατηρήσουμε τα εξής στον επιμελητή της Ανθολογίας: Πώς δεν εφρόντισε, ώστε μερικοί συγγραφείς ν’ αντιπροσωπεύουνται από χαραχτηριστική τους δουλειά. Ένας απ’ αυτούς τους αδικημένους στη συλλογή είνε κι ο κ. Φρέρης, γιατί όσο καλό και τεχνικό κι αν είναι το δημοσιευόμενό του διήγημα, όμως είναι αδύνατο να φτάση στη δύναμη άλλα του έργα και μάλιστα το “guardae passa” , που αξιόλογα μπορούσε να μπη στην Ανθολογία.

Ακόμη κ’ έν’ άλλο: Με μεγάλη μας λύπη βλέπουμε πως απ’ τα ονόματα των Διηγηματογράφων λείπει ένας δυνατώτατος στο χειρισμό της πέννας τόσο στο διήγημα, όσο και στο ποίημα∙ κι αυτός είναι ο κ. Λ. Κουκούλας. Δε μπορούμε παρά να διαμαρτυρηθούμε γι’ αυτό, που αναμφισβήτητα μένει στο παθητικό του κ. Παπαδήμα. Κλείνω το πρόχειρό μου σημείωμα, με την ελπίδα πως οι Νέοι μας θα εξελιχθούν αργότερα σε δυνατούς χειριστές της πέννας».

ΜΑΝ. Γ. ΚΡΙΑΡΑΣ

Στο παραπάνω κείμενο – «πρόχειρο σημείωμα», όπως το ονομάζει ο ίδιος που όμως μόνο τέτοιο δεν είναι, του δεκαοχτάχρονου Κριαρά, θα επιχειρήσουμε να καταθέσουμε μερικές σκέψεις και ορισμένα σχόλια: 

1. Είναι εμφανής και εντυπωσιακή η ευρυμάθεια και η γνώση του νεαρού Κριαρά για τα τεκταινόμενα στο χώρο της λογοτεχνίας και του πνεύματος. Φαίνεται ότι ο καθηγητής του, φιλόλογος Ιωάννης Μοσχόπουλος είχε κάνει πολύ καλή δουλειά και ο νεαρός Κριαράς αποδεικνύεται μέγας βιβλιοφάγος. Στην αυτοβιογραφία του, σχετικά με το θέμα, αναφέρει: 

«[…] Παρακινημένος απ’ αυτόν (τον Μοσχόπουλο) διάβαζα λογοτεχνικά και ποικίλα κοινωνικά και πολιτικά βιβλία, που έπαιξαν το ρόλο τους στην πρώτη πνευματική μου διαμόρφωση […]». Και παρακάτω: «[…] Ιδίως στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου μερικοί από τους συμμαθητές μου διαβάζαμε με ενδιαφέρον νεοελληνικά, αλλά και ξένα λογοτεχνήματα […]». Λίγο πιο κάτω τονίζει: «[…] Είχα πάντα την τάση να επεκτείνομαι ως προς τα διαβάσματα και πέρα από τις σχολικές υποχρεώσεις […]» και συνεχίζει∙ «[…] Ο δικός μου δημοτικισμός συγκεκριμένα αρχίζει […] με μερικά ακόμη διαβάσματα της εποχής. Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας, Παλαμάς, τα “Χαμένα Κορμιά” του Πέτρου Πικρού, Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, “Η Ζωή εν Τάφω” του Στράτη Μυριβήλη. Διάβαζα και άλλα κοινωνιολογικά και φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλία. Μας διασφάλιζε τότε – όσο γινόταν – και η Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη Φέξη (εκδοτική σειρά που κυκλοφορούσε από τον εκδοτικό οίκο Φέξη με μεταφράσεις σημαντικών συγγραμμάτων ξένων κυρίως συγγραφέων, ποικίλου περιεχομένου και ποικίλης ιδεολογίας […]» [3] 

2. Ξαφνιάζει πως σε τέτοια ηλικία φαίνεται να έχει ήδη διαμορφώσει απόψεις και ιδέες για την τέχνη τις οποίες θαρραλέα εκθέτει και με τόλμη υπερασπίζεται. Προκαλεί αίσθηση η ανάγκη του να πάρει θέση σε ζητήματα αισθητικής και τέχνης σε ένα σύντομο σημείωμα βιβλιοκριτικής. Ο μανιχαϊστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα ζητήματα της τέχνης – «για μένα τέχνη θα πη μορφή» - αλλά και η έκφραση της απόλυτης αντίθεσης του στο έργο μα και στο πρόσωπο του προοδευτικού σοσιαλιστή λογοτέχνη Κώστα Παρορίτη [4] – γιατί όχι στους Κων. Χατζόπουλο, Κων. Θεοτόκη, Δημοσθ. Βουτυρά, Πέτρ. Πικρό; - επιβεβαιώνει τον Γιώργο Θεοτοκά που έγραψε: 

«Όταν εκδηλωθεί μια διαφωνία, η πρώτη δουλειά των Ελλήνων διανοουμένων είναι να αρνηθούν ολότελα τη σημασία του αντιπάλου». Τον τρόπο αυτό σκέψης του νεαρού Κριαρά, λάτρη του Παλαμά, δεν μπορούμε να τον αποδώσουμε μόνο στην ηλικία, χωρίς να εξετάσουμε το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πνευματικό, λογοτεχνικό περιβάλλον της εποχής στη χώρα μας και ευρύτερα. Ιστορικά γεγονότα στις αρχές  του 20ου αιώνα, όπως οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, η Μικρασιατική καταστροφή, η αστική αναγεννητική προσπάθεια του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο Εθνικός Διχασμός, , αλλά και η γέννηση και ανάπτυξη του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη λογοτεχνία κατά την περίοδο αυτή. 

Ο καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ Ευριπίδης Γαραντούδης επισημαίνει στη μελέτη του [5] για τη συγκεκριμένη ανθολογία, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής: 

«[…]οι διηγηματογράφοι, με την εξαίρεση ελάχιστων, προβάλλουν το ψυχολογικό πορτρέτο μιας απογοητευμένης γενιάς, επειδή έρχονται ευθέως αντιμέτωποι με πλήθος εξωτερικές και εσωτερικές αντιξοότητες και αυτές ακριβώς θεματοποιούν: τη φτώχεια, την ανεργία, την κοινωνική διαφθορά και την αδικία, την κοινωνική ανισότητα, την άναρχη ανάπτυξη των πόλεων, την αγεφύρωτη ιδεολογική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους της πόλης και των χωριών, τα συντηρητικά ήθη της υπαίθρου, τη γραφειοκρατία, τον πόλεμο, τη βία, την αρρώστια, τα απορρέοντα από όλα τα παραπάνω αρνητικά συναισθήματα και ψυχολογικά αδιέξοδα. Γι' αυτό τα περισσότερα διηγήματα μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνικά. Ανάμεσά τους δεν λείπουν ορισμένα όπου η ακραία ρεαλιστική περιγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας, επικεντρωμένη στις αποκρουστικές όψεις της, τους δίνει το στίγμα της νατουραλιστικής τεχνοτροπίας […] Στην ανθολογία του Παπαδήμα υπάρχουν, ανεξάρτητα από το θέμα ή την ψυχική διάθεση, ορισμένα διηγήματα που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε συμβολικά ή αισθητιστικά. Αλλά τον κυρίαρχο τόνο δίνουν τα ρεαλιστικά διηγήματα με κοινωνικό προβληματισμό. Μάλιστα η πλειονότητα αυτής της ομάδας διηγημάτων δείχνει ότι τα προβλήματα έχουν κοινωνικές (πολιτικοοικονομικές, ιδεολογικές, ακόμη και ταξικές) ρίζες. Σε λιγοστά διηγήματα εκφράζεται, με άμεσο ή αλληγορικό τρόπο, η πίστη ή η ελπίδα ότι τη λύση στα προβλήματα θα φέρει η κοινωνικοπολιτική αλλαγή, αν και αυτή η αλλαγή μένει ιδεολογικά απροσδιόριστη[…]».

Αυτή η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε σύγχυση και δεν έδινε προοπτικές για ένα καλύτερο μέλλον, είναι βέβαιο ότι είχε επηρεάσει και τον νεαρό Κριαρά. Ανάλογου ύφους, εξάλλου, είναι και το πρώτο του νεανικό διήγημα. Όμως ο Κ. Παρορίτης δεν έμεινε στη μορφή και στην τεχνική του λογοτεχνικού έργου, μα φρόντισε σοβαρά και το περιεχόμενο, που αν ήταν ζωντανό και περιείχε αλήθειες ξυπνούσε συνειδήσεις. Γι’ αυτό το θέμα σε μια κριτική του στο βιβλίο του Θράσου Καστανάκη «Στο Χορό της Ευρώπης» στο περιοδικό «Νουμάς» το 1930, ο ίδιος ο Παρορίτης γράφει: 

«[…] Μα ο κ. Καστανάκης μέσα σ’ αυτή την καλλιτεχνική αποτυχία της Πετρούλας (σ.σ. που πήγε στο Παρίσι να «κάνει θέατρο» και κατάντησε στο τέλος μια μεγαλοκοκότα) βρήκε την ευκαιρία να δείξει την αισχρή εκμετάλλευση που κάνουνε του κοριτσιού διάφοροι τάχατες υποστηριχτές του, στο βάθος όμως αισχροί εκμεταλλευτές του. Κ’ έτσι να μας παρουσιάσει τη σημερινή κοινωνία σαν κοινωνία εκμεταλλευτών, πρόστυχων και κακών ανθρώπων που όχι μόνο σε σπρώχνουν στο γκρεμό μα και χαίρονται άμα σε βλέπουν να κατρακυλάς μέσα βαθιά. Ότι η σημερινή κοινωνία είναι ακριβώς τέτοια, καμιά αμφισβήτηση. Έτσι είναι και χειρότερα ˙ κ’ είναι αξιέπαινος ο κ. Καστανάκης που είχε το θάρρος να το τονίσει. Μα δείγματα εκμετάλλευσης και σκληράδας μπορούσε ο κ. Καστανάκης να βρει αλλού, σε άλλες σφαίρες, πολύ χαρακτηριστικότερα. Η εκμετάλλευση π.χ. του εργάτη δε συγκρίνεται με καμίαν άλλη. Όπως κι αν είναι ο κ. Καστανάκης περιορίζεται να μας ζωγραφίσει μια κατάσταση και είναι ευχαριστημένος γι' αυτό. Πιο βαθιά δεν θέλει να προχωρήσει. Σου παρουσιάζει την εικόνα και συ βγάλε το συμπέρασμά σου. Τέχνη αντικειμενική, σου λένε. Μα εμένα μου φαίνεται πως ο μεγάλος τεχνίτης μπορεί να βρει τον τρόπο και αντικειμενικός να παραμείνει και συνάμα να δείξει και την πηγή του κακού. Στο  έργο του κ. Καστανάκη δεν ξέρουμε που να αποδώσουμε αυτή την αιτία. Γιατί οι άνθρωποι του είναι τόσο κακοί; Τί τους σπρώχνει στο κακό; Η ιδιοσυγκρασία τους, το φυσικό τους, κάτι άλλο βαθύτερο; Άρρωστοι είναι ή θύματα και αυτοί μιας κατάστασης που μας κάνει όλους ψεύτες και κακούς; Γιατί όπως είναι σήμερα η κοινωνία, δεν ξέρει κανείς ποιον πρέπει να κλάψει περσότερο, τον εγκληματία ή το θύμα του; Σ' αυτό το σημείο ο κ. Καστανάκης σωπαίνει. Ίσως μάλιστα χαμογελάει με την απαίτηση μου αυτή όπως γελούνε και όλοι οι Ρωμιοί συνάδερφοί μου που είναι αφοσιωμένοι στην υψηλή λειτουργία της τέχνης έξω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό από το έργο του κ. Καστανάκη, με όλη τη φινέτσα του συγγραφέα στο γράψιμο, δεν αναδίνεται εκείνη η υψηλή τραγική πνοή που περιμέναμε να μας γεννηθεί στο θέαμα ενός ανθρώπου που πέφτει συντριμμένος στον αγώνα του. Κάτι το ξώπετσο υπάρχει που μας αφήνει στο βάθος κρύους.

Να ένας άνθρωπος που ξέρει να γράφει λέμε, μα άλλο περσότερο από αυτό, τίποτα. Θαυμάζουμε το συγγραφέα, όχι το έργο. Γιατί το έργο δείχνει δεξιοτεχνία, δείχνει πως ο συγγραφέας είναι απόλυτα κάτοχος της τέχνης του, μα συγκίνηση καμιά. Μια ιστορία που μας αφήνει ξένους και αδιάφορους.

[…] Μα αν το έργο δεν μας συγκινεί, το ύφος όμως του βιβλίου είναι αξιοπρόσεχτο. Είναι κάτι νεωτεριστικό που πρώτη φορά βλέπουμε στη φιλολογία μας. Ύφος ευρωπαϊκό, μοντέρνο, ραφιναρισμένο. Ύφος μπριγιάντικο, όλο ζωή και κίνηση. Βέβαια όταν κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο παρουσιάζεται στην τέχνη δημιουργείται ένας νέος σταθμός. Και αυτό πρέπει να είναι ο ακοίμητος καημός κάθε αληθινού τεχνίτη. Να φανερώσει κάτι νέο, κάτι ολότελα δικό του. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί σήμερα η παγκόσμια τέχνη. Κυνήγι τρελό. Παντού και προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπάρχει ελπίδα να ανακαλυφτεί κάτι νέο. Από τις χώρες της προϊστορικής εποχής έως τις χώρες των αγρίων και πάλι από την τέχνη των Βυζαντινών έως την τέχνη των μικρών παιδιών. Τα σχεδιάσματα των αγρίων στους βράχους των σπηλαίων, τα παιγνιδίσματα των μικρών παιδιών υψώνονται σήμερα άφοβα σαν πρότυπα και σα σύμβολα καλλιτέχνη. Ντανταϊσμός (δηλαδή τέχνη μικρών παιδιών) είναι σήμερα η τελευταία λέξη της τέχνης. Και που θα πάει και που θα σταματήσει αυτό το τρελό κυνήγι της καινούριας μορφής! Γιατί η ανθρωπότητα διψάει για το νέο σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δράσης. Τέχνη, Θρησκεία, Πολιτεία, Κοινωνία, όλα κλονίζονται, όλα νιώθουνε πως ζυγώνει η ώρα να παραχωρήσουνε τη θέση τους στους νέους θεούς που έρχονται να διαδεχτούνε τους παλιούς. Μα στο τρελό αυτό κυνήγι του καινούριου, άλλοι  αρκούνται να συλλάβουν απλώς μια καινούρια εξωτερική μορφή, άλλοι ένα καινούριο περιεχόμενο. Εμείς  προσωπικά ανήκουμε στους δεύτερους δίχως να παραγνωρίζουμε και την απόλυτη ανάγκη του πρώτου. Γιατί καινούργια μορφή δίχως και καινούργιο περιεχόμενο, μας φαίνεται κάτι δίχως νόημα. Και δυστυχώς όλες οι καινούργιες τεχνοτροπίες σήμερα στη μορφή μόνο αποβλέπουνε. Το περιεχόμενο τους είναι αδιάφορο. Τα μπαγιάτικα φαγιά σερβιρισμένα σε καινούργια πιάτα […]».

3. Οι παρατηρήσεις που κάνει στον επιμελητή της ανθολογίας δείχνουν να είναι εύστοχες. Άλλωστε ο Βελλισάριος Φρέρης ήταν τακτικός συνεργάτης του «Αυγερινού» και ο Λέων Κουκούλας ήταν από τους αγαπημένους συγγραφείς του Κριαρά.

Το εξώφυλλο του Β’ τεύχους του «Αυγερινού», 15-8-1924. (Το χαρακτικό είναι έργο της νεαρής τότε χανιώτισσας καλλιτέχνιδας Καλλιόπης Σήφακα).
Συμπερασματικά μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι με το κείμενο του νεαρού Κριαρά που φέραμε ξανά στο φως μετά από εννιά δεκαετίες, διακρίναμε κάποιες ψηφίδες του παζλ της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών των αρχών του 20ου αιώνα. Τότε που παρά τις όποιες μεταξύ τους ιδεολογικές ή άλλες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, συζητούσαν με δημιουργικό τρόπο στα έντυπα της εποχής με συνέπεια να ωφελείται ο λαός και ιδιαίτερα οι νέοι, φαινόμενο που σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης παρά την αλματώδη αύξηση των Μ.Μ.Ε. τείνει να εκλείψει.   
Τελειώνοντας να τονίσουμε ότι ο επηρεασμός του Μαν. Κριαρά από τις συνθήκες της εποχής και το ανώριμο ακόμη της ηλικίας του δεν τον καθήλωσαν πνευματικά, αντίθετα άνοιξε τα φτερά του, εργάστηκε σκληρά, εξελίχθηκε κι έγινε η κορυφαία προσωπικότητα της Ελληνικής Γραμματείας, ο μεγάλος «Δάσκαλος του Γένους». 

[1] Βλ. ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Κεδρισός»: www.kedrisos.com (τεύχος 2ο, Άνοιξη 2014)
[2] Το κείμενο εκτός του ότι ξαναγράφηκε στο μονοτονικό, είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο.
[3] Για τα παραπάνω αποσπάσματα βλ. Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, σελ. 32-37, έκδ. Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
[4] Ο Κώστας Παρορίτης 1878-1931 (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Λεωνίδα Σουρέα) γεννήθηκε στο Παρόρι ή Παρόρειο του νομού Λακωνίας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος, αρχικά στη Σπάρτη και από το 1907 ως το 1916 περίπου στο Σχολαρχείο της Ύδρας. Διηγήματα και άρθρα δημοσίευσε κυρίως στο Νουμά, αλλά και σε έντυπα όπως η Μούσα, ο Πυρσός, το Μικρασιατικό Ημερολόγιο, τα Γράμματα Αλεξανδρείας κ.ά. και αργότερα (μετά το 1920) στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία και Ριζοσπάστης. Με αφετηρία το χώρο του ηθογραφικού διηγήματος και το ρομαντισμό του Wolfgang Goethe, ο Κώστας Παρορίτης οδηγήθηκε στη συνέχεια στη μυθιστορηματική απεικόνιση της ζωής των εσωτερικών μεταναστών και των περιθωριακών τύπων της Αθήνας, με επιρροές από τη γαλλική και ρωσική λογοτεχνική παραγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κινούμενος στο πλαίσιο της κοινωνικά στρατευμένης δημοτικιστικής λογοτεχνίας συγγραφέων όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εργογραφία: 1. Από τη ζωή του δειλινού. Αθήνα, τυπ. Η Νομική, 1906. 2. Οι νεκροί της ζωής. Αθήνα, τυπ. Η Νομική, 1907. 3. Στο άλμπουρο · Ρομάντζο σφουγγαράδικο. Αθήνα, 1910. 4. Το μεγάλο παιδί· Κοινωνικό Ρομάντζο. Αθήνα, Βασιλείου, 1915. 5. Ο πατέρας και άλλα διηγήματα. Αθήνα, έκδοση του βιβλιοπωλείου Γανιάρη και Σίας, 1921. 6. Ο κόκκινος τράγος. Αθήνα, Βασιλείου, 1924. 7. Οι δυο δρόμοι. Αθήνα, τυπ. Κώστα Παπαδογιάννη, 1927.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Το παραπάνω κείμενο μου το έστειλε ο φίλος Γιώργος Πιτσιτάκης από τα Χανιά. Δημοσιεύεται στο σημερινό φύλλο των Χανιώτικων Νέων και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δασκάλου Εμμ. Κριαρά, ένα χρόνο από το θάνατό του. Εδώ αναφέρεται σε κριτική ανθολογίας νέων διηγηματογράφων που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του χανιώτικου περιοδικού "Αυγερινός". Σταθερό και εξαιρετικά παραγωγικό το ενδιαφέρον του φίλου Γιώργου, είχα αναδημοσιεύσει και άλλο κείμενό του για το Δάσκαλο Κριαρά σε προηγούμενη ανάρτηση. Τα κείμενα του Κριαρά, αν και γραμμένα σε νεαρή ηλικία, μαρτυρούν έναν άνθρωπο με εξαιρετική μόρφωση και κρίση ήδη από την πολύ νεαρή ηλικία, όμως η όλη παρουσία και δράση του στα Χανιά εκείνη την περίοδο μαρτυρεί βέβαια και μια πόλη με σημαντική πνευματική άνθηση. 

Κι επειδή σήμερα είναι η Παγκόσμια μέρα των γλωσσών, να θυμίσω ότι ο Εμμ. Κριαράς ήταν και ένας σπουδαίος  "ζηλωτής της γλώσσας". Αύριο θα συνεχίσω με περισσότερα...

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Στης Γραμπούσας τ' ακρωτήρι...














Βρέθηκα τον Αύγουστο στη Γραμβούσα και το Μπάλο, εκεί στο βορειοδυτικό άκρο των Χανίων και της Κρήτης, εκεί που η αγριάδα του τοπίου συναντιέται με την απέραντη ομορφιά.



Εκεί ήταν και τα λημέρια των πειρατών. Ο πειρατής της Γραμβούσης  (εκδόσεις Νεφέλη 1988) είναι ένα από τα ναυτικά διηγήματα του Κωνσταντίνου Ράδου (1862-1931), ο οποίος δίδαξε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με αντικείμενο την ιστορία του Ναυτικού. Στο συγκεκριμένο βιβλίο μάλιστα, το οποίο γράφτηκε το 1910, περιέχεται ως εισαγωγή μια ενδιαφέρουσα αναδρομή του συγγραφέα για τη ναυτική λογοτεχνία στους αιώνες. Ξεκινά με την Οδύσσεια, αναφέρεται στην Αίγυπτο των Πτολεμαίων, στους Άραβες (όπου, λέει, οι Χίλιες και μια Νύχτες περιέχουν τις θαλασσοπορίες του Σινδμπαδ-αλ-Μπαχαρί), στους Ενετούς, στο Δάντη, στο Ραμπελαί, στο Δον Κιχώτη και φτάνει μέχρι τις μέρες του (ξεχνώντας βέβαια κάποια ονόματα, αλλά δεν πειράζει). 

Σημειώνεται ότι την  επιμέλεια της σειράς αυτής των εκδόσεων Νεφέλη είχε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ενώ το εξώφυλλο είχε φιλοτεχνήσει ο Νίκος Χουλιαράς (ο οποίος πέθανε τον Ιούλιο 2015).


Και βέβαια, η Γραμπούσα μας θυμίζει τον θρυλικό λυράρη Κώστα Μουντάκη που έγραψε για το Νικόλα Τζέγκα τον ψαρά που έζησε σ' εκείνα τα μέρη γύρω στα 1900 και πνίγηκε "στης Γραμπόυσας τα νερά".

Στης Γραμπούσας τ’ακρωτήρι,
στης Γραμπούσας τ’ακρωτήρι
εγλεντούσα μια φορά
μ’ένα Κρητικό ψαρά

Ένα γέρο καπετάνιο,
ένα γέρο καπετάνιο
που ’χε βάρκα τη χαρά,
στης Γραμπούσας τα νερά

Πλανέφτρα θάλασσα,
πλανέφτρα θάλασσα.

Θάλασσα λεβεντοπνίχτρα
θάλασσα λεβεντοπνίχτρα
που ’ναι ο γέρο μερακλής
ο παλιός τραγουδιστής

ν’αρματώσει τη χαρά του,
ν’ αρματώσει τη χαρά του.
το τραγούδι του να πει,
το τραγούδι του να πει

Πλανέφτρα θάλασσα,
πλανέφτρα θάλασσα.

όλα τ’άρμενα αρμενίζουν
όλα τ’άρμενα αρμενίζουν
με πανιά και με κουπιά
με πανιά και με κουπιά

μα του Τζέκα τ’αρμενάκι,
μα του Τζέκα τ’αρμενάκι.
δεν ξαναγυρίζει πια
στης Γραμπούσας τα νερά

Πλανέφτρα θάλασσα,


πλανέφτρα θάλασσα...